Θα πω τα ονόματά τους και ίσως φάω κράξιμο. Είναι ο Γιώργος (ώ αδερφέ που είσαι?), ο Χρήστος (Χρηστάκιιιιιιιιιιιιιιιιι), η Μάρη (αυτή φταίει για όλα!), η Τίνα, η Εμμανουέλα, ο Σταύρος.
Τι να πρωτογράψω? Για το Αυγό του Κόκκορα (ακολουθεί φωτο)? για τη Φωλιά? για το Λεβαρέ (ΤΡΕΜΕ ΚΟΣΜΕ)? για το Playhouse (Νίκο ευχαριστούμε που δεν μας πέταξες έξω από το μαγαζί :P)? για το Ακρωτήρι? Η ΜΗΠΩΣ ΓΙΑ ΤΟ DOLCE? Αν με ρωτήσετε θα σας πω οτι εκεί έγινε η ζημιά. Όταν πας για «μια κανατούλα» και καταλήγεις να πίνεις 5-6 (οπου κανάτα εστί μπύρα με βότκα, αναμεμιγμένα σε δοχείο του λίτρου και άνω) και να πληρώνεις μόνο την αρχική, κάτι δεν πάει καλά.
Τι να γράψω, για το ρεσιτάλ αθλοπεδίας που δώσαμε με το Χρήστο στο Ακρωτήρι το τελευταίο βράδυ? Ποδόσφαιρο, μπάσκετ, τέννις, μπιλιάρδο, bowling, curling και δεν θυμάμαι ποιά άλλα γιατί από ένα σημείο και μετά είχα ορμήξει στην ποικιλία αλλαντικών που είδα στο bar…
Τι να γράψω, για τη Ρωξάνη, τη γάτα της Τόνιας που ενοχλούσε τη Μάρη την ώρα που κοιμόταν? Για να καταλάβετε τι σημαίνει αυτό, η Μάρη έχει το Milka, το καλύτερο σκυλί του κόσμου. Κι αυτό δεν χωράει συζήτηση γιατί απλά είναι ο Milka. Επίσης η Μάρη (σε γενικές γραμμές) απεχθάνεται τις γάτες.
Τι να γράψω, για τις κουβεντούλες που έκανα με τον αδερφό μου, που για μια ακόμη φορά με έκανε ρόμπα δείχνοντάς μου σημάδια πραγματικής ωριμότητας. Για τα εξόφθαλμα δείγματα του τι σημαίνει πραγματική φιλία.
Δεν ήξερα τίποτα, το ομολογώ. Άλλη μια ανυποψίαστη ψυχή στους πολυσύχναστους δρόμους του Ηρακλείου. Έπρεπε να αρχίσω να συναναστρέφομαι με τους φίλους του αδερφού μου για να συνειδητοποιήσω τι εστί «μια κανάτα»… Τι το ήθελα ο άμοιρος! Οφείλω όμως να πω πως όσο κι αν παριστάνω την Παρθενόπη, για 5 ημέρες 4 νύχτες ήμουν απόλυτος σκλάβος του αλκόολ και του «πονάω αλλά μ’αρέσει». Να πω ψέμματα? Μπα… Να μετανοιώσω? Ούτε κατά διάνοια όμως. Να στεναχωρηθώ? Για ποιό λόγο? Να μελαγχολήσω? Ίσως. Διότι ήταν η πρώτη φορά έπειτα από 9 χρόνια που ένοιωσα πως ήμουν μέλος μιας (σπυράκια βγαίνουν παντού, αρχίζω και ζαλίζομαι -θα κάνω εμετό-) «παρέας».
Ήταν εκείνο το γαμάτο συναίσθημα που νοιώθετε εσείς οι γήινοι (LOL), όταν αποτελείτε μέρος ενός μεγαλύτερου συνόλου. Μιας ομάδας, ενός θρησκεύματος, κάποιων πολιτικών πεποιθήσεων, οτιδήποτε. Ήταν εκείνη η επαναλαμβανόμενη κίνηση των χεριών που έσμιγαν τα ποτήρια για να τσουγκρίσουν, που αν είχαν τη δυνατότητα θα ήταν όλοι ένα σώμα, θα έπιναν από το ένα στόμα, θα κάπνιζαν το ίδιο τσιγάρο, θα σήκωναν ταυτόχρονα τα χέρια στον αέρα, δείχνωντας τον ουρανό, το Θεό τους, ένα U.F.O., τα φώτα του κλάμπ…
Ήταν εκείνο το απροσδιόριστο συναίσθημα κενότητας που σου προκαλείται από τη βαθειά επίγνωση οτι κάποιος έμαθε ποιός είσαι, γιατί είσαι αυτό που είσαι και στα μάτια του μπροστά είσαι ΓΥΜΝΟΣ. Ήταν εκείνες οι στιγμές που πάσχιζα να βρω κάτι να πω αλλά δεν έβρισκα τι ήταν αυτό, δεν έβρισκα ΝΟΗΜΑ σε τίποτα. Διότι τελικά κατάλαβα πως αν μου αφαιρέσουν τον εγωισμό μου, είμαι κάτι πολύ ασήμαντο. Ταπεινό χαμομηλάκι ένα πράγμα.
Ήταν η ίδια η ζωή που με κοιτούσε και γελώντας φώναζε «Στέλιο, get a life» με μάτια κόκκινα από τα ξύδια, και αναπνοή γεμάτη αλκοόλ. Ήταν η φωνή της που με πρόσταξε να αρχίσω να γκρεμίζω ό,τι τοίχο έχω χτίσει γύρω μου, και από τα κενά του να δω χέρια να ξεπροβάλουν με ποτήρια έτοιμα για «εβίβα», πρόσωπα να μου χαμογελούν, ζωντανές και αμείλικτες ενδείξεις πως δεν είμαι μόνος μου.
Κανείς για μια κανατούλα?
Υ.Γ.:Photos by Mari














