
Πρώτο βιβλίο της χρονιάς. Αν ένιωθα καλύτερα τις τελευταίες μέρες, θα μπορούσε να είναι και το τελευταίο της προηγούμενης. Το είχα προαναγγείλει άλλωστε.
Στις πρώτες σελίδες με έπιασε ένας εκνευρισμός γιατί είδα αμέσως το μοτίβο και το πλαίσιο στο οποίο θα εξελισσόταν το βιβλίο: οι ερωτικές ανησυχίες ενός μεσήλικα διανοουμένου, που δύσκολα κρύβει τον κόσμο του ίδιου του συγγραφέα. Κι ο εκνευρισμός οφειλόταν στο ότι αυτά τα μυθιστορήματα που μας περιγράφουν συγγραφείς ή καλλιτέχνες τα θεωρώ εξαιρετικά φτωχά από άποψη μυθοπλασίας. Βέβαια, τα πάντα είναι θέμα του πώς χειρίζεσαι ένα … θέμα κι αποφάσισα να κάνω υπομονή. Άλλωστε κι οι παλιές ταινίες του Γούντυ Άλλεν που τόσο μ’ άρεσαν, περίπου αυτό ήταν, οι ερωτικές ανησυχίες διανοούμενων της Νέας Υόρκης.
Στις πρώτες σαράντα σελίδες διέκρινα κάτι στη γραφή και τη διεκπεραίωση του θέματος, με τις συχνές φιλοσοφικές ή θυμοσοφικές εκτροπές κι αποφάνσεις, που θύμιζε κάποιον άλλο συγγραφέα: τον Μίλαν Κούντερα. Κι όταν είδα στη θέση του κυρίως φίλου του ήρωα του μυθιστορήματος έναν εξόριστο Τσέχο που είχε διωχθεί και βασανιστεί μετά την καταστολή της Άνοιξης της Πράγας από τα σοβιετικά τανκς, και που επιπλέον τον έλεγαν Μίλαν, ένιωσα τον Καλλιφατίδη να μου κλείνει το μάτι συνομωτικά. Εκεί έφτιαξε η διάθεσή μου κι άρχισα να διαβάζω χωρίς αναστολές.
Η ιστορία του μυθιστορήματος, που η έκδοση του αείμνηστου Γαβριηλίδη δεν εξηγεί αν είναι μετάφραση από τα σουηδικά ή γραμμένη στα ελληνικά εξαρχής, εκτυλίσσεται κυρίως στη Στοκχόλμη κι ο ήρωας, ο Γκέοργκ, είναι Σουηδός, προϊστάμενος σε κάποιο δημόσιο πολιτιστικό οργανισμό. Ο Γκέοργκ είναι παντρεμμένος με τη Μάργια για πολλά χρόνια. Εκείνη βρίσκεται στο νοσοκομείο ριγμένη κάτω από άγνωστη αιτία και μετά από λίγο πεθαίνει. Κι όλο το υπόλοιπο βιβλίο είναι αυτή η τόσο οδυνηρή όσο και τετριμμένη φάση της ζωής όπου ένας μεσήλικας προσπαθεί να αποφασίσει αν και πώς θα πάρει ξανά τη ζωή του από την αρχή.
Για να μην κάνω σπόιλερ θα πω μόνο ότι εμφανίζεται μια νέα γυναίκα στη ζωή του και όλη η εξιστόρηση αφορά αυτή την τόσο γοητευτική φάση κάθε ερωτικής ιστορίας, όπου οι εραστές ψάχνουν να μάθουν ο ένας τον άλλο.
Το βιβλίο παίρνει αρκετές συγκινητικές και συναισθηματικές τροπές, που πιθανόν ένας λογοτεχνικός κριτικός να τις δει με σηκωμένο φρύδι, ειδικά κάποιες εξαιρετικά λυρικές φράσεις που διανθίζουν μια αφήγηση πιο πολύ μετρημένη και στοχαστική.
Η έκπληξη, και δεν ξέρω αν αυτό είναι λογοτεχνική αρετή του βιβλίου ή απλά είναι η δύναμη της ιστορίας που θα πω παρακάτω, έρχεται στο τέλος του βιβλίου, όπου ο μύθος δένει με την ιστορία του Οβίδιου και εισάγεται μ’ ένα απόσπασμα από το ποιητικό βιβλίο που γράφει εξόριστος ο Οβίδιος στο τέλος της ζωής του:
Μικρό βιβλίο, ταξιδεύεις χωρίς εμένα – και δεν σου κρατώ κακία – στην πόλη όπου απαγορεύεται να πάει ο ποιητής σου! Πήγαινε, αλλά χωρίς στολίδια, έτσι όπως ταιριάζει στο βιβλίο ενός εξόριστου· στη δυστυχία σου πρέπει να φοράς τα ρούχα που αρμόζουν σ’ αυτές τις μέρες μου.
Η ιστορία του Οβίδιου γίνεται ένας αναστοχασμός πάνω στην έννοια του ανήκειν και της πατρίδας, κι ο Καλλιφατίδης, πολύ σωστά, τη μετατοπίζει σε εσωτερικό και συμβολικό επίπεδο.
Το βιβλίο ήταν η πρώτη μου επαφή με τον συγγραφέα, και δεν ξέρω αν θεωρείται αντιπροσωπευτικό του. Η γραφή του δεν είναι η τυπική ελληνική γραφή, με την υπερπροσοχή στην έκφραση και το συναίσθημα (τουλάχιστον των συγγραφέων που λένε κάτι). Έχει κάτι το πιο βόρειο, το πιο εσωστρεφές και συγκρατημένο, που όμως η κρυφή μεσόγεια ιδιοσυγκρασία το σπάει κατά τόπους με πιο ποιητικές αποχρώσεις.
Σίγουρα θα υπάρξει συνέχεια.



