Αντικαπιταλιστικη Πολιτικη Ομαδα

Μεταβατική αντίληψη – μαζική ανατρεπτική Αριστερά*

Η περίοδος χαρακτηρίζεται από την επέλαση της αγοράς και από κυβερνήσεις όπου κυριαρχούν τα κατεξοχήν κόμματα της άρχουσας τάξης, η Δεξιά και η σύγχρονη ακροδεξιά.

Ταυτόχρονα παρατηρούμε την υποχώρηση της Αριστεράς διεθνώς.

Δεν πρόκειται για διακύμανση του επί δεκαετίες γνωστού πολιτικού πλαισίου αλλά για αλλαγή εποχής.

Βιώνουμε το τέλος της εποχής του δικομματισμού/ διπολισμού μεταξύ Δεξιάς και Σοσιαλδημοκρατίας η οποία για μία ολόκληρη ιστορική εποχή κατανοείτο από το μαζικό κοινωνικό ακροατήριο ως μαζική, κυβερνητική Αριστερά.

Τώρα οι κυρίαρχες κυβερνητικές δυνάμεις στην Ευρώπη και ευρύτερα, όπως και αν εμφανίζονται (κεντροδεξιά, κεντροαριστερά ή μαζί ως «ακραίο κέντρο») κινούνται σε διαρκή δεξιά κατεύθυνση με αντιπολίτευση την πιο … ακροδεξιά. Τα όρια μεταξύ τους είναι θολά. Πρόκειται για μια επέλαση ενός, ορισμένου, σύγχρονου νεο – φασισμού με εμφατικό παράδειγμα τον Τραμπ. 

Τα μαζικά εγκλήματα τα διαπράττει η κυβέρνηση και το κράτος (πχ Τέμπη – Πύλος κ.α.)  – αντί για τις συμμορίες του πεζοδρομίου όπως η Χ.Α. που τσακίστηκε από το μαχητικό αντιφασιστικό κίνημα με πολύτιμη την παρουσία των οργανώσεων της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς – και χρειάζεται μαζική πολιτική απάντηση σε όλη την κλίμακα της ταξικής επίθεσης.  

Η αναγνώριση της υποχώρησης της Αριστεράς σημαίνει την εξαγωγή συμπερασμάτων. Καμία εκδοχή της δεν δικαιώνεται. Το αντίθετο συμβαίνει.

Η υπαγωγή στη νεοφιλελεύθερη στρατηγική και η πλήρης συστημική ενσωμάτωση της μαζικής, σοσιαλδημοκρατικής, κυβερνητικής Αριστεράς και η κατάρρευσή της 

α) δημιούργησε πολιτικό κενό της Αριστεράς

β) άλλαξε την γεωμετρία του πολιτικού σκηνικού μέσα στο οποίο συγκροτήθηκαν από την δεκαετία του ‘70 οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.

Στο παρελθόν η Σοσιαλδημοκρατία “όργωνε το κοινωνικό χωράφι” δηλαδή οργάνωνε τη δράση της εργατικής τάξης και της κοινωνικής πλειοψηφίας και ταυτόχρονα από θέση κυβερνητική, υπονόμευε όταν δεν κατέστειλε ευθέως τις ανατρεπτικές προοπτικές του κινήματος. Σε αυτές τις συνθήκες η επαναστατική Αριστερά “έσπερνε  τον κόκκινο σπόρο” αναζητώντας τις πρωτοπορίες και διεκδικώντας την οργάνωσή τους. Ένα σχήμα σε αντιστοιχία με την προσέγγιση των κομμάτων της εργατικής τάξης ως ρεφορμιστικά κόμματα μελών και από την άλλη ως επαναστατικά κόμματα «νέου τύπου» στελεχών, της πρωτοπορίας.

Στις τρέχουσες συνθήκες δεν υπάρχει πλέον μαζικός οργανωτής της κοινωνικής και ταξικής αντίδρασης και πάλης. Χρειάζεται να αναληφθεί η ευθύνη όλης της διαδικασίας. 

Χρειάζεται μαζική Αριστερά!

Αυτονόητα προκύπτει το ζήτημα της μεγάλης συγκέντρωσης της κοινωνικής και πολιτικής δύναμης. Αντ’ αυτού βλέπουμε στο πιο αριστερό άκρο του πολιτικού φάσματος, ιδεολογικά και διακηρυκτικά, αύξηση του σεχταρισμού και διασπάσεις.

Ο μόνος δρόμος προς τη μαζική πολιτική για την ανατρεπτική Αριστερά είναι η μεταβατική προσέγγιση. 

Αφορά μία υποχρεωτική αλλά και δύσκολη άσκηση.

Οι επείγουσες ανάγκες και απαιτήσεις των μαζών για δικαιοσύνη, οικονομική δυνατότητα αξιοπρεπούς αν όχι άνετης ζωής, για δικαιώματα, εργατικά, έμφυλα, για την αντιμετώπιση της οικολογικής καταστροφής κ.α. θέτουν το επείγον του “άμεσου”, του σήμερα – υποτιμώντας το στρατηγικό, την ανατροπή του καπιταλισμού.

Απέναντι σε αυτή την πίεση γίνονται συχνά δύο λάθη:

α) Φυγή προς το “άμεσο” με κίνηση προς τα δεξιά, υπερτονίζοντας την εκλογική διαδικασία και την βουλευτική εκλογή. Συνήθως οδηγεί στην παταγώδη αποτυχία ή στην κρατικοποίηση και την συστημική ενσωμάτωση.

β) Φυγή προς το ιδεολογικό πεδίο, προς κάποια σοσιαλιστική – κομουνιστική προοπτική, κάποτε, στο απροσδιόριστο μέλλον όταν μια ισχυρή ακόμη και πλειοψηφική κοινωνική μερίδα το πιστέψει.

Οι “απλοί” άνθρωποι είναι δυνατό να γίνουν “γίγαντες” όπως έχει φανεί ιστορικά, όχι όμως όταν τους πείσει το κόμμα αλλά όταν συντελούν σε αυτό οι ιστορικές συνθήκες και ο βαθμός της πάλης, ο οποίος δεν μπορεί να ρυθμιστεί από την πολιτική Αριστερά.

Οι άμεσες νίκες είναι πάντα προσωρινές μέσα στο καπιταλιστικό πλαίσιο. Μόνο όμως μέσω αυτών είναι δυνατόν να γίνει μαζική η επιρροή των επαναστατικών ιδεών.

Οι άμεσες νίκες του κινήματος δεν συσσωρεύονται μέχρι του βαθμού της αντικαπιταλιστικής ανατροπής. Δεν είναι σκαλοπάτια για τον Σοσιαλισμό. Είναι όμως σκαλοπάτια για την άνοδο των συνειδήσεων  και της συγκρότησης της τεράστιας εργατικής, λαϊκής, κοινωνικής δύναμης. 

Η συμβολή του πολιτικού υποκειμένου είναι ακριβώς αυτή, να λειτουργήσει καταλυτικά, με την επαναστατική θεωρία (η οποία δεν γεννιέται αυθόρμητα και εμπειρικά), με την μεταφορά και διάδοση της “μνήμης του κινήματος”, με την οργάνωση και ενίσχυση της εργατικής και λαϊκής αυτενέργειας.

Δεν έρχεται “από τα πάνω”, από την θέση του “ειδικού” και πολύ περισσότερο από την θέση του εκπροσώπου στο κοινοβούλιο αλλά συμβάλει ως ο συνειδητός παράγοντας μέσα και για την έκρηξη των “από κάτω”.

Τα εργατικά αιτήματα και ευρύτερα τα αιτήματα των κινημάτων είναι ρεφορμιστικά αιτήματα. Η λίστα με αυτά είναι περίπου ίδια σε όλες τις οργανώσεις και τα κόμματα της Αριστεράς. Η διαφορά βρίσκεται στην μέθοδο, στην μεταβατική αντίληψη.

Μεταβατικό αίτημα μπορεί να είναι το “Λευτεριά στην Παλαιστίνη” και “Νίκη στην αντίσταση”. Με επίγνωση ότι ανεξάρτητο κράτος σημαίνει καπιταλιστικό κράτος και ίσως μάλιστα ισλαμικού τύπου. Όμως η ίδια η πάλη για την αυτοδιάθεση και η νίκη ανοίγει την ακόρεστη δίψα για περισσότερη απελευθέρωση.

Μεταβατικό αίτημα μπορεί να είναι η κρατικοποίηση των σιδηροδρόμων  με εργατικό έλεγχο και κατ’ επέκταση όλων των ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας. Με επίγνωση ότι το κράτος είναι το “κόμμα του εχθρού” και ότι οι νόμοι του κέρδους και της αγοράς λειτουργούν εξίσου στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα. Κι εδώ η πάλη και η νίκη κόντρα στην κυρίιαρχη αντίληψη για την αχαλίνωτη επέκταση της αγοράς ανοίγει την δίψα. Μάλιστα το ζήτημα του εργατικού/ κοινωνικού ελέγχου πάει ένα βήμα παρακάτω στην αμφισβήτηση της εξουσίας και της διεύθυνσης των αφεντικών από την πλευρά της εργασίας.

Μεταβατικό αίτημα είναι η απελευθέρωση από την έμφυλη καταπίεση. Η υποκρισία των “από πάνω” στο ζήτημα (και γενικότερα στον κάθε είδους ρατσισμό) είναι πρόδηλη. Για να νικήσουμε οριστικά και μόνιμα πρέπει να τους ανατρέψουμε. 

Μεταβατικά χαρακτηριστικά μπορεί να έχει και η πάλη στο εκλογικό/ κοινοβουλευτικό πεδίο μέχρι και το ενδεχόμενο μεταβατικού κυβερνητικού προγράμματος.

Δεν έχουν ωστόσο υπάρξει ούτε είναι δυνατόν να υπάρξουν «μεταβατικά καθεστώτα». Η πάλη είναι μία συνεχής πορεία προς την ανατροπή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και την καταστροφή του καπιταλιστικού κράτους και όχι ασφαλώς προπαγάνδα κάποιου λεπτομερούς σχεδίου της μελλοντικής κοινωνίας και πολύ περισσότερο με αναφορές στην πιο αυταρχική μορφή του καπιταλιστικού κράτους, του κόμματος – κράτους.

Το όραμα, ο στρατηγικός στόχος είναι το κλειδί για την μεταβατική αντίληψη γιαυτό πρέπει να είναι παρόν σε κάθε πολιτική επιλογή με την πεποίθηση ότι η αντικαπιταλιστική ανατροπή είναι ιστορικά επίκαιρη, στον παρόντα χρόνο. 

Το όραμα αφορά στην ανάδειξη των κριτηρίων της απελευθέρωσης. Μέτρο του δεν είναι οικονομικοί δείκτες και μείγματα διαχείρισης της αγοράς και της «γεωπολιτικής» αλλά ο βαθμός της απελευθέρωσης από κάθε καταπίεση και εκμετάλλευση και κυρίως ο βαθμός της συμμετοχής των μαζών στην άσκηση της πολιτικής, της διοίκησης και της διαχείρισης όλης της κοινωνίας. 

Μπορεί η ανατρεπτική, αντικαπιταλιστική, επαναστατική Αριστερά να κάνει μαζική πολιτική σε μη επαναστατικές συνθήκες; Μπορεί και μάλιστα σήμερα επιβάλλεται. Είναι υποχρέωση απέναντι στις απειλές και τους κινδύνους και ταυτόχρονα ιστορική ευκαιρία απέναντι στην κατάρρευση της Σοσιαλδημοκρατίας.  

Ένα τέτοιο πολιτικό υποκείμενο οφείλει να αναπτύσσει και να βαθαίνει τους όρους της ενοποίησης και της συγκέντρωσης της δύναμης. Γιαυτό οφείλει να συγκροτεί διαρκώς τους όρους της εσωτερικής συζήτησης – αντιπαράθεσης. Δεν μπορεί να υπάρξει μαζικό πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς με μία, μόνο άποψη στο εσωτερικό του. Πρέπει οι διάφορες και διαφορετικές πολιτικές απόψεις να μπορούν και κυρίως να θέλουν να συνυπάρχουν, να είναι διαθέσιμες να αλλάξουν εάν πεισθούν τόσο στο επίπεδο της θεωρητικής συζήτησης και ανάλυσης όσο πολύ περισσότερο στο επίπεδο της πράξης και της αποτίμησης των αποτελεσμάτων.  

Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία επιχειρεί τολμηρά να αναμετρηθεί με αυτές τις προκλήσεις. Να μπει στην αναζήτηση της μαζικής και ταυτόχρονα ριζοσπαστικής και ανατρεπτικής αριστερής πολιτικής. 

Ο πυρήνας του κινήματος των Τεμπών, ο πυρήνας του κινήματος αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη, ενάντια στο νεοφιλελεύθερο αν όχι νεο – φασίζων κράτος και την ασυδοσία της αγοράς, για τα εργατικά δικαιώματα, ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις και για την επανακρατικοποίηση, ενάτια στον εθνικισμό και στον πόλεμο, για τον αντιφασισμό και τον αντιρατσισμό, για τα έμφυλα δικαιώματα και την πάλη ενάντια στην οικολογική καταστροφή, ο πυρήνας του Όχι στο δημοψήφισμα του 2015, είναι ενεργός, παλεύει και είναι το κατεξοχήν ακροατήριό μας. Με μαζικούς όρους.

Η εκλογική τακτική είναι απλά μία συνέπεια αυτής της οπτικής και θα πρέπει να εκπονηθεί με βάση τους όρους της εκλογικής συγκυρίας.

*παρέμβαση της Αντικαπιταλιστικής Πολιτικής Ομάδας στην εκδήλωση “Για μια νέα ενωτική και ανατρεπτική πολιτική στην Αριστερά” που πραγματοποιήθηκε στην Πάντειο στις 11/10/2025

Συμπεράσματα και προοπτικές για την Αριστερά που έχουμε ανάγκη σήμερα

  1. Ο πόλεμος καθορίζει την συγκυρία. Από τον πόλεμο στην Ουκρανία έως την γενοκτονία που συντελείται στη Γάζα και την σύγκρουση Ισραήλ και Ιράν των τελευταίων ημερών.

Πλέον ζούμε σε ένα διαφορετικό κόσμο από τον κόσμο που ξέραμε πριν 5 χρόνια.

Η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και το ξέσπασμα πολέμων» έχει ως συνέπεια μια διαδικασία απορρύθμισης / κατάρρευσης του διεθνούς πλαισίου της «αστικής συμφωνίας» μετά τον ΒΠΠ. 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Η μεταβατική αντίληψη

Το ενιαίο μέτωπο και η αντιμετώπιση του ζητήματος της κυβέρνησης απορρέουν από τη μεταβατική αντίληψη.

Στην εποχή μας και ιδιαίτερα εξαιτίας της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η πολιτική αριστερά, είναι χρήσιμη μια ορισμένη “επιστροφή” σε βασικά ζητήματα.

Το σημείο αφετηρίας είναι το όραμα. Ο Μαρξ δεν μας άφησε καμία συγκεκριμένη περιγραφή για τον Σοσιαλισμό/Κομμουνισμό παρά μόνο ένα πολύ κρίσιμο κριτήριο:

 “Ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες που σ’ αυτό θα πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση, που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Οι όροι αυτής της κίνησης προκύπτουν από τις προϋποθέσεις που τώρα υπάρχουν”. 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Το κίνημα των Τεμπών, το αίτημα για την κρατικοποίηση των σιδηροδρόμων και η Αριστερά

Το «κίνημα των Τεμπών» αποτελεί πρωτοφανή εκδήλωση μαζικής κοινωνικής διαμαρτυρίας
και διεκδίκησης με προμετωπίδα τα αιτήματα για Αλήθεια, Δικαιοσύνη, Τιμωρία των
υπευθύνων.
Στην πραγματικότητα συμπυκνώνει τις συνέπειες αλλεπάλληλων κρίσεων του συστήματος
και των κυβερνητικών διαχειρίσεων επί σειρά ετών, από το 2009 τουλάχιστον, που
φορτώθηκαν «στην πλάτη» των πολλών και «από κάτω» με δραματικές συνέπειες στην ζωή
τους.Το «κίνημα των Τεμπών» αποτελεί πρωτοφανή εκδήλωση μαζικής κοινωνικής διαμαρτυρίας
και διεκδίκησης με προμετωπίδα τα αιτήματα για Αλήθεια, Δικαιοσύνη, Τιμωρία των
υπευθύνων.
Στην πραγματικότητα συμπυκνώνει τις συνέπειες αλλεπάλληλων κρίσεων του συστήματος
και των κυβερνητικών διαχειρίσεων επί σειρά ετών, από το 2009 τουλάχιστον, που
φορτώθηκαν «στην πλάτη» των πολλών και «από κάτω» με δραματικές συνέπειες στην ζωή
τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Παρέμβαση ΑΠΟ: 2015 η χαμένη ευκαιρία και η ήττα 

Ο τίτλος της εκδήλωσής μας είναι η χαμένη ευκαιρία και η ήττα. Η ήττα είναι αναμφισβήτητη. Για το αν ήταν ευκαιρία και τί τάξεως υπάρχουν διάφορες απόψεις. Χρειαζόμαστε μία ορισμένη αφήγηση των γεγονότων που να υποστηρίζει την θετική μας απάντηση και την ποιότητα αυτής της ευκαιρίας.

Τί συνέβη την περίοδο 2010 – 2015; Η οικονομική κρίση του 2008 μετατράπηκε σε ευρωπαϊκή κρίση χρέους, στην Ελλάδα (και αλλού) αντιμετωπίστηκε με τα «μνημόνια» και είχε ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση της οικονομίας με μείωση 25% του ΑΕΠ.

Ταυτόχρονα ωστόσο αποτέλεσε μια μεγάλη ταξική /κοινωνική σύγκρουση που είχε ως αποτέλεσμα την διαλυτική κρίση του πολιτικού συστήματος και την ραγδαία άνοδο της κοινωνικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ που έφτασε από μονοψήφια ποσοστά στην κυβέρνηση το 2015.

Σε αυτή την σύγκρουση αντίπαλοι στάθηκαν από την μιά η άρχουσα τάξη της χώρας μαζί με ένα ορισμένο μεσαίο στρώμα, το κράτος και το πολιτικό σύστημα, και από την άλλη η κοινωνική πλειοψηφία με ηγεμονία της εργατικής τάξης και των αριστερόστροφων ιδεών και πρακτικών. Η τελική καταγραφή αυτού του συσχετισμού δόθηκε, με τρόπο αδιαμφισβήτητο, στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. 

Οι «από πάνω», η ντόπια άρχουσα τάξη, σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα της υποβαθμισμένης χώρας, βρέθηκε μετά την κρίση και τα μνημόνια, στην ισχυρότερη θέση, στα χρόνια της Μεταπολίτευσης τουλάχιστον, στον εσωτερικό ταξικό συσχετισμό. Αυτό ήταν και είναι το αποτέλεσμα εκατοντάδων μνημονιακών (και μη «μνημονιακών» στην συνέχεια), νόμων που περιορίζουν και ανατρέπουν τα εργατικά δικαιώματα, τους μισθούς, τις συντάξεις, το κοινωνικό κράτος και γενικά όλες τις κατακτήσεις του μαζικού, λαϊκού και εργατικού κινήματος στα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Σήμερα απολαμβάνει κερδοφορία και ποσοστό κέρδους άνευ προηγουμένου. Όπως σε όλη την Ευρώπη έτσι κι εδώ οι καπιταλιστές και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι είδαν στην κρίση μία ευκαιρία. Ήταν η ντόπια άρχουσα τάξη αυτή που εμπνεύστηκε και έγραψε τα μνημόνια και όχι κάποια «εξωτερική» επιβολή.

Οι «από κάτω», η κοινωνική πλειοψηφία και πρώτα απ’ όλους η εργατική τάξη αντιστάθηκε, βγήκε μαζικά στους δρόμους, με δεκάδες Γενικές Απεργίες και στην συνέχεια με το κίνημα των πλατειών, πολιορκώντας κυριολεκτικά το κράτος. Απέρριψε μαζικά το πολιτικό σύστημα και ιδιαίτερα την Σοσιαλδημοκρατία που επί δεκαετίες την αντιλαμβανόταν ως κυβερνητική Αριστερά και το αποσταθεροποίησε. Αγνόησε κάθε πίεση εγχώρια και διεθνή που προανήγγειλε την «εθνική καταστροφή». Δήλωσε κατ’ επανάληψη διαθεσιμότητα για «περιπέτεια», τόσο το 2012 όσο και το 2015 στις εκλογές και στο δημοψήφισμα με στόχο ένα μεγάλο έπαθλο: την ποιότητα της ζωής στον παρόντα χρόνο.

Το δημοψήφισμα συμπύκνωσε όλα τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής ριζοσπαστικοπίησης, την ταξική ματιά της που έβλεπε καθαρά τους ντόπιους αστούς και τα κρατικά, πολιτικά και επικοινωνιακά τους στηρίγματα πίσω από την μάσκα των δανειστών και τους διέλυσε με μιας με την ετυμηγορία του. Μιά μεγάλη, ιστορική στιγμή που κράτησε λίγο καθώς ο «δικός τους» ηγέτης «ανέστησε τους πεθαμένους» καλώντας την σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών.

Ακόμη όμως και μετά την ήττα, με την υπογραφή του τρίτου μνημονίου, σε μεγάλο βαθμό αυτός ο κόσμος δεν την αποδέχτηκε και ξαναψήφισε το κόμμα που θεωρούσε δικό του διεκδικώντας μία αριστερή διαχείριση της αρνητικής εξέλιξης. Κάτι τέτοιο ήταν ασφαλώς αδύνατο. Παρόλαυτά η κοινωνική αριστερόστροφη ριζοσπαστικοποίηση είχε πολύ περισσότερο βάθος από την πολιτική Αριστερά που παρήκμασε ταχύτατα. 

Αυτή την εικόνα των αντιπαρατιθέμενων δυνάμεων, των «από πάνω» και των «από κάτω» δεν μπόρεσε να την διαβάσει με ευκρίνεια η Αριστερά. 

Δεν την διάβασε το ΚΚΕ που πήρε σαφέστατες αποστάσεις από τις διακυβεύσεις δηλώνοντας πως μια μελλοντική επανάσταση «δεν θα σπάσει ούτε ένα τζάμι». Όπως και σήμερα που, αν και σε διαφορτικές συνθήκες, αρνείται την πολιτικοποίηση του «κινήματος των Τεμπών» απορρίπτοντας την αιχμή για «εθνικοποίηση των σιδηροδρόμων χωρίς αποζημείωση και με εργατικό έλεγχο».

Δεν την διάβασε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ που δεν κατανόησε την ανάγκη μαζικής πολιτικής έκφρασης της ριζοσπαστικοποίησης και δεν συγκρότησε κανένα σχετικό σχέδιο. Σήμερα αποτελεί τίτλο ψηφοδελτίου παρά ουσιαστική πολιτική συγκρότηση παρά την πρακτικά εκφρασμένη βούληση των βασικών της δυνάμεων να στηρίζουν το κίνημα και την αντικαπιταλιστική προπαγάνδα. 

Δεν την διάβασε ασφαλώς ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ παρότι ανέβηκε πάνω στο κοινωνικό κύμα χωρίς ωστόσο να αντιληφθεί καθόλου ούτε τους ιστορικούς όρους που το επέτρεψαν αυτό ούτε το μέγεθος και την ποιότητα της δύναμής του. Τόσο η ηγεσία Τσίπρα που ήδη από το 2012 στράφηκε στους ταξικούς και πολιτικούς εχθρούς για να βρει στηρίγματα όσο και οι εσωκομματικές, αντιμνημονιακές αντιπολιτεύσεις που παρά τις προθέσεις τους αποδείχτηκαν (αποδειχτήκαμε) ανεπαρκείς.  

