Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Κακιά - Myriam Gurba

Image

Σε φάση πλημμυρίδας, λίγο πριν από τις γιορτές, μια έκπληξη. Από το 2019, σε σταθερό βηματισμό, το έντυπο Yusra έχει καταφέρει να δημιουργήσει έναν πυρήνα ανατροφοδοτούμενου διαλόγου για το εδώ και το τώρα, διευρύνοντας ολοένα το αναγνωστικό κοινό. Η είδηση της επικείμενης κυκλοφορίας ενός βιβλίου, η συστέγαση ενός εκδοτικού οίκου στο περιοδικό εγχείρημα, δημιούργησε, όπως ήταν αναμενόμενο, προσδοκίες. Προσδοκίες ποικίλες, μεταξύ άλλων, η συγχρονία. Η Κακιά, της Μίριαμ Γκούρμπα, σε μετάφραση Ζωής Κόκκα και επιμέλεια Γιώτας Τεμπρίδου, με την ιδιαίτερη αισθητική στην έκδοση, ήταν πια στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

Η Σοφία, διέσχιζε ένα βράδυ το γήπεδο μπέιζμπολ της γειτονιάς, ένιωσε μια παρουσία, ήρθε αντιμέτωπη με τον βιαστή και δολοφόνο της. Το αίμα κύλησε σκούρο. «Ένας παρουσιαστής στις ειδήσεις περιέγραψε τον φόνο ως "τον μέχρι θανάτου ξυλοδαρμό με ρόπαλο μιας περαστικής στο Όουκλι Παρκ"», η Σοφία, η βιασμένη και νεκρή Σοφία ήταν για τον παρουσιαστή στις ειδήσεις μια περαστική, μια ανώνυμη περαστική, σε λάθος σημείο και σε λάθος στιγμή. Η Σοφία, όμως, ήταν και κάτι άλλο, μια Ιφιγένεια που θυσιάστηκε, στη θέση άλλων περαστικών στο Όουκλι Παρκ. Το προνόμιο, μεταξύ άλλων, εδράζεται και στην τυχαιότητα, στη συγκυρία, όχι στη σύνθετη μόνο, σε εκείνη που φέρνει στον κόσμο ένα άτομο, μη λευκό, μη αρσενικό, μη πλούσιο, μη προνομιούχο, αλλά και στην απλή συγκυρία, στην επιλογή διάσχισης ενός πάρκου, μια νύχτα. Η αφηγήτρια, που έχουμε κάθε λόγο να θεωρούμε πως ταυτίζεται με τη συγγραφέα, περνούσε και εκείνη από το πάρκο αυτό. Μάλιστα, ένα βράδυ παραλίγο θα ήταν η Σοφία ή η Ιφιγένεια, εκείνη γλίτωσε, το κακό είναι και αυτό σχετικό. «Η Σοφία είναι πάντα μαζί μου. Με στοιχειώνει. Η ενοχή είναι φάντασμα».

Η ενοχή του ελάχιστου προνομίου, της απλής σύμπτωσης, του τυχαίου που γεννά τον τρόμο του μη ελέγχου. Η αφηγήτρια θα πιάσει το νήμα από τη γέννησή της, σελίδα τη σελίδα θα πλησιάσει ως εκεί, μια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του χρόνου, μια σειρά από συμπτώσεις, μια σειρά από αποφάσεις, μια σειρά από απλά γεγονότα, όπως η απλή επιλογή της διάσχισης ενός πάρκου μια συγκεκριμένη νύχτα. Η ενοχή εκλύεται από δύο παρεμφερή σημεία, θα μπορούσα να είμαι εγώ, μπορεί να είμαι εγώ, δεν ήμουν εγώ, όχι ακόμα, ήταν η Σοφία, ήταν η κάθε Σοφία, η κάθε ανώνυμη και αβιογράφητη περαστική ενός πάρκου.

Φέτος το καλοκαίρι διάβασα Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, ήταν μια από τις πιο δυνατές εμπειρίες. Η αφήγηση της αδερφής της Λιλιάνα ακόμα διευρύνεται μέσα μου. Κυρίως γιατί ήρθε να σπάσει το απόστημα της περαστικής ενός πάρκου, των αρχικών ενός ονόματος, τον αριθμό μιας ηλικίας, μια ακόμα προσθήκη σε ένα άθροισμα δολοφονημένων γυναικών. Η αδερφή της έρχεται να συγκρουστεί με αυτό. Η Λιλιάνα υπήρξε. Η Λιλιάνα υπήρξε και δολοφονήθηκε.

Υπήρχε μια περίοδος που το μόνο που ενδιέφερε την αφηγήτρια ήταν το διάβασμα και η γυμναστική, αδιαφορούσε για ό,τι άλλο, να δυναμώσει το μυαλό, να δυναμώσει το σώμα, να καταστεί πρώτα ένας άρτιος αμυντικός μηχανισμός, ύστερα επιθετικός, η απειλή ήταν παντού. Πιάνομαι από το σημείο αυτό για δύο λόγους, ο πρώτος, προσωπικός και υποκειμενικός, γιατί ένιωσα μια κάποιου είδους, ανεδαφική το παραδέχομαι, ταύτιση, ένιωσα να καταλαβαίνω την εμμονή αυτή, με την αδυναμία στον πυρήνα, αδυναμία που γεννοβολά διαρκώς τρόμο που θέτει επί κινδύνω την ίδια την ύπαρξη· ο δεύτερος είναι γιατί διακρίνω εδώ μια επιφάνεια επιθετικότητας από την πλευρά του προνομίου του να νιώθεις άτρωτος και ασφαλής, νιώθω να ακούω, συνοδεία ενός μειδιάματος, έναν ψίθυρο, ύφους αμέτρητων καρδιναλίων, προς τι τέτοια επιθετικότητα, προς τι τέτοια στάση, αρκεί να προσέχει, τι φοράει, με ποιον κυκλοφορεί, πού πηγαίνει, η υπερβολή δεν μου αρέσει, νιώθω να λέει αυτός ο ψίθυρος, για να καταλήξει, χωρίς πρωτοτυπία, σε θεωρητικές ριπές, αυτό εδώ δεν είναι λογοτεχνία.

Υπάρχει αυτή η μερίδα του πληθυσμού, διόλου αναπάντεχα διαθέτει προνόμιο, που αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με όρους θεάματος, όταν βαρεθεί κάτι απλώς σταματάει να παρακολουθεί, διατυμπανίζει τη βαρεμάρα που του προκαλούν όλα αυτά, βαρέθηκα λέει με όλη αυτή την υπερβολή με τις γυναικοκτονίες, κούρασε όλο αυτό. Και κάπως έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, προστίθεται λίπασμα και κοπριά στο παρτέρι της ενοχοποίησης του θύματος και όσων προστρέχουν σε αλληλεγγύη. Πού είναι τα παλιά τα χρόνια που η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, αφορούσε ένα ελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού, ωραίες εποχές, ωραία χρόνια, η ομορφιά των εικόνων και των λέξεων, η συντήρηση σε χαμηλή θερμοκρασία.

Επιστρέφω στο μυθιστόρημα αυτό καθαυτό. Μετά τις πρώτες ποιητικές σελίδες, στις οποίες η αφηγήτρια μας μιλάει για εκείνο το βράδυ όταν η Σοφία βιάστηκε και δολοφονήθηκε, συνεχίζει με ένα πιο στακάτο, πιο θυμωμένο, πιο γυμνό βηματισμό, πιάνει την ιστορία της, της αφηγήτριας, από την αρχή. Η ποιητικότητα των πρώτων σελίδων, ίσως ξενίσει, ίσως φανεί κάπως γλυκερή, ιδιαίτερα σε σχέση με τον τίτλο του μυθιστορήματος, δικαιολογείται ωστόσο, ένας ελάχιστος φόρος τιμής στη Σοφία, στον οποίο η αφηγήτρια δεν κρύβει την αμηχανία που ένιωσε στο άκουσμα της είδησης, τις χαζές σκέψεις αναλογίας που της ήρθαν κατά νου, η πρωτεύουσα της Βουλγαρίας, το γιαούρτι, η Σοφία Λόρεν. Θα ήταν απάνθρωπη μια σοβαροφανής αντιμετώπιση, εκ των υστέρων σμιλεμένη, ανεξάρτητα από την όποια θεωρητική σκευή η χρονική απόσταση προσκόμισε. Ο τρόμος, ο θυμός, η οργή, η θλίψη, αρχικά προκαλούν μια αμηχανία, μια αποσύνδεση, μια συνθήκη εκτός πλαισίου, ένα κακό αστείο, ένα καθόλου αστείο λογοπαίγνιο, μια σκέψη βαλβίδα εκτόνωσης.

Στη συνέχεια, με την άνεση που η χωροχρονική απόσταση προσφέρει απλόχερα, η αφηγήτρια θα πιάσει το νήμα από την αρχή, θα φτάσει ως εκείνο το βράδυ, θα αναμετρηθεί με μια ενοχή άδικη αλλά υπαρκτή, όχι ενός στείρου ανθρωπισμού, κάτι του στυλ καλύτερα να είχαν βιάσει και δολοφονήσει εμένα, κροκοδείλια και υποκριτική στάση, αλλά μια ενοχή ανακούφισης, μια ενοχή σύμπτωσης, μια υπενθύμιση, ωστόσο, προς την ίδια την εαυτή της. Θυμός και οργή ακόλουθα της θλίψης και του φόβου.

Ας διευκρινίσουμε, ωστόσο. Το περιεχόμενο της αφήγησης από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό. Η όποια αρχική δυναμική του σύντομα θα εξασθενούσε και επειδή δεν έχει τη μορφή θεωρίας ή δημοσιογραφικού λόγου δεν θα είχε το απαραίτητο καύσιμο. Η Κακιά διαβάζεται σε υψηλή ένταση. Συμβαίνει και εδώ, όπως ακόμα πιο εμφανώς μου συνέβη διαβάζοντας Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, να υπάρχει μια διαρκής αμφιθυμία, ο ζόφος και η αναγνωστική απόλαυση, τι ντούετο, η ενοχή του αναγνώστη που απολαμβάνει μια σκληρότητα, που αντί να αποστρέφει το βλέμμα βυθίζεται στην ανάγνωση. Η Γκούρμπα λεκτικοποιεί την οργή, τον φόβο, τον θυμό, τη θλίψη, αρνείται να διαπραγματευτεί τα αίτια, αρνείται να διδάξει, δεν επαναφέρει διαρκώς το ζήτημα του προνομίου, εκείνο υπάρχει εκεί και κινείται παράλληλα, το θα μπορούσα να είμαι εγώ δεν είναι μια υποκριτική λούπα συναισθηματικού εκβιασμού και χειραγώγησης, θα μπορούσε να είναι εκείνη, θα μπορούσε να είναι όποια άλλη, θα μπορούσε να είναι εκείνη αλλού, μέρα μεσημέρι μέσα στο αυτοκίνητό της γυρίζοντας σπίτι της αρνούμενη να δεχτεί τον έλεγχο ενός ένστολου τέρατος, για παράδειγμα.

