Ή μακάρια Πελαγία ήταν μία διά Χριστόν σαλή, μία γυναίκα δηλαδή, πού αντί γιά άλλη πνευματική άσκηση, διάλεξε τό μαρτύριο νά προσποιείται τήν ανόητη, τήν τρελλή.
Μέ τό μαρτύριο αυτό πολλοί δόξασαν τόν Θεό. Εμπαίζοντας τήν ματαιότητα τής σοφίας τού υπερήφανου κόσμου απόκτησαν τήν χαριτόβρυτη ταπείνωση.
Πρίν αρχίσει ή Πελαγία τό εκούσιο αυτό μαρτύριο, πήρε τήν ευλογία από τόν Όσιο Σεραφείμ τού Σάρωφ.
Ό στάρετς τής χάρισε ένα κομποσχοίνι καί τήν αποχαιρέτησε μέ μία βαθιά υπόκλιση.
Οί τρέλλες της καί τά σκάνδαλα πού προκαλούσε αναστάτωναν τήν κοινωνία.
Ό σύζυγος της, απογοητευμένος, τήν έδιωξε. Τήν απαρνήθηκε ακόμα καί ή μητέρα της. Κάποτε, πού τρομοκράτησε ένα νεωκόρο καί τόν έκανε νά χτυπήσει μέ τήν καμπάνα συναγερμό, τήν συνέλαβαν καί τήν μαστίγωσαν.
Παράλληλα όμως μέ τήν περιφρόνηση πού αντιμετώπιζε, άρχισαν νά προβάλλονται καί τά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος στήν διά Χριστό σαλή.
Από παντού έτρεχαν νά τήν συμβουλευθούν. Έγινε ξακουστή γιά τό διορατικό της χάρισμα.

Τήν εποχή εκείνη ήδη είχε κοιμηθεί ό Όσιος Σεραφείμ καί τήν θέση της ηγουμένης στό γυναικείο μοναστήρι του, στό Ντιβέγιεβο, τήν κατείχε ή γερόντισσα Ελισάβετ (Μαρία) Ουσάκωβα, μία εξαιρετική μοναχή. Πλήν όμως ένας δόλιος ιερομόναχος, φθονώντας τήν δόξα τού οσίου, θέλησε να καταστρέψει το έργο του ανεβάζοντας στον ηγουμενικό θρόνο μια άλλη μοναχή, που θα την είχε υποχείριο του. Έπεισε λοιπόν τον τοπικό επίσκοπο Νεκτάριο να απομακρύνει την γερόντισσα Ελισάβετ, παρά την θέληση τετρακοσίων μοναζουσών.
Ο επίσκοπος Νεκτάριος ήρθε στο Ντιβέγιεβο για να αντικαταστήσει βίαια την Ελισάβετ με την Λουκερία .Λίγο πριν έλθει, κατάλαβα πως κάτι ενοχλούσε πολύ την Πελαγία μου. Περπατούσε βιαστικά πάνω κάτω κι έλεγε:
– Πω, πω, τί στενοχώρια! Τί αγωνία, τί αγωνία!
– Τι στενοχώρια εννοείς; την ρώτησα. Εδώ όλοι περιμένουμε το σεβασμιώτατο και συ μιλάς για στενοχώρια; Έλα να ζεστάνουμε το σαμοβάρι .
– Αχ, μάτιουσκα, είπε (ήταν η πρώτη φορά που με είπε μάτουσκα). Τί λες τώρα, “να ζεστάνουμε το σαμοβάρι “, με τέτοια στενοχώρια; Πω, πω τί καταιγίδα έρχεται! Πάμε στην πύλη…
– Τί κεραυνός θα πέσει τώρα! είπε. Ίσως και να σκοτώσει κάποιον.
– Τί είν ‘ αυτά που λες; της είπα. Κύριε ελέησον!