«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026
Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026
ΤΩ ΑΥΤΩ ΜΗΝΙ ΣΤ' ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
6 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ
Τους ουρανούς βάπτισμα του Χριστού σχίσαν,
Τους αυτό μη χραίνοντας ένδον εισάγει.
Βάπτισεν εν ποταμώ Χριστόν Πρόδρομος κατά έκτην
Tα Άγια Θεοφάνεια του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζομεν σήμερον εν πάσαις ταις αγίαις του Θεού Eκκλησίαις, την αγρυπνίαν τελούντες από το εσπέρας. Eπειδή ύστερα από τους τριάκοντα χρόνους της ηλικίας του, ηθέλησεν ο Κύριος να φανερωθή εις τους ανθρώπους, ότι είναι Θεός εν σώματι. Όταν γαρ ο Κύριος εβαπτίζετο από τον Ιωάννην, εμαρτυρήθη άνωθεν από τον Θεόν και Πατέρα με την φωνήν και με την επέλευσιν του Aγίου Πνεύματος, ότι είναι Yιός γνήσιος και ομοούσιος αυτού. Aπό τότε λοιπόν εγνωρίσθη εις όλους διά μέσου των θαυμάτων, και της υψηλής του διδασκαλίας, ότι αυτός είναι βέβαια ο Θεός, ο διά των Προφητών φανερώς κηρυττόμενος1. Ήλθε δε εις το Βάπτισμα δι’ αιτίαν τοιαύτην. Όταν ο Κύριος έγινεν άνθρωπος δι’ ημάς, επλήρωσεν όλον τον νόμον εις όλον το διάστημα της ζωής του. Eπειδή δε ο Ιωάννης ήλθεν από την έρημον και εβάπτιζεν εις τον Ιορδάνην, κατά το γενόμενον εις αυτόν ρήμα Θεού, ήτοι κατά το πρόσταγμα και τον νόμον του Θεού, ως λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. γ΄, 2). Διά τούτο ο Κύριος θέλωντας να πληρώση και το ρήμα τούτο ως ένα θεϊκόν νόμον, τούτου χάριν ύστερον από τους τριάκοντα χρόνους της ηλικίας του, επήγεν εις τον Βαπτιστήν Ιωάννην διά να βαπτισθή, ως οι λοιποί άνθρωποι και μόλον οπού δεν είχε χρείαν βαπτίσματος, ως αναμάρτητος ων. O δε Iωάννης ευλαβούμενος τον Κύριον, και την εδικήν του αναξιότητα λογιζόμενος, έλεγεν· «Eγώ χρείαν έχω υπό σου βαπτισθήναι, και συ έρχη προς με;» Aλλ’ ο Κύριος θαρσοποιεί και παρακινεί τον Ιωάννην εις το να τον βαπτίση, δείχνωντας εις αυτόν, ότι εκείνο οπού νομίζει πως είναι απρεπές, αυτό μάλιστα είναι πρέπον, δηλαδή το να βαπτισθή ο Δεσπότης από τον δούλον. Διά τούτο και λέγει εις αυτόν· «Άφες άρτι. Ούτω γαρ πρέπον ημίν εστι, πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην». Δικαιοσύνην δε εδώ ονομάζει ο Κύριος, την τελείωσιν όλων των εντολών, κατά τον θείον Χρυσόστομον (λόγω εις το Βάπτισμα) ωσάν να λέγη. Eπειδή εγώ ετελείωσα όλας τας άλλας εντολάς του θείου νόμου, αύτη δε μόνη έμεινε, διά τούτο πρέπει να τελειώσω και αυτήν. Τότε λοιπόν αφήκε την αντίστασιν ο Ιωάννης, όθεν βαπτισθείς υπ’ αυτού ο Κύριος, ευθύς ανέβη από του ύδατος2. Και ιδού ανοίχθησαν εις αυτόν οι ουρανοί, και είδεν ο Ιωάννης το Πνεύμα του Θεού καταβαίνον ωσεί περιστεράν, και ερχόμενον εις τον Ιησούν. Aλλά και φωνή από τους ουρανούς ήλθε λέγουσα· «Ούτος εστιν ο Yιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα». Eκ τούτου λοιπόν έγινε φανερόν εις τους Ιουδαίους, ότι δεν ήτον ο Ιωάννης μεγαλίτερος από τον Χριστόν, κατά την εσφαλμένην υπόληψιν, οπού είχον περί αυτού οι πολλοί. Aλλά ήτον ασυγκρίτως πολλά κατώτερος του Χριστού, και δούλος και υποχείριος αυτού. Διά τούτο γαρ και το Πνεύμα κατελθόν, ετράβιζε την φωνήν του Πατρός εις τον Ιησούν. Και έδειχνε φανερώς και ωσάν με το δάκτυλον, ότι το «Ούτος εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός», δεν ερρέθη διά τον Βαπτιστήν Ιωάννην, και μόλον οπού αυτός είχε κοντά εις όλους πολλήν την δόξαν και το αξίωμα. Aλλά ερρέθη διά τον βαπτιζόμενον Ιησούν. Τελειώσας λοιπόν ο Κύριος και τούτο το νομικόν πρόσταγμα του βαπτίσματος, έλυσε την κατάραν, οπού εδόθη εις τον Aδάμ διά την παράβασιν του θείου νόμου. Και λυτρώσας ημάς από την καταδίκην, έτζι έπαυσεν εις το εξής κάθε νόμον τελετουργικόν, αναβιβάσας αυτόν εις το πνευματικώτερον και τελειότερον. Aκολούθως δε, έπαυσε και το ιουδαϊκόν βάπτισμα, και παρέδωκεν εις ημάς τους πιστεύοντας, να βαπτιζώμεθα το εις τρεις αναδύσεις και καταδύσεις γινόμενον Βάπτισμα το οποίον έχει την χάριν του Aγίου Πνεύματος, από την οποίαν ήτον υστερημένον το βάπτισμα του Ιωάννου. Βαπτισθείς γαρ ο Κύριος εις ένα και τον αυτόν ποταμόν, επλήρωσε μεν το σκιώδες και ατελές βάπτισμα, ήνοιξε δε τας θύρας του πνευματικού, και θείου της Eκκλησίας Βαπτίσματος. Το οποίον ημείς αφ’ ου εβαπτίσθημεν, χρεωστούμεν εις το εξής να φυλάττωμεν την αυτού καθαρότητα άσπιλον και αμόλυντον από αμαρτίας, διά της εργασίας των ζωοποιών εντολών. Ίνα και της Βασιλείας των Ουρανών επιτύχωμεν. (Όρα εις τον Δαμασκηνόν, και εις τον Προκόπιον, και εις τον Χρύσανθον, και εις την Σάλπιγγα, και εις την Σαγήνην, και εις τους Μαργαρίτας, και εις Μακάριον τον Κωφόν, τους περί της εορτής απλοϊκούς λόγους.)
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Σημείωσαι, ότι κατά τον Ευσέβιον, όταν εβαπτίσθη ο Κύριος ήτον τρίτη ημέρα της εβδομάδος. Αι δε των ιερών Aποστόλων Διαταγαί λέγουσιν, ότι εβαπτίσθη ώρα δεκάτη της νυκτός. 2. O θείος Χρυσόστομος απορεί. Διατί λέγει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, και Μάρκος, ότι ανέβη ο Ιησούς ευθύς από του ύδατος; Λύων ουν την απορίαν λέγει. Ότι οι μεν άλλοι άνθρωποι βαπτιζόμενοι, επειδή ήτον αμαρτωλοί, εστέκοντο μέσα εις το νερόν βουτημένοι, έως οπού ήθελαν ομολογήσει όλας τας αμαρτίας των, και τότε εύγαινον από το νερόν. Όθεν επέρνα αναμεταξύ, διάστημα καιρού. O δε Κύριος, επειδή ήτον αναμάρτητος, και αμαρτίας δεν είχε να εξομολογηθή· διά τούτο ευθύς οπού εμβήκεν εις το νερόν, ευθύς και ευγήκεν έξω (παρά τη σειρά του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου). Ότι δε ο Χριστός βαπτισθείς, όχι μόνον ηγίασε τον Ιορδάνην ποταμόν, αλλά και όλην την φύσιν των υδάτων, μαρτυρεί σαφώς και καθαρώς, ο αυτός θείος Χρυσορρήμων, ούτως αυτολεξεί λέγων εν τω εις το Άγιον Βάπτισμα του Σωτήρος λόγω αυτού· «Αύτη εστίν η ημέρα, καθ’ ην ο Χριστός εβαπτίσατο, και την των υδάτων ηγίασε φύσιν. Διά τοι τούτο και εν μεσονυκτίω κατά την εορτήν ταύτην άπαντες υδρεύονται, και οίκαδε τα νάματα αποτίθενται, και εις ενιαυτόν ολόκληρον φυλάττουσιν, ά τε δη σήμερον αγιασθέντων των υδάτων. Και το σημείον γίνεται εναργές, ου διαφθειρομένης της των υδάτων εκείνων φύσεως τω μήκει του χρόνου. Aλλ’ εις ενιαυτόν ολόκληρον, και δύω και τρία πολλάκις έτη, του σήμερον αντληθέντος ύδατος ακεραίου και νεαρού μένοντος. Και μετά τοσούτον χρόνον, τοις άρτι των πηγών εξαρπασθείσιν ύδασιν αμιλλωμένου» (τόμ. ε΄ της εν Eτόνη εκδόσεως). Σημείωσαι, ότι το βάπτισμα του Ιωάννου μίαν κατάδυσιν και μίαν ανάδυσιν είχε. Και ήτον, του μεν ιουδαϊκού βαπτίσματος υψηλότερον. Του δε ημετέρου, ταπεινότερον. Καθάπερ γέφυρά τις ον εκατέρων των βαπτισμάτων, απ’ εκείνου προς τούτο χειραγωγούν. Ου γαρ έλεγεν ο Ιωάννης. Πλύνον τα ιμάτιά σου, και λούσον το σώμα και έσο καθαρός. Aλλά τι; Ποιήσατε καρπούς αξίους της μετανοίας. Ουδέ Πνεύματος Aγίου χορηγίαν είχεν, ούτε αμαρτημάτων άφεσιν. O δε Κύριος, ούτε το ιουδαϊκόν, ούτε το ημέτερον Bάπτισμα εβαπτίσθη (το εις τρεις αναδύσεις και καταδύσεις γινόμενον), αλλά το του Ιωάννου (το εις μίαν κατάδυσιν γινόμενον) και τούτο, διά δύω αιτίας. Μίαν μεν, ίνα φανή ότι είναι υιός Θεού, μαρτυρούμενος από την φωνήν του Πατρός, και από την επιφοίτησιν του Aγίου Πνεύματος. Και άλλην δε, διά να πληρώση κάθε δικαιοσύνην. Καθώς ταύτα πάντα βεβαιοί ο ίδιος Χρυσόστομος εις τον αυτόν λόγον. Σημείωσαι, ότι εις τα Θεοφάνεια έχουσι λόγους Γρηγόριος ο Θεολόγος, ου η αρχή· «Πάλιν Ιησούς ο εμός». O θείος Eπιφάνιος (λόγ. εις την Aνάληψιν) πρώτην μεν εορτήν αριθμεί την Χριστού Γέννησιν, δευτέραν δε, την των Θεοφανείων ταύτην, και όρα εις την υποσημείωσιν την εις το Συναξάριον της Χριστού Γεννήσεως. O δε Νύσσης Γρηγόριος λόγον έχει εις το, «ούτός εστιν ο Yιός μου ο αγαπητός», ου η αρχή· «Ο μεν φιλόστοργος ούτος Πατήρ». Έτερον ο αυτός, ου η αρχή· «Νυν γνωρίζω την εμήν αγέλην». O Χρυσόστομος, ου η αρχή· «Πάντες ημείς εν ευθυμία». Γρηγόριος ο Νεοκαισαρείας, ου η αρχή· «Άνδρες φιλόχριστοι και φιλόξενοι». Σωφρόνιος Ιεροσολύμων, ου η αρχή· «Πάλιν φως προερχόμενον». Γρηγόριος ο Παλαμάς, ου η αρχή· «Μετάνοια και αρχή εστι και μεσότης», ο αυτός έτερον εις την αυτήν, ου η αρχή· «Χθες συνεκκλησιάζων και συνεορτάζων». (Σώζονται πάντες εν τη Μεγίστη Λαύρα, και εν τη του Βατοπαιδίου και Ιβήρων, και εν τω Κοινοβίω του Διονυσίου.) Aλλά και ο Πρόκλος, και ο Ιππόλυτος εγκώμια έχουσιν εις αυτήν (εν τη Iερά Tελετουργία).
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
ΓΑΛΑΤΕΙΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ ΣΟΥΡΕΛΗ: ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΤΟΝ ΕΠΙΑΣΕ!
ΟΡΘΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ ΥΠΟ ΤΩΝ ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ (2024)
ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ: «ΕΠΕΦΑΝΗ Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ Η ΣΩΤΗΡΙΟΣ»
ΣΥΝΟΔΙΚΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ 2023
LEV GILLET ΜΟΝΑΧΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ: ΤΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ
ΤΑ ΦΩΤΑ ΣΤ' ΑΙΒΑΛΙ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
ΤΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
ΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΧΙΣΑΝ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ: «Η ΒΑΠΤΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, Η ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΩΔΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΜΑΣ»
Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ (2016)
ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΗ: ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ
ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ 2022
π. ΠΛΑΚΙΔΑ DESEILLE: ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΜΥΗΣΗ ΣΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΜΑΣ
Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ (2018)
ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ»: ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΣΤΟ ΝΕΡΟ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΗ
ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΩΡΕΣ ΠΑΡΑΜΟΝΗΣ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ (1983)
ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΟΥ: ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ
π. ΠΛΑΚΙΔΑ DESEILLE: «ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ» (9ο ΜΕΡΟΣ)
π. ΠΛΑΚΙΔΑ DESEILLE: «ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ» (10ο ΜΕΡΟΣ)
ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΚΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ: ΕΙΣ ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΜΙΛΙΑΣ ΕΙΣ ΤΑ ΑΓΙΑ ΦΩΤΑ
Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΩΡΩΝ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ (2024)
Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026
«ΤΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ» ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
Σήμερον ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν ἑορτάζει τήν μεγάλην ἑορτήν τῶν Θεοφανείων,
καί ποιεῖται μνείαν τῆς βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ Ἰορδάνῃ.
Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος καί Βαπτιστής,
ὅστις ἔμβρυον ἐν τῇ μήτρᾳ εἶχεν ἀναγνωρίσει τόν Λυτρωτήν
καί ἐσκίρτησεν, ἀνήρ γενόμενος ὑπῆρξε καί ὁ πρῶτος πιστεύσας,
ὑποδείξας καί κηρύξας τόν Χριστόν.
«Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ,
ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου»,
εἶπεν ὅτε εἶδε τόν Ἰησοῦν περιπατοῦντα.
«Ἔρχεται ἄλλος ὀπίσω μου,
οὗ οὐκ εἰμί ἱκανός λύσαι τόν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ»,
ἔλεγε πρός τούς μαθητᾶς του.
Τινὲς δὲ τῶν μαθητῶν τούτων, ἐγκαταλιπόντες αὐτόν, ἠκολούθησαν τὸν Ἰησοῦν, ὅθεν ὁ Ἰωάννης ἐγκαρτερῶν καὶ ὑποτασσόμενος ἔλεγεν, «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι». Ἐκ τῶν μαθητῶν τούτων τοῦ Ἰωάννου λέγεται ὅτι ἦσαν ὁ Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Σίμων Πέτρος, ὅστις καὶ πρῶτος ἐκ τῶν ἄλλων ἀποστόλων ὠμολόγησε τὸν Χριστόν, «Ραββί, σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἰ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Πρὸς τοῦτον λοιπὸν τὸν Ἰωάννην, τὸν κηρύττοντα καὶ βαπτίζοντα βάπτισμα μετανοίας, προσῆλθεν ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος καὶ ἐβαπτίσθη θέλων νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα.
Ἐπειδὴ περὶ βαπτίσματος ὁ λόγος, καλὸν νομίζω ἐνταύθα νὰ ὑποβάλω πρακτικάς τινας παρατηρήσεις περὶ τοῦ τρόπου καθ᾿ ὃν τελεῖται παρ᾿ ἡμῖν τὸ Βάπτισμα. Οἱ παλαιοὶ πρακτικώτατοι καὶ μεμορφωμένοι ἱερεῖς, καίτοι ἀγράμματοι λεγόμενοι, εἴξευρον νὰ ἐκτελῶσι κανονικώτατα τὰς τρεῖς καταδύσεις καὶ ἀναδύσεις, κρατοῦντες τὸν βαπτιζόμενον ὄρθιον πρὸς ἀνατολὰς βλέποντα, ἐφαρμόζοντες τὴν δεξιὰν ἐπὶ τῆς μασχάλης τοῦ βρέφους ἀβρῶς ἅμα καὶ ἀσφαλῶς, φράττοντες δὲ διὰ τῆς ἀριστερᾶς τὸ στόμα αὐτοῦ. Ἐφρόντιζον περὶ τῆς θερμοκρασίας τοῦ ὕδατος καὶ ἑκάστη κατάδυσις ἐγίνετο ἀκαριαία, τὸ δὲ διάλειμμα μεταξὺ τῶν καταδύσεων ἐγίνετο ἀρκετόν, ὥστε ν᾿ ἀναπνεύση τὸ βρέφος. Τοιούτῳ τρόπῳ οὐδεὶς βαπτιζόμενος ἔπαθε ποτέ τι ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ.
Τὸ σημερινὸν ὅμως σμῆνος τῶν ἱερέων, τοὺς ὁποίους ἡ διεφθαρμένη πολιτικὴ ἐπιβάλλει πολλάκις ἀξέστους καὶ ἀκαλλιεργήτους εἰς τοὺς Σ. Σ. ἱεράρχας νὰ τοὺς χειροτονῶσιν, ἀφοῦ κακῶς ἐκτελεῖ, ἢ μᾶλλον κακῶς παραλείπει τοσούτους ἄλλους τύπους, ὀφείλει τουλάχιστον νὰ σεβασθῇ αὐτὸ τὸ θεμέλιον τῆς πίστεως ἡμῶν, τὸ ἅγιον βάπτισμα. Γράφομεν ταῦτα, διότι ἔχομεν λόγους νὰ πιστεύωμεν ὅτι πολλοὶ τῶν ἱερέων, χαριζόμενοι εἰς τὴν τυφλὴν καὶ μωρὰν πολλάκις φιλοστοργίαν ἀμαθῶν καὶ προληπτικῶν γονέων, οἵτινες νομίζουν, ὅτι κάτι θὰ πάθη τὸ χαϊδευμένον νεογνόν των ἐν τῇ ἱερᾷ κολυμβήθρᾳ, ἐκτελοῦσι σχεδὸν ράντισμα, καὶ ὄχι βάπτισμα.
Οἱ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας εἶναι συγγνωστοί, διότι ἠγνόησαν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἑλληνικοῦ ρήματος βαπτίζω, baptizo, ὅτι δηλ. σημαίνει βάπτω, βυθίζω, βουτῶ, οἱ Ἕλληνες ὅμως δὲν πρέπει ποτὲ νὰ τὴν ἁγνοήσωσιν. Εἶναι καιρὸς νὰ φυλαχθῆ ὁ ἱερὸς οὖτος τύπος, διότι ἂν ἐξακολουθήση ἡ ἀμάθεια τοῦ κλήρου, καὶ πληθυνθῆ ἡ ἀθεΐα καὶ ἡ ἀσέβεια, μετὰ μίαν γενεάν, ὅτε θὰ εἴμεθα μισοβαφτισμένοι ὅλοι, θὰ δεήση νὰ διαταχθῆ γενικὸς ἀναβαπτισμὸς ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀρρένων καὶ θηλέων. Διότι πρέπει νὰ εἴμεθα συνεπεῖς.
Ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία εἰς μέν τούς προσερχόμενους ἐκ τῶν Δυτικῶν
εἰς τούς κόλπους της ἐπιβάλλει τόν ἀναβαπτισμόν,
τούς δέ Ἀρμενίους τούς μυρώνει μόνον,
καί τοῦτο διότι οὖτοι μέν εἶναι κανονικῶς βεβαπτισμένοι διά τριῶν ἀναδύσεων καί καταδύσεων,
ἐκεῖνοι δέ ἀτελῶς μόνον διά ραντισμοῦ.
«Συντηρώμεθα χάριτι, πιστοί, καί σφραγίδι,
ὡς γάρ ὄλεθρον ἐφυγον, Ἑβραῖοι, φλιᾶς πάλαι αἱμαχθείσης,
οὕτω καί ἡμῖν ἐξόδιον τό θεῖον τοῦτο,
τῆς παλιγγενεσίας λουτήριον ἔσται,
ἕνεκεν καί τῆς Τριάδος, ὀψόμεθα φῶς τό ἄδυτον».
Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΩΡΩΝ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ (2024)
Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ
Χθὲς συνεκκλησιάζοντας καὶ συνεορτάζοντας μὲ σᾶς ποὺ προεωρτάζατε τὴν ἡμέρα τῶν Φώτων σᾶς ἀνέπτυξα τὰ ἀπαραίτητα λέγοντας πρὸς τὴν ἀγάπη σας τὰ σχετικὰ μὲ τὸ βάπτισμα κατὰ Χριστόν, τὸ ὁποῖο ἀξιωθήκαμε ἐμεῖς· ὅτι δηλαδὴ εἶναι ἐπίγνωσις τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπόσχεσις πρὸς τὸν Θεό·
πίστις μὲν καὶ ἐπίγνωσις τῆς ἐν Θεῷ ἀλήθειας, συμφωνία δὲ καὶ ὑπόσχεσις ἔργων καὶ λόγων καὶ τρόπων ἀρεστῶν στὸν Θεὸ ποὺ τελοῦνται διὰ τῶν ἱερῶν συμβόλων. Ἀλλά διδάσκοντας προσθέσαμε καὶ τοῦτο, ὅτι ἂν δὲν μετατρέψωμε σὲ ἔργο τὶς ὑποσχέσεις ἐκεῖνες, τὰ ἱερὰ ἐκεῖνα σύμβολα καὶ οἱ δι' αὐτῶν καὶ μαζὶ μὲ αὐτά διὰ λόγου ὑποσχέσεις πρὸς τὸν Θεό, ὄχι μόνο δὲν ὠφελοῦν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καί δικαίως τὸν ὑποβάλλουν σὲ καταδίκη.
Ἔπειτα ἐξηγήσαμε τὴν πρὸς τοὺς ὄχλους διδασκαλία Ἰωάννη τοῦ Προφήτη καὶ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ, ἡ ὁποία διαλαμβάνει καί αὐτή περὶ τοῦ ἰδίου βαπτίσματος· διότι τό μὲν βάπτισμα εἶναι ἐπίγνωσις τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἴπαμε, ὁ δὲ πρόδρομος καὶ βαπτιστὴς τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καί Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ
μᾶς ὁδηγεῖ διὰ τῆς διδασκαλίας του στὴν ἐπίγνωσι αὐτοῦ, ἀποδεικνύοντας τὸν προαιώνιο καὶ δεσπότη τοῦ παντός, κριτὴ ζωντανῶν καὶ νεκρῶν, ποὺ κατὰ τὴν ἐξουσία του τοὺς μὲν ἄξιους εἰσάγει στὶς ἀΐδιες μονές, τοὺς δὲ κατακρίτους ρίπτει στὴ γέεννα τοῦ πυρός· ἐνῶ μαρτυρεῖ ὅτι αὐτός εἶναι κύριος καί τῶν ἀγγέλων, τὸν ἑαυτό του τὸν συντάσσει στοὺς ἔσχατους δούλους.
Ἐπειδὴ δὲ τὸ βάπτισμα ὄχι μόνο ἐπίγνωσις τοῦ Θεοῦ εἶναι, ἀλλὰ καὶ ὑπόσχεσις ἐπιστροφῆς καί θεαρέστων ἔργων, γι' αὐτό ὁ πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ καί βαπτιστής, ὄχι μόνο ὁδηγοῦσε στὴν ἐπίγνωσι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐκήρυττε μετάνοια κι' ἐπιζητοῦσε καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας, τὴν δικαιοσύνη,
τὴν ἐλεημοσύνη, τὴν μετριοφροσύνη, τὴν ἀγὰπη, τὴν ἀλήθεια. Δεικνύοντας δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι χωρὶς ἔργα δὲν ὠφελεῖ καθόλου ἡ πρὸς τὸν Θεὸ ὑπόσχεσις, ἀλλὰ καὶ καταδικάζει τὸν ἄνθρωπο, ἐπέσειε ἀξίνα κι' ἐπεδείκνυε πυρκαϊά ἄσβεστη κι' ἔλεγε ὅτι «κάθε δένδρο ποὺ δὲν κάμει καλὸ καρπὸ ἀποκόπτεται καί ρίπτεται στὴ φωτιὰ».
Ἐκτός ἀπὸ αὐτά ἐξηγήσαμε πρὸς τὴν ἀγάπη σας καὶ τοὺς πρὸς τὸν ἴδιο τὸν Κύριο ποὺ ἦλθε νὰ βαπτισθῆ λόγους τοῦ Βαπτιστοῦ, ποὺ ἐδίσταζε καί ὑποχωροῦσε καὶ παραιτεῖτο ἀπὸ τὸ ἔργο, κι' ζητοῦσε μᾶλλον αὐτός νὰ λάβη ἀπὸ ἐκεῖνον τὸ βάπτισμα.
Ἀλλ' ἐπίσης ἐξηγήσαμε καὶ τοῦ Κυρίου τοὺς λόγους πρὸς ἐκεῖνον, ὡς δεσπότη ποὺ προστάσσει δοῦλον, συγχρόνως δὲ καὶ φανερώνει τὸ μυστήριο σὰν σὲ φίλο καὶ συγγενῆ κατὰ σάρκα καὶ προβάλλει τὶς εὔλογες δικαιολογίες.
Καὶ φθάσαμε τότε ὁμιλώντας πρὸς σᾶς ἕως τὸ σημεῖο ὅπου ὁ Ἰωάννης πεισθείς ἄφησε τὸν Κύριο νὰ βαπτισθῆ. Ἀπέμεινε δὲ ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο αὐτό ποὺ ἀναγνώσθηκε τώρα, ὅτι, «ἀφοῦ βαπτίσθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀνέβηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ ὕδωρ· καὶ ἰδοὺ τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί καὶ εἶδε ὁ Ἰωάννης τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ κατεβαίνη σὰν περιστερὰ καὶ νὰ ἔρχεται ἐπάνω του. Καὶ ἀμέσως ἦλθε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό ποὺ ἔλεγε, τοῦτος εἶναι ὁ ἀγαπητὸς Υἱός μου, ποὺ τὸν ἐξέλεξα».
Μέγα καὶ ὑψηλό, ἀδελφοί, εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος τοῦ Χριστοῦ ποὺ συμπεριλαμβάνεται στὰ λίγα τοῦτα λόγια, δυσθεώρητο καὶ δυσερμήνευτο καὶ ὄχι λιγώτερο δυσκατάληπτο· ἀλλ' ἐπειδὴ εἶναι ἐξαιρετικὰ σωτήριο, γι' αὐτό, ἀφοῦ πεισθοῦμε καὶ ἐλπίσωμε σ' αὐτόν ποὺ προέτρεψε νὰ ἐρευνοῦμε τὶς Γραφές, ἂς ἀνιχνεύσωμε ὅσο εἶναι ἐφικτό τὴ δύναμι τοῦ μυστηρίου.
Ὅπως λοιπὸν κατὰ τὴ ἀρχὴ μετὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, «ἂς κατασκευάσωμε ἄνθρωπο κατ' εἰκόνα καὶ ὁμοίωσί μας», ἀφοῦ ἐπλάσθηκε ἡ φύσιςμας στὸν Ἀδάμ, τὸ ζωαρχικό Πνεῦμα, ἀφοῦ φανερώθηκε κι' ἐδόθηκε μὲ τὸ ἐμφύσημα πρὸς αὐτόν, συνεφανέρωσε καὶ τὸ τριαδικὸ τῶν ὑποστάσεων τῆς δημιουργοῦ θεότητος ἐπάνω στὰ ἀλλὰ κτίσματα, τὰ ὁποῖα παράγονταν μὲ μόνο τὸ ρῆμα τοῦ Λόγου καὶ τοῦ λέγοντος Πατρός·
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ, ΕΚ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ» 1941: ΦΩΤΑ
Σήμερον η Εκκλησία ημών εορτάζει την μεγάλην εορτήν των Θεοφανείων, και ποιείται μνείαν της βαπτίσεως του Χριστού εν τω Ιορδάνη. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και Βαπτιστής, όστις έμβρυον εν τη μήτρα είχεν αναγνωρίσει τον Λυτρωτήν και εσκίρτησεν, ανήρ γενόμενος υπήρξε και ο πρώτος πιστεύσας, υποδείξας και κηρύξας τον Χριστόν.
Επιμέλεια: Γιώργος Βαλέτας (1907-1989)
«Ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», είπεν ότε είδε τον Ιησούν περιπατούντα. «Έρχεται άλλος οπίσω μου, ου ουκ ειμί ικανός λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού», έλεγε προς τους μαθητάς του.
Τινές δε των μαθητών τούτων, εγκαταλιπόντες αυτόν, ηκολούθησαν τον Ιησούν, όθεν ο Ιωάννης εγκαρτερών και υποτασσόμενος έλεγεν, «Εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι».
Εκ των μαθητών τούτων του Ιωάννου λέγεται ότι ήσαν ο Ανδρέας ο πρωτόκλητος και ο αδελφός αυτού Σίμων Πέτρος, όστις και πρώτος εκ των άλλων αποστόλων ωμολόγησε τον Χριστόν, «Ραββί, συ ει ο Χριστός, ο υιός του Θεού, συ ει ο βασιλεύς του Ισραήλ».
Προς τούτον λοιπόν τον Ιωάννην, τον κηρύττοντα και βαπτίζοντα βάπτισμα μετανοίας, προσήλθεν ο Χριστός ως άνθρωπος και εβαπτίσθη θέλων να δώση το παράδειγμα. Επειδή περί βαπτίσματος ο λόγος, καλόν νομίζω ενταύθα να υποβάλω πρακτικάς τινας παρατηρήσεις περί του τρόπου καθ’ ον τελείται παρ’ ημίν το Βάπτισμα.
Οι παλαιοί πρακτικώτατοι και μεμορφωμένοι ιερείς, καίτοι αγράμματοι λεγόμενοι, είξευρον να εκτελώσι κανονικώτατα τας τρεις καταδύσεις και αναδύσεις, κρατούντες τον βαπτιζόμενον όρθιον προς ανατολάς βλέποντα,
εφαρμόζοντες την δεξιάν επί της μασχάλης του βρέφους αβρώς άμα και ασφαλώς, φράττοντες δε δια της αριστεράς το στόμα αυτού. Εφρόντιζον περί της θερμοκρασίας του ύδατος και εκάστη κατάδυσις εγίνετο ακαριαία, το δε διάλειμμα μεταξύ των καταδύσεων εγίνετο αρκετόν, ώστε ν’ αναπνεύση το βρέφος. (*)
Τοιούτω τρόπω ουδείς βαπτιζόμενος έπαθε ποτέ τι εν τη κολυμβήθρα. Το σημερινόν όμως σμήνος των ιερέων, τους οποίους η διεφθαρμένη πολιτική επιβάλλει πολλάκις αξέστους και ακαλλιεργήτους εις τους Σ. Σ. ιεράρχας να τους χειροτονώσιν,
αφού κακώς εκτελεί, ή μάλλον κακώς παραλείπει τοσούτους άλλους τύπους, οφείλει τουλάχιστον να σεβασθή αυτό το θεμέλιον της πίστεως ημών, το άγιον βάπτισμα.
Γράφομεν ταύτα, διότι έχομεν λόγους να πιστεύωμεν ότι πολλοί των ιερέων, χαριζόμενοι εις την τυφλήν και μωράν πολλάκις φιλοστοργίαν αμαθών και προληπτικών γονέων, οίτινες νομίζουν, ότι κάτι θα πάθη το χαΐδευμένον νεογνόν των εν τη ιερά κολυμβήθρα, εκτελούσι σχεδόν ράντισμα, και όχι βάπτισμα.
Οι της Δυτικής Εκκλησίας είναι συγγνωστοί, διότι ηγνόησαν την έννοιαν του ελληνικού ρήματος βαπτίζω, baptizo, ότι δηλ. σημαίνει βάπτω, βυθίζω, βουτώ, οι Έλληνες όμως δεν πρέπει ποτέ να την αγνοήσωσιν.
Είναι καιρός να φυλαχθή ο ιερός ούτος τύπος, διότι αν εξακολουθήση η αμάθεια του κλήρου, και πληθυνθή η αθεΐα και η ασέβεια, μετά μίαν γενεάν, ότε θα είμεθα μισοβαφτισμένοι όλοι, θα δεήση να διαταχθή γενικός αναβαπτισμός όλων των κατοίκων του Ελληνικού Βασιλείου, αρρένων και θηλέων. Διότι πρέπει να είμεθα συνεπείς.
Η ημετέρα Εκκλησία εις μεν τους προσερχόμενους εκ των Δυτικών εις τους κόλπους της επιβάλλει τον αναβαπτισμόν, τους δε Αρμενίους τους μυρώνει μόνον, και τούτο διότι ούτοι μεν είναι κανονικώς βεβαπτισμένοι δια τριών αναδύσεων και καταδύσεων, εκείνοι δε ατελώς μόνον δια ραντισμού.
«Συντηρώμεθα χάριτι, πιστοί, και σφραγίδι, ως γαρ όλεθρον εφυγον, Εβραίοι, φλιας πάλαι αιμαχθείσης, ούτω και ημίν εξόδιον το θείον τούτο, της παλιγγενεσίας λουτήριον έσται, ένεκεν και της Τριάδος, οψόμεθα φως το άδυτον». ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ («Εφημερίς», 6 του Γεν. 1888, 3α.)
ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ: ΣΗΜΕΡΟΝ ΓΑΡ Ο ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΗΜΙΝ ΕΠΕΣΤΗ ΚΑΙΡΟΣ
ΠΟΙΗΜΑ ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ
Τριάς ὑπερούσιε, ὑπεράγαθε, ὑπέρθεε, παντοδύναμε, παντεπίσκοπε, ἀόρατε, ἀκατάληπτε. Δημιουργέ τῶν νοερῶν οὐσιῶν καί τῶν λογικῶν φύσεων, ἡ ἔμφυτος ἀγαθότης, τό Φῶς τό ἀπρόσιτον, τό φωτίζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον, λάμψον κἀμοί τῷ ἀναξίῳ δούλῳ σου, φώτισόν μου τῆς διανοίας τά ὄμματα, ὅπως ἀνυμνῆσαι τολμήσω τήν ἄμετρον εὐεργεσίαν καί δύναμιν. Εὐπρόσδεκτος γενέσθω ἡ παρ᾽ ἐμοῦ δέησις διά τόν παρεστῶτα λαόν, ὅπως τά πλημμελήματά μου μή κωλύσωσιν ἐνθάδε παραγενέσθαι τό ἅγιόν σου Πνεῦμα, ἀλλά συγχώρησόν μοι ἀκατακρίτως βοᾶν σοι καί λέγειν καί νῦν, Ὑπεράγαθε· Δοξάζομέν σε Δέσποτα φιλάνθρωπε, Παντοκράτορ, προαιώνιε Βασιλεῦ. Δοξάζομέν σε τόν Κτίστην, καί Δημιουργόν τοῦ παντός. Δοξάζομέν σε, Υἱέ τοῦ Θεοῦ μονογενές, τόν ἀπάτορα ἐκ Μητρός, καί ἀμήτορα ἐκ Πατρός· ἐν γάρ τῇ προλαβούσῃ Ἑορτῇ νήπιόν σε εἴδομεν, ἐν δέ τῇ παρούσῃ τέλειόν σε ὁρῶμεν, τόν ἐκ τελείου τέλειον ἐπιφανέντα Θεόν ἡμῶν.
Σήμερον γάρ ὁ τῆς Ἑορτῆς ἡμῖν ἐπέστη καιρός, καί χορός ἁγίων ἐκκλησιάζει ἡμῖν, καί Ἄγγελοι μετά ἀνθρώπων συνεορτάζουσι. Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐν εἴδει περιστερᾶς, τοῖς ὕδασιν ἐπεφοίτησε. Σήμερον ὁ ἄδυτος Ἥλιος ἀνέτειλε, καί ὁ κόσμος τῷ φωτί Κυρίου καταυγάζεται. Σήμερον ἡ Σελήνη λαμπραῖς ταῖς ἀκτῖσι τῷ κόσμῳ συνεκλαμπρύνεται. Σήμερον οἱ φωτοειδεῖς ἀστέρες τῇ φαιδρότητι τῆς λάμψεως τήν οἰκουμένην καλλωπίζουσι. Σήμερον αἱ νεφέλαι ὑετόν δικαιοσύνης τῇ ἀνθρωπότητι οὐρανόθεν δροσίζουσι. Σήμερον ὁ Ἄκτιστος ὑπό τοῦ ἰδίου πλάσματος βουλῇ χειροθετεῖται. Σήμερον ὁ Προφήτης καί Πρόδρομος τῷ Δεσπότῃ προσέρχεται, ἀλλά τρόμῳ παρίσταται, ὁρῶν Θεοῦ πρός ἡμᾶς συγκατάβασιν. Σήμερον τά τοῦ Ἰορδάνου νάματα εἰς ἰάματα μεταποιεῖται τῇ τοῦ Κυρίου παρουσίᾳ. Σήμερον ῥείθροις μυστικοῖς πᾶσα ἡ κτίσις ἀρδεύεται. Σήμερον τά τῶν ἀνθρώπων πταίσματα τοῖς ὕδασι τοῦ Ἰορδάνου ἀπαλείφονται.
Σήμερον ὁ Παράδεισος ἠνέωκται τοῖς ἀνθρώποις, καί ὁ τῆς Δικαιοσύνης Ἥλιος καταυγάζει ἡμῖν. Σήμερον τό πικρόν ὕδωρ, τό ἐπί Μωϋσέως τῷ λαῷ, εἰς γλυκύτητα μεταποιεῖται τῇ τοῦ Κυρίου παρουσίᾳ. Σήμερον τοῦ παλαιοῦ θρήνου ἀπηλλάγημεν καί ὡς νέος Ἰσραήλ διεσώθημεν. Σήμερον τοῦ σκότους ἐλυτρώθημεν, καί τῷ φωτί τῆς θεογνωσίας καταυγαζόμεθα. Σήμερον ἡ ἀχλύς τοῦ κόσμου καθαίρεται τῇ ἐπιφανείᾳ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Σήμερον λαμπαδοφεγγεῖ πᾶσα ἡ κτίσις ἄνωθεν. Σήμερον ἡ πλάνη κατήργηται, καί ὁδόν ἡμῖν σωτηρίας ἐργάζεται ἡ τοῦ Δεσπότου ἐπέλευσις. Σήμερον τά ἄνω τοῖς κάτω συνεορτάζει, καί τά κάτω τοῖς ἄνω συνομιλεῖ. Σήμερον ἡ ἱερά καί μεγαλόφωνος τῶν Ὀρθοδόξων πανήγυρις ἀγάλλεται. Σήμερον ὁ Δεσπότης πρός τό βάπτισμα ἐπείγεται, ἵνα ἀναβιβάσῃ πρός ὕψος τό ἀνθρώπινον. Σήμερον ὁ ἀκλινής τῷ ἰδίῳ οἰκέτῃ ὑποκλίνεται, ἵνα ἡμᾶς ἐκ τῆς δουλείας ἐλευθερώσῃ. Σήμερον Βασιλείαν οὐρανῶν ὠνησάμεθα· τῆς γάρ Βασιλείας τοῦ Κυρίου οὐκ ἔσται τέλος.
Σήμερον γῆ καί θάλασσα τήν τοῦ κόσμου χαράν ἐμερίσαντο, καί ὁ κόσμος εὐφροσύνης πεπλήρωται. Εἴδοσάν σε ὕδατα, ὁ Θεός, εἴδοσάν σε ὕδατα καί ἐφοβήθησαν. Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τά ὀπίσω, θεασάμενος τό πῦρ τῆς θεότητος, σωματικῶς κατερχόμενον, καί εἰσερχόμενον ἐπ᾽ αὐτόν. Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τά ὀπίσω, θεωρῶν τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ἐν εἴδει περιστερᾶς κατερχόμενον, καί περιϊπτάμενόν σοι. Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τά ὀπίσω, ὁρῶν τόν Ἀόρατον ὁραθέντα, τόν Κτίστην σαρκωθέντα, τόν Δεσπότην ἐν δούλου μορφῇ. Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τά ὀπίσω, καί τά ὄρη ἐσκίρτησαν, Θεόν ἐν σαρκί καθορῶντα, καί νεφέλαι φωνήν ἔδωκαν, θαυμάζουσαι τόν παραγενόμενον, φῶς ἐκ φωτός, Θεόν ἀληθινόν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, δεσποτικήν πανήγυριν σήμερον ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ὁρῶντες, αὐτόν δέ τόν τῆς παρακοῆς θάνατον, καί τό τῆς πλάνης κέντρον, καί τόν τοῦ, ᾍδου σύνδεσμον ἐν τῷ Ἰορδάνῃ βυθίσαντα, καί Βάπτισμα σωτηρίας τῷ κόσμῳ δωρησάμενον.
Ὅθεν κἀγώ ὁ ἁμαρτωλός καί ἀνάξιος δοῦλος σου, τά μεγαλεῖα τῶν θαυμάτων σου διηγούμενος, συνεχόμενος φόβῳ, ἐν κατανύξει βοῶ σοι· Μετά δέ τήν συμπλήρωσιν, λέγει γεγονωτέρᾳ φωνῇ. Μέγας εἶ, Κύριε, καί θαυμαστά τά ἔργα σου, καί οὐδείς λόγος ἐξαρκέσει πρός ὕμνον τῶν θαυμασίων σου (ἐκ γ'). Σύ γάρ βουλήσει ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τό εἶναι παραγαγών τά σύμπαντα τῷ σῷ κράτει συνέχεις τήν κτίσιν, καί τῇ σῇ προνοίᾳ διοικεῖς τόν κόσμον. Σύ ἐκ τεσσάρων στοιχείων τήν κτίσιν συναρμόσας, τέτταρσι καιροῖς τόν κύκλον τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐστεφάνωσας. Σέ τρέμουσιν αἱ νοεραί πᾶσαι Δυνάμεις. Σέ ὑμνεῖ ἥλιος, σέ δοξάζει σελήνη, σοί ἐντυγχάνει τά ἄστρα, σοί ὑπακούει τό φῶς, σέ φρίττουσιν ἄβυσσοι, σοί δουλεύουσιν αἱ πηγαί. Σύ ἐξέτεινας τόν οὐρανόν ὡσεί δέρριν· σύ ἐστερέωσας τήν γῆν ἐπί τῶν ὑδάτων· σύ περιετείχισας τήν θάλασσαν ψάμμῳ· σύ πρός ἀναπνοάς τόν ἀέρα ἐξέχεας· Ἀγγελικαί Δυνάμεις σοί λειτουργοῦσιν· οἱ τῶν, Ἀρχαγγέλων χοροί σέ προσκυνοῦσι· τά πολυόμματα Χερουβίμ, καί τά ἑξαπτέρυγα Σεραφίμ κύκλῳ ἱστάμενα καί περιϊπτάμενα, φόβῳ τῆς ἀπροσίτου σου δόξης κατακαλύπτονται.