Η Γκούρμπα καταφέρνει και κάτι ακόμα σημαντικό, με έναν τρόπο φαινομενικά παράδοξο. Μιλάει για την εαυτή της, δεν επιχειρεί να μιλήσει στο όνομα της φυλής και του φύλου, όχι περισσότερο απ' όσο αυτά συνθέτουν μαζί με άλλα την ταυτότητά της. Και όμως, αντί αυτό να έχει ως αποτέλεσμα μια εγωκεντρική ιδιώτευση, μια αναχωρητικότητα με ρεαλιστικό μανδύα, η Κακιά πετυχαίνει να συμπεριλάβει, να ενσωματώσει, να αποτυπώσει το ζόφο. Το κάνει επειδή δεν το κάνει. Το κάνει γιατί δεν το εκβιάζει. Γιατί δεν το περιορίζει. Λέξεις κενές η ειλικρίνεια και η ρεαλιστική αποτύπωση. Δεν αρνούμαι, φλέρταρα μαζί τους, να τις προσθέσω στις αρετές. Είναι ωστόσο κενές. Είναι κενές γιατί δεν διακυβεύεται αυτό εδώ. Υπάρχει αυτή η παρεξήγηση, ηθελημένη σε μεγάλο βαθμό, η αυτομυθοπλασία να κρίνεται με βάση την ακρίβεια και την αλήθεια. Θυμάμαι και οργίζομαι με εκείνον τον γόνο που αμφισβήτησε τον βιασμό που διαπραγματεύεται ο Λουί στο δεύτερο βιβλίο του. Πρόσφατα έγραψα ένα κείμενο για τις Αδέσποτες σκύλες της Ντάλια ντε λα Σέρδα, διακρίνω ένα νήμα σύνδεσης μεταξύ των δύο βιβλίων, άσχετα που τις Αδέσποτες σκύλες τις περιβάλλει ένα (λεπτό) χαρτί μυθοπλασίας.

Η Κακιά είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο από ένταση, ένα παράδοξα τρυφερό και γεμάτο από οργή ανάθημα, μια αφήγηση γύρω από ένα εγώ που δημιουργεί ωστόσο έναν τόπο κοινό, που δεν ενισχύει απλώς την εικόνα μας για τον κόσμο, δεν επιβεβαιώνει ή σοκάρει, άραγε ποιους;, τα όσα γνωρίζαμε από πριν, δεν έρχεται με προγραμματικές θέσεις και προθέσειςκαι ίσως γι' αυτό τα καταφέρνει και σε αυτό το πεδίο, πέρα από εκείνο της καλής λογοτεχνίας.

υγ. Για Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, για τις Αδέσποτες σκύλες εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ζωή Κόκκα
Εκδόσεις Yusra

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Η πηγή των δακρύων - Jean-Paul Dubois

Image

Η πηγή των δακρύων είναι το τρίτο βιβλίο του Ζαν-Πωλ Ντυμπουά που μεταφράζεται στα ελληνικά. Είχαν προηγηθεί Ο φωτογράφος της Τουλούζης (μτφρ. Κώστας Κατσουλάρης, εκδόσεις Διήγηση) και το Δεν κατοικούν όλοι οι άνθρωποι τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο (μτφρ. Μαρία Γαβαλά, εκδόσεις Δώμα) για το οποίο είχε τιμηθεί το 2019 με το σημαντικό βραβείο Goncourt.

Ο θεματικός άξονας περιστροφής του μυθιστορήματος είναι γνώριμος και λογοτεχνικά πολυφορεμένος, η ταραχώδης, κακή σχέση γιου πατέρα, ο πρωτοπρόσωπος απολογισμός από τον γιο μετά τον θάνατο του γεννήτορα, παρότι κάθε τέτοια δυάδα, παρά τα όποια κοινά μοτίβα, μοιάζει και ίσως και να είναι στον πυρήνα της μοναδική. Ο Ντυμπουά προσθέτει ένα επεισόδιο-σφήνα, ένα εύρημα καθοριστικό. Ο Πωλ, αφού ταξίδεψε από τη Γαλλία για τον Καναδά με σκοπό να φέρει πίσω το σώμα του νεκρού από φυσικά αίτια πατέρα του, το βράδυ της δεκάτης εβδόμης Μαρτίου του 2031 θα μπει στο νεκροτομείο, θα τραβήξει έξω το συρτάρι και θα τον πυροβολήσει δύο φορές στο κεφάλι. Θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στο δικαστήριο, από το οποίο και θα υποχρεωθεί σε δωδεκάμηνη ψυχοθεραπεία, ως βασική προϋπόθεση για την αναστολή της ποινής του.

Το εύρημα με τον πυροβολισμό του νεκρού συνεισφέρει διπλά στο μυθιστόρημα. Στο πνεύμα, καθώς η παράλογη αυτή πράξη, που δείχνει ταυτόχρονα προς δύο, φαινομενικά αντιδιαμετρικές, κατευθύνσεις, εκείνη του γκροτέσκο και εκείνη των σκοτεινών υδάτων στον βυθό της ψυχής του Πωλ, το ολοκληρωτικό μίσος για τον πατέρα, την ανάγκη να έχει τον τελευταίο λόγο στον θάνατό του, προσδίδει στο μυθιστόρημα μια παιγνιώδη ίντριγκα. Αλλά και στην αφηγηματική κατασκευή, αφού η ψυχοθεραπεία στην οποία αναγκάζεται ο Πωλ θα αποτελέσει το κυρίως όχημα για την εξέλιξη της πλοκής μέσω της ανάληψης των όσων προηγήθηκαν, το κυρίως κομμάτι του παγόβουνου, δηλαδή.

Η παιγνιώδης αυτή ίντριγκα διατηρεί διαρκώς εν αμφιβόλω τη στάση του συγγραφέα απέναντι στον αφηγητή-ήρωα, που γεννήθηκε στην Τουλούζη και όχι στη Θήβα· τον συμμερίζεται ή τον ειρωνεύεται, τον αγαπά ή τον περιφρονεί, αναρωτιέται συχνά-πυκνά ο αναγνώστης. Ο Ντυμπουά έχει μια καλή ιστορία να αφηγηθεί, αλλά και την απαραίτητη μαστοριά, συνδυασμός πρωταρχικής και ύψιστης σημασίας στη συγγραφή. Όμως, δεν αρκείται σε αυτό. Εκείνο που διαφοροποιεί το Η πηγή των δακρύων από άλλες καλλιτεχνικές εκφάνσεις της σχέσης πατέρα-γιου είναι ο ευφυής τρόπος αποφυγής του εγκλωβισμού στο ιδιωτικό της προσωπικής ιστορίας, μένοντας ωστόσο εντός του αφηγηματικού πλαισίου και στα όσα εξ αυτού εκπορεύονται, χωρίς να δοκιμάζει τη διαφυγή σε επικράτειες ψευδοδοκιμιακές ή ψευδοφιλοσοφικές.

Χωρίς, λοιπόν, να χάνει τον έλεγχο της ατομικής ιστορίας του Πωλ, ο Ντυμπουά διαπραγματεύεται τον θάνατο απεκδυόμενος την όποια αλλοτινή, ιδεαλιστική και προσποιητά ηθική, κοινωνική στάση απέναντί του. Όπως κάθε έκφανση της ζωής, έτσι και το τέλος της, άλλο δεν αποτελούν παρά μια οικονομική και πολιτική συνισταμένη, που υποσκελίζει ακόμα και το παρωχημένο πια θέσφατο της δικαίωσης του νεκρού ως αναφέρετο προνόμιο. Σ' αυτή την κατεύθυνση, εκμεταλλεύεται και την επαγγελματική ιδιότητα του Πωλ, που είναι ιδιοκτήτης μιας εταιρείας που παρασκευάζει νεκρικούς σάκους, η οικονομική επιτυχία της οποίας καθορίζεται από την έγκαιρη πρόβλεψη των ανά την υφήλιο θανατηφόρων κινδύνων —πείνα, ασθένειες, πόλεμοι—, ώστε η παραγωγή να μπορέσει να ανταποκριθεί στις αυξομειώσεις της ζήτησης και να επιζήσει του σκληρού ανταγωνισμού.

Οι συνάξεις των επαγγελματιών του θανάτου φέρνει στον νου του αναγνώστη το μυθιστόρημα του Ματίας Ενάρ, Το ετήσιο συμπόσιο της συντεχνίας των νεκροθαφτών, ενισχύοντας περαιτέρω την κεντρική κωμικοτραγική αντίφαση ενός επαγγελματία του θανάτου απέναντι στον θάνατο. Η ακριβής πρόζα τού Ντυμπουά, αλλά και η αμφίσημη στάση του απέναντι στον ήρωά του και κατ' επέκταση στα ανθρώπινα, θυμίζει κάτι από Ουελμπέκ, η εικόνα ενός αρλεκίνου που φαινομενικά υπακούει τις εντολές και τις ορέξεις της αυλής, αλλά κατά βάθος της βγάζει τη γλώσσα, παρότι στα καμαρίνια ίσως και να κλαίει.

