source
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| source | sources |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]source (en)
- η πηγή
- αιτία, προέλευση
- the mechanic couldn't find the source of the problem
- (φυσική) πηγή ήχου, φωτός, ηλεκτρικού ρεύματος
- alternating current source (πηγή εναλλασσόμενου ρεύματος), back-up power source (εφεδρική πηγή ισχύος), light source (φωτεινή πηγή)[1]
- (πληροφορική) εν συντομία ο source code, ο πηγαίος κώδικας, ο κώδικας ενός προγράμματος
- (τηλεπικοινωνίες, πληροφορική) ο πηγή σήματος, πληροφορίας, δεδομένων[1]
- συντομογραφία: (τηλεπικοινωνίες) So [1]
- ≈ συνώνυμα: (κυρίως τηλεπικοινωνίες) transmitter
- ≠ αντώνυμα: (κυρίως τηλεπικοινωνίες) receiver, (πληροφορική) sink
Σύνθετα
[επεξεργασία]Υπώνυμα
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
source στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| source | sources |
source (fr) θηλυκό
- η πηγή
- Au bord d'une source - Δίπλα σε μια πηγή (τίτλος κομματικού για πιάνο του Franz Liszt από το έργου του, "Années de pèlerinage " «Χρόνια Προσκυνήματος»)
- η αιτία
Πηγές
[επεξεργασία]- source - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- source - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- source - στο Émile Littré [Εμίλ Λιτρέ], Dictionnaire de la langue française [Λεξικό της γαλλικής γλώσσας], 1872–1877