Μα καλά ακόμα στο Πάσχα έχω μείνει εδώ πέρα; Πήγα Πράγα, γύρισα, πήγα Πήλιο, γύρισα, έπηξα στη δουλειά, πήγα Κάρυστο, γύρισα, πήγα Μύκονο, γύρισα, πήζω στη δουλειά, πάω Σύρο το τριήμερο και υποθέτω γυρίζοντας θα ξαναπήξω στη δουλειά. Ναι. Ωραία.
Με αφορμή λοιπόν αυτό το «πήξιμο», το θέμα που θα αναλύσουμε σήμερα είναι η νέα θεωρία μου για το πως καταφέρνει μια (μισθωτή) δουλειά να απορροφήσει όλο τον ελεύθερο χρόνο σου και την προσωπική ζωή σου, ή γιατί βγαίνεις άχρηστος/κακός υπάλληλος όταν πας να προβάλεις κάποιες λογικότατες αντιρρήσεις στις παρα-λογικότατες απαιτήσεις των ανώτερών σου ή έστω να βάλεις κάποια όρια στο πόσο μπορούν να σε… σοδομίζουν βρε αδερφέ. Τώρα δεν είμαι σίγουρη ότι η παραπάνω πρόταση βγάζει ακριβώς νόημα, αλλά είναι και αργά και το μυαλό όσο να πεις έχει αρχίσει να κουρκουταίνει με το πηγαινέλα άχρηστων πληροφοριών και την καταγραφή τους στα υπέροχα έντυπα στα οποία εργάζομαι.
Λοιπόν τι έλεγα; Α ναι. Η θεωρία μου για το πώς μπορεί να ξεφύγουν οι απαιτήσεις σε ένα εργασιακό περιβάλλον ώστε τα απολύτως παράλογα να είναι πια λόγικά και δεδομένα.
Ας πάρουμε ένα απλό και διόλου τυχαίο παράδειγμα. Επί δύο εβδομάδες δουλεύεις εξαντλητικές ώρες, non stop, βγάζοντας πολύ μεγάλο όγκο δουλειάς και όχι παίζοντας στο facebook. Έρχεται λοιπόν η Παρασκευή, η ώρα 12μιση το βράδυ (δουλεύεις ασταμάτητα από τις 10, το πρωί ντε) και θέλεις να φύγεις να πας σπίτι σου να κοιμηθείς ή να βρεις τους φίλους σου και να πνίξεις τον πόνο σου σε ένα και δύο και τρία και τέσσερα ποτά. Τι πιο λογικό θα μου πείτε, δεδομένου και μία και δύο και τρεις και τέσσερεις ώρες να κάτσεις ακόμα, η ρημαδο-δουλειά δεν θα τελειώσει. Ξαφνικά λοιπόν πιάνεις τον εαυτό σου να διαπραγματεύεται με τον/την προϊστάμενο και να απολογείσαι για το ότι φεύγεις «τόσο νωρίς». Όπα, κάτι δεν πάει καλά εδω.
Θα σας πω τι δεν έχει πάει καλά. Άλλη συνάδελφος έχει ήδη κλείσει 48ωρο σερί και ακόμα ακμαία (και με τα ίδια ρούχα από χτες) συνεχίζει λες και όταν ήταν μικρή έπεσε στη μαρμίτα με το red bull. Που να μιλήσεις τώρα κι εσύ με το ταπεινό σου δεκατετραμισάωρο?
Και μετά το παράδειγμα περνάμε στην θεωρία: Το πρόβλημα σε κάθε δουλειά εντοπίζεται στον/στην συνάδελφο που είναι διατετιμένος/η να θυσιάσει τα πάντα από τον προσωπικό του/της χρόνο και ζωή και να τα δώσει όλα προκειμένου να αποδείξει στο αφεντικό (ή στον εαυτό του/της) ότι είναι simply the best. Βγαίνει και σε μοντέλο που εξαρχής (από το εργοστάσιο σα να λέμε) δεν είχε προσωπική ζωή. Η έλειψη προσωπικής ζωής με τη σειρά της, συνεπάγεται παρατεταμένη έως οριστική αποχή από το σεξ, πράγμα που δημιουργεί αλυσσιδωτές ορμονικές διαταραχές που ως γνωστόν κάνουν τα νεύρα του/της τσατάλια. Η συνέχεια γνωστή. Τα νεύρα ξεσπάνε στους συναδέλφους, τα πάντα τον/την ενοχλούν, από τη μουσική μέχρι το ανοιχτό (ή το κλειστό ενίοτε, ανάλογα την ώρα και την πορεία του Ερμή) παράθυρο, κτλ κτλ κτλ. Το άτομο αυτό που λέτε, σιγά σιγά θέλει να περάσει το δικό του μοντέλο ζωής και στους γύρω του. Κατά την θεωρία μου αυτό είναι μια υποσυνείδητη πράξη εκδίκησης: «δε θα καλοπερνάτε εσείς με φίλους, γκόμενους και βολτούλες ενώ εγώ θα πήζω εδώ αφού δεν έχω που να πάω και ποιον να δω». Το πιθανότερο είναι ότι το συγκεκριμένο άτομο στο σχολείο ήταν από αυτά τα παιδάκια που κυνηγούσαν το απουσιολόγιο και το τηρούσαν ευλαβικά, πετάγονταν από το καρεκλάκι τους με το δείχτη μονίμως αγκυλωμένο σε όρθια θέση ουρλιάζοντας «Κύριε-κύριε-κύριε!!!», και στο διάλειμμα δεν έβγαιναν από την τάξη γιατί διάβαζαν το επόμενο μάθημα ώστε να κάνουν τους έξυπνους. You get the picture?
Έτσι που λέτε. Πάντα, σε κάθε γραφείο – εταιρεία – τμήμα, θα υπάρχει ένας ή παραπάνω σπασίκλες – κ*****νοι τύποι που χαλάνε την πιάτσα και αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγή ναι μεν για σένα, παράδειγμα προς μίμηση ωστόσο για το αγαπημένο σου αφεντικό. Εννοείται πως ο τύπος (τύπισσα) αυτός /αυτή, θεωρεί αδιανόητη την απαίτηση που προβάλλεις εσύ να φύγεις πχ μια μέρα στο 8ωρό σου. Ή να μην πας το σ-κ να δουλέψεις. Ή να πεις μια μαλακία με το διπλανό σου.
Το κείμενο αυτό βασίζεται σε φανταστικά πρόσωπα. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις είναι τελείως τυχαία. 🙂