Η πηγή των δακρύων είναι ένα καλό μυθιστόρημα, αβίαστα προκλητικό και σύγχρονο, που δεν αναλώνεται στη συναισθηματική αναμάσηση της θεματικής πατέρας-γιος. Τη φροντισμένη έκδοση, με τον ταιριαστό πίνακα του Γκόγια στο εξώφυλλο, επιμελήθηκαν οι εκδόσεις Δώμα, τη μετάφραση έφερε εις πέρας με μεράκι η Στέλα Ζουμπουλάκη.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Στέλα Ζουμπουλάκη
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες

Image

Όταν περνούν οι γιορτές, η εργασιακή εντατικοποίηση παραμερίζει, αφήνει πλέον χρόνο και χώρο στο πριν και μετά του ωραρίου, και τότε μία από τις απόπειρες επιστροφής είναι εκείνη προς την επικράτεια της ανάγνωσης, καθώς η στοίβα των επιθυμητών έχει γιγαντωθεί στα απόνερα της εκδοτικής πλημμυρίδας, η επανένταξη στις ράγες, η ανάκτηση του ρυθμού, η διεκδίκηση του ελέγχου απαιτούν μια ομαλή μετάβαση, σαν τον αθλητή που ξεκινά αποθεραπεία πριν επιστρέψει στο αγωνιστικό ταρτάν. Βιβλία σύντομα σε έκταση, η απώλεια της αναγνωστικής κατάστασης να μην προδώσει την αναμέτρηση, βιβλία με υποσχόμενο ωστόσο ορίζοντα προσδοκιών, επανεθισμός. Να ένα βιβλίο που ταίριαζε στην περιγραφή.

Λίγο πριν το τέλος της χρονιάς, ενώ οι λίστες με τα πιο αγαπημένα συντάσσονταν συνειδητά και κυρίως υποσυνείδητα, κυκλοφόρησε στην καινούρια σειρά μεταφρασμένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Αλεξάνδρεια, και σε μετάφραση Δανάης Σιώζου, το δύσκολα ειδολογικά κατατάξιμο Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες του Τζον Μπέρτζερ, που για χρόνια πρόφερα το όνομά του Μπέργκερ, ένα βιβλίο που συμπτωματικώς και μόνο απουσίασε εν τέλει από τη λίστα των αγαπημένων.

Εκείνο που με τα χρόνια μεταβάλλεται είναι η επίγνωση της άγνοιας, η άγνοια προϋπήρχε, ο ωκεανός ήταν εκεί έξω, τα κοντινά νησιά της ήρεμης και γνώριμης θάλασσας τον κρατούσαν μακριά, όσο οι πλοηγήσεις πύκνωναν η υποψία εμφανίστηκε, αργότερα η επίγνωση της άγνοιας, αρχικά ο τρόμος του άπειρου, ακολούθως, μετά από αρκετά ναυτικά μίλια, η καθησύχαση, έτσι είναι. Πριν δέκα χρόνια, λοιπόν, δεν γνώριζα τον Τζον Μπέρτζερ, δεν είχα σχετικές σπουδές ώστε να έχω αναπόφευκτα πέσει πάνω στο Η εικόνα και το βλέμμα, μία από τις βίβλους των παραστατικών τεχνών. Τότε η Ν. μου μίλησε με ενθουσιασμό για το Από την Άιντα στον Χαβιέρ. Έτσι ξεκίνησαν όλα.

Ύστερα, λες και όλα εκεί έξω περίμεναν αυτή τη γνωριμία, έπεφτα διαρκώς πάνω στο όνομά του, αναφορές στο έργο του, αποσπάσματα από τα λόγια του, μια παρουσία οικουμενικής χροιάς, ένας homo universalis από αυτούς που τόσο μας λείπουν πια στην εποχή της ολοένα εξειδίκευσης και απομάγευσης, εδώ που τα νήματα πια δεν γραπώνονται από πεινασμένα χέρια, στέκουν ορφανά.

Δεν είναι εύκολο, αλλά ούτε και χρήσιμο, να κατατάξει κανείς το συγκεκριμένο βιβλίο, κάπου στην επικράτεια της λογοτεχνίας κινείται, αλλά αυτό πολλά και τίποτα λέει. Μια σύνθεση ποιητικής πρόζας, με διάσταση εμφανώς πολιτική, με διάχυτη την ανάγκη για αναστοχασμό, με τον έρωτα στο επίκεντρο, χέρι χέρι με τη βούληση, παρέα με το κόστος αυτής, για έναν κόσμο πιο δίκαιο, που καταφέρνει, ιδιοφυώς πώς, να λειτουργήσει ως σύνολο, παρότι αποτελείται από θραύσματα που αναγκάζουν τον αναγνώστη να σταθεί, να επαναλάβει και να σημειώσει, πριν προχωρήσει, την ώρα που μια δευτεροπρόσωπη απεύθυνση κυλάει πότε υπόγεια, εξαφανίζεται, πότε επίγεια, επανεμφανίζεται, μια απεύθυνση συγκεκριμένα ερωτική, μια επιστολή, ένα ημερολόγιο, ένα ποίημα σε μέρη πεζά, ένα άθροισμα από υποσύνολα, χωρισμένο στα δύο, Το πρώτο μέρος είναι για τον χρόνο, το δεύτερο μέρος είναι για τον τόπο σηματοδοτεί εξαρχής ο συγγραφέας.

Διόλου διδακτικά αποστειρωμένο. 

Στην εποχή της εκτεταμένης και επείγουσας ιδιώτευσης, ο Μπέρτζερ, σαράντα και πλέον χρόνια πριν, κληροδοτεί ένα υπόδειγμα στάσης στη δημιουργία, στην καλλιτεχνική έκφραση αλλά και στην ίδια τη ζωή, πώς ξεκινάει από το εγώ, τον πυρήνα της σκέψης, του βιώματος, του συναισθήματος, της πρόσληψης, της εμπειρίας της ζωής και της ύπαρξης, της ανάγκης να εκφράσει και να προσδιορίσει αυτό το άγνωστο και πώς κατευθύνεται προς το συλλογικό, πώς το συμπεριλαμβάνει, πώς επωμίζεται την ευθύνη για τον κόσμο, πώς η μαρξιστική θεωρία στέκει παρά πόδα, πώς η δημιουργία από αναχωρητική δύναται να μεταβληθεί σε ενεργητική πολιτική στάση, πώς η ποίηση δεν αιωρείται αλλά πατάει στη γη, στο χώμα και το νερό, τη λάσπη, σύνθεση ρυπαρά σιχαμερή μα ταυτόχρονα οικοδομικά πολύτιμη.

Διατρέχω το κείμενο και στέκομαι σε διάφορα σημεία που ξεχώρισα και σηματοδότησα, αναρωτιέμαι αν το ένα ή το άλλο θα ήταν αντιπροσωπευτικό, διστάζω, δεν είναι πως εκτοπισμένα από το σύνολο δεν στέκουν, μια χαρά το κάνουν, αλλά ποιο να ξεχωρίσεις, σε ποιο να στρέψεις τον στιγμιαίο προβολέα σε ένα κείμενο όπως αυτό, χωρίς να αμφιταλαντευτείς, ξανά και ξανά, μήπως κάποιο άλλο θα ήταν πιο ταιριαστό, πιο αντιπροσωπευτικό, πιο επείγον με τον τρόπο που μια αποστροφή λόγου μπορεί να είναι.

Υπάρχουν βιβλία που σε αναγκάζουν να διαβάσεις ξανά και ξανά κάποιες επικράτειες που διέσχισες, κάποια, όχι αυτό, για λόγους κατανόησης, αυτό για την άμεση αναβίωση του στιγμιαίου συναισθήματος που σπινθηροβόλησε. Εκείνη γράφει ποίηση. Έμοιαζα να είμαι έτοιμος να τα αφήσω πίσω όλα. Σήμερα της έγραψα, νομίζω πως θα σου αρέσει αυτό το βιβλίο, υποσχέθηκε, βαρύγδουπο ψέμα, απλά είπε πως θα το αγοράσει, της άρεσε πολύ ο τίτλος, έτσι και αλλιώς.

Ύστερα από το καθηλωτικά πολιτικό και ποιητικό συνάμα, Από την Άιντα στον Χαβιέρ, ακολούθησε το Ένας ζωγράφος του καιρού μας, ένα μυθιστόρημα που βασίζεται στο εύρημα της εύρεσης του ημερολογίου ενός ζωγράφου, πάντοτε, όταν αναθυμάμαι το μυθιστόρημα αυτό, κάθε φορά κάνω το ίδιο lapsus, προσθέτοντας έναν επιθετικό προσδιορισμό, Ένας ζωγράφος του ρευστού καιρού μας, κάθε lapsus κάτι δείχνει, δεν απαιτείται ψυχαναλυτική εμπειρία για να το υποψιαστεί αυτό κανείς.

Μπορεί η ομορφιά να σώσει τον κόσμο; Εξαρτάται τι ορίζει ως κόσμο κανείς, σκέφτομαι, χωρίς το είδος μας, προχωρώ τη σκέψη μου, η ομορφιά είναι αδιαπραγμάτευτα παρούσα, παρ' όλα τα αντιθετικά ζεύγη, ζωή-θάνατος, φως-σκοτάδι, κυρίαρχα αυτά. Επιστρέφω στα παραπάνω λόγια, το έργο του Μπέρτζερ, στο σύνολό του, είναι μια παρακαταθήκη, ένας οδηγός πλοήγησης εντός της ιδιώτευσης, μια υπενθύμιση πως η δημιουργία, σε όποια μορφή, με όποιο τρόπο επιτέλεσης, δεν διαχωρίζεται από την ευθύνη, από τον λόγο, από την ηθική, την πολιτική, το αίσθημα δικαίου, δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση το υποκείμενο. Καταφέρνει, ο Μπέρτζερ, να συνδυάσει το πολιτικό με το ποιητικό, τον έρωτα, την ηδονή και τον πόνο, επίσης, σε ένα κείμενο που αναβλύζει μια διάχυτη προσωπική ανάγκη, μια σωσίβια λέμβος ατομική, μια απόπειρα οι λέξεις να αποδώσουν και να εκτονώσουν το φλέγον μέσα, καταφέρνει, έλεγα, ένα τέτοιο κείμενο να λειτουργήσει συμπεριληπτικά, οικουμενικά, όχι γιατί ο αναγνώστης, εγώ στην προκειμένη περίπτωση, απλώς θα βρει, βρήκα είναι η αλήθεια, δικά του πράγματα, σκέψεις και συναισθήματα, ανάγκες και φόβους, ελπίδες και ματαίωση, πείνα και δίψα, αλλά γιατί ο αναγνώστης, πάλι εγώ, θα διακρίνει μια σπορά για έναν κόσμο που πρέπει, διάολε, κάποια στιγμή να αλλάξει.

Κάπου στα μέσα της νεαρής μεσήλικης ζωής μου, αναρωτιέμαι, συχνά το κάνω, μήπως είναι κάποιο μπαρμπαδίστικο αντανακλαστικό εκείνο που με κάνει να βλέπω με τρόμο το παρόν και το μέλλον επιπλέον ζοφερό, ανέλπιδο, εφιαλτικό, ή αν όντως έτσι είναι, ευχόμενος να θυσιάσω την αισιόδοξη και έτοιμη ανά πάσα στιγμή να βγάλει τη γλώσσα νεότητά μου, να κάνω λάθος, να είμαι λάθος. Αναρωτιέμαι αν κάποιος σαν τον Μπέρτζερ, με αυτή την διάχυτη αισιοδοξία και πίστη, τι και αν κρυμμένες πίσω από την παρατήρηση εκ του σύνεγγυς της αδικίας, ας χρησιμοποιήσω μόνο αυτή τη λέξη, αναρωτιέμαι αν κάποιος σαν τον Μπέρτζερ ζούσε στο σήμερα, πώς θα αντιδρούσε;

Διαισθητικά, άγνωστο μέσα από ποια κανάλια σκέψης, ανάμνησης και συναισθήματος, το Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες, ήρθε και στάθηκε στον αντίποδα της ανάγνωσης των σκέψεων του Λεοπάρντι στο Η θεωρία της ηδονής, που διάβαζα αχόρταγα, χωμένος μέσα στο ατομικό μου παλάτι πόνου και ηδονής, ένα καλοκαίρι, είκοσι χρόνια πριν, κάπου στο Αιγαίο. Αντίποδας που έχει να κάνει ακριβώς με αυτό που το κείμενό μου τελικά διαπραγματεύεται, τη θέση του παρόντος βιβλίου στην εποχή της ιδιώτευσης.

Πολύτιμο.

υγ. Για το Από την Άιντα στον Χαβιέρ περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Ένας ζωγράφος του καιρού μας εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δανάη Σιώζου
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου - Qabel

Image

Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου, ο τίτλος, μου προκαλεί μια έλξη, ο τίτλος είναι πάντοτε οργανικό μέρος της γέννησης της επιθυμίας και των προσδοκιών, άλλωστε. Qabel, το άτομο που υπογράφει το βιβλίο, ένα ψευδώνυμο, δεν είμαι σίγουρος πώς ακριβώς προφέρεται, κάνω μια μαντεψιά, Καμπέλ, σε μια εποχή φανέρωσης, υπέρμετρης φανέρωσης, οι δημιουργοί τριγυρνούν στα ψηφιακά χώματα, οι αναγνώστες νιώθουμε να τους γνωρίζουμε, άλλους τους συμπαθούμε και άλλους όχι, όχι αυτούς, αλλά την εικόνα τους, ίσως έτσι διατυπωμένο να είναι πιο ορθό. Εδώ, το συγγραφικό υποκείμενο επιλέγει να σταθεί πίσω από το ταμπλό ενός ψευδώνυμου, στην παχιά σκιά του. Η διερεύνηση των λόγων αυτών εκτείνεται εκτός της λογοτεχνίας, θεωρώ, στην επικράτεια του αδιάφορου κουτσομπολιού.

Η απουσία ονόματος μεταφραστή μοιάζει να επιβεβαιώνει την αρχική υποψία μου πως το άτομο πίσω από το ψευδώνυμο ζει στην Ελλάδα, εδώ βρίσκεται ο πατέρας του, η πόλη του, εδώ διένυσε τα τριάντα του, ή κάτι από όλα αυτά, ή απλώς τα ελληνικά να είναι η γλώσσα στην οποία τα προσλαμβάνει. Αυτή η βεβαιότητα, ανάμεσα σε τόσες αβεβαιότητες από τις οποίες αποτελείται η πρώτη μαγιά επιθυμίας ανάγνωσης, αποδεικνύεται καθοριστική, πιάνω το βιβλίο αυτό στα χέρια μου, λοιπόν. Η αυτομυθοπλασία, το προσωπικό ως πρώτη ύλη κατασκευής λογοτεχνίας, είναι κάτι που με ενδιαφέρει, ένα υποείδος που όσο μπορώ παρακολουθώ, πότε γοητεύομαι και πότε απογοητεύομαι, αυτό είναι όμως το παιχνίδι, έτσι και αλλιώς, καλώς ή κακώς. Η χώρα προέλευσης και κατοικίας, η Ελλάδα, αποδεικνύεται περαιτέρω καθοριστική γιατί σε αυτή την αρένα της συγχρονίας, εκεί που το σκηνικό είναι καθοριστικό για τις κινήσεις, τις σκέψεις, τις αποφάσεις ή και τα συναισθήματα του συγγραφικού υποκειμένου, επιτείνοντας εκτός της συγχρονίας και τη συντοπία. Ένας επιπλέον κοινός άξονας αναδύεται πέρα από τα πιο γενικά ο πατέρας μου και η πόλη μου· τα τριάντα μου, εγώ σε λίγο θα γίνω 43.

(Σίγουρα υπάρχουν εκείνοι οι αναγνώστες που ο παραπάνω συλλογισμός αναγνωστικής επιλογής τους μοιάζει κάπως βλακώδης. Πρέπει γι' αυτούς να επαναλαμβάνουμε τα προφανή κλισέ: πως ο καθένας για τους δικούς του λόγους διαβάζει λογοτεχνία, με τα δικά του κριτήρια επιλέγει να διαμορφώσει το μονοπάτι αυτό.)

Η πρώτη φράση του βιβλίου αφήνει τον ήχο του σπίρτου στην επιφάνεια τριβής να ακουστεί: «Ο πατέρας μου μισούσε τον εαυτό του όταν δεν ήταν στο επίκεντρο», συνεχίζει: «Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να αναγκάσει εμένα, τη μάνα μου και την αδερφή μου να τον προσέξουμε», εδώ είμαστε, σκέφτομαι. Η φλόγα που θα φωτίσει το δωμάτιο γραφής δεν φανερώνει τέρατα, όχι με μια πρώτη περιδιάβαση του βλέμματος τουλάχιστον. Έχουμε να κάνουμε με μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ένα κείμενο που μοιάζει και ίσως να είναι έντονα αυτοβιογραφικό, δεν ενδιαφέρομαι για την απόλυτη αλήθεια, τέτοια δεν υπάρχει όταν μεσολαβεί η αφήγηση, ακόμα και αν το διακύβευμα ήταν αυτή η απόλυτη αλήθεια, ακόμα και αν ο αφηγητής ήμουν εγώ ο ίδιος. Μια αφήγηση στρωτή, με αρκετά πέρα και δώθε στον χρόνο και τον χώρο, μπρος και πίσω, αναλήψεις και προλήψεις, μέχρι το συγγραφικό παρόν, τώρα που τα τριάντα βρίσκονται πια πίσω.

Μια σχετικά ήπια αφήγηση που δεν αφήνει να διαφανεί η ύπαρξη μιας ποσότητας λάβας έτοιμης να διαρρήξει το σαθρό έδαφος, να ξεχυθεί και να κάψει, δεν υπάρχει κάποιο γεγονός συγκεκριμένο γύρω από το οποίο περιστρέφεται η αφήγηση, γεγονός που διαφοροποιεί το μυθιστόρημα αυτό από άλλα συγγενή του, εκεί που το τραύμα αναδύεται και αποτελεί τον πυρήνα, μια σειρά γεγονότων που οδήγησαν σε αυτό, μια σειρά γεγονότων που το ακολούθησαν. Διαισθητικά και με κάποια αυτοπεποίθηση δεν χαλάρωνα, περίμενα πως από σελίδα σε σελίδα η έκρηξη θα συνέβαινε, όλα όσα θα είχαν προηγηθεί θα αποτελούσαν μια παρατεταμένη εισαγωγική σεκάνς, τη συνοδεία του αναγνωστικού υποκειμένου σε εκείνες τις επικράτειες. Σχεδόν ήμουν σίγουρος πως η σεξουαλική ταυτότητα θα αποτελούσε αναπόφευκτα κάτι το επίμαχο, ένα σημείο σύγκρουσης, μια αφετηρία νέα στο ήδη διανυμένο μονοπάτι, ένα καινούργιο επεισόδιο στη σχέση γιου πατέρα. Όμως όχι, ούτε αυτό συνέβη. Αναρωτιέμαι αν αυτό αποτελεί κάποιου είδους σπόιλερ, δεν το νομίζω, συγγνώμη ωστόσο.

Ακόμα μια βεβαιότητα που σύντομα καταρρίφθηκε ήταν εκείνη της κατονόμασης προσώπων, τόπων και συστατικών του συλλογικού θιάσου, ήταν κάτι το οποίο ανέμενα και στο οποίο ήλπιζα όταν παραπάνω μιλούσα για συντοπία εκτός από συγχρονία, τα πραγματολογικά στοιχεία που θα συνέθεταν ένα έδαφος κοινό και γνώριμο, ιδωμένο από άλλη οπτική και από διαφορετική θέση, ωστόσο κοινό και γνώριμο. Η σκιά που το ψευδώνυμο ρίχνει στην ταυτότητα του υποκειμένου γραφής αποτελεί γνώρισμα και του μυθιστορήματος συνολικά. Η πόλη δεν κατονομάζεται, ίσως η περιγραφή της, που κάτι μπορεί να πρόδιδε, θεωρώ πως ήταν συγκεχυμένη, έκανα διάφορες υποθέσεις, για τον έναν ή τον άλλο λόγο αποδείχτηκαν ανυπόστατες. Μια σχετικά μικρή πόλη, μετά από απουσία για σπουδές, η επιστροφή στον τόπο των παιδικών χρόνων, εκεί που ο πατέρας, ανάμεσα σε άλλους, έχουν μια παρουσία διάχυτη ακόμα και εν την απουσία τους από την κεντρική σκηνή, ίσως να φτάνει μόνο αυτό.

