Σύμφωνα με το Συναξάριο του Τριωδίου, συνταχθέν από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Άγιο Κάλλιστο Ξανθόπουλο (δρα στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα), ένα νηπτικό Πατέρα της Εκκλησίας που συνδυάζει με τρόπο θαυμαστό τη λειτουργική πράξη και μαρτυρία με την ησυχαστική-μοναστική και φιλόκαλη ησυχία και την Πατερική ερμηνευτική, η περίοδος του Τριωδίου συνιστά μία ενότητα, που ουσιαστικώς συνοψίζει ακόμη και το Πεντηκοστάριο εκβάλλοντας σ᾽ αυτό: «Σκοπὸς μέντοι τοῖς ἁγίοις ἡμῶν Πατράσι διὰ τῆς βίβλου τοῦ Τριῳδίου παντὸς ἐν συντόμῳ τὸ πᾶν τῆς περὶ ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ εὐεργεσίας ἐξ ἀρχῆς ἀναμνῆσαι, καὶ εἰς ὑπόμνησιν πᾶσιν ἐνθεῖναι ὅπως παρ᾽ αὐτοῦ πλασθέντες καὶ τὴν δοθεῖσαν πρὸς γυμνασίαν ἐντολὴν ἀθετήσαντες, τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου ἐξώσθημεν, καὶ ἐπερρίφθημεν φθόνῳ τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεος καὶ ἐχθροῦ, καταβληθέντος δι᾽ ἔπαρσιν καὶ ὅπως ἐμένομεν ἀπερριμένοι τῶν ἀγαθῶν, καὶ ὑπὸ τοῦ διαβόλου ἀγόμενοι· ὅπως τε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγος, σπλάχνοις οἰκείοις παθών, κλίνας οὐρανοὺς κατέβη, καὶ Παρθένον ᾤκησε καὶ δι᾽ ἡμᾶς ἐγένετο ἄνθρωπος, καὶ διὰ τῆς κατ᾽ αὐτὸν πολιτείας, τὴν εἰς οὐρανοὺς ἄνοδον ἐνεφάνισε, διὰ ταπεινώσεως προηγουμένως, καὶ νηστείας, καὶ ἀποχῆς τῶν κακῶν, καὶ λοιπῶν αὐτοῦ πράξεων· ὅπως τε ἔπαθε καὶ ἀνέστη, καὶ εἰς οὐρανοὺς ἀνελήλυθεν αὖθις, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐξαπέστειλε τοῖς Ἁγίοις αὐτοῦ Μαθηταῖς καὶ Ἀποστόλοις καὶ ὅπως Υἱὸς Θεοῦ, καὶ Θεὸς τέλειος παρὰ τούτων κατὰ πάντα ἀνεκηρύχθη· τί τε αὖθις οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι διὰ τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου ἐνήργησαν Πνεύματος· ὅτι τοὺς ἐκ περάτων ἁγίους πάντας ἐν ταυτῷ συνηγάγοντο διὰ τοῦ κηρύγματος, ἀναπληρώσαντας τὸν ἄνω κόσμον, ὃ δὴ καὶ σκοπὸς ἦν ἀρχῆθεν τῷ Κτίσαντι. Ἀλλ᾽ ἐν τούτοις μὲν ὁ τοῦ Τριῳδίου σκοπός».
3. α. Αυτή η σύνοψη του Τριωδίου, που είναι ουσιαστικά μία συνόψιση των γεγονότων του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, φαίνεται να βρίσκεται σε ερμηνευτικὴ συμφωνία με την Ἔκδοση ἀκριβὴ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και ειδικότερα την παράγραφο Δ. 13(86) Περὶ τῶν ἁγίων καὶ ἀχράντων τοῦ Κυρίου μυστηρίων σε συνδυασμό με το Σύμβολο της Πίστεως, το οποίο είναι συνοδική συνόψιση του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας στο μυστήριο του βαπτίσματος και της Θείας Ευχαριστίας του Προαιωνίου Λόγου του Θεού Πατρός, ασάρκως, ενσάρκως και Πνευματικώς ορωμένου και μετεχομένου προς συναγωγή και εκκλησιασμό του σύμπαντος κόσμου ἀρχῆθεν. Η όλη έκθεση αυτής της ενότητος ανήκει στην Αποστολική κοινότητα και τις πρώτες εκκλησιαστικές κοινότητες ακόμη και κατά την καταγραφή των Αγίων Πατέρων Αθανασίου και Κυρίλλου Αλεξανδρείας.
β. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες Καταβασίες είναι της περιόδου του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου, ενώ οι Καταβασίες της Θεοτόκου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου, καὶ πληρωθήσεται Πνεύματος» ενώνουν τα γεγονότα της Υπαπαντής με τον Ευαγγελισμό, διατρέχοντας με τροποποιήσεις αναλόγως της εορτής όλο το έτος. Χαρακτηριστικό της ενότητος Τριωδίου και Πεντηκοσταρίου, ως αναμνήσεως του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, είναι η ανύμνηση: «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν Ἅγιον, Κύριον, Ἰησοῦν τὸν μόνον ἀναμάρτητον. Τὸν Σταυρόν σου, Χριστέ, προσκυνοῦμεν, καὶ τὴν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν ὑμνοῦμεν καὶ δοξάζομεν. Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἡμῶν, ἐκτὸς σοῦ ἄλλον οὐκ οἴδαμεν, τὸ ὄνομά σου ὀνομάζομεν. Δεῦτε πάντες οἱ πιστοί, προσκυνήσωμεν τὴν τοῦ Χριστοῦ ἁγίαν Ἀνάστασιν. Ἰδοὺ γὰρ ἦλθε διὰ τοῦ Σταυροῦ, χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ. Διὰ παντὸς εὐλογοῦντες τὸν Κύριον, ὑμνοῦμεν τὴν Ἀνάστασιν αὐτοῦ· Σταυρὸν γὰρ ὑπομείνας δι᾽ ἡμᾶς, θανάτῳ θάνατον ὤλεσεν», η οποία λέγεται μετά το Εωθινό Ευαγγέλιο καθόλη την περίοδο Τριωδίου και Πεντηκοσταρίου, σαφώς σταυροαναστάσιμου περιεχομένου. Η ενότητα των δύο περιόδων συνδέεται εμφανέστατα και με τα δύο Σάββατα των ψυχών, ήτοι του Ψυχοσάββατου προ της Κυριακής των Απόκρεω και αυτού προ της Πεντηκοστής.
γ. Η ενότητα Τεσσαρακοστής και Πεντηκοστής, ή Τριωδίου και Πεντηκοσταρίου, ήδη σε υμνολογική κορύφωση κατά την εποχή του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, δεν ήταν άγνωστη στη ζωή της Εκκλησίας πολύ ενωρίτερα, ιδίως στην Εκκλησία της Αλεξανδρείας με πρωταγωνιστές τους Αγίους Αθανάσιο και Κύριλλο, καθώς ο μεν πρώτος ομιλεί σαφώς για την Αγία Τεσσαρακοστή, ενώ ο Άγιος Κύριλλος, που έχει ερμηνευτικό του άξονα επίσης το Σύμβολο της Πίστεως, ευρισκόμενος στην ανάγκη να αντιμετωπίσει την πρόκληση περί του έργου του Ενανθρωπήσαντος Λόγου ως χάριτι ευεργεσία, κάνει ρητή αναφορά στην ενότητα των δύο περιόδων και τη διάκριση του έργου του Ενανθρωπήσαντος Λόγου και του Αγίου Πνεύματος.
Η πρόταση των Τριών Ιεραρχών για την παιδεία της Ευρώπης
Πρωτοπρεσβυτέρου ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ, Ομοτίμου καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών
1. Η αποκτηθείσα εμπειρία από την προενταξιακή διαδικασία (από το 1958) και την μετέπειτα ένταξή μας στην Ενωμένη Ευρώπη, οδήγησε σε κάποιες αξιωματικές αρχές, ως σταθερές της πορείας μας μέσα σ’ αυτήν. Η πρώτη αρχή είναι, ότι το πρόβλημα δεν είναι η Ευρώπη, όπως δεν υπήρξε ποτέ πρόβλημα κάθε αναγκαστικός αναπροσανατολισμός της εθνικής μας πολιτικής σ’ όλη την ιστορική μας διάρκεια. Το πρόβλημα είμαστε εμείς, η δική μας δηλαδή παρουσία μέσα στην Ευρώπη. Η δεύτερη αρχή είναι, ότι το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι πρώτιστα πολιτικό ή οικονομικό, αλλά πνευματικό και πολιτιστικό. Διότι το αμείλικτο ερώτημα είναι, ποιον άνθρωπο και ποια κοινωνία μπορεί να παραγάγει η Ενωμένη Ευρώπη, και τελικά ποιον πολιτισμό. Είναι πράγματι γεγονός, ότι μέσα στην νέα μεγάλη μας Πατρίδα κρίνεται η ταυτότητά μας, αλλά και η ιστορική μας συνέχεια και συνεπώς η ιστορική (με ό,τι σημαίνει αυτό) επιβίωσή μας. Η αποτίμηση όμως της Ευρώπης, ως μητέρας του Δυτικού Κόσμου, είναι θέμα προοπτικής. Υπάρχουν δύο προοπτικές: η ελληνορθόδοξη και η ουνιτίζουσα των ευρωπαϊστών μας.
Οι πρώτοι διαπιστώνουν στον πολιτισμό διαφοροποιήσεις και αποστασιοποίηση. Οι δεύτεροι, συμπτώσεις και ταύτιση. Το tertium comparationis, το σημείο αναφοράς, είναι ο πολιτισμός. Και είναι γνωστό, ότι καρδιά του πολιτισμού είναι η παιδεία, ως καλλιέργεια και διάπλαση του όλου ανθρώπου, ο οποίος στην συλλογική πραγμάτωσή του παράγει τον πολιτισμό, ως οργάνωση και διευθέτηση του κοινωνικού χώρου, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ψυχής του. Διότι, όπως είπε ο γνωστός ιστορικός των πολιτισμών και διακεκριμένος διπλωμάτης Arnold Toynbee «ψυχή του πολιτισμού είναι ο πολιτισμός της ψυχής»! Ακριβώς το περιεχόμενο της ψυχής διαμορφώνεται με την Παιδεία, την όλη αγωγή δηλαδή του ανθρώπου.
2. Η Ευρώπη, της προκαρλομάγνειας περιόδου, ξεκίνησε με τρία βασικά θεμέλια: τον Ρωμαϊκό Κρατικό φορέα, που βαθμιαία εκχριστιανίσθηκε (όσο μπορεί να εκχριστιανισθεί το Κράτος). τον ελληνικό πολιτισμό, με σταθερό φορέα του την ελληνική γλώσσα. και τον Χριστιανισμό, ως αποστολικοπατερική Ορθοδοξία. Οι παράγοντες αυτοί, με την σύνθεσή τους, παρήγαγαν τον πολιτισμό της Ενωμένης Ευρώπης της πρώτης χιλιετίας. Η Ευρώπη, στην οποία ζούμε και κινούμεθα σήμερα, προήλθε από την διαλεκτική διαφόρων ιδεολογικοφιλοσοφικών συστημάτων, που διαμορφώθηκαν στον δυτικό μεσαίωνα: α) του σχολαστικισμού, της εκφιλοσόφησης και εκκοσμίκευσης του Χριστιανισμού και της μετατροπής του σε σύστημα επιστημονικό. β) του νομιναλισμού, που εκφράζεται ως δυαλισμός (φιλοσοφικά) και ατομισμός (ωφελιμισμός) κοινωνικά και είναι το DΝΑ της ευρωπαϊκής ατομικής και συλλογικής συνείδησης. γ) του ουμανισμού της Αναγέννησης και δ) του διαφωτισμού, της αυτοθεοποίησης δηλαδή του ανθρώπου με όλες τις σχετικές συνέπειες. Από το «credo, ut intelligam» (πιστεύω, για να κατανοήσω) του ιερού Αυγουστίνου, έφθασε η Δυτική Ευρώπη στο «cogito, ergo sum» του Καρτεσίου, την απολυτοποίηση της διάνοιας και της λογικής, ως απόλυτου κριτηρίου των ανθρωπίνων. Η ολοκλήρωση της διαφωτιστικής συγκρότησης της Ευρώπης εκφράσθηκε με μια συμβολική πράξη του Ροβεσπιέρου: Μία κοινή γυναίκα τοποθετήθηκε γυμνή στην «αγία Τράπεζα» της Παναγίας των Παρισίων και λατρεύθηκε ως Θεά Λογική (Raison). Η ελληνορθόδοξη Ανατολή και ως ένα σημείο όλη η αρχαία Ενωμένη Ευρώπη, με εντελώς διαφορετικές παιδευτικές προϋποθέσεις, έφθασαν σε έναν πολιτισμό, που βιώνεται ως σήμερα στους υπαρκτικούς θύλακες της παράδοσής μας, κυρίως στα μοναστήρια.
3. Θεμελιακά συστατικά του ενιαίου αυτού ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι:
α) Η ισορροπία των σχέσεων με τον Θεό, τον συνάνθρωπο και τον εαυτό μας, σε ένα τρισορθογώνιο σύστημα βιωματικής αναφοράς, που συνιστά την ακεραιότητα και ενότητα του ανθρωπίνου προσώπου, όπως φαίνεται στην περίπτωση του «Αγίου», που είναι το βιοκοινωνικό πρότυπο της ορθοδοξίας. Οι λειτουργικές φράσεις «άνω σχώμεν τας καρδίας», «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα», ή «αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν. Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα…», είναι οι συντεταγμένες αυτής της συνείδησης, που οδηγεί σε ανάλογο ήθος.
β) Η υπέρβαση της θρησκείας και της θρησκειοποίησης της πίστεως, ως τρόπου υπάρξεως και αναφοράς όλου του ανθρώπου στον Θεό με συνεχή ζήτηση της Χάρης Του. Όχι φυσικά με την θρησκευτική έννοια της δοσοληψίας, (do ut des), αλλά ως βίωση και έκφραση της συνειδήσεως, ότι «εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» (Πράξ. 17, 28) και ότι «χωρίς Αυτού ου δυνάμεθα ποιείν ουδέν» (Ιω. 15, 5).
γ) Η προτεραιότητα της καρδιάς, όχι μόνο ως πηγής των συναισθημάτων, αλλά ως κέντρου της υπάρξεως, στο οποίο συντελείται η κοινωνία με την θεϊκή Χάρη, που παράγει το Χριστοειδές ήθος. Η κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη δεν είναι μόνο η αφετηρία του αγώνα για την θέωση, τον απόλυτο σκοπό της ύπαρξης, αλλά και για την δυνατότητα σχέσης ανιδιοτέλειας με τους συνανθρώπους. Στο πανηγύρι ή το γλέντι του ο Έλληνας εύχεται: «καλή καρδιά», που παραπέμπει στον αναστάσιμο ύμνο «εν καθαρά καρδία Σε δοξάζειν». Χωρίς «καθαρή»-«καλή»-φιλόθεη δηλαδή και φιλάνθρωπη καρδία, δεν είναι δυνατόν να συγκροτηθεί αυθεντική διανθρώπινη κοινωνία. Το πνεύμα της ανιδιοτέλειας εκφράζει η μοναδική στον κόσμο ελληνική παροιμία: «κάμε το καλό και ρίξ’ το στον γυαλό», που δεν είναι παρά νεώτερη απόδοση του ευαγγελικού λόγου: «μακάριόν εστιν διδόναι μάλλον ή λαμβάνειν» (Πράξ. 20, 25). Αυτή είναι η πνευματική μήτρα, που γεννά στους αιώνες το ελληνορθόδοξο ολοκαύτωμα, ως εκούσια αυτοθυσία για τους άλλους. Θερμοπύλες, Αλαμάνα, Μανιάκι, Κούγκι, Ζάλογγο, Αρκάδι είναι οριακές στιγμές του ελληνικού ολοκαυτώματος. Αυθεντικός άνθρωπος στην κοινή ευρωπαϊκή παράδοση είναι ο Άγιος, ο εν Χριστώ αναγεννημένος άνθρωπος, το αρχετυπικό πρότυπο της αρχαίας Ενωμένης Ευρώπης. Είναι ο άνθρωπος, που ζει χαρισματικά τον λόγο του Χριστού προ του πάθους Του: «μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις θη την ψυχήν αυτού υπέρ των φίλων αυτού» (Ιωάν. 15, 13).
4. Αυτό το φρόνημα καλλιεργούσαν οι Άγιοι της προσχισματικής Ευρώπης και αυτός ήταν ο καρπός της παιδείας και αγωγής, που προσφερόταν από τους αγίους της Ανατολής και Δύσεως, με πρωτοπόρους τους τιμώμενους σήμερα Τρεις Ιεράρχες. Η επιλογή και κοινή εορταστική τιμή τους την 30η Ιανουαρίου από τον 11ο αιώνα, συνιστά αναγνώρισή τους ως αυθεντικών μαρτύρων της σώζουσας πίστης και προβολέων της γνήσιας ελληνοχριστιανικής αγωγής, αλλά προπάντων της παιδείας της παράδοσής μας. Το ίδιο νόημα είχε και η συνέχιση της σημερινής Εορτής στα Ανώτατα Πνευματικά μας Ιδρύματα, ήδη από το 1826 στο πρώτο ελληνικό Πανεπιστήμιο, την περίλαμπρη «Ιόνιο Ακαδημία» (Κέρκυρα) και από το 1842 στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Ο λόγος και η πράξη των τριών Ιεραρχών είναι το παιδευτικό και παιδαγωγικό Εγκόλπιο, όχι μόνο του Έθνους μας, αλλά και σύνολης της Ορθοδοξίας, που τιμά εξ ίσου με μας σήμερα τους Μεγάλους αυτούς Πατέρες και Διδασκάλους.
5. Το πρόβλημα της παιδείας επικεντρώνεται στην νοηματοδότηση των ανθρωπίνων και του προορισμού του ανθρώπου. Έτσι προβάλλεται στον λόγο και την ποιμαντική διακονία των τριών Ιεραρχών, που συνοψίζονται στα ακόλουθα σημεία:
α) Δεν είναι απλή εκπαίδευση, μύηση δηλαδή του ανθρώπου σε μία αναπαραγόμενη γνώση, που τον καθιστά γρανάζι της κρατικής μηχανής (ον παραγωγικό). Στην περίπτωση αυτή το κύριο ενδιαφέρον είναι για την τελειοποίηση των μηχανών και ΟΧΙ του ανθρώπου. Η χριστιανική παιδεία είναι αγωγή του ανθρώπου με μορφωτικό πρότυπο όχι τον καλόν καγαθόν άνθρωπο, αλλά τον Θεάνθρωπο. Αυτό είχε κατά νουν ο ιερός Χρυσόστομος, όταν έλεγε: «Πάντα δεύτερα έστω της προνοίας των παίδων» (ΡG 62, 151). Αυτή η παιδεία συνδέεται άμεσα πρώτα με τον χώρο της οικογένειας. Οι Τρεις Ιεράρχες γνώρισαν στα πρόσωπα των γονέων τους, και μάλιστα των μητέρων τους, απαράμιλλα πρότυπα αγωγής. Ο Μέγας Βασίλειος ομολογεί, ότι η διαμόρφωση της προσωπικότητάς του δεν ήταν παρά εποικοδομή στις καταβολές, που έθεσαν η μητέρα του Εμμέλεια και η γιαγιά του Μακρίνα: «ην εκ παιδός, γράφει, έλαβον έννοιαν περί Θεού παρά της μακαρίας μητρός μου και της μάμμης μου Μακρίνης, ταύτην αυξηθείσαν έσχον εν εμαυτώ» (32, 825). Στο σημείο αυτό συναντώνται οι Πατέρες μας με τον τραγικό Ευριπίδη: «αν κρηπίς μη καταβληθή γένους ορθώς, ανάγκη δυστυχείν τους εκγόνους» (Ηρακλής μαινόμενος, 1261). Η διαχρονικότητα δε αυτής της νοηματοδότησης της παιδείας στην ελληνική παράδοσή μας φαίνεται από τον λόγο του Πατροκοσμά του Αιτωλού προς τους γονείς: «Αμαρτάνετε πολύ να τα αφήνετε (δηλ. τα παιδιά σας) αγράμματα και τυφλά, και μη μόνον φροντίζετε να τους αφήνετε πλούτη και υποστατικά, και μετά τον θάνατόν σας να τα τρων και να σας πισολογούν (να σας τα ψέλνουν) κι όλας. Καλύτερα να τα αφήνετε πτωχά και γραμματισμένα, παρά πλούσια και αγράμματα»!
β) Η παιδεία συνδέεται όμως και με το πρόσωπο του διδασκάλου. Στο σημείο αυτό γίνεται ταύτιση ποιμαντικής και παιδαγωγίας. Το δυαδικό σχήμα της πνευματικής μας παράδοσης: πνευματικός πατέρας – πνευματικό τέκνο εκφράζεται εξ ίσου και με την δυάδα: Διδάσκαλος – Μαθητής. Ναός και σχολείο στον πολιτισμό μας βρίσκονται σε σχέση αμοιβαιότητας και συμπληρωματικότητας, ως χώροι διαποίμανσης και διαμόρφωσης του ανθρώπου. Το βάρος πέφτει όμως στο ήθος και το παράδειγμα του διδάσκοντος. «Ο γαρ μη ποιών και διδάσκων (πρβλ. Ματθ. 6, 19) αναξιόπιστός εστιν εις ωφέλειαν», κατά τον Μ. Βασίλειο (ΡG 30, 497), ο οποίος δεν παραλείπει να διατυπώσει τον σκεπτικισμό του για τους διδασκάλους της εποχής του: «Πολλών μεν ακήκοα λόγων ψυχωφελών, πλην παρ’ ουδενί (!) των διδασκάλων εύρον αξίαν των λόγων την αρετήν» (ΡG 32, 358).
γ) Είναι παιδεία θεοκεντρική. O σκοπός της παιδευτικής λειτουργίας είναι κατά τoν Μ. Βασίλειο «oμοιωθήναι Θεώ κατά τo δυνατόν ανθρώπου φύσει. Ομοίωσις δε ουκ άνευ γνώσεως, η δε γνώσις ουκ εκτός διδαγμάτων» (ΡG 32, 69). Σ’ αυτό το σημείο αναδύεται η προβληματική της στοχοθεσίας των εκπαιδευτικών προγραμματισμών. Η προτεραιότητα του οικονομισμού και μιας ενδοκοσμικής εσχατολογίας, μέσα σε χιλιαστικά οράματα ευημερίας, οδηγεί στο ανθρωποείδωλο του «homo oeconomicus». Η παιδεία των Τριών Ιεραρχών πρωταρχικά αποβλέπει στην εν Χριστώ τελείωση του ανθρώπου. Προεκτείνοντας τον λόγο του Μενάνδρου («ως χαρίεν άνθρωπος, όταν άνθρωπος η») ο Χρυσόστομος διακηρύσσει: «άνθρωπον γαρ εκείνον αν καλέσαιμι τον την εικόνα του Θεού διασώζοντα… Το ταις εντολαίς του Δεσπότου κατακολουθείν, τούτο άνθρωπος» (ΡG 53, 201). Κάθε άνθρωπος, κατά τον Μ. Βασίλειο είναι «Θεός κεκελευσμένος», έχει δηλαδή μέσα του την εντολή να γίνει Θεός κατά χάρη. Η αξία, συνεπώς, ή απαξία του ανθρώπου ορίζεται από την σχέση του με τον Θεό. «Ψυχής δε ανθρωπίνης ουδέν ούτω τεκμήριον ως των θείων εράν λογίων» (Ιω. Χρυσοστόμου, ΡG 51, 113). Σ’ αυτή την πραγματικότητα ζούμε μόνιμα οι Έλληνες, όταν, αξιολογώντας τον άνθρωπο, διερωτώμεθα «αν έχει Θεό μέσα του» και δεν είναι «αθεόφοβος» ή «θεομπαίχτης». Κατά τον Χρυσόστομο, «ει τους παίδας επαιδεύομεν φίλους είναι τω Θεώ, πάντα αν ανεπήδησε τα λυπηρά και μυρίων απηλλάγη κακών ο βίος ο παρών» (ΡG 51, 327).
δ) Σκοπός της παιδείας δεν είναι η πολυμάθεια, αλλά η εν Χριστώ μόρφωση του νέου ανθρώπου. Αυτό βέβαια δεν οδηγεί στην αμάθεια. Με το να σας προτρέπω, λέγει ο Χρυσόστομος, να διδάσκετε στα παιδιά σας την Αγία Γραφή, «μη νομιζέτω με νομοθετείν αμαθείς τους παίδας γίνεσθαι. Ου κωλύων παιδεύειν ταύτα λέγω, αλλά κωλύων εκείνοις μόνοις προσέχειν» (ΡG 47, 368). Στον Πλάτωνα, άλλωστε, αποδίδεται ο παράλληλος λόγος: «επιστήμη χωριζομένη αρετής, πανουργία ου σοφία».
ε) Η παιδεία των τριών Ιεραρχών βοηθεί στην ιεράρχηση των ανθρωπίνων και την δημιουργία ρεαλιστικής φιλοσοφίας ζωής. Αρχή γίνεται με την αυτογνωσία. Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Μικρός ειμί και μέγας, ταπεινός και υψηλός, θνητός και αθάνατος, επίγειος και ουράνιος» (ΡG 35, 785). Ο άνθρωπος με την μετοχή του στο Άκτιστο, γίνεται «μέγας κόσμος εν μικρώ» (ΡG 36, 524). Τότε μόνο ακολουθεί η εύστοχη ιεράρχηση των ανθρωπίνων: «Υπεροράν μεν σαρκός -προτρέπει ο Μ. Βασίλειος- παρέρχεται γαρ. επιμελείσθαι δε ψυχής, πράγματος αθανάτου» (ΡG 31, 204). Και ο Χρυσόστομος συχνά επαναλαμβάνει: «Αποδημία ο παρών βίος… οδίτης ει… Πανδοχείον εστιν ο παρών βίος» (ΡG 52, 401). Είναι η συνείδηση, που φθάνει μέχρι τους νεώτερους Πατέρες μας, όπως ο Πατροκοσμάς: «Ημείς, Χριστιανοί μου, έλεγε, δεν έχομεν εδώ πατρίδα. Δια τούτο και ο Θεός μας έβαλε τον νουν μας εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμεθα πάντοτε την ουράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας».
ς) Η ευρύτητα της σκέψης των τριών Ιεραρχών φαίνεται από την θετική αξιολόγηση της τεχνικής παιδείας, της οποίας δέχονται την χρησιμότητα και σπουδαιότητα. Σε εποχή που οι χειρωνακτικές τέχνες ονομάζονταν «βάναυσοι», θα πει ο Χρυσόστομος: «Μη καταφρονώμεν των από χειρών τρεφομένων, αλλά μάλλον αυτούς μακαρίσωμεν δια τούτο» (ΡG 51, 193). Προτρέπει μάλιστα, να θαυμάζουμε τον λασπωμένο και μουτζουρωμένο εργάτη (ΡG 61, 1017). Εντροπή πρέπει να προκαλούν μόνο «οι εική τρεφόμενοι και αργούντες», όσοι χρησιμοποιούν υπηρέτες και ζουν με τον κόπο των άλλων (ΡG 61, 47).
ζ) Η παιδεία κατά τους Τρεις Ιεράρχες είναι ζήτηση της Αλήθειας και μύηση σ’ αυτήν. Αυτό σημαίνει και ο ελληνικός όρος φιλοσοφία. Η ζητούμενη δε σοφία είναι κατ’ αυτούς ο Ιησούς Χριστός ως ένσαρκη Παναλήθεια. Η επιστήμη θεραπεύεται ως λειτουργία ψηλάφησης των θείων ενεργειών μέσα στην Κτίση. Οι τέχνες ασκούνται ως πραγμάτωση της ψυχής του ανθρώπου και αλληλοδιακονία. Η ζήτηση της Αλήθειας (φιλοσοφία), η αγάπη για το ωραίο (φιλο-καλία), η θεραπεία του δικαίου, αστασίαστα συστατικά της ανθρώπινης ύπαρξης, καταφάσκονται από τους Πατέρες μας και κυρίως από τον Μ. Βασίλειο, που κατείχε σε υπέρτατο βαθμό όλες τις επιστήμες στην εποχή του (ΡG 31, 389-392. 416).
η) Ο απώτερος όμως σκοπός της παιδείας είναι κατά τους Πατέρες μας η ολοτελής ένταξη του ανθρώπου στο συλλογικό-κοινωνικό σώμα. Είναι, συνεπώς, παιδεία κοινωνική, ανατρεπτική κάθε πραγματικής ή υποθετικής σύγκρουσης προσώπου και κοινωνίας. Ο Μ. Βασίλειος είναι ο οργανωτής του κοινοβίου, ως συνέχειας των αρχαίων ελληνικών «κοινών», τα οποία εθαύμαζε («αιδεσθώμεν τα των Ελλήνων κοινά», έλεγε). Η παιδεία που ενσάρκωσαν και υπηρέτησαν οι Τρεις Ιεράρχες θεμελιώνει και υποστασιώνει ένα πολιτισμό, που βρίσκεται στα πνευματικοκοινωνικά θεμέλια της αρχαίας Ευρώπης. Το ερώτημα όμως, που προκύπτει είναι, ποια σχέση έχει η σημερινή Ευρώπη, σ’ όλο το φάσμα της, με την πολιτιστική αυτή παράδοση. Φοβούμαι ότι, ενώ εμείς οι ορθόδοξοι διασώζουμε ακόμη απτά ίχνη αυτού του ήθους, στον δυτικό κόσμο η Παιδεία αυτή έχει πια χαθεί.
6. Η Ευρώπη, σχεδόν στο σύνολό της, έχει χάσει τον Θεό των πατέρων της. Ο Θεός είναι το πρόβλημα της Ευρώπης. Εντασσόμενος μέσα σε δικανικά και φιλοσοφικά σχήματα, έγινε αγνώριστος. Μετά την έξωση του Θεού από τον κόσμο (Deismus), έφθασε ο δυτικός κόσμος τον 20ο αιώνα στην «θεολογία του θανάτου του Θεού» (του νεκρού Θεού), ενός Θεού που δεν έχει πια σχέση με τον άνθρωπο και τον κόσμο. Μαζί όμως με τον Θεό χάθηκε και ο άνθρωπος και η δυνατότητα σύμπηξης αδελφικής κοινωνίας, παρά την καύχηση για την ανάπτυξη της επιστήμης, που καταντά επιστημοπληξία. Διότι, όπως παρατήρησε ο Μακρυγιάννης: «Αυτείνοι ( = οι Ευρωπαίοι) είναι άνθρωποι χωρίς ηθική και πίστη, και κρίμα στα φώτα τους. ότι ο άνθρωπος κάνει τα φώτα και όχι τα φώτα τον άνθρωπο»! Όπως ευστοχότατα έχει επισημάνει και ο μακαριστός π. Ιουστίνος Πόποβιτς, Σέρβος ορθόδοξος Θεολόγος και πρώην Καθηγητής του Πανεπιστημίου Βελιγραδίου: «Ιδού εις τι μετεβάλλετο και τελικώς μετεβλήθη από την Αναγέννησιν έως σήμερον η Ευρώπη. εις εργαστήριον ρομπότ. Το δε ρομπότ είναι ο αθλιώτερος τύπος ανθρώπου. Όστις έχει οφθαλμούς δια να βλέπη, ας ίδη. δεν υπήρξεν επί του πλανήτου αθλιώτερος, ασχημότερος και απανθρωπότερος άνθρωπος από το ευρωπαϊκό ρομπότ… Άνθρωπος χωρίς Θεό και χωρίς ψυχήν… Αφού εφόνευσε τον Θεόν και την ψυχήν μέσα του ο τύπος κάθε ευρωπαίου ανθρώπου… βαθμηδόν αυτοκτονεί. Διότι η αυτοκτονία είναι ο αναπόφευκτος ακόλουθος της Θεοκτονίας». Ο άνθρωπος αυτός διεκτραγωδήθηκε από τον μεγάλο Charly Chaplin, ως ο «ανθρωπάκος του εργοστασίου» στην πρωτοποριακή ταινία του «Modern Times» (Μοντέρνοι καιροί). Μετά την αυτοϋποδούλωσή του στην τεχνολογία του ο δυτικός άνθρωπος, αυτοϋποδουλώνεται σήμερα και στην επιστήμη του (λ.χ. την Βιοτεχνολογία ή την Γενετική Μηχανική). Έτσι όμως φθάσαμε στον «ανθρωπισμό» της Pax Americana και του ΝΑΤΟ και την «ανθρωπιστική βοήθεια» των Νεοεποχιτών. Αυτός είναι ο δρόμος, που πέρασε από την φραγκική φεουδαρχία, την κρατικοποίηση του Χριστιανισμού, την Ιερά Εξέταση, τους Σταυροφόρους, τον Ναπολέοντα, τον Χίτλερ και τον Στάλιν. Είναι το παράγωγο μιας παιδείας, που έχασε την πνευματική λειτουργία της καθαρής καρδιάς, δίνοντας απόλυτη προτεραιότητα στον κατ’ επίφαση «ορθό λόγο» (την Raison), που παρουσιάζει την σχιζοφρένεια να διανοείται μεν βαθυστόχαστα ή να δημιουργεί στην Τέχνη, αλλά παράλληλα να κατεργάζεται την εξόντωση αθώων, όπως συνέβαινε με τους χιτλερικούς στρατιωτικούς-καλλιτέχνες και όπως συμβαίνει σήμερα με τις ληστρικές επεμβάσεις στο Κόσοβο, το Αφγανιστάν, το Ιράκ και όπου αλλού.
7. Τα συστατικά της αγωγής των τριών Ιεραρχών, που συνοπτικά εξεθέσαμε παραπάνω, ήταν κοινή κληρονομιά Ανατολής και Δύσης την πρώτη χιλιετία. Η Ανατολή επί αιώνες ήταν η πνευματική μητέρα και τροφοδότρια της δυτικής ευρωπαϊκής κοινωνίας (ex Oriente lux). Με την αρχή όμως της «μετακένωσης» του Αδαμαντίου Κοραή μάθαμε στους τελευταίους αιώνες να θαυμάζουμε τα «φώτα της Ευρώπης» (ex Occidente lux). Η μανία του εξευρωπαϊσμού, μάλιστα, μας μετέβαλε σε αξιοθρήνητους ουραγούς της Ευρώπης, όχι μόνο πολιτικά και στρατιωτικά, αλλά και πνευματικά και πολιτιστικά. Η παιδεία, συνεπώς, των τριών Ιεραρχών, που σώζει την πεμπτουσία της ελληνικής και της ορθόδοξης κληρονομιάς, είναι η παιδεία, που χρειάζεται η Ενωμένη Ευρώπη σήμερα, για να ξαναβρεί τα υπαρκτικά και πνευματικά θεμέλιά της. Ο νομπελίστας του 2002 Ίμρε Κέρτες, ο συγγραφέας του «μυθιστορήματος ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο», ο άνθρωπος που επέζησε από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως των Ναζί, αλλά πιστεύει ότι τραγωδίες σαν αυτές του ολοκαυτώματος και των γκουλάκ μπορούν να επαναληφθούν, υπεστήριξε πρόσφατα ότι «πρέπει να δημιουργήσουμε νέες αξίες, ένα νέο σύστημα, για να υπερασπιστούμε την Ευρώπη και τις ευρωπαϊκές ιδέες (εφημ. «Ελευθεροτυπία» 9.1.2008). Η σκέψη όμως ότι ευρωπαϊκές ιδεολογικές συλλήψεις ήταν και οι τραγωδίες, που αυτός δίκαια καταδικάζει, με κάνει να πιστεύω, ότι αυτό που χρειάζεται σήμερα η Ευρώπη, δεν είναι νέες ιδέες, αλλά επανανακάλυψη του παλαιού εαυτού της, με βάση την παλαιά πνευματική και πολιτιστική ενότητά της. Το κρίσιμο όμως ερώτημα είναι, αν χωρά σήμερα η παιδευτική πρόταση των Τριών Ιεραρχών στο αξιολογικό σύστημα του ενωμένου ευρωπαϊκού χώρου. Διότι υπάρχουν δύο ουσιαστικές παρακωλύσεις, που προέρχονται από τις ομάδες, που εξουσιάζουν την Ευρώπη και κατευθύνουν την παιδεία, αλλά και σύνολη τη ζωή της:
Α) Είναι οι Ευρωπαίοι φορείς του καρλομάγνειου επεκτατικού και εξουσιαστικού πνεύματος και της σχετικής με αυτό νοοτροπίας. Από τα ευρωπαϊκά κείμενα, που αναφέρονται σε θέματα παιδείας, διαπιστώνεται η επιδίωξη βαθμιαίας καθολικής ενιαιοποίησης, για την δημιουργία ενιαίας ευρωπαϊκής πολιτικής, πολιτισμικής και ιστορικής συνείδησης. Αυτό επιβεβαιώνεται από τα υποστηριζόμενα από τον εκφραστή της Νέας Εποχής καθηγητή Samuel Hantington και την κυρίαρχη θέση για νέα ανάγνωση, κατανόηση και γραφή της Ιστορίας. (Εδώ ακριβώς ανήκει και ο βαθύτερος προβληματισμός του διαβόητου εγχειριδίου της ΣΤ’ Δημοτικού). Η πολιτιστική πρόταση, συνεπώς, των Τριών Ιεραρχών, που ταυτίζεται με τον πολιτισμό της αρχαίας Ευρώπης, δεν γίνεται ευχάριστα δεκτή, διότι αναιρεί και ανατρέπει αυτόχρημα όλες τις ευρωπαϊκές πραγματώσεις κατά την β’ χιλιετία. Γι’ αυτό η Ορθοδοξία της Ανατολής μόνον ως ουνιτίζουσα γίνεται δεκτή στον διαχριστιανικό Διάλογο με την «Δύση», πρόθυμη δηλαδή να αναγνωρίσει τον δυτικό πολιτισμό σ’ όλο το φάσμα του και να υποταχθεί σ’ αυτόν, αυτοαναιρούμενη φυσικά. Ο προβληματισμός αυτός δεν είναι θεωρητικός, όπως δείχνουν τα ίδια τα πράγματα. Το 1996 τέθηκε το θέμα δημιουργίας του «Μουσείου» της Ευρώπης της μετακαρλομάγνειας περιόδου και αποκλείσθηκε σ’ αυτό όχι μόνον η Ορθοδοξία, αλλά και η Ελληνική αρχαιότητα. Αλλά και ο Hantington μας συγκατατάσσει με το Ισλάμ, αρνούμενος την σχέση μας με τον δυτικό πολιτισμό. Και ναι μεν σ’ αυτό έχει δίκιο, το τραγικό όμως είναι, ότι φθάσαμε σε σημείο να λυπούμεθα για την στάση αυτή της Ευρώπης απέναντί μας και να διαμαρτυρόμεθα κι’ όλας. Η απάντηση όμως, σε ανάλογη στιγμή, του Μακρυγιάννη προς τον Γάλλο Μαλέρμπ, δείχνει την επιβίωση του πνεύματος των Τριών Ιεραρχών: Όταν ο ευρωπαίος Μαλέρμπ του είπε: «Ένα θα σας βλάψη εσάς, το κεφάλαιον της θρησκείας, όπου είναι αυτήνη η ιδέα σ’ εσάς πολύ τυπωμένη», εκείνος απάντησε: «Πράγμα τζιβαϊρικόν πολυτίμητο, οπού το βαστήξαμεν εις την τυραννία του Τούρκου, δεν το δίνομεν τώρα, ούτε το καταφρονούμε οι Έλληνες… Και τί έχεις εσύ δια μένα τί δοξάζω εγώ; …Και όχι του λόγου σου να μου το ειπής, δεν σ’ ακούγω, αλλά κι ο Θεός ο δικός σου να μου το ειπή, δεν σαλεύει το μάτι μου»…
Β) Η δεύτερη παρακώλυση προέρχεται από τους δικούς μας αθεράπευτα ευρωπαϊστές. Οι ευρωπαϊστές, συνεχίζοντας την παράδοση των Ενωτικών της ύστερης βυζαντινής περιόδου και της δουλείας, θεωρούν την απόλυτη ταύτιση (και την πολιτιστική) με την δυτική Ευρώπη ως σωτηρία. Σ’ αυτούς όμως απάντησε ήδη ο αείμνηστος ελληνομαθής και ελληνολάτρης, αυστριακός διανοούμενος Λαυρέντιος Γκεμερέϋ (†1992), που βλέποντας την ελλαδική υστερία για την ένταξη στην Ενωμένη Ευρώπη, έγραψε: «Νομίζω πως τώρα, που η Ελλάδα θα ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, μπορεί να είναι χρήσιμο για τον Έλληνα να δει τον περίφημο Ευρωπαϊκό πολιτισμό με πιο κριτικό μάτι, για να χάσει λίγο από τον σεβασμό του προς αυτόν τον πολιτισμό, που ακόμα του λείπει. Εγώ εύχομαι να τον γλυτώσει…» (Λ. Γκεμερέϋ, Η δύση της Δύσης – η απομυθοποίηση της Ευρώπης και ο Ελληνισμός, Αθήνα 1977, σ. 12).Βέβαια υπάρχει και μια άλλη Ευρώπη, που έχει συνειδητοποιήσει τα παραπάνω και αναγνωρίζει την σημασία γι’ αυτήν του πολιτισμού της ορθόδοξης Ανατολής. Όταν το 1981 έγινε η επίσημη ένταξη της Χώρας μας στην Ενωμένη Ευρώπη, η έγκριτη γαλλική εφημερίδα Le Monde έγραφε με πηχυαία γράμματα: «Η Χώρα της Φιλοκαλίας εισήλθε στην Ευρώπη». Φιλοκαλία είναι η πεμπτουσία της ελληνορθόδοξης παράδοσης. Πιστεύω ότι το έλεγαν ειλικρινά και για να μας τιμήσουν.Προς αυτή την Ευρώπη οφείλουμε πρωταρχικά να στραφούμε ως Έθνος για την πολιτιστική ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού χώρου, και αυτό είναι ευκολότερο σήμερα, όταν χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, με ζωντανή την παράδοση των Τριών Ιεραρχών, ανήκουν πλέον στα τακτικά μέλη της. Αυτή η Ευρώπη, που νοσταλγεί την αρχαία ταυτότητά της, μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα πολιτιστική για μια τελεσφόρα και γόνιμη συνάντηση όλων των Κρατών-Μελών της στο έδαφος της κοινής κληρονομιάς και ενότητας.
* * *
Βιβλιογραφική επισημείωση:
Διεύρυνση της παραπάνω θεματικής βλέπε στις ακόλουθες μελέτες του ιδίου συγγραφέως:
1. Ελληνορθόδοξη παιδεία και πολιτισμική ταυτότητα στους Τρεις Ιεράρχες, στο: Ιχνηλασία πνευματικής σχοινοβασίας (ψηλάφηση καίριων στιγμών στην πορεία του Χριστιανικού Ελληνισμού), Τέρτιος, Κατερίνη 1999, σ. 23-44.
2. Για την Ευρώπη μας με αγάπη, Ακρίτας, Αθήνα 2003.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρησιμοποιείται Θεία Λειτουργία του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, διότι δεν υπάρχει ιστορικά τεκμηριωμένη Θεία Λειτουργία που να έχει συνταχθεί από τον ίδιο ή να έχει καθιερωθεί στη λατρευτική πράξη της Εκκλησίας. Στην πράξη, η Εκκλησία έχει παραλάβει και χρησιμοποιεί τρεις Θείες Λειτουργίες με συνεχή και αδιάκοπη παράδοση από τους πρώτους αιώνες: τη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που τελείται τις περισσότερες ημέρες του έτους, τη Θεία Λειτουργία του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, η οποία τελείται δέκα φορές ετησίως, και τη Λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων, που τελείται κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος κατέχει κορυφαία θέση στην ιστορία της Εκκλησίας ως μέγας θεολόγος, ρήτορας και υμνογράφος. Τα έργα του περιλαμβάνουν βαθύτατα δογματικά κείμενα και θεολογικούς λόγους, οι οποίοι επηρέασαν καθοριστικά τη διαμόρφωση της ορθόδοξης θεολογίας και, έμμεσα, τη γλώσσα και το πνεύμα της λατρείας. Ωστόσο, δεν συνέταξε πλήρη Θεία Λειτουργία, τουλάχιστον καμία που να διασώθηκε, να χρησιμοποιήθηκε συστηματικά ή να καθιερώθηκε λειτουργικά. Υπάρχουν επιμέρους προσευχές και θεολογικές διατυπώσεις του που πέρασαν στη λατρευτική παράδοση, αλλά όχι ολοκληρωμένη ευχαριστιακή αναφορά αντίστοιχη με εκείνες του Αγίου Βασιλείου ή του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Η Εκκλησία δεν «κατασκευάζει» εκ των υστέρων νέες Θείες Λειτουργίες στο όνομα μεγάλων αγίων. Αντιθέτως, διαφυλάσσει ό,τι παραδόθηκε, βιώθηκε και χρησιμοποιήθηκε επί αιώνες μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα, δίνοντας προτεραιότητα στη συνοδική και καθολική αποδοχή και όχι μόνο στο προσωπικό κύρος ενός αγίου. Γι’ αυτό και τιμά τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο με εορτές, ύμνους, αναγνώσματα και με τη συνεχή παρουσία της θεολογίας του στη ζωή της Εκκλησίας, αλλά όχι με ξεχωριστή Θεία Λειτουργία.
Στους πρώτους και μεσαιωνικούς αιώνες εμφανίζονται σε ορισμένα χειρόγραφα αποδόσεις ευχαριστιακών ευχών ή λειτουργικών αποσπασμάτων στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Πρόκειται όμως για μεμονωμένα κείμενα και όχι για πλήρη Θεία Λειτουργία· οι αποδόσεις αυτές είναι κυρίως φιλολογικές ή τιμητικές και δεν θεωρούνται ιστορικά βέβαιες, ενώ συχνά πρόκειται για μεταγενέστερες συνθέσεις εμπνευσμένες από το ύφος και τη θεολογία του. Για τον λόγο αυτό, οι λειτουργιολόγοι τις χαρακτηρίζουν ψευδεπίγραφες, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκην κακόβουλη πρόθεση, αλλά μάλλον μια συνηθισμένη πρακτική της εποχής.
Η πιο γνωστή «υποψήφια» περίπτωση είναι μια ευχαριστιακή αναφορά που απαντά σε ορισμένα βυζαντινά χειρόγραφα και φέρει το όνομα του Αγίου Γρηγορίου, με έντονο θεολογικό και ποιητικό χαρακτήρα, που θυμίζει θεματικά τους Θεολογικούς Λόγους του. Ωστόσο, δεν μαρτυρείται ποτέ ότι τελέστηκε κανονικά σε κάποια τοπική Εκκλησία, ούτε εντάχθηκε σε λειτουργικό Τυπικό.
Η σύγκριση με άλλες περιπτώσεις είναι ενδεικτική: η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου είχε πραγματική, έστω τοπική, χρήση στα Ιεροσόλυμα, εκείνη του Αγίου Μάρκου στην Αλεξάνδρεια και του Αγίου Βασιλείου στην Καππαδοκία και την Κωνσταντινούπολη. Αντίθετα, η αποδιδόμενη στον Άγιο Γρηγόριο Λειτουργία δεν είχε τοπική ενοριακή χρήση, δεν έλαβε επισκοπική ή συνοδική αποδοχή και δεν εντάχθηκε ποτέ στο εκκλησιαστικό βίωμα.
Όλα αυτά αναδεικνύουν μια βασική αρχή της Ορθοδοξίας: στη λατρεία προηγείται το βίωμα της Εκκλησίας και έπεται το κείμενο. Πρώτα η Εκκλησία ζει κάτι και κατόπιν το καταγράφει. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έζησε και διακρίθηκε κυρίως ως θεολόγος του λόγου και της δογματικής διατύπωσης, όχι ως λειτουργικός «νομοθέτης». Η θεολογία του διαπότισε βαθιά τη Θεία Λειτουργία, χωρίς να εκφραστεί ως ξεχωριστή, αυτόνομη Λειτουργία. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι στη Δύση, στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, υπάρχει Λειτουργία του Αγίου Γρηγορίου του Μεγάλου, Πάπα Ρώμης, πρόκειται όμως για διαφορετικό πρόσωπο, γεγονός που συχνά προκαλεί σύγχυση.
Ελληνόγλωσση βιβλιογραφία
Ιωάννης Φουντούλης, Λειτουργικά Θέματα, τ. Β΄, Θεσσαλονίκη → Αναφορές σε ψευδεπίγραφες λειτουργίες και αποδόσεις σε πατέρες.
Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Πατερική Θεολογία, Θεσσαλονίκη → Ο ρόλος του Αγ. Γρηγορίου στη θεολογία και όχι στη νομοθέτηση λατρείας.
Βασίλειος Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία → Πλαίσιο για τη λειτουργική παράδοση του 4ου αιώνα.
Ι. Α. 1. Η μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου τιμάται σε μία σημαντική περίοδο του εορτολογίου της Εκκλησίας μαζί με μία σειρά εγκρίτων Πατέρων και ασκητών και Μαρτύρων της Εκκλησίας της περιόδου των Οικουμενικών Συνόδων, οι οποίοι ερμήνευσαν τη βαπτισματική ομολογία στον Τριαδικό Θεό και την ένσαρκη οικονομία του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, με συμμετοχή στις Οικουμενικές Συνόδους, ή με ερμηνευτική χρήση των υπομνημάτων τους από τη συνοδική πράξη της Εκκλησίας, πολλές φορές εν είδει Ανθολογίου πατερικών χρήσεων. Μεταξύ αυτών ο Άγιος Γρηγόριος είναι ο μόνος που φέρει το όνομα Θεολόγος. Είναι ένα επιθετικό ουσιαστικό, αφού μόνο τρεις Άγιοι της Εκκλησίας φέρουν αυτό το προσωνύμιο, ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, του οποίου το Ευαγγέλιο ονομάζεται και θεολογικό Ευαγγέλιο, που διαβάζεται από το βράδυ της Αναστάσεως μέχρι την Πεντηκοστή, ο Άγιος Γρηγόριος και ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ενώ πολύ αργότερα, το 14ο αιώνα, προβάλλεται συγκαταριθμούμενος ως τέταρτος από την ησυχαστική πράξη της Εκκλησίας και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.
2. Για το βίο του Αγίου Γρηγορίου έχουμε μία βιογραφία, γραμμένη από το Γρηγόριο τον Πρεσβύτερο, τον 7ο αι., ενώ εκτενή σχόλια έχουν γίνει από τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή στο έργο του «Περὶ διαφόρων ἀποριῶν Διονυσίου καὶ Γρηγορίου πρὸς Θωμᾶν τὸν ἡγιασμένον». Μεγάλη επίδραση δέχτηκαν οι Άγιοι Κοσμάς ο Μελωδός και Ιωάννης ο Δαμασκηνός, όπως αποτυπώνεται στο ερμηνευτικό της πίστεως έργο του δευτέρου Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, όπως και στους Κανόνες του, ενώ ο Άγιος Φώτιος έχει ως θεμέλιο της ερμηνείας του περί της εκ του Πατρός εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος τους Πέντε Θεολογικοὺς Λόγους του Αγίου Γρηγορίου. Με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τις συζητήσεις μερί αποκαλύψεως του Θεού στους απ᾽ αιώνος Αγίους Προφήτες, Αποστόλους, Μάρτυρες και Οσίους επανέρχονται οι ερμηνευτικές προτάσεις του Αγίου Γρηγορίου περί της ενότητος Παλαιάς και Καινής Διαθήκης ως καταγραφής των θεοφανικών γεγονότων του αυτού ασάρκου, ενσάρκου και Πνευματικώς ορωμένου Λόγου προς απόδειξη ότι η παρεχόμενη υπό του Θεού σωτηρία είναι άκτιστη χάρη και όχι κτιστή προκοπή μιας ατομικής εγωπαθούς προσπάθειας του ανθρώπου με κέντρο τη διάνοιά του. Αυτή η νηπτική πρόσληψη του έργου του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου καταγράφεται και στη νεότερη πατερική παραγωγή μετά την κορυφαία ησυχαστική περίοδο του 14ου-15ου αι. και μέχρις τις αρχές του 19ου αι.
Β. 1. Η υμνολογία της εορτής του Αγίου απηχεί την κηρυγματική του ερμηνευτική, που εκκινεί από την ποιμαντική φροντίδα ερμηνείας της Αγίας Γραφής ως κεντρικού αναγνώσματος στη λατρευτική πράξη της Εκκλησίας σε συνδυασμό με ανταπάντηση στην πρόκληση εκείνων των μελών της Εκκλησίας που επηρεάζονταν είτε από την ιουδαϊκή τους προέλευση και υποτιμούσαν το Χριστό, ως τον ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού Πατρός, πολύ δε περισσότερο το Άγιο Πνεύμα, αφού γι᾽ αυτούς ένας είναι Κύριος ο Θεός κατά το Δεκάλογο του Μωϋσέως, που είναι ο Νόμος, είτε από την εθνική τους καταγωγή, με προεξέχουσα την Ελληνική σκέψη, κατά την οποία η συμπαντική πραγματικότητα διαιρείται στο νοητό και τον αισθητό κόσμο, εκ των οποίων ο νοητός είναι ανώτερος, ταυτίζεται μεν με το Θεό, αλλά συγχρόνως δεν δικαιολογεί την ετερότητα των προσώπων, και, επομένως, ο Λόγος και το Άγιο Πνεύμα, που δρουν, κατά το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, στην ιστορία, όπως καταγράφεται στην Αγία Γραφή, πρέπει μετά τη δράση τους να απορροφηθούν από το πρόσωπο του Θεού Πατέρα, για να υπάρξει ενότητα στο νοητό κόσμο, τον κόσμο πέραν της αισθητής πραγματικότητος.
2. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, Καππαδόκης στην καταγωγή (329-390), ανήκε σε οικογένεια γαιοκτημόνων, ένα είδος ακριτών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και γι᾽ αυτό η παιδεία που έλαβε, όπως και ο αδελφός του Καισάριος, αργότερα έπαρχος της Βιθυνίας, ήταν παιδεία που εξασφάλιζε μια θέση στη διοικητική μηχανή της αυτοκρατορίας. Η στροφή του στην εκκλησιαστική ζωή οφείλεται στην οικογένειά του αλλά και στο φίλο του Μέγα Βασίλειο, με τον οποίο συνέπεσαν για σπουδές Σοφιστικής στην Αθήνα, που στις μέρες τους ήταν ακόμη κέντρο της Ελληνικής παιδείας αλλά και της θεουργίας της θρησκείας του δωδεκάθεου. Γνωρίζοντας καλά την Αγία Γραφή αλλά και την Ελληνική κλασική σκέψη και έχοντας ως βάση τη βαπτισματική ομολογία και τη συνοδική ερμηνεία της Α´ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια ο Άγιος Γρηγόριος προβαίνει σε μία ενοποιητική ερμηνεία της συμπαντικής πραγματικότητος, διακρίνοντας τον Τριαδικό Θεό από την κτίση, τη δημιουργία του κόσμου, και την πορεία του ανθρώπινου γένους. Ωστόσο, κτίση και ιστορία κατά το λόγο της δημιουργίας και της εκρηκτικής πορείας εν χρόνω είναι σημεία της μεγαλειότητος και δυνάμεως του Τριαδικού Θεού, καθώς τα πάντα έχουν λόγο υπάρξεως, λογοποιούνται από τον εν αρχή Λόγο, που παραδεικνύει τη θεότητά του με τη δημιουργία του κόσμου, καθώς Αυτός είπε και εγένετο, με την άσαρκη αποκάλυψή του στους θεόπτες Προφήτες, με την ένσαρκη παρουσία του και τη διαρκή του φανέρωση Πνευματικώς, με τη διαρκή του κλήση για εκκλησιασμό των πάντων σε μία πορεία αναβαθμών και τελειώσεως, παρά τις παλινδρομήσεις του ανθρώπινου γένους, που επιφέρει πόνους ακόμη και στην άλογη κτίση.
3. Εκκινώντας, λοιπόν, από την ενοποιητική ερμηνεία της συμπαντικής πραγματικότητας ο Άγιος Γρηγόριος επιμένει στην οικουμενικότητα της Προφητικής μαρτυρίας και εξαγγελίας για την επανάκαμψη του ανθρώπινου γένους στην κατά χάρη θεοείδειά του με την πρόσληψή του από τον ίδιο το Δημιουργό του, ως ένα διαρκές κτίσιμο, μία διαρκή ζωοποίηση στο βαπτιστήριο της Εκκλησίας και συναγωγή των πάντων, ζώντων και τεθνεώτων και ερχομένων κατά την ευδοκία του Πατρός, τη λογοποίηση των πάντων υπό του Υιού και τη ζωοποίησή των υπό του Αγίου Πνεύματος, σύμφωνα με τη βαπτισματική ομολογία και τη συνόψιση του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας στο μυστήριο της αναίμακτης θυσίας στη Θεία Ευχαριστία. Ενώ, λοιπόν, ο Άγιος Γρηγόριος γνωρίζει την τέχνη του ανθρώπινου λόγου κατά το κατάκτημα της Ελληνικής παιδείας, η ερμηνευτική του θέαση απλώνεται στους ανοιχτούς ορίζοντες της οικουμενικής θέασης της Προφητικής μαρτυρίας μιας συγχρονικής συμπτώσεως ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, που διακρατείται από την παντουργό παρουσία της δυνάμεως του Θεού, όπως αποκαλύφθηκε στην κτίση και την ιστορία την πρώτη στιγμή της δημιουργίας ως φως απρόσιτο, πέραν και πάνω από την κτιστή πραγματικότητα. Γι᾽ αυτό η ομολογία της ομοουσιότητος των προσώπων της Αγίας Τριάδος υπερβαίνει την τεχνολογία του ανθρώπινου λογισμού μιας στενής επιχειρηματολογίας της ανθρώπινης γνώσεως, εγωϊστικής, μερικής και αλληλοαναιρούμενης θέασης του κόσμου, των κοινωνικών συμβατικοτήτων και της καταδυναστεύσεως. Το Απολυτίκιο του Αγίου τού ανταποδίδει ακριβώς αυτή την οικουμενική θέαση: «Ὁ ποιμενικὸς αὐλὸς τῆς θεολογίας σου, τὰς τῶν ῥητόρων ἐνίκησε σάλπιγγας· ὡς γὰρ τὰ βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι, καὶ τὰ κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι», όπου με τον όρο θεολογία αποδίδεται η ομολογία του Τριαδικού Θεού, ως ομοουσίων υποστάσεων, ως Μονάδος κατά τη φύση και την ουσία και Τριάδος προσώπων, κατά τη βαπτισματική ομολογία, την προσκύνηση και το δοξασμό, όπως λέγεται, εξάλλου, και στο Κάθισμα μετά τον Πολυέλαιον:«Στηλιτεύων τὴν πλάνην τῶν δυσσεβῶν, τὰς Γραφὰς διανοίγων θεοπρεπῶς, ἐξέπεμψας δόγματα,ὑπὲρ μέλι ἡδύνοντα, τῶν πιστῶν τὰς καρδίας, σαφῶς ἀξιάγαστε, τῇ Τριάδι λατρεύειν, ἐν Μονάδι Θεότητος·ὅθεν τοῦ Σωτῆρος, τὴν μορφὴν ἐν εἰκόνι προέστησας ἀσπάζεσθαι, σχετικῶς τὸ ἀνθρώπινον. Θεολόγε Γρηγόριε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου».
4. Θα πρέπει να υπογραμμίζεται πάντα αυτή η οικουμενική θέαση του σύμπαντος κόσμου ως η ερμηνευτική πρόταση της Αγίας Γραφής υπό του Αγίου Γρηγορίου, κατά την οποία η λειτουργική πράξη αποτελεί συμπερίληψη της αποκαλύψεως του Τριαδικού Θεού μετά πάντων των απ᾽ αιώνος Αγίων και όλου του πληρώματος της δημιουργίας. Αυτό αποδίδεται με το Κάθισμα, ἦχος πλ. δ´, ως μία ανάκληση στη πρώτη στιγμή της δημιουργίας: «Ἐξανοίξας τὸ στόμα λόγῳ Θεοῦ, ἐξηρεύξω σοφίαν Κήρυξ φωτός, καὶ φρόνημα ἔνθεον, τῇ οἰκουμένῃ κατέσπειρας, τῶν Πατέρων ὄντως, κυρώσας τὰ δόγματα, κατὰ Παῦλον ὤφθης, τῆς Πίστεως πρόμαχος· ὅθεν καὶ Ἀγγέλων, συμπολίτης ὑπάρχεις, καὶ τούτων συνόμιλος, ἀνεδείχθης μακάριε, Θεολόγε Γρηγόριε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου».
Α. 1. Με την Απόδοση της εορτής των Θεοφανείων κλείνει η περίοδος κατά Κυριακάς, που άρχισε με την Κυριακή Προ της Γεννήσεως του Χριστού, και επανέρχεται και πάλι η αρίθμηση των Κυριακών εκ του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου, η οποία είχε διακοπεί με την ΙΑ´ Λουκά, Τῶν Ἁγίων Προπατόρων, Ἀγγαίου Προφήτου, 14 Δεκεμβρίου 2025. Από τη 15η Ιανουαρίου έως την 9η Φεβρουαρίου, Απόδοση της εορτής της Υπαπαντής, η περίοδος σημαίνεται από τις Καταβασίες της Υπαπαντής ως προχειρισμός της εορτής, ως εξαγγελία ενός γεγονότος που έρχεται, και η Εκκλησία προετοιμάζει τους χριστιανούς γι᾽ αυτό. Τον προχειρισμό της Υπαπαντής σημαίνουν επίσης οι διπλές καταβασίες κατά τις εορτές των μεγάλων Αγίων, οι εἱρμοί των Καταβασιών της Υπαπαντής «Χέρσον ἀβυσσοτόκον πέδον ἥλιος, ἐπεπόλευσέ ποτε· ὡσεὶ τεῖχος γὰρ ἐπάγη, ἑκατέρωθεν ὕδωρ, λαῷ πεζοποντοποροῦντι, καὶ θεαρέστως μέλποντι. ᾌσωμεν τῷ Κυρίῳ· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται[1]», ο κανόνας της Μικράς Παρακλήσεως και το Κοντάκιο τηςΥπαπαντής «Ὁ μήτραν παρθενικὴν ἁγιάσας τῷ τόκῳ σου, καὶ χεῖρας τοῦ Συμεὼν εὐλογήσας ὡς ἔπρεπε, προφθάσας καὶ νῦν ἔσωσας ἠμᾶς Χριστὲ ὁ Θεός. Ἀλλ᾽ εἰρήνευσον ἐν πολέμοις τὸ πολίτευμα, καὶ κραταίωσον Βασιλεῖς οὖς ἠγάπησας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος», γεγονότα και σημεία ενός συνεχούς υπομνηματισμού του μυστηρίου της Θείας Ενανθρωπήσεως και της μαρτυρίας της Θεοτόκου περί του σωματουμένου[2]Λόγου, οὐσιωδῶς, ήτοι πραγματικώς, κατά τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας. Υπογραμμίζεται για μια φορά ακόμη ότι στον ενιαύσιο κύκλο της λατρευτικής πράξης της Εκκλησίας καμία ημέρα δεν είναι αυτονομημένη, τα πάντα συνέχονται από το Λόγο του Θεού, καθώς εκδιπλώνεται το μυστήριο της Θείας Οικονομίας «σήμερον» και στους ατέλειωτους αιώνες μετά πάντων των απ᾽ αιώνος Αγίων, ως μία διαρκής εξαγγελία και επαγρύπνηση «ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστίν».
2. Μετά τα Φώτα και μέχρι την Υπαπαντή η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη μιας σειράς εγκρίτων Πατέρων και ασκητών και Μαρτύρων της Εκκλησίας της περιόδου των Οικουμενικών Συνόδων, οι οποίοι ερμήνευσαν τη βαπτισματική ομολογία στον Τριαδικό Θεό και την ένσαρκη οικονομία του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, με συμμετοχή στις Οικουμενικές Συνόδους, ή με ερμηνευτική χρήση των υπομνημάτων τους από τη συνοδική πράξη της Εκκλησίας, όπως οι Άγιοι Γρηγόριος Νύσσης, Όσιος Αντώνιος ο Μεγάλος, καθηγητής των μοναστών Αιγύπτου, οι Άγιοι Αθανάσιος και Κύριλλος, πατριάρχες Αλεξανδρείας, οι Άγιοι Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Άγιοι από όλες τις περιοχές, όπου αναδύθηκαν εν πολλοίς οι πρώτες εκκλησιαστικές κοινότητες, και λαμπρύνονται από τη δράση αυτών των Αγίων. Εδώ, ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ- ΠΡΟΘΕΩΡΙΑ, παρατίθεται κατωτέρω, μετά το σχολιασμό της εορτής των δύο Πατριαρχών, και ένα σημείωμα για την εορτή του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή (21-1-26).
Β. 1. Κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η σύναξη της εορτής των δύο ιεραρχών γινόταν στη Μεγάλη Εκκλησία, οι δε Κανόνες αυτών είναι ποιήματα των Αγίων Θεοφάνους του Γραπτού για τον Άγιο Αθανάσιο και του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού για τον Άγιο Κύριλλο, όπως και ο Κανόνας και οι Καταβασίες της Υπαπαντής από τον παράδελφο αυτού Κοσμά το Μελωδό.
2. α. Κατά την υμνολογία της εορτής, και ιδίως με τους Κανόνες των δύο Αγίων, προβάλλεται ως κοινό χαρακτηριστικό τους η υπαράσπιση της ορθοδόξου πίστεως, της Ορθοδοξίας, έναντι του Αρείου, του Σαβελλίου και ιδίως του Νεστορίου εν σχέσει με τον Άγιο Κύριλλο, αλλά συγχρόνως και τα καίρια σημεία της συνοδικής τους παρουσίας και των θεολογικών τους διατυπώσεων στο πλαίσιο της επίδρασής τους στην οικουμένη, σε όλο τον κόσμο, ως Πατέρες και οικουμενικοί «διδάσκαλοι»:«Ἱεραρχῶν τοὺς ἀκραίμονας, καὶ παμφαεῖς φωστῆρας τῆς οἰκουμένης», «Ὀρθοδόξων τὸ κλέος», «τὰ τῆς Ὀρθοδοξίας τρόπαια, ἀνεστήσατο καθ᾿ ὅλης τῆς οἰκουμένης», «Ἔργοις λάμψαντες Ὀρθοδοξίας», «τῶν Ὀρθοδόξων τὸ κέρας», «Ὀρθοδοξίας ἀκτῖσι περιλαμπόμενοι»: «ἐπὶ τῇ μνήμῃ τῶν σοφωτάτων Διδασκάλων ἡμῶν, Ἀθανασίου τε καὶ Κυρίλλου», «Πρέσβευε Δέσποινα, μετὰ τῶν Διδασκάλων», «Σὲ διδάσκαλον ὄντως, μέγαν Διδασκάλων σοφὲ Ἀθανάσιε», «Δεῦτε φιλέορτοι πάντες πανηγυρίσωμεν, τὴν μνήμην τῶν ἐνδόξων, Διδασκάλων τιμῶντες», «Τὴν ἱερὰν Ξυνωρίδα τῶν Διδασκάλων», «τὴν ἀεισέβαστον δυάδα τῶν Διδασκάλων ἡμῶν», «οἱ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἱερώτατοι Διδάσκαλοι», «καὶ τῆς οἰκουμένης οἱ Διδάσκαλοι», «Διδάσκαλον κήρυκα, ἱεροφάντην τοῦ τρισηλίου φωτός», «Νομεὺς καὶ διδάσκαλος σοφός, τῆς Ἐκκλησίας δειχθείς».
β. Είναι χαρακτηριστική η ορολογία περί διδασκαλίας των πιστών με συγκεκριμένες ερμηνευτικές διατυπώσεις, όπως για τον Άγιο Αθανάσιο ότι ερμήνευσε την ομολογία της Αγίας Τριάδος και της ομοουσιότητος του Υιού με τον Πατέρα στη Σύνοδο της Νικαίας, δηλαδή την Α´ Οικουμενική Σύνοδο, μία ομολογία που αφορά στο ίδιο το Σύμβολο της Πίστεως και γι᾽ αυτό φέρεται ως δέκατος τρίτος Απόστολος: «Ἀπόστολον δεικνύει, τρισκαιδέκατον Πάτερ, τὴν ὀρθόδοξον Πίστιν κηρύττοντα. Σὺ θεϊκῷ, ζήλῳ σφοδρῶς πυρπολούμενος, τῇ Συνόδῳ συναγωνιζόμενος, καὶ πρὸ τοῦ σέ, Πρόεδρον τελεῖν, ἐν τῇ Νικαέων, κυρύττεις τὸ Ὁμοούσιον· διὸ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Χριστὸς Ποιμενάρχην, καὶ Διδάσκαλον σὲ προχειρίζεται», Κανών Αγ. Αθανασίου, Ωδή δ´, τροπάριο β´. Υπό τον αυτό νοηματικό άξονα έν σχέσει προς τον όρο ὁμοούσιος είναι και το τέταρτο τροπάριο της Ωδής ε´: «Σὲ διδάσκαλον ὄντως, μέγαν Διδασκάλων σοφὲ Ἀθανάσιε, ἀκομψεύτῳ φράσει, μετὰ τοὺς Ἀποστόλους εὐμοίρησεν, Ἐκκλησία Πάτερ, ἡ τοῦ Χριστοῦ διασαφοῦντα, τὸν ἀμώμητον λόγον τῆς Πίστεως», ενώ με το δεύτερο τροπάριο της ζ´ Ωδής βαίνων ο λόγος προς μία ερμηνευτική κορύφωση απηχεί τους Λόγους προς Σεραπίωνα περί Αγίου Πνεύματος, όπως, όμως, προσλήφθηκαν από τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, τη Β´ Οικουμενική Σύνοδο, τη λειτουργική πράξη, τις μετέπειτα Συνόδους και τους Πατέρες και ιδίως την Έκδοση Ακριβή της Ορθοδόξου πίστεως του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού και την ερμηνευτική του υμνολόγηση, ιδίως με τους Κανόνες: «Ὁμότιμον, σύνθρονον, Πατρὶ τὸν Λόγον, μονογενῆ τε Υἱόν, ὀρθοδόξως κηρύξας, ἀθανασίας Πάτερ ἐπώνυμε, αὖθις διδάσκεις, τὸ Πνεῦμα Γεννήτορι, καὶ τῷ Υἱῷ συμφυὲς καὶ ὁμοούσιον». Είναι σαφές ότι ο όρος ὁμοούσιον για το Άγιο Πνεύμα δεν είναι ένας όρος που τον εισηγήθηκε ο Άγιος Αθανάσιος αλλά ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, οι Λόγοι του οποίου απετέλεσαν το ερμηνευτικό και κειμενικό πρόπλασμα για τη θεολόγηση της ομοουσιότητος της Αγίας Τριάδος και το έργο του Αγίου Πνεύματος με την Πεντηκοστή και την υμνολογική έκφραση. Πάντως, με τον Ειρμό της θ´ Ωδής ο όρος Θεοτόκος απηχεί τη χρήση του από τον Άγιο Αθανάσιο, ο οποίος είναι ένας από τους πρώτους Πατέρες της Αλεξάνδρειας που τον χρησιμοποιεί συναφώς με το μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως.
Με μία πρώτη προσέγγιση του Κανόνα του Αγίου Αθανασίου μπορούμε να πούμε ότι ο Άγιος Θεοφάνης έχει ως πρότυπο τον Κανόνα του Αγίου Κυρίλλου από τον Άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό, γιατί από το θεολογικό υπόβαθρο αναδύεται η προσπάθεια αναδείξεως της θεολογικής ενότητος και ερμηνευτικής ταυτότητος αμφοτέρων, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από την κειμενική τους παραγωγή.
γ. Ο ποιητής του Κανόνα στον Άγιο Κύριλλο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, γνώστης άριστος των κειμένων του Αγίου Κυρίλλου και της συνοδικής επιρροής στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων Γ´- Ζ´, συνοψίζει με ένα τρόπο δωρικό τον πυρήνα της ερμηνευτικής στόχευσης του Αγίου Κυρίλλου για την ενότητα της Θείας Οικονομίας και τον τρόπο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου, που είναι η ενότητα των δύο Διαθηκών, γιατί είναι ο εις και ο αυτός Λόγος που δρα σε αμφότερες και ο τρόπος της ενανθρωπήσεως που έγινε «δι᾽ ἡμᾶς»: Ωδή η´, τροπάρια δύο και τρία: «Νομεὺς καὶ διδάσκαλος σοφός, τῆς Ἐκκλησίας δειχθείς, τὰς δύω Κύριλλε, σαφῶς ἀνέπτυξας Ὅσιε, Διαθήκας· ὡς γὰρ ἄγκυραν, καὶ πατρικὸν κλῆρον τοὺς σούς, ἔχουσα λόγους βοᾷ· Εὐλογεῖτε, πάντα τὰ ἔργα Κυρίου τὸν Κύριον./Λόγου σαρκωθέντος δι᾿ ἡμᾶς, τοῦ παντεχνήμονος, σὺ τὴν ἀπόρρητον, διδάσκεις ἕνωσιν Κύριλλε, ἀδιαίρετον ἀσύγχυτον, τὰς ἐφ᾿ ἑκάτερα ῥοπάς, ἴσως ἐκκλίνας βοῶν· Εὐλογεῖτε, πάντα τὰ ἔργα Κυρίου τὸν Κύριον». Την κορύφωση του Κανόνα αποτελούν το πρώτο και δεύτερο τροπάριο της θ´ Ωδής, κυριαρχούμενα από τον όρο Θεοτόκος για την Παναγία, που συνιστά το κριτήριο της Ορθοδοξίας για το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, ό,τι συνιστά ο όρος ὁμοούσιος- ομοούσιον για την ομολογία της Αγίας Τριάδος, ως δύο κρίκοι που ενώνουν Άγιο Βάπτισμα και πορεία προς τη Θεία Ευχαριστία: «Ὕψωμα Χριστοῦ κατεπαρθὲν τῆς γνώσεως, καὶ τῆς τούτου Θεομήτορος, Κύριλλε, ἅπαν κατὰ κράτος, καθεῖλες Νεστορίου τὴν ἄθεον, υἱῶν δυάδα ὡσαύτως καὶ σύγχυσιν, τῶν Ἀκεφάλων τὴν τῶν φύσεων./ Ῥώσει τῶν φρενῶν καὶ φωτισμῷ τῆς χάριτος, τὴν Τριάδα ὁμοούσιον, τόν τε Υἱὸν σεσαρκωμένον, Θεὸν θεολογήσας Μακάριε, ὀφθείς τε τῆς Θεοτόκου ὑπέρμαχος, ἐν τοῖς ὑψίστοις νῦν δεδόξασαι».
Γ. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα αποτελεί ουσιαστικά τον Επίλογο της Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς. Πρόκειται για ένα από τα συγκλονιστικότερα αποσπάσματα εκ των Επιστολών του Αποστόλου Παύλου, ενός ζηλωτή Ισραηλίτη, γνώστη κατά πάντα του Νόμου και των λατρευτικών διατάξεων του Ισραήλ, που με οραματικό τρόπο δέχθηκε την κλήση του Αναστάντος Χριστού, εξήλθε προς τα έθνη κηρύττων το Χριστό της αναίμακτης θυσίας, ως το Μεγάλο Αρχιερέα που καλεί όλους τους λαούς «ἔξω τῆς παρεμβολῆς», έξω της πύλης, τον κάθε άνθρωπο στο δείπνο της Βασιλείας του!
Δ. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προέρχεται από μία περιοδεία του Χριστού προς τα Ιεροσόλυμα και ενώ περνούσε «διὰ μέσου Σαμαρείας καὶ Γαλιλαίας» (Λουκ. ιζ´, 11). Στη συνάντηση με τους δέκα λεπρούς στην είσοδο κάποιας κωμόπολης, που ζούσαν σαν εξόριστοι έξω από αυτήν και η θεραπεία τους με το λόγο, όχι γιατί ο Χριστός δεν έδειξε διάθεση προσεγγίσεώς τους, αλλά γιατί οι ίδιοι, καταταλαιπωρημένοι σε άκρα απόγνωση και ταπείνωση για την άσχημη κατάστασή τους, «ἔστησαν πόρρωθεν» ζητώντας με δυνατή φωνή να τους ελεηθεί ο Χριστός: «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς», τίθεται το θέμα της αποδοχής του κηρύγματος του Χριστού, όπως και της πραγματικής πίστης τόσο από τους Ιουδαίους όσο και από τους αλλογενείς. Μετά την επίδειξή τους στους ιερείς για την πιστοποίηση ότι είναι καθαροί από τη λέπρα, «ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ» μόνο ένας, που ήταν αλλογενής Σαμαρείτης, πράγμα το οποίο σημειώνει ο Χριστός, επαινώντας την πίστη του, αν και αλλογενής. Το Ανάγνωσμα κατακλείεται με τη συζήτηση του Χριστού με τους Φαρισαίους, οι οποίοι, με ένα τραγικό τρόπο αρνούμενοι τη θεοσημία επί των λεπρών, έπιασαν κουβέντα με το Χριστό, για να τον εξετάσουν τί ξέρει για τα σημεία της ελεύσεως της βασιλείας του Θεού, προφανώς κατά τις προφητικές καταγραφές, ουσιαστικώς, όμως, με ένα άκρως υποκριτικό τρόπο προσπάθησαν να μειώσουν τη θεοσημία, αρνούμενοι ότι ο Χριστός ενήργησε ως Θεός, γι᾽ αυτό και ο Χριστός τους απαντά με ένα σκληρά ειρωνικό τρόπο: «ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν». Είναι σαν και να τους λέγει ότι έχουν αναγάγει σε θεό τον εαυτό τους, όπως έκαναν κατά την αποστασία τους ο Αδάμ και η Εύα, και δεν έχουν καμία ανάγκη από τη βασιλεία του Θεού, όπως όλοι οι εγωπαθείς αρρωστημένοι άνθρωποι. Σε αντίστιξη με τους άρρωστους σωματικά λεπρούς και τη μειωμένη ανταπόκριση στην ευχαριστία ως δωρεά του Θεού κατά τη δεκτικότητά τους, οι πραγματικά άρρωστοι, εμμένοντες στη φθοροποιό αποστασία, αποδεικνύονται οι Φαρισαίοι, οι οποίοι έχουν ειδωλοποιήσει τον εαυτό τους, ενώ ένας αλλογενής Σαμαρείτης δέχεται τη δωρεά της σωτηρίας.
2. Το περιστατικό της θεοσημίας με τη θεραπεία των δέκα λεπρών συνοψίζει αφενός μεν τον οικουμενικό και άνευ συμβατικών διακρίσεων του κηρύγματος του Χριστού, της αποκαλύψεώς του ως του Ζώντος Θεού όλων των ανθρώπων, αφετέρου δε με τη μη ανταπόκριση του παλαιού Ισραήλ κατά την πατρώα κλήση, αρχίζει να συνάγεται ο νέος Ισραήλ της πίστεως εν Χριστώ.
Α. 1. Η σημερινή εορτή είναι μία εν μέρει επανάληψη της εχθεσινής εορτής ως κατακλείδος, δηλαδή, των Θεοφανείων, όπως συμβαίνει και με άλλες εορτές που η δεύτερη ημέρα είναι η σύναξη του συμμαρτυρούντος προσώπου κατά την εορτή της κυριώνυμης ημέρας. Π.χ. τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων τιμάται Ἡ σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ή τη δεύτερη ημέρα του Ευαγγελισμού τιμάται Ἡ σύναξις τοῦ Ἀρχιστρατήγου Γαβριήλ. Σ᾽ αυτό το πλαίσιο πέραν της επανάληψης των Καταβασιών:«Στείβει θαλάσσης…» και του Κανόνος των Θεοφανείων με τον Ειρμό της α´ Ωδής: «Βυθοῦ ἀνεκάλυψε πυθμένα…» αντί Τρισαγίου αυτονόητα ψάλλεται το «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε…».
2. α. Κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ή Σύναξη τοῦ Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου γινόταν «ἐν τοῖς Σπαρακίου», ή Σφαρακίου, περιοχή βορειότερα της Παναγίας των Χαλκοπρατείων, μία περιοχή πολύ σημαντική εξ απόψεως στρατιωτικής και φύλαξης. Από το Συναξάριο (Synaxarium Costantinopolitanun), εξάλλου, πληροφορούμαστε ότι η τιμία χείρ του Προδρόμου μεταφέρθηκε από κάποιο διάκονο Ιώβ από την Αντιόχεια επί βασιλείας Κωνσταντίνου και Ρωμανού των Πορφυρογέννητων και ενώ ετίθετο προς προσκύνηση υπό των χριστιανών, μετά φυλασσόταν στο Παλάτι, «ἐν τοῖς βασιλείοις». Προφανώς είναι το καταπίστευμα που θησαυρίζεται στο Παλάτι Τοπ-Καπί στην Κωνσταντινούπολη και δεν είναι προσιτό στους επισκέπτες παρά μόνο με ειδική άδεια.
β. Πάντως στη λαϊκή αφήγηση καταγράφεται μία Παράδοση (Ν. Πολίτη, Παραδόσεις) περί τιμίας χειρός Αγίου, που ήταν εύπλαστη και ενώπιόν της παρείχετο η δικαιοσύνη στην Κωνσταντινούπολη, οπότε η χειρ εκινείτο αναλόγως της αληθούς ή ψευδούς μαρτυρίας του κάθε μάρτυρος. Ίσως αυτό συνδέεται με το καταγραφόμενο θαύμα που συνέβαινε στην Αντιόχεια, καθώς εκεί αντί του Τιμίου Σταυρού υψώνετο η χείρ του Προδρόμου και αναλόγως εκτεινόταν ή συστελλόταν.
Β. 1. Αποστολικό Ανάγνωσμα και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι ταυτόσημα ως μαρτυρία περί της παρουσίας του Προδρόμου ως Βαπτιστού του Χριστού, και συγχρόνως ως προς τη μετάβαση στο βάπτισμα υπό των Αποστόλων εν Αγίω Πνεύματι εν τη μαρτυρία Ιησού Χριστού.
2. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι ένα Ανάγνωσμα οραματικού χαρακτήρα, από τα πλέον συγκλονιστικά των Πράξεων των Αποστόλων, σε μία παραλληλία προς το δεύτερο κεφάλαιο των Πράξεων περί της ελεύσεως, επιφοιτήσεως, του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία ο Απόστολος Παύλος ήταν απών, ζώντας ακόμη ως «ζηλωτής». Ερχόμενος στην Έφεσο πλέον ως Απόστολος του Χριστού συναντά ισραηλίτες που είχαν λάβει το βάπτισμα του Ιωάννου, ακολουθεί το βάπτισμα στο όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού, η επίθεση των χειρών του Αποστόλου Παύλου επ᾽αυτών και η ακολουθείσασα φανέρωση των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, όπως γλωσσοφωνία και προφητεία, ένα γεγονός όμοιο με το γεγονός της Πεντηκοστής, ή της Εκκλησίας ως συμπαρεκτεινόμενης Πεντηκοστής. Επ᾽ αυτού μπορούμε να σημειώσουμε τρία στοιχεία: α) τη δύναμη της εκφοράς του ονόματος του Ιησού Χριστού, ως μονομελούς βαπτισματικής ομολογίας αλλά και ως ονόματος εν συνεχεία της νηπτικής πράξης της Εκκλησίας ως μονολόγιστης προσευχής, β) ο αριθμός των βαπτισθένων είναι δώδεκα, όπως και κατά την Πεντηκοστή με τους Δώδεκα Απόστολους, καθότι ήδη είχε συμπληρωθεί ο αριθμός δώδεκα με την κλήρωση του Απόστολου Ματθία, όπως καταγράφεται το γεγονός στο πρώτο κεφάλαιο των Πράξεων, και γ) το κήρυγμα στη συναγωγή περί της βασιλείας του Θεού, που αποδεικνύει πώς οι Απόστολοι στηρίχτηκαν στο θεσμό της συναγωγής για το άπλωμα του κηρύγματός τους προς τα έθνη.
Γ. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αποτελεί προσωπική μαρτυρία του Ευαγγελιστή Ιωάννη, πράγμα που εξάγεται από τη συνέχεια της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, η οποία διαβάζεται ως Ευαγγελικό Ανάγνωσμα στη μνήμη του Αποστόλου Ανδρέα, ο οποίος αποτελεί μαζί με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη τη δυάδα[1] των μαθητών του Ιωάννου του Προδρόμου, που παρέχουν τη μαρτυρία του περί του Βαπτίσματος του Ιησού[2].
2. Ως προς το περιεχόμενο του Ευαγγελικού Αναγνώσματος πρέπει να υπογραμμισθούν τέσσερα τουλάχιστον σημεία: α) Η διατύπωση «οὗτός ἐστι περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον· ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν» είναι ομολογία περί της θεότητος του Χριστού, γιατί ως προς την ηλικία η γέννηση του Προδρόμου έγινε έξη μήνες νωρίτερα. Επιπλέον ο όρος πρώτος απηχεί το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού ως Πρωτοτόκου εκ νεκρών δι᾽ ημάς και διά την ημετέραν σωτηρίαν, β) η διά παραστάσεως περιγραφή της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος («ὡς»)[3], γ) η οραματική μαρτυρία του Προδρόμου περί του πέμψαντος αυτόν να βαπτίζει «ἐν ὕδατι», ως προετοιμασία του βαπτίσματος Ἁγίῳ Πνεύματι, και δ) περί του Χριστού ως Υιού του Θεού και βαπτίζοντος «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Η τελευταία διατύπωση, που εν πρώτοις φαίνεται δυσνόητη, μπορεί να αποσαφηνισθεί με την ερμηνευτική πρόταση του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού ότι ο λουτήρας των Μαθητών στο Μυστικό Δείπνο συνιστά το βάπτισμα των Μαθητών.
[3]. Μία από τις πλέον φιλόκαλες και νηπτικές ερμηνείες του γεγονότος του βαπτίσματος του Χριστού και της φανερώσεως της Αγίας Τριάδος δίδεται με το δεύτερο Στιχηρό Προσόμοιο: «Ὑψόθεν προσέβλεψας σοφέ, Ἰωάννη Πρόδρομε, Πατρὸς τὴν δόξαν τὴν ἄρρητον, Υἱὸν ἐν ὕδατι, καὶ τὸ Πνεῦμα εἶδες, ἐπελθὸν ὡς πέλειαν, καθαῖρον καὶ φωτίζον τὰ πέρατα· διὸ Τριάδος σε, μυστιπόλον ἀναμέλποντες, σοῦ τιμῶμεν, τὴν θείαν πανήγυριν».
(Έλεγχος φαρισαϊκής αυστηρότητας – παράδειγμα Δαβίδ, Πέτρου, Κορινθίου)
Σημείωση:Ο όρος «Νοβατιανῆς Σκληρότητος» αναφέρεται στην άκαμπτη και ανελεή στάση που χαρακτήρισε τον Νοβατιανό (3ος αι.), ο οποίος δίδασκε ότι η Εκκλησία δεν έχει εξουσία να συγχωρεί βαριά αμαρτήματα (ιδίως την αποστασία κατά τους διωγμούς), ακόμη κι αν υπάρχει ειλικρινής μετάνοια. Η στάση αυτή κρίθηκε αντικανονική και αντιαγιοπνευματική από την Εκκλησία, διότι αρνείται το φιλάνθρωπο έλεος του Θεού και θεραπευτικό χαρακτήρα της Εκκλησίας.
12. Ἡ Ἀγάπη ὡς Κανών τῆς Ἐκκλησίας
(Όπου υπάρχει αμφιβολία, να υπερισχύει η φιλανθρωπία)
Α. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα προέρχεται από τη δεύτερη Επιστολή Προς Τιμόθεον. Η Επιστολή Β´ Προς Τιμόθεον είναι χρονικά η τελευταία Επιστολή του Αποστόλου Παύλου και γράφτηκε από τη φυλακή του στη Ρώμη εν αναμονή της εκτελέσεώς του: «ἐν ᾧ κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος». Η σημερινή περικοπή είναι μέρος των παραινέσεων του Αποστόλου Παύλου προς τον Τιμόθεο, ο οποίος υπήρξε από τους πλέον έμπιστους μαθητές του Απόστολου Παύλου, από τα Λύστρα της Λυκαονίας με μητέρα Ιουδαία χριστιανή και πατέρα Έλληνα. Μολονότι ήταν ασθενικός ανέλαβε αποστολές στη διάρκεια των περιοδιών του Αποστόλου Παύλου σχεδόν σε όλες τις Ελληνικές πόλεις, ενώ έδρασε ως επίσκοπος της Εφέσου, που σήμερα είναι μία από τις Γεροντικές Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Φαίνεται ότι ο Τιμόθεος βρέθηκε στη Ρώμη κοντά στο φυλακισμένο Παύλο και μετά το μαρτύριό του επέστρεψε στην Έφεσο, όπου μαρτύρησε και ο ίδιος από τους ειδωλολάτρεις που είχαν κέντρο τους το ναό, «καταγώγιον», της θεάς Αρτέμιδος. Λόγω της διπλής καταγωγής του ο Απόστολος Τιμόθεος φαίνεται ότι εκινείτο με άνεση ανάμεσα στους δύο κόσμους, εθνικό και ιουδαϊκό, και οι παραινέσεις του Αποστόλου Παύλου προς αυτόν φέρουν τον εκφραστικό- παραδειγματικό τρόπο των δύο κόσμων σε αντιστοίχιση με το κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον της Εφέσου και του Ελληνορωμαϊκού κόσμου της Μεσογείου, όπου αναδύθηκαν οι πρώτες Αποστολικές κοινότητες. Πάντως κέντρο των παραινέσεων είναι ο Ιησούς Χριστός κατά τις επαγγελίες, όμως, των Προφητών («ἐκ σπέρματος Δαυίδ») και, βέβαια, ο καινούργιος κόσμος των πιστών της χάριτος και της σωτηρίας εν Χριστώ Αναστάντι, που συνιστά το Ευαγγέλιο, το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου. Αυτό το τελευταίο απόσπασμα έχει ένα οραματικό χαρακτήρα, καθώς ο Απόστολος Παύλος αναμένει την εκτέλεσή του ζώντας μία συγκινησιακά μεθόρια κατάσταση προς την έσχατη κρίση, που καταυγάζεται, όμως, από το ευαγγελικό του έργο και τη φωτοείδεια της «ἐπιφάνειας» του Χριστού, κάτι σαν το όραμα της κλήσης του καθοδόν προς Δαμασκό.
Β. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι η αρχή του Ευαγγελίου του Ευαγγελιστή Μάρκου. Ο Ευαγγελιστής Μάρκος κατονομάζεται στις Επιστολές του Απόστολου Παύλου και φαίνεται πως κήρυξε στη Ρώμη και στην Αίγυπτο, είναι μάλιστα ο πολιούχος του αποστολικού θρόνου της Αλεξανδρείας και ο προστάτης του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, έχων ως σύμβολο, κατ᾽ αναγωγή προς το όραμα του Προφήτη Ιεζεκιήλ, το λιοντάρι. Το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο είναι το Ευαγγέλιο των εθνών και, μολονότι το αρχαιότερο όλων, διαβάζεται στον ενιαύσιο κύκλο μετά το Κατά Λουκάν, αρχής γενομένης την εβδομάδα προ των Φώτων, μία περίοδο που η Εκκλησία προετοίμαζε τους κατηχούμενους για το βάπτισμά τους.
2. Ένα είναι το θέμα του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, ήτοι η παραβολή μεταξύ του βαπτίσματος του Ιωάννη του βαπτιστή στον Ιορδάνη, το οποίο αφορούσε στη μετάνοια του Ισραήλ και του βαπτίσματος των χριστιανών ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, που αφορά σε όλα τα έθνη, σε όλο τον κόσμο. Μάλιστα, η μικρή αυτή εισαγωγική τοποθέτηση του Ευαγγελιστή Μάρκου μάς θυμίζει το διάλογο του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα περί της «ἐν Πνεύματι» λατρείας πέραν της Ιουδαίας, όπως και στο παρόν Ανάγνωσμα πέραν του Ιορδάνη. Και είναι χαρακτηριστικό ένα απόσπασμα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου από το Λόγο του 40, Εἰς τὸ ἅγιον βάπτισμα, όπου απορρίπτει την προσωποληψία για την τέλεση του βαπτίσματος και κατ᾽ ακολουθίαν και τη μετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας με τρόπο «οπαδικό», όπως έκαναν οι αιρετικοί και κάνουν οι καταχραστές των κοινών αγαθών της Εκκλησίας διαχρονικά, που είναι και πολύ «πνευματικοί»: «Μὴ εἴπης· Ἐπίσκοπος βαπτισάτω με, καὶ οὗτος μητροπολίτης, ἢ Ἱεροσολυμίτης (οὐ γὰρ τόπων ἡ χάρις, ἀλλὰ τοῦ Πνεύματος), καὶ οὗτος τῶν εὖ γεγονότων. Δεινὸν γάρ, εἰ τῷ βαπτιστῇ τὸ εὐγενές μου καθυβρισθήσεται· ἢ πρεσβύτερος μέν, ἀλλὰ καὶ οὗτος τῶν ἀγάμων, καὶ οὗτος τῶν ἐγκρατῶν καὶ ἀγγελικῶν τὴν πολιτείαν· δεινὸν γάρ, εἰ ἐν καιρῷ καθάρσεως ῥυπωθήσομαι. Μὴ ζήτει ἀξιοπιστίαν τοῦ κηρύσσοντος, μηδὲ τοῦ βαπτίζοντος. Ἄλλος ὁ τούτων κριτής, καὶ τῶν ἀφανεστέρων δοκιμαστής· ἐπειδή, ἄνθρωπος μὲν εἰς πρόσωπον, Θεὸς δὲ εἰς καρδίαν. Σοὶ δὲ πᾶς ἀξιόπιστος εἰς τὴν κάθαρσιν· μόνον ἔστω τις τῶν ἐγκρίτων, καὶ μὴ τῶν προδήλως κατεγνωσμένων, μηδὲ τῆς Ἐκκλησίας ἀλλότριος».