Τελευταία
Δελφοί
.
Βολβοί
Ίριδας βολβοί
στο μάτι της θάλασσας
μωβ ξεφωνίζουν
Κοιτώντας από απόσταση
Τα Τετράδια
… μέχρι να φτάσουμε στην Νέα Υόρκη έφερνε της θάλασσας ο αέρας στα ρουθούνια μου μυρωδιά από αίμα. Βάθαινα την ανάσα μου για να σιγουρευτώ καθώς ούτε σταγόνα δεν έβρισκα εκεί γύρω…..
Καιρός
Ρίγος αστραπής
Υγρό φιλί στα φύλλα
Δροσοσταλίδα
Νότα
Νότα στο νερό
της φάλαινας τραγούδι
κύμα σηκώνει

Λευκό

.
.

.
Σε θάλασσες 3

.

.
Γλάροι

.

.

.
Σε θάλασσες 2

.

.

.
Το κάστρο






Θάλασσες 1

.

.

.

.

.

.

.

.

.
Ροδόπνευμα

Ποδοπατώντας
ρόδα της αγάπης
ροδόπνευμα ματιών στα χείλη
εύοσμο πίνω το σκοτάδι
Νάματα
Άρτου και οίνου
κατάνυξης νάματα
άσβεστη δίψα
Αποδημία

Ταξίδεψα στη γη σου
ως το ύστατο άνθος σου
Γυμνή από επιθυμία
παραδίδω στάχτη
στα έγκατα της απώλειας
Το φαράγγι

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.
σφραγίζω
Μέλι γλυκό στην κηρήθρα μου σφραγίζω
Εδώ να μην είσαι κι εγώ να σ’ έχω
Το κεντρί μου κρατώ γι’ άλλον θάνατο
να προστατέψω στα δέντρα μου τον ανθό
Προβολή
Προβάλεις όψεις
που επιμελώς κρύβεις
Δεν τις αντέχεις
Τριήρης

Ελευθερία, ελελεύ
αίμα στο ασπράδι του αυγού
Ραγίζει το τσόφλι, ο κρόκος σκόνη
ήλιος στο ασπράδι του ματιού
ακτίνα στα πανιά του αιθέρα
τριήρης να με διασχίσω
κατάρτι

Από την Αία στον Άδη
αναμέτρηση με το σκοτάδι
τρέφω τη δύναμή μου
δεμένη στον ιστό μου
δέλτα
Μελάνι ματιών
δάκρυ τόξο τ’ ουρανού
βροχή χρωμάτων
Αναγέννηση
Τοπία στάχτης
σπαράγματα των ωρών
Αναγέννηση
άνθισμα
Τον ήλιο τ’ άνθισμα αγάπησε
μα το σκοτάδι πιότερο
που το θρεψε στο χώμα
οι κουδουνάδες



Οι κουδουνάδες ντυμένοι με δέρματα ξορκίζουν τα φαντάσματα κτυπώντας τα κουδούνια τους και πειράζοντας τους περαστικούς.
το στοιχειό της Χάρμαινας

Θρύλοι και τοπικές παραδόσεις, μιλούν χρόνια για τα «στοιχειά» της Άμφισσας. Ο Κωνσταντής αγαπούσε τη Λενιώ και πηγαίνει να πουλήσει δέρματα για να της αγοράσει δαχτυλίδι. Όταν γύρισε έμαθε πως η Λενιώ είχε πέσει νεκρή από κεραυνό δίπλα από την πηγή της Χάρμαινας. Ο αγαπημένος της, απαρηγόρητος από τον χαμό της, πέφτει από το κάστρο και σκοτώνεται. Από τότε τριγυρίζει σε αυλές και καλντερίμια της πόλης, στοιχειώνοντάς τα. Σύμφωνα με το μύθο, «το στοιχειό της Χάρμαινας» αγαπούσε και προστάτευε τους Ταμπάκηδες (τους βυρσοδέψες ) οι οποίοι εξαιτίας της εργασίας τους υποχρεώνονταν να βρίσκονται στη βρύση εικοσιτετράωρα ολόκληρα. Πολλοί πήραν όρκο ότι είδαν το «στοιχειό» να τριγυρίζει στην περιοχή και να χάνεται στο νερό της βρύσης. Ακόμη διηγούνται οι πιο παλαιοί πως το στοιχειό της Χάρμαινας έβγαινε κάθε Σάββατο βράδυ.
Το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς στην Άμφισσα βγαίνουν τα φαντάσματα. Αναβιώνουν οι θρύλοι των παλιών βυρσοδεψών που συνήθιζαν να ξορκίζουν τα φαντάσματα που τους ταλαιπωρούσαν τα βράδια που δούλευαν, για να προστατέψουν τα δέρματα από τον ήλιο.Τα φαντάσματα είναι παντού κάνοντας σκανδαλιές και κρατώντας αναμμένες δάδες. Από παντού ακούγονται μυστηριώδεις ήχοι. Υπάρχει όμως και το Στοιχειό της Χάρμαινας που αγαπάει τους Ταμπάκηδες και καίγεται στην πυρά για χάρη τους. Υπάρχουν και οι κουδουνάδες που ντυμένοι με τα δέρματα ξορκίζουν τα φαντάσματα κραδαίνοντας τα κουδούνια τους και πειράζοντας τους περαστικούς. Το στοιχειό με τη συνοδεία του (τις Νεράιδες, τους Ντεβέτσκες, τους Μποτσνάκηδες, τους Ξυλένιους, τους Αχυρένιους, τους Αράπηδες και με πλήθος δερματοφόρων και κουδουνοφόρων) κατεβαίνει από της «Κολοκυθούς το Ρέμα» και φθάνει στην πάνω πλατεία της Άμφισσας (για να συναντηθεί με τα άλλα δύο στοιχειά της Τέχολης και του Γκιριζιού όπου θα παλέψουν μέχρι τελικής πτώσης.) . Γυρίζει στους δρόμους μουγκρίζοντας και σέρνοντας αλυσίδες. Η πόλη βυθίζεται σε μια μυστηριακή και υποβλητική ατμόσφαιρα.
ξυλόσομπα

στο Γυαλί-Καφενέ
Χωρίς ρίζες
Ραγίδες στο θολό ποτάμι

Μάτωσε η κόρη του νερού
της λεύκας η δρυάδα
ξύπνησες τους χειμώνες

Στο λευκό σου

Άγγιγμα ρόδου
Δαγκωματιές
Οι απουσίες
δαγκωματιές αγάπης
ανασύρουνε
Άμμος
Χαλίκια βυθού
Στις δίνες των κυμάτων
Άμμος γίνονται
Αναμονές
Αναμονές
στα βλέφαρα χορεύουν
της απουσίας
Χίλια χρόνια μετά
Με μνήμες μακρινές μ’ αγκαλιάζουν
ασημοπράσινα φύλλα
τότε που κοσμούσα τοιχογραφίες ελαιώνων
στης Κνωσού τα ανάκτορα
και τα χρυσά των βασιλέων κύπελλα
Ω κόρες ιερές της Αθηνάς
ζωοδότρες
του πολύτιμου χυμού σας τα δώρα βαστώ
Ανάβω τον λύχνον μου και γλυκαίνω τα σκότη
Το κορμί μου αλείφω
ελαίου αρώματα
του χειμώνα το ψύχος κρατώντας μακριά
και του ήλιου το καύμα
Και σπονδές στους βωμούς
και θυμίαμα
απ’ το κόμι το ευωδιαστό, το λιοδάκρυ
Απ’ τους κλώνους σας, καλλιστέφανες
τον κότινον πλέκω
τους νικητές να στεφανώσω των αγώνων
Ω δέντρα της ειρήνης
τα κλαδιά σας, περιστέρια λευκά
ανεμίζουν στον ήλιο της Δήλου, της Κρήτης
της Εύβοιας
Στην Σάμο, την Λέσβο, στα Ιόνια νησιά
ανασαίνουν τη θάλασσα
Στα κοιλώματα των κορμών σας, σπήλαια
αιώνων
φωλιάζουν οι μνήμες μου
































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