Σκέφτομαι κάποιες φορές πως οι δούρειοι ίπποι είναι συχνά πιο επίφοβοι να ξεγελάσουν τις άμυνες και να προωθηθούν με ορμή πίσω από τις οχυρώσεις εκεί που επικρατεί μια χαλάρωση, ακόμα και όταν δεν κατασκευάζονται συνειδητά ως τέτοιοι. Το λέω αυτό γιατί παραπάνω ανέφερα διάφορες βεβαιότητες και προσδοκίες που είχα πιάνοντας και διανύοντας τα πρώτα μέτρα της ανάγνωσης, βεβαιότητες και προσδοκίες που κατέπεσαν με τον σχετικό πάταγο να τις συνοδεύει, όμως αυτή η κατάρριψη, παρά μια σύντομη αμηχανία που προκάλεσε, λειτούργησε εν τέλει διαβρωτικά. Εξηγώ: Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου, ο τίτλος του βιβλίου, ανοίγει πολύ τη γκάμα των συντοπιτών, εκείνων που διαβάζοντάς τον νιώθουν πως τους αφορά. Παρότι στις προσδοκίες μου υπήρχε κάτι το αμιγώς προσωπικό, ένα εγώ που βιώνει και ενεργεί, αφηγείται τα της ζωής του και εναπόκειται στον αναγνώστη να κρίνει αυτή την απόφαση, να απαντήσει σε δύο βασικά ερωτήματα: είναι αυτό λογοτεχνία; με αφορά; Εδώ, η κατάρριψη της προσδοκίας έθεσε εκτός λειτουργίας και αντικειμένου το δεύτερο.

Θα επιμείνω λίγο ακόμα σε αυτό. Δεν ξέρω και δεν θέλω να κάνω υποθέσεις σχετικά με τις συγγραφικές προθέσεις που καθόρισαν αυτό τον κρυπτικό χαρακτήρα μιας φαινομενικά απόλυτα προσωπικής αφήγησης. Το αντιμετωπίζω ως ένα δούρειο ίππο επειδή λειτούργησε τελικά με αυτόν τον τρόπο, μια ύπουλη, συγγνώμη για την επιλογή λέξης, και λοξή συμπερίληψη, ένα κείμενο που πιάνοντάς το ήμουν σίγουρος πως είναι ατομικό, απότοκο μιας διάχυτης ιδιώτευσης που χαρακτηρίζει πια μέρος της λογοτεχνίας αλλά και της ζωής στο σύνολό της, τελικά αποδείχτηκε ύπουλα και λοξά συμπεριληπτικό. Ωστόσο, και αυτό το θεωρώ αρετή, ακόμα και αν δεν πρόκειται για συνειδητή επιλογή, το συγγραφικό υποκείμενο δεν μοιάζει να είχε τέτοια πρόθεση, να που έπεσα στην παγίδα της απόπειρας διάκρισης προθέσεων. Ίσως λογοτεχνία να είναι αυτό που εδράζεται σε μια απόλυτα προσωπική ανάγκη, εκείνο το θα έπεφτα στον Σηκουανά αν δεν έγραφα το Κουτσό, που δήλωσε κάποια στιγμή ο Κορτάσαρ, αλλά παρότι αναπόφευκτα και αναγκαστικά με τον τρόπο της εδράζεται εκεί, ο αποχωρισμός του έργου από τον έλεγχο του κατασκευαστή αποδεικνύεται κατά την ανάγνωση πως ξεφεύγει από τις στενωπούς του ατομικού, πως κομίζει κάτι, ακόμα και αν δεν γίνεται συνειδητά, επαναλαμβάνω.

Κάτι άλλο περίμενα, κάτι άλλο διάβασα. Κάπου ενδιάμεσα μια αμηχανία ξεπρόβαλε. Συνέχισα την ανάγνωση και ένιωθα πως το κείμενο αυτό, που έντονα προσπαθούσε να καλύψει την πιθανότητα αναγνώρισης, έσκαβε μέσα μου και ανέσυρε διάφορα πράγματα, κάποια αναγνωρίσιμα, κάποια θολά και με ανάγκη για ξεσκόνισμα και αξιολόγηση σε δεύτερο χρόνο. Γιατί μπορεί να αναφέρθηκα εκτενώς σε εκείνα που πρόσμενα και δεν τα βρήκα, όχι έτσι όπως τα ανέμενα τουλάχιστον, αλλά η επιθυμία ή η τάση μου να διαβάζω τέτοια λογοτεχνία όπως αυτή σίγουρα δεν περιορίζεται, θέλω να πιστεύω, σε μια διάθεση κοιτάγματος από την κλειδαρότρυπα στη ζωή κάποιου άλλου, αλλά την περιδιάβαση σε δωμάτια με καθρέφτες, ενίοτε παραμορφωτικούς, εκεί που εκτός από το συγγραφικό υποκείμενο και εγώ ως αναγνώστης κοιτάζομαι, αναγνωρίζω και εκπλήσσομαι από πράγματα δικά μου.

Βιβλία όπως Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου χρειάζονται κάποιον επιπλέον χρόνο μεταβολισμού, μετά το τέλος της ανάγνωσης, όταν εκείνη θα λειτουργεί σε ένα διαφορετικό της καθημερινότητας επίπεδο, όταν ένα άλλο βιβλίο θα βρίσκεται στο κομοδίνο δίπλα μου, όταν στιγμές, εικόνες και φράσεις θα ξεπηδούν αν ξεπηδούν τελικά μη αναμενόμενα. Η τελική, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα αμφιβάλλω, αποτίμηση θα γίνει τότε, θα διαμορφωθεί για να αφαιρέσω κάτι από τον ενεργητικό χαρακτήρα της διαδικασίας. Και το Ο πατέρας μου η πόλη μου και τα τριάντα μου συνέχισε να μεταβολίζεται μέσα μου για αρκετά μεγάλο διάστημα, αναγκάζοντάς με να αναβάλλω τη γραφή αυτού του κειμένου.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Εκδόσεις Loggia

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Τα θέλω όλα - Dominic Amarena

Image

Μυθιστορήματα που έχουν στον πυρήνα τους άλλα μυθιστορήματα, υπαρκτά ή φανταστικά, και συγγραφείς, αλλά και την ίδια τη διαδικασία της συγγραφής, είναι πολύ του γούστου μου, η όχι και τόσο ένοχη απόλαυσή μου, η εμπειρία της ανάγνωσης και η αγάπη για τη λογοτεχνία ως βασικό συστατικό της γραφής. Το οπισθόφυλλο του Τα θέλω όλα μίλησε κατευθείαν στα βάθη της αναγνωστικής μου επιθυμίας, ο συγγραφέας ως φανατικός αναγνώστης, προσκυνητής σε έναν τόπο ιερό, μέσα από τον οποίο έμαθε τα περισσότερα απ' όσα έμαθε, ένιωσε τα περισσότερα απ' όσα ένιωσε και άλλη διαδρομή δεν υπήρχε εμπρός του παρά η συγγραφή, μια συγγένεια μεταξύ μας, ένας τόπος κοινός.

Ένας νεαρός wannabe συγγραφέας, που ζει κάπως χίπικα, ζωή που συνίσταται εν πολλοίς στην όσο το δυνατόν ελάττωση των εξόδων, σε μια χώρα πανάκριβη όπως η Αυστραλία, παρέα με τη σύντροφό του, επίσης επίδοξη συγγραφέα, θα συναντήσει μια μέρα στο κολυμβητήριο μια άγνωστη ηλικιωμένη κυρία, που όμως το πρόσωπό της κάτι του λέει, θα τη φωτογραφίσει στα κρυφά, θα τσεκάρει ξανά και ξανά τη φωτογραφία, θα συνειδητοποιήσει πως πρόκειται για την ερημίτισσα συγγραφέα, Μπρέντα Σέιλς, δημιουργό δύο βιβλίων που γνώρισαν τεράστια επιτυχία, που για διάφορους λόγους βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης, της αποθέωσης και της διαφωνίας, μια συγγραφέας που όπως ακόμα λίγοι, ο Πίντσον, ο Σάλιντζερ και η Φεράντε, για παράδειγμα, ζει εν κρυπτώ, η συγγραφέας ως παρατηρήτρια και όχι ως παρατηρούμενη, το βιβλίο ως ένα αυτοδύναμο κατασκεύασμα χωρίς τα εξωκειμενικά παραφερνάλια της ζωής και του λόγου της δημιουργού του. Η Σέιλς επέλεξε να παραμείνει στο περιθώριο, μόνο μια φωτογραφία της, εκείνη στην έκδοση του βιβλίου, κυκλοφορεί, κανείς δεν ξέρει τι να απέγινε εκείνη η κυρία, παρότι πολλοί δοκίμασαν να μάθουν, ως κύριο ή δευτερεύον σκέλος μιας ακαδημαϊκής ή κριτικής ενασχόλησης με το έργο της.

Μια ευκαιρία τεράστια παρουσιάζεται εμπρός του, μια παρεξήγηση θα του επιτρέψει να παρουσιαστεί ως ο εγγονός της, γιος του γιου της που από βρέφος δόθηκε σε υιοθεσία, κάθε δυνατότητα ή συγκυρία ώστε να δείξει ειλικρίνεια απολύεται, ακόμα και στη σύντροφό του λέει ψέματα, έχει, ωστόσο, ένα βιβλίο για να γράψει, μετά από δεκάδες ατέρμονες απόπειρες, τέλματα και αποτυχίες, μια ευκαιρία ανατέλλει στον προσωπικό του ορίζοντα, επιτέλους και αυτός στάθηκε λίγο τυχερός, ένα μυθιστόρημα για μια άγνωστη παρότι διάσημη συγγραφέα, ένα βιβλίο που σίγουρα θα βρει εκδότη, σίγουρα θα ταρακουνήσει τα ρηχά ύδατα της αυστραλέζικης λογοτεχνίας, με συνοδοιπόρο την ηχογράφηση του κινητού του θα την επισκεφτεί ξανά και ξανά, ένα βιβλίο γεννιέται.