Η κυρίαρχη ιδεολογία που θέτει το πλαίσιο του «εθνικού συμφέροντος» και των «εξωτερικών απειλών», το δήθεν αντικειμενικό πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, το όριο των λαϊκών επιλογών ως ψηφοφόροι, θριάμβευσε, εγκλωβίζοντας την πολιτική συζήτηση στο νομισματικό δίλλημα «ευρώ ή δραχμή». 

Δεν εγκλώβισε την λαϊκή ετυμηγορία του δημοψηφίσματος. 

Η ήττα της Αριστεράς ανέδειξε προβλήματα στρατηγικής και τακτικής. Δεν αντιλήφθηκε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το βάθος και την ποιότητα της ιστορικής ευκαιρίας. Μιας ευκαιρίας που έθεσε στην επικαιρότητα την εξυπηρέτηση ενός δρόμου με ανοιχτό τον αντικαπιταλιστικό ορίζοντα. Αυτό δεν σημαίνει οπωσδήποτε και άμεσα την ίδια την επαναστατική ανατροπή. Σημαίνει ωστόσο το άνοιγμα του εναλλακτικού δρόμου, από χρόνια χαμένου, που χαρακτηρίζεται από την ενεργή εισβολή των μαζών στο προσκήνιο προκαλώντας κρίση στο πολιτικό σύστημα και στην λειτουργία του κράτους. Αναδείχθηκαν δυνατότητες αναγέννησης μαζικής, ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς που θα μπορούσε να δώσει συνέχεια στην διαδικασία της ριζοσπαστικής πολιτικοποίησης και πολιτική εκπροσώπηση μαζικά στους «από κάτω». Θα ήταν μία εξέλιξη ιστορικής σημασίας όχι μόνο για το ελληνικό πεδίο της πάλης αλλά πανευρωπαϊκά και διεθνώς. 

Όταν η Ιστορία έθεσε τους όρους της ασυνέχειας στο «εδώ και τώρα» οι ιδεολογικές ασυνέχειες των αφηγήσεων της σύγχρονης Αριστεράς, ως απροσδιόριστο άλμα – είτε σε έναν κάποιο θολό Σοσιαλισμό, τύπου ΚΚΕ είτε ακόμη και με αναφορά στα σοβιέτ και την εργατική εξουσία, τύπου ΑΝΤΑΡΣΥΑ και γενικότερα της επαναστατικής Αριστεράς, αδυνάτισαν ακαριαία. Όπως ακριβώς συνέβει με την εκλογική τους επιρροή όταν ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδίκησε το πολιτικό κενό και την «κυβέρνηση της Αριστεράς» που εμφανίστηκε, ως ασυνέχεια, πριν καν εμφανιστούν έστω εμβρυακά λαϊκές και εργατικές αντιεξουσίες.   

Σήμερα 10 χρόνια μετά η κατάσταση είναι διαφορετική. Ο κόσμος ξαναβγαίνει μαζικά στον δρόμο με αφορμή το έγκλημα των Τεμπών, δηλώνοντας την περιφρόνησή του για το αναξιόπιστο πολιτικό σύστημα, ακόμη και για το ίδιο το κράτος. Όμως η πολιτική Αριστερά δεν μπορεί, για την ώρα να δώσει απαντήσεις με προοπτική. Εμφανίζεται αμήχανη και πολυδιασπασμένη ως συνέπεια της ήττας, με αποτέλεσμα την περιορισμένη πολιτικοποίηση της ίδιας της κοινωνικής δραστηριότητας και μαζικής κινητοποίησης σε σχέση με εκείνη της περιόδου 2010 – 2015.

Ζούμε έτσι, στην παράδοξη συνθήκη να τρίζει η καρέκλα της κυβερνητικής εξουσίας χωρίς να υπάρχει πραγματικός πολιτικός αντίπαλος.

Εντούτοις όλα όσα συνέβησαν την περίοδο 2010 – 2015 παράγουν συμπεράσματα που είναι επίκαιρα και απολύτως χρήσιμα για την Αριστερά που έχουμε άμεσα ανάγκη.

Η κρίση της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής που έδωσε τα επεισόδια της περιόδου εκείνης έχει βαθύνει σήμερα πολύ περισσότερο. Οι κυρίαρχες ιδέες της και γενικότερα το διεθνές αστικό πλαίσιο που οικοδομήθηκε μεταπολεμικά και ιδιαίτερα μετά το τέλος του παγκόσμιου Μάη, σήμερα μοιάζει με σωρό από συντρίμια. Η συστημική δυνατότητα συγκρότησης πλατιών κοινωνικών συναινέσεων αδυνατίζει και υποχωρεί συνεχώς.

Η κρίση του παραδοσιακού δικομματισμού με την ιστορική κατάρρευση της Σοσιαλδημοκρατίας που εγκατέλειψε την ταυτότητά της – δηλαδή μάξιμουμ πρόγραμμα τον Σοσιαλισμό και μίνιμουμ τις μεταρρυθμίσεις – υποτασσόμενη στη νεοφιλελεύθερη στρατηγική, έχει πολύ σημαντικές συνέπεις. Από την μια, στα μάτια της κοινωνίας, δεν υπάρχει επιλογή μαζικής κυβερνητικής Αριστεράς. Από την άλλη το σύγχρονο πολιτικό δίπολο αποτελείται από το «ακραίο κέντρο», τη σύγκλιση δηλαδή έως συγχώνευση της κεντροαριστεράς με την κεντροδεξιά και απέναντί του την φασίζουσα Ακροδεξιά.  

Μέσα από τα πολιτικά πτώματα της Σοσιαλδημοκρατίας και του Σταλινισμού ξεπροβάλει με την μορφή του πολιτικού κενού μια πρωτοφανής ιστορικά, πρόκληση για την αντικαπιταλιστική Αριστερά. Υπό όρους και προϋποθέσεις. Στην εποχή όπου οι επαναστατικές,σοσιαλιστικές, κομμουνιστικές αφηγήσεις έχουν αδυνατίσει στην κοινωνική μνήμη, έχει εξαπλωθεί ο όρος «αντικαπιταλισμός» και το σύνθημα «οι ζωές μας πάνω από τα κέρδη τους». Είναι σαφώς πιο αφηρημένες διατυπώσεις από την Σοσιαλιστική Επανάσταση αλλά επίσης σαφώς πιο εκτεταμένου ακροατηρίου από τις συγκεκριμένες παραδοσιακές αφηγήσεις των διάφορων ρευμάτων που εμφανίστηκαν στην δεκαετία του 1970. 

Η κρίση των μαζικών ρεφορμιστικών κομμάτων συνεπάγεται επίσης και την κρίση των μικρών οργανώσεων της επαναστατικής Αριστεράς. Η πάλη για την ανασυγκρότηση του αντικαπιταλιστικού οράματος και της επαναστατικής στρατηγικής οφείλει να συμβαδίσει με την άμεση συγκέντρωση της δύναμης και την διεκδίκηση του μαζικού κοινωνικού/ ταξικού ακροατηρίου. 

Στην περίοδο που εξετάζουμε ανέκυψε το ζήτημα της «κυβέρνησης της Αριστεράς» ως αποκορύφωμα της εκλογικής τακτικής. Σήμερα δεν τίθεται άμεσα τέτοιο ζήτημα πλην αυτό το γεγονός αποτελεί στοιχείο της αδυναμίας και της ήττας και όχι ασφαλώς θετική εξέλιξη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπήρξε ποτέ «κυβέρνηση της Αριστεράς» (ήταν ούτως ή άλλως συγκυβέρνηση με ακροδεξιό κόμμα).

Η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν αποσκοπεί και δεν μπορεί να διαχειριστεί σε βάθος χρόνου το αστικό κράτος. Αποσκοπεί στο να το αποσταθεροποιήσει υπέρ των εργατικών/ λαϊκών αντιεξουσιών και των αναδυόμενων οργάνων τους. Ως εκ τούτου έχει αυστηρές προϋποθέσεις που την καθιστούν πολύ σπάνια πιθανότητα και κυρίως προσωρινή.

Αποτελεί ωστόσο μεταβατικό αίτημα και στόχο στα πλαίσια της ενιομετωπικής αντίληψης που αποσκοπεί στην εμβάθυνση της αριστερής πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης των μαζών και κυρίως στη συγκέντρωση της δύναμής τους όσο δεν έχουν ακόμη ωριμάσει επαναστατικά οι συνθήκες.

Αυτά είναι γνωστά από την δεκαετία του 1920 και τις συζητήσεις στα συνέδρια της Τρίτης Διεθνούς, επί Λένιν και πριν την σταλινική αντεπανάσταση.

Αυτό που δεν ήταν γνωστό είναι το γεγονός ότι έχουμε εισέλθει σε μία εποχή όπου αυτή η δυνατότητα εμφανίζεται στο προσκήνιο, ενίοτε ακόμη και ως υποχρέωση. Ως κορύφωση της μαζικής πολιτικής, ως μεταβατικό, κυβερνητικό πρόγραμμα, μέσα από τις αντιφάσεις και τις συνέπειες τις ταξικής και πολιτικής πάλης σήμερα.

Η εμπειρία του 2010 – 2015 και η πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήταν μία «γενική δοκιμή», μία «πρόβα» που εμπεριέχει όλα τα μαθήματα.

Στις μέρες μας η επιδίωξη της συγκέντρωσης της δύναμης τόσο του μαζικού, λαϊκού, εργατικού κινήματος όσο και της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι υποχρεωτική επιλογή. 

Απαιτεί την χρήση όλων των διαθέσιμων μέσων και την δυνατότητα εκτέλεσης ενιομετωπικών τακτικών σε όλα τα πεδία, στο κίνημα, στις πολιτικές επιλογές, στις εκλογές.

Εντούτοις η ύπαρξη ισχυρού αντικαπιταλιστικού υποκειμένου/ πόλου αποτελεί το μέτρο της αποτελεσματικότητας στην αναπόφευκτη πάλη με τις ρεφορμιστικές αυταπάτες, πολιτικές και αυθόρμητες, εντός του μετώπου. 

Απέναντι στις προκλήσεις της εποχής αλλά και τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε θα ήθελα να κλείσω με τα λόγια της Ρόζας: «δεν χάσαμε και θα κερδίσουμε γιατί διαθέτουμε τον τρόπο να μαθαίνουμε»! 

Δέκα χρόνια μετά. Υπήρχε και υπάρχει άλλος δρόμος!

Γιώργος Σαπουνάς

Φέτος κλείνουμε 10 χρόνια από την «πρώτη φορά Αριστερά», την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, η οποία ωστόσο δεν ήταν στην πραγματικότητα ούτε «πρώτη φορά» – αυτή ήταν  η κυβέρνηση του Α. Παπανδρέου του 1981 – 1985 καθώς πραγματοποίησε μία ορισμένη πολιτική αναδιανομής από πάνω προς τα κάτω – ούτε και τόσο «αριστερά» καθώς δεν χαρακτηρίστηκε από πολιτικές αναδιανομής αλλά εν τέλει από το 3ο μνημόνιο.  

