…για το τώρα και το πάντα

Είχα έναν φίλο, τον Αντώνη. Ο Αντώνης είχε ένα πλυντήριο αυτοκινήτων. Πάνω από το μαγαζί ήταν το σπίτι του, ένα δυάρι. Ο Αντώνης ήταν ο μοναδικός κάτοικος αν εξαιρέσουμε την γάτα του την Αντωνία. Όταν του πήγαινα το αυτοκίνητο μου, το έδινε να το πλύνει ο Χασάν. «Μέσα έξω Χασάν» του φώναζε «και το μέσα πιο καλά». Εμείς πίναμε καφέ και μου έλεγε ιστορίες.

Μια φορά τον είδα που φόραγε βέρα. Τον ρώτησα αν παντρεύτηκε. Μου απάντησε όχι και μου είπε μια ιστορία.

Την βέρα την βρήκα στο αυτοκίνητο μιας κυρίας. Ξεχασμένη σε μια σχισμή. Όταν ήρθε η κυρία να πάρει το αυτοκίνητο της την έδωσα πίσω. Η γυναίκα την πήρε στα χέρια. Βλέπεις τι γράφει; μου είπε. Κράτησε την. Μπήκε στο αυτοκίνητο και δεν την ξαναείδα. Ξέρεις τι γράφει από μέσα;

Νυν και αεί.

…με τον Στιφάδο στο τούνελ

-Αφεντικό πάτα λίγο γκάζι, σαν χελώνα πας.

Ο Στιφάδος (ο κούνελος μου) φοβάται πολύ όταν περνάμε με το αυτοκίνητο από τούνελ.

-Τρέχουμε όσο μας επιτρέπεται. Τι φοβάσαι;

-Τι φοβάμαι; Θυμάσαι τότε που μας πέτυχε ο σεισμός στη μέση του τούνελ;

-Αυτό έχει γίνει μόνο στο όνειρο σου Στιφάδο.

-Και επειδή έχει γίνει στο όνειρο μου παύει να είναι τρομακτικό;

-Τέλος πάντων Στιφάδο, για άλλους λόγους φοβάσαι. Τόσα βιβλία ψυχανάλυσης έχεις φάει από την βιβλιοθήκη μου, ψάξε μέσα σου για τους φόβους σου.

Όταν βγήκαμε στο φως ο Στιφάδος πήγε στο πίσω κάθισμα, και κοίταζε το τούνελ καθώς το αφήναμε πίσω μας.

-Φοβάσαι ακόμα; Βγήκαμε. Αφήσαμε του φόβους πίσω.

-Θέλω να δω αν μας ακολουθούν ή μας προσπέρασαν. Δεν αφήνεις λίγο το γκάζι αφεντικό;Όχι ε; Τότε πάτα το

για ένα κοστούμι που έκανε τον γύρο του κόσμου

Του έφεραν το κοστούμι λίγο πριν το καράβι λύσει  κάβους. Γαμπριάτικο κοστούμι παραγγελία σε ράφτη.

Στην Βραζιλία γνώρισε την Μπρούνα, χήρα με δυο μικρά παιδιά. Ούτε να το διανοηθείς, είπε η μάνα του στο τηλέφωνο. Έβγαλε το κοστούμι και το κρέμασε στη μικρή ντουλάπα του.

Στη Νότια Αφρική γνώρισε την Σίνθια, χωρισμένη με ένα παιδί. Μη τολμήσεις του είπε η κόρη. Έβγαλε το κοστούμι και το κρέμασε στη μικρή ντουλάπα του.

Στην Μαλαισία γνώρισε την Μελάτι. Πας καλά ρε πατέρα; σοβαρέψου είπε ο γιος. Ύστερα βγήκε στην καταιγίδα, στάθηκε στην πρύμνη, γδύθηκε, έκλεισε καλά όλα τα ρούχα σε μια πλαστική σακούλα και την άφησε ελεύθερη στην μανία του αέρα.

Ο καμαρώτος που τον είδε έτρεξε γρήγορα και τον τύλιξε με μια ζεστή κουβέρτα.

ΤΑΞΙΔΙΑ (ΖΩΗΣ) (ΙΙ)

(Στον Νίκο Κ.)

Έχω βαφτιστεί δύο φορές. Την πρώτη στην εκκλησία και με είπαν Βασίλη. Την δεύτερη σε μια συνεδρίαση της οργάνωσης τότε που ο Νίκος Κ. με είπε για πρώτη φορά Βάσια. Για την ακρίβεια είπε σύντροφε Βάσια έχεις τον λόγο.

Βάσια συνέχισε να με λέει μέχρι το τέλος, δεκαετίες μετά. Βάσια με είπε και την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε μετά από χρόνια στο Μοναστηράκι για μια μπύρα.

Μου μίλησε για τον γιο του, το σκάκι και τις μεταφράσεις του.

Μιλήσαμε και για την αρρώστια του που νόμιζε ότι έχει νικήσει.

Μιλήσαμε για την απογοητευτική εικόνα της αριστεράς, τις ουτοπίες μας και για τις αναρχικές ιδέες που υποστήριζε με πάθος στηριγμένο στη βαθιά του γνώση.

Στο τέλος μιλήσαμε για ήττες. Μία-μία οι ήττες γιατί αλλιώς θα ενωθούν σε μια τεράστια που θα μας συνθλίψει. Βάσια.

___________________________

Στον Νίκο Κούρκουλο. 1960-2024

https://booksjournal.gr/stiles/eis-mnimin/4960-nikos-koyrkoulos-metafrastis-1960-2024-syntomos-apoxairetismos

…Ταξίδια (Ι)

Δρομολόγιο Πάτρα-Πύργος-Κυπαρισσία. Τέλη Σεπτέμβρη. Στάση στην Κόρινθο. Η οτομοτρίς επιβραδύνει αργά πριν σταματήσει στην αποβάθρα του σταθμού. Την ίδια στιγμή δεκάδες μικροπωλητές πολιορκούν  τα βαγόνια με την πραμάτεια τους: κοφίνια με σταφύλια φρεσκοτρυγημένα.

Στην Πάτρα με περιμένει η εξαδέλφη, πρωτοετής παιδαγωγικής. Εγώ δευτεροετής στο Φυσικό της Αθήνας. Σε ένα σακίδιο λίγα ρούχα, βιβλία και φιλμ ασπρόμαυρο Ilford φυσικά. Στα χέρια η Minolta που μου δάνεισε ο Θόδωρος.

Το επόμενο πρωί πέρασα να δω τον συμμαθητή μου τον Νίκο που σπούδαζε στο Βιολογικό Πάτρας. Χτύπησα. Ακούστηκε η νυσταγμένη φωνή του Νίκου. Ποιος είναι. Βασίλης. Περίμενε. Σε λίγο την πόρτα άνοιξε μια κοπέλα που φορούσε μόνο κάλτσες και ένα σλιπ. Αναρωτήθηκα γιατί δεν έγραψα λιγότερο στις πανελλήνιες να περάσω στην Πάτρα και να περνάω καλύτερα.

με ένα ρήμα

Στο παλιό λατομείο έξω από το χωριό, είκοσι λεπτά με το ποδήλατο. Χωρίς βοηθητικές πια. Παρέα με το «ατίθασο ζιζάνιο». Στάση για παιχνίδι στους θάμνους με τα αγριοκρίθαρα. Γέλια, γκρίνια στα ψέματα και το πρώτο φιλί. Πριν πόσα χρόνια;

Δέρμα γυμνό, ιδρωμένο,  με σημάδια του ήλιου αγνοημένα και μηνύματα του χρόνου αγαπημένα. Γύρω-γύρω βράχοι κατάλευκοι, αντίλαλοι του ήλιου και από μακριά αλύχτισμα σκύλου.

Λίγο πριν την αναχώρηση, στη άκρη του παλιού λατομείου, πνιγμένο στα σχίνα, σε ξεχασμένο μάρμαρο λαξεμένη η φράση «έραμαι μέγα» σαν κάπαλο αρχαίας πληγής.

ημερολόγιο 20/4/26

Μου είπε: Πες μου πέντε πράγματα που χρειάζεσαι για να είσαι ευτυχισμένος. Αν έχεις τα τέσσερα από τα πέντε τότε είσαι.

Και του απάντησα:

Ένα να έχω υγεία.

Δύο να μοιράζομαι και να μαθαίνω

Τρία να έχω καλούς φίλους,

Τέσσερα, η απληστία να αρχίζει και να τελειώνει μέσα σε ένα βιβλιοπωλείο.

Και το πέμπτο;

Το πέμπτο είναι να μη χρειάζομαι το πέμπτο.

…για τα πράσινα μάτια της

Η Διαμάντω ήρθε στο σχολείο μας στην δευτέρα δημοτικού. Είχε μεγάλα πράσινα μάτια. Η μάνα μου είπε πως είχε έρθει από την Αυστραλία. Δεν ήξερα που είναι η Αυστραλία αλλά ήμουν σίγουρος πως θα ήταν  πανέμορφη χώρα όπως η Διαμάντω.

Η Διαμάντω είχε και μια μακριά κοτσίδα μέχρι την ρίζα της πλάτης που όταν  παίζαμε κυνηγητό ανέμιζε και φοβόμουν μη την πιάσω την τραβήξω  και την πονέσω. Έτσι πάντα την κυνηγούσα χωρίς να την κερδίσω ποτέ. Στα γενέθλια μου όμως με φίλησε στο μάγουλο για πρώτη φορά.

Το επόμενο καλοκαίρι την πήραν οι γονείς της και γύρισαν στην Αυστραλία. Πριν φύγουν της είπα πως θα πάω να την βρω και εκείνη είπε θα σε περιμένω. Τότε με φίλησε για δεύτερη και τελευταία φορά.

χαλάσματα

Αυτή τη στιγμή ένας άνδρας περπατάει ανάμεσα στα ερείπια στον νότιο Λίβανο. Δε νομίζω ότι ψάχνει κάτι. Δεν κοιτάζει χαμηλά τις χαλασμένες πέτρες, ούτε ψηλά τον Αλλάχ που τον εγκατέλειψε.

Που και που σκοντάφτει, χάνει την ισορροπία του, μα γρήγορά ξαναβρίσκει τον βηματισμό του στρέφοντας το βλέμμα σε ένα σταθερό σημείο του ορίζοντα έξω από την πόλη.

Α, ορίστε, λάθος έκανα.  Ένα πηγάδι έψαχνε και το βρήκε. Γεμίζει με νερό ένα μικρό φλασκί , στρώνει ένα πανί και κάθεται, βγάζει από το σακίδιο ένα κρεμμύδι, ελιές και ψωμί και τα απλώνει σε μια εφημερίδα. Ύστερα βγάζει, με προσοχή ένα γυάλινο ποτήρι και το ξεπλένει. Το γεμίζει με νεράκι, το κρατάει σφιχτά με τα δυο του χέρια, πίνει δύο γουλιές και ακουμπάει στο χώμα.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακούγεται ο κρότος  πυροβολισμού και το ποτήρι γίνεται θρύψαλα. Μετά ένα δεύτερος διαλύει το κρεμμύδι, ένας τρίτος σκορπίζει το ψωμί και τις ελιές και ο προτελευταίος τρυπάει το φλασκί με το νερό.

… για τις αυταπάτες

Τα παιδιά στην κάτω πλατεία παίζουνε κυνηγητό. Οι φωνές τους ταξιδεύουν καθαρές στην υγρασία του σούρουπου.

Αύριο θα πάει πάλι στο ταχυδρομείο μήπως το γράμμα της έχει παραπέσει. Ο ταχυδρόμος λέει αποκλείεται αλλά αυτός δεν τον πιστεύει. Του έχει απαντήσει οπωσδήποτε αλλά το γράμμα της σίγουρα έχει παραπέσει

Το ταχυδρομείο θα ανοίξει σε δώδεκα ώρες. Κάπως πρέπει να μαζέψει τις σκέψεις του. Παίρνει το βιβλίο του και κάθεται στην πολυθρόνα. Ανοίγει την τσακισμένη σελίδα. Διαβάζει. Αφαίρεσε από την προσμονή την σιγουριά για να φανερωθεί η αυταπάτη.

Οι παιδικές φωνές στην κάτω πλατεία αρχίζουν να λιγοστεύουν. Μπλέκονται με τις φωνές των μανάδων που προσπαθούν να πείσουν τα παιδιά να μαζευτούν όμως αυτά αντιστέκονται. Λίγο ακόμα. Μαζευτείτε, αύριο πάλι. Λίγο ακόμα, αύριο είναι άλλη μέρα.