programming interface
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- programming interface < Programming Interface
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]programming interface (en)
- (προγραμματισμός) διεπαφή προγραμματισμού, σύντμηση του application programming interface (API)
- συντομογραφία: PI
Υπερώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
programming interface στην αγγλική Βικιπαίδεια
