Φίλοι κι εραστές, του Θοδωρή Καλλιφατίδη

Image

Πρώτο βιβλίο της χρονιάς. Αν ένιωθα καλύτερα τις τελευταίες μέρες, θα μπορούσε να είναι και το τελευταίο της προηγούμενης. Το είχα προαναγγείλει άλλωστε.

Στις πρώτες σελίδες με έπιασε ένας εκνευρισμός γιατί είδα αμέσως το μοτίβο και το πλαίσιο στο οποίο θα εξελισσόταν το βιβλίο: οι ερωτικές ανησυχίες ενός μεσήλικα διανοουμένου, που δύσκολα κρύβει τον κόσμο του ίδιου του συγγραφέα. Κι ο εκνευρισμός οφειλόταν στο ότι αυτά τα μυθιστορήματα που μας περιγράφουν συγγραφείς ή καλλιτέχνες τα θεωρώ εξαιρετικά φτωχά από άποψη μυθοπλασίας. Βέβαια, τα πάντα είναι θέμα του πώς χειρίζεσαι ένα … θέμα κι αποφάσισα να κάνω υπομονή. Άλλωστε κι οι παλιές ταινίες του Γούντυ Άλλεν που τόσο μ’ άρεσαν, περίπου αυτό ήταν, οι ερωτικές ανησυχίες διανοούμενων της Νέας Υόρκης.

Στις πρώτες σαράντα σελίδες διέκρινα κάτι στη γραφή και τη διεκπεραίωση του θέματος, με τις συχνές φιλοσοφικές ή θυμοσοφικές εκτροπές κι αποφάνσεις, που θύμιζε κάποιον άλλο συγγραφέα: τον Μίλαν Κούντερα. Κι όταν είδα στη θέση του κυρίως φίλου του ήρωα του μυθιστορήματος έναν εξόριστο Τσέχο που είχε διωχθεί και βασανιστεί μετά την καταστολή της Άνοιξης της Πράγας από τα σοβιετικά τανκς, και που επιπλέον τον έλεγαν Μίλαν, ένιωσα τον Καλλιφατίδη να μου κλείνει το μάτι συνομωτικά. Εκεί έφτιαξε η διάθεσή μου κι άρχισα να διαβάζω χωρίς αναστολές.

Η ιστορία του μυθιστορήματος, που η έκδοση του αείμνηστου Γαβριηλίδη δεν εξηγεί αν είναι μετάφραση από τα σουηδικά ή γραμμένη στα ελληνικά εξαρχής, εκτυλίσσεται κυρίως στη Στοκχόλμη κι ο ήρωας, ο Γκέοργκ, είναι Σουηδός, προϊστάμενος σε κάποιο δημόσιο πολιτιστικό οργανισμό. Ο Γκέοργκ είναι παντρεμμένος με τη Μάργια για πολλά χρόνια. Εκείνη βρίσκεται στο νοσοκομείο ριγμένη κάτω από άγνωστη αιτία και μετά από λίγο πεθαίνει. Κι όλο το υπόλοιπο βιβλίο είναι αυτή η τόσο οδυνηρή όσο και τετριμμένη φάση της ζωής όπου ένας μεσήλικας προσπαθεί να αποφασίσει αν και πώς θα πάρει ξανά τη ζωή του από την αρχή.

Για να μην κάνω σπόιλερ θα πω μόνο ότι εμφανίζεται μια νέα γυναίκα στη ζωή του και όλη η εξιστόρηση αφορά αυτή την τόσο γοητευτική φάση κάθε ερωτικής ιστορίας, όπου οι εραστές ψάχνουν να μάθουν ο ένας τον άλλο.

Το βιβλίο παίρνει αρκετές συγκινητικές και συναισθηματικές τροπές, που πιθανόν ένας λογοτεχνικός κριτικός να τις δει με σηκωμένο φρύδι, ειδικά κάποιες εξαιρετικά λυρικές φράσεις που διανθίζουν μια αφήγηση πιο πολύ μετρημένη και στοχαστική.

Η έκπληξη, και δεν ξέρω αν αυτό είναι λογοτεχνική αρετή του βιβλίου ή απλά είναι η δύναμη της ιστορίας που θα πω παρακάτω, έρχεται στο τέλος του βιβλίου, όπου ο μύθος δένει με την ιστορία του Οβίδιου και εισάγεται μ’ ένα απόσπασμα από το ποιητικό βιβλίο που γράφει εξόριστος ο Οβίδιος στο τέλος της ζωής του:

Μικρό βιβλίο, ταξιδεύεις χωρίς εμένα – και δεν σου κρατώ κακία – στην πόλη όπου απαγορεύεται να πάει ο ποιητής σου! Πήγαινε, αλλά χωρίς στολίδια, έτσι όπως ταιριάζει στο βιβλίο ενός εξόριστου· στη δυστυχία σου πρέπει να φοράς τα ρούχα που αρμόζουν σ’ αυτές τις μέρες μου.

Η ιστορία του Οβίδιου γίνεται ένας αναστοχασμός πάνω στην έννοια του ανήκειν και της πατρίδας, κι ο Καλλιφατίδης, πολύ σωστά, τη μετατοπίζει σε εσωτερικό και συμβολικό επίπεδο.

Το βιβλίο ήταν η πρώτη μου επαφή με τον συγγραφέα, και δεν ξέρω αν θεωρείται αντιπροσωπευτικό του. Η γραφή του δεν είναι η τυπική ελληνική γραφή, με την υπερπροσοχή στην έκφραση και το συναίσθημα (τουλάχιστον των συγγραφέων που λένε κάτι). Έχει κάτι το πιο βόρειο, το πιο εσωστρεφές και συγκρατημένο, που όμως η κρυφή μεσόγεια ιδιοσυγκρασία το σπάει κατά τόπους με πιο ποιητικές αποχρώσεις.

Σίγουρα θα υπάρξει συνέχεια.

Φάλτσα κεφαλής του Γ. Σκαμπαρδώνη

Image

Τα τελευταία χρόνια, στις γιορτές των Χριστουγέννων, πιάνω και διαβάζω ελληνική λογοτεχνία. Δεν το κάνω με κάποιο πλάνο ή πρόθεση. Έτσι προέκυψε κι έτσι μου βγαίνει.

Φέτος, βρήκα δυο βιβλία συγγραφέων που είχα καιρό στο στόχαστρο και δεν είχα διαβάσει ποτέ: του Γιώργου Σκαμπαρδώνη και του Θοδωρή Καλλιφατίδη.

Οι λόγοι του ενδιαφέροντος συνοψίζονται στα εξής: ο Σκαμπαρδώνης είναι ένας από τους λίγους και συνεπείς διηγηματογράφους, και το διήγημα —σε αντίθεση με την πλειοψηφία των άλλων αναγνωστών— είναι το αγαπημένο μου λογοτεχνικό είδος· κι ο Καλλιφατίδης ανήκει στη χορεία των συγγραφέων που με ιντριγκάρουν, γιατί κατορθώνουν και γράφουν —και πετυχαίνουν— σε γλώσσα άλλη από τη μητρική τους.

Εδώ θα πω λίγα για τη συλλογή διηγημάτων του Σκαμπαρδώνη Φάλτσα κεφαλής, που σαν τίτλος δεν μου είπε απολύτως τίποτα ούτε πριν ούτε μετά την ανάγνωση. Είναι απλά μια περίεργη φράση, που, άγνωστο μέσω ποιων συνειρμών, ο συγγραφέας βρήκε ταιριαστή γι’ αυτή τη συλλογή.

Η γραφή του Σκαμπαρδώνη είναι υπερπλούσια σε εικόνες, κάτι που μαγνητίζει τον αναγνώστη. Κάνει χρήση λέξεων αργκό, περιθωρίου ή απλά της υπαίθρου (εξαρτάται από το θέμα), με μια δημοτική που είναι ζωντανή και καθόλου λόγια (αλά Παλαμά ή Καζαντζάκη).

Το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα και γρήγορα. Αν προσπαθούσα να το κατατάξω θεματικά και υφολογικά, θα έλεγα ότι έχουμε να κάνουμε με έναν ηθολογικό ρεαλισμό που οριοθετείται γεωγραφικά στη Βόρεια Ελλάδα. Έχει σημασία αυτό (για μένα τουλάχιστον), γιατί, όντας νοτιοελλαδίτης από γεννησιμιού, πάντα αντιμετώπιζα τη Βόρεια Ελλάδα σαν μια ξένη χώρα —όχι με την έννοια της απόμακρης, αλλά με την έννοια του ταξιδιωτικού ενδιαφέροντος που σου γεννά η περιγραφή ενός ξένου τόπου. Ίσως αυτή η αίσθηση να πηγαίνει πίσω στο πρώτο μου ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, στα τέλη του ’70, όπου, βλέποντας τον σιδηροδρομικό σταθμό, υπερμεγέθη και σύγχρονο σε σχέση με τον αθηναϊκό, είχα πράγματι την αίσθηση ότι είχα διαβεί το ευρωπαϊκό σύνορο.

Η ύλη των ιστοριών φαίνεται να προέρχεται από προσωπικές εμπειρίες, αλλά και από τις μικρές ειδήσεις των εφημερίδων στις οποίες δούλεψε για χρόνια ο συγγραφέας.

Η ηλικία του δε (μεγαλύτερος από μένα) τοποθετεί αρκετές από τις ιστορίες πίσω στον καμβά της δεκαετίας του εξήντα, μένοντας κυρίως στον χωροχρονικό διάκοσμό της και όχι στις συναφείς πολιτικές έριδες που έχουν δώσει τροφή σε ορδές άλλων συγγραφέων.

Ένα πράγμα που μ’ ενόχλησε ήταν η επιμονή της εξήγησης: όταν μια ασυνήθιστη λέξη εμφυλοχωρούσε στο κείμενο, ο συγγραφέας αισθανόταν την υποχρέωση να την εξηγήσει, όχι με κάποια υποσημείωση, αλλά μέσα στο ίδιο το κείμενο. Βέβαια, δεν ξέρω αν αυτό γίνεται με συγγραφική ή εκδοτική πρωτοβουλία.

Γενικά, μου άφησε μια ευχάριστη αίσθηση, αυτό το feel-good αίσθημα που δεν εκβιάζεται με φτηνούς συναισθηματικούς χειρισμούς, αλλά κατασταλάζει σιγά σιγά μετά το κλείσιμο του βιβλίου.

Heart of Darkness, του Joseph Conrad

Image

Ας αρχίσω από τη μετάφραση του τίτλου στα ελληνικά, που σε μια γρήγορη αναζήτηση είδα ότι αποδίδεται ως «Η καρδιά του σκότους», με αυτό το «η», το οριστικό άρθρο, σαν να μιλάει για ένα και μόνο πράγμα. Στα αγγλικά όμως λείπει το αντίστοιχο «the», πράγμα που αφήνει μια ευρύτητα στον τίτλο, και μια πολυσημία, όπως καρδιά από σκοτάδι ή κέντρο του σκοταδιού. Κι αν γίνομαι σχολαστικός με τον τίτλο είναι γιατί το σκοτάδι και η καρδιά του σκοταδιού επαναλαμβάνονται πολλές φορές στη νουβέλα αυτή του Κόνραντ, με διαφορετικά συμφραζόμενα. Υπάρχει κάτι το ηθελημένο λοιπόν στην πολυσημία κι —ίσως— στην ασάφεια.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή όμως. Το θέμα που πραγματεύεται το βιβλίο είναι η σύντομη διαμονή ενός επαγγελματία ναυτικού, του Μάρλοου, στο Βελγικό Κογκό, στην υπηρεσία μιας εταιρίας βελγικών συμφερόντων με μπερδεμένο (ή συγκαλυμμένο) σκοπό. Η εταιρία αυτή, υπό το ένδυμα του εκπολιτισμού, ασχολείται με τη συστηματική κι ανελέητη εκμετάλλευση της αποικίας που ανήκει προσωπικά στον βασιληά του Βελγίου, Λεοπόλδο ΙΙ.
Ο Μάρλοου (alter ego του συγγραφέα, που είχε παρόμοια επαγγελματική διαδρομή) αναλαμβάνει αρχικά να επισκευάσει το βυθισμένο ποταμόπλοιο της εταιρίας, κι όταν αυτό ετοιμαστεί, να ανέβει τον ποταμό Κογκό, σε αναζήτηση του μυστηριώδους Κούρτζ, για τον οποίο ακούει από την αρχή της αποστολής του με τρόπο που του εξάπτει τη φαντασία και την επιθυμία να τον συναντήσει. Η όλη προετοιμασία, η πορεία κι η συνάντηση συνιστούν τη σχηματική πλοκή του βιβλίου. Και λέω σχηματική γιατί κάλλιστα μπορεί να κατηγορήσει κανείς τον Κόνραντ για «αδύναμη» ιστορία, με πολλά κενά και λίγες εξηγήσεις.

Ο Κόνραντ όμως, με τον ιδιότυπο αφηγηματικό τρόπο του, κάνει σαφή την πρόθεσή του από νωρίς: δεν πρόκειται για μια συμβατική ιστορία. Ο αναγνώστης καλείται να βυθιστεί στην πολυσημία και την ασάφειά της, όπως ο Μάρλοου στη ζούγκλα που βαθαίνει, ξεφτίζοντας και τα τελευταία ενδύματα πολιτισμού που έχει ενδυθεί η αποστολή των αποίκων.

Ο θάνατος σ’ αυτή την πορεία είναι μια υποσημείωση. Είναι σαν τα φύλλα των δέντρων. Είναι παντού. Παραμονεύει με τη μορφή της αρρώστιας, των εχθρικών ιθαγενών (καννιβάλων ή μη), των υφάλων και των ξερών του ποταμού, των θηρίων, της πείνας και της εξάντλησης – που αφανίζει τους μαύρους, της τρέλας του πλουτισμού που έχει αφιονίσει τους λευκούς, και αυτόν τον Κούρτζ ακόμα, κι οπλίζει εύκολα τα χέρια τους.

Ο Μάρλοου γοητεύεται από τον Κούρτζ χωρίς ποτέ να παύει να τον βλέπει σε όλες τις όψεις του. Διεφθαρμένος και χαρισματικός. Δαίμονας κι άγιος. Μάλλον αυτή η πολυμορφία είναι που τον έλκει, σε αντίθεση με τους μονοκόμματους συναδέλφους και προϊσταμένους του. Θα τον σώσει και θα τον καταδικάσει ταυτόχρονα, παίρνοντάς τον μαζί σ’ ένα ταξίδι επιστροφής με προδιαγεγραμμένη κατάληξη.

Είχα διαβάσει το βιβλίο πριν πολλά χρόνια, όταν αγνοούσα το μέγεθος του Κόνραντ και τη θέση του βιβλίου στο λογοτεχνικό στερέωμα. Έχοντας ακούσει πως ενέπνευσε τον ρόλο του Μάρλον Μπράντο στο Αποκάλυψη Τώρα, ήθελα να μάθω περισσότερα κι είχα απογοητευτεί. Το έργο του Κόπολα μου είχε φανεί πιο ενδιαφέρον.

Επέστρεψα για μια νέα ανάγνωση χάρις στον Σέμπαλντ και την αναφορά που κάνει στον Κόνραντ και την Αφρικανική εμπειρία του, στους Δακτύλιους του Κρόνου, βιβλίο που κατεξοχήν αγάπησα.

Στη νέα ανάγνωση, όπως είπα και παραπάνω, διέκρινα μια έντονη συμβολική διάσταση στον μύθο. Η πορεία προς το βάθος του Κογκό είναι μια πορεία αυτογνωσίας, τόσο του Μάρλοου όσο και του Κούρτζ. Μιας αυτογνωσίας όμως που δεν προοιωνίζει κάτι καλό, καθώς ανοίγει τα σκοτεινά βάθη της ψυχής, την ξεγυμνώνει από τα πέπλα και τις περικοκλάδες του πολιτισμού, κι εκεί στο βάθος, στην καρδιά του σκοταδιού, βρίσκεται μόνο ένα πράγμα. «The horror, the horror», αναφωνεί ο Κούρτζ, που νιώθει τη φτερούγα του άλλου, του αιώνιου σκοταδιού, να τον περιτυλίγει.