Όμως, το Τα θέλω όλα δεν είναι το βιβλίο που γράφει, αλλά η ιστορία της συγγραφής του βιβλίου που προτίθεται να γράψει, ένα ημερολόγιο γραφής και έρευνας, ένας επίδοξος συγγραφέας, μια εξαφανισμένη συγγραφέας, δύο βιβλία σταθμός της εκεί λογοτεχνίας, μια σειρά από συνεντεύξεις, η πραγματική ζωή που κυλά παράλληλα. Και αν όλα αυτά ίσως μοιάζουν κάπως μπερδεμένα, ο Αμαρένα, στο πρωτόλειο βιβλίο του, καταφέρνει να τα διατάξει με τρόπο όχι απλώς λειτουργικό αλλά και απολαυστικό, και είναι αυτό, το κομμάτι της απόλαυσης, κάτι το οποίο ολοένα και περισσότερο παραμερίζεται στη σύγχρονη λογοτεχνία, αυτό το παιγνιώδες της γραφής αρχικά, της ανάγνωσης μετέπειτα, είναι ένα καθοριστικό συστατικό του μυθιστορήματος αυτού.

Ο συγγραφέας υπονομεύει εξαρχής τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή, ένα πιθανό άλτερ έγκο του, τον γδύνει από κάθε υψηλό ιδανικό, από κάθε ηθική στάση, τον οπλίζει με την αποφασιστικότητα της επιθυμίας να γίνει ο σημαντικότερος Αυστραλός συγγραφέας, η φιλοδοξία αυτή τον τυφλώνει, ακόμα και όταν νιώθει πως ο δρόμος που ακολουθεί είναι γεμάτος βρωμιές και λακκούβες, είναι ωστόσο καλό παιδί, θέλω να πω, παρά τις αμφίβολες αποφάσεις και ενέργειές του δεν γίνεται απεχθής, είναι ένας άνθρωπος, νέος και σύγχρονος της εποχής του, παράγωγο και συστατικό της, ένας από εμάς, τι και αν δεν φιλοδοξούμε, φανερά τουλάχιστον, να γίνουμε σπουδαίοι συγγραφείς, οι ευκαιρίες, μας λένε, μια φορά παρουσιάζονται και αλίμονο σε όποιον δεν τις εκμεταλλευτεί, δεν θα πετύχει. 

Από τη μια, λοιπόν, έχουμε τον νεαρό επίδοξο συγγραφέα, που νιώθει και πάλι γεμάτος αυτοπεποίθηση και όρεξη να κάτσει μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή του, ενώ από την άλλη, η Σέιλς, που ζει πια σε ένα γηροκομείο, μετά από δεκαετίες σπάει τη σιωπή της, μιλάει για τα χρόνια που πέρασαν, κυρίως για το πώς έγραψε τα δύο βιβλία εκείνα που ανυψώθηκαν στη σφαίρα του μύθου. Με μια αφήγηση ρέουσα, σε υψηλό τέμπο, ο Αμαρένα παρασέρνει μαζί του τον αναγνώστη σε αυτή την ιστορία, επιτρέποντάς του να πάρει θέση φανερή μέσα στο μυαλό και το δωμάτιο εργασίας ενός συγγραφέα, να του επιτρέψει να δει πώς η πραγματική ζωή επιχειρείται να μετατραπεί σε λογοτεχνία.

Στον πυρήνα της κατασκευής, είπα κιόλας, βρίσκονται η συγγραφέας και τα δύο εκείνα βιβλία, ο Αμαρένα, ίσως έχοντας στο μυαλό του κάποιο πρότυπο, επινοεί τη φανταστική ζωή μιας συγγραφέα και του έργου της, και, εκτός των άλλων, με όχημα το έργο της και την επίδραση που είχε στα λογοτεχνικά και όχι μόνο πράγματα, κάνει μια βόλτα στις παρελθούσες εκείνες δεκαετίες, μέσα από τα θέματα που με οξυδέρκεια η Μπρέντα Σέιλς διαπραγματεύτηκε, με επιμονή και καθαρή ματιά στον κόσμο γύρω της, και εξ αυτών αναδύονται οι τότε κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, όπως για παράδειγμα η θέση των γυναικών. Και αν το πρώτο βιβλίο είχε να κάνει με μια κοπέλα εγκλωβισμένη σε ένα δωμάτιο της πατρικής κατοικίας, αντιμέτωπη με τους εφιάλτες, τις τύψεις, τις ενοχές και τη βαρεμάρα, μεταξύ άλλων, στο δεύτερο βιβλίο με τίτλο Οι χήροι, έχουμε τις μαρτυρίες κάποιων ανδρών που στην προοπτική το διαζύγιο να διευκολυνθεί νομικά, διαμαρτύρονται για την απώλεια της θέσης τους, για την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, για την ανατροπή ενός σεπτού τρόπου ζωής.

Το μυθιστόρημα διαβάζεται αχόρταγα, ο Αμαρένα κατορθώνει να μετατρέψει ένα εγκεφαλικό κατασκεύασμα σε απολαυστική λογοτεχνία, μην αμελώντας το παιγνιώδες, παίρνοντάς το ωστόσο στα σοβαρά, χωρίς εκπτώσεις και βαρετές ευκολίες, με κάποια μετρημένα ρίσκα και ξεκάθαρο πλάνο. Η γραφή και η διαδικασία της γραφής, ο λογοτεχνικός κόσμος, η σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας, οι αμφιβολίες και οι φιλοδοξίες του συγγραφέα, του κάθε συγγραφέα, σε διαφορετικό βαθμό, η ματαιοδοξία πως έχουμε κάτι να πούμε που αφορά και ενδιαφέρει και τους άλλους, ο φθόνος που συχνά μας τυφλώνει απέναντι στην επιτυχία των άλλων. Ωστόσο, επειδή πρώτιστα επιθυμεί να γράψει ένα μυθιστόρημα, δεν αμελεί τα ευρήματα, μικρότερα ή μεγαλύτερα ώστε η πλοκή να προωθείται πιο συντεταγμένα, δεν αμελεί και τις ανατροπές, μικρότερες ή μεγαλύτερες ώστε να υπενθυμίζει διαρκώς στον αναγνώστη πως σε ένα παιχνίδι, εξαπάτησης στην προκειμένη περίπτωση, ποτέ δεν παίζει ένας μονάχα.

Το Τα θέλω όλα, το πέμπτο βιβλίο των νεόκοπων εκδόσεων Γεννήτρια, με τα προσεγμένα και καλαίσθητα βιβλία, είναι μια σύγχρονη πρόταση από μια αχανή μα λογοτεχνικά όχι αντίστοιχα γνωστή χώρα/ήπειρο, όπως η Αυστραλία.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Ένα βιβλίο και ένας συγγραφέας μου ήρθαν στο μυαλό, ένα νήμα διασύνδεσης προέκυψε, Το Oh! Canada του Ράσελ Μπανκς, για το μπρα ντε φερ δύο δημιουργών στον πυρήνα της πλοκής, περισσότερα εδώ. Και τον Ζοέλ Ντικέρ που σε κάθε βιβλίο του στήνει ένα ενδολογοτεχνικό σκηνικό, ένα πρώτο νήμα εδώ.
 υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δημήτρης Καρακίτσος
Εκδόσεις Γεννήτρια

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ - Mordecai Richler

Image

Ένα μεγάλο χορταστικό μυθιστόρημα επιθυμούσα, θα χώριζε τη μέρα στα δύο, ένας κόσμος συμπλήρωμα στην τρέχουσα ρουτίνα, μια σταθερά. Με το υποδεκάμετρο στο βλέμμα περιέτρεξα τις διάφορες στοίβες με τα βιβλία σε αναμονή. Θέτοντας σε κίνδυνο την ισορροπία του προσωρινού (ουδέν μονιμότερου) πυργίσκου, έπιασα στα χέρια μου ένα απωθημένο ετών, Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ. Να τι προηγήθηκε της ανάγνωσης αυτής· ένα χορταστικό μυθιστόρημα, ένα καταφύγιο, να τι περιελάμβανε ο ορίζοντας προσδοκιών.

Η οικογένεια Γκάρσκυ, που βρήκε καταφύγιο στον παγωμένο αμερικανικό βορρά, εκμεταλλεύτηκε τη συγκυρία, τα όρια και τα παραθυράκια του νόμου, σε μια ρευστή εποχή απαγορεύσεων και ανάπτυξης παράλληλων αγορών, ηγήθηκε εν τέλει μιας παντοκρατορίας παραγωγής και διάθεσης αλκοόλ, στο τώρα επιτυχημένοι επιχειρηματίες που τα ίχνη του λαθρεμπορίου ολοένα και χάνονται στο παρελθόν.

Ο διανοούμενος, μοναχικός και αλκοολικός, Μόζες Μπέργκερ, άλλοτε παιδί-θαύμα των γραμμάτων, που το μέλλον του έμοιαζε να είναι στρωμένο με ένα παχύ χαλί απορρόφησης αναταράξεων και κραδασμών προς τη δόξα και την καταξίωση, πάσχει από την εμμονή της βιογράφησης ενός εκ των παιδιών του γεννήτορα Γκάρσκυ, του Σόλομον. Η εμμονή, η κάθε εμμονή, γεννιέται ξαφνικά και από ελάχιστη πρώτη ύλη, έτσι και αυτή αναπτύχθηκε από την παρουσία με τον πατέρα του σε μια δεξίωση της οικογένειας για την οποία δούλευε, όταν ο Μόζες ήταν ακόμα νεαρός, συνομήλικος των παιδιών του Σόλομον, που από κάποια στιγμή και μετά εξαφανίστηκε, χωρίς κανένας να είναι απόλυτα σίγουρος για την τύχη του, νεκρός ή φυγάς;

Το βιβλίο αποτελείται από μια σύνθετη και πυκνή διακλάδωση δύο κεντρικών αρτηριών, η μια, η έρευνα του Μόζες και η άλλη, η ζωή του, πρόκειται για μια μεταμοντέρνα κατασκευή που εσωκλείει τη διαδικασία και την απόπειρα συγγραφής της βιογραφίας του Σόλομον Γκάρσκυ, περιλαμβάνοντας και την αφήγηση της ζωής του ίδιου του ερευνητή, πετυχαίνοντας, μεταξύ άλλων, να σκιαγραφήσει δύο αιώνες ιστορίας ενός νεοσύστατου κράτους, τον τρόπο με τον οποίο οι συσχετισμοί διαμορφώθηκαν φτάνοντας στο σήμερα της αφήγησης, να πει εν τέλει μια χορταστική ιστορία με τρόπο ιδιοφυή.

Αρχικά, η παρουσία μιας ευδιάκριτης και τεράστιας συγγραφικής φιλοδοξίας, παράλληλα με τη σταδιακή ένταξη του αναγνώστη στο αφηγηματικό περιβάλλον, στο οποίο αρχικά νιώθει χαμένος, παρότι γοητευμένος, ακολουθεί την αφήγηση με τα χρονικά μπρος πίσω και τις διαρκείς εναλλαγές προσώπων, αργότερα, ο θαυμασμός, πανταχού παρών και συνοδοιπόρος μέχρι τις τελευταίες σελίδες, τελικώς, η χαλάρωση και το άφημα στα χέρια του αφηγητή, τριτοπρόσωπου και καλά καμουφλαρισμένου εντός του σώματος της αφήγησης, πότε ο αναγνώστης υποψιάζεται τον συγγραφέα του βιβλίου και πότε τον Μόζες, πότε ένας παντογνώστης αφηγητής και πότε ένας μελετηρός ερευνητής, που μέσα στα χρόνια παλεύουν με τα κομμάτια του παζλ που λείπουν, καταφεύγουν σε βιβλιοθήκες και παλαιοπωλεία, ώρες γραφής, στέκονται σε μια αποστροφή του λόγου ή στη συμπτωματική παρουσία ενός αντικειμένου, ενός πίνακα ζωγραφικής για παράδειγμα, και πια, από ποια στιγμή και ύστερα άραγε;, η ζωή τους έχει γίνει ένα με την έρευνα, όχι μόνο για τους άλλους αλλά και για τους ίδιους.

Η αληθοφάνεια προσώπων και καταστάσεων, παρότι διαρκώς υπό αίρεση, βρίσκεται εκεί, απαραίτητη συγκολλητική ουσία για το δέσιμο της περίπλοκης κατασκευής, μια ιστορία την οποία ο συνθέτης γνωρίζει εις βάθος, εκεί είναι και τα κομμάτια που λείπουν, όλα τα μικρότερα ή μεγαλύτερα επεισόδια της ζωής των χαρακτήρων, πρώτων και δεύτερων ρόλων, και όλα αυτά χωνεμένα πλήρως στη μεγάλη εικόνα, στην ιστορία των δύο αυτών αιώνων, μια σειρά από ηθικά διλήμματα, από αποφάσεις πλεύσης, χωρίς καμία διδακτική ή κριτική διάσταση να τα σκιάζει, πρόσωπα αφημένα ελεύθερα στην αρένα. Το εμβαδό που καταλαμβάνει ο κόσμος του μυθιστορήματος εκτείνεται αρκετά έξω από τα όρια του βιβλίου, δεκάδες νήματα στέκουν παρατεταγμένα, δεκάδες σημεία ανάπαυσης και παρατήρησης προσφέρονται, δεκάδες όρμοι και κορυφές, ένας κόσμος ολόκληρος χώρεσε στις σελίδες αυτές, άλλος τόσος, τουλάχιστον, περίσσεψε.

Ο Ρίχλερ, γεννημένος το 1931στο Μόντρεαλ, τοποθετεί τον πήχη σε ιλιγγιώδες ύψος, καταφέρνει με σχετική άνεση να τον υπερκεράσει, να πείσει πως οι προθέσεις του υλοποιήθηκαν, αποτυπώθηκαν στο χαρτί, την ίδια στιγμή που κάθε καινούργια πρόταση δείχνει εύθραυστη, πως θα μπορούσε να είναι η τελευταία πριν ο συγγραφέας παρατήσει το φιλόδοξο σχέδιο, λυγίζοντας κάτω από το ίδιο το βάρους της υπό ανέγερση κατασκευής, πως αυτή η οριακή μόλις παρουσία του Σόλομον Γκάρσκυ, μια φευγαλέα ματιά και μετά απουσία, θα έπαυε να λειτουργεί, αυτή η χίμαιρα θα αναδεικνυόταν σε απόλυτο νικητή, όμως όχι, το απατηλό άντεξε, η εμμονή επικράτησε της ματαιότητας, γιατί κάποιος να θέλει να βιογραφήσει ένα φάντασμα; Γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

Η μεγάλη φόρμα, γνώμη μου είναι, όταν φτάνει σε αντίστοιχα ύψη με το Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ, δικαιολογεί γιατί είναι η κορωνίδα του γραπτού λόγου, καλός ο μινιμαλισμός, η επιλογή της μιας έναντι της άλλη λέξης, αλλά εδώ το διακύβευμα είναι τερατώδες, υπεράνθρωπο, το δέος κατά την περιδιάβαση, αλλά και μετά, στο τέλος της ανάγνωσης όταν ο οδοιπόρος κοιτάζει πίσω του τη διανυθείσα διαδρομή, το δέος τότε έρχεται να βασιλεύσει επί κάθε άλλου συστατικού απόλαυσης, δέος και θαυμασμός από την πρώτη σπίθα που φώτισε στιγμιαία την επικράτεια που εν τέλει κατέλαβε το μυθιστόρημα, δέος και θαυμασμός μέχρι το τελευταίο ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων, πριν την τελευταία τελεία. 

Είναι απαιτητικό; Τόσο που η λέξη δεν το υποστηρίζει παρά εν μέρει. Αποζημιώνει; Τόσο που είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αποτυπωθεί.

Αρκετές φορές αναλογίστηκα τις αντιστοιχίες με Τα βιβλία του Ιακώβ της Τοκάρτσουκ, οι αναλογίες πρόδηλες, κυρίως ωστόσο διαρκώς στεκόμουν σε μία από αυτές, εκείνη που ερχόταν αντιστικτικά να σταθεί απέναντι στο ερώτημα: γιατί συνεχίζω μαγεμένος την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος, τόσο μεγάλου, του οποίου η πλοκή μου φαίνεται αδιάφορη, μακριά από τις επιθυμίες και τα γούστα μου, και πριν απαντήσω απλά γυρνούσα τη σελίδα, τόσο κρατούσε η αναρώτηση, και συνέχιζα μαγεμένος την αναγνωστική περιδιάβαση. Και αυτό το αίσθημα έμεινε να αιωρείται σε κάθε ελάχιστη σχισμή της ανάγνωσης, αυτό το άγνωστο γιατί συνεχίζω, ακόμα καλύτερα, αυτό το άγνωστο γιατί δεν μπορώ να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου;

Η ιστορία, παρά τις όποιες λεπτομέρειες και διαφοροποιήσεις, μοιάζει οικεία, το λαθρεμπόριο και η εμμονή, επίσης, το πώς έφτασαν κάποιοι στην επιτυχία και την επιχειρηματική καταξίωση, αυτό και αν είναι οικείο, το πώς ένα μυαλό κλείδωσε και εγκλωβίστηκε ιδία, ως ενός σημείου, βούληση σε έναν λαβύρινθο αδιεξόδων, και όμως, ο τρόπος του, όχι τόσο στην ίδια την αφήγηση αλλά στη σύνθεσή της, ο τρόπος με τον οποίο ο ερευνητής μελετάει τα αρχεία, ο τρόπος που το πάθος (ή εμμονή, αν σας κάθεται καλύτερα) κατακλύζει το μυαλό, την ύπαρξη εν γένει, το πάθος εκείνου που σχολαστικά επιμένει να γυρεύει την αλήθεια, το ντοκουμέντο, την ακριβή λεπτομέρεια, παρότι το πάθος αυτό είναι καμουφλαρισμένο πίσω από τη μη ηθική ακεραιότητα του υποκειμένου της αφήγησης, από τις ατέλειες του, είναι διάχυτο από άκρη σε άκρη, το πάθος εκείνου ήταν, θεωρώ, το πρώτο κύτταρο έμπνευσης πριν τη διαίρεση. Μια τόσο σύνθετη ιστορία, με πλήθος από λεπτομέρειες και επεξηγήσεις, για να αποτυπωθεί η εμμονή του ερευνητή, αυτό το άγνωστο γιατί που συνοδεύει όλη τη σπουδαία λογοτεχνία, όλη τη συγγραφή, την ανάγκη μας να λέμε και να διαβάζουμε ιστορίες, κάποτε γύρω από τη φωτιά, κάποτε στο παιδικό δωμάτιο, σήμερα.

Και έτσι η μέρα χωρίστηκε στα δύο, όσα έπρεπε να γίνουν και όσα ήθελα να γίνουν, το αποκούμπι ήταν εκεί. Ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, ένα ανθρώπινο επίτευγμα.

υγ. Για Τα βιβλία του Ιακώβ περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Κατερίνα Γεωργαλίδη, Στράτης Μπουρνάζος
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Αδέσποτες σκύλες - Dahlia de la Cerda

Image

Γεννημένη το 1985, η Ντάλια δε λα Σέρδα είδε τις Αδέσποτες σκύλες της, μια συλλογή διηγημάτων, να μεταφράζονται, να διαβάζονται, να συζητιούνται, να αποκτούν ένα hype στο διαδίκτυο, να προτείνονται για βράβευση, πρόσφατα κυκλοφόρησαν και στα ελληνικά, σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη, από τις εκδόσεις Carnívora, με το εστιασμένο ενδιαφέρον της κίτρινης σειράς, σε γυναικείες (κυρίως) ισπανόφωνες συγγραφείς.

Δεκατρία διηγήματα μεσαίας έκτασης, όλα σε πρώτο θηλυκό πρόσωπο, με ευθεία δευτεροπρόσωπη απεύθυνση σε ένα άλαλο, αμέτοχο εσύ, ένα μπουκέτο από διάφορες φωνές, πότε ηλικιωμένες, πότε νεκρές, πότε προνομιούχες, πάντοτε ωστόσο με έναν θυμό, λιγότερο ή περισσότερο εμφανή, με μια διάθεση να ακουστούν, να πουν την ιστορία τους τώρα που τους δόθηκε η ευκαιρία, πριν σωπάσουν οριστικά, να στρέψουν το βλέμμα σε εκείνη την πρότερη ζωή, σε όσα την προσδιόρισαν και, αργά ή γρήγορα την καθόρισαν, όσα εκείνες υπήρξαν, ενάντια σε όσα οι άλλοι θεωρούσαν πως βλέπουν, πως έχουν απέναντί τους, όσα οι άλλοι καταδίκασαν.

Η συνοχή μιας συλλογής διηγημάτων, το χτύπημα απέναντι στην τυχαία συνύπαρξη πλάι πλάι, είναι καθοριστική για την αναγνωστική πρόσληψη. Κάποια μικρά νήματα ενώνουν κάποιες ιστορίες μεταξύ τους, ένας δεύτερος ρόλος σε κάποια γίνεται πρώτος, όμως αυτό δεν είναι το καθοριστικό νήμα, ο απαραίτητος άξονας περιστροφής. Ούτε η γλώσσα, μεγάλη εδώ η συνεισφορά της μεταφράστριας, είναι ομόφωνη, συναισθήματα κοινά υπάρχουν, το γλωσσικό πλαίσιο είναι σύγχρονο, η αμεσότητα και η παντελής έλλειψη λογοτεχνικού ραφιναρίσματος, επίσης, ωστόσο είναι διακριτές, όπως διακριτή είναι και η ζωή τους, το πλαίσιο ύπαρξης, μόνο με πολλές υποχωρήσεις και συμβιβασμούς μπορούμε να μιλήσουμε για μια κοινή γυναικεία εμπειρία. Το νήμα, λοιπόν, είναι ακριβώς αυτή η διακριτότητα μεταξύ των αφηγηματικών υποκειμένων, αυτές οι δεκατρείς, που θα μπορούσαν να είναι ακόμα περισσότερες, αφηγήτριες που εξιστορούν πώς συνέβησαν τα πράγματα, ποια ήταν η καθοριστική στιγμή που με τον τρόπο της η καθεμία πήρε την απόφαση, την κρίσιμη απόφαση, επωμίστηκε δια παντός τον ρόλο του θύτη ή του θύματος, έκλαψε όταν πια οι δακρυϊκοί αδένες απορρυθμίστηκαν.

Για μένα, το σοκαριστικό δεν είναι οι αφηγήσεις αυτές, αλλά το γεγονός πως ακούγονται σπάνια, σχεδόν ποτέ από τις ίδιες τις αφηγήτριες, τα ίδια τα υποκείμενα, αλλά ετεροκαθορίζονται, ετεροαφηγούνται. Σοκαριστικό, για μένα επίσης, είναι αυτή η αντανακλαστική σκέψη περί της πιθανότητας υπερβολής, αυτή η απόπειρα να εντοπιστεί και να καυτηριαστεί η αιμορραγούσα πληγή, να υποτιμηθεί, η ευκολία με την οποία το προνόμιο λέει: τα παραλές. Θυμός, οργή και θλίψη. Κυρίως, ωστόσο, αμεσότητα και στεγνότητα, χωρίς καλολογικά στοιχεία, χωρίς φιοριτούρες. Ακόμα και σήμερα, που μπορούμε να πούμε πως οι γυναίκες πια ακούγονται περισσότερο από παλιά, το στερεότυπο της γλυκούλας αφηγήτριας δεν έχει κατατροπωθεί, όχι πλήρως, θέλουμε στυλ, θέλουμε υπαινιγμό, θέλουμε σκέρτσο και νάζι, θέλουμε μια επιβεβαίωση από μεριάς τους πως τα πράγματα είναι καλύτερα, πως λίγη χαριτωμενιά χωράει. Όμως, πώς αλλιώς μπορούν τα υποκείμενα να αφηγηθούν;

Η βιοποικιλότητα των διηγημάτων επιτρέπει στο φάσμα να αποκαλύψει τα μήκη κύματος ή τη συχνότητα της ακτινοβολίας, η γυναικεία στενωπός διαρρηγνύεται, η συγκολλητική ουσία διαλύεται, το περισσεύον υλικό είναι ικανό να αποδείξει την ασφυξία, στερεοτυπική και εργαλειοποιημένη, κατά πώς βολεύει το προνόμιο, τσουβάλιασμα άκριτο. Επιτρέπεται στο προνόμιο να επεκταθεί πέρα του φύλου, πέρα του σεξουαλικού προσανατολισμού, πέρα της ηλικίας, να επεκταθεί στο οικονομικοκοινωνικό στάτους, στο προνόμιο της τάξης, όχι αποκλειστικά και μόνο για να εξαιρέσει ή να διαχωρίσει, να απορρίψει κάποιες από τις γυναίκες, αλλά για να δείξει πώς το προνόμιο που φέρει δύναμη επιβολής δύναται να χρησιμοποιηθεί, ίσως ακόμα πώς ο κόσμος, έτσι όπως πορεύεται, μια ζούγκλα που προσβάλει τη ζούγκλα, εκεί που ο δυνατός επιβάλλεται, λειτουργεί.

Η εκφραστική λιτότητα, ακόμα και σήμερα, έχουμε πια 2026, συγχέεται με την ανικανότητα στη χρήση του λόγου, δεν της προσφέρεται ο χώρος που της αναλογεί, ο χώρος της επιλογής, της κατάλληλης χρήσης των εκφραστικών μέσων, της αμεσότητας, του θυμού, του στεγνού και γειωμένου ρεαλισμού, της καθημερινότητας και της αποφοράς της. Η ομορφιά συγχέεται με το μακιγιάρισμα, με τον αναχωρητισμό, υπαινιγμό απαιτούν, απαιτούμε, σχηματικές αφηγήσεις, δυσδιάκριτες αναλογίες με το πραγματικό. Η λογοτεχνία της Σέρδα έχει θυμό, οργή και θλίψη σε μεγάλες ποσότητες. Δεν έχει σημασία αν οι ιστορίες είναι βασισμένες σε πραγματικά γεγονότα, είναι πραγματικές γιατί είναι πιθανές, γιατί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συμβαίνουν καθημερινά. Η λογοτεχνία της Σέρδα μάλλον δεν θα διαβαστεί από εκείνους που συντελούν στο μακελειό, εκείνοι, ακόμα και αν διαβάσουν τις ιστορίες αυτές, θα επιχειρήσουν να μετριάσουν, να πλήξουν, να επισημάνουν, να προσθέσουν διάφορα αλλά, να αντιγυρίσουν και να στρεβλώσουν, να πετάξουν τη μπάλα στην κερκίδα, να μιλήσουν εν ονόματι μιας λογοτεχνίας, ιερής και αγίας, αποστειρωμένης, να επισημάνουν φορώντας τον φιλολογικό μανδύα, έχουνε μεγάλη γκαρνταρόμπα, ανάλογα με την περίσταση ντύνονται.

Η λογοτεχνία, η έκφραση του ανθρώπινου εν γένει, υπάγεται σίγουρα στο προσωπικό γούστο, είναι και αυτό ένα προνόμιο, ένα μπούνκερ αναχωρητισμού, η επιλογή συνολικά έχει χαρακτηριστικά ελιτισμού, ακόμα και αν τα απαρνείται σαν σκυλί που σκούζει. Και δεν εξαντλείται μόνο στην τέχνη η ατάκα θέλω να περάσω καλά, να ξεχαστώ. Κοιτάξτε την πρόσληψη της πραγματικότητας, της φρίκης, λίγες στιγμές μετά, ολοένα και πιο δυνατά ακούγονται οι φωνές που δηλώνουν πως βαρέθηκαν να ακούνε για το ένα ή το άλλο, λες και είναι μια τηλεοπτική σειρά και δεν σκοπεύουν να δουν το επόμενο επεισόδιο. Και ίσως το γεγονός πως η Σέρδα καταφεύγει, παρά τις όποιες επιρροές από την πραγματικότητα, στη μυθοπλασία να επισημαίνει ακόμα περισσότερο αυτή την επικράτεια αντιδράσεων, σαν να αποτελεί ένα άσσο στο μανίκι όσων λένε πως έχουν βαρεθεί τα ίδια και τα ίδια, απλά, μικρή διαφορά, το να βαριέσαι κάτι είναι προνόμιο, δηλώνει μια δυνατότητα επιλογής, εκεί που μεγάλο ποσοστό της θηλυκότητας, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει πρόσβαση, ο ζυγός του όποια θέλει μπορεί, όποια προσπαθήσει μπορεί, του λύσεις υπάρχουν και τα δηλωμένα αδιέξοδα δεν είναι παρά δικαιολογίες, είναι ο τρόπος του προνομίου να σκέφτεται και να ετεροκαθορίζει άπαντες, εγώ θα έκανα αυτό, ναι, θα το έκανες γιατί μπορείς, τι διάολο σου είναι δύσκολο να καταλάβεις.

Τα δώδεκα πρώτα διηγήματα προετοιμάζουν το έδαφος για το δέκατο τρίτο, εκεί που όλοι οι παραπόταμοι της φρίκης έρχονται να συναντηθούν και να ενωθούν, παρέα με τις αφηγήσεις που δεν χώρεσαν στη συλλογή αυτή, πεπερασμένη η επιφάνεια και τόση η φρίκη, εδώ η όποια μυθοπλαστική αμφίεση ξηλώνεται για να αποκαλύψει τη γυμνή αλήθεια, είτε από το δοκίμιο, την έρευνα, τα στατιστικά δεδομένα, είτε από τη μυθοπλασία, από όπου και να κινήσει κανείς εδώ στη μεγάλη δύσοσμη γούρνα του κόσμου πέφτει και παλεύει να επιπλεύσει, να αναπνεύσει, να κοιτάξει τον ουρανό.

Ακόμα μια φορά. Τα διηγήματα της Σέρδα δεν σοκάρουν για αυτά που αφηγούνται, στη θεωρία, όσο ψεύτης και υποκριτής και αν είναι κανείς, τα γνωρίζουμε, όσο και αν εθελοτυφλούμε γιατί βαριόμαστε και δεν έχουμε όρεξη για τέτοια, μια ζωή την έχουμε και τα λοιπά και τα λοιπά, αλλά, τα διηγήματα αυτά σοκάρουν, ακριβώς γιατί πατάνε πάνω στην άρνησή μας να αντικρίσουμε τον κόσμο που μας περιβάλλει, να στρέψουμε το βλέμμα πέρα και μακριά από το οικόπεδο που περιφράξαμε για να ζήσουμε ήσυχοι και καθησυχασμένοι, αυτό το τριγκάρισμα που ενεργοποιεί την αντανακλαστική κουβέντα: υπερβολές, έλα τώρα.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora