Ποιός είμαι;
Eισαγωγικό σημείωμα
Στην προσπάθεια να απαντήσουμε στο αιώνιο αυτό ερώτημα, συνήθως ξεκινάμε με τα πιο απτά εξωτερικά στοιχεία μας : φύλο, ονοματεπώνυμο, εθνικότητα, ράτσα, ηλικία, σωματικά χαρακτηριστικά κ.λ.π., για να προχωρήσουμε σε πιο εσωτερικά, όπως προσωπικότητα, διανοητική και συναισθηματική νοημοσύνη, μόρφωση, επαγγελματική κατάρτιση, δεξιότητες,ενδιαφέροντα,πεποιθήσεις, μνήμες, φιλοδοξίες και άλλα.     
Οι περισσότεροι περιορίζονται σ’αυτά τα δύο επίπεδα γνώσης του εαυτού, με τα οποία και ταυτίζονται. Γι’αυτούς δεν έχει νόημα η αναζήτηση κάποιας βαθύτερης υπόστασης…       
Υπάρχουν όμως και άλλοι, που δεν ικανοποιούνται από αυτές τις επιδερμικές απαντήσεις, γιατί νιώθουν τα σκιρτήματα κάποιου βαθύτερου εαυτού, κάτω από το προσωπείο που φορούν. Μπορούν να καταφύγουν σε έτοιμες απαντήσεις : επιστημονικές, θρησκευτικές, φιλοσοφικές και μεταφυσικές. Θα βρεθούν τότε μπροστά σε μια πληθώρα πολύπλοκων και συχνά αντικρουόμενων θεωριών, που θα τους δημιουργήσουν μεγαλύτερη σύγχιση.
Ποιός είναι τότε ο Δρόμος γι’αυτόν που εξακολουθεί να επιζητεί μια αυθεντική, άμεση και αναμφισβήτητη απάντηση;
 Η ΑΥΤΟΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ  
Υπάρχουν , θεωρητικά τουλάχιστον, πολλά μονοπάτια που οδηγούν στην Αλήθεια. Πρακτικά όμως, υπάρχει μόνο ένα : το μονοπάτι της εμπειρικής γνώσης. Ο ορισμός για την εμπειρική γνώση μπορεί να διατυπωθεί ως η συνεχής μελέτη και παρατήρηση των αντιδράσεων του εαυτού, καθώς και η ανακάλυψη των αιτιών αυτών των αντιδράσεων. Αυτή η διεργασία, από ένα σημείο και μετά, συμβαίνει ανά πάσα στιγμή, όσο κι αν αυτό ακούγεται ακατόρθωτο. Όταν ο άνθρωπος συνεχίζει την μέθοδο της αυτοπαρατήρησης απελευθερώνεται σταδιακά από τα εμπόδια που δεν του επιτρέπουν να εκφράσει τον πραγματικό εαυτό του. Εναρμονίζει την συνειδητότητά του με δυνάμεις που γίνονται άμεσα αντιληπτές.
Εάν είναι τόσο απλό γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι δεν «παρατηρούν»;
Γιατί η συνείδησή τους κοιμάται και ονειρεύεται. Όπως λέει ο Ηράκλειτος :   

 << Ξεχνούν και δεν προσέχουν ότι συμβαίνει γύρω τους, στον ξύπνιο τους, οι άνθρωποι, όπως στον ύπνο τους. Οι ανόητοι, αν και ακούν είναι σαν τους κουφούς : σ’ αυτούς ταιριάζει το γνωμικό πως και παρόντες απουσιάζουν. Δεν πρέπει να μιλά κανένας και να πράττει σαν να είναι κοιμισμένος. Ένας και κοινός είναι ο κόσμος για τους ξυπνητούς. Οι κοιμισμένοι ζουν ο καθένας στο δικό του κόσμο. Θάνατος είναι ότι βλέπουμε στον ξύπνιο μας κι όνειρα ότι βλέπουμε στον ύπνο μας>>.  

  Η ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ 

Κατά τον Πλούταρχο, ο οποίος υπήρξε ιερέας των Δελφών, το «Γνώθι Σαυτόν» που ήταν γραμμένο σε πολλά σημεία των Δελφικών ιερών,προερχόταν απ Άυτόν τον θεό Απόλλωνα, που δεν ήταν μόνο μάντης, αλλά και φιλόσοφος. Ο θεός του φωτός όχι μόνο δίνει απαντήσεις στα προβλήματα της ανθρώπινης ζωής με τη βοήθεια των χρησμών, αλλά και δημιουργεί στη φιλοσοφική ψυχή το ερέθισμα να φτάσει στην αλήθεια, αρκεί η ψυχή να είναι σε θέση να ερευνήσει και να προσπαθήσει. Στον πρόναο του Ναού του Απόλλωνος, αναγράφονταν τα δύο περίφημα παραγγέλματα, «ΓΝΏΘΙ ΣΑΥΤΟΝ», αριστερά και «ΜΗΔΈΝ ΆΓΑΝ», δεξιά, ενώ στο κέντρο δέσποζε το ιερό γράμμα»Ε(Ι)».  Image
Αυτό ακριβώς το γράμμα και η θρησκευτικο-φιλοσοφική του σημασία είναι το θέμα του βιβλίου του Πλούταρχου «Περί του ΕΙ εν Δελφοίς». Στο βιβλίο αυτό αναλύει διαφορετικές εξηγήσεις που δόθηκαν κατά καιρούς για το Ε του μαντείου των Δελφών.
Ο Λαμπρίας έλεγε ότι το Ε έχει αριθμητική αξία και συμβολίζει τον αριθμό 5 επειδή στην πραγματικότητα οι πρώτοι σοφοί ήταν 5 και όχι 7: ο Χίλων, ο Θαλής, ο Σόλων, Ο Βίας και ο Πιττακός. Οι άλλοι δύο, ο Κλεόβουλος και ο Περίανδρος δεν άξιζαν τον τίτλο του σοφού αφού τον απέκτησαν με πλάγια μέσα. Για τον λόγο αυτό οι 5 πραγματικοί σοφοί αφιέρωσαν στους Δελφούς το Ε, για να γίνει γνωστό πόσοι ήταν οι αληθινοί σοφοί.
Ο Χαλδαίος είπε ότι το Ε αντιπροσωπεύει το δεύτερο στη σειρά από τα φωνήεντα, καθώς και τη δεύτερη θέση κατέχει ο Ήλιος (ο ήλιος και ο Απόλλωνας ταυτίζονται) στη σειρά των πλανητών.
Ο ιερέας Νίκανδρος πίστευε ότι το γράμμα Ε με την προφορά του σαν ει, αντιπροσωπεύει τις ερωτήσεις αυτών που ζητούσαν χρησμό από το μαντείο, καθώς και την ευχή τους να πραγματοποιηθεί το αίτημα για το οποίο έκαναν την ερώτηση.
Για τον φίλο του Πλούταρχου τον Θέωνα, το Ε προφερόμενο και πάλι σαν ει αντιπροσώπευε το υποθετικό ει (εάν) και έχει να κάνει με τη δύναμη του συλλογισμού που διακρίνει τον άνθρωπο από τα ζώα, τα οποία μπορούν να συλλάβουν την ύπαρξη των πραγμάτων όχι όμως και να συλλογιστούν πάνω σε αυτά.
Ο Εύστροφος θεωρεί ότι το Ε συμβολίζει τον αριθμό 5 καθώς η σπουδαιότητα του αριθμού αυτού για την ύπαρξη και την υπόσταση των πραγμάτων είναι καθοριστική.
Όμως κατά τη γνώμη μου η αληθινή λύση του προβλήματος δίνεται από τον Αμμώνιο ο οποίος πιστεύει ότι το γράμμα Ε αντιπροσωπεύει ήχο [ει], υποστηρίζει ότι το Ε συμβολίζει το β΄ενικό πρόσωπο (=εί) του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος ειμί (=είσαι, υπάρχεις). Πρόκειται για έναν χαιρετισμό αντάξιο προς ένα θεό. Σ αυτό τον χαιρετισμό ο Απόλλωνας απαντά με το ΓΝΏΘΙ ΣΑΥΤΟΝ.
Ο Αμμώνιος μας λέει λοιπόν ότι για να μπορέσουμε να αποδεχθούμε τη Θεότητα, πρέπει πρώτα να ερευνήσουμε, να γνωρίσουμε και να καταλάβουμε τον αληθινό εαυτό μας και με τον τρόπο αυτό μπορούμε να χαιρετήσουμε τη Θεότητα η οποία βρίσκεται πάντοτε μέσα μας.
Το «γνώθι σαυτόν» παραλήφθηκε από τους σοφούς και τους μύστες και προβαλλόταν ως πρωταρχικός όρος αυτοενδοσκόπησης, αυτοκάθαρσης, προσπάθειας πνευματικής ανόδου και ηθικής τελειοποίησης. Ο Χείλων όταν ρωτήθηκε : Τι το χαλεπώτατον; (το δυσκολότερο) απάντησε : « το γιγνώσκειν εαυτόν».Image
Ανάμεσα στους σοφούς που έθεσαν την αυτογνωσία στο κέντρο της φιλοσοφίας τους προεξέχει η μορφή του Σωκράτη. Ο Σωκράτης είναι ο φιλόσοφος του Ανθρώπου επειδή (όπως είπε ο Κικέρων) «κατέβασε την φιλοσοφία από τον ουρανό στην γή«. Ενώ οι πριν από αυτόν προσωκρατικοί φιλόσοφοι είχαν γυρισμένα τα μάτια τους στο στερέωμα και τα στοιχεία της φύσης, ο Σωκράτης κήρυξε πως μια τέτοια γνώση είναι άχρηστη. Το μόνο πράγμα που μπορεί και πρέπει να ενδιαφέρει τον άνθρωπο, είναι ο ίδιος ο άνθρωπος- αυτό το όν που είναι τόσο κοντά του και όμως τόσο ανεξιχνίαστο.
Υπάρχει ένας πολύ διδακτικός σχετικός μύθος που τον συναντάμε σε διάφορες εκδοχές και έχει πολλά κοινά με την πτώση των πρωτοπλάστων :

Κάποτε, βαθιά μέσα στο χρόνο, όλοι οι άνθρωποι μετείχαν του Θείου. Αλίμονο, καταχράστηκαν σε τέτοιο βαθμό τη θεία δύναμή τους, που ο σπουδαιότερος των Θεών αποφάσισε να τους αφαιρέσει τη θεία φύση τους και να την κρύψει σ’ ένα μέρος, όπου θα τους ήταν αδύνατο να την ξαναβρούν και να την βεβηλώσουν. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν τώρα να βρεθεί μια σίγουρη κρυψώνα.

Οι Θεοί που συγκεντρώθηκαν για να λύσουν αυτό το πρόβλημα, πρότειναν το εξής: «Να θάψουμε τη θεότητα του ανθρώπου μέσα στη γη». Αλλά ο Brahma απάντησε: «Όχι, αυτό δεν αρκεί, γιατί ο άνθρωπος θα σκάψει και θα τη βρει».

Τότε οι Θεοί πρότειναν: «Αφού είναι έτσι, ας τη ρίξουμε στα βάθη των ωκεανών». Αλλά ο Brahma απάντησε: «Όχι, γιατί αργά ή γρήγορα ο άνθρωπος θα εξερευνήσει τους βυθούς όλων των ωκεανών και είμαι σίγουρος πως μια μέρα θα τη βρει και θα τη φέρει στην επιφάνεια».

Στη συνέχεια πρότειναν : «Να την κρύψουμε στα πέρατα του Ουρανού». Όχι, είπε πάλι ο Μέγιστος των Θεός, γιατί ο άνθρωπος κάποια εποχή θα καταφέρει να ταξιδέψει στους μακρινούς γαλαξίες και θα την ανακαλύψει».

Μετά από αυτό οι Θεοί δεν είχαν πια τι να προτείνουν. «Δεν ξέρουμε που να την κρύψουμε γιατί δε νομίζουμε να υπάρχει μέρος στη γη ή στη θάλασσα ή στον ουρανό απροσπέλαστο από τον άνθρωπο».

Τελικά ο Brahma κούνησε το κεφάλι και είπε: «Ξέρω τι θα κάνουμε με τη θεότητα του ανθρώπου. Θα την κρύψουμε όσο γίνεται πιο βαθιά μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο, γιατί είναι το μόνο μέρος που δε θα σκεφτεί ποτέ να την ψάξει».

Από τότε, και έτσι τελειώνει ο θρύλος, ο άνθρωπος κάνει το γύρο της γης, εξερευνά το διάστημα, αναρριχάται, καταδύεται και σκάβει μάταια, ψάχνοντας για κάτι που βρίσκεται μέσα του.

Η λέξη Αλήθεια (άνευ -Λήθης) σημαίνει να μην ξεχνούμε, να έχουμε αυτοενθύμηση. Η Λήθη αυτή σχετίζεται με την άγνοια της θείας μας προελεύσης και του τελικού μας σκοπού, που είναι η επάνοδος στην θεϊκή μονάδα. Η κατανόηση του θείου πεδίου με το οποίο ο κάθε ένας από εμάς συνδέεται, είναι ο αληθινός τελικός σκοπός της ενσαρκώσεως μας, κατά τους μύστες. Σοφία είναι να νικήσουμε τον κατώτερο εαυτό μας, ενώ άγνοια να νικηθούμε από αυτόν, μας λέει ο Σωκράτης. Ο Σωκράτης αγωνίστηκε να υψώσει τους ανθρώπους στο καθαρά πνευματικό επίπεδο, για να θεαστούν την αιώνια ομορφιά των αρχετυπικών Ιδεών. Η συνείδηση έλεγε, μας μυεί σε μιαν αλήθεια που δίνει νόημα σε ό,τι βλέπουμε και κάνουμε. Βεβαίωνε πως αυτή ήταν η αποστολή του: να βοηθήσει κάθε άνθρωπο να «δεί» την αλήθεια που κλείνει μέσα του. Οδηγός σ’αυτή την προσπάθεια στάθηκε το «δαιμόνιόν»του , ο ανώτερος εαυτός, που τον απέτρεπε όταν κινδύνευε να βγεί από την σωστή πορεία. Η ουσία της σωκρατικής διδασκαλίας είναι η συνειδητοποίηση πως το «Αληθές» και το «Αγαθόν» είναι τα ταυτόσημα. Ο Σωκράτης δεν πίστευε πως η ανθρώπινη φύση είναι κακή ή πως έχει διαφθαρεί από κάποιο προπατορικό αμάρτημα. Γι’ αυτόν, όπως και για όλους τους Έλληνες, το «Αγαθόν» είναι ν’ ακολουθείς την Φύση. Και η Φύση είναι αχώριστη από την Λογική. Αν, πολύ συχνά γινόμαστε κακοί, αιτία είναι ότι αγνοούμε το καλό. Γιατί όταν ξέρουμε το καλό, αναγκαστικά κάνουμε καλό. Το «ουδείς εκών κακός» αυτή την έννοια έχει: οι άνθρωποι δρουν κακά, επειδή από άγνοια παίρνουν το κακό για αγαθό. Πέφτουν σε λάθη επειδή τους λείπει η γνώση. Και η γνώση είναι συνείδηση, η ακούραστη εξερεύνηση του εαυτού μας, η άρνηση να ενδώσουμε σε απατηλά φαινόμενα, η προσπάθεια ν’ ανακαλύψουμε την ουσία της αρετής. Στην γνώση αυτή, στην αυτοσυνείδηση αυτή, μόνο η σοφία, ο Λόγος, μπορεί να μας βοηθήσει. Και μόνο ο σοφός μπορεί να είναι μακάριος. Όχι αποκλειστικά σε μιαν «άλλη ζωή», αλλά και στην επίγεια ύπαρξη εδώ και τώρα.

Μπορούμε τώρα μετά από αυτή τη σύντομη αναδρομή στο παρελθόν να επιστρέψουμε στη σύγχρονη εποχή.

Τις τελευταίες δεκαετίες ζούμε εν μέσω μιας ραγδαίας τεχνολογικής μεταμόρφωσης με δραματικές κοινωνικές, πολιτιστικές και περιβαλλοντικές συνέπειες. Είναι πολλοί αυτοί που πιστεύουν ότι το ανθρώπινο γένος βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας του : για μερικούς βρισκόμαστε λίγο πριν την καταστροφή, ενώ για άλλους πλησιάζουμε στην ανατολή μιας νέας εποχής..Εαν αληθεύει τελικά, όπως το ευχόμαστε, ότι βρισκόμαστε στην απαρχή μιας νέας εποχής, αυτή θα είναι η εποχή της εσωτερικής αφύπνισης και της αυτογνωσίας.
Το διαζύγιο μεταξύ επιστήμης και τέχνης, φιλοσοφίας και μεταφυσικής, παρήγαγε τεράστια ανισορροπία στον σύγχρονο πολιτισμό. Τα αποτελέσματα αυτής της ασύμμετρης ανάπτυξης είναι εμφανή σε όλους μας. Είμαστε ο πιο ισχυρός πολιτισμός που υπήρξε ποτέ. Αλλα ως άτομα, είμαστε από τους πιό ανίσχυρους ανθρώπους που έζησαν ποτέ. Ο άνθρωπος βρέθηκε να χειρίζεται δυνάμεις πολύ ισχυρές και δυνητικά καταστροφικές, χωρίς την ανάλογη αύξηση της συνειδητότητας και της υπευθυνότητας.Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν πέρα για πέρα προμηθεϊκοί. Πάντοτε όμως είχαν επίγνωση της ύβρεως.

Η ελπίδα επιβίωσης πάνω στον πλανήτη περνάει αναπόφευκτα μέσα από την αποκατάσταση της ανισιορροπίας μεταξύ εξωτερικής και εσωτερικής ανάπτυξης.

Στην παγκοσμιοποιημένη ιστορική περίοδο που βιώνουμε, της ραγδαίας τεχνολογικής εξέλιξης και του υπερκαταναλωτισμού, ο μέσος σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει ούτε τον χρόνο, ούτε την απαραίτητη παιδεία για να ασχοληθεί με τον εσωτερικό του εαυτό του και τις πνευματικές του ανάγκες. Προδίδεται έτσι η ουσιαστική σημασία της λέξης άνθρωπος που, όπως φαίνεται και από την ετυμολογία (άνω θρώσκω-βλέπω προς τα πάνω), είναι εκτός από υλικό και πνευματικό όν. Μέσα στα παλαίσια της δυτικής κοσμικής ιδεολογίας, η πνευματικότητα κατέληξε να ταυτίζεται με τη στασιμότητα και την οπισθοδρομικότητα. Η κοσμική-φαουστική εσχατολογία, που χρησιμοποίησε την υλική πρόοδο ως μέσο για το φυσικό μετασχηματισμό του κόσμου, έφθασε να περιφρονεί απροκάλυπτα τις μη υλικές ανησυχίες του ανθρώπου. Αυτή η νοοτροπία μας εξώρισε από την αρμονική σχέση με το Οικοσύστημα, μας μετάλλαξε σε υπολογιστές, τυφλά εγωιστές και αλλαζονικούς. Η παγκόσμια κρίση του σύγχρονου κοσμοειδώλου μας κάνει συχνά ακόμα πιό κλειστούς, πιό επιθετικούς. Θέλουμε να διαφυλάξουμε πάσει θυσία τα τοπικιστικά μικροσυμφέροντα, ξεχνώντας ότι τα παγκόσμια προβλήματα απαιτούν παγκόσμιες ριζοσπαστικές λύσεις.

Σήμερα, με την πτώχευση της γλώσσας και τον εκφυλισμό των εννοιών, «αυτογνωσία» σημαίνει γενικά στην καλύτερη περίπτωση την επίγνωση των αντιδράσεων του εαυτού. Είναι η γνώση που μπορεί να έχει ένα άτομο για τη συμπεριφορά του, τις στάσεις, τις αξίες, τις πεποιθήσεις και τα συναισθήματά του. Βασίζεται σ’αυτό που η ψυχολογία ονομάζει μεταγνωσιακή ικανότητα και η γνωσιακή ψυχοθεραπεία το χρησιμοποιεί ως βασικό εργαλείο για την επίτευξη του θεραπευτικού στόχου.. Metacognition ,λοιπόν κατά τους Αγγλοσάξονες, είναι η ικανότητα του γνωσιακού οργάνου να ενημερώνεται για τις ίδιες του τις λειτουργίες. Μια έλλειψη αυτής της ενδοσκοπικής ικανότητας σημαίνει ασυνειδησία. Σ’αυτή την τελευταία περίπτωση η εικόνα που έχει ένα άτομο για τον εαυτό του είτε είναι προϊόν εξωτερικών προβολών και πληροφοριών που παθητικά απορρόφησε (συχνά αντιφατικών), είτε ένα φανταστικό κατασκεύασμα, αποτέλεσμα της δράσης διαφόρων μηχανισμών άμυνας, που περιγράφει η ψυχανάλυση όπως : η εκλογίκευση, η απώθηση, η εξιδανίκευση, η παλινδρόμιση, η μόνωση, η ενδοβολή και η αναδρομική αναίρεση.

Ανάλογη πτώχευση έχει υποστεί και ο όρος «Φιλοσοφία» τους τελευταίους αιώνες. Δεν είναι πλέον καθαρή εφαρμοσμένη Σοφία, που αποσκοπεί στην αποκάλυψη της Αλήθειας και στον Φωτισμός της πορείας του ανθρώπου προς την αυτογνωσία, την αυτοεκπλήρωση και την ευδαιμονία. Έχει καταντήσει ένα σύστημα, συχνά δυσνόητο από άδειες λέξεις, μια διανοητική γυμναστική για ελάχιστους ειδικούς λόγιους. Ο διαχωρισμός της γνώσης από τις αξίες ήταν ένα βαρυσήμαντο γεγονός στην πνευματική ιστορία της Δύσης. Στην ουσία δεν εξαφανίστηκαν τελείως οι αξίες αλλά αντικαταστάθηκαν και λειτουργούν υπόγεια, στο παρασκήνιο. Στη θέση των λαμπρών πνευματικών ηθικών συστημάτων τοποθετήθηκαν εκχυδαϊσμένες τεχνοκρατικές και ωφελιμιστικές «αξίες» που δημιούργησαν ένα τερατώδες σε συνέπειες κοσμοείδωλο, μια νέα δογματική σκέψη. Η πλειοψηφία της σύγχρονης επιστήμης έφθασε να αντιλαμβάνεται το σύμπαν σαν μία καλοκουρδισμένη άψυχη μηχανή που λειτουργεί με βάση κάποιους κανόνες, και σαν ένα συνονθύλευμα από βασικά δομικά στοιχεία. Φυσική συνέπεια αυτής της αντίληψης ήταν η αδίστακτη και αλόγιστη εκμετάλλευση των φυσικών και ανθρώπινων πόρων και η σταδιακή καταστροφή του Οικοσυστήματος. Για τους αρχαίους πολιτισμούς ο κόσμος και η Γη μας είναι ένας ζωντανός οργανισμός και έχει εκτός της υλικής και πνευματική υπόσταση. Όπως στο ανθρώπινο σώμα οι κινήσεις προέρχονται από την ψυχή που σκέπτεται και από την θέληση που ενεργεί, έτσι και στα μάτια της αρχαίας επιστήμης η ορατή τάξη του σύμπαντος ήταν η αντανάκλαση μιας αόρατης τάξης, των κοσμογονικών δηλαδή και πνευματικών μονάδων, βασιλείων και ειδών, που με συνεχή πορεία μέσα στην ύλη προκαλούν την εξέλίξη της ζωής. Δεν συμπέραινε την διάνοια από την ύλη, αλλά την ύλη από την διάνοια. Δεν γεννούσε το σύμπαν από τον τυφλό χορό των ατόμων , γεννούσε τα άτομα από τους παλμούς της παγκόσμιας ψυχής. Με μία λέξη προχωρούσε κατά κύκλους ομόκεντρους από το παγκόσμιο στο επιμέρους, από το αόρατο στο ορατό, από το καθαρό πνεύμα στην οργανωμένη υπόσταση, από το Θείο στο ανθρώπινο. Αυτό που μας συμβαίνει σήμερα όπως λέει ο Ν. Λώρενς, είναι ότι αιμορραγούμε από τις ρίζες, γιατί έχουμε αποκοπεί από την Γη, τον Ήλιο, και τα αστέρια, και η αγάπη είναι υποκρισία, γιατί άμοιρο μπουμπούκι, την ξεριζώσαμε από τον μίσχο της στο δένδρο της ζωής και περιμένουμε να εξακολουθήσει να ανθίζει στο πολιτισμένο βάζο μας..

Σε κάθε αρχαίο πολιτισμό υπήρχε ένα εσωτερικό σύστημα γνώσης του κόσμου που μας περιβάλει και των φυσικών δυνάμεων, αλλά και της ίδιας της ανθρώπινης φύσης μας, που ονομαζόταν Σοφία. Οι άνθρωποι που ασχολούνταν με την κατάκτηση της ονομάζονταν Σοφοί, και αργότερα από τον Πυθαγόρα Φιλόσοφοι. Ο Πυθαγόρας ονόμαζε φιλόσοφο, αυτόν που γνώριζε τις λειτουργίες τόσο της υλικής όσο και της πνευματικής φύσης, και δίδασκε στους μαθητές του να γνωρίζουν πραγματικά τις αλήθειες αυτές. Η Φιλοσοφία δεν ήταν -και δεν είναι- μια θεωρητική προσέγγιση του κόσμου, αλλά και ένας τρόπος ζωής. Οι εναλλακτικές λύσεις που προτείνονται για να βγούμε από την παγκόσμια κρίση του δυτικού τεχνοκρατικού μοντέλου, δεν μπορούν να περιλαμβάνουν,συνεπώς, μόνον αλλαγές στην τεχνολογία, στην οικονομία και στην θεσμική οργάνωση της κοινωνίας , αλλά και στην ηθική, στη λογική και πάνω απ’όλα στη συνειδητότητά μας.

Η σημερινή κατάσταση του ανθρώπου, λόγω απαιδευσίας, μπορεί να αναπαρασταθεί άψογα από τον περίφημο μύθο του σπηλαίου που διηγείται ο Πλάτωνας, στην αρχή του έβδομου βιβλίου της Πολιτείας του.

Image Σε μια σπηλιά κάτω από τη γη, που έχει την είσοδό της ανοιγμένη στο φως, ζουν από παιδιά άνθρωποι αλυσοδεμένοι από τα πόδια και τον τράχηλο.
Πίσω τους, ψηλά και σε απόσταση, υπάρχει φωτιά αναμμένη και στο ενδιάμεσο ένας δρόμος, κατά μήκος του οποίου βρίσκεται ένας μικρός τοίχος, όπως το παραπετάσματα στο κουκλοθέατρο (των θαυματοποιών). Πίσω απ΄ τον τοίχο περνούν άνθρωποι μεταφέροντας πάνω από το ύψος του κάθε λογής αντικείμενα, καθώς και ομοιώματα ανθρώπων και ζώων. Οι σκιές τους προβάλλονται χάρη στο φως της φωτιάς στο βάθος του σπηλαίου, το μοναδικό οπτικό πεδίο των δεσμωτών. Ανήμποροι να κινηθούν και περιοριζόμενοι στη φυσική τους όραση οι έγκλειστοι νομίζουν πως οι σκιές είναι τα ίδια τα αντικείμενα και ο αντίλλαλος από τις ομιλίες εκείνων που κινούνται πίσω από το τοιχίο, η φωνή των σκιών.
Ο κόσμος του σπηλαίου και όσα διαδραματίζονται εντός του είναι τόσο δεδομένος, ώστε να μη γεννά την παραμικρή αμφιβολία για το αν είναι αληθινός.
Καθηλωμένοι στην ίδια θέση οι έγκλειστοι βλέπουν μόνο σκιές και, ελλείψει άλλων ερεθισμάτων, θεωρούν αυτονόητη την αυθεντικότητά τους. Τα δεσμά τούς στερούν κάθε δυνατότητα κίνησης, αυτενέργειας και διεύρυνσης του οπτικού τους πεδίου. Προσωπική δράση δεν υφίσταται. Υπάρχει μόνον όρασης αλλά και αυτή δεν είναι άλλο από παθητική παρατήρηση των συμβάντων, αναντίρρητη αποδοχή των δεδομένων των αισθήσεων, άγνοια, πλάνη.
« Και αν κανείς ήθελεν επιχειρήσει να τους λύσει από τα δεσμά τους και να τους ανεβάσει, δεν θα ήσαν ικανοί να τον σκοτώσουν, αν ημπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια τους; -Το δίχως άλλο|». Έχουμε πολλά θλιβερά ιστορικά παραδείγματα εν προκειμένω. Ο ίδιος ο Σωκράτης είχε τραγικό τέλος, επειδή εισήγαγε καινά δαιμόνια…
Η ανάβαση στον κόσμο του φωτός συνιστά μια πορεία, η οποία ξεκινώντας από μια αρνητική γνώση, από τη γνώση «του τι δεν είναι», απολήγει στην αυτογνωσία και την κοσμογνωσία. Ο κόσμος του σπηλαίου απεικονίζει την εμμονή της ψυχής στο αισθητόν, την υπερεκτίμησή του, την παντελή κυριαρχία των αισθήσεων και του επιθυμητικού τμήματός της επί του λογιστικού. Η προσκόλληση στο γίγνεσθαι επιφέρει ψυχική σύγχυση, νόσον ενώ η θέασις των όντων εσωτερική ισορροπία , την εναρμόνηση των τριών τμημάτων της ψυχής και την ενδυνάμωση του λογιστικού μέρους της. Για τον Πλάτωνα, το αίτημα της αυτογνωσίας είναι πρωταρχικό. Ακόμη κι αν δε βρεθεί ποτέ ο φιλόσοφος -ηγέτης που θα διοικήσει την ιδανική πολιτεία, κάθε άνθρωπος χωριστά θα επιδιώξει τουλάχιστον να ρυθμίσει το πολίτευμα της ψυχής του.

ImageΟ πυρήνας του μύθου του σπηλαίου ξαναπροτάθηκε, σε σύγχρονη εκδοχή, στην ταινία το Matrix (1999) των αδερφών Andy και Larry Wachowsky (Γουατσόφσκυ). Η ταινία, ως γνωστόν, περιγράφει ένα μέλλον στο οποίο ο κόσμος όπως τον ξέρουμε εμείς είναι ουσιαστικά το Matrix, μια εικονική πραγματικότητα που δημιουργήθηκε και συντηρείται από νοήμονες μηχανές προκειμένου να κατευνάσει, υποτάξει και εκμεταλλευτεί τον ανίδεο ανθρώπινο πληθυσμό ως πηγή ενέργειας (παραγωγής και κατανάλωσης, θα λέγαμε). Όπως στο μύθο του σπηλαίου, ο κόσμος του Μάτριξ (σπηλιά -ΜΗΤΡΑ – matrix) , είναι ένας κόσμος παραισθήσεων. Οι άνθρωποι ζουν και κινούνται σε αυτόν, χωρίς να υποψιάζονται την πραγματική «ψεύτικη» κατάστασή του. Η ταινία αναφέρεται δήθεν στο μέλλον, για ευνόητους λόγους, ενώ περιγράφει γλαφυρά τη σύγχρονη κατάσταση της ανθρωπότητας. Στην πρώτη ταινία της σειράς , ο ήρωας ο Neo, διαλέγει το κόκκινο χάπι που του επιτρέπει να προχωρήσει στην αφύπνιση. Ο Σκοτεινός, όπως τον αποκαλούσαν, Ηράκλετος δηλώνει χαρακτηριστικά : « ΕΝΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΞΥΠΝΗΤΟΥΣ. ΟΙ ΚΟΙΜΙΣΜΕΝΟΙ ΖΟΥΝ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΣΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟ».
Ο Ηράκλειτος, «σκοτεινός φιλόσοφος»; Μήπως και δεν είναι έτσι τα πράγματα; Μήπως τυφλώνει το φως αυτούς που ζουν στις σκιές;
Όμως δεν θέλουν όλοι οι άνθρωποι να ξεφύγουν από το Μάτριξ!.. Δεν είναι όλοι έτοιμοι να αντικρούσουν την φοβερή πραγματικότητα. Θέλουν σαν το Σάιφερ να ζουν στον ψεύτικο κόσμο. Όταν τους δίνουν το «κόκκινο και το μπλέ χάπι», δεν επιλέγουν οι περισσότεροι το κόκκινο που θα τους οδηγήσει στο «ξύπνημα». Προτιμούν να μένουν στο όνειρο, παρά να αντιληφθούν το μέγεθος του εφιάλτη στον οποίο είναι έτσι κι αλλιώς μπλεγμένοι. Δεν μπορούμε να αναγκάσουμε κανένα να ξυπνήσει με το ζόρι. Αυτό όμως που έχουμε υποχρέωση είναι να καταστήσουμε εμφανή και προσβάσιμη την έξοδο από το τούνελ γι’ αυτούς, που έχουν κουραστεί να ζούν στο όνειρο-εφιάλτη και η ψυχή τους είναι έτοιμη να ανθίσει στη συνειδητότητα. Δεν είναι χρήσιμο να περιμένουμε την έλευση του Νέου (Νήο=New) εκλεκτού για να μας σώσει από τη μηχανικότητα, γιατί μόνο ο καθένας μπορεί, με τη δική του προσπάθεια και τη σχετική εξωτερική βοήθεια, να γίνει o σωτήρας του εαυτού του. Τα πράγματα όμως δεν είναι και τόσο ζωφερά. Αυτή είναι η μία πλευρά της Σελήνης, η σκοτεινή .Υπάρχει όμως και η άλλη που μας κάνει να είμαστε, υπό όρους, αισιόδοξοι.
Επιστρέφουν στις μέρες μας μερικά από τα ιδανικά των δεκαετιών του ’60 και του’70, αλλά σε μια πιό συγκεκριμένη και ολοκληρωμένη μορφή: ν’αλλάξουμε τον κόσμο, βέβαια, αλλά αρχίζοντας από τον εαυτό μας. Για να κατακτήσουμε τον κήπο της Εδέμ επί της γης πρέπει πρώτα ( ή παράλληλα) να εξασκηθούμε με τον εσωτερικό μας κήπο : γνωρίζοντάς τον σε βάθος, καθαρίζοντάς τον από τα αγριόχορτα και κάνοντας να ανθίσουν οι κρυφές μας ικανότητες.
ImageΕκτός από τις παραδοσιακές φιλοσοφικές και μεταφυσικές σχολές, με την αυτογνωσία στην πιό ουσιαστική της μορφή ασχολούνται πλέον τις τελευταίες δεκαετίες αρκετές πρωτοποριακές σχολές ψυχολογίας. Πολλές μέθοδοι αυτογνωσίας και αυτοανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού έχουν προταθεί από την ανερχόμενη ολιστική κουλτούρα. Οι περισσότερες θετικιστικές σχολές της Δυτικής ψυχολογίας βλέπουν ακόμα, κάθε μορφή θρησκείας και πνευματικότητας βασισμένη σε πρωτόγονες προλήψεις, σε παθολογικές παρεκκλίσεις ή σε ψευδαισθήσεις σχετικά με την πραγματικότητα που καλλιεργούνται από την οικογένεια, την κοινωνία και τον πολιτισμό.
Ο Carl G. Jung είναι ο πρώτος μεγάλος γεφυροποιός της Δυτικής ψυχολογίας με τη μεταφυσική. Εγκαταλείποντας τα νευτώνια πρότυπα ανέπτυξε μια σειρά αρχών που βρίσκονται σε συνάφεια με εκείνες της σύγχρονης φυσικής και της θεωρίας των συστημάτων. Η αρχή του συλλογικού ασυνειδήτου προϋποθέτει ένα σύνδεσμο ανάμεσα στο άτομο και την ανθρωπότητα ιδωμένη σαν σύνολο, που είναι ακατανόητος ως προς το μηχανιστικό πλαίσιο, αλλά συμπίπτει θαυμάσια με την άποψη των συστημάτων του νου. Στο συλλογικό ασυνείδητο ως αρχέτυπα ανευρίσκονται τα σύμβολα του εσωτερισμού, της αλχημείας, του γνωστικισμού και του αποκρυφισμού. Ο Jung θεώρησε τη συγκριτική θρησκειολογία και μυθολογία ως μοναδικές πηγές πληροφοριών για το μαζικό ασυνείδητο και είδε τη γνήσια πνευματικότητα σαν ένα αδιαχώριστο τμήμα της ανθρώπινης ψυχής. Υπερβαίνοντας το ορθολογιστικό πλαίσιο της Φροϋδικής ψυχανάλυσης εισήγαγε τον όρο «συγχρονικότητα», αναφερόμενος στις αναιτιατές σχέσεις ανάμεσα στις συμβολικές εικόνες του εσωτερικού κόσμου και στα συμβάντα της εωτερικής πραγματικότητας. Οι μυστικιστικές του τάσεις και οι εσωτερικές του ιδέες που έκαναν τον Jung να παραγνωριστεί κατά το παρελθόν, αρχίζουν τα τελευταία χρόνια να ασκούν μια συνεχώς αυξανόμενη επίδραση στην ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία.
Μαθητής του Γιούνγκ, που ανατράφηκε σε Θεοσοφικό περιβάλλον, ο ιταλός Ψυχίατρος Roberto Assagioli πέρασε από το συλλογικό ασυνείδητο στο συμπαντικό ασυνείδητο. Η εναλλακτική ολιστική μέθοδος που εισήγαγε, η ψυχοσύνθεση, στοχεύει στην αρμονική σύνθεση όλων των ανθρωπίνων στοιχείων ( φυσικό, συναισθηματικό, νοητικό και πνευματικό).
Ένα από τα ζωηρότερα κινήματα που ξεπήδησε σαν αντίδραση στον μηχανιστικό προσανατολισμό της ψυχολογικής σκέψης είναι η σχολή της ανθρωπιστικής ψυχολογίας, που ίδρυσε ο Abraham Maslow. O Maslow απέρριψε τη φροϋδική εικόνα του ανθρώπου υποταγμένη στα κατώτερα ένστικτα και κατηγόρησε τον Φρόϋντ ότι βάσισε τις θεωρίες του σχετικά με την ανθρώπινη συμπεριφορά πάνω στις εμπειρίες του με ψυχωτικά και νευρωτικά άτομα. Όπως ο Γιουνγκ έτσι και ο Μάσλοου στράφηκε με ενδιαφέρον προς την προσωπική ανάπτυξη, που ονόμασε «αυτοπραγμάτωση». Ειδικά, μελέτησε άτομα που είχαν αυθόρμητες υπερβατικές ή κορυφαίες εμπειρίες, που τις θεώρησε σαν σημαντικές φάσεις για τη διαδικασία της αυτοπραγμάτωσης. Η βαθύτερη ουσία της ανθρωπιστικής προσέγγισης είναι η αναγνώριση της ικανότητας του ανθρώπου να αναπτυχθεί αποκαλύπτοντας και καλλιεργώντας τις έμφυτες δυνάμεις του.
Με ανάλογο τρόπο οι «ομάδες επαφής» του Roger δεν είναι μόνο θεραπευτικές αλλά αποβλέπουν στην αυτοδιερεύνηση και στην προσωπική ανάπτυξη. Το σύνολο των νέων ανθρωπιστικών ρευμάτων στην ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία, που πήρε το όνομα » Κίνημα του Ανθρώπινου Δυναμικού», δίνει έμφαση στις πνευματικές, υπερβατικές και ολιστικές όψεις της αυτοπραγμάτωσης.
Ο Μάσλοου διέβλεψε προφητικά : «Πρέπει επίσης να παρατηρήσω ότι, κατά τη γνώμη μου, η ανθρωπιστική ψυχολογία, η Τρίτη Δύναμη της ψυχολογίας, είναι παροδική., Είναι ένας πρόλογος σε μια Τέταρτη ψυχολογία ανώτερη, υπερ-προσωπική, υπερ-ανθρώπινη, επικεντρωμένη στο σύμπαν αντί στις ανάγκες και στα ανθρώπινα συμφέροντα, υπερβαίνουσα την ανθρώπινη κατάσταση, την ταυτότητα και την αυτοεκπλήρωση».
Δεν άργησε να γεννηθεί η υπερπροσωπική ψυχολογία , της οποίας προάγγελοι υπήρξαν τόσο ο Γιουνκ, όσο και ο Ασσατζιόλι και ο Μάσλοου. Αυτή η επαναστατική ψυχολογία αναπτύσσεται έντονα στην Αμερική από τη δεκαετία του ’70 (άσχετα αν στη χώρα μας είναι ελάχιστα γνωστή) και επεκτείνει τα όρια της μελέτης στα επίπεδα της συνείδησης που υπερβαίνουν τα όρια του προσωπικού εγώ και της συμβατικής λογικής.
Σημαντικότεροι εκπρόσωποι του κλάδου είναι οι Stanislav Grof, Ken Wilber, Michael Washburn, Frances Vaughan, Roger Walsh, Stanley Krippner, Michael Murphy, Charles Tart, David Lukoff και Stuart Sovatsky.

Συμπερασματικά : οι μέθοδοι αυτογνωσίας, που δίνονται πλέον απλόχερα στις μέρες μας, είναι τρόποι αφύπνισης της συνείδησης του εαυτού, σε μια υπόσταση πλατύτερη από αυτό το πολύ περιορισμένο κέντρο που νιώθουμε σαν «εγώ». Ο άνθρωπος είναι ένα άνοιγμα μέσα από το οποίο, ολόκληρη η ενέργεια του σύμπαντος συνειδητοποιεί τον εαυτό της. Η σημερινή κρίσιμη κατάσταση του πολιτισμού καθιστά την αυτογνωσία αναγκαία και όχι μια εκλεπτισμένη πολυτέλεια για λίγους. Η προσωπική σωτηρία είναι στις μέρες μας άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σωτηρία του συνόλου της ανθρωπότητας και του πλανήτη.

Σ’ αυτούς που προβάλλουν διάφορες δικαιολογίες και καθυστερούν την είσοδό τους στην ατραπό της Αυτογνωσίας ο Επίκουρος τους απαντά :

«Ποτέ δεν είναι πολύ νωρίς, ούτε πολύ αργά για να γνωρίσει κανείς τη φιλοσοφία». 

Ο etarcos ανέβασε εδώ  κι αντέγραψα.

Η μεγαλύτερη τραγωδία για μια ψυχή ή έναν άνθρωπο είναι να διαθέτει διάνοια και ηθική εξίσου ισχυρές. Για να είναι κάποιος αναμφισβήτητα και «απόλυτα» ηθικός, πρέπει να είναι και λιγάκι ανόητος. Για να είναι απόλυτα διανοούμενος, πρέπει να είναι και λιγάκι ανήθικος.

Fernando Pessoa «Η αγωγή του στωικού»

Εὐάγγελος Λεμπέσης – Ἡ Τεράστια Κοινωνικὴ Σημασία τῶν Βλακῶν ἐν τῷ Συγχρόνῳ Βίῳ

Τὸ πλέον γνωστὸ αὐτὸ ἔργο τοῦ Εὐάγγελου Λεμπέση, δημοσιεύτηκε ἀρχικὰ στὴν «Ἐφημερίδα τῶν Ἑλλήνων Νομικῶν» τὸ ἔτος 1941 μὲ ἀποτέλεσμα τὴν πολεμικὴ συζητήσεων κριτικῶν καὶ ἀντιπαραθέσεων στὶς ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς. Εἶναι γεμάτο ἀπὸ ὀξυδερκεῖς παρατηρήσεις πάνω στὸ τεράστιο θέμα τῆς βλακείας στὶς σύγχρονες κοινωνίες. Εἶναι μακροσκελές, στὴν καθαρεύουσα, ἀλλά, κατὰ κρίση ἀγαθοῦ, ἀνδρὸς ἀξίζει τὸν κόπο νὰ διαβαστεῖ καὶ νὰ γίνει κτῆμα ὅλων.

Πρόλογος

Ἁπλὴ ὑποσημείωσις ἐξ ὀλίγων γραμμῶν εἰς ἄλλην μελέτην μου ἡ παροῦσα μικρὰ ἐργασία ἐξελιχθῆ εἰς τὸ ἀνὰ χείρας δοκίμιον χάρις εἰς τὴν παρώθησιν τοῦ διαπρεπεστάτου νομικοῦ καὶ ἀγαπητοῦ φίλου Διευθυντοῦ τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Ἑλλήνων Νομικῶν», κ. Ν. Π. Θηβαίου. Εἰς αὐτὸν ἑπομένως τὸν ἀνεξάντλητον εἰς ἐμπνεύσεις καὶ εἰς παντοειδῆ πρωτοτυπίαν ἐπιστήμονα καὶ συγγραφέα ὀφείλεται τόσον ἡ συγγραφή, καθὼς καὶ ἡ δημοσίευσις εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῶν Ἑλλήνων Νομικῶν», ὡς καὶ ἡ ἐνταῦθα ἀναδημοσίευσις τῆς παρούσης μικρᾶς πραγματείας. Ὀφείλομεν χάριτας εἰς αὐτόν, ἀπὸ κοινοῦ συγγραφεὺς καὶ ἀνανῶσται, διὰ τὴν σύντομον αὐτὴν ἐντρύφησιν εἰς τὸν χλοερὸν τοῦτον κόσμον μιᾶς κατηγορίας συνανθρώπων, τῶν ὁποίων ἡ κοινωνικὴ σημασία ἔχει δεινῶς ὑποτιμηθῆ καὶ τῶν ὁποίων τὰ δικαιώματα εἶναι ἐξησφαλισμένα οὐ μόνον -φεῦ!- ἐν τῷ βασιλείῳ τῶν οὐρανῶν, ἀλλ᾿ ἔτι πλέον ἐπὶ τοῦ χλοεροῦ τούτου πλανήτου!

Ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ παρόντος δοκιμίου οὐδεμίαν προεργασίαν γνωρίζω καὶ συνεπῶς δέον νὰ κριθῶ ἐπιεικῶς, ὡς πάντη στερούμενος «βοηθημάτων». Τολμῶ ἐν τούτοις νὰ φρονῶ, ὅτι τούτων οὐδόλως παρίσταται ἀνάγκη, διότι ἀληθῶς ἐξαιρετικῶς μέγας εἶναι ὁ πλοῦτος τοῦ ἀμέσου κοινωνικοῦ ἐμπειρικοῦ ὑλικοῦ καὶ ἐλαχίστη ἡ ἐκ τῆς ἐλλείψεως γραπτῶν βοηθημάτων στενοχωρία τοῦ γράψαντος.

Ὡς πρὸς τὴν μέθοδον τέλος δέον νὰ ὑπογραμμίσω, ὅτι κατεβλήθη ἐνδελεχὴς προσπάθεια, ὅπως αὕτη εἶναι αὐστηρῶς ἐπιστημονική. Διότι πράγματι – ὡς ἐλπίζω ν᾿ ἀποδειχθῇ – πλὴν τῶν ἄλλων δεδικαιολογημένων ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχη παρὰ τῶν λοιπῶν ἀτυχῶν συνανθρώπων, ἡ εὐτυχὴς καὶ παντοδύναμος κοινωνικὴ κατηγορία, ἥτις ἐξετάζεται ἐνταῦθα, εἶναι καὶ ἡ ἀξίωσις ν᾿ ἀποτελέσῃ σοβαρώτατον θέμα σοβαροῦ ἐπιστημονικοῦ χειρισμοῦ.

Θὰ ἔπρεπεν ἴσως, ἐκ λόγων εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ θέμα τῆς παρούσης μελέτης δυνάστας τῆς ἀνθρωπότητος ν᾿ ἀφιερωθῇ αὕτη εἰς αὐτούς. Ἐκ λόγων δικαιοσύνης ὅμως ἀφιεροῦται – καὶ οὐκ ἐπ᾿ ἐλάχιστον, πρὸς διδαχήν των – εἰς τοὺς δυναστευομένους: δηλονότι εἰς τοὺς εὐφυεῖς!

I

Εἰς τὴν πολυπληθῆ κατηγορίαν τῶν βλακῶν προσάπτεται ἀσφαλῶς ἄδικος καὶ ἐπιστημονικῶς ἐσφαλμένη μομφή, ὅταν οὗτοι χαρακτηρίζονται εἴτε ὡς ἄχρηστοι καὶ περιττὸν βάρος τῆς κοινωνίας, εἴτε ὡς παρασιτικοί, ἐκφράζεται δὲ συχνὰ ἡ ἀνόητος, ὡς θὰ ἴδωμεν, εὐχὴ ὅπως οὗτοι ἐκλείψουν. Τὸ πρόβλημα τῶν βλακῶν δὲν εἶναι ἐν τούτοις ἁπλοῦν ὅταν ληφθῆ πρώτον ὕπ᾿ ὄψιν ἡ στερεὰ καὶ ἀπολύτως ἀναγκαία θέσις, ἢν οὗτοι ἐπαξίως κατέχουν ἐν τῷ κοινωνικῷ διαφορισμῶ. Οἱ βλᾶκες διαιροῦνται οὕτως εἰς δυὸ ὅλως ἀντιθέτους μεταξὺ τῶν «ὁμάδας», διεπομένας ὅμως ἀμφοτέρας ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ νόμου, τοῦ διαφορισμοῦ Ἡ πρώτη ἐκ τούτων ὁμὰς καταλαμβάνει ὡς γνωστὸν τὰς ὑποδεεστέρας ἐν τὴ κοινωνία θέσεις, ἤτοι εὑρίσκεται εἰς τὰς κατωτάτας βαθμίδας τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ. Πόσον εὐεργετικὴ διὰ τὴν κοινωνίαν εἶναι ἡ ὁμὰς αὕτη εἶναι περιττὸν νὰ τονισθῆ, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἐκμετάλλευσις καὶ ἄνευ ἐκμεταλλεύσεως δὲν θὰ ὑπῆρχε πολιτισμός. Εἰς δὲ τὴν γλῶσσαν τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ: Ἄνευ αὐτῆς δὲν θὰ ὑπῆρχε διαφορισμός, διότι ἀντὶ τῆς ἀνισότητος, θὰ ὑπῆρχεν ἰσότης, ἔστω καὶ ἐκ τῶν ἄνω, δηλαδὴ θὰ ἦσαν ὅλοι εὐφυεῖς, ὅπερ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ διαφορισμοῦ τὸ αὐτό: ὡς νὰ ἦσαν ὅλοι βλᾶκες· διότι ὁ διαφορισμὸς ἀπαιτεῖ ρητῶς καὶ εὐφυεῖς καὶ βλάκας, περικοπτωμένων δὲ οἱονδήποτε ἐκ τῶν δυὸ τούτων σκελῶν του, αἴρεται ὁλόκληρος. Ἄνευ δέ, κατ᾿ ἀκολουθίαν, τοῦ διαφορισμοῦ, καθισταμένου δυνατοῦ μόνον διὰ τῆς σοβαρᾶς συμβολῆς τῶν βλακῶν, δὲν ὑπάρχει κοινωνία. Τοιαύτη λοιπὸν ἡ τεραστία κοινωνικὴ σημασία τῶν βλακῶν, ἤτις ἄλλως τὲ ὑπὸ πάντων ἀναγνωρίζεται, μολονότι μόνον εἰς τὸν κοινωνιολόγον εἶναι ἐπιστημονικῶς γνωστή.

II

Ἡ κατὰ τῶν βλακῶν καταφορὰ προκαλεῖται ἄλλως τε ὑπὸ τῆς δευτέρας ὁμάδος αὐτῶν, πλέον ἐνοχλητικῆς της πρώτης, ἀλλὰ καὶ ἐνταύθα ἡ καταφορὰ αὕτη, ἐφ᾿ ὅσον ἐμφανίζεται ὡς λογικὴ κρίσις, εἶναι ἀκοινωνιολόγητος, ἤτοι ἀντεπιστημονική. Κατηγοροῦνται δηλαδὴ οἱ βλᾶκες τῆς δευτέρας ταύτης κατηγορίας ὅτι παναξίως κατέχουν σπουδαίας ἐν τῇ κοινωνίᾳ θέσεις. Ἀλλ᾿ ἡ κρίσις αὕτη προδίδει πλήρη μίας ὠρισμένης μορφῆς τοῦ διαφορισμοῦ ἄγνοιαν. Ἡ μορφὴ αὕτη δεδομένη μὲ φυσικὴν ἀναγκαιότητα ὡς ὁ νόμος τοῦ διαφορισμοῦ εἶναι ὁ στοιχειώδης κανών: «δέκα βλᾶκες καθ᾿ ἑνὸς εὐφυοῦς· δέκα ἀνίκανοι καθ᾿ ἑνὸς ἱκανοῦ· δέκα ἀδύνατοι καθ᾿ ἑνὸς ἰσχυροῦ κ.ὁ.κ.». Τὸ φαινόμενον τοῦτο, κλασσικόν, τυπικὸν καὶ αἰώνιον ἀφ᾿ ἧς ὑπάρχει ἀνθρωπίνη κοινωνία, δι᾿ ὅλης της Ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητος, δύνανται νὰ εἶναι «τυχαῖον»; Ἀλλὰ τυχαῖον εἶναι ὅ,τι ἀδυνατεῖ νὰ συλλάβη ὁ ἀνθρώπινος νοῦς. Οὐδέποτε ὅμως ὅ,τι πρὸ πολλοῦ ἔχει συλληφθῆ εἰς τὸν θεμελειώδη νόμον τοῦ διαφορισμοῦ. Καὶ τὸ μὲν ψυχολογικὸν ἐλατήριον τοῦ συνασπισμοῦ τῶν ὁπωσδήποτε «κάτω» κατὰ τῶν ὁπωσδήποτε «ἄνω» εἶναι δεδομένη διὰ τοῦ ressentiment.

Ὁ συνασπισμὸς τῶν βλακῶν ἐνταύθα εἶναι μηχανικὴ ὀργάνωσις βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς «ἐλαχίστης προσπαθείας» πρὸς ἀντιμετώπισιν ἰσχυροτέρας δυνάμεως εἰς τὸ πρόσωπον τῶν ὀλίγων ἢ τοῦ ἑνός. Ἡ ὀργάνωσις αὕτη περιωρισμένης ἐκτάσεως καλεῖται κοινωνιολογικῶς κλίκα (clique).

2. Ἡ ἔμφυτος τάσις τοῦ βλακός, ἐξικνουμένη συχνότατα εἰς ἀληθῆ μανίαν ὅπως ἀνήκῃ εἰς ἰσχυρὰς καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας πάσης φύσεως ὀργανώσεις, ἐξηγεῖται πρώτον μὲν ἐκ τῆς εὐκολίας τῆς ἀγελοποιήσεως, εἰς ἢν μονίμως ὑπόκειται, λόγω ἐλλείψεως ἀτομικότητος (ἐξ οὗ καὶ τὸ μῖσος τοῦ κατὰ τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ ἀτομικισμοῦ), δεύτερον δὲ ἐκ τοῦ ἀτομικοῦ ζῳώδους πανικοῦ, ὑπὸ τοῦ ὁποίου μονίμως κατατρύχεται, ἐκ τοῦ δεδικαιολογημένου φόβου μήπως περιέλθη εἰς τὸ παντὸς εἴδους προλεταριάτον. Ἀποτελεῖ δὲ ἡ τάσις αὕτη ἀμάχητον σχεδὸν τεκμήριον περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς πνευματικῆς του ἀναπηρίας. Τοιουτοτρόπως δημιουργεῖται αὐτόματος συρροὴ βλακῶν εἰς τὰς πάσης φύσεως ὀργανώσεις, αἴτινες, ἐὰν μὲν εἶναι συμφεροντολογικαί, διατηροῦν τουλάχιστον τὴν σοβαρότητα τῶν συμφερόντων των, ἐὰν ὅμως εἶναι «πνευματικαί» περιέρχονται σὺν τῷ χρόνῳ εἰς πλήρη βλακοκρατίαν. Εἰς τὸ φαινόμενον τοῦτο ὀφείλει τὸν ἐκφυλισμὸν τοῦ λ.χ. ὁ μασσωνισμός, oι ἁπανταχοῦ Ῥοταριανοὶ ὅμιλοι, ὅλοι oι «πνευματικοί» σύλλογοι, καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ… Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν!. Ἑπόμενον εἶναι κατόπιν τούτων, ὅτι ὅπως ἡ λεγεὼν τῶν βλακῶν ὠθεῖται ἀκατανικήτως πρὸς τὴν ἀγέλην καὶ πρὸς τὰς πάσης φύσεως ὀργανώσεις, οὕτω ὑφίσταται ἀκατανίκητον ἕλξιν ἀπὸ τὰς παντὸς εἴδους ἀγελαίας ἀντιατομικὰς καὶ ὁμαδιστικὰς θεωρίας, ἀπὸ τοῦ πάσης φύσεως παρεμβατισμοῦ ἢ διευθυνομένης οἰκονομίας ἢ 4ης Αὐγούστου μέχρι τοῦ σοσιαλισμοῦ καὶ τοῦ κομμουνισμοῦ (Ἄλλοι εἶναι οἱ ἐκμεταλλευταὶ τῶν θεωριῶν αὐτῶν). Τούτων δεδομένων ἐξηγεῖται καὶ ἡ ἀτελεύτητος καὶ αὐστηροτάτη ἐπιλογὴ βλακῶν εἰς τὰ ὁμαδικὰ συστήματα ἡ ὁποία, τὴ βοηθεῖα μίας πολιτικῆς βίας, κατοχυρούται καὶ ὡς πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν καθεστὼς (4η Αὔγουστου), τόσω μᾶλλον, ὅσο ἡ ἐλευθερία τῆς σκέψεως, χρήσιμος μόνον εἰς ἐκείνους, οἵτινες διαθέτουν σκέψιν, εἶναι μονίμως καὶ ἐξόχως ἀντιπαθητικὴ εἰς τοὺς βλᾶκας, διότι ἀσκουμένη ὑπὸ τῶν ἄλλων στρέφεται ἐναντίον των, ἴδια ὁσάκις οὗτοι κατέχουν ἐξουσιαστικὰς θέσεις, ἢ ἔχουν συνδέση συμφέροντα μὲ τοὺς κατέχοντας αὐτάς. Ἡ ἔλλειψις ἰδίας γνώμης, ἡ κολακεία καὶ ἡ ρᾳδιουργία (ἴδε κατωτέρω) τοὺς προορίζουν ἄλλως τὲ εἰδικῶς διὰ τὰς καταστάσεις ταύτας. Ἡ ἀκατανίκητος ἐπίσης τάσις τῶν βλακῶν πρὸς τὰς πάσης φύσεως ἀγελαίας ἐμφανίσεις (κοσμικαὶ συγκεντρώσεις καὶ causerie τρεφομένη ἐκ τῶν περιεχομένων τῶν ἐφημερίδων καὶ τῶν ραδιοφώνων, μόδα, κλπ.) καὶ διακρίσεις (τίτλοι, διπλώματα παράσημα) εἶναι κατόπιν τῶν ἀνωτέρω αὐτονόητος.

III

3. Ἀλλὰ πόθεν εἶναι δεδομένη ἡ πραγματικὴ δυνατότης τῆς ἀποτελεσματικῆς δράσεως τῆς βλακικῆς ἀγέλης; Ἡ δυνατότης αὕτη εἶναι δεδομένη ἀπολύτως ἀντικειμενικῶς καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ ψυχολογικοῦ ἐλατηρίου (τοῦ ressentiment), τὸ ὁποῖον ἄλλως οὐδεμίαν θὰ εἶχε κοινωνικὴν δρᾶσιν καὶ ἀκολούθως κοινωνιολογικὴν σημασίαν. Εἶναι δεδομένη ἐκ τῆς μοιραίας θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχουν εἰς τὴν κλίμακα τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ οἱ βλᾶκες, θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἀναντικατάστατοι, διότι εἶναι θέσις ὑποδεεστέρα, ἀλλὰ καὶ ἀπολύτως ἀπαραίτητος διὰ τὸν ὅλον κοινωνικὸν μηχανισμόν, ὁ ὁποῖος βασίζεται ἀπολύτως εἰς τὰς κατωτέρας αὐτοῦ βαθμίδας. Εὐκρινέστατα διαφαίνεται ἡ ἐξάρτησις αὕτη τῶν ἀνωτέρω βαθμίδων καὶ προσώπων ἀπὸ τῶν κατωτέρων τοιούτων ὅπου αὕτη λαμβάνει μορφὰς καθαρῶς ἐκβιαστικάς, τὰς ὁποίας γνωρίζουν πάντες οἱ κοινωνικοὶ ἄνθρωποι. Ὡς παράδειγμα δύναται νὰ χρησιμεύση ἡ παρέλκυσις ἢ ὁ ἐνταφιασμὸς μίας ὑποθέσεως εἰς οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν ὑπὸ κατωτέρων ὑπαλλήλων, ἡ ἔκδοσις ἐντάλματος συλλήψεως κατὰ καταζητουμένου ἐκληματίου, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ κατώτερα ἀστυνομικὰ ὄργανα εἶναι ἀλληλέγγυα πρὸς αὐτὸν κλπ

4. Λαμβανομένης ἤδη ὑπ᾿ ὄψιν τῆς ἐπικαίρου ταύτης θέσεως τῶν κατωτέρων βαθμίδων καὶ προσώπων ἐν τῷ κοινωνικῷ διαφορισμῶ καθίσταται ἀπολύτως νοητὴ καὶ ἡ ἄνοδος αὐτῶν εἰς ἀνωτέρας βαθμίδας διὰ κοινοῦ μεταξὺ τῶν συνασπισμοῦ ἀναδεικνύοντος ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν δι᾿ ὀργανωμένης ἀντιστάσεως (boycotage) πρὸς τὰ ἄνω καὶ παραλύσεως τῶν τυχὸν ἀντιθέτων ἐνεργειῶν τῶν ὑπερκειμένων παραγόντων πρὸς ἀνάδειξιν ἄλλου πράγματι ἱκανοῦ, προσώπου, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ δι᾿ ὀργανωμένης προωθήσεως προσώπου ἐκ τῶν κόλπων αὐτῶν, πρὸς τὴν ἀνωτέραν βαθμίδα. Τὸ φαινόμενον τοῦτο καλεῖται κλίκα. Ὅτι τὴν ἐξέλιξιν ταύτην οὐδεὶς δύναται νὰ σταματήση εἶναι φανερόν, ὅσον εἶναι φανερὰ ἡ νομοτελειακὴ συνάρτησις τῶν ὡς ἄνω δεδομένων. Κατὰ τὴν αὐτὴν συνάρτησιν τὸ φαινόμενον συνεχίζεται: «ἑνὸς βλακὸς προκειμένου μύριοι ἕπονται», ὁ δὲ οὕτω ἀνελθῶν βλὰξ θὰ προωθήση ὁ ἴδιος πρόσωπα μόνον κατώτερα ἑαυτοῦ, μέχρις ὅτου ἡ μία βίαια ἔξωθεν ἐπέμβασις, ὑπαγορευομένη ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ἄλλου τινὸς κοινωνικοῦ ὀργανισμοῦ, ἢ ὁ φυσικὸς ἐκφυλισμὸς ἑνὸς τοιούτου ὀργανισμοῦ ἐκ τῶν ἔσω, ἐπιφέρει θεμελιώδη τινὰ ἀνατροπὴν ἢ καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν τερματισμὸν τοῦ βίου τοῦ ἐκφυλισθέντος ὀργανισμοῦ. Οὕτω λ.χ., εἰς παρομοίαν περίπτωσιν ἡ τὸ 1910 ἀνελθοῦσα κοινωνικὴ ὁμὰς ἀνέτρεψε τὴν ἱεραρχίαν τῶν ἀξιῶν καὶ τῶν προσώπων καὶ ἐντὸς τοῦ παλαιοκομματισμοῦ, καταστήσασα δυνατὴν τὴν ὑπεφαλάγγισιν τῶν παλαιῶν αὐτοῦ ἀρχηγῶν ὑπὸ νέων (Γούναρη, Στράτου κλπ.)

5. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνευ συνασπισμοῦ καὶ ὀργανώσεως, ἄνευ«κλίκας», ἀνερχόμενοι βλᾶκες ἢ ἀνίκανοι γενικῶς, ἀτομικῶς καὶ μόνον ἐπικρατοῦντες, εὑρίσκονται ἐν τούτοις δεσμευμένοι ὑπὸ τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ εἰς ἴσον βαθμὸν ὡς καὶ οἱ ὀργανωμένοι τοιοῦτοι. Διότι ἀντικειμενικῶς αἱ θέσεις τὰς ὁποίας λαμβάνουν εἶναι τοιαύται, ὥστε ἡ ἀνεπάρκεια τῶν ἢ νὰ εἶναι πλεονεκτικὴ ἢ νὰ εἶναι ἀνεκτή, οὐδέποτε ὅμως θέσεις ἀπαιτούσαι πραγματικὰ προσόντα, ἐκ τῶν ὁποίων, καὶ ἂν ἀκόμη φθάνουν εἰς αὐτάς, ἀνατρέπονται καὶ κρημνίζονται εἰς τὴν πρώτην ἀντίξοον περίστασιν καὶ ὑπὸ μεγάλου τινὸς ἢ μικροῦ πνέοντος ἀνέμου. Οὕτω λ.χ. πολλοὶ ἐξ αὐτῶν κατέλαβον διαδοχικῶς πλεῖστα ἀξιώματα τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πολιτείας, ἀπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, μέχρι τοῦ «Προέδρου τοῦ Συλλόγου Προστασίας Ἐγγύων Μυιῶν», τοῦ «Γενικοῦ Γραμματέως τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Πωλητῶν Ποντικοπαγίδων» κ.ο.κ., ἀξιώματα βεβαίως, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε θὰ ἐπιδιώξη σοβαρῶς ἀπασχολούμενος ἄνθρωπος. Εἰς τὰ ἀξιώματα ταῦτα προστίθενται φυσικὰ καὶ διακρίσεις οἶον παράσημα, διπλώματα, δεξιώσεις κλπ

Ο causeur συνάδελφος τοῦ ἀνωτέρω ἀποτελεῖ ἀληθῆ κοινωνικὴν μάστιγα, διότι ὡς causerie ἐκλαμβάνει τὸ νὰ λέγῃ εἰς τοὺς χειμαζομένους συνανθρώπους τί ἀνέγνωσεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, τί ἤκουσεν εἰς τὸ ραδιόφωνον καὶ τί τοῦ εἶπον διάφοροι καθ᾿ ὁδόν, ἐξικνούμενος ἔστιν ὅτε εἰς τὰ σχόλιά του, ὅταν ἀποφασίση νὰ σχολιάση εἰς δυσθεώρητα ὕψη ὀξυδερκείας καὶ πνευματικῆς χάριτος: ὅτι λ.χ. κατὰ τὴν νύκτα ἀναμφιβόλως ἐπικρατεῖ σκότος, τὴν δὲ βροχὴν ἀκολουθεῖ ὁπωσδήποτε ἡ ὑγρασία… Εἰς ταῦτα προστίθεται ἐνίοτε καὶ ἡ «προστατευτική» στάσις αὐτοῦ ἔναντι τῶν πνευματικῶς ἀνωτέρων του, σκοποῦσα τὴν ὑποτίμησιν αὐτῶν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου κλπ.

IV

6. Ἐνδιαφέρον εἶναι τέλος ἐνταύθα τὸ φαινόμενον μερικῶν εὐφυῶν ἀνθρώπων, οἵτινες, ἐνστικτωδῶς διαισθανόμενοι τὸν κοινωνικῶς ἀνυπέρβλητον ρόλον τῶν βλακῶν καὶ τὴν λαμπρὰν κοινωνικὴν αὐτῶν σταδιοδρομίαν – ἐv τῇ «χρυσῇ» μέσῃ ὁδῷ τῆς μετριότητος ἐννοεῖται – ἀποφασίζουν νὰ ὑποδυθοῦν τὸν ρόλον αὐτόν, ὅπως ἀνέλθουν διὰ τῆς μεθόδου τῆς «νύσσης», ὡς αὕτη εὐφυέστατα ἀποκαλεῖται παρὰ τῷ λαῷ. Ἀλλ᾿ ὁ ρόλος οὗτος εἶναι ἐξαιρέτως δύσκολος ἐκ δυὸ λόγων: Πρῶτον ὑποκειμενικῶς ἡ ὕπαρξις πνευματικῆς καὶ ψυχικῆς ζωῆς ἔχει ὡς γνωστὸν ἀναποτρέπτους ἀντανακλάσεις ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς φυσιογνωμίας, αἴτινες μὲ τὴν τελειοτέραν ὑπόκρισιν, δύσκολον εἶναι ν᾿ ἀποκρυβοῦν, πλὴν τῆς περιπτώσεως καθ᾿ ἣν εἶναι δεδομένον τάλαντον μεγάλου ἠθοποιοῦ. Ἡ ἁπλὴ παρουσία τοῦ εὐφυοῦς ἀνθρώπου εἶναι κατὰ κανόνα διὰ τὸν βλᾶκα εἰς τὸ ἔπακρον προκλητική. Τὸ ψυχολογικὸν σύμπλεγμα τῶν συναισθημάτων, τὸ ὁποῖον αὕτη ἐξαπολύει πάρ᾿ αὐτῶ εἶναι τὸ αὐτὸ ἀκριβῶς μὲ ἐκεῖνο τοῦ καταδιωκομένου καὶ πανικοβλήτου ζῴου ἢ ἀνθρώπου, ἐν καταστάσει φυγῆς ἢ ἀμύνης. Τὸ μῖσος, ὁ φόβος, ὁ φθόνος μετὰ τοῦ θράσους συμπλέκονται κατὰ τρόπον, δηλοῦντα διὰ τὸν ἐξησκημένον ὀφθαλμὸν σαφῶς εἰς πᾶσαν φράσιν, ἴδια ὑποτιμητικὴν ἢ μειωτικήν, τὴν κατάστασιν ἀμύνης. Δεύτερον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ βλακός, ἡ ἔνστικτος καχυποψία αὐτοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ ὑπόκρισις τοῦ εὐφυοῦς ν᾿ ἀποβαίνῃ ματαία, ἡ δὲ πραγματικὴ εἰλικρίνεια αὐτοῦ νὰ ἐκλαμβάνεται ὡς ὑπόκρισις. Ὁ βλὰξ ὡς πλησιέστερος πρὸς τὸ ζωϊκὸν βασίλειον, ἔχει τὴν ἔνστικτον καχυποψίαν οὕτω ἀνεπτυγμένην, ὥστε ν᾿ ἀδυνατῇ νὰ διαγνώσῃ ἢ νὰ ἐννοήση συλλογισμοὺς καὶ λογικοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ εὐφυοῦς, βασιζομένους ὄχι εἰς τὸ ἔνστικτον ἀλλὰ εἰς τὴν διάνοιαν. Ἄοπλος καὶ ἀνυπεράσπιστος ἔναντι τῶν ψυχρῶν ὑπολογισμῶν τῆς ξένης διανοίας, ἢς ὁ μηχανισμὸς τυγχάνει εἰς αὐτὸν νοητικῶς ἀπροσπέλαστος, μίαν μόνην ἄμυναν διαθέτει, ἀκριβῶς ὅπως τὸ ζῷον καὶ ὁ πρωτόγονος ἄνθρωπος: τὴν ἔνστικτον καχυποψίαν. Οὕτω ἐξηγεῖται καὶ ἡ φυσικὴ καὶ πνευματικὴ κατωτερότης τῶν λαῶν, οἵτινες ἐμπνέονται βασικῶς ὑπὸ τῆς καχυποψίας, ἢν αὐταρέσκως ἐκλαμβάνουν ὡς εὐφυίαν. Ἔναντι τῶν Εὐρωπαίων οἵτινες οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχουν αὐτῆς, ὡς ἀντιλαμβανόμενοι νοητικῶς τὸν κόσμον. Ἐκ τούτων ἐπίσης φαίνεται σαφῶς, ὅτι ἡ καχυποψία καὶ ἡ ἀπότοκος αὐτῆς πονηρία εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετόν της εὐφυίας ὡς πρὸς τὸν ὅλον αὐτῆς ἐκτοπιζομένης πάντοτε ὑπὸ τῆς δευτέρας. Λέγομεν ἀντίθετος μόνον ὡς πρὸς τὸν ρόλον, διότι ἡ διάνοια δὲν εἶναι τί τὸ ἀνεξάρτητον ἢ ἀντίθετόν του ἐνστίκτου, ἀλλὰ τουναντίον ἡ ἀνάπτυξις καὶ ὁ διὰ λογικῶν μέσων πλουτισμὸς αὐτοῦ εἰς τὴν ἀρχικὴν αὐτοῦ πάντοτε κατεύθυνσιν.

7. Πονηρία εἶναι ἡ ἐνεργητικὴ ὄψις τῆς καχυποψίας καὶ τὸ δεύτερον στάδιον αὐτῆς, ἤτοι ἡ δρᾶσις αὐτῆς, δρᾶσις ὅμως ζωϊκῶς ἀμυντικῆς φύσεως, διότι προϋποθέτει τὴν πνευματικὴν κατωτερότητα καὶ τὴν πνευματικὴν ἀμηχανίαν τοῦ βλακός, ὡς ζῴου ἐνστικτώδους καὶ πνευματικῶς πανικοβλήτου. Ἡ ἁπλὴ καχυποψία εἶναι ἄμυνα παθητικῆς φύσεως, καθ᾿ ὃ μὴ ἐνεργοῦσα ἐπὶ ἄλλων ἀτόμων. Ἡ πονηρία εἶναι ἄμυνα ἐνεργητικῆς φύσεως, διότι ἀποτελεῖ ἐγκεφαλικὴν ἐνέργειαν, σχηματισμὸν συλλογισμῶν καὶ συμπερασμάτων, ἀγόντων εἰς πράξεις («τὸν ἐγέλασε» κ.λπ.) καὶ συνεπῶς ἐνεργεῖ ἐπὶ ἄλλων ἀτόμων. Ἄσχετον τὸ ζήτημα τῆς βλακώδους ποιότητος τῶν συλλογισμῶν καὶ συμπερασμάτων. Ἡ χρησιμοποίησις ἤδη τῶν βλακωδῶν τούτων συλλογισμῶν καὶ συμπερασμάτων, μὲ μιὰν λέξιν τῆς πονηρῖας, χρησιμοποίησις ὅμως γενικώτερον ψυχολογικῶς ἐπιδρώσα ἐπὶ τοῦ ἄλλου ἀτόμου, ἤτοι χρησιμοποίησις αὐτῆς ἐν συνδυασμῷ μὲ στοιχεῖα κατωτάτης πνευματικῆς ὑποστάθμης (κολακεία, ψεῦδος, ρᾳδιουργία, συκοφαντία, σωματεμπορία, συμπαθὴς μορφὴ τοῦ βλακὸς ἀκόμη, ἐπίκλησις τῆς πολυτεκνίας του, προσφορὰ ἀνηθίκων καὶ εὐκόλων ὑπηρεσιῶν εἰς τὸ κολακευόμενον πρόσωπον, χαφιεδισμός, ξεσκονίσματα, τὸ «ποιεῖν τὸν καραγκιόζην», ἢ τὸν gigolot, χειροφιλήματα πρὸς τὸν «Ἐθνικὸν Κυβερνήτην», ἐκφωνήσεις λόγων, συρραφὴ κολακευτικῶν στίχων, μεταφορὰ λαχανικῶν, κλπ.

8. Ἂν ὁ βλὰξ καταφεύγει εἰς τὴν ἐπιτηδειότητα λόγω τῶν πενιχρῶν πνευματικῶν τοῦ μέσων ἐκ τῆς αὐτῆς ἐλλείψεως ἀνωτέρων πνευματικῶν μέσων ὠθεῖται καὶ πρὸς τὴν ἀπάτην. Ἀπάτη εἶναι ὡς γνωστὸν ἡ ἀποσιώπησις τῆς ἀληθείας ἢ ἡ παράστασις ψευδῶν πραγμάτων ὡς ἀληθῶν. Ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ ὁρισμοῦ αὐτῆς συνάγεται ὅτι ἡ ἀπάτη δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν εὐφυΐαν τοῦ ἀπατεῶνος, διότι πᾷς ἄνθρωπος δύναται νὰ παραστήση ψευδῶς πράγματα ὡς ἀληθῆ καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ βλάξ, ἀλλ᾿ εἰς τὴν εὐπιστίαν τοῦ θύματος. Ὅτι λοιπὸν καταφεύγει εἰς αὐτήν, ὡς διανοητικῶς εὐκολώτερον μέσον ὁ βλὰξ ἐπειδή, στερούμενος εὐφυΐας, εἶναι ἀνίκανος νὰ μεταχειρισθῆ ἔντιμα μέσα, εἶναι αὐτονόητον, διότι ἔντιμα μέσα ὡς δυσκολώτερα, χρησιμοποιεῖ μόνον ὁ κεκτημένος πραγματικὴν ἀτομικὴν ἀξίαν. Πόθεν λοιπὸν προέρχεται ἡ εὐρέως διαδεδομένη ἀντίληψις, ὅτι ὁ ἀπατεὼν ὄχι μόνον ἀποκλείεται νὰ εἶναι βλάξ, ἀλλ᾿ ἀναγκαίως εἶναι εὐφυής, ἀντὶ τῆς ὡς ἄνω ἀναλύσεως, ἐξ ἢς ἀντιθέτως προκύπτει, ὅτι ὁ ἀπατεὼν ὄχι μόνον ἀποκλείεται νὰ εἶναι εὐφυής, ἀλλ᾿ εἶναι ἀναγκαίως βλάξ; Ἡ ἀντίληψις αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς «θεωρίας» τοῦ βλακὸς περὶ τῆς εὐπιστίας. Εἰθισμένος ὁ βλὰξ νὰ «σκέπτεται» οὐχὶ διὰ τοῦ νοητικοῦ μηχανισμοῦ, ἀλλὰ διὰ χονδροειδῶν ἔξωθεν ἐντυπώσεων, δὲν ἐρευνᾷ τὰς αἰτιοκρατικὰς σχέσεις, ἀλλὰ περιορίζεται εἰς τὸ γεγονὸς μίας ἐπιτυχούσης ἀπάτης, γεγονὸς ἐξ οὗ καὶ μόνου συνάγει τὴν βλακείαν τοῦ θύματος καὶ τὴν εὐφυΐαν τοῦ ἀπατεῶνος. Ὅτι ἡ ἀπάτη δὲν ὀφείλεται εἰς εὐφυίαν ἀνελύθη, νομίζομεν ἐπαρκῶς. Ὅτι ὅμως ἡ εὐπιστία τοῦ θύματος ἀποτελεῖ βλακείαν, τοῦτο εἶναι ἀληθὲς μνημεῖον βλακικὴς «διανοίας» καὶ πολιτιστικῆς ὑποστάθμης. Διότι ἡ εὐπιστία ἑνὸς ἀτόμου, ὡς προϋποθέτουσα τὰ ἄλλα ἄτομα ὡς ἔντιμα καὶ συνεπῶς ὡς εὐφυά, εἶναι ἀσφαλῶς τὸ μέγιστον τῶν τεκμηρίων τῆς πνευματικῆς του ἀναπτύξεως καὶ τοῦ πολιτισμοῦ του. Ὅσον ὑψηλότερον ἐπὶ τῶν βαθμίδων τῆς εὐφυίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἵσταται ἐν ἄτομον ἢ εἷς λαός, (οἱ Εὐρωπαῖοι ἐν σχέσει πρὸς τοὺς Ἀνατολίτας) τόσον περισσότερον εὔπιστος εἶναι. Ὁ τελευταῖος τῶν βλακῶν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξαπατήση ἕνα Κὰντ ἢ ἕνα Μπετόβεv καὶ ὁ τελευταῖος τῶν Ἑλλήνων ἕνα Εὐρωπαῖον… Τὸ μειδίαμα τοῦ οἴκτου,τὸ ὁποῖον ρίπτουν οἱ «ἀφελεῖς κουτόφραγκοι», δημιουργοὶ τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν καὶ ἐξουσιασταὶ τοῦ κόσμου, ἐπὶ τῶν δυστυχῶν «ἔξυπνών» της Μεσογείου καὶ τῆς Ἀνατολῆς, ἂς εἶναι καὶ ἡ τιμωρία τῶν βλακῶν καὶ διὰ τὴν «θεωρίαν» των ταύτην!

V

9. «Ὅτι ὁ βλάξ, ἀκολουθῶν τὴν ἔνστικτον αὐτοῦ καχυποψίαν, εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς πραγματικότητος, τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, θέτει δὲ αὐτὸν ἐν τῷ Κοινωνικῷ βίω εἰς «ἀνωτέραν» μοῖραν λ.χ. τοῦ μεταφυσικοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ ἐνστικτώδης κόσμος ἔχει ὑποστὴ νοσηρὰν ἀτροφίαν, ἔναντι τοῦ διανοητικοῦ αὐτοῦ κόσμου, ὅστις ἔχασε πᾶσαν ἐπαφὴν μετὰ τῆς πραγματικότητος. Ἐὰν δεχθῶμεν, ὡς ὑποχρεούμεθα, πρῶτον ὅτι τὸ ἔνστικτον εἶναι ἀλάθητον, καθ᾿ ὃ ἀνεξήγητον καὶ ἄφθαρτον, δεύτερον ὅτι ὁ κόσμος τῶν ἐνστίκτων εἶναι ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν φυσικῶς ὑγιὴς κόσμος, τρίτον ὅτι ἡ κοινωνία ὡς συνέχεια τῆς φύσεως εἶναι ὑγειῆς ὀργανισμός, ἀπαρτιζόμενος ὑπὸ ὑγειῶν ἀτόμων, τότε τὸ συμπέρασμα περὶ τῆς ὑπεροχῆς τοῦ βλακὸς ἐπὶ τοῦ μεταφυσικοῦ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, εἶναι συμπέρασμα ἀναγκαστικὸν καὶ ἀνέκκλητον, ἐπαληθευόμενον ἄλλως τέ, κατὰ φυσικὴν ἀναγκαιότητα, ὑπ᾿ αὐτῆς ταύτης τῆς κοινωνικῆς πραγματικότητος ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν λαῶν. Τὸ ὅτι οἱ μεταφυσικοὶ ἐπεκράτησαν (ὄχι ἤνθισαν) εἰς ἐποχὰς παρακμῆς τῶν κοινωνιῶν δὲν εἶναι τυχαῖον. Ὁ βλάξ, ὡς ἐλέχθη καὶ ἀνωτέρω, διαισθανόμενος ἐν τῇ καχυποψίᾳ του τὴν ἐπίθεσιν ἐκ μέρους τοῦ εὐφυοῦς, εἶναι θεμελιωδῶς ἐντὸς τῆς πραγματικότητος, διότι διαισθάνεται ὀρθῶς τὸν κίνδυνον νὰ περιέλθη κοινωνικῶς εἰς τὴν κάτω τάξιν. Ἐὰν διὰ τῆς καχυποψίας αὐτῆς καὶ μόνης προστατεύεται ἔναντι τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ προορισμοῦ του, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Φανερὸν εἶναι, ὅτι τὸ ἔνστικτον ἀποτελεῖ μέσον προσανατολισμοῦ καὶ στοιχειώδους ἀμύνης εἰς τὸν πρωτόγονον ἄνθρωπον, ὄχι ὅμως μέσον κατισχύσεως καὶ ὑπεροχῆς ἐν προηγμένῃ κοινωνία μετὰ προηγουμένου κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ καὶ ἀναπτύξεως τῶν νοητικῶν του ἀνθρώπου μέσων, τῶν ὁποίων ἡ κατ᾿ ἄτομα ἀνισότης εἶναι ἐξ ἴσου φυσικῶς δεδομένη. Ὁ βλὰξ ὁμοιάζει ἐνταύθα τὸ ζῷον, τὸ ὁποῖον ἐξ ἐνστίκτου γνωρίζει νὰ διαφεύγῃ πάντα κίνδυνον, πλὴν ἀνωτέρας ὠμῆς βίας, εἰς τὴν ζοῦγκλαν, εἰσερχόμενον ὅμως εἰς κεντρικὴν ὁδὸν μεγαλουπόλεως, εὑρίσκεται αἰφνιδίως ὑπὸ τοὺς τροχοὺς αὐτοκινήτου. Τοῦτο εἶναι ἄγνωστος καὶ ἀκατανόητος εἰς αὐτὸ μηχανή, βασιζομένη βεβαίως κατὰ τελευταῖον λόγον εἰς τὸ ἔνστικτόν του ἀνθρώπου, κατασκευασθεῖσα ὅμως διὰ τῆς διανοίας του. Πῶς ἤδη οἱ πνευματικῶς κατώτεροι ἄνθρωποι εὑρίσκονται ὑπὸ τοὺς τροχοὺς διαφόρων κοινωνικῶν «αὐτοκινήτων», – τοῦτο δεικνύει ἡ θέσις αὐτῶν εἰς τὴν κάτω τάξιν. Τὴν «μηχανήν» αὐτὴν εἶναι βεβαίως ἀδύνατον νὰ διαφύγη καὶ ὁ βλάξ, τοῦ ὁποίου καὶ ἡ ἄνοδος εἶναι αὐστηρῶς ἐντὸς ὠρισμένων πλαισίων περιωρισμένη. Ὅτι δὲ τέλος ὁ μεταφυσικὸς οὐδὲ τὸ ζῷον, οὐδὲ τὸν βλᾶκα δύναται νὰ περιπλέξη εἰς τροχούς, τοῦτο εἶναι εὐνόητον ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι οὗτος φέρεται ἐπὶ τοῦ Πηγάσου…

VI

10. Ὡς πρὸς τὴν κοινωνικὴν προέλευσιν τῶν βλακῶν διαπιστούται ὅτι ἡ παραγωγὴ βλακῶν δὲν εἶναι ταξική. Ἡ πονηρὰ φύσις δὲν ἔδωκεν εἰς ὠρισμένην τινὰ κοινωνικὴν τάξιν τὸ ἐπίζηλον τοῦτο προνόμιον. Ἐπεδαψίλευσεν ἴσως ὡς φαίνεται, εἰς τὴν ἑκάστοτε ἄνω τάξιν τοὺς διασκεδαστικωτέρους ἁπλῶς τύπους βλακῶν, ἀλλὰ δὲν ἐστέρησεν οὐδεμίαν ἄλλην κοινωνικὴν τάξιν τῆς σοβαρᾶς συμβολῆς των. Ὁ βλὰξ ὑπουργός, ὁ ἀγόμενος καὶ φερόμενος ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων του καὶ τὰ μέλη ἑνὸς ἐργατικοῦ σωματείου, τὰ ὁποῖα ἐκμεταλλεύεται ὁ πονηρὸς ἐργατοκάπηλος, ἀποτελοῦν δυὸ ἀντίθετα παραδείγματα τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ βλακεία δὲν ἔχει ταξικὴν τὴν πατρίδα.

Ψυχολογικὰ δὲ εἶναι κυρίως τὰ περιεχόμενα, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν τὰς ποικιλίας καὶ παραλλαγὰς μεταξὺ τῶν βλακῶν. Ὁ fils a papa τῆς ἄνω τάξεως, ὁ ὁποῖος λόγω φυσικῆς ἀτροφίας τοῦ βουλητικοῦ του κόσμου, λαμβάνει σοβαρῶς ὑπ᾿ ὄψιν τὴν ἀτελεύτητον σειρὰν τῶν ἀπαγορεύσεων τῆς οἰκογενείας του, στερούμενος δὲ καὶ ἰδῖας πνευματικότητος, καταντᾷ εἰς τὸ τέλος τύπος χωρὶς τὴν ἐλαχίστην προσωπικότητα, ὀνομάζεται ὑπὸ τῆς τάξεώς του ἐπιεικέστατα «καλὸ παιδί», εἰς δὲ τὴν ἀντικειμενικὴν διάλεκτον θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποκληθῆ «εὐπρεπὴς βλάξ», ἐνῷ τὸ «τέκνον τοῦ λαοῦ» εἰς τὴν αὐτὴν περίπτωσιν ὀνομάζεται ὑπὸ τοῦ εὐφυεστέρου καὶ κυριολεκτοῦντος λαοῦ δραστικώτατα «κόπανος». Σημαντικῶς αὐστηροτέρα εἶναι ἑπομένως ἡ φυσικὴ ἐπιλογὴ ἐντὸς τῆς κάτω τάξεως: ἐνῷ λ.χ. ὁ fils a papa εἰς τὴν μαθητικὴν ἡλικίαν τυγχάνει τῆς ἀγωγῆς, τῶν μορφωτικῶν μέσων καὶ τῶν περιποιήσεων τῆς τάξεώς του καὶ παραμένει ψυχικῶς ἀμείωτος, ὅπερ ἐπαυξάνει τὴν γελοίαν αὐτοπεποίθησίν του εἰς πρεσβυτέραν ἡλικίαν, δυνάμενος νὰ φθάση ἀνενοχλήτως καὶ εἰς ὑψηλὰ ἀξιώματα, ἡ δὲ ἀτομική του ὕπαρξις ὡς μὴ ὤφειλε, εἶναι γνωστὴ ἐν τὴ κοινωvία. Ἀντιθέτως τὸ τέκνον τοῦ λαοῦ καὶ σκληρώτερον χειραγωγεῖται ὑπὸ τῶν γονέων του καὶ τῶν συμμαθητῶν τοῦ ἐν τῷ σχολείῳ μέχρι πλήρους ψυχικῆς ἐξουθενώσεως διὰ σκληρᾶς ὑποτιμήσεως, προπηλακισμῶν, φαρσῶν, ὕβρεων καὶ βιαιοπραγιῶν καὶ δυσκολώτερον εἶναι κατόπιν τούτων ν᾿ ἀνέλθῃ τὴν κοινωνικὴν κλίμακα, ὁ δὲ βλὰξ τῶν λαϊκῶν τάξεων οὕτως καὶ συμπαθέστερος εἶναι καὶ ἄγνωστος καὶ ἀκινδυνώτερος καὶ ὀλιγώτερον γελοῖος, καθ᾿ ὃ σεμνότερος καὶ ἐστερημένος τῆς αὐτοπεποιθήσεως ἢ ἐπάρσεως τοῦ βλακὸς τῶν ἄνω τάξεων, εἰς τὸν ὁποῖον λόγω ἀτροφίας τοῦ βουλητικοῦ του καὶ τῆς μαλθακότητος τοῦ οἰκογενειακοῦ του περιβάλλοντος προστίθεται ἔστιν ὅτε καὶ ἀηδὴς γυναικωτὸς χαρακτήρ. Ἑνιαῖον ὅμως εἶναι τὸ πνευματικὸν προλεταριάτον πάσης ταξικῆς καταγωγῆς.

VII

11. Ἡ ἠθικὴ τέλος σχέσις μεταξὺ βλακὸς καὶ ἐπιτηδείου ἢ ἀπατεῶνος εἶναι ἀπροσδοκήτως διάφορός της ἢν ἐκλαμβάνει συνήθως ἡ «κοινὴ γνώμη». Ὁ συνήθης κοινωνικὸς ἄνθρωπος θεωρεῖ τὸν ἐπιτήδειον καὶ τὸν ἀπατεῶνα ὡς ἀνηθίκους μέν, ἀλλ᾿ ὡς ὑποδιαιρέσεις τοῦ εὐφυοῦς. Ὅλως τὸ ἀντίθετον ὅμως συμβαίνει: ὁ ἐπιτήδειος καὶ ὁ ἀπατεὼν εἶναι ἀκριβῶς ὑποδιαιρέσεις τοῦ βλακός. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Εἴπομεν ἀνωτέρω ὅτι ἡ πονηρία, ἐκτὸς ἐὰν εἶναι μέσον ἀμύνης τῶν εὐφυῶν οὐχὶ κατὰ τῶν βλακῶν ἀλλὰ κατὰ τῆς πονηρίας των, ἀποτελεῖ φυσικὴν ἰδιότητα τῶν βλακῶν καὶ δὴ φυσικὴν συνέπειαν τοῦ γεγονότος, ὅτι, λόγω ἀτροφίας τοῦ νοητικοῦ τῶν μηχανισμοῦ, ἀποτελεῖ αὕτη τὴν μόνην ἄμυναν αὐτῶν κατὰ πάσης ἔξωθεν ἐπιθέσεως. Ἀπὸ τῆς διαπιστώσεως τῆς ἀληθείας ταύτης μέχρι τῆς ἀκολούθου ἀληθείας ὑπάρχει ἓv καὶ μόνον βῆμα: ὅτι μόνον ὁ πνευματικῶς ἀνάπηρος ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐπιτηδειότητος καὶ τῆς ἀπάτης διὰ νὰ προωθηθῆ ἢ νὰ ἐπικρατήση. Οὐδεὶς ἄνθρωπος ἀξίας ἔχει ἀνάγκην νὰ γίνῃ ἐπιτήδειος ἢ ἀπατεών. Ἡ καθημερινὴ κοινωνικὴ πεῖρα διδάσκει ὅτι τὰ ἐπίθετα ταῦτα οὐδέποτε κατώρθωσαν νὰ «κολλήσουν» εἰς ἀνθρώπους πραγματικῆς ἀξίας, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν ὑπῆρξαν μισητοί, ἐχαρακτηρίσθησαν ἴσως ὡς «κακοί», ὡς «καταχθόνιοι», ὡς «γόητες», ὡς «τορπιλληταί» ἢ ὡς «λιβελλογράφοι», οὐδέποτε ὅμως ὡς ἐπιτήδειοι ἢ ἀπατεῶνες, καὶ ὅταν ἀκόμη ὑπῆρξαν συντηρητικοὶ εἰς τὰς σχέσεις τῶν μετὰ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων καὶ κατώρθωσαν πάντοτε νὰ προωθηθοῦν ἢ νὰ ἐπικρατήσουν. Ἀπόλυτος ἐσωτερικὴ συνέπεια τῆς πνευματικῆς ἀναπηρίας τοῦ βλακὸς εἶναι ἄλλως τὲ ὄχι μόνον ἡ ἀγελαία του τάσις, ὄχι μόνον ἡ προώθησίς του «πλάτην μὲ πλάτην» μὲ τὴν λεγεῶνα τῶν ὁμοίων του, ὄχι μόνον ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ εὐτελέστερα μέσα τῆς ἐπιτηδειότητος, τὴν ἔλλειψιν ἀντιθέτου γνώμης, τὴν προσφορὰν εὐκόλων καὶ ἀνηθίκων ἐκδουλεύσεων καὶ τὴν κολακείαν, ἀλλὰ καὶ ἡ συστηματικὴ ἀποφυγὴ πάσης συγκρούσεως καὶ πάσης μάχης. Καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ βλάξ, ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ ἐπιτηδείου ἢ τοῦ ἀπατεῶνος, ἐξαναγκασθῇ νὰ δώση μάχην, θὰ δώση αὐτὴν διὰ τῶν πνευματικῶς εὐκολοτέρων καὶ συνεπῶς τῶν ἀνηθικωτέρων «ὅπλων»: τοῦ ψεύδους, τῆς διαστροφῆς, τῆς ρᾳδιουργίας καὶ τῆς συκοφαντίας.

Ἐξ οὗ ἕπεται τὸ ἀκλόνητον δόγμα: καὶ ἡ ἀνηθικότης εἶναι ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῶν βλακῶν!

Αντιγράφηκε από εδώ.

Αργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,
όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει
Imageόποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο «ι» αντί ενός συνόλου
συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια, που μετατρέπουν ένα χασμουρητό σε ένα
χαμόγελο, που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,
όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις
εχέφρονες συμβουλές.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.

Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.

Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.

Αποφεύγουμε το θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής.

Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.

Pablo Neruda,“Αργοπεθαίνει…”

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ*

ΑντισταθείτεImage
σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
       και λέει: καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε σ’ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
        και λέει: Δόξα σοι ο Θεός.
Αντισταθείτε
στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρία εισαγωγαί – εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες
       ατέλειωτες τις παρελάσεις
σ’ αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει
έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σ’ όλους αυτούς που λέγονται
        μεγάλοι
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες
σ’ όλα τα ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι
σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
        δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα
στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό
        αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
        και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη
        διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές
στον άνεμο
σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουν το φίλο σας
ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.

Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
        Ελευθερία.

Υστερόγραφο

Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί
– καθώς διαβάστηκε –
ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο.
Πριν διαβαστεί
όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν
αλλά οι σφετεριστές καταπατήσαν τα χωράφια.

Η διαθήκη μου για σένα και για σε
χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα
από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους.

Αλλάξανε φράσεις σημαντικές
ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο
εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς
τη νέα βουή στα δάση
τον άνεμο τον σκότωσαν –
τώρα καταλαβαίνω πιά τι έχασα
        ποιός είναι αυτός που πνίγει.

Και συ λοιπόν
στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις
από φωνή
από τροφή
από άλογο
από σπίτι
στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:

Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν.

Μιχάλης Κατσαρός (1923 – 1998)
Κατά Σαδδουκαίων, Εκδ. Θεμέλιο, 1982

* Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δημοκρατικός Τύπος της 8-10-50 λογοκριμένο από προοδευτικό διανοούμενο. Ο ποιητής αναγκάστηκε να διαμαρτυρηθεί στο επόμενο φύλλο της ίδιας εφημερίδας με το Υστερόγραφο.

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε