η άνοιξη του καρούζου στο παρίσι

βρέχει εσωστρέφεια στο παρίσι

ψιλή αδιόρατη βροχή

και όμως τα ρούχα υγρά μέχρι τα διάφανα αδιάβαστα οστά

οι λέξεις σταλακτίτες και σταλαγμίτες

αδιάφορες στου χρόνου την πλούσια διαστρωμάτωση

ωραία ψιλή βροχή με τον σηκουάνα μούσκεμα ως το μεδούλι  

(-κάτω από την ομπρέλα της ευφορίας και της αυταρέσκειας

 δύναται να ευδοκιμήσει ποίημα; πες μου

-ποιος μίλησε; 

-η ένοχική αριστερόφρονη συνείδησή σου) 

-μα το ποίημα είναι εδώ κα τείνει

τα μυροφόρα αγγεία του να μεταγγιστείς

 δεν αισθάνεσαι την ζεστή ροή του

στα ρείθρα των φλεβών σου;

εκείνο δεν σε αρπάζει από τα μαλλιά 

κάθε που ρέπεις να βουτήξεις στο ποτάμι;

και η κροστάνδη; κι ο λένιν που είχε εμπλακεί στην μοίρα;

και η άνοιξη του καρούζου που δεν συνέδραμε τα όνειρά μας;

και η ιστορία; 

-τελείωσε το φίλμ. βγήκαμε από την αίθουσα προβολής.

και η επανάσταση;

που ή θα τη βάλουμε στο  νόημά της ή θα πεθάνουμε;

κι όμως ζούμε ακόμα βλέπεις;

ζούμε ο ένας πλάι στον άλλο 

σαν παλιοί σύζυγοι 

που έμαθαν ν αγαπιούνται 

χωρίς εξάρσεις πάθους

και ροές ερωτισμού.

χωρίς αιτήματα δικαιοσύνης.

ζούμε ακόμα. δεν το βλέπεις;

ΟΙ ΒΑΣΑΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΜΟΥΣΑΣ

(διήγημα)

ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΗΛΙΩΝΗ

Άκουσα μια ιστορία πρόσφατα για έναν εκδότη που κλείδωσε την Μούσα του σε κλειστή και ανήλιαγη αποθήκη μαζί με τα ποντίκια έχοντας διακόψει ουσιαστικά την κυκλοφορία του βιβλίου της γιατί δεν ανταποκρίθηκε στο… Μουσικό της ρόλο.

Επίσης άλλη ιστορία όπου ποιητής σφράγισε με πυρωμένο σίδερο την Μούσα του για να αναγνωρίζουν όλοι ότι πρόκειται για την δική του Μούσα και κανένας άλλος να μη τολμήσει να διεκδικήσει μερίδιο Μούσας για λόγου του.

Οι Μούσες είναι συνήθως δυσκολεμένες αλλα τελικά αυτοδύναμες γυναίκες. Γυναίκες που επιδιώκοντας να αυτοπραγματωθούν μέσα στον μικρόκοσμο κοινωνιών με ρόλους απολύτως προδιαγεγραμμένους χρειάστηκε προκειμένου να συνεχίσουν το πεισματικό τους ταξίδι προς την αυτοθέσμιση να διασχίσουν συμπληγάδες. (κι έδω έρχομαι να σας πω ότι έχω βάσιμες υποψίες ότι ο Οδυσσέας ήταν γυναίκα. πέρασε από όλα τα στάδια της δοκιμασίας κι ακόμα βρίσκεται στο δρόμο. και φυσικά  δεν υπάρχει Πηνελόπη ούτε Πηνέλοπας αλλά  η ίδια η Ζωή μέχρι τον πυρήνα της. μέχρι το μεδούλι της. ως καθαρός αυτοσκοπός της μεγάλης τέχνης.

 Ακολουθώντας πιστά τον προσωπικό τους δρόμο, καταβάλλουν ισχυρό τίμημα την επιλογή τους. Κι επειδή αυτός ο δρόμος είναι μοναχικός βρίσκονται συχνά έκθετες στα αδηφάγα αλλά δειλά μάτια λογής ευαίσθητων αρσενικών.

Τις θέλουν δυστυχισμένες . Γιατί δυστυχισμένες θα με ρωτήσεις αναγνώστη. Μα γιατί χωρίς το φωτοστέφανο της λύπης Μούσα δεν νοείται. γιατί ο καταναλωτης της Μούσας έχει ανάγκη απο τη δυστυχία της για να εμπνευστεί. Αλλιως δεν λειτουργεί το σχήμα. Δεν αποδίδει. Γιατί οι περισσότεροι από τους ποιητάδες είναι άτομα ανάπηρα στην χαρά και παρά τα θρυλλούμενα ή τις κραυγαλέες δηλώσεις αθείας τους κατά βάθος άνθρωποι βαθιά θρησκευόμενοι. 

Αρα η γυναίκα- Μούσα πρέπει να αντλεί την άλω της απευθείας απο την Δέσποινα την Παναγία βέβαια. (Ήταν τελείως διαφορετική ή έννοια της μούσας πριν τον χριστιανισμό αλλά αυτή είναι άλλη συζήτηση)

Η στολή του ρόλου που της έχουν αναθέσει για να ικανοποιούν τις ανάγκες τους, δεν χωράει σε καμμία πραγματική γυναίκα.

Είναι για την ακρίβεια ένας καθαρός ζουρλομανδύας και φυσικά ως αιχμάλωτη κάνει τα πάντα ώστε  να σπάσει το κέλυφος της ιδιότυπης ομηρίας της. Επιδιώκει να διαρρήξει και αυτόν τον περιορισμό να δραπετεύσει απο το κελί που την έκλεισαν και να βγεί στον Κόσμο. Εκεί που ως φυσικό φαινόμενο ανήκει.

 Τότε έκπληκτη(; )διαπιστώνει ότι την έχουν δέσει από παντού. Με τα σύγχρονα δεδομένα γίνεται κάπως έτσι:

1. της έχουν χακάρει τον υπολογιστή,

2. παρακολουθούν το προσωπικά της αρχεία, το τηλέφωνό της το σπίτι της το δρόμο της 

3.τις διαδρομές της τους φίλους της τους εραστές της ή τις ερωμένες της

4.και για να μη υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για αυτό της επιδεικνύουν τα τρόπαιά τους με κάθε τρόπο προσκομίζοντας τεκμήρια.

Αποφασίζει να κλείσει για καιρό τον υπολογιστή της. Κι ας της λείπει η γραφή, η ανθρώπινη επαφή κι ας την σκάβει βαθιά η ανάγκη της για επικοινωνία, για παρουσία στη πνευματική ζωή. Με άλλα λόγια βρίσκεται ακόμα μια φορά στη ανάγκη να διεκδικεί την ελευθερία της.

Αλλά τα αρσενικά αγαπήμένες φίλες και φίλοι είναι συνήθως συνασπισμένα σε εφημερίδες σε παρέες σε περιοδικά σε ομάδες ποδοσφαιρικές ή λογοτεχνικές. Εκεί στα τραπέζια πάνω, οι Μούσες τεμαχίζονται. Άλλος παίρνει ένα κομμάτι στήθος άλλος ένα κομματάκι μπούτι άλλος προτιμά τα μάτια ( όπως στο ψάρι) είναι ο πιο νόστιμος μεζές.

Είναι κατάρα να είσαι Μούσα; θα με ρωτήσεις αναγνώστη

Είναι το στάδιο της Καλυψούς θα σου απαντήσω στο ταξίδι του Οδυσσέα.

Έρχεται η ώρα που θα εγκαταλείψει την σπηλιά ώστε να συνεχίσει το ταξίδι της προς την λογοτεχνία και γιατί όχι την αθανασία. Γιατί η Μούσα έιναι πάνω από όλα εκείνη ο δημιουργός. Εκείνη δύναται να εμπνέει γιατί μπορεί να ζεί με τους δικούς της όρους. Γιατί εκείνη είναι το αιώνιο σύμβολο της ελευθερίας της γυναίκας και άρα του ανθρώπου. Και πληρώνει το τίμημα. από την Υπατία ως την τουρκάλα τραγουδίστρια Helin Bolek που πέθανε απο απεργία πείνας μέσα στη φυλακή το καλοκαίρι που μας πέρασε. Σε εκείνη ας αφιερωθεί αυτό το κείμενο. 

Υ.Γ Είναι προφανές πως το διήγημα κινείται στο χώρο της φαντασίας. άρα οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και πράγματα είναι όλωσδιόλου τυχαία.

όταν ένας ποιητής πεθαίνει

στον μπασιακ Γκαν- Γκαν
γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη
***
όταν ένας ποιητής πεθαίνει
μια μικρή οπή στο σύμπαν
απωλύει την ευκαιρία της να διανοιχτεί
πέφτει για πάντα μια γρίλια στο παράθυρο
τα αστέρια χάνουν μια ευκαιρία να καταμετρηθούν
και η ζωή να λάμψει λίγο παραπάνω
όταν ένας ποιητής πεθαίνει
οι τσιγγάνοι απωλύουν τον γκαρδικό τους φίλο
και τα μαύρα μάτια ένα καθρέφτη
να αφήσουν πάνω του την λάμψη και τη λύπη τους
όταν ένας ποιητής πεθαίνει
οι προλετάριοι μένουν ορφανοί από τον δικό τους άγιο
οι φιλοσοφοι χάνουν τον οδηγό και το διασκεδαστή τους
όταν ένα ποιητής πεθαίνει όσο και ναναι κάθαρμα
μια δέσμη φωτός εξαφανίζεται μαζί του
μαργ. μηλ.

πρωτομαγιά

Πρωτομαγιά 

Πρωτομαγιά. Προφέρεις δυνατά τη λέξη για να ανακαλέσεις μέσω της φωνής τα μάγια του λόγου. Ό,τι και να κάνεις θα είσαι του λόγου που λέγεται. Τα πράγματα που σου αρέσουν πολύ, τα διαβάζεις δυνατά καθαρά χωρίς βιασύνη σε αντίθεση με την σιωπηλή ανάγνωση που καλύπτεται πάντα από ταχύτητα. Η ποίηση γράφεται για να ακούγεται. Είναι πρώτα από όλα προσωδία. Το ανάγλυφο της φωνής. 

Πρωτομαγιά, προφέρεις δυνατά στο αίθριο.

Και δεν είσαι ικανοποιημένη. Ακούς την χροιά της φωνής και δεν είναι καθαρή. Ξαναδοκιμάζεις. Παίρνεις την λέξη στα δάκτυλά σου. Την κοιτάζεις με προσοχή. Πάνω της διακρίνεις έντονα αποτυπώματα. λεκέδες θλίψης. Τα σκουπίζεις με το μανίκι σου. Μέχρι να την δεις στίλβουσα την λέξη στον ήλιο που βγήκε ξαφνικά. Πρωτομαγιά φωνάζεις. και η λέξη λάμπει. Αυτή δεν έιναι η δουλειά του ποιητή; σκέφτεσαι.

να ξανακάνει στίλβουσες τίς λέξεις;

να τις ξαναμαγέψει και να μαγευτεί. Πρωτομαγιά φωνάζεις στον ακάλυπτο και εκείνος από γκρίζος γίνεται χρωματιστός

Παιδιά φτιάχναμε στεφάνια από μάη και αγριολούλουδα

Η εφηβεία κλεισμένη ερμητικά στην γνωστή φωτογραφία από την μάνα που καταμεσής στο δρόμο θρηνεί το γιό της. Επιτάφειος του Ρίτσου. Τον αποστηθίζεις και τον εγκολπώνεσαι

κι άς έχεις την εντύπωση ότι επαναστατείς απλά μεταμφιέζεται μέσα σου διαρκώς η σταύρωση. Μπομπυ Σαντς ο Τσε ο Άρης και ολόκληρο το μαρτυρολόγιο της αριστεράς.

Αρχέτυπο έρωτα ο Χριστός και βέβαια ο θρήνος της Παναγίας . καιρό αργότερα όλα επαληθεύονται. διαλέγεις να αγαπήσεις αυτόν που σταυρώθηκε για να σταυρωθείς και συ.Το σταυρώσαν το παιδί μου, ακούς την μάνα σου να λέει. ολόκληρη η αριστερή ψυχοσύνθεση όσο και να το αγνοούσες τότε μια μεταμφίεση του θείου δράματος. Του θρήνου της απώλειας και βέβαια τη ενοχής. Ποτέ δεν κάνεις αρκετά για να σταματήσεις το κακό ούτε ακόμα κι όταν δίνεις ότι έχεις και δεν έχεις… μισώ τα χέρια μου κατέγραφες στο μικρό σημειωματάριο της εφηβείας γιατί δεν κάνουν κάτι να σταματήσουν το κακό. και αργότερα σε ένα ποίημα <<κι εγώ ένα μικρό βότσαλο στην γλώσσα της θάλασσας πως να αντέξω τόση συντριβή πως τέτοιο φορτίο να το αντέξω>>

μέρα Μαγιού μου μίσεψες μέρα Μαγιού σε χάνω μέρα Μαγιού με έστειλες στο ουρανό

μέρα Μαγιου σου παραγγέλω

μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου

μια μέρα σαν κι αυτή γεννήθηκα

Πρωτομαγιά της εξέγερσης στο Σικάγο ναι, πήγα στην πορεία. Τη διέτρεξα ολόκληρη από την Βαστίλη ως την Νασιον. Αλλά εδώ και χρόνια δεν κινούμαι στους ρυθμούς της. Έχω τους δικούς μου. Συνηθίζω να περπατάω γρήγορα.

Ο Μάης μας έρχεται εμπρός βήμα τραχύ κάψτε αυτοκίνητα κάψτε τις πόλεις και τα χωριά θρυματίστε τις εικόνες που προσκυνάτε σπάστε τις τηλεοράσεις σας τα κομπιούτερ σας

Συντρίψτε το θύμα μέσα σας. Τότε και μόνο τότε θα υπάρξει ανάσταση. Ανάσταση χωρίς δέος δεν προβλέπεται σύντροφοι. Σε θολώσανε η τσίκνα και η ψευδοκαλοπέραση. Η επίπεδη οθόνη και οι εκπομπές μαγειρικής και προσκύνησες, λαέ, αν δεν ήσουνα προσκυνημένος δεν θα σου έριχναν σήμερα κλωτσιές στον κώλο. δεν θα σε έσερναν οι αρκουδιάριδες στις γειτονιές . σε σένα μιλάω λαέ. δεν έχεις τίποτα να χάσεις σε σένα αφιερώνω την Τίγρη μου κοιταξέ την μονάχα καλά. Εσύ είσαι η Τίγρη. Αρκεί μονάχα να βρείς το κουράγιο να αποκτήσεις τη δύναμη και τη συνείδηση να σταθείς απέναντι της. και να πεις εγώ είμαι, Τότε μονάχα θα αλλάξουν όλα. Αλλιώς θα μείνεις με την μούρη στο χώμα.Αλλά ποιος είσαι; σε γνωρίζω; υπάρχεις; ποιός είσαι; κι έχω αρχίσει να αμφιβάλλω.

 

δέκα επτά

17

δεν τα πάω καλά με τις επετείους
το αντιλήφθηκα οριστικά
όταν επέμενε το χέρι
να γράφει όπου επέτειος επαίτης
κάθε χρόνο τέτοια μέρα
και λέω δεν μπορεί
κάτι θέλει να πει το χέρι
γνωρίζει εκείνο
και τότε είδα την σημερινή επέτειο
σαν επαίτη να πλησιάζει
με το χέρι απλωμένο.
(δεν είμαι της ελεημοσύνης
το αψηφώ το απλωμένο χέρι
ψίχουλα δε δίνω. πενταροδεκάρες δεν)

τρέχω για το παρόν
να κουβαλήσω νερό να το ποτίσω
ψωμί να το θρέψω φωτιά να το ζεστάνω
κι ό,τι ψοφίμι να το κουβαλήσω στον ώμο
όσες ώρες χρειαστεί μακρυά απο την πόλη
στον κλίβανο της αποτέφρωσης

όχι όχι δεν είμαστε εμείς
για αργυρές και χρυσές επετείους
ό,τι υπήρξε καλώς υπήρξε
μα το σήμερα έχει ανάγκη να τραφεί με σήμερα
νερό ψωμί φιλί και ένα όνειρο για όλους
όνειρο κραταιό
με τίποτε λιγότερο από αυτά δεν ζούμε.

αν δεν φροντίσουμε εσύ και εγώ
για αυτό ποιος θα φροντίσει; πες μου
ναι σε ρωτώ. ποιός;

υποδόρια

γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

4eab630c-2ad3-4197-9333-a2ea69fd6bf0_570-1.Jpeg

 

υποδόρια

να ταν το ανέφικτο της ομορφιάς
αυτό που μας διαόλιζε;
που μας προκαλούσε;
να ταν το ασύλληπτο;
αυτό που μας ξαπόστελνε να κυνηγάμε χίμαιρες;
το αλλόκοτο; το φευγαλέο;
εμείς που παρακολουθούμε τα σύννεφα
να περνούν πάνω απο το κεφάλι μας

τυφλοί για τα εδώ
όλο σκοντάφτουμε
στις λακκούβες των δρόμων
γεμίζουμε μώλωπες
δρασκελίζουμε σκύβαλα
για να πάμε σινεμά
κρατάμε τη μύτη μας
βρωμάει κάτουρο
και ανέχεια και σαπισμένα στόματα
στους δρόμους του κέντρου

τους αποφεύγαμε
πηγαίνουμε συχνά στο παρίσι
αλλά κι εκεί όζει η φτώχεια
αρουραίοι στις όχθες του σηκουάνα
μεγάλοι σαν γάτες και οι άστεγοι κι εκεί
κατουράνε όπου βρούν
σαν τα σκυλιά

μόνο η τέχνη μας ανακουφίζει
πηγαίνουμε σε εκθέσεις ζωγραφικής γλυπτικής
και σε περφόρμανς
στα ιδρύματα νιάρχου γουλανδρή
και στα μουσεία

μια μεσήλικη γυναίκα ξεδοντιασμένη
όλο περνάει απο το φίλιον
κι επαναλαμβάνει το ίδιο ρεφραίν
πενήντα λεφτά κάτι να φάω
εκατό με εκατόν πενήντα ευρώ
το καθημερινό της μεροκάματο
έμαθε κάποιος από την παρέα
αλήθεια; ψέμα; ποια σημασία;

αναζητούμε την ομορφιά
και η ασχήμια όλο μας φτύνει στα μούτρα
και στο φαγητό που τρώμε

ω δυστυχισμένοι που είμαστε
να είμαστε φτιαγμένοι
με το υλικό των ονείρων
και μόνο για εκλεκτά εδέσματα
και η άθλια αυτή η πραγματικότητα

κάθε μέρα να μας παραποιεί
και μεις οι ευαίσθητοι εμείς οι αβροί
οι εκλεκτοί εμείς οι επαναστάτες
οι καημένοι
ανεπαισθήτως καταστήκαμε παχύδερμα
πασχίζοντας να προστατέψουμε
κάπου πολύ υποδόρια την πολύτιμη ουσία μας

δεν ήταν

IMG_0215 2

 

γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

αν δεν ήταν τόσο δειλή θα του έλεγε
να βρεθούν το συντομότερο δυνατό
θα του έλεγε ότι θέλει να καταδύσει στα μάτια του
θα του έλεγε ότι το χαμόγελό του
η πιο ζεστή θάλασσα για το χειμώνα που έρχεται
χωρίς ούτε ένα πνιγμένο στο βυθό της
θα του έλεγε ότι δεν φταίει εκείνη
που είναι τόσο όμορφος
και τόσο νέος
(όσο έγινε ο κόσμος την στιγμή που της χαμογέλασε)

θα του έλεγε ότι η ομορφιά της ανήκει
όπως εκείνη στην ποίηση
θα τον φώναζε στρείδι
θα τον φώναζε μαργαριτάρι
θα τον φώναζε ενδυμίωνα
θα τον φώναζε χάδι
βελούδο
άμμο
που τρέχει μέσα από τα δάχτυλα όπως στο τραγούδι του κοέν
θα τον φώναζε
εσύ
καθρέφτη
μελωδία
μότσαρτ
θα τον φώναζε μότσαρτ
θα τον άκουγε αδιάλλειπτα
όλη μέρα κι όλη νύχτα

αν δεν ήταν τόσο δειλή θα του έγραφε ένα τραγούδι
θα του έδιωχνε κάθε βιασύνη και θα τον χάριζε στην αιωνιότητα

θα τον βύθιζε στην αθανασία
ευθύς αμέσως

και δεν ήταν

η χελώνα και ο κυνηγός

η χελώνα και ο κυνηγός
χθες μια θαλάσσια χελώνα κολυμπούσε μαζί μου
στον μυθικό κολπίσκο της αμοργού
τόσο μαγικό που όλα μπορούσες να τα περιμένεις
κι έλεγες να
τώρα θα εμφανιστεί ο πρωτέας
και θα αρχίσει τις μεταμορφώσεις του
εγώ η θαλάσσια χελώνα
με τα τεράστεια φτερά της
να πάλλονται ανάλαφρα
στον όμορφο βυθό
παρά το βαρύ της φορτίο
 
όταν ο νεαρός κυνηγός του βυθού
-μήπως είναι αυτός ο πρωτέας;-
λίγα μέτρα πιο πέρα
καθάριζε με βιασύνη
το μικρό μεγάλο κόκκινο ψάρι
που καμάκωσε
εμβριθής αυτός φονογράφος
του βυθού
 
γυμνός
με τους μυς του να διαγράφονται
πάνω από το μαυρισμένο του δέρμα
βυθίστηκε και αναδύθηκε
ξεπλένοντας με την αρχαία ξύστρα
των αθλητών τα λέπια του έρωτά της
 
το φεγγάρι στη χάση του
μόλις ένα κυρτό ερωτηματικό
και η χελώνα φορτωμένη
με γνώση και απόγνωση αποσύρθηκε
σέρνοντας το καύκαλό της
στο πιο βαθύ κυανό του βυθού
 
τριάντα τριων χρονών; βυθεέ μου φύλαξέ τον!
_γιατί βλέπεις έφερνε κι αυτός κάτι από χριστό και διόνυσο-
το φεγγάρι εξαφανίστηκε από τον ουρανό
και η θαλάσσια χελώνα σφάλισε ερμητικά
το άλγος του σώματός της
στο πολύτιμο καύκαλό της.

ο δήμιος

 

ας πούμε ότι φλανάρεις αμέριμνα στους βρώμικους δρόμους της αθήνας ή στα σοκάκια της αμοργού . μιλάς με τους αστέγους στην αιόλου και στην πανεπιστημίου  με τους ανθρώπους- σκιές της κατερίνας, τους κερνάς κανένα γλυκό ναρκώνοντας την συνείδησή σου που κατά βάθος παραμένει αριστερή και άρα ένοχη (κι ας σου λέει συνέχεια ο Λάκης πως αυτό είναι ντεμοντέ)

δεν νιώθεις πόνο ούτε χαρά
έχεις γίνει ένα γελαστό βότσαλο
απ αυτά που κουβαλούν οι νέοι όταν επιστρέφουν
από τα νησιά μέσα στα σακκίδια τους
πολύχρωμο κοντά στη θάλασσα
μουντό και άχρωμο
όταν την αποχωρίζεται
κι έρχεται μια μέρα ανύποπτη
και ανυποψίαστη και σε φέρνει
μούρη με μούρη
σε επαφή με την Ομορφιά
και ανακαλύπτεις
ότι η ομορφιά είναι ίδια η λερναία ύδρα
ένα κεφάλι της κόβεις
εφτά νέα γενιούνται
και  η Ομορφιά σηκώνει
δειλά το ένα από τα κεφάλια της
(τα άλλα είναι απασχολημένα αλλού)
και σε κοιτάζει κατάματα
με βλέμμα βελούδινο
και άπλετο χαμόγελο
κι  έχει στόμα και λαλιά
έχει χείλη κόκκινα
και βοστρύχους για μαλλιά
σου μιλάει λοιπόν και
σου λέει ότι θα περιφέρεται
εκεί κοντά
δεν έχεις παρά να απλώσεις
το χερι σου και να την αγγίξεις
(ας πουμε ότι δεν την βρίσκεις καθόλου amer
όπως ο αγαπημένος σου ποιητής
όταν την κάθησε στα γόνατά του)
αναγνωρίζεις ότι είναι η μόνη πηγή
που θα μπορούσε να σε ξεδιψάσει
σ΄αυτόν τον αιώνα
της μεγάλης διψας
της μεγάλης ξηρασίας
μα δεν τολμάς να απλώσεις το χέρι σου
σ αυτό το πανέμορφο κεφάλι
η δίψα είναι ακαταμάχητη
ανυπόφορη αφόρητη
η καρδιά ο πιο σφιγμένος μυς του σώματος
χτυπάει άναρχα
το αίμα στα μελίγγια
το σώμα καίει και καίγεται
κι όμως δεν την ομολογείς την αλήθεια
φοβάσαι τρέμεις
ότι δεν την δικαιούσαι πια τόση Ομορφιά
ότι ο χρόνος σε προσπέρασε
όπως ο νέος με την μηχανή του
και την πήρε μαζί του την Ομορφιά
και πηγαίνει μπροστά εκείνος
και εκείνη πισωκάπουλα
και έμεινες για πάντα πίσω
να την κοιτάζεις να απομακρύνεται
καθώς βλέπεις από την χαραμάδα της μισόκλειστης πορτας
 το χρόνο γιατρό και δήμιο
να απλώνει πάνω σου σεντόνι νεκροτομείου τη σκιά του

angelus novus

b5dda2a2273835ac4c20074c27b26dd8.jpg

Μια ζωγραφιά του Paul Klee

 

γράφει η Μαργαρίτα Μηλιώνη

Στον αντίποδα της πολύσημης σκέψης του Βάλτερ Μπενγιαμιν και τα  ισχυρά  μεσσιανικά στοιχεία  που την διαπερνούν αλλα με κοινό παρανομαστή τη ποιητική πρόσληψη του παρόντος  οι γυναίκες της σύντομης ιστορίας μας συνομιλούν σε ενα εδώ και τώρα και βρίσκονται στην Ελλάδα το έτος 2019.

Ο Βάλτερ Μπενγιαμιν προσέγγισε τον Αγγελο της ιστορίας του Paul klee  κατ αυτόν τον τρόπο: << ο Angelus Novus, παρουσιάζει έναν άγγελο που θέλει λες ν΄απομακρυνθεί από κάτι που κοιτάζει επίμονα. Τα μάτια του ατενίζουν, το στόμα είνα ανοιχτό, τα φτερά απλώμένα. Ετσι φαντάζεται κανείς τον Αγγελο της Ιστορίας. Το πρόσωπό του στρέφεται στο παρελθόν. Εκεί που εμείς βλέπουμε μια αλληλουχία γεγονότων, αυτός βλέπει μια και μόνη καταστροφή που στοιβάζει συντρίμμια και τα σαρώνει με τα πόδια του. Ο Άγγελος θα ήθελε να παραμείνει , να ξυπνήσει τους νεκρούς, να ενώσει πάλι τα σπασμένα. Όμως μια θύελλα φυσά απ τον Παράδεισο κι έχει πιαστεί με τέτοια φόρα μες στα φτερά του που ο Αγγελος αδυνατεί να τα κλείσει. Η θύελα αυτή τον σπρώχνει συνεχώς στο μέλλον, που του στρέφει την πλάτη, ενώ τα συντρίμια μπρος στα πόδια του στοιβάζονται ως τον ουρανό. Η θύελλα αυτή είναι αυτό που αποκαλούμε πρόοδο>>

μη ξεχνάμε ότι τόσο ο Κλεε που δημιούργησε αυτήν την εξαιρετικά εφιαλτική απεικόνιση της ιστορίας  ζώντας κατα την περίοδο που προετοιμαζόταν και επρόκειτο να συμβεί το πιο ακραίο παρανοικό και τερατώδες ιστορικό γεγονός όπως είνια το ολοκάυτωμα όπως και ο Μπενγιαμιν που ζούσε την ίδια περίοδο, με τα αισθητήρια τους εκλεπτυσμένα και τις κεραίες τους ανοιχτές είδαν αναμφίβολα αυτό που έμελλε να ακολουθήσει.

συνέβη να παρακολουθήσω την έκθεση με τίτλο η Ειρωνία στο έργο του Κλεε στο Μπομπούρ  πριν τρία χρόνια στο Παρίσι, και να διακρίνω την μεταβολή στην εξέλιξη  που προκάλεσε ο φόβος που απλωνόταν στη Ευρώπη τότε, στο έργο ενός από τους μεγαλύτερους κατά την γνώμη μου ζωγράφους του αιώνα του. τα έργα του Κλέε που πριν άνοιγαν από παντού και συνομιλούσαν με τον Κόσμο άρχισαν να ζαρώνουν να κλείνουν να φυλακίζονται και να εγκλωβίζονται στα μαύρα πλαίσιά τους και να ουρλιάζουν σιωπηλά. με συγκλόνισε η τέχνη του Κλεε γιατί κατάφερε από το ξεκίνημά του να κάνει μια ζωγραφική με μια μοναδική ανοιχτότητα σε επαφή με το σύμπαν και στη συνέχεια όταν φυλακίστηκε η ζωή στη Ευρώπη στη ετοιμασία του πολέμου της εξόντωσης, ο φόβος και το αδιέξοδο εκφράστηκαν με τόση ζωγραφική αμεσότητα που δεν άντεχες πλέον να  βλεπεις τα έργα της περιόδου εκείνης. τόσο ήταν σπαραχτικά τόσο ασφυχτικά τόσο ανυπόφορα.

οι γυναίκες μας ζούν στη Ελλάδα και στο τοπίο της

φέρουν στα κύτταρά τους τα σημεία τα ίχνη το ανάγλυφο του τοπίου και της ελληνικής τέχνης. δεν είναι εβραίες δεν έχουν χαθεί μέσα στη θεολογία και την μεταφυσική αλλά ούτε και ζουν στις συνθήκες του τρόμου των εβραίων διανοουμένων εκείνου του καιρού. μόνο  κολυμπούν στο ελληνικό φως του τοπίου και της σκέψης που ανέτειλε εδώ. μιας σκέψης πυρηνικά αισιόδοξης και δομικά λειτουργικής λόγω της γλώσσας που γλείφει το τοπίο από τότε μέχρι σήμερα σχεδόν αδιάλειπτα.

οι γυναίκες της ιστορίας μας θα μπορούσαν να είναι οι ελληνίδες ξαδελφές του Βάλτερ Μπενγιαμιν

***

σκηνή εστιατορίου. δυο γυναίκες

-μπορεί να είναι και το τέταρτο ζευγάρι γυαλιά πρεσβυωπίας που χάνω τον τελευταίο μήνα μου λέει η γυναίκα που τρώει δίπλα μου καθώς ψάχνει στη τσάντα της
-θέλετε τα δικά μου; την ρωτάω
-όχι όχι αφήστε το καλύτερα. δεν μπορεί να είναι τυχαίο..
νομίζω να, ότι… το κοντά δεν με θέλει και μεταξύ μας ούτε και εγώ το προτίμησα ποτέ. πάντα κοιτούσα μακρυά μέχρι το απώτατο παρελθόν έφθασα… γεννήθηκα με την αισιοδοξία του αρχαικού ανθρώπου , βλέπετε…
– δεν κατάλαβαινω τι θέλει να πει αλλά τη βρίσκω συμπαθητική και πράγματι έχει ένα μονιμο χαμόγελο στο πρόσωπό της
-από που αντλείτε αυτή την αισιοδοξία την ρωτάω, διστακτικά.

Δεν με κοιτάζει. Το βλέμμα της απομακρύνεται
– από το μέλλον απαντάει. από το μέλλον…
και επιστρέψαμε η κάθε μια στο πιάτο της.

***

θα μπορούσε κανείς να πει ότι μετέτρεψαν την συντριβή και την απόγνωση ενός  αδιέξοδου παρόντος σε μια βαθιά ενατένιση του παρελθόντος προκειμένου να διατηρήσουν καθαρή την εικόνα του κατα τα άλλα εξαιρετικά δυσοίωνου μέλλοντος κι επομένως το χαμόγελό τους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Design a site like this with WordPress.com
Get started