
Από καιρό με ρωτάνε πολλοί γιατί δεν γράφω τίποτα για τους Ιπτάμενους Δίσκους. Σάμπως ξέρω τίποτα περισσότερο από τους άλλους? Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως, κατά την ιδέα μου, αν υπάρχουνε αυτοί οι δίσκοι, δεν έρχουντα από τ’άστρα, αλλά από τη γη.
Απ΄όσα γνωρίζω, το ότι μπορούνε να κατοικούνε στη γη πλάσματα που να μοιάζουν με τους ανθρώπους, το πιστεύανε πολλοί φιλόσοφοι και σπουδασμένοι από τα αρχαία χρόνια. Στο πιο παμπάλαιο βιβλίο, που’ναι οι Βέδες τις Ινδίας, είναι γραμμένο πως οι ψυχές των πεθαμένων πηγαίνουνε στ’άστρα, και ζούνε εκεί, παίρνοντας άλλο σ΄μα. Οι Αιγύπτιοι πιστεύανε το ίδιο για τους Επτά Πλανήτες και για το Φεγγάρι.
Ακόμα, την ίδια πίστη είχανε οι Κινέζοι κ’ οι Άραβες. Πολλοί από τους Έλληνες φιλόσοφους είχαν κι αυτοί την ίδια γνώμη, ο Αναξίμαδρος, ο Λέυκιππος, ο Αναξιμένης, ο Εμπεδοκλής, ο Αρίσταρχος, ο Πυθαγόρας, ο Ιππώναξ, ο Δημόκριτος, ο Ηράκλειτος, ο Παρμενίδης, ο Ζήνων, ο Μητρόδωρος ο Χίος, ο Τίμαιος, ο Αρχύτας του Τάραντος, ο Φιλόλαος, ο Νικήτας ο Συρακούσιος και άλλοι. Ο Ξενοφάνης, ο ιδρυτής της ελαϊτικής σχολής, δίδασκε πως κατοικούνε ζωντανά πλάσματα στα άστρα, και ιδιαίτερα στη Σελήνη.
Ο Πέτρος από την Ιμέρα της Σικελίας έγραψε ένα βιβλίο, στο οποίο λέγει πως υπάρχουνε εκατόν ογδόντα τρεις κόσμοι που κατοικούνε άνθρωποι. Και πως η οικουμένη είναι σαν ένα τρίγωνο, που η κάθε πλευρά του έχει εξήντα κόσμους και σε κάθε γωνιά του υπάρχει κι από ένας κόσμος, που κάνουνε όλοι μαζί τον αριθμό 183.
Ο Επίκουρος και οι μαθητές του διδάσκανε κι αυτοί πως υπάρχουνε πολλοί κόσμοι κατοικημένοι. Ανάμεσα σ’αυτούς, εκείνος που υποστήριζε με περισσότερο φανατισμό αυτή την ιδέα, ήτανε ο Μητρόδωρος από τη Λάμψακο. Τα ίδια πρέσβευε κι ο Ανάξαρχος και τα δίδασκε στο Μεγ’ Αλέξανδρο, που στεναχωριότανε γιατί δε θα μπορούσε να πάρει με το σπαθί του αυτά τα ξεμακρυσμένα άστρα! Ο Ζήνων ο Κιτιεύς, ο Πλούταρχος, ο Οράτιος, ο Βιργίλιος, είχανε την ίδια γνώμη.
Κατά το Μεσαίωνα και στα κατοπινά χρόνια, ακόμα περισσότεροι φιλόσοφοι κι αστρολόγοι πιστεύανε πως ζούνε ζωντανά πλάσματα πάνω στα άστρα. Τέτοιοι σταθήκανε ο Νικόλας Κούζας, ο Ιορδάνης Μπρούνος, ο Τυχό-Μπραχέ, ο Μονταίνιος, ο Γαλιλαίος, ο θωμάς Καμπανέλλας, πολλοί Εγγλέζοι σοφοί, ο Γιάννης Λοκ, ο Συρανό ντε Μπερζεράκ, που έγραψε ένα παράξενο βιβλίο για τα κατοικημένα άστρα. Ένα άλλο παράξενο βιβλίο για την ίδια υπόθεση έγραψε ο Εγγλέζος Φραγκίσκος Γκόντουϊν στα 1640, που είχε τον τίτλο: «Ο άνθρωπος στο φεγγάρι, ή ταξίδι που έγινε στον κόσμο της Σελήνης από τον Δομίνηκο Γκονζάλες, έναν ισπανιόλο τυχοδιώχτη». Ένας άλλος σοφός, λεγόμενος Θανάσης Κίρσερ, έγραψε ένα βιβλίο, «Το εκστατικό ουράνιο ταξίδι», κατά το οποίο λέγει πως ταξίδεψε στους διάφορους πλανήτες οδηγούμενος από ένα πνεύμα, λεγόμενο Κοσμιέλ.
Στη σφαίρα του Κρόνου είδε κάτι μελαγχολικούς γέροντες, που ήτανε ντυμένοι με κάποια καταχθόνια ρούχα, και που περπατούσανε σα χελώνες, κουνώντας κάτι νεκρικές λαμπάδες. Τα μάτια τους ήτανε βαθιά, τα πρόσωπά τους χλωμά, τα μέτωπά τους συνοφρυωμένα, γιατί ο Κρόνος είναι γεμάτος από το πνεύμα της εκδικήσεως. Στο άστρο της Αφροδίτης είδε πως όλοι οι κάτοικοί του ήτανε νέα παλληκάρια, με μια κορμοστασιά εξαίσια και τόσο έμορφα, που απόμεινε βουβός! Τα φορέματά τους ήτανα σαν από κρούσταλλο και λάμπανε στον ήλιο με διάφορα χρώματα. Άλλοι χορεύανε με λύρες και ντέφια, άλλοι σκορπούσανε στον αέρα μυρωδικά, που δεν υπήρχανε στη γη τόσο έμορφα. Μ’όλα αυτά, ο Κίρσερ τα’γραφε αυτά παίζοντας, γιατί στ’αλήθεια πίστευε πως μοναχά η γη είναι κατοικημένη.
Ο Γάλλος Φοντενέλε έγραψε κι αυτός «Διαλόγους για τους πολλούς κόσμος», αλλά περισσότερο για να αστειευτεί, κατά το ελαφρό πνεύμα του καιρού του. Για την ίδια ιδέα γράψανε άλλοι σοβαρά κι άλλοι ελαφρά, ο Βολταίρος, ο Μπάυλ, ο Λάιμπνιτς, ο Νεύτωνας, ο Βουλφ, καθώς και πολλοί άλλοι του καιρού τους, και τέλος ο μυστικός θεόσοφος Εμμανουήλ Σβέντεμποργκ. Μαζί μαυτούς πρέπει να σημειώσουμε και τον Μπερναντέν ντε Σαιν-Πιερ, τον Ντιντερό, τον Ιωσήφ ντε Μαίτρ, τον Εμμανουήλ Καντ, τον γκαίτε, τον Σέλλινγκ, αφήνοντας ένα σωρό άλλους σοφούς και ποιητές. Κάμποσοι αστρονόμοι γράψανε για τα κατοικημένα άστρα, ο Μπόντ, ο Φέργκουσον, ο Χέρτσελ, ο Λαλάντ, ο Λαμπλάς, ο Γιούγκ, ο Τόμψον, ο Χαίν-Λαμπέρ, και κάποιοι άλλοι ακόμη. Στα δικά μας χρόνια η ιδέα πως τα άστρα έχουνε απάνω τους φυτά και ζώα, καταστάθηκε πιο συνηθισμένη. Από τους αστρονόμους, ο πιο σπουδαίος ζηλωτής αυτής της ιδέας είναι ο Γάλλος Κάμιλλος Φλαμαριόν, που έγραψε γιαυτήν ένα ποιητικό βιβλίο.
Τώρα ας δούμε και λίγα από τα πολλά που γράψανε όσοι πιστεύανε πως είναι κατοικημένα τα περισσότερα άστρα.
Ο Πλούταρχος γράφει: «Κάποιοι υποστηρίζουνε, πως οι άνθρωποι που κατοικούνε αποκάτω από τη Σελήνη, έχουνε κρεμασμένο αυτό τον πλανήτη απάνω από τα κεφάλια τους, σαν να’ναι οι Τάνταλοι, και πως εκείνοι που κατοικούνε αποπάνω είναι κολλημένοι απάνω της σαν τον Ιξίωνα, και πως σφεντονίζονται μαζί της στο γρήγορο γύρισμά της. Η Σελήνη έχει τρεις κινήσεις. Γιαυτό δεν πρέπει κανένας να απορεί πως από το γρήγορο γύρισμά της έπεσε μια φορά από τη Σελήνη ένα λιοντάρι στην Πελοπόννησο. Μάλιστα, πρέπει να απορεί κανένας πως δεν βλέπουμε κάθε μέρα να πέφτουνε χιλίαδες άνθρωποι και ζώα με το κεφάλι κάτω, απάνω στη γη… Η Σελήνη θρέφει τους κατοίκους της με την αμβροσία που τρώνε οι θεοί… Οι κάτοικοι της Σελήνης, αν υπάρχουν, πρέπει να έχουνε ελαφρό σώμα, και τα θρέφονται με τα πιο απλά φαγητά. Επειδή η Σελήνη δε μοιάζει σε τίποτα με τη Γη, δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε πως είναι κατοικημένη. Όσο για μένα, νομίζω πως οι κάτοικοί της θα δυσκολεύονται πιο πολύ να πιστέψουνε, πως υπάρχουνε άνθρωποι πάνω στη γη, βλέποντάς την τυλιγμένη με σύννεφα, με ατμούς και με αντάρα, σκοτεινή και μαύρη. Θα πιστεύουνε πως η γη είναι μια φρικτή κόλαση, σαν τον Τάρταρο, και πως η Σελήνη τους θα’ναι ο αληθινός κόσμος».
Ο Συρανό ντε Μπερζεράκ γράφει, για τα πλάσματα που κατοικούνε στ’άστρα, κάτι πράγματα ακόμα πιο παράξενα και τρελλά. Να λίγα λόγια από τα γραμμένα του: «Αφού πήρα κάμποσο δρόμο, έφθασα σε μια λακκούβα κι εκεί συναπάντησα έναν άνθρωπο ολόγυμνο, καθισμένο σε μια πέτρα. Δεν θυμάμαι αν του μίλησα εγώ πρώτος ή αν εκείνος με ρώτησε. Μα θυμάμαι καλά, σαν να τον ακούγω ακόμα, πως μου μιλούσε τρει όλόκηρες ώρες, σε μια γλώσσα που δεν την είχα ακούσει ποτέ, και που δε μοιάζει με καμμιά γλώσσα απόσες μιλάνε σε τούτο τον κόσμο το δικό μας, αλλά που την κατάλαβα πιο γρήγορα και πιο καθαρά από τη γλώσσα της παραμάνας μου. Μου εξήγησε, σαν του φανέρωσα το θαυμασμό μου, γιαυτό το πράγμα, πως στις επιστήμες υπάρχει μια αλήθεια».
Για τη γλώσσα που μιλάνε οι άνθρωποι του φεγγαριού, που είναι δυο ειδών, μεγάλοι και μικροί, λέγει πως στο φεγγάρι μιλάνε δυο γλώσσες, μια οι μεγάλοι και μια οι μικροί. Οι μεγάλοι μιλάνε με κάποιους τόνους που δεν είναι σαν τα λόγια της γλώσσας, αλλά που μοιάζουνε με τη μουσική μας που την τραγουδάμε χωρίς λόγια, κι είναι πολύ ευχάριστη και πιο πρακτική. Γιατί, σαν κουραστούνε να μιλάνε ή σαν βαριούνται, παίρνουνε μια λύρα ή κάποιο άλλο όργανο, με το οποίο συννενονούνται σα να μιλάνε μεταξύ τους. Κι έτσι, πολλές φορές μαζεύονται δεκαπέντε ως είκοσι μαζί, και συζητάνε κάποιο θεολογικό ζήτημα ή μια δίκη, μ’ένα κονσέρτο πολύ αρμονικό που χαϊδεύει πολύ όμορφα τα αυτιά. Η άλλη γλώσσα, που τη μεταχειρίζεται ο λαός, γίνεται με το κούνημα που κάνουνε στα μέλη τους, μα όχι όπως θα φαντάζεται ίσως κανένας, γιατί κάποια μέρη του κορμιού που κουνιούνται μαζί, κάνουνε ολόκληρη κουβέντα. Το κούνημα π.χ. ενός δαχτύλου, ενός χεριού, ενός αυτιού, ενός χειλιού, ενός ματιού, ενός μάγουλου, το καθένα ξεχωριστά, είναι σα να μιλά και να λέγε έναν λόγο, μαζί με τα άλλα μέλη του κορμιού». Όλο το βιβλίο του είναι γεμάτο από τέτοιες χοντροκομμένες ανοησίες.
Αλλά κι ο Ούγκενς, που ήτανε ένας σπουδαίος αστρονόμος, έγραψε κι αυτός, πως απάνω στ’άστρα υπάρχουνε άνθρωποι και ζώα, απαράλλαχτα όπως τα δικά μας. Λέγει λοιπόν: «Οι άνθρωποι που κατοικούνε τους πλανήτες, έχουνε το ίδιο πνεύμα και το ίδιο σώμα με τους ανθρώπους της γης. Οι αισθήσεις τους είναι όμοιες με τις δικές μας, όσες είναι και οι δικές μας, και τις μεταχειρίζονται με τον ίδιο τρόπο. Τα ζώα που υπάρχουνε στους πλανήτες είναι όπως και τα δικά μας, μάλιστα έχουνε το ίδιο μπόι. Οι άνθρωποι έχουνε ένα ανάστημα και μια στάση όμοια με τη δική μας ώστε να μπορούνε να επιδίνονται στις ίδιες δουλειές, τα ίδια χέρια, για να μπορούνε να κάνουνε μαθητικά εργαλεία κι άλλα χειροτεχνήματα. Έχουνε κια αυτοί τον ίδιον οργανισμό με μας, επειδή αυτός είναι ο πιο τέλειος. Τα ρούχα τους είναι τα ίδια. Το εμπόριο, ο πόλεμος, οι διάφορες ανάγκες που έχουμε εμείς, υπάρχουνε κι εκεί. Τα σπίτια τους είναι χτισμένα σαν τα δικά μας, γνωρίζουνε τη ναυτιλία, τη γεωμετρία, τα μαθηματικά, τη μουσική, τις ωραίες τέχνες, μέναν λόγο, όλα είναι τα ίδια κι απαράλλαχτα με τα δικά μας». Σένα γράμμα στον αδελφό του, γράφει: «Δεν είναι δυνατόν, όσοι παραδέχονται τη θεωρία του Κοπέρνικου, και πιστεύουνε αληθηνά πως η γη που κατοικούνε είναι ένας από τους πλανήτες που γυρίζουνε γύρω από τον ήλιο και παίρνουνε από αυτόν φως, να μην πιστεύουνε επίσης, πως όλες αυτές οι σφαίρες είναι κατοικημένες, καλλιεργημένες και στολισμένες όπως η δική μας». Αφού γράφει πως οι καινούριες ανακαλύωεις της αστρονομίας του καιρού βεβαιώνουνε αυτή τη γνώμη του, και πως είχανε δικιο οι παλαιότεροι σοφοί να την παραδέχωνται, όπως ο Κούζας, ο Μπρούνος, κι ο Κέπλερος, ύστερα λέγει: «Όσο για μένα, που δεν νομίζω πως είμαι πιο φωτισμένος από αυτούς τους μεγάλους ανθρώπους, αλλά μονάχα πιο ευτυχισμένος, γιατί ήρθα στον κόσμο ύστερα από αυτούς, επειδή επιδόθηκα από κάμποσο καιρό στο να σπουδάζω αυτό το ζήτημα με περισσότερη φροντίδα απόσο έκανα πρωτύτερα, μου φαίνεται πως η Θεία Πρόνοια δε μας έκλεισε όλους τους δρόμους, που μπορούνε να μας οδηγήσουν να μάθουμε τι γίνεται σε κάποιους τόπου που είναι τόσο μακρυά από αυτόν που βρισκόμαστε».
Αλλά τα πιο αλλόκοτα για τους ανθρώπους που υπάρχουνε στα άστρα, τα έγραψε ο μυστικός σοφός της Σουηδίας Σβέντεμποργκ. Να ένα δείγμα από τα γραψίματά του: «Απάνω σεμ ια πρώτη Γη, μέσα στον αστρικό κόσμο – Είδα πολλά λειβάδια, και δάση με δέντρα που ήταν σκεπασμένα με φύλλα. Ύστερα είδα πρόβατα ντυμένα με μαλλί. Είδα κατόπι κάποιους ανθρώπους, που ήτανε κοντόσωμοι και ντυμένει απάνω-κάτω σαν τους χωριάτες της Ευρώπης». Αλλού γράφει: «Το οτι υπάρχουν πολλές Γαίες και πως ζούνε απάνω τους άνθρωποι, κι επομένως πνεύματα και Άγγελοι, αυτό το ξέρουνε καλά στην άλλη ζωή. Γιατί εκεί, όποιος έχει πόιο και αγάπη για την αλήθεια, αξιώνεται να μιλά με τα πνεύματα που βρίσκοντι στα άλλα άστρα, και να βεβαιώνεται πως υπάρχουνε πολλοί κόσμοι, και να μαθαίνει πως το ανθρώπινο γένος δε γεννήθηκε μονάχα σε μια γη, αλλά σε απειράριθμε. Κι ακόμα, τι ψυχή και τι ζωή έχουνε οι κάτοικοί τους, και τι θρησκεία πιστεύουνε».
Για τη γη του Ερμή: – «Επιθυμούσα να μάθω τι πρόσωπο και τι σώμα έχουνε οι κάτοικοι αυτής της γης. Τότε παρουσιάστηκε στα μάτια μου μια γυναίκα όλότελα όμοια με τούτες που είναι στη γη. Το πρόσωπό της ήταν όμορφο, μα λίγο πιο μικρό απόσο στις δικές μας γυναίκες. Το κεφάλι της ήταν τυλιγμένο με ένα πανί, βαλμένο χωρίς χάρη. Παρουσιάστηκε κι ένας άντρας κι ήτανε στο κορμί κι αυτός πιο αδύνατος από τους δικούς μας, ντυμένος με ένα ρούχο σκούρο μαβί, κολλητό στο σώμα του, χωρίς καμμία ζαρωματιά».
Για τη γη της Αφροδίτης: – «Στον πλανήτη της Αφροδίτης, υπάρχουνε δύο ειδών άνθρωποι, με έναν αντίθετο χαρακτήρα. Υπάρχουνε άνθρωποι που είναι ήρεμοι και σπλαχνικοί, κι υπάρχουν κι άλλοι που είναι σκληροί και σχεδόν άγριοι, ( και σε αυτό δεν είναι και πολύ διαφορετικοοί από τους ανθρώπους της γης). Οι καλοί ζούνε από την πέρα μεριά της Αφροδίτης, οι κακοί ζούνε από τούτη τη μεριά, που βλέπουμε. Κάποια από τα πνεύματα που ζούνε από την άλλη μεριά της Αφροδίτης, και που είναι αγαθά και σπλαχνικά, ήρθανε σε μένα και παρουσιαστήκανε στη ματιά μου, απάνω απο το κεφάλι μου. Ανάμεσα σε άλλα, μου είπανε πως τότε που ήτανε στον κόσμο πιστεύα, και τώρα πιστεύουνε ακόμα περισσότερο στο Χριστό. Λέγανε πως τον είχανε δει απάνω στη γη τους, και παριστάνανε πως τον είδανε. Αυτά τα πνεύματα, μέσα στον Πολύ Μέγα Άνθρωπο (δηλ. το Σύμπαν), αντιπροσωπεύουνε τα πνεύματα του Ερμή. Για τούτο, τα πνεύματα του Ερμή ταιριάζουνε πολύ καλά με τα πνεύματα της Αφροδίτης. Δε μίλησα με τα πνεύματα που ζούνε από την άλλη μεριά της Αφροδίτης, που είναι σκληροί και άγριοι. Μα μου φανερώσανε οι άγγελοι από ποιά αιτία είναι άγριοι. Επειδή χαίρονται να κάνουνε παλιανθρωπιές και να τρώνε όσα ληστεύουνε. Μου είπανε ακόμα πως αυτοί οι άνθρωποι είναι οι περισσότεροι γίγαντες, και πως οι κάτοικοι της Γης φθάνουνε ως τον αφαλό τους, και πως έιναι χοντρόμυαλοι, και πως δε νοιάζονται τι είναι ο Ουρανός κι η αιώνια ζωή, και πως φροντίζουνε μοναχά για τη δουλειά τους και για τα κοπάδια τους».
Για τη γη του Άρη: – «Απόλους τους ανθρώπους που κατοικούνε σε αυτό το ηλιακό σύστημα, οι άνθρωποι του Άρη είναι οι καλύτεροι απόλους, γιατί οι περισσότεροι είναι άνθρωποι ουράνιοι, που δεν είναι πολύ διαφορετικοί από τους ανθρώπους της πολύ παλιάς Εκκλησίας απάνω στη γη μας. Μια μέρα, που τα πνεύματα του Άρη βρίσκονταν κοντά μουκι είχανε πιάσει τη σφαίρα του μυαλού μου, τα πνεύματα της γης μας φθάσανε και θέλανε να μπούνε και κείνα σαυτή τη σφαίρα. Αλλά τότε τα πνεύματα της γης μας, γενήκανε σαν αναίσθητα, επειδή δε μπορούνε να συμφωνήσουνε με τα πνεύματα του Άρη. Μου παρουσιάστηκε ένας άνθρωπος του Άρη. Το πρόσωπό του ήταν όμοιο με των ανθρώπων της γης, πλην το κάτω μέρος του προσώπου του ήτανε μαυρο, όχι από τα γένεια, γιατί δεν είχε, αλλά από μια μαυρίλα που έμοιαζε μαυτά. Το απάνω μέρος του προσώπου τους ήτανε ξανθό, όπως η φάτσα των ανθρώπων της γης μα που δεν είναι ολότελα άσπροι. Μου είπανε, πως οι άνθρωποι αυτού του άστρου τρώνε καρπούς, προ πάντων ένα καρπό στρογγυλό, καθώς και λαχανικά. Πως ντύνονται με ρούχα, που τα κάνουνε από τις κλωστές των δέντρων. Μου είπανε ακόμη πως ξέρουν να κάνουνε κάποιες υγρές φωτιές, με τις οποίες φεύγουνε τη νύχτα».
Για τη γη του Κρόνου: – «Οι άνθρωποι του Κρόνου είναι πολύ ταπεινοί, και λατρεύουνε τον Κύριό μας, πιστεύοντάς τον για το μόνο Θεό. Μάλιστα, ο Κύριός τους φανερώνεται μερικές φορές με μια όψη αγγελική, και μαζί σαν άνθρωπος. Οι κάτοικοι του Κρόνο, σαν φτάξουνε σε μια ωρισμένη ηλικία, μιλάνε με τα πνεύματα, που τους διδάσκουν για τον Κύριο, με τι τρόπο πρέπει να τον λατρεύουνε, και με τι τρόπο πρέπει να ζούνε… Μου είπανε πως δε νοι΄ζονται πολύ για την τροφή τους και για τα ρούχα τους, και πως ζούνε με τα φρούτα και τα λαχανικά που βγάζει η γη τους, και πως όλοι ξέρουνε πως θα ζήσουνε ύστερα από το θάνατό τους. Και πως γιαυτό δε φροντίζουνε για το κορμί τους, παρά μονάχα για την ψυχή τους, που θα πάγει στον Κύριο, και πως γιαυτό δε σαβανώνουνε τα κορμιά των πεθαμένων, αλλά τα πετάνε μακρυά και τα σκεπάζουν με κλαδιά που κόβουνε από τα δέντρα».
Απ’όλα αυτά, συ που διαβάζεις, διάλεξε και πάρε.
(Φώτης Κόντογλου)
Σ.