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Η παρέμβαση της ΑΠΟ στην εκδήλωση «η Γαλλία και η Ριζοσπαστική Αριστερά»*

Η νίκη του Λαϊκού Μετώπου στην Γαλλία πριν από τέσσερις μήνες αποτέλεσε τη μεγάλη είδηση στα ΜΜΕ διεθνώς. Πριν από λίγες μέρες η ειδηση ήταν η εκλογή του Τραμπ στις ΗΠΑ. Οι εκλογές στις ΗΠΑ και η νίκη του ακροδεξιού «ρεπουμπλικάνου» Τράμπ επί της «δημοκρατικής» Χάρις αποτελεί την καλύτερη «εικονογράφηση» του πολιτικού συστήματος, τουλάχιστον, στο λεγόμενο «δυτικό κόσμο».  Το δίπολο της διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας εμφανίζεται ως ακροδεξιά εναντίον «ακραίου κέντρου». Στην Ευρώπη «ακραίο κέντρο» ονομάζουμε μια ποικιλία πολιτικών εκφράσεων με παρόμοιες αν όχι πλήρως ταυτισμένες πολιτικές θέσεις και επιλογές, την κεντροαριστερά, την κεντροδεξιά, τις, όχι σπάνιες περιπτώσεις της, από κοινού συγκυβέρνησης έως την «συγχώνευσή» τους όπως είναι η περίπτωση του Μακρόν στην Γαλλία. Το «ακραίο κέντρο» αποτελεί τον κυρίαρχο διαχειριστή της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής εδώ και δεκαετίες. Αποτελεί μια διαρκή πορεία του κράτους προς τα δεξιά/ ακροδεξιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

4 σημεία για την αντικαπιταλιστική Αριστερά σήμερα

Παρέμβαση της Αντικαπιταλιστικής Πολιτικής Ομάδας (ΑΠΟ) στην εκδήλωση «Αριστερά της απόγνωσης ή της διεξόδου; Αναζητώντας δρόμους ελπίδας σε δύσκολους καιρούς» που οργάνωσε το Σάββατο 12/10 η Μετάβαση στα πλαίσια του φεστιβάλ Radikal.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Με αφορμή τη συζήτηση για την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων (Μεταμοντέρνο και Αριστερά)

Η απάντηση στις σύγχρονες προκλήσεις δεν βρίσκεται στο παρελθόν όσο κι αν αντλεί από αυτό εμπειρίες, κατακτήσεις και συμπεράσματα. Τις τελευταίες μέρες έχει ξεκινήσει μια έντονη συζήτηση/ αντιπαράθεση που εκτείνεται από τις παρέες και τα ΜΚΔ έως τις κυβερνήσεις και την Εκκλησία γύρω από το καλλιτεχνικό θέαμα της έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στο Παρίσι. Μάλιστα η συζήτηση αυτή επικεντρώθηκε στο σκετς που «κατηγορήθηκε» ότι πρόσβαλε την χριστιανική θρησκευτική δοξασία επειδή είχε στηθεί ως dragshow με αρχαιελληνικές αναφορές, στο πρότυπο (υποτίθεται) του πίνακα του Λεονάρντο ντα Βίντσι, ο Μυστικός Δείπνος. Η τελετή γενικά και το συγκεκριμένο σκετς ιδιαίτερα προκάλεσαν τον διχασμό στις κριτικές τόσο εξ αριστερών όσο και εκ δεξιών. Οι ακροδεξιοί, η Εκκλησία, αμερικάνικα και διεθνή ΜΜΕ «διέρρηξαν τα ιμάτιά τους» για τις προσβολές στην πίστη και τη σεμνοτυφία τους. Εντούτοις βλέπουμε και κριτικές «απ΄τ’ αριστερά» τόσο επικριτικές για τη συνολική αισθητική και εννιολογική πρόταση όσο και διθυραμβικές για την προβολή των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ, για το κομμένο κεφάλι της Αντουανέττας, για την απογοήτευση των ακροδεξιών…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Η Ριζοσπαστική Αριστερά μετά τις ευρωεκλογές

Οι ευρωεκλογές του 2024 στην Ελλάδα, χαρακτηρίστηκαν από την πολύ μεγάλη αποχή, σχεδόν 60%, την μεγαλύτερη σε όλη την Μεταπολίτευση. Η κυβέρνηση της ΝΔ έχασε σχεδόν 1.000.000 ψήφους φτάνοντας σε επίπεδα ψήφων κατώτερα και από την επίδοση του 2012, χρονιά κατάρρευσης για τον παλιό δικομματισμό, τόσο για τη ΝΔ όσο, και πολύ περισσότερο, για το ΠΑΣΟΚ. Η προφανής αποτυχία για το κυβερνητικό κόμμα που υποχρέωσε τον Μητσοτάκη στην παραδοχή πώς το 42% των βουλευτικών εκλογών δεν υπάρχει πια, και η ταυτόχρονη άνοδος της ακροδεξιάς, ενεργοποίησε την εσωκομματική κριτική που εκδηλώθηκε ηχηρά στην από κοινού απαίτηση Καραμανλή και Σαμαρά για (ακόμη μεγαλύτερη και σαφέστερη) “στροφή δεξιά”. ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ έχασαν επίσης εκατοντάδες χιλιάδες ψήφους καταστρέφοντας το αφήγημα αμφότερων των κομμάτων για ηγεμονία στο χώρο της κεντροαριστεράς. Ο δρόμος για την συγχώνευσής τους σε κεντροαριστερό πόλο είναι αντικειμενικά υποχρεωτικός (όσο και υποκειμενικά δύσκολος) και οι φωνές που ζητούν αυτή την εξέλιξη δυναμώνουν. Τροφοδοτώντας ταυτόχρονα εξελίξεις τόσο στο ΠΑΣΟΚ όσο και στον ΣΥΡΙΖΑ. Φαίνεται πως, ήδη, ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Α. Τσίπρας προαλείφεται για σωτήρας της κεντροαριστεράς μέσω των πρωτοβουλιών που παίρνει δια του ινστιτούτου του. Η ακροδεξιά εμφανίζεται ενισχυμένη, αθροιστικά κοντά στο 20%, αν και πολυδιασπασμένη με κύριο νικητή την Ελληνική Λύση. Στην Αριστερά το ΚΚΕ παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμο ενώ τα μικρότερα αριστερά κόμματα, ΜΕΡΑ 25, Νέα Αριστερά δεν κατάφεραν να φτάσουν στο 3% και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρέμεινε χαμηλά στο 0,5%.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ιστορικά επείγουσα η μαζική Αριστερά!

Το 2024 βρίσκει τον Μητσοτάκη και την κυβέρνηση της ΝΔ κυρίαρχους στο
πολιτικό σκηνικό καθώς δεν αντιμετωπίζουν καμία απειλή ή ακόμη και πίεση
από την αντιπολίτευση. Το θατσερικό ΤΙΝΑ (δεν υπάρχει εναλλακτική)
εμφανίζεται ανανεωμένο στην Ελλάδα του 2024 απουσία κυβερνητικής
εναλλακτικής. Ωστόσο από την εποχή της νεοφιλελεύθερης αυτοπεποίθησης και
του δυναμισμού των ιδεών της «απελευθερωμένης αγοράς» και της
«παγκοσμιοποίησης», που ενισχύθηκαν από την πτώση του «υπαρκτού
Σοσιαλισμού», δεν έχουν απομείνει και πολλά πέρα από τα διαρκώς
κλιμακούμενα αδιέξοδα του πολιτικού συστήματος, στην Ευρώπη και όχι μόνο,
χωρίς ουσιαστική κυβερνητική εναλλακτική και με αδύναμους μηχανισμούς
οικοδόμησης κοινωνικών συναινέσεων, σε κοινωνίες ολοένα αυξανόμενων
ανισοτήτων, σε οικονομικό πλαίσιο ακρίβειας, πληθωρισμού και κρατικών
παρεμβάσεων υπέρ των «από πάνω», στην εποχή της βάρβαρης κλιμάκωσης των
ιμπεριαλιστικών και ενδοϊμπεριαλιστικών πολέμων, στην Παλαιστίνη και στην
Ουκρανία, στην εποχή της διακινδύνευσης του ίδιου του ανθρώπινου πολιτισμού
δια της κλιμάκωσης της οικολογικής καταστροφής του πλανήτη.

Ο σχεδόν μισός αιώνας νεοφιλελεύθερης (ν/φ) στρατηγικής, η οποία απετέλεσε
όχι μόνο μια οικονομική επιλογή αλλά ταυτόχρονα και μία ταξική/ πολιτική
αστική αντεπίθεση στις κατακτήσεις του «παγκόσμιου Μάη» και στην αριστερά,
απέδωσε συνέπειες όχι μόνο οικονομικές, βυθιζόμενος μετά το 2008 στην
κρίση και στην παρακμή, αλλά και πολιτικές αλλάζοντας την «γεωμετρία» του
πολιτικού συστήματος, πανευρωπαϊκά (και όχι μόνο). Στην θέση του παλιού
διπολισμού δεξιάς – σοσιαλδημοκρατίας (σ/δ) αναδύεται, ως συγχώνευση, το
«ακραίο κέντρο» (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Μακρόν) με, συχνά, μόνη
αντιπολίτευση την ακροδεξιά (από την οποία αντλεί και ενσωματώνει
χαρακτηριστικά). Πρόκειται για διαρκή διολίσθηση προς ένα δεξιό ν/φ μοντέλο
κράτους, όπου κυριαρχεί η καταστολή και ο αυταρχισμός παρά η συναίνεση. Το
πλαίσιο είναι ασφυκτικό τόσο στην οικονομική βάση όσο και στο πολιτικό
εποικοδόμημα και δεν επιτρέπει την χάραξη βαθιών αριστερών διαχωριστικών
στο εσωτερικό του πέρα από έναν ορισμένο, αδιέξοδο και από κυβερνητικής
σκοπιάς υποκριτικό, αταξικό «δικαιωματισμό». Η ν/φ εποχή χαρακτηρίζεται
επίσης και από το αντίστοιχο πολιτισμικό πλαίσιο, το λεγόμενο
«μετανεωτερικό» ή «μεταμοντέρνο», που έχει μετατρέψει την πάλη των ιδεών
από αντιπαράθεση (κοσμο)θεωριών, επιχειρημάτων και γενικεύσεων σε πάλη
υποκειμενισμών, στιγμιαίων εντυπώσεων και «επικοινωνίας».

Η πρότερη πολιτική απόπειρα να αμφισβητηθεί η ν/φ στρατηγική, υπό την ώθηση
του διεθνούς αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος, και να διεκδικηθεί το
πολιτικό κενό που δημιουργεί με την δεξιά μετάλλαξή της η
σ/δ-κεντροαριστερά, από τα νεοπαγή «πλατιά κόμματα» της ριζοσπαστικής
αριστεράς, απέτυχε, με αποκορύφωμα τον ΣΥΡΙΖΑ που έστριψε στο «μονόδρομο»
των μνημονίων ως κυβέρνηση. Ωστόσο το πολιτικό κενό παραμένει καθώς οι
διαρκώς αυξανόμενες «κοινωνικές ανισότητες» δεν βρίσκουν πολιτική έκφραση
και εκπροσώπηση στην εποχή της χρεωκοπίας της μεταρρυθμιστικής αριστεράς/
κυβερνητικής κεντροαριστεράς συγκροτώντας ιστορική πρόκληση για την
αντικαπιταλιστική αριστερά του 21 ου αιώνα!

Μεταμοντέρνα προπαγάνδα και νεοφιλελεύθερος κυνισμός

Στην Ελλάδα σήμερα, η απουσία ανταγωνιστικής αντιπολίτευσης και ουσιαστικά
εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης (που να γίνεται αντιληπτή ως τέτοια από
την κοινωνία) συγκροτεί πλαίσιο πολιτικό και ιδεολογικό. Έτσι είναι η ίδια
κυβερνητική πολιτική που πνίγει μαζικά αλλά και νομιμοποιεί μετανάστες,
ευνοεί την ασυδοσία του κέρδους, την ακρίβεια και τους πλειστηριασμούς και
προβάλει πως τιμωρεί με πρόστιμα πολυεθνικές και τράπεζες, δηλώνει
αποφασιστικά πως θα νομιμοποιήσει τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών την ώρα
που ο υπουργός Εξωτερικών λογοκρίνει εικαστικό έργο κατά των γυναικοκτονιών
και οι δολοφόνοι του Ζακ Κωστόπουλου κυκλοφορούν ελεύθεροι, ιδιωτικοποιεί
την Υγεία και την Παιδεία (παρακάμπτοντας το Σύνταγμα) στο όνομα της
βελτίωσης της Δημόσιας Εκπαίδευσης και του ΕΣΥ, τσακίζει τα εργατικά και
συνδικαλιστικά δικαιώματα στο όνομα του «δικαιώματος» στην υποπληρωμένη
υπερεργασία, υλοποιεί εξοπλιστικό πρόγραμμα «μαμούθ» την ώρα που επιχειρεί
εξομάλυνση με την Τουρκία, είναι αλληλέγγυα με το «αμυνόμενο» Ισραήλ και
στέλνει πλοίο στην περιοχή την ώρα που δηλώνει ανησυχία για τους αμάχους
και προκρίνει την λύση των δύο κρατών…

Φυσικά η εικόνα που παρουσιάζεται αντιστρέφει την πραγματικότητα. Η ουσία
της κυβερνητικής πολιτικής κρύβεται (σε κοινή θέα) στον προϋπολογισμό, στα
εταιρικά κέρδη, στη διαρκή υποχώρηση των μισθών έναντι του πλούτου, στο
ξήλωμα των εργατικών κατακτήσεων και δικαιωμάτων, στην οριζόντια
φορολόγηση, στο αυταρχικό / αστυνομικό κράτος, στον εφαρμοσμένο εθνικισμό
και στον ρατσισμό απέναντι σε μετανάστες, ρομά, γυναίκες και lgbt, νεολαία,
φτωχούς. Η συμπεριφορά της αιχμής του δόρατος της κρατικής εξουσίας και
βίας, δηλαδή της αστυνομίας και των δικαστηρίων, συχνά τεκμηριώνει την
ταξική αλήθεια.

Διεθνή συστημικά μέσα «αποθεώνουν» την κυβέρνηση Μητσοτάκη για τις
«μεταρρυθμίσεις» μα κυρίως οι ίδιοι οι Έλληνες καπιταλιστές, όπως ο
Μυτιληναίος[i].

Ο Μητσοτάκης διαχειρίζεται την προπαγάνδα δημιουργώντας συχνά σύγχυση στους
πολιτικούς του αντιπάλους, φευ και στην αριστερά, όπως στα «εθνικά»
ζητήματα ή στο «γάμο των ομόφυλων» αλλά η, προς ώρας, «επιτυχία» του, δεν
κρύβει το σκληρό ταξικό πρόσημο της πολιτικής του ούτε λύνει τα ίδια της τα
αδιέξοδα, εγχώρια και στα πλαίσια της ευρωπαϊκής και διεθνούς κατάστασης.
Έτσι, χωρίς αντίπαλο, υπέστη εμβληματικές ήττες στην αυτοδιοίκηση και ήδη
έχει υποχρεωθεί σε ανασχηματισμό. Δημοσκοπικά, παρότι υπερέχει απολαμβάνει
επίσης τη μόνιμα πλειοψηφική άποψη ότι η ζωή τους και η χώρα πάει «από το
κακό στο
χειρότερο»[ii].

Σοσιαλφιλελευθερισμός

Η «εικόνα» είναι πολύ σημαντική κυρίως όταν δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η
ουσία, η νεοφιλελεύθερη στρατηγική. Αυτό αφορά στα κόμματα του
«σοσιαλφιλελευθερισμού», το ΠΑΣΟΚ και το ΣΥΡΙΖΑ. Το μεν ΠΑΣΟΚ είναι το
κόμμα που ανέλαβε, επί πρωθυπουργίας Σημίτη, αποφασιστικά τη νεοφιλελεύθερη
στροφή μετά την ήττα από τις εργατικές, λαϊκές αντιστάσεις, της κυβέρνησης
Κ. Μητσοτάκη. Στα μάτια της κοινωνίας κατέρρευσε ακόμη και ως «αριστερή
μνήμη» στα χρόνια των μνημονίων και της συγκυβέρνησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ εγκατέλειψε
οριστικά την αριστερή πορεία με το 3ο μνημόνιο. Η εκλογική κατάρρευσή του
ήρθε οχτώ χρόνια μετά. Ο Κασσελάκης αποτελεί τη συνέχεια της
νεοφιλελεύθερης προσαρμογής του Τσίπρα χωρίς τα προσχήματα.

ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν άλλο δρόμο παρά να συγκλίνουν στον ίδιο ακριβώς
πολιτικό χώρο, του «σοσιαλφιλελευθερισμού» παρά τις αντιθέσεις των
γραφειοκρατιών, προκειμένου να επιχειρήσουν να συγκροτήσουν δεύτερο
συστημικό πόλο, κατά το πρότυπο του πολιτικού συστήματος των ΗΠΑ, με
κυβερνητικές ελπίδες και φιλοδοξίες.

Η Νέα Αριστερά δεν έχει ξεκαθαρίσει το πολιτικό της στίγμα και εμφανίζεται
αμήχανη ως προς τη στρατηγική επιλογή. Αν ωστόσο ο δρόμος προς την
«αντινεοφιλελεύθερη» ταυτότητα (και πολύ περισσότερο την αντικαπιταλιστική)
είναι δύσβατος γεμάτος αυτοκριτική μα και κρίσιμα συμπεράσματα και
επανασύνδεση με το κίνημα, ο δρόμος προς τον «σοσιαλφιλελεύθερο» πόλο, ως
τρίτη «συνιστώσα», μοιάζει, εκτός από επίσης δύσκολος, εξευτελιστικός καθώς
θα τεκμηριώσει μια διάσπαση χωρίς μείζονες πολιτικές/στρατηγικές διαφορές.
Αντίστοιχες και οι οργανωτικές επιλογές μεταξύ εκλογικής συγκρότησης μέσω
κοινοβουλευτικής ομάδας και απόπειρας οικοδόμησης οργάνωσης με κοινωνική/
κινηματική παρέμβαση. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει!

ΚΚΕ

Στο χώρο της αντινεοφιλελεύθερης, ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής
αριστεράς κυριαρχεί σήμερα το ΚΚΕ που βλέπει το τελευταίο διάστημα την
εκλογική του επιρροή να αυξάνεται, φτάνοντας δημοσκοπικά έως και το 10%. Το
αφήγημά του παρουσίασε ο γραμματέας Κουτσούμπας στην εκδήλωση του κόμματος
για τη «συμπαράταξη», στο ΣΕΦ, στις 11/12/2023. Η τοποθέτηση ανέδειξε τη
διεκδίκηση του ρόλου βασικού αν όχι μοναδικού «αντίπαλου στην κυβέρνηση
Μητσοτάκη» βασισμένη στην άνοδο του ΚΚΕ εκλογικά, συνδικαλιστικά.
Αντικαπιταλιστική κριτική στην κυβέρνηση αλλά και στην «ανασύνθεση της
σοσιαλδημοκρατίας» των ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, στο «κράτος –
δολοφόνο» Ισραήλ με ξεκάθαρη υποστήριξη του παλαιστινιακού αγώνα. Κάλεσμα
για συμπόρευση με το ΚΚΕ χωρίς αναγκαία συνολική συμφωνία. Κατέληξε με τον
στόχο για μια «λαϊκή διακυβέρνηση και εξουσία» και «μία διαφορετική
οργάνωση της κοινωνίας, σοσιαλιστική –
κομμουνιστική…»[iii].

Είναι προφανές ότι το ΚΚΕ επιχειρεί να διεκδικήσει το κενό στ’ αριστερά του
πολιτικού σκηνικού και μια προσέγγιση της «μαζικής πολιτικής» στο όνομα του
αντικαπιταλισμού, του Σοσιαλισμού και του Κομμουνισμού. Βέβαια όσο το
εκλογικό ποσοστό ανεβαίνει αντίστοιχα μεγαλώνουν και οι απαιτήσεις για
συγκεκριμένη κυβερνητική εναλλακτική πρόταση και πρόγραμμα αλλά και
πολιτικό υποκείμενο που θα επιτρέπει και θα μπορεί να διαχειριστεί τις
κοινωνικές/ πολιτικές πιέσεις και την αντίστοιχη, αναπόφευκτη, «εσωτερική»
ιδεολογικοπολιτική πάλη. Το σχήμα «ΚΚΕ και συμπορευόμενοι» είναι επιεικώς
αδύναμο να αντιμετωπίσει τέτοιες προκλήσεις. Το ΚΚΕ δεν προτείνει κανενός
είδους πολιτικό μέτωπο της αριστεράς παρά μόνο ατομική «συμπαράταξη» –
αντίστοιχα κινείται και στο συνδικαλιστικό πεδίο – διεκδικώντας, με μεγάλο
δισταγμό, περιορισμένο μέρος από το πολιτικό κενό στ’ αριστερά.

Όταν ο γραμματέας έφτασε να καταγγείλει το ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ ως βοήθεια στο
σύστημα προκειμένου να αντιμετωπίσει τις «ρωγμές» του στην περίοδο 2010 –
2015 εκ των πραγμάτων άφησε εκτεθειμένο το ίδιο του το κόμμα στο ερώτημα
για τις δικές του επιλογές στην πρόσφατη περίοδο της κρίσης του πολιτικού
συστήματος. Το ΚΚΕ σε όλη την περίοδο της διεθνούς κινηματικής και
πολιτικής ανάτασης ενάντια στη νεοφιλελεύθερη, καπιταλιστική
παγκοσμιοποίηση και εν τέλει στην Ελλάδα ενάντια στα μνημόνια πήρε σαφείς
αποστάσεις τόσο από τα κινήματα όσο και από τις πολιτικές διεργασίες στην
αριστερά και αυτό δημιουργεί σοβαρή επιφύλαξη για την ουσία του σχεδίου που
εμφανίζει σήμερα.

Ταυτόχρονα, στα λεγόμενα «εθνικά θέματα» και τη στάση του ΚΚΕ απέναντι στην
κυβερνητική προσέγγιση των «ελληνοτουρκικών» η επιλογή του εισηγητή ήταν
σαφής: «…Γιατί στην πραγματικότητα δρομολογείται μια εφ’ όλης της ύλης
διαπραγμάτευση και στο τραπέζι παραμένουν οι απαράδεκτες διεκδικήσεις της
τουρκικής άρχουσας τάξης. Διεκδικήσεις, οι οποίες αφορούν: Και την
αποστρατιωτικοποίηση και την αμφισβήτηση των δικαιωμάτων των ελληνικών
νησιών. Και την προώθηση του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας». Και την
αναθεώρηση της Συνθήκης της Λοζάνης. Και τον χαρακτηρισμό της μουσουλμανικής
μειονότητας της Θράκης ως τουρκικής. Και τη διαιώνιση της κατοχής, μαζί με
την αναβάθμιση του «ψευδοκράτους» στη Βόρεια
Κύπρο…»[iv].

Πρόκειται για τον ίδιο «κατάλογο» που παραθέτει κάθε εθνικιστική
προσέγγιση! Τοποθέτηση ξεκάθαρη, χωρίς περιστροφές, χωρίς καν την έμφαση
στο «ΝΑΤΟϊκό επιχείρημα» που συνήθως συνοδεύει αυτής της κοπής τις
τοποθετήσεις από αριστερούς χώρους, όπως π.χ. στο ζήτημα των εξοπλισμών.

Η επιλογή της πατριωτικής/ εθνικιστικής αιχμής ως αντιιμπεριαλιστικής
θέσης, στην αριστερή εναλλακτική, υπήρξε κεντρική τόσο στην παράδοση της
ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας όσο και σε οργανώσεις και κόμματα της
κομμουνιστικής αριστεράς που βασίζονται στον στόχο/ στάδιο της «εθνικής
ανεξαρτησίας» και σε διάφορες εκδοχές της «θεωρίας της εξάρτησης».

Η ιστορία του ελληνικού αλλά και διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος είναι
γεμάτη, ωστόσο, από τραγικές ήττες – προϊόν αυτών ακριβώς των αντιλήψεων. Ο
εθνικισμός αποτελεί καίριο ιδεολογικό συστατικό της
καπιταλιστικής/ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας και επεκτατικότητας παρά απάντηση
σε
αυτήν[v].

Στο παρελθόν, στα πλαίσια μαζικών, λαϊκών κινημάτων αυτοδιάθεσης ή/και
εθνικής απελευθέρωσης, υπό όρους και προϋποθέσεις (όπως η παρουσία ισχυρής
αριστεράς και ταυτόχρονα αδύναμης ή απούσας άρχουσας τάξης), η
απελευθερωτική ορμή μπορούσε να πάρει ταξικά/ αντικαπιταλιστικά
χαρακτηριστικά. Στις μέρες μας ο ηρωικός αγώνας του Παλαιστινιακού λαού,
γνήσιο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα (παρότι με ιδεολογικοπολιτική ηγεσία
καθόλου αριστερόστροφη), στέλνει διεθνώς το ισχυρό μήνυμα της πάλης όχι
τόσο σε «όμορα κινήματα», καθώς τέτοια δεν υπάρχουν και πολλά, αλλά στους
«υπηκόους» των καπιταλιστικών/ιμπεριαλιστικών κρατών, στην εργατική τάξη,
τα κινήματα των «από κάτω» και την αριστερά, διεθνώς, στις ΗΠΑ, στις
ευρωπαϊκές χώρες, στην Ελλάδα έως και στο ίδιο το Ισραήλ. Ακόμη και ως
«εξαίρεση» η Παλαιστίνη (που δεν είναι ανεξάρτητο, καπιταλιστικό, «έθνος –
κράτος»), υπογραμμίζει πως ο αντιιμπεριαλισμός της εποχής μας είναι η πάλη
ενάντια στους εξοπλισμούς, τη στρατιωτικοποίηση και την επιθετικότητα,
ενάντια στην ίδια την άρχουσα τάξη της εκάστοτε χώρας, ότι ουσιαστικά είναι
ταυτόσημος με τον αντικαπιταλισμό!

Στην υπόθεση των «ελληνοτουρκικών» δεν αντέχει καν η «αντιιμπεριαλιστική»
ερμηνεία καθώς η Ελλάδα αποτελεί σαφή ιμπεριαλιστικό «παίκτη» στην περιοχή,
κρίσιμης σημασίας για τη ΝΑΤΟϊκή συμμαχία.

Οι (εθνικιστικές/πατριωτικές) προσεγγίσεις αυτές ωστόσο καθορίζουν επίσης
τα όρια της «εναλλακτικής πρότασης». Ιστορικά έχουν παράξει τις πιο δεξιές
απαντήσεις στην κυβερνητική πρόκληση. Η «λαϊκομετωπική» παράδοση έχει δώσει
τραγικές ήττες για το κομμουνιστικό κίνημα. Το ΚΚΕ έχει πάρει απόσταση από
αυτές τις επιλογές του παρελθόντος παίρνοντας απόσταση από την ίδια τη
διακύβευση, με τη θέση ότι είναι αδιάφορο ποιος είναι ο διαχειριστής του
αστικού κράτους. Σήμερα, μπροστά στην πρόκληση της μαζικοποίησης της
επιρροής του θα χρειαστεί να αποσαφηνίσει ποιο είναι το περιεχόμενο του
«βασικού αντίπαλου του Μητσοτάκη» καθώς και της «λαϊκής διακυβέρνησης και
εξουσίας».

Παρά ταύτα και παρότι ο χώρος της πολιτικά «ανέστιας» κοινωνικής αριστεράς
είναι πολύ ευρύτερος από τις επιδόσεις του, η τοποθέτησή του ΚΚΕ αποτελεί
σήμερα μέτρο και όριο της πολιτικής και εκλογικής διεκδίκησης του αριστερού
κόσμου που απορρίπτει τον σοσιαλφιλελεύθερο χώρο.

Εξωκοινοβουλευτική ριζοσπαστική/αντικαπιταλιστική αριστερά

Η ριζοσπαστική, αντικαπιταλιστική, εξωκοινοβουλευτική αριστερά εμφανίζεται
με διαφορετικές απαντήσεις σε πολλά, κρίσιμα ζητήματα, από τα
χαρακτηριστικά της συγκυρίας και της περιόδου έως τις τακτικές επιλογές.
Χαρακτηριστικό του φάσματος των εκτιμήσεων είναι τοποθετήσεις που βλέπουν
«δεξιά στροφή» της κοινωνίας και βαθιά υποχώρηση όσο και εκ διαμέτρου
αντίθετες που βλέπουν στους αμυντικούς ταξικούς αγώνες της περιόδου την
εργατική/ λαϊκή αντεπίθεση. Είναι περιπτώσεις που ιστορικά έχουν υπάρξει
όταν η δεξιά και μάλιστα ο φασισμός κατάφερε να συγκροτήσει λαϊκό κίνημα
και ρεύμα όπως και αντίστροφα, στις μεγάλες στιγμές του κινήματος και της
αριστεράς που έδωσαν έως επαναστάσεις. Δεν συμβαίνουν όμως σήμερα. Παρά
τις προσδοκίες και τους στόχους της κυβέρνησης Μητσοτάκη, παρά την σαφή
πολιτική υπεροχή του, παρά τις σφοδρές επιθέσεις στις κατακτήσεις του
εργατικού/ μαζικού κινήματος ο ιδεολογικοπολιτικός συσχετισμός μέσα στην
κοινωνία απέχει πολύ από κάποιο δεξιό θρίαμβο. Στο σύνολο του εκλογικού
σώματος η δύναμη της κυβέρνησης είναι περίπου 25%. Η εικόνα χαρακτηρίζεται
περισσότερο από την κρίση της πολιτικής αριστεράς παρά από τη δύναμη και
την ιδεοπολιτική υπεροχή της δεξιάς. Αριστερή κοινωνική «ζήτηση» αλλά
ανεπαρκής πολιτική «προσφορά».

Η ανάγκη του μετώπου διακηρύσσεται σχεδόν απ’ όλες τις οργανώσεις με
κοινό παρονομαστή την κατανόηση της υποκειμενικής ανεπάρκειας της καθεμιάς
απέναντι στα καθήκοντα και τις προκλήσεις της περιόδου και αυτό αποτελεί
μια σημαντική βάση εκκίνησης. Ωστόσο κρύβοντας συχνά διαφορετικά σχέδια,
όπως πολλάκις έχει αποδειχτεί το τελευταίο διάστημα. Η επιτυχία στο δήμο
της Αθήνας ήταν προϊόν των συνθηκών και της ανάγκης και περισσότερο δείχνει
τη «ζήτηση» και το εύρος του ακροατηρίου παρά κάποιο «μοντέλο». Η ιδέα της
επανάληψης στις ευρωεκλογές απαιτεί πολύ πιο σοβαρές δεσμεύσεις, τόσο στο
πολιτικό πλαίσιο όσο και στην τακτική.

Στη συζήτηση αυτή συμμετέχουν οργανώσεις και πολιτικές συλλογικότητες με
διαφορετικές καταγωγές, απόψεις και ιστορικότητα. Επίσης όμως με πλούσια
ιστορία κοινής δράσης, κατάκτηση αποδεδειγμένα χρήσιμη στο κίνημα και συχνά
σημαντική και αποτελεσματική αναντίστοιχα με την πολιτική και εκλογική
επιρροή των οργανώσεων. Εντούτοις οι προσπάθειες για κοινή πολιτική δράση
είναι πιο απαιτητικές και οι εμπειρίες από αυτές δεν απολογίζονται με τον
ίδιο τρόπο. Οι περιορισμένες επιδόσεις τόσο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ όσο και των
ΜΕΡΑ25/ΛΑΕ δεν επιβεβαίωσαν τις προσδοκίες.

Η αναζήτηση της ενότητας της αριστεράς, των μετώπων, της συμπαράταξης είναι
η ελάχιστη γείωση με την πραγματικότητα. Όμως αυτή η «ενότητα» δεν είναι
αυτοσκοπός και μάλιστα εκλογικής στόχευσης αλλά (πρέπει να) είναι πεδίο
ουσιαστικής συζήτησης, παραγωγής συμπερασμάτων, συνύπαρξης διαφορετικών
ρευμάτων.

Η πρόσφατη 20ετία και ιδιαίτερα η περίοδος από το 2010 και μετά, πρέπει να
βρεθεί στο επίκεντρο της ανάλυσης και να παραχθούν συμπεράσματα που να
εξελίσσουν τη συζήτηση για τη σύγχρονη αριστερά και τον αντικαπιταλισμό ως
μαζική δυνατότητα, παρά διαρκείς επιβεβαιώσεις.

Στην «εκλογική εικόνα», η κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ θέτει στο επίκεντρο το
ζήτημα της διεκδίκησης των αριστερών πρώην ψηφοφόρων του. Όμως αυτή η
εικόνα είναι όψιμη. Ουσιαστικά πρόκειται για την επανάληψη ως φάρσα των
συνεπειών της «αριστερής» διαχείρισης του ν/φ «μονόδρομου», μιας ακόμη
«πασοκοποίησης».

Η περίοδος μεταξύ 2010 – 2015 ανέδειξε συμπυκνωμένα τα στοιχεία της κρίσης
του πολιτικού συστήματος του ώριμου έως σάπιου νεοφιλελευθερισμού, τις
πολιτικές προκλήσεις, τις απαντήσεις που δόθηκαν και τις συνέπειές τους.
Την κατάρρευση της σοσιαλδημοκρατίας ως αποτέλεσμα της ταύτισής της με τη
μνημονιακή κρίση της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης και την συγκυβέρνηση. Την
ανάδειξη αριστερής κυβέρνησης με την υπόσχεση/προσδοκία της ρήξης με τα
μνημόνια. Με την εκλογική εκτόξευση ενός μικρού «πλατιού κόμματος»/
μετώπου, του ΣΥΝ με οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, θέτοντας
το ζήτημα της «κυβέρνησης της αριστεράς» ως ρεαλιστική διακύβευση. Την
ιστορική καταγραφή του ταξικού και πολιτικού διαχωρισμού του
δημοψηφίσματος, συνέπεια της αριστερής κυβέρνησης. Το αναπόφευκτο της
σύγκρουσης (έναντι της συνθηκολόγησης που επικράτησε) κυρίως με την εγχώρια
άρχουσα τάξη και το «βαθύ κράτος» και βέβαια με την ΟΝΕ/ΕΕ. Την ήττα της
ριζοσπαστικής αριστεράς και των διάφορων επιλογών της, μέσα αλλά και έξω
από τον ΣΥΡΙΖΑ, από τις δυνάμεις της σοσιαλφιλελεύθερης συνθηκολόγησης που
εκπροσώπησε ο Τσίπρας σε συνθήκες πολιτικής κρίσης του συστήματος και
μαζικής κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης προς τ’ αριστερά. Την πανευρωπαϊκή
και διεθνή ακτινοβολία των πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα, ιδιαίτερα προς
τον κόσμο των κινημάτων και της αριστεράς, σε αυτή την περίοδο.

Η τρέχουσα περίοδος αναδεικνύει την επείγουσα ανάγκη συγκρότησης
εναλλακτικής πρότασης στο νεοφιλελευθερισμό/ καπιταλισμό/ ιμπεριαλισμό. Με
άμεση χρησιμότητα και σαφή προοπτική. Πρόταση εναλλακτικής στρατηγικής με
την υπεράσπιση της αντικαπιταλιστικής ανατροπής και της επικαιρότητας του
σοσιαλισμού ως στόχο που βρίσκεται στο ιστορικό παρόν παρά στο παρελθόν ή
στο αόριστο μέλλον. Εναλλακτικής πολιτικής που διεκδικεί την «κυβέρνηση της
αριστεράς» ως μεταβατικό σύνθημα/στόχο προς την κλιμάκωση της σύγκρουσης με
την άρχουσα τάξη και το κράτος της και την προοπτική της καταστροφής του
από την εργατική/ λαϊκή αντιεξουσία και τις μορφές της. Στόχος για
«κυβέρνηση της αριστεράς» ως εναλλακτική στον καταστροφικό «κυβερνητισμό»
της αριστεράς. Εναλλακτική οργανωτική που θα διεκδικήσει το πεδίο της
οργάνωσης σε όλη την κοινωνική κλίμακα, αναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις
υποχρεώσεις που εγκατέλειψε ο καταρρέον μαζικός ρεφορμισμός της
σοσιαλδημοκρατίας.

Σήμερα η διακύβευση αφορά στην οικοδόμηση «μαζικής αριστεράς», ως άμεσα
αναγκαίο πολιτικό εργαλείο για το κίνημα και την κοινωνική πλειοψηφία. Ως
πεδίο συνύπαρξης και πάλης αντιλήψεων και ταυτόχρονα ως αποτελεσματική
οργάνωση για την υποστήριξη της εργατικής/ λαϊκής/ κινηματικής αυτενέργειας
και απελευθερωτικής πορείας.



[i]


https://www.iefimerida.gr/politiki/mytilinaios-gia-mitsotaki


[ii]

Ενδεικτικά:

https://www.iefimerida.gr/politiki/dimoskopisi-opinion-poll-kyriarhia-nd-diafora-247-apo-deytero-pasok

,

https://www.reporter.gr/Eidhseis/Politikh/590448-Dhmoskophsh-Alco-H-oikonomia-%C2%ABponaei%C2%BB,-alla-h-ND-%C2%ABpetaei%C2%BB


https://www.newsbeast.gr/politiki/arthro/10377913/dimoskopisi-palmos-analysis-me-24-monades-diafora-i-nd-trito-komma-o-syriza-nai-sta-mi-kratika-aei-dichazei-o-gamos-omofylon


[iii]


https://www.kke.gr/article/Omilia-toy-GG-tis-KE-toy-KKE-Dimitri-Koytsoympa-stin-ekdilosi-tis-Kommatikis-Organosis-Attikis-sto-SEF/


[iv]

Όπ.π.


[v]

Γιάννης Μηλιός «Έθνη, εθνική αυτοδιάθεση και ιμπεριαλισμός»,
περιοδικό Θέσεις Ιανουάριος/Μάρτιος 2024 σελ. 17-54

Άνοδος και πτώση του ΣΥΡΙΖΑ: το τελευταίο επεισόδιο

Σχεδόν δυό δεκαετίες πέρασαν από την ίδρυση του ΣΥΡΙΖΑ. Τότε, στις αρχές του αιώνα και ήδη από τα τέλη του προηγούμενου, ήταν μια εποχή κινηματικής ανάτασης, ενάντια στη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, στον πόλεμο και τον ιμπεριαλισμό, για τα δικαιώματα όλων, μια περίοδος ενθουσιασμού και ελπίδας για μια προοπτική όχι μόνο αντινεοφιλελεύθερη αλλά ακόμη και αντικαπιταλιστική. Τάσεις και τμήματα της ριζοσπαστικής έως αντικαπιταλιστικής αριστεράς είδαν στην περίοδο μια ευκαιρία και μια υποχρέωση. Όχι όλη η αριστερά, υπήρξαν και αντίστροφα σεχταριστικά αντανακλαστικά. 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Με αφορμή την υποψηφιότητα Κασσελάκη για την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ*

Η εμφάνιση της υποψηφιότητας Κασσελάκη τάραξε τα «λιμνάζοντα ύδατα» του αγώνα για την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο νεαρός «πετυχημένος εφοπλιστής και επιχειρηματίας» από τις ΗΠΑ, υποψήφιος σε μη εκλόγιμη θέση στο ψηφοδέλτιο Επικράτειας του ΣΥΡΙΖΑ στις προηγούμενες εκλογές, εμφανίζεται ως φορέας μιας –υποτίθεται– διαφορετικής και πιο τολμηρής πρότασης από τους/ις άλλους/ες υποψηφίους και, πάντως, πιο ξεκάθαρης τουλάχιστον σε τούτο: Το «Α» της Αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι υποχρέωση, αλλά βαρίδι, και στη θέση του μπαίνει το «Α» της Ανασυγκρότησης. Τίνος πράγματος; Μα του «υπάρχοντος», του σύγχρονου, στρατηγικά νεοφιλελεύθερου ελληνικού κράτους. 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Απολογισμός των εκλογών και η επόμενη μέρα για την Αριστερά*

  1. Με αυτοπεποίθηση και αλαζονεία εμφανίστηκε στις προγραμματικές δηλώσεις  ο Μητσοτάκης. Η κυβέρνηση αισθάνεται ισχυρή και είναι έναντι των πολιτικών της αντιπάλων. Όμως η πορεία της δεν θα είναι ανέφελη αλλά μέσα σε ναρκοπέδιο, τόσο λόγω εθνικών όσο και ευρωπαϊκών και διεθνών συνθηκών. Η απουσία ισχυρού πολιτικού αντιπάλου ευνοεί την κλιμάκωση του κυβερνητικού, κρατικού αυταρχισμού αλλά και της αναξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος. 
Διαβάστε περισσότερα: Απολογισμός των εκλογών και η επόμενη μέρα για την Αριστερά*
  1. Στις εκλογές κατέρρευσε ο δικομματισμός. Αποτελεί την πάγια μέθοδο συγκρότησης  κοινωνικών και πολιτικών συναινέσεων την οποία όμως καταστρέφει η ίδια η νεοφιλελεύθερη στρατηγική και πολύ περισσότερο μέσα στις συνθήκες της πολυεπίπεδης κρίσης της. Αυξάνοντας ταυτόχρονα τις «ανισότητες» αλλά και τον αυταρχισμό και την κρατική τρομοκρατία (πχ Γαλλία). Ο Μητσοτάκης επιδιώκει να αντιμετωπίσει επικοινωνιακά το πρόβλημα αυξάνοντας την υπουργοποίηση στελεχών προερχόμενων από το ΠΑΣΟΚ και μειώνοντας τους ακροδεξιούς στην κυβέρνηση. Ταυτόχρονα προβάλει το «νεοφιλελεύθερο δίχτυ» για τα κατώτερα και απολύτως εκτεθειμένα κοινωνικά τμήματα (pass, «καλάθι» κ.α.) ως πολιτική κοινωνικής προστασίας με ταυτόχρονες «νότες» υποκριτικού δικαιωματισμού. Επιχειρεί μια εκδοχή μεταξύ Μελόνι/Ορμπάν και Μακρόν, ενσωματώνοντας στοιχεία και από τα δύο «υποδείγματα». 

Παρά ταύτα η χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας λόγω πανδημίας, ακρίβειας και πληθωρισμού τελειώνει και επανέρχεται η «δημοσιονομική πειθαρχία» που βρίσκει την Ελλάδα (και όχι μόνο) με δυσθεώρητο χρέος. Πίσω από αυτές τις εξελίξεις κρύβονται νέα «μνημόνια» με ή χωρίς εισαγωγικά.  

Αυτή η κυβερνητική θητεία της ΝΔ είναι κρίσιμη καθώς εάν στην προηγούμενη κατέρρευσε η αντιπολίτευση σε αυτήν θα κριθεί το βάθος της κοινωνικής ανοχής στις επιθέσεις, τόσο στους όρους εργασίας και διαβίωσης και στα δημοκρατικά δικαιώματα όσο και στο πεδίο των ιδεών.

  1. Ο κίνδυνος της ακροδεξιάς είναι κάτι παραπάνω από προφανής. Το ποσοστό των ακροδεξιών κομμάτων στην Βουλή (Σπαρτιάτες/Χρυσή Αυγή, Λύση, Νίκη) ξεπερνά το 13%.
  2. ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ συγκλίνουν αντικειμενικά στην ανάγκη κάλυψης του χώρου της (νεοφιλελεύθερης) σοσιαλδημοκρατίας. Υποκειμενικά υπάρχουν δυσκολίες. Η εκκίνηση του σημερινού ΠΑΣΟΚ είναι το πρώτο μνημόνιο και η «πασοκοποίηση» ενώ του ΣΥΡΙΖΑ η ριζοσπαστική αριστερά. Παρότι η εξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ σε σοσιαλφιλελεύθερο κόμμα μείωσε πολύ τις διαφορές, τα ακροατήρια των δύο κομμάτων δεν αθροίζονται. Το μεγαλύτερο μέρος των απωλειών του ΣΥΡΙΖΑ από το 2015 μέχρι σήμερα είναι αριστερόστροφο/ ριζοσπαστικό και παρά τις όποιες εκλογικές μετακινήσεις, ουσιαστικά είναι πολιτικά «ανέστιο». Χρωματίζει τα χαρακτηριστικά της πολύ μεγάλης αποχής. Σε κάθε περίπτωση και πέρα από τις αντιφάσεις και τους ανταγωνισμούς του πολιτικού προσωπικού των δύο κομμάτων του σοσιαλφιλελευθερισμού, η ανοικοδόμηση του χώρου της σοσιαλδημοκρατίας ως αντιπάλου της δεξιάς απαιτεί «αριστερή στροφή» τόσο όσο να την αντιληφθεί η κοινωνία ως τέτοια, πράγμα που είναι πολύ δύσκολο ακόμη και συμβολικά.
  3. Για τις πολιτικές εξελίξεις δεν ευθύνεται γενικά ο κόσμος, ο «λαός» αλλά τα πολιτικά υποκείμενα και φυσικά της αριστεράς. Η κατάρρευση  του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί πλήγμα για όλη την αριστερά. Η σχετική αύξηση του ΚΚΕ δεν αλλάζει την εικόνα καθώς είναι πολύ μικρή σε σχέση με τις απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ. Στις δεύτερες εκλογές όλα τα αριστερά κόμματα (πλην πολύ μικρών εξαιρέσεων) έχασαν αντικειμενικές ψήφους. Ο κανόνας της αποχής λόγω προδιαγεγραμμένου αποτελέσματος που έπληξε και τη ΝΔ δεν ισχύει στα κόμματα στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ. Εδώ η ψήφος δόθηκε ως επικρότηση της ιδεολογικοπολιτικής «σημαίας» και όχι ως «ρεαλιστική» τακτική. Ως εκ τούτου το συμπέρασμα είναι οδυνηρό συνολικά και υπογραμμίζεται τόσο από την αποτυχία του ΜΕΡΑ25 όσο και από την εκλογική κατάρρευση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. 

Κανένας σχηματισμός της ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής, κομμουνιστικής αριστεράς δεν διεκδίκησε το πολιτικό κενό της δεξιάς κατρακύλας της σ/δ και ιδιαίτερα του ΣΥΡΙΖΑ αλλά συνέβη το αντίθετο. 

  1. Σήμερα το ΚΚΕ εμφανίζεται ως ο πρώτος αν όχι ο μοναδικός παραλήπτης της ιστορικής πρόκλησης πλην είναι τουλάχιστον αμφίβολο τί συμπεράσματα και συνακόλουθα επιλογές θα προκρίνει. Τα πανηγύρια για το αποτέλεσμα, η επιβεβαίωση της πολιτικής του 10 – 15 στην ανακοίνωση της ΚΕ, η επίθεση στην αριστερά αντί στην δεξιά στον προεκλογικό των δεύτερων εκλογών και βέβαια η απόρριψη της προφανούς μεταβατικής θέσης για την κρατικοποίηση των σιδηροδρόμων δεν προϊδεάζει μεγάλες αλλαγές στην πολιτική του. Ωστόσο η πρόκληση/ πίεση για ανάληψη ευθυνών μαζικής αριστερής πολιτικής είναι κι αυτή οφθαλμοφανής και θα χρειαστεί να την διαχειριστεί. Απαιτεί παρακολούθηση και τακτική πέρα από συναισθηματισμούς και ιδεολογικές εμμονές. 
  2. Η απάντηση του κινήματος είναι η πρώτη προφανής ανάγκη και μάλιστα ιδιαίτερα επιβεβλημένη σε κάθε πρόκληση, σε αυτές τις συνθήκες. Εν τούτοις πρώτον δεν διασφαλίζεται από τις καλές προθέσεις και την προπαγάνδα και δεύτερον δεν αρκεί! Το κρίσιμο ζήτημα είναι η διεκδίκηση της μαζικής, πολιτικής αριστεράς! 

Παλαιότερα, όταν το κίνημα και η ταξική πάλη οξυνόταν πολύ και καθοριζόταν από πολύ μαζικές κινητοποιήσεις/ απεργίες έφερνε πολιτικά αποτελέσματα, νίκες ή/και συμβιβασμούς. Στις μέρες μας βλέπουμε μαζικότατες και μαχητικότατες κινητοποιήσεις να μην κάμπτουν την αδιαλλαξία της κυβέρνησης, όπως χαρακτηριστικά συμβαίνει στην Γαλλία. Διαμορφώνεται μια συνθήκη όπου το μαζικό κίνημα μπορεί να φτάσει σε μαζικότατα επίπεδα χωρίς ωστόσο να αναφύονται στοιχεία προεπαναστατικής περιόδου και ταυτόχρονα να απουσιάζει ή να υστερεί η πολιτική του εκπροσώπηση. Η κατάρρευση της σοσιαλδημοκρατίας ως «μαζική αριστερά» στα χρόνια του νεοφιλελεύθερου μονόδρομου δημιουργεί κενό εκπροσώπησης των «από κάτω» το οποίο δεν έχει γίνει δυνατό μέχρι σήμερα να διεκδικηθεί αποτελεσματικά και να καλυφθεί από την ριζοσπαστική και αντικαπιταλιστική αριστερά. Η πρώτη περίοδος των «πλατιών κομμάτων» στην Ευρώπη που συγκροτήθηκαν ακριβώς πάνω σε αυτό τον στόχο έκλεισε άδοξα από τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ που έφτασε στην κυβέρνηση χωρίς να αποτελεί συμπλήρωμα του υπάρχοντος σοσιαλφιλελευθερισμού (ΠΑΣΟΚ) και οδηγήθηκε στην μετάλλαξή του σε σοσιαλφιλελεύθερο κόμμα και στην ίδια την κατάρρευσή του.

Σήμερα είμαστε στο χαμηλό σημείο αυτής της διαδικασίας, στην φάση της ήττας, όμως ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά του πολιτικού πλαισίου παραμένουν. Η ν/φ στρατηγική βρίσκεται σε κρίση, το πολιτικό σύστημα σε βαθιά αναξιοπιστία (πρόσφατο παράδειγμα η άνοδος της ακροδεξιάς στην Γερμανία) και το πολιτικό κενό στ’ αριστερά εξακολουθεί να χάσκει. 

  1. Κλειδί στην ελληνική (και όχι μόνο) συζήτηση αποτελεί το 2015! Το πριν και το μετά. Το πριν αφορά στην διαδικασία της συγκέντρωσης δύναμης διάφορων και διαφορετικών αριστερών σχηματισμών και της, ορισμένου βαθμού, συνύπαρξής τους σε κοινό οργανωτικό σχήμα. Επίσης αφορά στη διαπίστωση ότι η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς την κυβέρνηση και την κορύφωση των προκλήσεων καθορίστηκε από την πολύ ριζοσπαστική προπαγάνδα. Εάν δεν υποσχόταν ρήξη με τα μνημόνια δεν θα έφτανε ποτέ σε θέση διεκδίκησης της κυβέρνησης. Το ερώτημα που στοιχειώνει αυτή την συζήτηση είναι αν υπήρχε άλλος δρόμος από αυτόν που ακολούθησε η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ με την υπογραφή του 3ου μνημονίου. Η θετική απάντηση σε αυτό το ερώτημα φέρνει μαζί της και την αποδοχή του κυβερνητικού στόχου γιατί προφανώς διαφορετικά, δεν θα ετίθετο καν το ζήτημα.  

Η συζήτηση αυτή περιέχει όλα τα σημαντικά ζητήματα που τίθενται στην αριστερά της εποχής μας ξεκινώντας από το κρίσιμο ζήτημα ύπαρξης μαζικής αριστεράς που τίθεται με όρους επείγοντος. Το ζήτημα της ανταπόκρισης από την αντικαπιταλιστική σκοπιά, στον αυθόρμητο ρεφορμισμό των μαζών σε μη επαναστατικές συνθήκες και ταυτόχρονα με την ουσιαστική απουσία ισχυρού, κυβερνητικού πολιτικού ρεφορμισμού. Δηλαδή το ζήτημα της μεταβατικής πολιτικής στην πράξη (χωρίς ωστόσο ιδιαίτερη σχετική εμπειρία από το παρελθόν). Το ζήτημα της «κυβέρνησης της αριστεράς» (και οι αντίστοιχοι αυστηροί όροι και προϋποθέσεις) ως κορυφαίο μεταβατικό σύνθημα και στόχο και ως προϋπόθεση για την διεκδίκηση της μαζικής πολιτικής με τη συγκρότηση «κυβερνητικού προγράμματος». Η κληρονομιά από τα πρώτα χρόνια της Γ’ Διεθνούς, της τακτικής του «ενιαίου μετώπου», είναι η βάση γι αυτές τις προσεγγίσεις αλλά χρειάζονται σύγχρονες επεξεργασίες και συγκεκριμενοποίηση σε πολιτικές συνθήκες πολύ διαφορετικές από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. 

Το ζήτημα του πολιτικού υποκειμένου, του κόμματος που να μπορεί να εξασφαλίσει αυτούς του στόχους. Με δημοκρατία ως λειτουργία που εξασφαλίζει την αποτελεσματικότητα με μέτρο την οργάνωση της συλλογικότητας και το ρίζωμα στην κοινωνία ως έμπρακτη περιγραφή του ταξικού/ κοινωνικού ακροατηρίου. 

Το ερώτημα «κόμμα ιδεολογικής καθαρότητας» ή «πλατύ κόμμα» συνύπαρξης ρευμάτων και απόψεων σε ριζοσπαστική βάση, διακηρυγμένο αντικαπιταλισμό και αδιάλλακτα αντινεοφιλελεύθερη πολιτική, είναι ανεπίκαιρο καθώς η συγκέντρωση της δύναμης και η διεκδίκηση της μαζικής πολιτικής επείγει.

Στο υπόβαθρο αυτών των κατευθύνσεων ωστόσο βρίσκεται το ζήτημα της «επικαιρότητας του σοσιαλισμού» ως άρνηση και αντίθεση σε κάθε θεωρία και προσέγγιση «σταδίων». Αυτό σημαίνει το άνοιγμα της συζήτησης για το σύγχρονο καπιταλισμό και μάλιστα για τις θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό που συχνά περιέχουν την αντίληψη της «μεταβατικής» καπιταλιστικής κοινωνίας με πυρήνα έναν ορισμένο εθνικισμό παρά και εναντίον της μεταβατικής προσέγγιση της αντικαπιταλιστικής ανατροπής. 

  1. Βέβαια όλα αυτά μπορεί σήμερα να μοιάζουν προθύστερα ή και συζήτηση «πολυτελείας» καθώς η ήττα της αριστεράς και η δεξιά επέλαση βαραίνει τόσο το στελεχιακό δυναμικό των οργανώσεων όσο και κυρίως τον πλατύ κόσμο της αριστεράς. Ωστόσο η πάλη δεν σταματά και το πετυχημένο αντιρατσιστικό φεστιβάλ της Αθήνας έδειξε πως παρά την πολιτική αποστοίχιση ο αριστερός κόσμος διψά για συσπείρωση και δηλώνει ετοιμότητα πρώτα και κύρια ενάντια στο ρατσισμό/ φασισμό της ακροδεξιάς, της κυβέρνησης και του κράτους! Χρειαζόμαστε μια γραμμή «μαζικής αριστεράς» για την κοινωνία που θα αποτελεί την βάση της συσπείρωσης των προθύμων δυνάμεων παρά μια γραμμή για την συσπείρωση των δυνάμεων της ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής αριστεράς γενικά.   

Οι συμμετέχοντες στην συζήτηση αυτή οφείλουμε να κάνουμε ένα βήμα περισσότερο από το σημείο που βρισκόμαστε. Οι μάχες είναι μπροστά μας με πρώτη τις αυτοδιοικητικές εκλογές. Το φθινόπωρο θα πρέπει να επανέλθουμε με συνδιοργανωμένη εκδήλωση/ δήλωση της αποφασιστικότητάς μας να πετύχουμε την εκκίνηση μιας νέας πρωτοβουλίας για την συγκέντρωση της δύναμης και την διεκδίκηση της μαζικής, ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής πολιτικής! 

*Τοποθέτηση της Αντικαπιταλιστικής Πολιτικής Ομάδας στην εκδήλωση του rproject στις 11/7/2023, στην Αθήνα https://youtu.be/nZ6K9QDDZWU?t=1779

Ψήφος για αριστερή αντιπολίτευση – προετοιμασία για την επόμενη μέρα*

Το ναυάγιο που κόστισε την ζωή εκατοντάδων μεταναστών /τριων μας έχει συγκλονίσει. Λίγους μήνες πριν μας είχε συγκλονίσει η σύγκρουση των τρένων στα Τέμπη. Παρότι τα θύματα τώρα ήταν πολλαπλάσια οι διαδηλώσεις και οι εκδηλώσεις οργής είναι σαφώς χαμηλότερης κλίμακας. Είναι εγκλήματα του καπιταλισμού, του ελληνικού καπιταλισμού και της συγκεκριμένης κυβέρνησης, η οποία, ιδαίτερα στο ζήτημα των μεταναστών είναι μία επιθετικά ακροδεξιά κυβέρνηση μάλλον η χειρότερη στο είδος μέσα στην ίδια την ρατσιστική ΕΕ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ενίχυση της αριστερής αντιπολίτευσης – ψήφο στη ριζοσπαστική/ αντικαπιταλιστική Αριστερά

Νικήτρια τη ΝΔ ανέδειξαν οι εκλογές της 21ης Μάη. Οι 20 μονάδες από το δεύτερο ΣΥΡΙΖΑ προκάλεσαν αίσθηση ως μη αναμενόμενη διαφορά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Συμβολή στη συζήτηση για μια σύγχρονη αντικαπιταλιστική πολιτική

Η 4ετία της κυβέρνησης Μητσοτάκη υπήρξε η χειρότερη εδώ και μισό αιώνα, ενάντια στα συμφέροντα της εργατικής τάξης και της κοινωνικής πλειοψηφίας. Κυβέρνηση ακραίας ταξικής μεροληψίας, σκληρής επίθεσης στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις του εργατικού κινήματος, αυταρχική και φασίζουσα, μια σύμφυση δογματικού νεοφιλελευθερισμού και ακροδεξιάς (με συμμετοχή πολλών φασιστών υπουργών για πρώτη φορά από την Χούντα), αμετροεπής και αλαζονική. 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Η σημασία της απεργίας των εκπαιδευτικών στις 15/2*

Γιώργος Σαπουνάς**

Οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης απεργούν στις 15/2 ενάντια στην επιλογή της υπ. Παιδείας Κεραμέως να προχωρήσει βιαστικά στην υλοποίηση της «ατομικής αξιολόγησης» και να βάλει τους σύμβουλους – επιθεωρητές στην τάξη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Χαιρετισμός της ΑΠΟ στη Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (21 – 22/ 1 /2023)

Συντρόφισσες και σύντροφοι σας ευχαριστούμε για την πρόσκληση την οποία θεωρούμε τιμητική γι αυτό και θα αποφύγουμε μια εθιμοτυπική προσέγγιση χάρη της ουσίας.

Η Συνδιάσκεψη αυτή είναι κατά  την γνώμη μας, η σημαντικότερη στην διαδρομή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ εδώ και σχεδόν μιάμιση δεκαετία, έχει καταγραφεί με την στάση της μέσα στους αγώνες και στην πολιτική πάλη, στη συνείδηση του μαζικού κοινωνικού ακροατηρίου ως η «Αντικαπιταλιστική Αριστερά».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Όχι στο ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό! Για μια διεθνιστική, εργατική, σοσιαλιστική πολιτική απάντηση

Η διοργάνωση της εκδήλωσης ενάντια στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό από την Αντιπολεμική Πρωτοβουλία των Οργανώσεων της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς είναι σημαντική καθώς επιδιώκει την προβολή των ιδεών της εργατικής και λαϊκής αλληλεγγύης και του διεθνισμού κόντρα στις αντιδραστικές ιδέες του εθνικισμού, του μιλιταρισμού και του πολέμου. Ιδιαίτερα σε μια περίοδο επικίνδυνη που την χαρακτηρίζει η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και η συνεχιζόμενη πολεμική σύγκρουση της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία. 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε