ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ´ ΛΟΥΚΑ, Ἁγίων Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου, Πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας, 18 Ἰαναουρίου 2026, (20/1/2019), (Αριθμ. 64Β)

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

Α. 1. Με την Απόδοση της εορτής των Θεοφανείων κλείνει η περίοδος κατά Κυριακάς, που άρχισε με την Κυριακή Προ της Γεννήσεως του Χριστού, και επανέρχεται και πάλι η αρίθμηση των Κυριακών εκ του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου, η οποία είχε διακοπεί με την ΙΑ´ Λουκά, Τῶν Ἁγίων Προπατόρων, Ἀγγαίου Προφήτου, 14 Δεκεμβρίου 2025. Από τη 15η Ιανουαρίου έως την 9η Φεβρουαρίου, Απόδοση της εορτής της Υπαπαντής, η περίοδος σημαίνεται από τις Καταβασίες της Υπαπαντής ως προχειρισμός της εορτής, ως εξαγγελία ενός γεγονότος που έρχεται, και η Εκκλησία προετοιμάζει τους χριστιανούς γι᾽ αυτό. Τον προχειρισμό της Υπαπαντής σημαίνουν επίσης οι διπλές καταβασίες κατά τις εορτές των μεγάλων Αγίων, οι εἱρμοί των Καταβασιών της Υπαπαντής «Χέρσον ἀβυσσοτόκον πέδον ἥλιος, ἐπεπόλευσέ ποτε· ὡσεὶ τεῖχος γὰρ ἐπάγη, ἑκατέρωθεν ὕδωρ, λαῷ πεζοποντοποροῦντι, καὶ θεαρέστως μέλποντι. ᾌσωμεν τῷ Κυρίῳ· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται[1]», ο κανόνας της Μικράς Παρακλήσεως και το Κοντάκιο τηςΥπαπαντής «Ὁ μήτραν παρθενικὴν ἁγιάσας τῷ τόκῳ σου, καὶ χεῖρας τοῦ Συμεὼν εὐλογήσας ὡς ἔπρεπε, προφθάσας καὶ νῦν ἔσωσας ἠμᾶς Χριστὲ ὁ Θεός. Ἀλλ᾽ εἰρήνευσον ἐν πολέμοις τὸ πολίτευμα, καὶ κραταίωσον Βασιλεῖς οὖς ἠγάπησας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος», γεγονότα και σημεία ενός συνεχούς υπομνηματισμού του μυστηρίου της Θείας Ενανθρωπήσεως και της μαρτυρίας της Θεοτόκου περί του σωματουμένου[2] Λόγου, οὐσιωδῶς, ήτοι πραγματικώς, κατά τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας. Υπογραμμίζεται για μια φορά ακόμη ότι στον ενιαύσιο κύκλο της λατρευτικής πράξης της Εκκλησίας καμία ημέρα δεν είναι αυτονομημένη, τα πάντα συνέχονται από το Λόγο του Θεού, καθώς εκδιπλώνεται το μυστήριο της Θείας Οικονομίας «σήμερον» και στους ατέλειωτους αιώνες μετά πάντων των απ᾽ αιώνος Αγίων, ως μία διαρκής εξαγγελία και επαγρύπνηση «ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστίν».

2. Μετά τα Φώτα και μέχρι την Υπαπαντή η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη μιας σειράς εγκρίτων Πατέρων και ασκητών και Μαρτύρων της Εκκλησίας της περιόδου των Οικουμενικών Συνόδων, οι οποίοι ερμήνευσαν τη βαπτισματική ομολογία στον Τριαδικό Θεό και την ένσαρκη οικονομία του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, με συμμετοχή στις Οικουμενικές Συνόδους, ή με ερμηνευτική χρήση των υπομνημάτων τους από τη συνοδική πράξη της Εκκλησίας, όπως οι Άγιοι Γρηγόριος Νύσσης, Όσιος Αντώνιος ο Μεγάλος, καθηγητής των μοναστών Αιγύπτου, οι Άγιοι Αθανάσιος και Κύριλλος, πατριάρχες Αλεξανδρείας, οι Άγιοι Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Άγιοι από όλες τις περιοχές, όπου αναδύθηκαν εν πολλοίς οι πρώτες εκκλησιαστικές κοινότητες, και λαμπρύνονται από τη δράση αυτών των Αγίων. Εδώ, ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ- ΠΡΟΘΕΩΡΙΑ, παρατίθεται κατωτέρω, μετά το σχολιασμό της εορτής των δύο Πατριαρχών, και ένα σημείωμα για την εορτή του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή (21-1-26).

Β. 1. Κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η σύναξη της εορτής των δύο ιεραρχών γινόταν στη Μεγάλη Εκκλησία, οι δε Κανόνες αυτών είναι ποιήματα των Αγίων Θεοφάνους του Γραπτού για τον Άγιο Αθανάσιο και του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού για τον Άγιο Κύριλλο, όπως και ο Κανόνας και οι Καταβασίες της Υπαπαντής από τον παράδελφο αυτού Κοσμά το Μελωδό.

2. α. Κατά την υμνολογία της εορτής, και ιδίως με τους Κανόνες των δύο Αγίων, προβάλλεται ως κοινό χαρακτηριστικό τους η υπαράσπιση της ορθοδόξου πίστεως, της Ορθοδοξίας, έναντι του Αρείου, του Σαβελλίου και ιδίως του Νεστορίου εν σχέσει με τον Άγιο Κύριλλο, αλλά συγχρόνως και τα καίρια σημεία της συνοδικής τους παρουσίας και των θεολογικών τους διατυπώσεων στο πλαίσιο της επίδρασής τους στην οικουμένη, σε όλο τον κόσμο, ως Πατέρες και οικουμενικοί «διδάσκαλοι»: «Ἱεραρχῶν τοὺς ἀκραίμονας, καὶ παμφαεῖς φωστῆρας τῆς οἰκουμένης»«Ὀρθοδόξων τὸ κλέος», «τὰ τῆς Ὀρθοδοξίας τρόπαια, ἀνεστήσατο καθ᾿ ὅλης τῆς οἰκουμένης», «Ἔργοις λάμψαντες Ὀρθοδοξίας», «τῶν Ὀρθοδόξων τὸ κέρας», «Ὀρθοδοξίας ἀκτῖσι περιλαμπόμενοι»: «ἐπὶ τῇ μνήμῃ τῶν σοφωτάτων Διδασκάλων ἡμῶν, Ἀθανασίου τε καὶ Κυρίλλου», «Πρέσβευε Δέσποινα, μετὰ τῶν Διδασκάλων», «Σὲ διδάσκαλον ὄντως, μέγαν Διδασκάλων σοφὲ Ἀθανάσιε», «Δεῦτε φιλέορτοι πάντες πανηγυρίσωμεν, τὴν μνήμην τῶν ἐνδόξων, Διδασκάλων τιμῶντες», «Τὴν ἱερὰν Ξυνωρίδα τῶν Διδασκάλων», «τὴν ἀεισέβαστον δυάδα τῶν Διδασκάλων ἡμῶν», «οἱ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἱερώτατοι Διδάσκαλοι», «καὶ τῆς οἰκουμένης οἱ Διδάσκαλοι», «Διδάσκαλον κήρυκα, ἱεροφάντην τοῦ τρισηλίου φωτός», «Νομεὺς καὶ διδάσκαλος σοφός, τῆς Ἐκκλησίας δειχθείς».

β. Είναι χαρακτηριστική η ορολογία περί διδασκαλίας των πιστών με συγκεκριμένες ερμηνευτικές διατυπώσεις, όπως για τον Άγιο Αθανάσιο ότι ερμήνευσε την ομολογία της Αγίας Τριάδος και της ομοουσιότητος του Υιού με τον Πατέρα στη Σύνοδο της Νικαίας, δηλαδή την Α´ Οικουμενική Σύνοδο, μία ομολογία που αφορά στο ίδιο το Σύμβολο της Πίστεως και γι᾽ αυτό φέρεται ως δέκατος τρίτος Απόστολος: «Ἀπόστολον δεικνύει, τρισκαιδέκατον Πάτερ, τὴν ὀρθόδοξον Πίστιν κηρύττοντα. Σὺ θεϊκῷ, ζήλῳ σφοδρῶς πυρπολούμενος, τῇ Συνόδῳ συναγωνιζόμενος, καὶ πρὸ τοῦ σέ, Πρόεδρον τελεῖν, ἐν τῇ Νικαέων, κυρύττεις τὸ Ὁμοούσιον· διὸ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Χριστὸς Ποιμενάρχην, καὶ Διδάσκαλον σὲ προχειρίζεται», Κανών Αγ. Αθανασίου, Ωδή δ´, τροπάριο β´. Υπό τον αυτό νοηματικό άξονα έν σχέσει προς τον όρο ὁμοούσιος είναι και το τέταρτο τροπάριο της Ωδής ε´: «Σὲ διδάσκαλον ὄντως, μέγαν Διδασκάλων σοφὲ Ἀθανάσιε, ἀκομψεύτῳ φράσει, μετὰ τοὺς Ἀποστόλους εὐμοίρησεν, Ἐκκλησία Πάτερ, ἡ τοῦ Χριστοῦ διασαφοῦντα, τὸν ἀμώμητον λόγον τῆς Πίστεως», ενώ με το δεύτερο τροπάριο της ζ´ Ωδής βαίνων ο λόγος προς μία ερμηνευτική κορύφωση απηχεί τους Λόγους προς Σεραπίωνα περί Αγίου Πνεύματος, όπως, όμως, προσλήφθηκαν από τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, τη Β´ Οικουμενική Σύνοδο, τη λειτουργική πράξη, τις μετέπειτα Συνόδους και τους Πατέρες και ιδίως την Έκδοση Ακριβή της Ορθοδόξου πίστεως του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού και την ερμηνευτική του υμνολόγηση, ιδίως με τους Κανόνες«Ὁμότιμον, σύνθρονον, Πατρὶ τὸν Λόγον, μονογενῆ τε Υἱόν, ὀρθοδόξως κηρύξας, ἀθανασίας Πάτερ ἐπώνυμε, αὖθις διδάσκεις, τὸ Πνεῦμα Γεννήτορι, καὶ τῷ Υἱῷ συμφυὲς καὶ ὁμοούσιον». Είναι σαφές ότι ο όρος ὁμοούσιον για το Άγιο Πνεύμα δεν είναι ένας όρος που τον εισηγήθηκε ο Άγιος Αθανάσιος αλλά ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, οι Λόγοι του οποίου απετέλεσαν το ερμηνευτικό και κειμενικό πρόπλασμα για τη θεολόγηση της ομοουσιότητος της Αγίας Τριάδος και το έργο του Αγίου Πνεύματος με την Πεντηκοστή και την υμνολογική έκφραση. Πάντως, με τον Ειρμό της θ´ Ωδής ο όρος Θεοτόκος απηχεί τη χρήση του από τον Άγιο Αθανάσιο, ο οποίος είναι ένας από τους πρώτους Πατέρες της Αλεξάνδρειας που τον χρησιμοποιεί συναφώς με το μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως.

Με μία πρώτη προσέγγιση του Κανόνα του Αγίου Αθανασίου μπορούμε να πούμε ότι ο Άγιος Θεοφάνης έχει ως πρότυπο τον Κανόνα του Αγίου Κυρίλλου από τον Άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό, γιατί από το θεολογικό υπόβαθρο αναδύεται η προσπάθεια αναδείξεως της θεολογικής ενότητος και ερμηνευτικής ταυτότητος αμφοτέρων, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από την κειμενική τους παραγωγή.

γ. Ο ποιητής του Κανόνα στον Άγιο Κύριλλο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, γνώστης άριστος των κειμένων του Αγίου Κυρίλλου και της συνοδικής επιρροής στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων Γ´- Ζ´, συνοψίζει με ένα τρόπο δωρικό τον πυρήνα της ερμηνευτικής στόχευσης του Αγίου Κυρίλλου για την ενότητα της Θείας Οικονομίας και τον τρόπο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου, που είναι η ενότητα των δύο Διαθηκών, γιατί είναι ο εις και ο αυτός Λόγος που δρα σε αμφότερες και ο τρόπος της ενανθρωπήσεως που έγινε «δι᾽ ἡμᾶς»: Ωδή η´, τροπάρια δύο και τρία: «Νομεὺς καὶ διδάσκαλος σοφός, τῆς Ἐκκλησίας δειχθείς, τὰς δύω Κύριλλε, σαφῶς ἀνέπτυξας Ὅσιε, Διαθήκας· ὡς γὰρ ἄγκυραν, καὶ πατρικὸν κλῆρον τοὺς σούς, ἔχουσα λόγους βοᾷ· Εὐλογεῖτε, πάντα τὰ ἔργα Κυρίου τὸν Κύριον./ Λόγου σαρκωθέντος δι᾿ ἡμᾶς, τοῦ παντεχνήμονος, σὺ τὴν ἀπόρρητον, διδάσκεις ἕνωσιν Κύριλλε, ἀδιαίρετον ἀσύγχυτον, τὰς ἐφ᾿ ἑκάτερα ῥοπάς, ἴσως ἐκκλίνας βοῶν· Εὐλογεῖτε, πάντα τὰ ἔργα Κυρίου τὸν Κύριον». Την κορύφωση του Κανόνα αποτελούν το πρώτο και δεύτερο τροπάριο της θ´ Ωδής, κυριαρχούμενα από τον όρο Θεοτόκος για την Παναγία, που συνιστά το κριτήριο της Ορθοδοξίας για το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, ό,τι συνιστά ο όρος ὁμοούσιος- ομοούσιον για την ομολογία της Αγίας Τριάδος, ως δύο κρίκοι που ενώνουν Άγιο Βάπτισμα και πορεία προς τη Θεία Ευχαριστία: «Ὕψωμα Χριστοῦ κατεπαρθὲν τῆς γνώσεως, καὶ τῆς τούτου Θεομήτορος, Κύριλλε, ἅπαν κατὰ κράτος, καθεῖλες Νεστορίου τὴν ἄθεον, υἱῶν δυάδα ὡσαύτως καὶ σύγχυσιν, τῶν Ἀκεφάλων τὴν τῶν φύσεων./ Ῥώσει τῶν φρενῶν καὶ φωτισμῷ τῆς χάριτος, τὴν Τριάδα ὁμοούσιον, τόν τε Υἱὸν σεσαρκωμένον, Θεὸν θεολογήσας Μακάριε, ὀφθείς τε τῆς Θεοτόκου ὑπέρμαχος, ἐν τοῖς ὑψίστοις νῦν δεδόξασαι».

Γ. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα αποτελεί ουσιαστικά τον Επίλογο της Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς. Πρόκειται για ένα από τα συγκλονιστικότερα αποσπάσματα εκ των Επιστολών του Αποστόλου Παύλου, ενός ζηλωτή Ισραηλίτη, γνώστη κατά πάντα του Νόμου και των λατρευτικών διατάξεων του Ισραήλ, που με οραματικό τρόπο δέχθηκε την κλήση του Αναστάντος Χριστού, εξήλθε προς τα έθνη κηρύττων το Χριστό της αναίμακτης θυσίας, ως το Μεγάλο Αρχιερέα που καλεί όλους τους λαούς «ἔξω τῆς παρεμβολῆς», έξω της πύλης, τον κάθε άνθρωπο στο δείπνο της Βασιλείας του!

Δ. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προέρχεται από μία περιοδεία του Χριστού προς τα Ιεροσόλυμα και ενώ περνούσε «διὰ μέσου Σαμαρείας καὶ Γαλιλαίας» (Λουκ. ιζ´, 11). Στη συνάντηση με τους δέκα λεπρούς στην είσοδο κάποιας κωμόπολης, που ζούσαν σαν εξόριστοι έξω από αυτήν και η θεραπεία τους με το λόγο, όχι γιατί ο Χριστός δεν έδειξε διάθεση προσεγγίσεώς τους,  αλλά γιατί οι ίδιοι, καταταλαιπωρημένοι σε άκρα απόγνωση και ταπείνωση για την άσχημη κατάστασή τους, «ἔστησαν πόρρωθεν» ζητώντας με δυνατή φωνή να τους ελεηθεί ο Χριστός: «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς», τίθεται το θέμα της αποδοχής του κηρύγματος του Χριστού, όπως και της πραγματικής πίστης τόσο από τους Ιουδαίους όσο και από τους αλλογενείς. Μετά την επίδειξή τους στους ιερείς για την πιστοποίηση ότι είναι καθαροί από τη λέπρα, «ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ» μόνο ένας, που ήταν αλλογενής Σαμαρείτης, πράγμα το οποίο σημειώνει ο Χριστός, επαινώντας την πίστη του, αν και αλλογενής. Το Ανάγνωσμα κατακλείεται με τη συζήτηση του Χριστού με τους Φαρισαίους, οι οποίοι, με ένα τραγικό τρόπο αρνούμενοι τη θεοσημία επί των λεπρών, έπιασαν κουβέντα με το Χριστό, για να τον εξετάσουν τί ξέρει για τα σημεία της ελεύσεως της βασιλείας του Θεού, προφανώς κατά τις προφητικές καταγραφές, ουσιαστικώς, όμως, με ένα άκρως υποκριτικό τρόπο προσπάθησαν να μειώσουν τη θεοσημία, αρνούμενοι ότι ο Χριστός ενήργησε ως Θεός, γι᾽ αυτό  και ο Χριστός τους απαντά με ένα σκληρά ειρωνικό τρόπο: «ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν». Είναι σαν και να τους λέγει ότι έχουν αναγάγει σε θεό τον εαυτό τους, όπως έκαναν κατά την αποστασία τους ο Αδάμ και η Εύα, και δεν έχουν καμία ανάγκη από τη βασιλεία του Θεού, όπως όλοι οι εγωπαθείς αρρωστημένοι άνθρωποι. Σε αντίστιξη με τους άρρωστους σωματικά λεπρούς και τη μειωμένη ανταπόκριση στην ευχαριστία ως δωρεά του Θεού κατά τη δεκτικότητά τους, οι πραγματικά άρρωστοι, εμμένοντες στη φθοροποιό αποστασία, αποδεικνύονται οι Φαρισαίοι, οι οποίοι έχουν ειδωλοποιήσει τον εαυτό τους, ενώ ένας αλλογενής Σαμαρείτης δέχεται τη δωρεά της σωτηρίας.

2. Το περιστατικό της θεοσημίας με τη θεραπεία των δέκα λεπρών συνοψίζει αφενός μεν τον οικουμενικό και άνευ συμβατικών διακρίσεων του κηρύγματος του Χριστού, της αποκαλύψεώς του ως του Ζώντος Θεού όλων των ανθρώπων, αφετέρου δε με τη μη ανταπόκριση του παλαιού Ισραήλ κατά την πατρώα κλήση, αρχίζει να συνάγεται ο νέος Ισραήλ της πίστεως εν Χριστώ.

ΠΗΓΗ.https://ellenophonia.blogspot.com/

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

(Ἀποσπάσματα ἀπό κηρυγματικές σκέψεις τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ στό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς μετά τά Φῶτα).

«Μετανοεῖτε· ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. δ΄17)

Ὁ Χριστός μας χρησιμοποιεῖ τό ρῆμα «ἤγγικε» μέ τήν κυριολεκτική του σημασία. Ἔχει ἔλθει -εἶναι σάν νά λέγει- ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Βρίσκεται πάνω στή γῆ. Ὅπου ὁ Χριστός, ἐκεῖ καί ἡ βασιλεία Του, ἡ «δεσποτεία» Του, ὅπως λέγουν οἱ ὕμνοι μας.

Ἀπό τήν στιγμή τῆς ἐνσαρκώσεώς Του ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρίσκεται ἀνάμεσά μας. Διά τοῦ Χριστοῦ ἦλθε ὁ Θεός στούς ἀνθρώπους. Ὁλόκληρο τό Εὐαγγέλιο δέν εἶναι παρά ἕνας ὁδηγός στόν χῶρο τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ «βασιλεία τοῦ Θεοῦ» δέν εἶναι οὔτε μόνο πνευματική καί οὐράνια, οὔτε μόνο ὑλική καί γήϊνη. Εἶναι πραγματικότητα καί πνευματική καί ἱστορική. Ταυτίζεται μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας. Εἶναι ἡ νέα τάξη πραγμάτων πού ἐγκαθίδρυσε ὁ Χριστός στόν κόσμο καί σχετίζεται μέ τό αἴτημα τῆς Κυριακῆς προσευχῆς «γενηθήτω τό θέλημά σου». Ἡ κατάσταση ἐκείνη, πού πραγματοποιεῖται μέ τήν αὐτοπαράδοση στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τήν εἰλικρινή καί ἀνυστερόβουλη ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο.

«Βασιλεία τοῦ Θεοῦ» ἦταν ὁ παράδεισος. Βασιλεία, πού χάθηκε γιά τόν ἄνθρωπο, ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας του. Ἄν ὁ παλαιός ὅμως παράδεισος ἔκλεισε μέ τήν ἁμαρτία, «ἠνέωκται» νέος παράδεισος διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ νέος αὐτός παράδεισος εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ἐπί γῆς φανέρωση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἐν Χριστῷ. 

Στή «Βασιλεία τοῦ Θεοῦ» εἰσέρχεται ὁ ἄνθρωπος -κάθε ἄνθρωπος- μέ τό βάπτισμα καί τήν μετάνοια.

Τό χρέος τῶν χριστιανῶν συνίσταται στόν ἀγώνα γιά τήν ἑδραίωση καί ἐξάπλωση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο. Ὅποιος ἀδιαφορεῖ γιά τό ἔργο αὐτό, ἀδιαφορεῖ γιά τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ καί ἄρα τό ἀπορρίπτει.

——————————-

Ἀπό τό βιβλίο τοῦ πατρός Γεωργίου Μεταλληνοῦ ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ, σελ. 251, τῶν ἐκδόσεων «Ὀρθόδοξος Κυψέλη».

Ἡ Σύναξις τοῦ τιμίου ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, 7 Ἰανουαρίου 2026, (Αριθμ. 62, 1)

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

Α. 1. Η σημερινή εορτή είναι μία εν μέρει επανάληψη της εχθεσινής εορτής ως κατακλείδος, δηλαδή, των Θεοφανείων, όπως συμβαίνει και με άλλες εορτές που η δεύτερη ημέρα είναι η σύναξη του συμμαρτυρούντος προσώπου κατά την εορτή της κυριώνυμης ημέρας. Π.χ. τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων τιμάται Ἡ σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ή τη δεύτερη ημέρα του Ευαγγελισμού τιμάται Ἡ σύναξις τοῦ Ἀρχιστρατήγου Γαβριήλ. Σ᾽ αυτό το πλαίσιο πέραν της επανάληψης των Καταβασιών: «Στείβει θαλάσσης…» και του Κανόνος των Θεοφανείων με τον Ειρμό της α´ Ωδής«Βυθοῦ ἀνεκάλυψε πυθμένα…» αντί Τρισαγίου αυτονόητα ψάλλεται το «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε…».

2. α. Κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ή Σύναξη τοῦ Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου γινόταν «ἐν τοῖς Σπαρακίου», ή Σφαρακίου, περιοχή βορειότερα της Παναγίας των Χαλκοπρατείων, μία περιοχή πολύ σημαντική εξ απόψεως στρατιωτικής και φύλαξης. Από το Συναξάριο (Synaxarium Costantinopolitanun), εξάλλου, πληροφορούμαστε ότι η τιμία χείρ του Προδρόμου μεταφέρθηκε από κάποιο διάκονο Ιώβ από την Αντιόχεια επί βασιλείας Κωνσταντίνου και Ρωμανού των Πορφυρογέννητων και ενώ ετίθετο προς προσκύνηση υπό των χριστιανών, μετά φυλασσόταν στο Παλάτι, «ἐν τοῖς βασιλείοις». Προφανώς είναι το καταπίστευμα που θησαυρίζεται στο Παλάτι Τοπ-Καπί στην Κωνσταντινούπολη και δεν είναι προσιτό στους επισκέπτες παρά μόνο με ειδική άδεια.

β. Πάντως στη λαϊκή αφήγηση καταγράφεται μία Παράδοση (Ν. Πολίτη, Παραδόσεις) περί τιμίας χειρός Αγίου, που ήταν εύπλαστη και ενώπιόν της παρείχετο η δικαιοσύνη στην Κωνσταντινούπολη, οπότε η χειρ εκινείτο αναλόγως της αληθούς ή ψευδούς μαρτυρίας του κάθε μάρτυρος. Ίσως αυτό συνδέεται με το καταγραφόμενο θαύμα που συνέβαινε στην Αντιόχεια, καθώς εκεί αντί του Τιμίου Σταυρού υψώνετο η χείρ του Προδρόμου και αναλόγως εκτεινόταν ή συστελλόταν.

Β. 1. Αποστολικό Ανάγνωσμα και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι ταυτόσημα ως μαρτυρία περί της παρουσίας του Προδρόμου ως Βαπτιστού του Χριστού, και συγχρόνως ως προς τη μετάβαση στο βάπτισμα υπό των Αποστόλων εν Αγίω Πνεύματι εν τη μαρτυρία Ιησού Χριστού.

2. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι ένα Ανάγνωσμα οραματικού χαρακτήρα, από τα πλέον συγκλονιστικά των Πράξεων των Αποστόλων, σε μία παραλληλία προς το δεύτερο κεφάλαιο των Πράξεων περί της ελεύσεως, επιφοιτήσεως, του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία ο Απόστολος Παύλος ήταν απών, ζώντας ακόμη ως «ζηλωτής». Ερχόμενος στην Έφεσο πλέον ως Απόστολος του Χριστού συναντά ισραηλίτες που είχαν λάβει το βάπτισμα του Ιωάννου, ακολουθεί το βάπτισμα στο όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού, η επίθεση των χειρών του Αποστόλου Παύλου επ᾽αυτών και η ακολουθείσασα φανέρωση των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, όπως γλωσσοφωνία και προφητεία, ένα γεγονός όμοιο με το γεγονός της Πεντηκοστής, ή της Εκκλησίας ως συμπαρεκτεινόμενης Πεντηκοστής. Επ᾽ αυτού μπορούμε να σημειώσουμε τρία στοιχεία: α) τη δύναμη της εκφοράς του ονόματος του Ιησού Χριστού, ως μονομελούς βαπτισματικής ομολογίας αλλά και ως ονόματος εν συνεχεία της νηπτικής πράξης της Εκκλησίας ως μονολόγιστης προσευχής, β) ο αριθμός των βαπτισθένων είναι δώδεκα, όπως και κατά την Πεντηκοστή με τους Δώδεκα Απόστολους, καθότι ήδη είχε συμπληρωθεί ο αριθμός δώδεκα με την κλήρωση του Απόστολου Ματθία, όπως καταγράφεται το γεγονός στο πρώτο κεφάλαιο των Πράξεων, και γ) το κήρυγμα στη συναγωγή περί της βασιλείας του Θεού, που αποδεικνύει πώς οι Απόστολοι στηρίχτηκαν στο θεσμό της συναγωγής για το άπλωμα του κηρύγματός τους προς τα έθνη.

Γ. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αποτελεί προσωπική μαρτυρία του Ευαγγελιστή Ιωάννη, πράγμα που εξάγεται από τη συνέχεια της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, η οποία διαβάζεται ως Ευαγγελικό Ανάγνωσμα στη μνήμη του Αποστόλου Ανδρέα, ο οποίος αποτελεί μαζί με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη τη δυάδα[1] των μαθητών του Ιωάννου του Προδρόμου, που παρέχουν τη μαρτυρία του περί του Βαπτίσματος του Ιησού[2].

2. Ως προς το περιεχόμενο του Ευαγγελικού Αναγνώσματος πρέπει να υπογραμμισθούν τέσσερα τουλάχιστον σημεία: α) Η διατύπωση «οὗτός ἐστι περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον· ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν» είναι ομολογία περί της θεότητος του Χριστού, γιατί ως προς την ηλικία η γέννηση του Προδρόμου έγινε έξη μήνες νωρίτερα. Επιπλέον ο όρος πρώτος απηχεί το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού ως Πρωτοτόκου εκ νεκρών δι᾽ ημάς και διά την ημετέραν σωτηρίαν, β) η διά παραστάσεως περιγραφή της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος («ὡς»)[3], γ) η οραματική μαρτυρία του Προδρόμου περί του πέμψαντος αυτόν να βαπτίζει «ἐν ὕδατι», ως προετοιμασία του βαπτίσματος Ἁγίῳ Πνεύματι, και δ) περί του Χριστού ως Υιού του Θεού και βαπτίζοντος «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Η τελευταία διατύπωση, που εν πρώτοις φαίνεται δυσνόητη, μπορεί να αποσαφηνισθεί με την ερμηνευτική πρόταση του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού ότι ο λουτήρας των Μαθητών στο Μυστικό Δείπνο συνιστά το βάπτισμα των Μαθητών.

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. ιθ´, 1-8: Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ τὸν ᾿Απολλὼ εἶναι ἐν Κορίνθῳ Παῦλον διελθόντα τὰ ἀνωτερικὰ μέρη ἐλθεῖν εἰς ῎Εφεσον· καὶ εὑρὼν μαθητάς τινας 2 εἶπε πρὸς αὐτούς· εἰ Πνεῦμα ῞Αγιον ἐλάβετε πιστεύσαντες; οἱ δὲ εἶπον πρὸς αὐτόν· ἀλλ᾿ οὐδὲ εἰ Πνεῦμα ῞Αγιόν ἐστιν ἠκούσαμεν. 3 εἶπέ τε πρὸς αὐτούς· εἰς τί οὖν ἐβαπτίσθητε; οἱ δὲ εἶπον· εἰς τὸ ᾿Ιωάννου βάπτισμα. 4 εἶπε δὲ Παῦλος· ᾿Ιωάννης μὲν ἐβάπτισε βάπτισμα μετανοίας, τῷ λαῷ λέγων εἰς τὸν ἐρχόμενον μετ᾿ αὐτὸν ἵνα πιστεύσωσι, τοῦτ᾿ ἔστιν εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν Χριστόν. 5 ἀκούσαντες δὲ ἐβαπτίσθησαν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ.6 καὶ ἐπιθέντος αὐτοῖς τοῦ Παύλου τὰς χεῖρας ἦλθε τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἐπ᾿ αὐτούς, ἐλάλουν τε γλώσσαις καὶ προεφήτευον. 7 ἦσαν δὲ οἱ πάντες ἄνδρες ὡσεὶ δεκαδύο.8 Εἰσελθὼν δὲ εἰς τὴν συναγωγὴν ἐπαρρησιάζετο ἐπὶ μῆνας τρεῖς διαλεγόμενος καὶ πείθων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ».

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. α´, 29-34: «29 Τῇ ἐπαύριον βλέπει ὁ ᾿Ιωάννης τὸν ᾿Ιησοῦν ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει· ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. 30 οὗτός ἐστι περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον· ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν. 31 κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ᾽ ἵνα φανερωθῇ τῷ ᾿Ισραήλ, διὰ τοῦτο ἦλθον ἐγὼ ἐν τῷ ὕδατι βαπτίζων. 32 καὶ ἐμαρτύρησεν ᾿Ιωάννης λέγων ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡς περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἔμεινεν ἐπ᾽ αὐτόν. 33 κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ᾽ ὁ πέμψας με βαπτίζειν ἐν ὕδατι, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἐφ᾽ ὃν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον καὶ μένον ἐπ᾽ αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ. 34 κἀγὼ ἑώρακα καὶ μεμαρτύρηκα ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ».


[1]. Όπως λέγεται στο τρίτο Στιχηρό Προσόμοιο«Ῥωσθεὶς θείᾳ χάριτι Χριστοῦ, Βαπτιστὰ καὶ Πρόδρομε, σὺ τόν Ἀμνὸν ἡμῖν ἔδειξας, τὸν κόσμου αἴροντα, ἁμαρτίας πάσας· καὶ αὐτῷ προσήρμοσας, δυάδα Μαθητῶν χαίρων σήμερον· ὃν καθικέτευε, δωρηθῆναι ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, τὴν εἰρήνην, καὶ τὸ μέγα ἔλεος».

[2]. Ἰω. α´, 35-42: «35 Τῇ ἐπαύριον πάλιν εἱστήκει ὁ ᾿Ιωάννης καὶ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο, 36 καὶ ἐμβλέψας τῷ ᾿Ιησοῦ περιπατοῦντι λέγει· ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. 37 καὶ ἤκουσαν αὐτοῦ οἱ δύο μαθηταὶ λαλοῦντος, καὶ ἠκολούθησαν τῷ ᾿Ιησοῦ. 38 στραφεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ θεασάμενος αὐτοὺς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς· 39 τί ζητεῖτε; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· ραββί· ὃ λέγεται ἑρμηνευόμενον διδάσκαλε· ποῦ μένεις; 40 λέγει αὐτοῖς· ἔρχεσθε καὶ ἴδετε. ἦλθον οὖν καὶ εἶδον ποῦ μένει, καὶ παρ᾽ αὐτῷ ἔμειναν τὴν ἡμέραν ἐκείνην· ὥρα ἦν ὡς δεκάτη. 41 ἦν ᾿Ανδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου εἷς ἐκ τῶν δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ ᾿Ιωάννου καὶ ἀκολουθησάντων αὐτῷ. 42 εὑρίσκει οὗτος πρῶτος τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα καὶ λέγει αὐτῷ· εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν· ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον Χριστός».

[3]. Μία από τις πλέον φιλόκαλες και νηπτικές ερμηνείες του γεγονότος του βαπτίσματος του Χριστού και της φανερώσεως της Αγίας Τριάδος δίδεται με το δεύτερο Στιχηρό Προσόμοιο«Ὑψόθεν προσέβλεψας σοφέ, Ἰωάννη Πρόδρομε, Πατρὸς τὴν δόξαν τὴν ἄρρητον, Υἱὸν ἐν ὕδατι, καὶ τὸ Πνεῦμα εἶδες, ἐπελθὸν ὡς πέλειαν, καθαῖρον καὶ φωτίζον τὰ πέρατα· διὸ Τριάδος σε, μυστιπόλον ἀναμέλποντες, σοῦ τιμῶμεν, τὴν θείαν πανήγυριν».

ΠΗΓΗ.https://ellenophonia.blogspot.com/?m=0

Ομιλία εἰς τά Ἅγια Φῶτα,( Ἀπόσπασμα ὁμιλίας του Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου)

ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ.

πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

1. Προεόρτιος Λόγος καὶ Μετάβαση στὸ Μυστήριο τῶν Θεοφανείων

(Αναφορά στη Γέννηση, στους Μάγους, Ποιμένες, Αγγέλους, Συμεών και Άννα – μετάβαση από τα Χριστούγεννα στα Άγια Φώτα)


2. Ἔκρηξη Πνευματικῆς Χαρᾶς – Κάλεσμα Συμμετοχῆς στὸ Φῶς

«Ὁ Χριστὸς φωτίζεται· φωτισθῶμεν καὶ ἡμεῖς»


3. Τὸ Βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ ὡς Παιδαγωγία

(Ποιος βαπτίζεται, από ποιον, πότε – διδασκαλία για κάθαρση, ταπείνωση, ωριμότητα)


4. Ἔλεγχος τῆς Ἀλαζονείας καὶ τῆς Πρόωρης Διδασκαλίας

(Κατά της νεανικής αυθάδειας, των αυτοδικαιώσεων και των σπάνιων εξαιρέσεων)


5. Ἡ Θεολογία τοῦ Βαπτίσματος τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἰορδάνη

(Αγιασμός των υδάτων, ταφή του παλαιού Αδάμ, Πνεύμα και ύδωρ)


6. Ὁ Διάλογος Ἰωάννου καὶ Χριστοῦ – Προφητικὸς καὶ Μυστηριακός

(«Ἐγώ χρείαν ἔχω βαπτισθῆναι ὑπὸ σοῦ»)


7. Ἑρμηνεία τῶν Εἰκόνων τοῦ Προδρόμου

(Φτυάρι, πῦρ, ἀξίνη, μάχαιρα, κορδόνι ὑποδήματος)


8. Ἡ Ἐπιφάνεια τῆς Ἁγίας Τριάδος

(Άνοιγμα ουρανών, μαρτυρία Πνεύματος, φωνή Πατρός, περιστερά)


9. Ἀπάντηση σὲ Μικρόψυχες Κατηγορίες περὶ τῆς Θεότητος

(Το μικρό σύμβολο δεν αναιρεί το άπειρο μεγαλείο)


10. Τὰ Εἴδη τῶν Βαπτισμάτων

  • Βάπτισμα Μωϋσέως
  • Βάπτισμα Ἰωάννου
  • Βάπτισμα Χριστοῦ (ἐν Πνεύματι)
  • Βάπτισμα Μαρτυρίου (αἵματος)
  • Βάπτισμα Δακρύων (μετάνοια)

11. Ὑπέρ τῆς Μετανοίας καὶ Κατὰ τῆς Νοβατιανῆς Σκληρότητος

(Έλεγχος φαρισαϊκής αυστηρότητας – παράδειγμα Δαβίδ, Πέτρου, Κορινθίου)

Σημείωση:Ο όρος «Νοβατιανῆς Σκληρότητος» αναφέρεται στην άκαμπτη και ανελεή στάση που χαρακτήρισε τον Νοβατιανό (3ος αι.), ο οποίος δίδασκε ότι η Εκκλησία δεν έχει εξουσία να συγχωρεί βαριά αμαρτήματα (ιδίως την αποστασία κατά τους διωγμούς), ακόμη κι αν υπάρχει ειλικρινής μετάνοια. Η στάση αυτή κρίθηκε αντικανονική και αντιαγιοπνευματική από την Εκκλησία, διότι αρνείται το φιλάνθρωπο έλεος του Θεού και θεραπευτικό χαρακτήρα της Εκκλησίας.


12. Ἡ Ἀγάπη ὡς Κανών τῆς Ἐκκλησίας

(Όπου υπάρχει αμφιβολία, να υπερισχύει η φιλανθρωπία)


13. Πρόσκληση Ἐνότητος καὶ Δοξολογίας

(«Ἐμπρός, ἐλάτε μαζί μας, οἱ ἄνθρωποι»)


14. Προειδοποίηση περὶ τοῦ Τελευταίου Βαπτίσματος (τοῦ Πυρός)

(Για όσους απορρίπτουν τη μετάνοια)


15. Πνευματικὸς Ἐορτασμὸς τῶν Θεοφανείων

(Όχι κοιλία, αλλά κάθαρση – «Λούσασθε καὶ καθαροί γίνεσθε»)


16. Τελικός Σκοπός: Θέωση καὶ Φωτισμὸς ἐν Τριάδι

(Να γίνουμε «φῶτα ἐν κόσμῳ» και να μετάσχουμε στο άκτιστο Φως)


ΚΕΙΜΕΝΟ

Μέ τήν γέννησιν λοιπόν ἔχομεν προεορτάσει τά πρέποντα καί ἐγώ ὁ ὁποῖος προεξάρχω εἰς τήν ἑορτήν καί σεῖς καί ὅλα τά ἐγκόσμια καί τά ὑπερκόσμια ὄντα. Ἔχομεν τρέξει μαζί μέ τόν ἀστέρα καί ἔχομεν προσκυνήσει μαζί μέ τούς μάγους, (Ματθ. 2, 10), ἔχομεν φωτισθῆ μαζί μέ τούς ποιμένας (Λουκ. 2, 7) καί ἔχομεν δοξάσει μαζί μέ τούς ἀγγέλους, τόν ἔχομεν δεχθῆ εἰς τάς ἀγκάλας μας μαζί μέ τόν Συμεών (Λουκ. 2, 13 ἑ). Καί τόν ἔχομεν δοξολογήσει μαζί μέ τήν ἀξιοσέβαστον καί σώφρονα ἐκείνην Ἄννα (Λουκᾶ. 2, 36 ἑ ). Καί ὀφείλεται εὐγνωμοσύνη εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἦλθε κατά τρόπον ξένον πρός τήν φύσιν του εἰς τόν ἰδικόν του τόπον, διότι ἐδόξασε τόν ξένον. Τώρα δέ πρόκειται δι᾿ ἄλλην πρᾶξιν τοῦ Χριστοῦ καί δι᾿ ἄλλο μυστήριον.

Δέν ἠμπορῶ νά συγκρατήσω τήν χαράν μου. Νιώθω νά γεμίζω ἀπό Θεόν. Λίγο ἀκόμη καί θά ἀρχίσω νά κηρύσσω τήν εὐχάριστον ἀγγελίαν, ὅπως ὁ Ἰωάννης, ἔστω καί ἄν δέν εἶμαι πρόδρομος, πάντως θά τό κάμω ἀπό τήν ἐρημίαν. Ὁ Χριστός φωτίζεται, ἄς φωτισθῶμεν μαζί του.

Ὁ Χριστός βαπτίζεται, ἄς κατέβωμεν μαζί του (εἰς τόν ποταμόν) διά νά ἀνέβωμεν καί μαζί του. Ὁ Ἰησοῦς βαπτίζεται. Θά πρέπει νά προσέξωμεν μόνον τό βάπτισμα ἤ καί ὅλα τά ἄλλα; Δηλαδή ποῖος ἦτο, ἀπό ποῖον ἐβαπτίσθη καί πότε ἐβαπτίσθη; Ὅτι ἦτο καθαρός, ὅτι ἐβαπτίσθη ἀπό τόν Ἰωάννην καί ὅτι μετά ἤρχισε τά θαύματα; Διά νά μάθωμεν τί καί διά νά διαπαιδαγωγηθῶμεν εἰς τί; Ὅτι α) πρέπει νά καθαριζώμεθα προηγουμένως, β) νά εἴμεθα ταπεινόφρονες καί γ) νά κηρύσσωμεν μόνον ὅταν εἴμεθα ὁλοκληρωμένοι κατά τήν πνευματικήν καί σωματικήν ἡλικίαν. Τό πρῶτον (πρέπει νά τό εἴπωμεν) πρός ἐκείνους οἱ ὁποῖοι σκοπεύουν νά βαπτισθοῦν, ἐνῶ δέν ἔχουν προηγουμένως προετοιμασθῆ καί ἐνῶ δέν παρέχουν ἐγγυήσεις μέ τήν συνήθειάν των νά πράττουν τό καλόν, ὅτι ἡ λύτρωσίς των θά παραμείνῃ σταθερά. Διότι ἐάν τό χάρισμα (διότι πράγματι εἶναι χάρισμα) παρέχει ἄφεσιν τῶν παρελθόντων, τότε εἶναι περισσότερον ταιριαστόν πρός τήν εὐσέβειαν τό νά μήν ξαναγυρίσωμεν εἰς ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔχομεν ἐμέσει. Τό δεύτερον ἀναφέρεται εἰς εκείνους οἱ ὁποῖοι ὑπερηφανεύονται ἔναντι τῶν ἱερέων, ἄν εἶναι κάπως ἀνώτεροι ἀπό αὐτούς. Τό τρίτον δέ πρός ἐκείνους οἱ ὁποῖοι βασίζονται εἰς τόν νεανικόν των ἐνθουσιασμόν καί νομίζουν ὅτι ἡ κάθε περίστασις εἶναι κατάλληλος διά διδασκαλίαν ἤ κατάληψιν τῆς πρωτοκαθεδρίας.

Ὁ Ἰησοῦς ὑποβάλλεται εἰς κάθαρσιν καί σύ τήν περιφρονεῖς; (Καθαρίζεται) ὑπό τοῦ Ἰωάννου, καί σύ ἐπαναστατεῖς ἐναντίον τοῦ κήρυκός σου; Καθαρίζεται ὅταν εἶναι ἤδη τριάκοντα ἐτῶν, καί σύ προτοῦ κἄν βγάλῃς γένεια διδάσκεις τούς γέροντας ἤ τοὐλάχιστον νομίζεις ὅτι τούς διδάσκεις, ἐνῷ οὔτε ἡ ἡλικία οὔτε καί, ἐνδεχομένως, ἡ συμπεριφορά σου σέ κάνουν ἄξιον σεβασμοῦ; Εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν δέ ἔρχονται εἰς τήν γλῶσσαν τά παραδείγματα τοῦ Δανιήλ καί τῶν ἄλλων νέων κριτῶν, ἐπειδή καθένας ὁ ὁποῖος ἀδικεῖ, εὔκολα βρίσκει δικαιολογίας. Δέν ἀποτελεῖ ὅμως νόμον τῆς Ἐκκλησίας ἐκεῖνο τό ὁποῖον εἶναι κάτι σπάνιον, ὅπως τήν ἄνοιξιν δέν τήν φέρει ἕνα μόνον χελιδόνι, ὅπως δέν κάνει καί μία μόνον γραμμή τόν γεωμέτρην, ἤ ἕνα μόνον ταξίδι τόν ναυτικόν.

Ὁ Ἰωάννης ὅμως βαπτίζει καί ἔρχεται νά βαπτισθῇ ὁ Ἰησοῦς, διά νά ἁγιάσῃ μέν ἐνδεχομένως καί τόν βαπτιστήν, ὅπως εἶναι δέ καταφανές, διά νά θάψῃ μέσα εἰς τό ὕδωρ ὅλον τόν παλαιόν Ἀδάμ καί νά ἁγιάσῃ πρίν ἀπ᾿ αὐτούς καί χάριν αὐτῶν τόν Ἰορδάνην. Ὅπως δέ ὁ ἴδιος ἦταν πνεῦμα καί σάρξ, ἔτσι δίδει τήν πνευματικήν ὁλοκλήρωσιν μέ Πνεῦμα καί ὕδωρ. Ὁ βαπτιστής δέν δέχεται καί ὁ Ἰησοῦς ἀγωνίζεται (νά τόν πείσῃ). «Ἐγώ ἔχω ἀνάγκην νά βαπτισθῶ ἀπό σένα» λέγει ὁ λύχνος εἰς τόν Ἥλιον, ἡ φωνή εἰς τόν Λόγον, ὁ φίλος εἰς τόν Νυμφίον, ὁ ἀνώτερος ἀπό κάθε ἄλλο γέννημα γυναικός (Ματθ. 11, 11) εἰς τόν Πρωτότοκον ὁλοκλήρου τῆς δημιουργίας (Κολ. 1, 15), ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐσκίρτησεν ἐνῶ εὑρίσκετο μέσα εἰς τήν κοιλίαν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐπροσκυνήθη μέσα εἰς τήν κοιλίαν, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προέτρεξε καί ὁ ὁποῖος θά προτρέξῃ εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐφάνη καί θά φανῇ. «Ἐγώ ἔχω ἀνάγκην νά βαπτισθῶ ἀπό σένα» – πρόσθεσε καί «δι᾿ ἐσέ» (διότι ἐγνώριζεν ὅτι ἐπρόκειτο νά βαπτισθῇ μέ τό μαρτύριον) ἤ, ὅπως ὁ Πέτρος, τό ὅτι θά καθαρίσῃς ὄχι μόνον τούς πόδας – «καί σύ ἔρχεσαι πρός ἐμέ; » (Ματθ. 3, 14). Καί τοῦτο εἶναι προφητικόν. Διότι ἐγνώριζεν ὅτι ὅπως μετά τόν Ἡρώδην ἐπρόκειτο νά καταληφθῇ ἀπό μανίαν ὁ Πιλᾶτος, ἔτσι καί μετά ἀπ᾿ αὐτόν, ὁ ὁποῖος θά ἔφευγε προηγουμένως, θά ἀκολουθοῦσε ὁ Ἰησοῦς. Τί δέ λέγει ὁ Ἰησοῦς; «Ἄφησε τώρα τάς ἀντιρρήσεις» (Ματθ. 3, 15), διότι αὐτό ἀπαιτοῦσε τό θεῖον σχέδιον. Διότι ἐγνώριζεν ὅτι μετ᾿ ὀλίγον ἐπρόκειτο νά βαπτίσῃ αὐτός τόν βαπτιστήν. Τί δέ εἶναι τό φτυάρι (Ματθ. 3, 12); Ἡ κάθαρσις. Τί εἶναι δέ τό πῦρ (Ματθ. 3, 10); Τό κάψιμον κάθε ἀνοήτου πράγματος καί ἡ ἀναζωπύρωσις τοῦ πνεύματος. Τί εἶναι δέ ἡ ἀξίνη; Τό κόψιμον τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἔχει γεμίσει μέ ἀκαθαρσίας, ἔχει καταστῆ ἀθεράπευτος. Τί εἶναι δέ ἡ μάχαιρα (Ματθ. 10, 34); Ἡ τομή τήν ὁποίαν κάνει ὁ Λόγος καί ἡ ὁποία ξεχωρίζει τό κακόν ἀπό τό καλόν καί τόν πιστόν ἀπό τόν ἄπιστον καί ἡ ὁποία κάνει τόν υἱόν καί τήν θυγατέρα καί τήν νύμφην νά ἐπαναστατοῦν κατά τοῦ πατρός καί τῆς μητρός καί τῆς πενθερᾶς (Ματθ. 10, 35), καί τά νέα καί πρόσφατα (νά ἐπαναστατοῦν) κατά τῶν παλαιῶν τά ὁποῖα εἶναι σκιώδη. Τί εἶναι δέ τό κορδόνι τοῦ ὑποδήματος (Ματθ. 3, 11), τό ὁποῖον δέν ἠμπορεῖς νά λύσῃς σύ ὁ ὁποῖος βαπτίζεις τόν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος ἔζησες εἰς τήν ἐρημίαν μέ νηστείαν, ὁ νέος Ἠλίας, ὁ ὁποῖος εἶσαι κάτι ἀνώτερον καί ἀπό προφήτην (Ματθ. 11, 9), ἐφόσον εἶδες καί ἐκεῖνον τόν ὁποῖον εἶχες προφητεύσει καί ὁ ὁποῖος συνδέεις τήν Παλαιάν μέ τήν Καινήν Διαθήκην; Τί εἶναι τοῦτο; Ἐνδεχομένως ὁ λόγος περί τῆς ἐλεύσεως εἰς τήν γῆν καί περί τῆς σαρκός, τοῦ ὁποίου καί τό ἐλάχιστον ἀκόμη τμῆμα εἶναι ἀδύνατον νά γίνῃ κατανοητόν, ὄχι μόνον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀκόμη σαρκικόν φρόνημα καί εἶναι ἀκόμη νήπια εἰς τόν Χριστιανισμόν, ἀλλά καί εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διαθέτουν τό Πνεῦμα τοῦ Ἰωάννου.

Ἀλλά καί ἀνεβαίνει ἀπό τό ὕδωρ ὁ Ἰησοῦς. Ἀνεβάζει δέ μαζί του καί τόν κόσμον καί βλέπει νά σχίζωνται οἱ οὐρανοί, τούς ὁποίους ὁ Ἀδάμ εἶχε κλείσει διά τόν ἑαυτόν του καί διά τούς ἀπογόνους του, ὅπως εἶχε κλείσει καί μέ τήν μάχαιραν τοῦ πυρός τόν Παράδεισον (Γεν. 3, 24). Καί τό Πνεῦμα μαρτυρεῖ τήν Θεότητα (διότι τό ὅμοιον σπεύδει πρός τό ὅμοιον) καί ἡ φωνή ἀπό τούς οὐρανούς (Ματθ. 3, 17) (διότι ἀπ᾿ ἐκεῖ προερχόταν ἐκεῖνος διά τόν ὁποῖον ἐδίδετο ἡ μαρτυρία). Ἐμφανίζεται δέ ὡσάν περιστέρι (Λουκ. 3, 22) (διότι τιμᾷ τό σῶμα, ἀφοῦ καί αὐτό γίνεται Θεός μέ τήν θέωσιν, ὅταν αὐτή θεωρῆται ἀπό τήν πλευράν τοῦ σώματος) καί λόγῳ τοῦ ὅτι εἶναι ἀπό πολύ παλαιά συνηθισμένο νά φέρῃ τήν εὐχάριστον ἀγγελίαν τῆς παύσεως τοῦ κατακλυσμοῦ τό περιστέρι (Γεν. 8, 10 ἑ). Ἐάν δέ κρίνῃς τήν θεότητα μέ ὄγκους καί μέ σταθμά, καί διά τόν λόγον αὐτόν σοῦ φαίνεται μικρόν τό Πνεῦμα, ἐπειδή παρουσιάζεται μέ μορφήν περιστεριοῦ, ὦ ἀνόητε καί μικρόψυχε διά τά πιό μεγάλα, εἶναι καιρός νά δυσφημίσῃς καί τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἐπειδή παρομοιάζεται μέ ἕνα σπειρί ἀπό σινάπι (Ματθ. 13, 31 ἑ), καί νά ὑπερυψώνῃς τόν διάβολον πιό πολύ ἀπό τήν μεγαλειότητα τοῦ Ἰησοῦ, ἐπειδή αὐτός μέν ὀνομάζεται βουνό μέγα (Ζαχ. 4, 7) καί Λεβιάθαν καί βασιλεύς ὅσων εὑρίσκονται εἰς τά ὕδατα ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς ὀνομάζεται ἀρνίον (Ἰω. 1, 29) καί μαργαρίτης (Ματθ. 13, 46) καί σταγών καί ἄλλα παρόμοια.

Ἐπειδή δέ σήμερα πανηγυρίζομεν τό βάπτισμα καί πρέπει νά κακοπαθήσωμεν ὀλίγον πρός χάριν ἐκείνου ὁ ὁποῖος πρός χάριν μας ἔγινεν ὅπως ἐμεῖς καί ἐβαπτίσθη καί ἐσταυρώθη, ἄς ἐξετάσωμεν φιλοσοφικά κάτι σχετικόν μέ τήν διαφοράν τῶν βαπτισμάτων, διά νά φύγωμεν ἀπ᾿ ἐδῶ καθαρισμένοι. Ὁ Μωϋσῆς ἐβάπτισεν εἰς τό ὕδωρ καί πρίν ἀπ᾿ αὐτό εἰς τήν νεφέλην καί εἰς τήν θάλασσαν (Ἐξ. 14, 23). Αὐτό δέ ἀποτελοῦσε σύμβολον, ὅπως πιστεύει καί ὁ Παῦλος. Ἡ θάλασσα τοῦ νεροῦ, ἡ νεφέλη τοῦ Πνεύματος, τό μάννα τοῦ ἄρτου τῆς ζωῆς, καί τό ὕδωρ, τό ὁποῖον ἔπιναν, τοῦ οὐρανίου ποτοῦ (Α´ Κορ. 10, 1 ἑ). Καί ὁ Ἰωάννης ἐβάπτισεν, ἀλλά ὄχι τελείως ἰουδαϊκά, ἐπειδή δέν ἐβάπτισεν μόνον εἰς τό ὕδωρ ἀλλά καί εἰς τήν μετάνοιαν. Ὄχι ὅμως καί ὁλότελα πνευματικά, ἐπειδή δέν προσθέτει καί τό «εἰς τό Πνεῦμα». Βαπτίζει καί ὁ Ἰησοῦς, ἀλλά εἰς τό Πνεῦμα. Αὐτό εἶναι ἡ τελειότης. Καί πῶς δέν εἶναι Θεός, διά νά γίνω καί λίγο παράτολμος, ἐκεῖνος ἀπό τόν ὁποῖον θά γίνῃς καί σύ Θεός; Γνωρίζω καί τέταρτον βάπτισμα, τό βάπτισμα τοῦ μαρτυρίου καί τοῦ αἵματος, εἰς τό ὁποῖον ἐβαπτίσθη καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, καί τό ὁποῖον εἶναι πολύ πιό ἀξιοσέβαστον ἀπό τά ἄλλα, καθόσον δέν μολύνεται ἀπό μεταγενέστερα ἁμαρτήματα. Γνωρίζω καί πέμπτον ἀκόμη, τό βάπτισμα τῶν δακρύων, τό ὁποῖον εἶναι ἀκόμη πιό ἐπίπονον, ὅπως «ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος βρέχει κάθε νύκτα τό κρεββάτι καί τά στρώματά του μέ δάκρυα» (Ψαλ. 6, 7), τοῦ ὁποίου «αἱ πληγαί τῆς κακίας μυρίζουν ἄσχημα καί ἔχουν σαπίσει» (Ψαλ. 37, 6), ὁ ὁποῖος «πενθεῖ καί βαδίζει μέ σκυμμένο κεφάλι» (Αὐτόθι 7) καί ὁ ὁποῖος μιμεῖται τήν ἐπιστροφήν τοῦ Μανασσῆ καί τήν ταπείνωσιν τῶν κατοίκων τῆς Νινευΐ, ἡ ὁποία τούς ἐξησφάλισε τήν συγχώρησιν ( Ἰων. 3, 5), ὁ ὁποῖος, ἀκόμη, λέγει αὐτά τά ὁποῖα εἶπεν ὁ τελώνης εἰς τόν ναόν καί ἐκέρδισε τήν συγχώρησιν ἀντί διά τόν καυχησιάρην φαρισαῖον (Λουκ. 18, 13 ἑ), καί ὁ ὁποῖος σκύβει μέ ταπείνωσιν, ὅπως ἡ Χαναναία (Ματθ. 15, 22 ἑ), καί ζητεῖ νά τόν εὐσπλαχνισθοῦν καί νά τοῦ δώσουν ὡς τροφήν ψίχουλα, τήν τροφήν δηλαδή τήν ὁποίαν τρώγει ὁ σκύλος ὅταν εἶναι πολύ πεινασμένος.

Ἐγώ μέν λοιπόν (ἐπειδή ὁμολογῶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζῶον εὐμετάβλητον καί μεταβλητῆς φύσεως) καί τοῦτο τό δέχομαι μέ προθυμίαν, καί προσκυνῶ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τό ἔδωσε, καί τό δίδω καί εἰς τούς ἄλλους, καί προσφέρω φιλανθρωπίαν ἔναντι τῆς φιλανθρωπίας ἡ ὁποία μοῦ προσφέρεται. Διότι γνωρίζω ὅτι καί ἐγώ εἶμαι ἄνθρωπος ἀδύνατος, καί ὅτι μέ ὅποιο μέτρο θά κρίνω μέ τό ἴδιο θά κριθῶ (Ματθ. 7, 2). Σύ δέ τί λέγεις καί τί νόμους βγάζεις, ὦ νέε φαρισαῖε, ὁ ὁποῖος εἶσαι καθαρός μέν ὡς πρός τό ὄνομα ἀλλά ὄχι καί ὡς πρός τήν ψυχικήν διάθεσιν, καί ὁ ὁποῖος, ἐνῶ εἶσαι τό ἴδιο ἀδύνατος μέ τούς ἄλλους, διακηρύσσεις μέ ἔπαρσιν τάς δοξασίας τοῦ Νοβάτου; Δέν δέχεσαι τήν μετάνοιαν; Δέν συγκινεῖσαι μέ τούς ὀδυρμούς; Δέν χύνεις οὔτε ἕνα δάκρυ; Μακάρι νά μήν συναντήσῃς οὔτε σύ τέτοιον κριτήν. Δέν σέβεσαι τήν φιλανθρωπίαν τοῦ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος πῆρε τάς ἀδυναμίας μας καί ἐσήκωσε τάς ἀσθενείας μας (Πρβλ. Ἠσ. 53, 4), ὁ ὁποῖος ἦλθε ὄχι διά τούς δικαίους, ἀλλά διά νά μετανοήσουν οἱ ἁμαρτωλοί (Λουκ. 5, 32), ὁ ὁποῖος «θέλει τήν εὐσπλαγνίαν περισσότερον ἀπό τήν θυσίαν» (Ὠσ. 6, 6), ὁ ὁποῖος συγχωρεῖ τά ἁμαρτήματα ἑβδομήντα ἑπτά φοράς (Ματθ. 18, 22); Πόσο ἀξιομακάριστη θά ἦταν ἡ ὑψηλοφροσύνη σου, ἄν ἦταν καθαρότης καί ὄχι ἀνόητη κενοδοξία, ἡ ὁποία θέτει νόμους ἀνωτέρους ἀπό τάς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου καί ἀντικαθιστᾷ τήν μετάνοιαν μέ τήν ἀπόγνωσιν. Διότι τό ἴδιο κακά εἶναι καί ἡ χωρίς σωφροσύνην συγχώρησις καί ἡ χωρίς συγχώρησιν καταδίκη, ἐπειδή ἡ μέν πρώτη ἀφήνει τελείως ἐλεύθερα τά χαλινάρια ἐνῶ ἡ δευτέρα προκαλεῖ ἀπόγνωσιν μέ τήν σκληρότητά της. Δεῖξέ μου τήν καθαρότητά σου, καί τότε θά δεχθῶ νά ὑπερηφανεύεσαι. Τώρα ὅμως φοβοῦμαι μήπως, ἐνῶ εἶσαι γεμᾶτος ἀπό πληγάς, βάλης μέσα ἐκεῖνο τό ὁποῖον παραμένει ἀθεράπευτον. Οὔτε δέχεσαι μετανοημένον τόν Δαβίδ, ὁ ὁποῖος μέ τήν μετάνοιάν του διετήρησε τό προφητικόν του χάρισμα; Οὔτε τόν Πέτρον τόν μεγάλον, ὁ ὁποῖος ἔπαθε κάτι ἀνθρώπινον κατά τήν διάρκειαν τοῦ σωτηρίου πάθους (Ματθ. 26, 70); Ὁ Ἰησοῦς δέ τόν ἐδέχθη καί μέ τήν τριπλῆν ἐρώτησιν καί τήν τριπλῆν ὁμολογίαν ἐθεράπευσε τήν τριπλῆν ἄρνησιν (Ἰω. 21, 15-17). Ἤ δέν δέχεσαι οὔτε ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐτελειοποιήθη μέ τό αἷμα του; Καί αὐτό ἀποτελεῖ ἕνα ἀκόμη δεῖγμα τῆς σκληρότητός σου. Οὔτε ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος παρενόμησεν εἰς τήν Κόρινθον (Α´ Κορ. 5, 1-13); Ὁ Παῦλος δέ ὑπέδειξεν ὡς ποινήν τήν ἀγάπην, ἐπειδή εἶδε τήν διόρθωσιν καί τό αἴτιον τῆς διορθώσεως, «διά νά μήν χαθῇ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶχεν ἁμαρτήσει ἀπό τήν ὑπερβολικήν ἐπιτίμησιν» (Β´ Κορ. 2, 7). Οὔτε ἐπιτρέπεις εἰς τάς νέας χήρας νά ὑπανδρεύωνται, ἐπειδή ἡ ἡλικία των εἶναι εὔκολον νά παρεκκλίνῃ πρός τήν ἁμαρτίαν; Αὐτό ὅμως τό ἐτόλμησεν ὁ Παῦλος (Α´ Τιμ. 5, 14), τοῦ ὁποίου σύ γίνεσαι διδάσκαλος, ὡσάν νά εἶχες ἀναβῆ μέχρι τόν τέταρτον οὐρανόν καί εἰς ἄλλον Παράδεισον, ὡσάν νά εἶχες ἀκούσει πιό ἀπόρρητα πράγματα, καί νά εἶχες ὁδηγήσει εἰς τό Εὐαγγέλιον μεγαλύτερον ἀριθμόν ἀνθρώπων.

Ἀλλά αὐτά δέν γίνονται μετά τό βάπτισμα, λέγει κάποιος. Ποία εἶναι ἡ ἀπόδειξις διά τοῦτο; Ἤ παρουσίαζε ἀποδείξεις, ἤ μήν κατακρίνῃς. Ἐάν δέ τό πρᾶγμα εἶναι ἀμφίβολον, ἄς ὑπερισχύῃ ἡ ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπον. Ἀλλά ὁ Νοβᾶτος, λέγει, δέν ἐδέχθη ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχαν πέσει κατά τήν διάρκειαν τοῦ διωγμοῦ. Καί τί εἶναι αὐτό; Ἐάν μέν δέν εἶχαν μετανοήσει, τότε εἶχε δίκαιον, διότι οὔτε ἐγώ δέχομαι ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δέν μετανοοῦν, ἤ δέν μετανοοῦν ὅσο πρέπει, καί δέν παρουσιάζουν ὡς ἀντάλλαγμα διά τό κακόν τήν διόρθωσιν, καί ὅταν τούς δεχθῶ, τούς τοποθετῶ εἰς τήν ἀνάλογον θέσιν. Ἄν ὅμως δέν δέχεται ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν λυώσει ἀπό τά δάκρυα, δέν θά τόν μιμηθῶ. Καί διατί θά πρέπει νά ἀποτελέσῃ νόμον δι᾿ ἐμέ ἡ μισανθρωπία τοῦ Νοβάτου, ὁ ὁποῖος τήν μέν πλεονεξίαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ δευτέραν εἰδωλολατρίαν (Ἐφ. 5, 5), δέν τήν κατεδίκασε, ἐνῶ κατεδίκασε τόσον σκληρά τήν πορνεία, ὡσάν νά ἦτο ἄσαρκος καί ἀσώματος; Τί λέγετε; Σᾶς πείθομεν μέ τούς λόγους αὐτούς; Ἐμπρός, ἐλᾶτε μαζί μέ μᾶς, τούς ἀνθρώπους! Ἄς δοξολογήσωμεν μαζί τόν Κύριον. Ἄς μήν τολμήσῃ κανείς ἀπό σᾶς νά εἴπῃ, ἔστω καί ἄν ἔχῃ πολύ μεγάλην ἐμπιστοσύνην εἰς τόν ἑαυτόν του• «μή μέ ἀγγίσῃς διότι εἶμαι καθαρός» (Ἠσ. 65, 5), ἤ «καί ποῖος εἶναι ὅπως εἶμαι ἐγώ; ». Δῶστε καί σέ μᾶς ἀπό τήν λαμπρότητά σας. Ἀλλά δέν σᾶς πείθομεν; Τότε θά κλάψωμεν πρός χάριν σας. Αὐτοί μέν λοιπόν, ἄν μέν θέλουν, ἄς ἀκολουθήσουν τόν δρόμον μας καί τόν δρόμον τοῦ Χριστοῦ, ἄν δέ δέν θέλουν, τότε ἄς ἀκολουθήσουν τόν δρόμον των. Ἴσως εἰς ἐκεῖνον νά βαπτισθοῦν ἀπό τήν φωτίαν, τό τελευταῖον βάπτισμα καί τό πιό ἐπίπονον καί πιό μακροχρόνιον, τό ὁποῖον κατακαίει τήν ὕλην, ὡσάν χόρτον, καί ἐξαφανίζει τήν ματαιοδοξίαν κάθε κακίας.

Ἐμεῖς δέ ἄς τιμήσωμεν σήμερα τό βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ καί ἄς τό ἑορτάσωμεν σωστά μέ τό νά εὐφραινώμεθα πνευματικά καί ὄχι νά περιποιούμεθα τήν κοιλίαν μας. Θά εὐφρανθοῦμεν δέ μέ ποῖον τρόπον; «Λουσθῆτε διά νά καθαρισθῆτε» (Ἠσ. 1, 16). Ἄν μέν εἶσθε κόκκινοι ἀπό τήν ἁμαρτίαν καί ὀλιγώτερον κόκκινοι ἀπό τό αἷμα, τότε νά γίνετε λευκοί ὅπως τό χιόνι. Ἄν δέ εἶσθε κόκκινοι καί ἄνθρωποι γεμᾶτοι ἀπό αἵματα, τότε ἄς φθάσετε ἔστω καί τήν λευκότητα τοῦ μαλλιοῦ. Πάντως καθαρισθῆτε καί φροντίζετε νά καθαρίζεσθε, ἐπειδή μέ τίποτε ἄλλο δέν χαίρεται τόσον πολύ ὁ Θεός, ὅσο μέ τήν διόρθωσιν καί τήν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου, χάριν τοῦ ὁποίου ἔχουν λεχθῆ τά πάντα καί ἔχουν δοθῆ ὅλα τά μυστήρια, διά νά γίνετε φωτεινά ἀστέρια διά τόν κόσμον (Φιλιπ. 2, 15) καί δύναμις ζωτική διά τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Διά νά παρουσιασθῆτε ὡσάν τέλεια φῶτα εἰς τό μεγάλο φῶς, καί νά μυηθῆτε εἰς τήν φωταγωγίαν ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό ἐκεῖ, παίρνοντες φῶς καθαρώτερον καί δυνατότερον ἀπό τήν Τριάδα, τῆς ὁποίας σήμερα ἔχετε ὑποδεχθῆ τήν μίαν αὐγήν ἀπό τήν Θεότητα, εἰς τό πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας, εἰς τόν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ ἐξουσία εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Κυριακὴ Πρὸ τῶν Φώτων, 4 Ἰανουαρίου 2026,

(Αριθμ. 61, 1)

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

Α. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα προέρχεται από τη δεύτερη Επιστολή Προς Τιμόθεον. Η Επιστολή Β´ Προς Τιμόθεον είναι χρονικά η τελευταία Επιστολή του Αποστόλου Παύλου και γράφτηκε από τη φυλακή του στη Ρώμη εν αναμονή της εκτελέσεώς του: «ἐν ᾧ κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος». Η σημερινή περικοπή είναι μέρος των παραινέσεων του Αποστόλου Παύλου προς τον Τιμόθεο, ο οποίος υπήρξε από τους πλέον έμπιστους μαθητές του Απόστολου Παύλου, από τα Λύστρα της Λυκαονίας με μητέρα Ιουδαία χριστιανή και πατέρα Έλληνα. Μολονότι ήταν ασθενικός ανέλαβε αποστολές στη διάρκεια των περιοδιών του Αποστόλου Παύλου σχεδόν σε όλες τις Ελληνικές πόλεις, ενώ έδρασε ως επίσκοπος της Εφέσου, που σήμερα είναι μία από τις Γεροντικές Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Φαίνεται ότι ο Τιμόθεος βρέθηκε στη Ρώμη κοντά στο φυλακισμένο Παύλο και μετά το μαρτύριό του επέστρεψε στην Έφεσο, όπου μαρτύρησε και ο ίδιος από τους ειδωλολάτρεις που είχαν κέντρο τους το ναό, «καταγώγιον», της θεάς Αρτέμιδος. Λόγω της διπλής καταγωγής του ο Απόστολος Τιμόθεος φαίνεται ότι εκινείτο με άνεση ανάμεσα στους δύο κόσμους, εθνικό και ιουδαϊκό, και οι παραινέσεις του Αποστόλου Παύλου προς αυτόν φέρουν τον εκφραστικό- παραδειγματικό τρόπο των δύο κόσμων σε αντιστοίχιση με το κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον της Εφέσου και του Ελληνορωμαϊκού κόσμου της Μεσογείου, όπου αναδύθηκαν οι πρώτες Αποστολικές κοινότητες. Πάντως κέντρο των παραινέσεων είναι ο Ιησούς Χριστός κατά τις επαγγελίες, όμως, των Προφητών («ἐκ σπέρματος Δαυίδ») και, βέβαια, ο καινούργιος κόσμος των πιστών της χάριτος και της σωτηρίας εν Χριστώ Αναστάντι, που συνιστά το Ευαγγέλιο, το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου. Αυτό το τελευταίο απόσπασμα έχει ένα οραματικό χαρακτήρα, καθώς ο Απόστολος Παύλος αναμένει την εκτέλεσή του ζώντας μία συγκινησιακά μεθόρια κατάσταση προς την έσχατη κρίση, που καταυγάζεται, όμως, από το ευαγγελικό του έργο και τη φωτοείδεια της «ἐπιφάνειας» του Χριστού, κάτι σαν το όραμα της κλήσης του καθοδόν προς Δαμασκό.

Β. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι η αρχή του Ευαγγελίου του Ευαγγελιστή Μάρκου. Ο Ευαγγελιστής Μάρκος κατονομάζεται στις Επιστολές του Απόστολου Παύλου και φαίνεται πως κήρυξε στη Ρώμη και στην Αίγυπτο, είναι μάλιστα ο πολιούχος του αποστολικού θρόνου της Αλεξανδρείας και ο προστάτης του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, έχων ως σύμβολο, κατ᾽ αναγωγή προς το όραμα του Προφήτη Ιεζεκιήλ, το λιοντάρι. Το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο είναι το Ευαγγέλιο των εθνών και, μολονότι το αρχαιότερο όλων, διαβάζεται στον ενιαύσιο κύκλο μετά το Κατά Λουκάν, αρχής γενομένης την εβδομάδα προ των Φώτων, μία περίοδο που η Εκκλησία προετοίμαζε τους κατηχούμενους για το βάπτισμά τους.

2. Ένα είναι το θέμα του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, ήτοι η παραβολή μεταξύ του βαπτίσματος του Ιωάννη του βαπτιστή στον Ιορδάνη, το οποίο αφορούσε στη μετάνοια του Ισραήλ και του βαπτίσματος των χριστιανών ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, που αφορά σε όλα τα έθνη, σε όλο τον κόσμο. Μάλιστα, η μικρή αυτή εισαγωγική τοποθέτηση του Ευαγγελιστή Μάρκου μάς θυμίζει το διάλογο του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα περί της «ἐν Πνεύματι» λατρείας πέραν της Ιουδαίας, όπως και στο παρόν Ανάγνωσμα πέραν του Ιορδάνη. Και είναι χαρακτηριστικό ένα απόσπασμα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου από το Λόγο του 40, Εἰς τὸ ἅγιον βάπτισμα, όπου απορρίπτει την προσωποληψία για την τέλεση του βαπτίσματος και κατ᾽ ακολουθίαν και τη μετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας με τρόπο «οπαδικό», όπως έκαναν οι αιρετικοί και κάνουν οι καταχραστές των κοινών αγαθών της Εκκλησίας διαχρονικά, που είναι και πολύ «πνευματικοί»«Μὴ εἴπης· Ἐπίσκοπος βαπτισάτω με, καὶ οὗτος μητροπολίτης, ἢ Ἱεροσολυμίτης (οὐ γὰρ τόπων ἡ χάρις, ἀλλὰ τοῦ Πνεύματος), καὶ οὗτος τῶν εὖ γεγονότων. Δεινὸν γάρ, εἰ τῷ βαπτιστῇ τὸ εὐγενές μου καθυβρισθήσεται· ἢ πρεσβύτερος μέν, ἀλλὰ καὶ οὗτος τῶν ἀγάμων, καὶ οὗτος τῶν ἐγκρατῶν καὶ ἀγγελικῶν τὴν πολιτείαν· δεινὸν γάρ, εἰ ἐν καιρῷ καθάρσεως ῥυπωθήσομαι. Μὴ ζήτει ἀξιοπιστίαν τοῦ κηρύσσοντος, μηδὲ τοῦ βαπτίζοντος. Ἄλλος ὁ τούτων κριτής, καὶ τῶν ἀφανεστέρων δοκιμαστής· ἐπειδή, ἄνθρωπος μὲν εἰς πρόσωπον, Θεὸς δὲ εἰς καρδίαν. Σοὶ δὲ πᾶς ἀξιόπιστος εἰς τὴν κάθαρσιν· μόνον ἔστω τις τῶν ἐγκρίτων, καὶ μὴ τῶν προδήλως κατεγνωσμένων, μηδὲ τῆς Ἐκκλησίας ἀλλότριος».

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Β´ Τιμ. δ´, 5-8: «5 σὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσι, κακοπάθησον, ἔργον ποίησον εὐαγγελιστοῦ, τὴν διακονίαν σου πληροφόρησον. 6 ἐγὼ γὰρ ἤδη σπένδομαι, καὶ ὁ καιρὸς τῆς ἐμῆς ἀναλύσεως ἐφέστηκε. 7 τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· 8 λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος κριτής, οὐ μόνον δὲ ἐμοί, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ».

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Μαρκ. α´, 1-8: «Ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. 2 ῾Ως γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις, ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου· 3 φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ, 4 ἐγένετο ᾿Ιωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. 5 καὶ ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν πᾶσα ἡ ᾿Ιουδαία χώρα καὶ οἱ ῾Ιεροσολυμῖται, καὶ ἐβαπτίζοντο πάντες ἐν τῷ ᾿Ιορδάνῃ ποταμῷ ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν. 6 ἦν δὲ ὁ ᾿Ιωάννης ἐνδεδυμένος τρίχας καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, καὶ ἐσθίων ἀκρίδας καὶ μέλι ἄγριον. 7 καὶ ἐκήρυσσε λέγων· ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ.8 ἐγὼ μὲν ἐβάπτισα ὑμᾶς ἐν ὕδατι, αὐτὸς δὲ βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ».

ΠΗΓΗ.https://ellenophonia.blogspot.com/?m=0

Υμνογραφική προσέγγιση της Θεολογίας της Περιτομής του Χριστού

Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

(Απόσπασμα σχετικής εργασίας)

 Στιχηρά Μεγάλου Εσπερινού της εορτής 
1Συγκαταβαίνων ὁ Σωτήρ, τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων, κατεδέξατο σπαργάνων περιβολήν, οὐκ ἐβδελύξατο σαρκὸς τὴν περιτομήν, ὁ ὀκταήμερος κατὰ τὴν Μητέρα, ὁ ἄναρχος κατὰ τὸν Πατέρα. Αὐτῷ πιστοὶ βοήσωμεν. Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶςΜε συγκατάβαση ο Σωτήρας,
προς το ανθρώπινο γένος,
δέχθηκε να τυλιχθεί με σπάργανα·
δεν αποστράφηκε την περιτομή της σάρκας,
Αυτός που είναι οκτώ ημερών κατά τη Μητέρα,
αλλά άναρχος κατά τον Πατέρα. Σ’ Αυτόν ας αναφωνήσουμε με πίστη:
Εσύ είσαι ο Θεός μας· ελέησέ μας.  
2Οὐκ ἐπῃσχύνθη ὁ πανάγαθος Θεός, τῆς σαρκὸς τὴν περιτομὴν ἀποτμηθῆναι, ἀλλ’ ἔδωκεν ἑαυτόν, τύπον καὶ ὑπογραμμόν, πᾶσι πρὸς σωτηρίαν• ὁ γὰρ τοῦ Νόμου Ποιητής, τά τοῦ Νόμου ἐκπληροῖ, καὶ τῶν προφητῶν τὰ κηρυχθέντα περὶ αὐτοῦ, ὁ πάντα περιέχων δρακί, καὶ ἐν σπαργάνοις εἱληθείς, Κύριε δόξα σοι.Δεν ντράπηκε ο Πανάγαθος Θεός
να υποστεί την περιτομή της σάρκας,
αλλά πρόσφερε τον εαυτό Του
ως τύπο και υπόδειγμα
για τη σωτηρία όλων. Διότι ο Δημιουργός του Νόμου εκπληρώνει τον Νόμο
και όσα οι Προφήτες κήρυξαν γι’ Αυτόν·
Αυτός που κρατά τα πάντα στο χέρι Του,
κι όμως τυλίχθηκε με σπάργανα. Κύριε, δόξα σε Σένα.  

Θεολογικός σχολιασμός

Τα τροπάρια της Περιτομής του Κυρίου αποκαλύπτουν με υποδειγματικό τρόπο το μυστήριο της θείας συγκαταβάσεως και της σωτηριολογικής οικονομίας του Θεού Λόγου. Ο Χριστός παρουσιάζεται όχι απλώς ως βρέφος που υπακούει σε έναν εξωτερικό νόμο, αλλά ως ο άναρχος και αιώνιος Θεός, ο οποίος ελεύθερα εισέρχεται στον χρόνο και αποδέχεται τις προϋποθέσεις της ανθρώπινης υπάρξεως για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.

Η υμνολογία τονίζει εξαρχής ότι η ενανθρώπηση δεν είναι φαινομενική, αλλά απολύτως πραγματική. Ο Σωτήρας «κατεδέξατο σπαργάνων περιβολήν» και «οὐκ ἐβδελύξατο σαρκὸς τὴν περιτομήν». Με αυτές τις εκφράσεις η Εκκλησία ομολογεί ότι ο Λόγος προσλαμβάνει όχι μόνο την ανθρώπινη φύση γενικώς, αλλά και τη συγκεκριμένη ιστορική της μορφή: τη γέννηση, τη βρεφική ηλικία, την ένταξη στον Ιουδαϊκό Νόμο. Η περιτομή, ως σωματική πράξη, βεβαιώνει ότι ο Χριστός δεν αποφεύγει τίποτε από όσα ανήκουν στη φθαρτή ανθρώπινη κατάσταση, χωρίς όμως να μολύνεται από την αμαρτία.

Κομβικό σημείο των τροπαρίων αποτελεί η χριστολογική αντιπαράθεση: «ὁ ὀκταήμερος κατὰ τὴν Μητέρα, ὁ ἄναρχος κατὰ τὸν Πατέρα». Σε μία φράση συμπυκνώνεται η πίστη της Εκκλησίας στον έναν Χριστό με δύο φύσεις. Ο ίδιος που μετρά ημέρες σύμφωνα με την ανθρώπινη γέννησή Του, είναι ταυτόχρονα Αυτός που δεν έχει αρχή ως προς τη θεία Του γέννηση. Η περιτομή δεν αφορά έναν «απλό άνθρωπο», αλλά την ίδια τη θεία Υπόσταση του Λόγου, ο οποίος ενεργεί μέσα από την ανθρώπινη φύση που προσέλαβε.

Ιδιαίτερη θεολογική βαρύτητα έχει η φράση ότι ο Χριστός δίδει τον εαυτό Του «τύπον καὶ ὑπογραμμόν πᾶσι πρὸς σωτηρίαν». Η περιτομή δεν είναι αναγκαία για τον Χριστό, αλλά γίνεται για χάρη μας. Λειτουργεί ως τύπος της πνευματικής περιτομής, δηλαδή της αποκοπής της αμαρτίας, η οποία θα πραγματοποιηθεί εν Χριστώ διά του Βαπτίσματος και της εν Χριστώ ζωής. Έτσι, το γεγονός εντάσσεται οργανικά στη μυστηριακή και ασκητική ζωή της Εκκλησίας.

Καίρια είναι επίσης η δήλωση ότι «ὁ τοῦ Νόμου Ποιητής τὰ τοῦ Νόμου ἐκπληροῖ». Ο Χριστός δεν καταργεί τον Νόμο αυθαίρετα, αλλά τον εκπληρώνει εκ των έσω. Ως Δημιουργός και Νομοθέτης, υποτάσσεται εθελουσίως στις διατάξεις Του, αποκαλύπτοντας ότι ο Νόμος δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά παιδαγωγός που οδηγεί στη χάρη. Η υπακοή Του δεν είναι νομική αναγκαιότητα, αλλά σωτηριολογική πράξη αγάπης.

Τα τροπάρια κορυφώνονται στο μεγάλο παράδοξο της θείας οικονομίας: «ὁ πάντα περιέχων δρακί, καὶ ἐν σπαργάνοις εἱληθείς». Ο Θεός που συγκρατεί την κτίση γίνεται βρέφος, ο Άπειρος περιορίζεται, χωρίς να παύει να είναι Άπειρος. Η περιτομή, όπως και τα σπάργανα, δεν μειώνουν τη θεότητα του Χριστού, αλλά φανερώνουν τη δύναμη της θείας αγάπης που καταδέχεται να κατέλθει μέχρι τα έσχατα της ανθρώπινης κατάστασης.

Τελικά, τα τροπάρια δεν μας καλούν απλώς να θαυμάσουμε ένα ιστορικό γεγονός, αλλά να ομολογήσουμε με πίστη: «Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν». Η Περιτομή του Κυρίου γίνεται αφορμή δοξολογίας, διότι μέσα από αυτήν αποκαλύπτεται ότι η σωτηρία δεν επιτυγχάνεται με εξωτερική τήρηση νόμων, αλλά με τη θεανθρώπινη κοινωνία που εγκαινιάζει ο ενανθρωπήσας Λόγος, οδηγώντας τον άνθρωπο από τη σάρκα στη χάρη και από τον τύπο στην αλήθεια.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΕΟΡΤΉΣΑπόδοση στην νέα Ελληνική γλώσσα
Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες, Θεὸς ὢν κατ’ οὐσίαν, πολυεύσπλαγχνε Κύριε• καὶ Νόμον ἐκπληρῶν, περιτομήν, θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν, ὅπως παύσῃς τὰ σκιώδη, καὶ περιέλῃς τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν ἡμῶν. Δόξα τῇ ἀγαθότητι τῇ σῇ, δόξᾳ τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου, δόξα τῇ ἀνεκφράστῳ Λόγε συγκαταβάσει σου.Έλαβες χωρίς καμιά αλλοίωση την ανθρώπινη μορφή,
ενώ παραμένεις Θεός κατά την ουσία,
Κύριε πολυεύσπλαγχνε·
και εκπληρώνοντας τον Νόμο,
δέχθηκες εκούσια
την περιτομή της σάρκας,
για να καταργήσεις ό,τι ήταν σκιά και προτύπωση
και να αφαιρέσεις το κάλυμμα των παθών μας. Δόξα στην αγαθότητά Σου,
δόξα στην άπειρη ευσπλαχνία Σου,
δόξα στην ανέκφραστη συγκατάβασή Σου,
Λόγε του Θεού.  

Θεολογικός σχολιασμός

Το τροπάριο αυτό αποτελεί πυκνή και υψηλής ακρίβειας ομολογία της ορθόδοξης χριστολογίας και σωτηριολογίας, ενταγμένη στο μυστήριο της Περιτομής του Κυρίου. Ο ύμνος ξεκινά με τη θεμελιώδη παραδοχή ότι ο Χριστός, «Θεὸς ὢν κατ’ οὐσίαν», προσλαμβάνει «μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην». Η φράση αυτή αποκλείει κάθε δοκητισμό ή μεταβολή της θείας φύσεως: η ενανθρώπηση δεν αλλοιώνει τη θεότητα, ούτε απορροφά την ανθρωπότητα, αλλά φανερώνει την αληθινή ένωση των δύο φύσεων «ἀσυγχύτως καὶ ἀτρέπτως», σύμφωνα με την πίστη της Εκκλησίας.

Η πρόσληψη της ανθρώπινης μορφής δεν παρουσιάζεται ως αφηρημένη θεολογική πράξη, αλλά ως έκφραση της άπειρης ευσπλαχνίας του Θεού. Ο Χριστός ονομάζεται «πολυεύσπλαγχνος Κύριος», διότι η ενανθρώπηση και όσα τη συνοδεύουν —όπως η περιτομή— δεν επιβάλλονται από ανάγκη, αλλά πηγάζουν από την αγαθότητα και την αγάπη Του προς τον άνθρωπο. Η σωτηρία δεν έχει νομικό ή μηχανικό χαρακτήρα· είναι καρπός θείας συγκαταβάσεως.

Η περιτομή ερμηνεύεται καθαρά ως εκούσια πράξη υπακοής: «θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν». Ο Χριστός εκπληρώνει τον Νόμο όχι ως υποκείμενος σε αυτόν, αλλά ως ο ίδιος ο Νομοθέτης. Η υπακοή Του δεν είναι εξωτερική συμμόρφωση, αλλά εσωτερική αποκάλυψη του αληθινού σκοπού του Νόμου, ο οποίος οδηγεί από το γράμμα στο Πνεύμα και από τον τύπο στην αλήθεια.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η σωτηριολογική ερμηνεία της περιτομής: ο Χριστός την αποδέχεται «ὅπως παύσῃς τὰ σκιώδη, καὶ περιέλῃς τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν ἡμῶν». Εδώ ο ύμνος συνδέει άμεσα την πράξη της περιτομής με την κατάργηση της παλαιάς οικονομίας των σκιών. Οι τυπικές και προεικονιστικές διατάξεις του Νόμου βρίσκουν το τέλος και την πλήρωσή τους στο πρόσωπο του Χριστού. Παράλληλα, η «περιτομή» λαμβάνει πνευματική διάσταση: γίνεται εικόνα της αποκοπής των παθών, της αφαίρεσης του καλύμματος που σκοτίζει τον άνθρωπο και τον εμποδίζει να κοινωνήσει της θείας ζωής.

Έτσι, η περιτομή του Χριστού δεν αφορά μόνο το παρελθόν της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά ανοίγει τον δρόμο για την ανακαίνιση του ανθρώπου. Προαναγγέλλει τη νέα, πνευματική περιτομή της καρδιάς, που θα πραγματωθεί εν Χριστώ διά του Βαπτίσματος και της ασκητικής ζωής της Εκκλησίας.

Το τροπάριο ολοκληρώνεται με τριπλή δοξολογία, η οποία δεν διαχωρίζει τις ενέργειες του Θεού, αλλά τις ενώνει: δοξάζεται η αγαθότητα, η ευσπλαχνία και η «ἀνεκφράστος συγκατάβασις» του Λόγου. Η συγκατάβαση δεν είναι απλώς μία πράξη μεταξύ άλλων, αλλά το ίδιο το κλειδί της θείας οικονομίας. Ο Λόγος κατέρχεται για να ανυψώσει τον άνθρωπο, προσλαμβάνει τη σάρκα για να τη θεραπεύσει και εισέρχεται στον Νόμο για να τον μεταμορφώσει σε οδό χάριτος και ζωής.

Έτσι, το τροπάριο οδηγεί τον πιστό όχι μόνο σε δογματική ομολογία, αλλά και σε δοξολογική στάση: μπροστά στο μυστήριο της θεανθρώπινης συγκαταβάσεως, η μόνη αρμόζουσα απάντηση είναι η ευχαριστία και η δόξα προς τον φιλάνθρωπο Θεό.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΑ ΤΟΥ ΟΡΘΡΟΥ

 ΩΔΗ Α 
1Ἡ Ὀγδόας, φέρουσα τύπον τοῦ μέλλοντος, τῇ σῇ Χριστὲ λαμπρύνεται, καὶ ἁγιάζεται, ἑκουσίῳ πτωχείᾳ· ἐν ταύτῃ γὰρ νομίμως, περιετμήθης σαρκί.  Η Όγδοη ημέρα, που φέρει τον τύπο των μελλόντων,
λαμπρύνεται και αγιάζεται από Εσένα, Χριστέ,
με την εκούσια πτωχεία Σου·
γιατί σ’ αυτήν, σύμφωνα με τον Νόμο,
περιτμήθηκες κατά τη σάρκα.
2Περιτομήν, δέχεται τῇ ὀγδοάδι Χριστός, τῆς ἑαυτοῦ γεννήσεως• καὶ ταύτης σήμερον, τὴν σκιὰν καταστέλλει, τὸ φῶς ἑξανατέλλων, τῆς νέας χάριτος.  Ο Χριστός δέχεται την περιτομή
την όγδοη ημέρα από τη γέννησή Του,
και σήμερα μ’ αυτήν
καταργεί τη σκιά,
ανατέλλοντας το φως
της νέας χάρης.

Θεολογικός σχολιασμός

Τα τροπάρια αυτά εστιάζουν στο μυστήριο της Ὀγδόας ἡμέρας ως καίριο θεολογικό σύμβολο, μέσα στο οποίο εντάσσεται η Περιτομή του Κυρίου και αποκαλύπτεται η μετάβαση από την Παλαιά στη Νέα Κτίση. Η Ὀγδόα δεν παρουσιάζεται απλώς ως χρονολογική στιγμή μετά την επταήμερη τάξη της κτίσεως, αλλά ως τύπος τοῦ μέλλοντος, δηλαδή ως προεικόνιση της εσχατολογικής πραγματικότητας, της Βασιλείας του Θεού και της νέας ζωής που υπερβαίνει τον παρόντα αιώνα.

Η Ὀγδόα «λαμπρύνεται καὶ ἁγιάζεται» από τον ίδιο τον Χριστό, όχι με κοσμική δόξα, αλλά με την «ἑκούσιον πτωχείαν» Του. Η εκούσια αυτή πτωχεία δεν περιορίζεται στη γέννηση εν σπηλαίῳ, αλλά συνεχίζεται και στην αποδοχή της περιτομής. Ο Χριστός, ενώ είναι ο πλούσιος της χάριτος και της ζωής, εισέρχεται ελεύθερα στην ανθρώπινη αδυναμία και ταπείνωση, ώστε να μεταβάλει την πτωχεία σε χώρο αγιασμού. Έτσι, η Ὀγδόα ημέρα καθαγιάζεται όχι απλώς ως εορταστικός χρόνος, αλλά ως φορέας σωτηριολογικού περιεχομένου.

Η φράση «ἐν ταύτῃ γὰρ νομίμως, περιετμήθης σαρκί» υπογραμμίζει την πραγματικότητα της ενανθρωπήσεως και την ελεύθερη υπακοή του Χριστού στον Νόμο. Η περιτομή τελείται «νομίμως», όχι διότι ο Χριστός δεσμεύεται από τον Νόμο, αλλά διότι ο ίδιος ο Νομοθέτης επιλέγει να εισέλθει στο ιστορικό και σωτηριολογικό πλαίσιο του Ισραήλ. Με τον τρόπο αυτό ο Νόμος δεν καταργείται βίαια, αλλά οδηγείται στην εκπλήρωσή του.

Στο δεύτερο τροπάριο γίνεται σαφής η δυναμική της υπερβάσεως: ο Χριστός «δέχεται περιτομήν τῇ ὀγδοάδι τῆς ἑαυτοῦ γεννήσεως», όμως ακριβώς με αυτήν την πράξη «τὴν σκιὰν καταστέλλει». Η περιτομή, ως σκιά και τύπος της Παλαιάς Διαθήκης, φθάνει στο τέλος της, διότι εμφανίζεται το φως της αλήθειας. Ο Χριστός δεν απλώς τηρεί έναν τυπικό θεσμό, αλλά τον μεταμορφώνει εκ των έσω και τον υπερβαίνει, εγκαινιάζοντας τη νέα οικονομία της χάριτος.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η εικόνα του φωτός: «τὸ φῶς ἑξανατέλλων, τῆς νέας χάριτος». Η Περιτομή, ενώ φαίνεται ως πράξη που ανήκει στο παλαιό, γίνεται το ίδιο το σημείο της ανατολής του νέου. Το φως της χάριτος δεν έρχεται σε αντίθεση με την ιστορία, αλλά ανατέλλει μέσα από αυτήν. Έτσι, η Ὀγδόη ημέρα γίνεται σύμβολο της νέας κτίσεως, της ζωής εν Χριστώ, που θα φανερωθεί πλήρως στην Ανάσταση —η οποία επίσης τελείται «μετὰ τὸ σάββατον», ως εσχατολογική Ὀγδόη.

Συνολικά, τα τροπάρια παρουσιάζουν την Περιτομή του Κυρίου όχι ως απλό γεγονός της παιδικής Του ηλικίας, αλλά ως θεολογικό πέρασμα: από τη σκιά στο φως, από τον Νόμο στη χάρη, από την παλαιά κτίση στη νέα. Η Ὀγδόη ημέρα γίνεται έτσι εορτή ελπίδας και προοπτικής, προαναγγέλλοντας την ανακαίνιση του ανθρώπου και την είσοδό του στην άκτιστη ζωή του Θεού διά του ενανθρωπήσαντος Λόγου.

 ΩΔΗ Β 
1Ὁ Λόγος σαρκωθεὶς ὁ ὑπερούσιος, εἰς λῆξιν τοῦ Νόμου περιετμήθη, ἀπαρχὰς δὲ θείας χάριτος, καὶ ζωῆς ἀκηράτου ἡμῖν δέδωκε.  Ο Λόγος που έγινε σάρκα, ο Υπέρτατος (ὁ ὑπερούσιος), περιτμήθηκε σύμφωνα με τον Νόμο, ως λήξη του Νόμου, αποτελώντας ταυτόχρονα την απαρχή της θείας χάριτος, και μας έδωσε ζωή άσπιλη και αμόλυντη.
2Τοῦ Νόμου πληρωτὴς ὡς οὐκ ἀντίθεος, ὑπάρχων Χριστὸς σεσαρκωμένος, ἀνεδείχθη καὶ ἠξίωσεν, ἑκών περιτμηθῆναι ὀκταήμερος.  Ο Χριστός, ως εκπλήρωση του Νόμου και μη αντίθετος προς αυτόν, έγινε άνθρωπος, εμφανίστηκε και αξιώθηκε να περιτεμηθεί εκούσια, οκτώ ημέρες μετά τη γέννησή Του.

Θεολογικός σχολιασμός

Ο Λόγος, ο Υπέρτατος και αληθινός Θεός, σαρκωθείς για την σωτηρία του κόσμου, υπάκουσε πλήρως στο Νόμο, περιτμηθείς ως οκταήμερος, όχι ως αντίθετος, αλλά ως πληρωτής και εκπληρωτής του Μωσαϊκού Νόμου. Με την περιτομή Του, ο Χριστός δεν μόνο σφραγίζει το τέλος του Νόμου, αλλά θεσπίζει και την απαρχή της θείας χάριτος· από Αυτόν πηγάζει η ζωή , αμόλυντη και αιώνια, που καθιστά τον άνθρωπο κοινωνό της θεότητας. Η εκούσια υπακοή Του στις εντολές του Νόμου υποδηλώνει την ταπείνωση της θείας Ενανθρωπήσεως και τη συμφωνία της σάρκας με το θείο σχέδιο της σωτηρίας. Η οκτάημερη περιτομή Του γίνεται σύμβολο της ενότητας του Χριστού με τον εκλεκτό λαό και προτύπωση της καθαρτικής δύναμης της Χάριτος, η οποία υπερβαίνει τα όρια του Νόμου και εισάγει τους πιστούς στη ζωή της θείας οικονομίας. Έτσι, η σάρκα του Υιού ενσαρκώνει την αληθινή ζωή, και η θεία Χάρη γίνεται απαρχή της αιωνίου κλήσεως, ενώ ο Νόμος, με την πληρότητα που προσφέρει ο Χριστός, μεταμορφώνεται από κανόνα υποχρεώσεως σε μέσον σωτηρίας και θείας κοινωνίας.

Η πνευματική προσωπογραφία του Μεγάλου Βασιλείου

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου


Εισαγωγή

Ο Μέγας Βασίλειος δεν ανήκει απλώς στο ένδοξο παρελθόν της Εκκλησίας, αλλά παραμένει ζωντανός συνοδοιπόρος και διδάσκαλος κάθε πιστού. Η ζωή, ο λόγος και το έργο του συνθέτουν μια πνευματική μορφή που φωτίζει διαχρονικά τον δρόμο της πίστης, της αρετής και της αγάπης. Η Εκκλησία, μέσα από την υμνολογία και την παράδοσή της, δεν τον τιμά μόνο με λόγια, αλλά τον προβάλλει ως πρότυπο ζωής.

Οι χαρακτηρισμοί που του αποδίδονται δεν είναι απλοί τίτλοι τιμής. Είναι παράθυρα που μας επιτρέπουν να εισέλθουμε στο βάθος της ψυχής του Αγίου και να κατανοήσουμε πώς η θεολογία γίνεται προσευχή, η γνώση γίνεται ταπείνωση και η πίστη γίνεται έμπρακτη αγάπη.


Α. Ο Μέγας Βασίλειος ως Θεολόγος της Εκκλησίας

Ουρανοφάντωρ – Βάσις τν Δογμάτων

Η Εκκλησία ονομάζει τον Μέγα Βασίλειο Ουρανοφάντορα, διότι μέσα από τον λόγο και τη ζωή του άνοιξε στους ανθρώπους το μυστήριο του ουρανού. Δεν μίλησε για τον Θεό θεωρητικά, αλλά ως άνθρωπος που Τον γνώρισε μέσα στην προσευχή και τη λειτουργική ζωή.

Ως Βάσις τν Δογμάτων, ο Άγιος έδωσε σταθερό έδαφος στην πίστη της Εκκλησίας. Με διάκριση και φωτισμό, προσδιόρισε τη γλώσσα με την οποία ομολογούμε τον Τριαδικό Θεό. Χάρη στη διδασκαλία του για την «μία ουσία και τις τρεις υποστάσεις», η Εκκλησία μπόρεσε να ομολογήσει καθαρά την αλήθεια της πίστης της και να διαφυλαχθεί από πλάνες.

Ιδιαίτερα με το έργο του «Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ο Μέγας Βασίλειος υπερασπίστηκε τη θεότητα του Παρακλήτου. Για τον ίδιο, η ορθή πίστη δεν ήταν αντικείμενο διαλόγου ή συμβιβασμού, αλλά ζήτημα σωτηρίας.

Σάλπιγξ τς Θεολογίας – Μύστης τς Τριάδος

Ο λόγος του Αγίου υπήρξε σάλπιγγα θεολογίας. Ήχησε δυνατά σε εποχές σύγχυσης, όχι για να διχάσει, αλλά για να αφυπνίσει. Κάλεσε τον λαό του Θεού σε μετάνοια, σε ενότητα και σε αλήθεια.

Ταυτόχρονα, ο Μέγας Βασίλειος υπήρξε Μύστης τς Τριάδος. Δεν περιορίστηκε σε λογικά σχήματα, αλλά βίωσε το μυστήριο του Θεού μέσα στην καθαρότητα της καρδιάς. Μας διδάσκει ότι η αληθινή θεογνωσία γεννιέται όταν ο άνθρωπος ζει εντός της Εκκλησίας και κοινωνεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

σοπτρον το Πνεύματος – Θεορρήμων

Η ασκητική ζωή του Αγίου κατέστησε την ψυχή του έσοπτρον το Πνεύματος. Μέσα από την εγκράτεια και την ταπείνωση, έγινε καθαρός καθρέφτης της θείας χάριτος. Όποιος τον πλησίαζε, δεν έβλεπε απλώς έναν λόγιο επίσκοπο, αλλά έναν άνθρωπο φωτισμένο από τον Θεό.

Ως Θεορρήμων, ο λόγος του δεν ήταν ανθρώπινο κατασκεύασμα, αλλά θεόπνευστος. Η ρητορική του παιδεία δεν επισκίασε ποτέ το Ευαγγέλιο· αντιθέτως, το υπηρέτησε, μετατρέποντας τον λόγο του σε πνευματική τροφή για τον λαό.

Καθαιρέτης των Αιρέσεων

Ο Μέγας Βασίλειος στάθηκε αμετακίνητος απέναντι στην πλάνη. Σε καιρούς όπου η πίστη απειλούνταν και η αλήθεια αλλοιωνόταν από πολιτικές πιέσεις, εκείνος προτίμησε να υποφέρει παρά να σιωπήσει. Έτσι έγινε Καθαιρέτης τν Αρέσεων και φύλακας της Ορθοδοξίας.


Β. Παιδεία, Σοφία και Αρετή

Η Εκκλησία βλέπει στον Μέγα Βασίλειο την Ιερά Μέλισσα, που συνέλεξε τη σοφία από κάθε αγαθή πηγή και την προσέφερε ως μέλι πνευματικό. Ως Φωτοφόρος Φωστήρ και Στόμα τς Σοφίας, φώτισε όχι μόνο τον νου, αλλά και την καρδιά των ανθρώπων.

Ιδιαίτερη θέση κατέχει ο χαρακτηρισμός Κανν τς ρετς. Ο βίος του έγινε μέτρο ζωής. Δεν δίδαξε αρετή χωρίς να τη ζήσει. Με τους Ασκητικούς του Κανόνες έδειξε ότι η αγιότητα δεν είναι φυγή από τον κόσμο, αλλά υπεύθυνη παρουσία μέσα σε αυτόν, με αγάπη και διακονία.

Ως Ερμηνευτής τς Κτίσεως, μας υπενθυμίζει ότι ο κόσμος είναι δώρο Θεού και πρόσκληση δοξολογίας.


Γ. Η Ποιμαντική και Κοινωνική προσφορά  του Αγίου

Η θεολογία του Μεγάλου Βασιλείου έγινε πράξη αγάπης. Ως Σιτοδότης, Πατρ ρφανν και Πλοτος Πένησι, αγκάλιασε κάθε ανθρώπινο πόνο. Η Βασιλειάδα αποτελεί μέχρι σήμερα συγκλονιστικό παράδειγμα εκκλησιαστικής φιλανθρωπίας.

Ο Άγιος μας διδάσκει ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για Θεό, αν κλείνουμε την καρδιά μας στον αδελφό.


Δ. Ασκητικό και Ιερατικό Ήθος

Ως Κρατρ τς Σωφροσύνης, έζησε την εγκράτεια ως ελευθερία. Ως Αταπείνωτος μιλητής, στάθηκε με παρρησία απέναντι στην εξουσία, δείχνοντας ότι όποιος φοβάται τον Θεό δεν φοβάται τον κόσμο.

Η στάση του απέναντι στον αυτοκράτορα Ουάλη φανερώνει ότι η αληθινή ταπείνωση γεννά θάρρος και ελευθερία. Ως Ιεροφάντης και Λειτουργός, μετέτρεψε τη λατρεία σε εμπειρία ουρανού επί της γης.


Συμπέρασμα

Η πνευματική προσωπογραφία του Μεγάλου Βασιλείου δεν είναι απλώς αντικείμενο μελέτης, αλλά πρόσκληση ζωής. Ο Άγιος μας καλεί να ενώσουμε την ορθή πίστη με την έμπρακτη αγάπη, τη γνώση με την ταπείνωση και την προσευχή με τη διακονία. Γι’ αυτό και παραμένει αληθινά Μέγας, όχι μόνο στην ιστορία της Εκκλησίας, αλλά και στην καρδιά των πιστών.

Τη Βηθλεέμ εμιμήσατο.( Β. Χαραλάμπους)

Image

ΠΟΙΗΣΗ

 

       ___________

Στρατίζοντας την παντοχή

στα ερημικά Κατουνάκια

ανεβαίνω τ’ απόκρημνο ανηφόρι

από ένα μικρό μονοπάτι.

Τις στιγμές αντιπαλεύοντας

πού’ναι μαθεμένες να θρυμματίζονται

στου κόσμου ετούτου τα τόσα μάταια

αρχίνισε δισταχτικά να προβάλλει παρεμπρός

τ’ απόκρημνο ησυχαστήριο της του Χριστού Γεννήσεως.

Ασκητές  μυστηρίων κοινωνοί

αγραυλούντες άλλω τρόπω

για τον ασπόρως σαρκούμενον Άνακτα

και στο σιγαλό εκείνο  Κατούνι

στην αγρυπνία των Χριστουγέννων

ύμνοι αντιλαλούν ουράνιοι

για το μέγα και παράδοξο θαύμα.

Τη φεγγοβόλο βραδιά εκείνη

ο μικρός της Καλύβης ναΐσκος

τη Βηθλεέμ εμιμήσατο.

Κυριακὴ Μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννησιν, Μνήμη τῶν Ἁγίων καὶ δικαίων Ἰωσὴφ τοῦ Μνήστορος, Δαυῒδ τοῦ Προφητάνακτος καὶ Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου,

28 Δεκεμβρίου 2025, (30/12/2018), (Αριθμ. 60Β)

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

Α. 1. Η Κυριακή μετά τη Γέννηση του Χριστού προσδιορίζεται μεταξύ 26-31 Δεκεμβρίου, εντός, δηλαδή, της εβδομάδος Αποδόσεως της εορτής της Γεννήσεως του Χριστού και μία ημέρα πριν από την εορτή Τῆς κατὰ σάρκα Περιτομῆς τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Συγχρόνως κατ᾽ αυτήν την Κυριακή η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη τριών Αγίων, του Προφητάνακτος και Θεοπάτορος Δαυΐδ, του Ιωσήφ του Μνήστορος και του Ιακώβου του Αδελφοθέου. Με αυτόν τον εορτασμό η Εκκλησία καταφάσκει στο γεγονός της πραγματικής ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, προβάλλουσα με το Δαυΐδ τη γενεαλογία και εξαγγελτικά την εκούσια σάρκωση του Λόγου, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, όπως επανειλημμένα λέγεται αυτήν την περίοδο στα αγιογραφικά αναγνώσματα των ημερών, τα οποία διερμηνεύονται σε μία αντιστοιχία με τα υμνολογικά κείμενα καταβασιών, στιχηρών, ιδιόμελων, κανόνων, αντιφώνων και μεγαλυναρίων. Στο ίδιο πλαίσιο των προφητικών προρρήσεων και της πληρώσεώς τους ο γηραιός Μνήστωρ Ιωσήφ και ο υιός του εκ προτέρου γάμου Ιάκωβος, ο χαρισματικά αποκαλούμενος Αδελφόθεος, τιμώνται από την Εκκλησία, ως οι αυτόπτες μάρτυρες του υπερφυούς γεγονότος της Γεννήσεως του Χριστού και της κατά σάρκα «αυξήσεώς» του, αποτελέσαντες το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον των αυτοπτών μαρτύρων και την πρώτη κοιτίδα της Εκκλησίας των πιστευόντων, διακονώντας εν υπακοή στο θεοφανικό έργο του ενσάρκου Λόγου, ενώ ο Ιάκωβος θα αναδειχθεί πρώτος Ιεράρχης της Εκκλησίας, Πρωτεπίσκοπος της πρώτης αποστολικής εκκλησίας των Ιεροσολύμων.

2. Με τη σημερινή εορτή η Εκκλησία συνοψίζει την πορεία των θεοπτών Αγίων του Θεού σε μία ενότητα παλαιού και νέου Ισραήλ υπό την κραταιά παρουσία και αποκάλυψη του ενός και του αυτού Λόγου του Θεού Πατρός, σε μία ενότητα θεοφανικών γεγονότων από το Δαυΐδ μέχρι τον πρώτο Επίσκοπο της Εκκλησίας, όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζεται με το Δοξαστικό Στιχηρό του Εσπερινού: «Μνήμην ἐπιτελοῦμεν, Δαυῒδ καὶ Ἰακώβου, εὐσεβοῦς Βασιλέως Προφήτου, καὶ Ἀποστόλου πρώτου Ἐπισκόπου· αὐτῶν γὰρ τοῖς διδάγμασι, πλάνης ἀπαλλαγέντες, Χριστόν δοξολογοῦμεν, τὸν ἐκ Παρθένου ἀνατείλαντα, τὸν καὶ σαρκωθέντα, σῶσαι τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Εξάλλου, Θεοτόκος και Ιωσήφ κατάγονται αμφότεροι από τον Προπάτορα Δαυΐδ, όντες το άγιο λῆμμα του Ισραήλ. Ο ίδιος ο Δαυΐδ, ως Προπάτωρ, θεωρείται προφητικός τύπος του Χριστού, ο οποίος ονομάζεται και Νέος Δαυΐδ, με κοινό σημείο αναφοράς τη Βηθλεέμ και το βασιλικό αξίωμα του Λόγου ως δημιουργού και αναδημιουργού του σύμπαντος κόσμου[1]. Ο Ιωσήφ είναι ο δίκαιος κατὰ πάντα καὶ ἀληθής, θεωρὸς τοῦ φρικτοῦ μυστηρίου, ἰδὼν τὸν καθ᾽ ἡμᾶς ὁραθέντα Θεόν, μάκαρ, διάκονος μυστηρίου ὑπὲρ κατάληψιν, πανεύφημος και πανάγιος, καθώς «Τῶν Προφητῶν τὰς προρρήσεις εἶδεν ἐν γήρᾳ σαφῶς, ὁ Ἰωσὴφ ὁ Μνήστωρ, ἐμφανῶς πληρουμένας, μνηστείας λαχὼν ξένης, χρηματισμούς τῶν Ἀγγέλων δεξάμενος, Δόξα Θεῷ ἐκβοώντων, ὅτι ἐν γῇ, τὴν εἰρήνην ἐδωρήσατο» (Στιχηρό των Αγίων, ἦχος α´).

3. Στο Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καταγράφεται ότι: «Γίνεται δὲ ἡ αὐτῶν σύναξις ἐν τῇ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ καὶ ἐν τῷ σεπτῷ ἀποστολείῳ τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου ἔνδον τοῦ σεβασμίου οἴκου τῆς ἁγίας Θεοτόκου τῶν Χαλκοπρατείων, τῆς λιτῆς ἀπὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐκεῖσε παραγενομένης», και επιπλέον σημειώνεται ότι, εάν μεσολαβεί μόνο μία Κυριακή μεταξύ των εορτών της Γέννησης του Χριστού και των Φώτων, διαβάζεται το Μαρκ. α´, 1-8, δηλαδή η αρχή του Ευαγγελίου του Μάρκου και Αποστολικό Ανάγνωσμα το Β´ Τιμ. δ´, 5-8, που είναι ουσιαστικά η κατακλείδα αυτής της τελευταίας Επιστολής του Απόστολου Παύλου προ των καταληκτήριων χαιρετισμών. Εάν μεσολαβούν δύο Κυριακές, τότε διαβάζεται στην πρώτη η περικοπή από το Κατά Ματθαίον για τη φυγή στην Αίγυπτο. Επειδή φέτος μεσολαβούν δύο Κυριακές μεταξύ Χριστουγέννων και Φώτων το Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι το Γαλ. α´, 11-19 και το Ευαγγελικό Ματθ. β´ 13-23. Πάντως και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει σχέση με την Αίγυπτο των Εβδομήκοντα, του Ευαγγελιστή Μάρκου, των εθνών και εν συνεχεία των μεγάλων Πατριαρχών! Ας σημειωθεί ότι η αρχική κατάθεση των καταπιστευμάτων των Αγίων της Παλαιάς Διαθήκης πρέπει να είχε γίνει στο Προφητείο του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου «τῷ ὄντι πλησίον τῆς κινστέρνης Μωκησίας ἐν τοῖς Δανιήλ», κοντά στο ναό του Αγίου Μωκίου, όπου είχαν μεταφερθεί από τον Άγιο Κωνσταντίνο τα πρώτα τίμια λείψανα Αγίων Μαρτύρων από όλη την αυτοκρατορία, καθότι η νέα πρωτεύουσα τέθηκε από την προστασία «νέων ηρώων», και δεν είναι τυχαίο ότι τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης συνέπεσαν με τη μνήμη του Αγίου Μωκίου. Τίθεται αυτή η παρένθεση, καθώς πλανάται το ερώτημα, για το πότε κατέφθασαν τα λείψανα των Αγίων της Παλαιάς Διαθήκης στην Κωνσταντινούπολη, όπως και τα καταπιστεύματα της Θεοτόκου. Σημειωτέον ότι το Απολυτίκιο Ἡ Γέννησίς σου… ψαλλόταν στη Μεγάλη Εκκλησία μέχρι την παραμονή των Φώτων, ενώ στις άλλες εκκλησίες μόνο επτά ημέρες.

Β. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα έρχεται ως συνέχεια και καταγραφή της μαρτυρίας των αυτοπτών του σαρκωθέντος και ενανθρωπήσαντος Λόγου, όπως ομολογείται εν συνεχεία και στο Σύμβολο της Πίστεως. Σημειωτέον ότι και όλο το υμνολογικό περιεχόμενο της εορτής απηχεί σε μία συνέχεια την ερμηνευτική των Οικουμενικών Συνόδων περί του ενός και του αυτού ασάρκου και σώματι περιγραφομένου Λόγου των αυτοπτών μαρτύρων: «Ἀπορρήτῳ βουλῇ, τίκτεται σαρκὶ ὁ ἄσαρκος, περιγράφεται νῦν σώματι, ὁ ἀπερίγραπτος, καὶ σῴζει ἀτρέπτως τὰς ἄμφω οὐσίας, ἀρχὴν λαμβάνει ὁ φύσει ἄναρχος, καὶ μόνος ὑπέρχρονος, ὁρᾶται βρέφος, ὁ ὑπερτέλειος, φέρεται χερσίν, ὁ φέρων τὰ σύμπαντα. Διὸ τοὺς τούτου συγγενείᾳ σεμνυνομένους, ὡς Θεὸς στέφει τῷ ἑαυτοῦ τοκετῷ, οὓς δοξάζοντες πίστει, ἀσιγήτως ἐκβοῶμεν· Οἰκτίρμον σῷζε τοὺς σὲ γεραίροντας», Κοντάκιον της εορτής, Οἶκος.

2. Το Αποστολικό, λοιπόν, Ανάγνωσμα έχει ως θέμα την εγκυρότητα της μαρτυρίας του Αποστόλου Παύλου περί της αποκαλύψεως του Ιησού Χριστού και της Εκκλησίας ως φορέα αυτού του ευαγγελίου σ᾽ όλα τα έθνη. Μας είναι ήδη γνωστό ότι στην Εκκλησία της Γαλατίας είχαν εμφανισθεί προβλήματα μεταξύ των χριστιανών εξ Ιουδαίων και εξ εθνών. Ο Απόστολος Παύλος, ως πρώην διώκτης της Εκκλησίας και ζηλωτής κατά την ιουδαϊκή του αντίληψη ότι με αυτόν τον τρόπο υπερασπιζόταν τις πατρικές του παραδόσεις, παρέχει την πληροφορία ότι μετά τη θεοφανική του κλήση συνάντησε στα Ιεροσόλυμα τον Απόστολο Πέτρο και τον «Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου». Η αναφορά αυτή έχει τη δέουσα σημασία, καθώς εκδιπλώνεται λειτουργικά το μυστήριο της Θείας Οικονομίας με τα αναγνώσματα από την Προς Εβραίους Επιστολή για την κατανόηση των Προφητικών προρρήσεων και εξαγγελιών, την ανακεφαλαίωση εν Χριστώ και τη ζωή της Αποστολικής Εκκλησίας ως ζώσας μαρτυρίας των αυτοπτών μαρτύρων του άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος του Χριστού και των Αποστόλων και Μαθητών του. Η επιμονή του Αποστόλου Παύλου στη θεοπτική ταυτότητα Προφητών και Αποστόλων, στους οποίους εντάσσει και τον ίδιο, δεν δημιουργεί μία νέα αποκλειστικότητα σε αντικατάσταση της Ιουδαϊκής, καθώς ο ίδιος κηρύσσει το ευαγγέλιο της χάριτος, ως κήρυγμα εντάξεως κάθε ανθρώπου στο σώμα του αποκαλυφθέντος πραγματικά εν σαρκί Λόγου του Θεού Πατρός, δημιουργού και ανακαινιστού πάσης κτίσεως, εμμένοντας στον αυτοπτικό ρεαλισμό των γεγονότων και των αποδείξεων, αφού γνωρίζει ο ίδιος, λόγω Ελληνικής παιδείας, περισσότερο από όλους τους υπόλοιπους Αποστόλους την παρέκκλιση της ανθρώπινης διάνοιας στις ανιστορικές ειδωλικές κατασκευές.

Γ. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα έχει ως θέμα τη φυγή του Χριστού και της Θεοτόκου στην Αίγυπτο μετά από προτροπή του Ιωσήφ υπό αγγέλου κατ᾽ ὄναρ και τη σφαγή των νηπίων υπό του Ηρώδη, ενός φοβισμένου για την εξουσία του ανθρώπου. Σε επίπεδο καθημερινότητος η περικοπή παρέχει τη διαπίστωση ότι η μεταπατορική παρεκτροπή ανακυκλώνει το θάνατο και, μάλιστα, πολλαπλασιαστικά. Ο πεπτωκώς άνθρωπος, ένα νεκρωμένο από το φόβο πλάσμα, σπέρνει το θάνατο, με πιο εύκολα θύματα τα νήπια και τις ανυπεράσπιστες ανθρώπινες υπάρξεις. Σε επίπεδο θεολογικού ρεαλισμού ο Ευαγγελιστής Ματθαίος παρακολουθεί την επιστροφή από την Αίγυπτο και την εγκατάσταση στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας αντί της Ιουδαίας, όπως θα μπορούσε να συμβεί, αφού ο Ιωσήφ και η Θεοτόκος ανήκαν στην πατριά Δαυΐδ, «ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται». Οι αναφορές στις Προφητικές ρήσεις περί του θρήνου της Ραχήλ, της φωνής Ραμά αλλά και της ρήσεως του Προφήτου Ωσηέ «Ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου», είναι μία ανάκληση όλης της πορείας του Ισραήλ από τον προπάτορα Ιακώβ και εντεύθεν, μία δραματική πορεία με παλινδρομήσεις, συνεχούς παρουσίας του Θεού στον Ιακώβ και τα τέκνα του και προετοιμασίας του Ισραήλ για άνοιγμα προς τα έθνη. Οι αλλόφυλοι σοφοί μάγοι εξ Ανατολής, όπου ο Ισραήλ σύρθηκε αιχμάλωτος, καταφθάνουν και προσκυνούν τον ενανθρωπήσαντα Θεό, η φυγή στην Αίγυπτο επουλώνει τις θηριωδίες των Φαραώ, η εγκατάσταση στην υποτιμημένη από τους Φαρισαίους Γαλιλαία, λόγω επιμειξιών, και το κήρυγμα μετά στον ὄχλο είναι τα σημεία της διάβασης από τον αρχαίο Ισραήλ στο νέο Ισραήλ, στο Νέο Δαυΐδ, στο Νέο Αδάμ, που παρέχει τον ανακαινισμό σε όλους τους ανθρώπους, αίροντας τις παντός είδους μεταπατορικές συμβάσεις.

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Γαλ. α´, 11-19: «11 Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ’ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον· 12 οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι᾽ ἀποκαλύψεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. 13 ᾿Ηκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ ᾿Ιουδαϊσμῷ, ὅτι καθ᾽ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν, 14 καὶ προέκοπτον ἐν τῷ ᾿Ιουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων. 15 ῞Οτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ 16 ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοί, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι, 17 οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς ᾿Αραβίαν, καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν. 18 ῎Επειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε· 19 ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον εἰ μὴ ᾿Ιάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου».

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. β´ 13-23.: «3 ᾿Αναχωρησάντων δὲ αὐτῶν ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου φαίνεται κατ᾿ ὄναρ τῷ ᾿Ιωσὴφ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἴσθι ἐκεῖ ἕως ἂν εἴπω σοι· μέλλει γὰρ ῾Ηρῴδης ζητεῖν τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτό. 14 ῾Ο δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ νυκτὸς καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον, 15 καὶ ἦν ἐκεῖ ἕως τῆς τελευτῆς ῾Ηρῴδου, ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου. 16 Τότε ῾Ηρῴδης ἰδὼν ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων, ἐθυμώθη λίαν, καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλε πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλεὲμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν μάγων. 17 τότε ἐπληρώθη τὸ ρηθὲν ὑπὸ ῾Ιερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος· 18 φωνὴ ἐν Ραμᾷ ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· Ραχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς, καὶ οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν. 19 Τελευτήσαντος δὲ τοῦ ῾Ηρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ φαίνεται τῷ ᾿Ιωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ 20 λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν ᾿Ισραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου. 21 ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἦλθεν εἰς γῆν ᾿Ισραήλ. 22 ἀκούσας δὲ ὅτι ᾿Αρχέλαος βασιλεύει ἐπὶ τῆς ᾿Ιουδαίας ἀντὶ ῾Ηρῴδου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν· χρηματισθεὶς δὲ κατ᾿ ὄναρ ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη τῆς Γαλιλαίας, 23 καὶ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ, ὅπως πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται».


[1]«Βηθλεὲμ νῦν εὐφραίνου, Πόλις γενομένη τοῦ Νέου Δαυΐδ, καὶ Σιὼν ἐπαγάλλου, τῶν Ἐκκλησιῶν ἡ ἀκρόπολις, κοινὴν εὐωχίαν τοῦ Παμβασιλέως, καὶ τῶν αὐτοῦ θεραπόντων νῦν δεξάμεναι», Καν. β´, Ὠδή β´, τροπάριο γ´, ἦχος δ´).

Τα Χριστούγεννα στο χωριό μου τα παλιά τα χρόνια.(Β. Χαραλάμπους)

            

Image

______________________

Στο σκλαβωμένο σήμερα χωριό μου, δεν είχαμε ιδιαίτερα παραδοσιακά έθιμα ανήμερα των Χριστουγέννων.  Ούτε και  ιδιαίτερο στολισμό είχαμε, εκτός από την απαιτούμενη καθαριότητα η οποία προηγείτο της μεγάλης αυτής γιορτής.  Εκείνη τη μέρα τα παλιά χρόνια το μόνο που έκαναν οι κάτοικοι του χωριού μου, ήταν να πηγαίνουν αχάραδα στην εκκλησία για τη Θεία Λειτουργία της Γέννησης του Χριστού.  Οπωσδήποτε θα συμμετείχαν σχεδόν όλοι στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. 

Η Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία στο χωριό μου, ήταν σαν μια μικρή αγρυπνία. Όσον αφορά το υπόλοιπο της μέρας, μετά τη Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία, δεν είχε κάτι διαφορετικό. Ούτε και πολύ διαφορετικό φαγητό υπήρχε  από τις Κυριακές πριν  τη νηστεία των Χριστουγέννων, αλλά ούτε και ιδιαίτερα εδέσματα για τους περισσότερους συγχωριανούς μου. 

Είχαν όμως μια διαφορετική χαρά αρκετοί από αυτούς. Θα φανώ υπερβολικός αν πω ότι δεν υπήρχε κάποιο  εξωτερικό ερέθισμα που να τους έδιδε ξεχωριστή χαρά τη  μέρα αυτή.  Γι’ αυτούς η μέρα εκείνη ήταν Χριστούγεννα. Αυτό ήταν το σημαντικό γι’ αυτούς.  Αυτό ήταν το ξεχωριστό γι’ αυτούς.  Αυτή ήταν η μεγάλη  χαρά για τους απλούς ανθρώπους χωριού μου.  Ήταν Χριστούγεννα.  Αυτή ήταν η πηγή της χαράς, για τους απλούς αυτούς ανθρώπους.  Η Γέννηση του Χριστού ήταν η πηγή της χαράς γι’ αυτούς.  Είναι υπερβολή;  Αυτό κράτησα από το σκλαβωμένο σήμερα χωριό μου, για τη μέρα εκείνη των Χριστουγέννων. 

Θα καταγράψω αυτό που μικρό παιδί είδα με μάτια μου κάποια Χριστούγεννα στο χωριό μου.  Κάποιος που πιθανόν να έβλαψε κάποιον άλλο συγχωριανό μου και δεν αντάλλασαν ούτε καλημέρα μεταξύ τους, τον επισκέφθηκε στο σπίτι του λίγο πριν το μεσημέρι ανήμερα των Χριστουγέννων λέγοντας του ‘’ήλθα να κάμουμεν χρόνους πολλούς, έν Χριστούγεννα σήμερα’’.   Θα κρατήσω αντί άλλης επεξήγησης το ‘’έν Χριστούγεννα σήμερα’’.  

«Τις γιορτές για να τις ζήσουμε πρέπει να έχουμε στο νου μας στις Άγιες Ημέρες και όχι στις δουλειές που έχουμε να κάνουμε τις Άγιες Ημέρες.    Να σκεφτόμαστε τα γεγονότα της κάθε Άγιας Ημέρας και να λέμε την ευχή δοξολογώντας τον Θεό.  Έτσι να γιορτάζουμε με ευλάβεια κάθε γιορτή»*, έλεγε ο Όσιος Παΐσιος.

Διαβάζοντας αυτά που είπε ο Όσιος Παΐσιος, θυμήθηκα ότι στο σκλαβωμένο σήμερα χωριό μου, οι απλοί εκείνοι άνθρωποι του χωριού μου, με αυτή την αγία απλότητα γιόρταζαν τα Χριστούγεννα και πήρα το θάρρος να σημειώσω τούτα τα λίγα, για το πώς γιόρταζαν οι απλοί άνθρωποι του χωριού μου, τη μέρα εκείνη των Χριστουγέννων.

«Ο Χριστός με τη μεγάλη του αγάπη και με τη μεγάλη του αγαλλίαση που σκορπάει στις ψυχές των πιστών με όλες τις Άγιες Γιορτές του, μας ανασταίνει αληθινά αφού μας ανεβάζει ψηλά πνευματικά.  Αρκεί να συμμετέχουμε και να έχουμε όρεξη πνευματική να τις πανηγυρίζουμε πνευματικά»*, έλεγε ο Όσιος Παΐσιος.  Με αυτή την αγία απλότητα γιόρταζαν τα Χριστούγεννα, αρκετοί κάτοικοι του σκλαβωμένου σήμερα χωριού μου.

*Οσίου Γέροντος Παϊσίου ‘’Περί προσευχής, Λόγος στ΄’’