Σε μικρότερο βάθος μπορεί κάλλιστα να διαβάσει κανείς ένα αντιαποικιακό βιβλίο, γραμμένο την εποχή που η λέξη Ιμπεριαλισμός δεν είχε αρνητικό πρόσημο, και το ευρωπαϊκό αφήγημα για την Αφρική διακήρυσσε την υποχρέωση των Ευρωπαίων να την εκπολιτίσουν — ακόμα κι αν αυτό απαιτούσε να περάσουν τους μαύρους από λεπίδι.

Αλλά από τη μεριά των Αφρικανών, έχει διαβαστεί με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο: σαν βιβλίο συγκάλυψης του αποικιοκρατικού ονείδους. Γιατί αντί να επικεντρωθεί σ’ αυτό το θέμα, που αρχικά αγγίζει με επιτυχία, βυθίζεται όλο και περισσότερο στην αναζήτηση του Κούρτζ και της ταυτότητάς του, και στον αναστοχασμό του σκότους, σαν να πρόκειται για μια φιλοσοφική οντότητα, κι όχι η πραγματικότητα που ζούσε η Αφρική.

Αν όμως ο Κόνραντ είχε γράψει ένα απλά καταγγελτικό βιβλίο, σήμερα θα ήταν μια σημείωση σε βιβλία ιστορίας και κοινωνιολογίας. Προτίμησε, και ορθά, να ασχοληθεί μ’ αυτό που τον απασχολούσε περισσότερο σαν άνθρωπο και συγγραφέα. Κι έτσι μας αφήνει ένα βιβλίο που δεν είναι εποχής, αλλά για κάθε εποχή. Που δεν μιλά για την έκπτωση μιας κοινωνίας αλλά για τη ρίζα της έκπτωσης. Αν μπορεί αυτή ποτέ να βρεθεί.

Πνιν, του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ

Image

Ένα μυθιστόρημα γραμμένο από Ρώσο εμιγκρέ στην Αμερική που αφορά έναν άλλο Ρώσο εμιγκρέ -φανταστικό πρόσωπο κατά δήλωση του πρώτου αλλά άγνωστο αν είναι εμπνευσμένο από κάποιο πραγματικό πρότυπο- και που διηγείται ένας τρίτος αφηγητής που μοιάζει επικίνδυνα με τον πρώτο αλλά θέλει να κρατάει και μια μικρή απόσταση, δεν πρόκειται να είναι ένα συνηθισμένο μυθιστόρημα. Ακόμα κι ο χαρακτηρισμός «μυθιστόρημα» τίθεται σε αμφισβήτηση, ακόμα κι από τον συγγραφέα του.

Τι είναι ο Πνιν, ο Τιμοφέι Πνιν, ο Ρώσος εμιγκρές για τον οποίο γράφει ο συγγραφέας Ναμπόκοφ και για τον οποίο μιλάει ο αφηγητής, το alter ego του συγγραφέα μέσα στο έργο; Είναι ένα γραφικός κι αστείος χαρακτήρας; Εξαντλεί η κωμική, σατυρική κι ειρωνική διάσταση του έργου το θέμα; Είναι ένας πονεμένος άνθρωπος; Η απώλεια πατρίδας, γυναίκας, ταυτότητας και εργασίας συναινούν, σ’ αντίθεση με τον ίδιο. Σίγουρα, το έργο δεν τον εξαντλεί γιατί, απότι διάβασα στο επίμετρο, υπάρχουν αναφορές σε κάποιον Πνιν και σ’ επόμενα έργα του Ναμπόκοφ, όπου όμως είναι άγνωστο αν μιλάμε για τον ίδιο Πνιν του … Πνιν.

Κεφάλαια του βιβλίου είχαν δημοσιευτεί στον New Yorker σαν αυτόνομα μικρά αφηγήματα.Κι αυτός ήταν ο λόγος που διάφοροι εκδότες απέρριψαν το βιβλίο θεωρώντας ότι δεν έχει ενότητα, δεν συνιστά μυθιστόρημα. Ο Ναμπόκοφ συμφωνούσε στο ότι δεν πρόκειται για μυθιστόρημα, διαφωνούσε ότι δεν είναι ολοκληρωμένο έργο με ενότητα.

Έτσι, με αδιευκρίνιστο εκ των προτέρων το περιεχόμενο, προχωράει κανείς στην ανάγνωση και στην γνωριμία με τον Τιμοφέι Πνιν. Κι έτσι αρχίζει να διαγράφεται ένας χαρακτήρας, ένα πρόσωπο που οι όψεις της ζωής του σταδιακά πλησιάζουν τις όψεις της ζωής του συγγραφέα, όπως μας τις φανερώνει μέσα από τον αφηγητή του, που στο τέλος του βιβλίου αφήνει την καθέδρα από την οποία παρακολουθεί με συμπάθεια τον ηρωά του, και κατεβαίνει μέσα στην ιστορία του, γίνεται μέρος της κι ίσως κλειδί της. Είναι κι οι δύο γεννήματα θρέματα της Αγίας Πετρούπολης. Έχουν κι οι δύο αφήσει πίσω τη Ρωσία εξαιτίας των μπολσεβίκων. Έχουν περάσει κι οι δυο από την Γαλλία και την Γερμανία πριν καταλήξουν στην Αμερική. Είναι κι οι δύο καθηγητές Πανεπιστημίου. Ο μεν Πνιν διδάσκει Ρωσικά, ο δε Ναμπόκοφ λογοτεχνία. Κινούνται κι οι δύο στον ίδιο γεωγραφικό χώρο που καλύπτει τις ανατολικές περιοχές των ΗΠΑ, από Νέα Υόρκη μέχρι Βοστώνη, και την ενδοχώρα των βορειοκεντρικών πολιτειών. Και ζουν κι οι δύο στον μυθιστορηματικό χρόνο της εποχής του Αϊζενχάουερ και του ΜακΚάρθυ, την δεκαετία του ’50.

Ο Πνιν γράφτηκε μετά τη Λολίτα. Μαζί με την Χλωμή Φωτιά (που δεν έχω διαβάσει) θεωρούνται τριλογία, η τριλογία της Αμερικής. Στο επίμετρο της Λολίτας ο Ναμπόκοφ είχε γράψει κάτι σημαδιακό για την Αμερική και την συνεπακόλουθη παρουσία της στο έργο του

Μου πήρε σαράντα χρόνια να επινοήσω τη Ρωσία και την Δυτική Ευρώπη και τώρα είμαι αντιμέτωπος με το καθήκον να επινοήσω την Αμερική.

Η επινόηση αυτού που ήδη υπάρχει είναι η πεμπουσία της συγγραφικής διεργασίας. Το πραγματικό πρέπει να απορροφηθεί, να χωνευτεί, να διαλυθεί πρώτα, για να ξαναχτιστεί και ξαναγεννηθεί από τον συγγραφέα σαν επινοημένος αλλά πραγματικός κόσμος. Η Αμερική, και της Λολίτας και του Πνιν, είναι η Αμερική που χωνεύει το πνευματικό πεπτικό σύστημα του Ευρωπαίου (και στα δυο βιβλία ο ήρωας είναι Ευρωπαίος) για να εξεμεστεί ανασκευασμένη – αναβαπτισμένη, θα έλεγε κανείς, στη μυθιστορηματική.

Είναι πολύ δύσκολο να περιγραφεί το πως γράφει και περιγράφει ο Ναμπόκοφ. Χρησιμοποιεί ένα ιδιότυπο τρόπο όπου εμφανίζει το σχήμα των ηρώων του αρνητικά, περιγράφοντας εξαντλητικά το τι τους περιβάλει, τι το περιβάλλον ενεργεί πάνω τους ή τι οι ίδιοι ενεργούν πάνω σ’ αυτό, έτσι που με το μάτι της φαντασίας μας να βλέπουμε τον ήρωα στον εναπομένον κενό, το κινούμενο κενό που στην μετακίνηση του, αποκαλύπτει το φυσικό, ανθρώπινο και πολιτισμικό τοπίο της τρίτης πατρίδας του συγγραφέα, της Αμερικής.

Η γοητεία της πολυπλοκης αυτής περιγραφής, δεν έγκειται στην εξαντλητικότητα αλλά στο βάθος. Δεν περιγράφονται σχήματα και χρώματα, χώροι κι αντικείμενα μόνο, αλλά ανασύρεται από το βάθος της γνώσης του συγγραφέα η ιστορική, καλλιτεχνική ή επιστημονική ακόμα διάσταση τους, με μια γλώσσα που ξέρει ν’ αναζητά συνεχώς νέες λέξεις, γιατί η νέα λέξη δεν περιγράφει με τον ίδιο τρόπο που περιγράφει η συνώνυμη της. Αρχιτεκτονεί διαφορετικά. Γι αυτό κι η μετάφραση του έργου του, πάντα θα υστερεί. Η ελληνική γλώσσα δεν διαθέτει το πλήθος των λέξεων που διαθέτει η πολυπολιτισμική και διεθνής αγγλική. Ή τουλάχιστον, δεν τον διαθέτει σε λεξιλόγιο που να μπορεί να κατανοήσει ακόμα κι ο διαβασμένος αναγνώστης. Άλλωστε η ελληνική δεν είναι τόσο αντικειμενοστραφής. Είναι περισσότερο συνθετική γλώσσα και γλώσσα του αφηρημένου. Και μόνο στις λέξεις για τα χρώματα, δεν μπορεί να βρεθεί αντιστοιχία.

Μετά την Άμυνα του Λούζιν, το Γέλιο στο σκοτάδι και τη Λολίτα, ο Πνιν είναι ο τέταρτος Ναμπόκοφ μου. Και περιμένουν ήδη άλλοι δυο στα ράφια της βιβλιοθήκης. Θα εξαντληθεί η γοητεία της γραφής του με την αύξηση του πλήθους των αναγνωσμένων βιβλίων; Αμφιβάλλω.

Το παλάτι του φεγγαριού (Moon palace) του Πωλ Ώστερ

Image

Είπα να γράψω ξανά τις εντυπώσεις μου από ένα βιβλίο για να διαπιστώσω με θλίψη ότι η τελευταία φορά που το έκανα ήταν ένα χρόνο παρά μια βδομάδα πριν. Το γιατί είναι για μια άλλη περίσταση.

Πρώτος μου Πωλ Ώστερ. Δεν ξέρω αν ένα βιβλίο αρκεί για να χαρακτηρίσεις κάποιον συγγραφέα, αλλά για να βγάλουμε γρήγορα από τη μέση το ζητούμενο της αξιολογικής κρίσης, δεν βρήκα στην γραφή του κάτι που θα τον ανέβαζε στο βάθρο των μεγάλων συγγραφέων. Ήταν μια γραφή απόλυτα άρτια αλλά χωρίς να έχει αυτό το κάτι, την εκτροπή από τον μέσο όρο του άριστου, που δίνει προσωπικότητα και χαρακτηρίζει τον μεγάλο συγγραφέα.

Το βιβλίο, δεν το διάλεξα. Με διάλεξε. Μου το έδωσε ένας φίλος χωρίς να του το ζητήσω, για αυτό κι ένιωθα μια περιέργεια ανάμικτη με υποχρέωση να το διαβάσω.

Το μυθιστόρημα, παρότι δεν είναι ένα εμπορικό έργο που προσπαθεί να κρατήσει τον αναγνώστη μέσω της πλοκής, εντούτοις έχει μια κάποια πλοκή με εκπλήξεις κι ανατροπές, πράγμα που βοηθάει την αναγνωσιμότητα όταν κάποιος αρχίζει να κουράζεται από την μονότονη διαδοχή των ημερών του ήρωα που έχει τρεις διακριτές φάσεις: φοιτητής, συνοδός συντροφιάς ενός ηλικιωμένου, ερωτευμένος και χαμένος.

Οι συμπτώσεις που προάγουν την πλοκή είναι πάρα πολλές, ειδικά για ένα βιβλίο που δεν θέλει να είναι εμπορικό, κι οι συμβολικοί συσχετισμοί επίσης, πράγμα που καθόλου δεν βοηθάει την καθαρότητα τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το βιβλίο στερείται ενδιαφέροντος. Ειδικά για κάποιον που ενδιαφέρεται για δυο στοιχεία του: την εποχή (1969) και τον τόπο (κυρίως Νέα Υόρκη). Χωρίς να είναι ο σκοπός του συγγραφέα να τα αναδείξει (γράφει είκοσι χρόνια μετά), ασυνείδητα περνάνε σαν κλίμα στον υποψιασμένο αναγνώστη: πόλεμος του Βιετνάμ, ο άνθρωπος πατάει πόδι στο φεγγάρι, η εξέγερση του Κολούμπια, η φοιτητική ζωή κλπ.

Μια γρήγορη ματιά στη βιογραφία του Πωλ Ώστερ αναδεικνύει πολλές ομοιότητες σε βαθμό που κάποιος μπαίνει στον πειρασμό να το χαρακτηρίσει αυτοβιογραφικό, πλάνη που συχνά εμφιλοχωρεί όταν κανείς αγνοεί ότι έτσι κι αλλιώς η ζωή των συγγραφέων είναι πρώτη ύλη, κι η χρήση των μοτίβων της δεν συνιστά απαραίτητα αυτοβιογραφία. Είναι περισσότερο ένα κολάζ που τα κομμάτια προέρχονται από άλλες ιστορίες, άλλα «έργα» αλλά το σύνολο, στην συγκεκριμένη διάταξη και διαμόρφωση, είναι πέρα και πάνω από αυτές.

Ένα σημείο που μου έκανε εντύπωση ήταν, όταν ο-όπως-αποδεικνύεται-στο-τέλος παππούς του ήρωα περιπλανιέται στις ερημιές και τις ερήμους της άγριας δύσης, μπαίνει κανείς σε μια ατμόσφαιρα που θυμίζει τον Ματωμένο Μεσημβρινό του Κόρμακ ΜακΚάρθυ. Όχι στη γλώσσα, ούτε στην ωμότητα και την αγριότητα της ιστορίας, αλλά σ’ αυτήν την απόλυτη κυριαρχία του τόπου πάνω στον άνθρωπο, την εκμηδένιση του τελευταίου μέσα στην ακρότητα των εκτάσεων, της γυμνότητας και των υψηλών θερμοκρασιών.

Κατά τ’ άλλα δεν μπορείς να αποφύγεις την εντύπωση ότι ζεις στον μικρόκοσμο ενός διανοούμενου, όπου ότι τον περιτρυγυρίζει έχει σχέση με την δική του στενή οπτική του κόσμου: ο ήρωας σπουδάζει κάτι σχετικό με φιλολογία, ο πατέρας του είναι ιστορικός, ο παπούς, όσο ασκεί κάποια δραστηριότητα, ζωγράφος, η αγαπημένη του ήρωα χορεύτρια, οι παράπλευρες συζητήσεις είναι για λογοτεχνία, μουσική, ιστορία κλπ. Θυμίζει λίγο ταινίες Γούντυ Άλλεν αυτό κι ίσως όχι τυχαία, αφού κι οι δύο ζούνε στην Νέα Υόρκη περίπου την ίδια εποχή, κι είναι κι οι δύο εβραϊκής καταγωγής. Δι όλου περίεργο, ως εκ τούτου, που έχει γράψει την τριλογία της Νέας Υόρκης. Κι ίσως αυτός πρέπει να είναι ο επόμενος αναγνωστικός στόχος για τον συγκεκριμένο συγγραφέα.