Σύ γάρ Θεός ὤν ἀπερίγραπτος, ἄναρχός τε καί ἀνέκφραστος, ἦλθες ἐπί τῆς γῆς, μορφήν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος· οὐ γάρ ἔφερες, Δεσπότα, διά σπλάγχνα ἐλέους σου, θεάσασθαι ὑπό τοῦ διαβόλου τυραννούμενον τό γένος τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ᾽ ἦλθες καί ἔσωσας ἡμᾶς. Ὁμολογοῦμεν τήν χάριν, κηρύττομεν τόν ἔλεον, οὐ κρύπτομεν τήν εὐεργεσίαν, τάς τῆς φύσεως ἡμῶν γονάς ἠλευθέρωσας, παρθενικήν ἡγίασας μήτραν τῷ τόκῳ σου, πᾶσα ἡ κτίσις ὕμνησέ σε ἐπιφανέντα. Σύ γάρ ὁ Θεός ἡμῶν ἐπί τῆς γῆς ὤφθης, καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφης. Σύ καί τά Ἰορδάνια ῥεῖθρα ἡγίασας, οὐρανόθεν καταπέμψας τό Πανάγιον σοῦ Πνεῦμα, καί τάς κεφαλάς τῶν ἐκεῖσε ἐμφωλευόντων συνέτριψας δρακόντων.
Αὐτός οὖν, φιλάνθρωπε Βασιλεῦ, πάρεσο καί νῦν διά τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, καί ἁγίασον τό ὕδωρ τοῦτο (ἐκ γ΄ ). Καί δός αὐτῷ τήν χάριν τῆς ἀπολυτρώσεως, τήν εὐλογίαν τοῦ Ἰορδάνου. Ποίησον αὐτό ἀφθαρσίας πηγήν, ἁγιασμοῦ δῶρον, ἁμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων ἀλεξιτήριον, δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον, Ἀγγελικῆς ἰσχύος πεπληρωμένον, ἵνα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καί μεταλαμβάνοντες ἔχοιεν αὐτό πρός καθαρισμόν ψυχῶν καί σωμάτων, πρός ἰατρείαν παθῶν, πρός ἁγιασμόν οἴκων, πρός πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον. Σύ γάρ εἶ ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ δι᾽ ὕδατος καί Πνεύματος ἀνακαινίσας τήν παλαιωθεῖσαν φύσιν ὑπό τῆς ἁμαρτίας. Σύ εἶ ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ δι᾽ ὕδατος κατακλύσας ἐπί τοῦ Νῶε τήν ἁμαρτίαν. Σύ εἶ ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ διά θαλάσσης ἐλευθερώσας ἐκ τῆς δουλείας Φαραώ, διά Μωϋσέως, τό γένος τῶν Ἑβραίων·
O ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΑΙ Ο ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΤΗΣ ΑΣΙΖΗΣ
Ὁ Ἅγιος Σεραφεὶμ καὶ ὁ Φραγκίσκος τῆς Ἀσίζης
Μία συγκλονιστικὴ Ἀποκάλυψη καὶ Μαρτυρία
Τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖο ἀναφέρουμε παρακάτω μᾶς μεταδόθηκε προφορικά, τὸν Αὔγουστο τοῦ 1931, ἀπὸ τὸν κ. Κ., ὁ ὁποῖος κατόπιν μᾶς τὸ ἔστειλε σὲ μία ἐπιστολή. Αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴ θὰ χρησιμοποιήσουμε καὶ ἐδῶ. Εἶναι κοινῶς γνωστό, ὅτι ὁ Ἅγιος Σεραφεὶμ γνώριζε ἐκ πείρας καὶ εἶπε πάνω ἀπὸ μία φορά, ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς διατηρήθηκε σὲ ὅλη του τὴν πληρότητα καὶ ἁγνότητα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖο εἶναι πάρα πολὺ ἐκπληκτικὸ καὶ πειστικὸ εἶναι ἡ δική του θεϊκὴ ἀρετὴ καὶ τὸ πλήρωμα τῆς Χάριτος, ἡ ὁποία ἐνοικοῦσε σὲ αὐτὸν μὲ τέτοια «δύναμη» (Μάρκ. 9:1), ποὺ σπάνια εὕρισκε κανεὶς ἀκόμη καὶ στοὺς παλαιοὺς Ἁγίους. Εἶναι ἀρκετὸ νὰ ἀναφέρουμε ἁπλῶς τὴν συνομιλία τοῦ Ν. Ἀ. Μοτοβίλωφ μὲ τὸν Ἅγιο, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ὁποίας θαυματουργικὰ μεταμορφώθηκε, ὅπως ὁ Κύριος στὸ Ὄρος Θαβώρ, γιὰ νὰ στερεώσει, χωρὶς τὴν ἐλάχιστη ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία πράγματι διατηρεῖ ἀκόμη τὴν ἀρχική της γνησιότητα, ζωτικότητα, πληρότητα καὶ τελειότητα. Ἀλλὰ ἂς παραθέσουμε τοὺς δικούς του λόγους:
«Ἐμεῖς ἔχουμε τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη ποὺ δὲν ἔχει οὔτε τὴν ἐλάχιστη κηλῖδα». «Σᾶς παρακαλῶ καὶ σᾶς ἱκετεύω», ἔλεγε σὲ ἄλλη περίσταση σὲ κάποιους Παλαιόπιστους, «πηγαίνετε στὴν Ἑλληνορωσικὴ Ἐκκλησία. Ἔχει ὅλη τὴν δύναμη καὶ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Καθοδηγεῖται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα». Αὐτὴ ἡ μαρτυρία ἔχει κατατεθεῖ καὶ ἀπὸ κάποιον ὀπαδὸ ἄλλης ὁμολογίας. Τὰ γεγονότα εἶναι τὰ ἑξῆς.
«Ἕνας φίλος μου», γράφει ὁ κ. Κ., «μοῦ διαβίβασε μία ἐπιστολὴ γραμμένη στὰ Γαλλικά, στὴν ὁποία μία κυρία ἀπὸ τὴν Ἀλσατία [περιοχὴ τῆς ΒΑ Γαλλίας, στὰ σύνορα μὲ τὴν Γερμανία], τοῦ ζητοῦσε νὰ τῆς στείλει κάτι σχετικὸ μὲ τὴν Ρωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία: ἕνα βιβλίο μὲ προσευχὲς ἢ κάτι παρόμοιο. Ἂν δὲν κάνω λάθος, αὐτὸ συνέβη τὸ ἔτος 1925. Τῆς ἔστειλαν κάτι ὡς ἀπάντηση στὴν ἐπιστολή της καὶ τὸ ζήτημα παρέμεινε ἐκεῖ γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα. Τὸ 1927 ἤμουν σὲ ἐκείνην τὴν περιοχὴ καὶ προσπάθησα νὰ γνωρισθῶ μὲ τὴν κυρία αὐτή. Ἐκείνη ὅμως ἔλειπε γιὰ τὶς καλοκαιρινές της διακοπὲς καὶ ἔτσι γνώρισα μόνον τὴν πεθερά της, μία ἡλικιωμένη κυρία μεγάλης χριστιανικῆς ἀγάπης καὶ ἁγνότητας καρδιᾶς.
Μοῦ εἶπε ὅτι ἡ οἰκογένειά τους εἶχε παλαιὰ καὶ εὐγενῆ καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Ἀλσατία, ἀπὸ τοὺς Ν. Ν., καὶ ὅτι αὐτοὶ ἦταν Προτεστάντες. Πρέπει νὰ ποῦμε, ὅτι στὴν περιοχὴ αὐτὴ τῆς Ἀλσατίας οἱ χωρικοὶ ἔχουν διαφορετικὰ πιστεύω, οἱ μισοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ οἱ ἄλλοι μισοὶ Προτεστάντες. Ἔχουν κοινὸ ναό, στὸν ὁποῖο τελοῦν τὶς Ἀκολουθίες τους ἐναλλάξ. Στὸ βάθος τοῦ ναοῦ ὑπάρχει ἕνα ρωμαϊκὸ θυσιαστήριο μὲ ἀγάλματα καὶ ὅλα τὰ προσαρτήματα. Ὅταν ἔχουν Ἀκολουθία, οἱ Προτεστάντες σύρουν ἕνα παραπέτασμα μπροστὰ ἀπὸ τὸ Καθολικὸ θυσιαστήριο, ξετυλίγουν τὴν τράπεζά τους στὸ μέσον καὶ προσεύχονται. Πρόσφατα ἔχει δημιουργηθεῖ κάποιο κίνημα στὴν Ἀλσατία μεταξὺ τῶν Προτεσταντῶν ὑπὲρ τῆς λατρείας τῶν Ἁγίων.
Αὐτὸ συνέβη μετὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ βιβλίου τοῦ Σαμπατιὲ γιὰ τὸν [Καθολικὸ Ἅγιο] Φραγκίσκο τῆς Ἀσίζης. Παρόλο ποὺ αὐτός, [ὁ Σαμπατιέ] ἦταν Προτεστάντης, γοητεύθηκε ἀπὸ τὸν τρόπο ζωῆς αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου ἔπειτα ἀπὸ ἐπίσκεψή του στὴν Ἀσίζη. Ἡ οἰκογένεια τῶν φίλων μου μαγεύθηκε καὶ αὐτὴ ἀπὸ αὐτὸ τὸ βιβλίο. Ἂν καὶ παρέμειναν στὸν Προτεσταντισμό, παρ᾿ ὅλα αὐτά, ἔνιωθαν ἀνικανοποίητοι ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἰδιαίτερα ἀγωνίζονταν γιὰ μία ἀποκατάσταση τῶν Μυστηρίων καὶ τῆς τιμῆς τῶν Ἁγίων. Ἐπιπλέον, χαρακτηριστικὸ ἦταν πώς, ὅταν ὁ Ἱερέας ἔκανε τὴν τελετὴ τοῦ γάμου, τοῦ ζητοῦσαν νὰ μὴν σύρει τὸ παραπέτασμα ἐπάνω ἀπὸ τὸ Καθολικὸ θυσιαστήριο, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ βλέπουν τουλάχιστον τὰ ἀγάλματα τῶν Ἁγίων.
Ἡ καρδιά τους ἀναζητοῦσε τὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία. Κάποτε ἡ νεαρὴ σύζυγος ἦταν ἄρρωστη καὶ καθόταν στὸν κῆπο, διαβάζοντας τὸν “Βίο τοῦ Ἅγ. Φραγκίσκου τῆς Ἀσίζης”. Ὁ κῆπος ἦταν ὁλάνθιστος. Ἡ ἡσυχία τῆς ὑπαίθρου τὴν περιτύλιγε. Καθὼς διάβαζε τὸ βιβλίο, ἔπεσε σὲ ἐλαφρὸ ὕπνο. “Δὲν γνωρίζω καὶ ἡ ἴδια πῶς ἔγινε”, μοῦ ἔλεγε ἀργότερα. “ Εἶδα ξαφνικὰ τὸν ἴδιο τὸν Φραγκίσκο νὰ ἔρχεται πρὸς τὸ μέρος μου, καὶ μαζί του ἕναν παπούλη σὰν πατριάρχη, κυρτωμένο, ἀλλὰ ποὺ ἀκτινοβολοῦσε”, εἶπε, δείχνοντας μὲ αὐτὸ τὴν προχωρημένη του ἡλικία καὶ τὴν σεβάσμια ἐμφάνισή του. Ἦταν ὅλος στὰ λευκά. Αὐτὴ ἔνιωσε τρόμο, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ἦρθαν ἀρκετὰ κοντά της καὶ ὁ Φραγκίσκος εἶπε:
Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ
Κατά Ιωάννην (κ΄ 19-31)
Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. Ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον. Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. Καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται. Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ' αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς. Ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω. Καὶ μεθ' ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ' αὐτῶν. Ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· εἰρήνη ὑμῖν. Εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός. Καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες. Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ· ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.
ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ''ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΕΠΙΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΕΩΣ ΜΑΣ''
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΡΘΡΟΥ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ (2026)
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ (2023)
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ: ΤΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κ' 19-31
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ (2021)
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ (2026)
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ (2026)
Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης
Φυλή Αττικής
Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026
Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΕΩΣ
Η Ορθόδοξος Παράδοσις θεωροῦσε ἀνέκαθεν τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους,
ἔστω καί ἄν ἦσαν ἀκόμη ἄκριτοι,
ὡς μή κοινωνικούς,
ὡς εὑρισκομένους ἐκτός τῆς κοινωνίας Πίστεως, ἐκτός τῆς κοινωνίας τῆς ᾿Εκκλησίας.
Ο Μέγας Βασίλειος ἐπίστευε,
ὅτι ἡ κοινωνία δέν εἶναι κάτι τυπικόν,
ἀλλά θέμα οὐσίας, θέμα Πίστεως, θέμα σωτηρίας.
Γράφων πρὸς τοὺς Εὐαισηνούς, εὔχεται νὰ μὴν ἐκπέση ἐκ τῆς κοινωνίας μὲ ἐκεῖνο τὸ τμῆμα τῆς ᾿Εκκλησίας, τὸ ὁποῖο παραμένει ἐπὶ τῆς βάσεως «τῆς ὑγιοῦς καὶ ἀδιαστρόφου διδασκαλίας», ἐφ᾿ ὅσον ἡ ὀρθὴ Πίστις εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς κοινωνίας καὶ ἡ κοινωνία μὲ τοὺς ᾿Ορθοδόξους σημαίνει τοποθέτησι στὴν «μερίδα» τῶν δικαίων «ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τῇ δικαίᾳ, ὅταν ἔλθῃ δοῦναι ἡμῖν ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ» (PG τ. 32, στλ. 937D-940Α: ᾿Επιστολὴ ΣΝΑ´ «Εὐαισηνοῖς», § 4). ῾Η κοινωνία μὲ αἱρετικούς, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειον εἶναι ἀνεπίτρεπτος, ἐφ᾿ ὅσον διὰ τῆς ἀθετήσεως ἐν ὅλῳ ἤ ἐν μέρει τῆς ᾿Ορθοδόξου ῾Ομολογίας,αὐτοὶ τίθενται αὐτομάτως ἐκτὸς τῆς κοινωνίας τῆς ᾿Εκκλησίας.
Ο Οὐρανοφάντωρ, ἤδη, ὡς Διάκονος, διέκοψε τὸ 361 τὴν κοινωνίαν μὲ τὸν ᾿Επίσκοπο Καισαρείας Διάνιον καὶ κατέφυγε στὴν ἐρημία τοῦ Πόντου, παρὰ τὸ, ὅτι ἀγαποῦσε καὶ ἐσέβετο αὐτὸν βαθύτατα καὶ παρὰ τὸ, ὅτι ὁ Διάνιος τὸν εἶχε βαπτίσει καὶ χειροτονήσει· γιατί ἔπραξε τοῦτο; γιατί «ἀπετειχίσθη»; Διότι ὁ Διάνιος, ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος, εἶχε ὑπογράψει τὴν μὴ ὀρθόδοξο ὁμολογία πίστεως τῆς ἡμιαρειανικῆς συνόδου Κωνσταντινουπόλεως [360, ἔξαρχος ὁ «῾Ομοιανὸς» ᾿Ακάκιος Καισαρείας Παλαιστίνης] (PG τ. 32, στλ. 388C-392Α: Επιστολὴ ΝΑ´ «Βοσπορίῳ ᾿Επισκόπῳ»). Αργότερα, ὡς ᾿Επίσκοπος πλέον, δὲν ἐδίστασε νὰ διασπάση καὶ τὴν παλαιὰν φιλία του μὲ τὸν ἀρειανόφρονα ἐπίσκοπο Σεβαστείας Εὐστάθιον καὶ νὰ διακόψη κάθε ἐπαφὴ μαζί του· ἐπεξηγῶν τὴν αὐστηρὰν στάσι του, ἔγραφε:
Τώρα ὅμως, ἐὰν μήτε μὲ ἐκείνους (τοὺς περὶ τὸν Εὐστάθιον) συμφωνοῦμε, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὁμόφρονάς των ἀποφεύγουμε, δικαίως θὰ τύχωμε ἀσφαλῶς συγγνώμης, «μηδὲν προτιμότερον τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑαυτῶν ἀσφαλείας τιθέμενοι» (PG τ. 32, στλ.925BC: Επιστολὴ ΣΜΕ´, «Θεοφίλῳ ᾿Επισκόπῳ»). Την 29.6.1995 στὸ Βατικανό, ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαῖος καὶ ὁ Πάπας ᾿Ιωάννης Παῦλος Β´ ὑπέγραψαν «Κοινὸ ᾿Ανακοινωθέν». Μὲ τὸ κείμενο αὐτό, σαφῶς κείμενο πίστεως, διεκηρύχθη ἡ Θεολογία τῶν «᾿Αδελφῶν ᾿Εκκλησιῶν», ἡ Βαπτισματικὴ Θεολογία, ἡ δυνατότης «ἤδη ἀπὸ τοῦ νῦν εἰς τοὺς Καθολικοὺς καὶ ᾿Ορθοδόξους νὰ δίδουν μίαν κοινὴν μαρτυρίαν πίστεως», ἡ Θεολογία τῆς «Κοινῆς Διακονίας» καὶ ἡ προοπτικὴ τοῦ Διαθρησκειακοῦ Διαλόγου. (Βλέπε ᾿Αρχιμ. Κυπριανοῦ ῾Αγιοκυπριανίτου, ᾿Ορθοδοξία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις, σελίδα 19,᾿Αθήνα 1997).
Η ἐνέργεια αὐτή, ἀποκορύφωμα πολλῶν ἄλλων παρομοίων οἰκουμενιστικῶν διαβημάτων, συνιστᾶ ἀναμφισβητήτως πτῶσιν πίστεως· παραδέχεται καὶ διακηρύσσει μίαν νέα «῾Ομολογία Πίστεως», μίαν αἱρετικὴ ὁμολογία. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι «κοινωνικὸς», ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ οἱ ὁμόφρονές του οἰκουμενισταὶ ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι σαφῶς καὶ συνεχῶς καὶ ἐκ πεποιθήσεως, δηλαδή, ὄχι ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος, ἀρνοῦνται τὴν ἐκκλησιολογικὴ καὶ σωτηριολογικὴ ἀποκλειστικότητα τῆς Μιᾶς (καὶ Μοναδικῆς) ᾿Εκκλησίας, τοῦτ᾿ ἔστιν τῆς ᾿Ορθοδοξίας; Περαιτέρω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι «κοινωνικοὶ» οἱ Οἰκουμενισταί, ἐφ᾿ ὅσον συμμετέχουν πλήρως στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνησι καὶ ἀνήκουν ὀργανικῶς στὰ θεσμικά της ὄργανα, ἐντὸς τῶν ὁποίων καλλιεργεῖται ἀποδεδειγμένως ἕνας ἀντορθόδοξος δογματικός, κανονικὸς καὶ ἠθικὸς «μινιμαλισμός»;
῎Αν ζοῦσε σήμερα ὁ Μέγας Βασίλειος,
θὰ κοινωνοῦσε μὲ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστάς;
Βεβαιότατα, ὄχι·
καὶ τοῦτο, διότι ἡ ἀρχή, τὴν ὁποία διεκήρυξε ἔχει αἰώνιον κῦρος:
«μηδὲν προτιμότερον τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑαυτῶν ἀσφαλείας τιθέμενοι».
(τίποτε ἄλλο δὲν θεωροῦμε προτιμότερον ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν εὐστάθειά μας στὴν ὀρθὴ Πίστι).
Περιοδικό: «᾿Ορθόδοξος ᾿Ενημέρωσις»
ἀριθμός 26
᾿Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1997
ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ
1 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ
Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Βασίλειος, ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Ουάλεντος εν έτει τξδ΄ [364], προς τον οποίον Ουάλεντα επαρρησιάσθη διά την Ορθόδοξον πίστιν, και ήλεγξεν αυτόν. Eπειδή και έπεσεν εις την κακοδοξίαν των Aρειανών, και με άγριον και θηριώδη τρόπον εκακοποίει και επολέμει τας Eκκλησίας των Ορθοδόξων. Ούτος λοιπόν από μεν τον πατέρα, ήτον Μαυροθαλασσίτης. Aπό δε την μητέρα, ήτον Καππαδόκης, ήτοι εκατάγετο από την λεγομένην Καραμανίαν. Κατά δε τους λόγους και την παιδείαν, υπερέβαλεν, όχι μόνον τους ελλογίμους του καιρού του, αλλά ακόμη και τους παλαιούς φιλοσόφους. Περάσας γαρ κάθε είδος παιδείας, εις κάθε μίαν από αυτάς το κράτος και την νίκην απόκτησεν. Ου μόνον δε ταύτα, αλλά και την διά πράξεως ήσκησε φιλοσοφίαν. Και διά της πράξεως ανέβη και εις την θεωρίαν των όντων. Eκ τούτων δε, ανέβη και εις τον θρόνον της Aρχιερωσύνης. Όταν δε έγινεν Aρχιερεύς, πολλούς αγώνας εποίησεν ο μακάριος διά την Ορθόδοξον πίστιν. Με την σταθερότητα γαρ και γενναιότητα του φρονήματός του, κατέπληξε τον έπαρχον Μόδεστον. Με τους Oρθοδόξους δε λόγους οπού συνέγραψε, των κακοδόξων τα φρονήματα κατεβρόντησε. Και προς τούτοις, την των ηθών κατάστασιν ερρύθμισε. Την ασκητικήν φιλοσοφίαν εδίδαξε, την των όντων γνώσιν εσαφήνισε. Και διά να ειπώ συντόμως, ούτος ο Άγιος οδηγήσας εις σωτηρίαν την λογικήν του Χριστού ποίμνην διά μέσου κάθε αρετής, προς Κύριον εξεδήμησεν. Ήτον δε ο Μέγας Βασίλειος κατά τον χαρακτήρα του σώματος, πολλά μακρύς. Ξηρός και ολιγόσαρκος, μελανός εις το πρόσωπον κατά το χρώμα, πλην είχεν αυτό σύμμικτον και με κιτρινάδα. Ήτον μακρομύτης. Είχε τα οφρύδια στρογγυλά, το δε δέρμα το επάνω των οφρυδίων, το είχε συμμαζωμένον. Eφαίνετο όμοιος με έναν οπού συλλογίζεται και προσέχει εις τον εαυτόν του. Είχε το πρόσωπον ζαρωμένον με ολίγας χαραγάς. Τα μάγουλα είχε μακρά. Τους μήνιγγας, δασείς από τρίχας συνεστραμμένας κυκλοειδώς. Eφαίνετο κατά την επιφάνειαν, πως είχεν ολίγον κουρευμένας τας τρίχας. Το γένειον είχε μακρόν αρκετά και τας τρίχας είχε μεμιγμένας, ήτοι μαύρας ομού με άσπρας. Τελείται δε η αυτού Σύναξις, εν τη Aγιωτάτη Μεγάλη Eκκλησία. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτού όρα εις τον Νέον Θησαυρόν.)
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Εις τον Μέγαν Βασίλειον εγκώμια έπλεξαν Γρηγόριος ο Θεολόγος, ου η αρχή· «Έμελλεν άρα». Ο αυτάδελφός του Γρηγόριος ο Νύσσης, ου η αρχή· «Καλήν επέθηκεν». Εφραίμ ο Σύρος, ου η αρχή· «Κλίνατέ μοι τας ακοάς αδελφοί» (σώζονται εν τοις εκδεδομένοις)· και ο Αμφιλόχιος Ικονίου, ου η αρχή· «Αγαπητοί, ουκ ην απεικός» (σώζεται εν τη Λαύρα και εν τη των Ιβήρων). Όρα και το θαύμα οπού εποίησεν ούτος, ανοίξας τας πύλας του Ναού, κατά την δεκάτην ενάτην του παρόντος.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: Η ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ - ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΟ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: Ο ΓΝΗΣΙΟΣ ΔΕΣΠΟΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΕΝΑΡΕΤΟΣ ΙΕΡΕΑΣ
ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΛΟΓΟΙ ΠΕΡΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ: Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΓΕΝΝΑΕΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΚΑΙ ΓΥΜΝΑΖΕΙ ΑΘΛΗΤΕΣ
Η ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ <<ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΣ>> 1997: Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΕΩΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗ: «ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΖΩΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟ»
ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΣΑΡΑΝΤΑ: ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΓΥΙΕ ΜΟΥ! ΚΑΛΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ!
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΟ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: ΚΥΡΙΕ ΙΩΑΝΝΗ ΠΟΤΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ; ΟΤΑΝ ΟΡΙΣΕΙΣ ΕΣΥ ΔΕΣΠΟΤΑ
ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: ΕΡΓΑ ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ-ΤΑ ΑΓΡΑΦΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΟ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ ΚΙ Η ΖΥΓΑΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
.jpg)


.jpg)








