ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΝΑ ΕΙΣΑΙ Ο ΡΑΒΕΛ

°°°°

ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ

Οι πρίμουλες άρχισαν επιτέλους να σκάνε. Γιατί στο ξεκίνημα αυτής της ταραγμένης εποχής κάθε εκδήλωση είχε αναβληθεί. Η χαρά που συνήθως συνόδευε την άνθισή τους, παρέμεινε συσσωρευμένη και ανέκφραστη. Από πάνω μας ο καιρός έγειρε βαρύς και δεν έλεγε να σηκωθεί. Οι πρίμουλες εντούτοις αντλούσαν ζωή. Από άλλη πηγή. Κίτρινη και κρυφή.

Μετά από μέρες που επέμειναν πεισματικά στριφνές, τόσο που πιστέψαμε ότι είχαν πια ματαιωθεί, τις είδαμε επιτέλους να δηλώνουν το κίτρινο σαν λάβαρο της νίκης τους, ένα σινιάλο για να ξαναρχίσει η ζωή, ολόκληρη. Άνοιξε η πρώτη κι έπεσε σαν σχίσμα το κίτρινο στην μουντάδα εκείνης της περιοχής του χρόνου. Έπεσαν τότε και οι παβάνες με τα μούτρα στην άνθιση για να συνηχήσουν.

Θα περιέγραφα τη φάση σαν ένα μουσικό κουτί επενδυμένο με φόδρα από γκρίζο του ουρανού που ξεχάστηκε να παίζει μέχρι το τέλος της Άνοιξης. Στο μεταξύ συνέβησαν διάφορα.

ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΝΑ ΕΙΣΑΙ Ο ΡΑΒΕΛ

Όλα ριγμένα μέσα σε ένα ηλιακό όνειρο.

Κάθισα να παίξω την παβάνα της νεκρής ινφάντας. Πατάω στα χνάρια του Ραβέλ και περιμένω να την ακούσω να συνδέεται με τις σημερινές περιστάσεις. Με το αίμα να βομβίζει το τέμπο του στον πονεμένο καρπό μου, που, ασύνδετος από το υπόλοιπο χέρι, κάνει τα δικά του όπως ένα μικρό σοβαρό παιδί. Και με τον ήλιο από πάνω να υποβάλει τα δικά του έθιμα. Πρόκειται απλά για μια τέρψη. Μια αόριστη υπόσχεση της στιγμής. Ναι! Οι υποσχέσεις αθετούνται μα οι επιθυμίες επιστρέφουν. Το χαλαρά δεμένο παίξιμο. Να πατάς με όση δύναμη μπορείς να αναιρέσεις. Λες και η μηχανή του πιάνου ταυτόχρονα λειτουργεί και ξεχαρβαλώνεται όπως μέσα σε ένα ηλιακό όνειρο.

Έτσι, όλα προκύπτουν απλά, μόνο από την ευχαρίστηση του επηρεασμού τους από τα γειτονικά μέρη.

Μεσολαβεί το τηλεφώνημα της Μάρθας.

– Τι θαμπάδα σήμερα! Μια δίνη μες το κεφάλι μου, μας διέλυσε ο ήλιος. Συνέχεια αλλάζει χρώμα, αργά, κίτρινος και γκρι μαζί με τη σκόνη της πόλης.

– Τα δάχτυλα μου καίνε, οι ακτίνες του τα καίνε. Τα δάχτυλα του ήλιου πέφτουν πάνω στις σκέψεις μου.

– Εδώ, πίσω απ’ τους καπνούς, δεν υπάρχουν παρά μόνο στάχτες!

Ακούγεται από έξω ο σάλος του αναστατωμένου δρόμου, του διαλυμένου και ξαναμονταρισμένου συλλογικού αγωγού του εξεγερμένου πλήθους που σπάει και λειτουργεί ταυτόχρονα.

– Θυμάμαι το χρώμα του ουρανού εκείνο το καλοκαιρινό απόγευμα στις εφτά, όταν έφτασα στο κεντρικό ταχυδρομείο. Ίδιο χρώμα και σήμερα.

– Ίδιος πόνος στα δάχτυλα και σήμερα!

– Μέσα στη μεγάλη σάλα μια όαση, ανάμεσα στις στάμπες, τις σφραγίδες και τις αποστολές προς όλο τον γνωστό κόσμο κι ο Ηλιογάβαλος όρθιος στο τεράστιο τραπέζι της σάλας να στέλνει κι αυτός δέματα και τηλεγραφήματα στα αγέννητα παιδιά του. «Άραγε με κατάλαβαν; STOP»

– Οι άνθρωποι μπαινόβγαιναν για να διεκπεραιώσουν τις υποθέσεις τους κάτω από την πίεση διάφορων πολιτισμικών εξαναγκασμών. Ζιζάνια δίπλα δίπλα, κολλητά στα ωφέλιμα. Για να υπάρχουν, είναι ωφέλιμα κι αυτά.

Γύρω στις οκτώ ο Ηλιογάβαλος βγήκε στο ψιλόβροχο στεφανωμένος με άνθη βιβούρνας. Ερεθισμένος, μέσα σε μια ερωτική αναστάτωση ίσως και εξαιτίας της μπόρας που είχε μόλις κοπάσει, ίσως και εξαιτίας της μυρωδιάς από την διάχυτη κάπνα που για μέρες κάλυπτε τη διαφορά τού τι είναι ωφέλιμο και τι βάρος για την τρέχουσα υπόθεση της πόλης, ξεφώνησε προς το δικό του πλήθος που θεωρητικά κατέφθανε αν και ακόμη αδιαμόρφωτο: «Βιβούρνα, κόσμη μου σωτήρια!»

Είκοσι χρόνια μετά, το προσωπικό του κεντρικού ταχυδρομείου ακόμη συζητούσε γι αυτόν.

– Νομίζω πως ήρθε ξανά ένα απόγευμα. Ήρθε άλλος άνθρωπος. Μόλις που αντιλαμβανόσουν την παρουσία του. Τι να τον έφερε εδώ, άραγε;

– Είχε, νομίζω, έναν πόνο στον καρπό.

– Δεν είχε όταν μπήκε, εδώ μέσα τον έπιασε.

– Είχε.

– Εντάξει, είχε! όλα τα ΄χε. Αμάν πια!

– Με τα δάχτυλα τι είχε και τα χάιδευε συνέχεια;

– Τίποτα. Ήταν όμορφα.

– Έμαθα πως το κεφάλι του είχε πιαστεί ανάμεσα στα κάγκελα του μπαλκονιού στο σπίτι της παιδικής ηλικίας του, το ξέρατε αυτό; Αναγκάστηκε να δαγκώνει τα δάχτυλά του για να μην φοβάται. Από τότε τα ένοιωθε να καίνε, ήταν το σωματικό του mantra. Ίσως βέβαια να ήταν απλά η ιδέα του, γιατί εκείνη η παγίδευση τον τρόμαξε πολύ. Η σκέψη ότι θα μείνει εκεί για πάντα…

– Είχε ένα πιάνο δανεικό…

– Κλεμμένο.

– Δανεικό και κλεμμένο μετά.

Τα γεγονότα πάντα μας πιάνουν απροετοίμαστους, σαν πρόωρες γέννες. Και όμως, πάντα φτάνει κανείς αργά.

11 ΙΟΥΝΙΟΥ 1968

Όλη η γειτονιά στον κατηφορικό δρόμο, ήταν στρωμένη με εκατοντάδες πεταμένα αντικείμενα, σκόρπια σε όλη την έκτασή της. Ίσως κάποτε μια έκρηξη να έκανε κομμάτια τα γύρω νοικοκυριά αλλά η ανάγκη για μια καθημερινότητα χωρίς εκδορές και θραύσματα έστρωσε ένα ημιδιάφανο τζελ πάνω από τα απολιθώματα, εξομαλύνοντας εκείνο το αλλόκοτο παρελθόν που κάποτε ήταν κάτι, ένα παρόν.

Η Μάρθα Ρισάρ μπήκε φουριόζα στο σπίτι της για να γράψει το ρεπορτάζ για την εν δυνάμει απορρύθμιση των προβλεπόμενων, μια ακόμη σκηνή στην περιπέτεια της μέρας. Μια ακόμη ιδέα για ρεπορτάζ.

Άνοιξε όλα τα παράθυρα να μπει φρέσκος αέρας από τον παράδρομο όπου έπαιζαν παιδιά. Το φως είχε αρχίσει να πέφτει και ακόμα κρεμόντουσαν στα σχοινιά τα ρούχα, πλυμένα την προηγουμένη στο καινούργιο της πλυντήριο, ένα Πεζό από το εργοστάσιο των μεγάλων πρόσφατων απεργιών, στην εξεγερμένη πλέον περιοχή της Aulnay-sous-bois στα βορειοανατολικά της πόλης, εκεί όπου είχε ξεσπάσει η Ιστορία, μέχρι και τα στενά της οδού Εdgar Degas, δηλαδή στα σκόρπια μπορντέλα με τις μασκαρεμένες κυρίες επί των τιμών, τις νεαρές γυναίκες από τα σπίτια της παλιάς φρουράς του Παρισιού μαζί με τα άγρια εκδιδόμενα αγόρια από τα φτωχά προάστεια, ντυμένα όμως στα μετάξια, που διοχέτευαν πίσω στους δρόμους όλη τη μαγνητική ζωΐλα που αντλούσαν στο ημίφως αυτών των «σπιτιών» που φιλοξενούσαν εκείνον τον Ιούνιο τις εργατικές συνελεύσεις. Όλα υπέροχα και ταυτόχρονα ατελέσφορα καθώς όλοι και όλα αστοχούσαν για μέρες και νύχτες να αρθρώσουν ένα πρόταγμα αρκετά επιθυμητό ώστε να σβήσει την τρέχουσα δίψα για κοινωνική ενεργητική ανασφάλεια. Μόνο μετά από απανωτούς μαραθώνιους συνελεύσεων έγινε ξεκάθαρο ότι αυτό το αστείο θα ήταν αδύνατο έξω από τους ξενώνες της λιβιδινικής ενόρασης. Εκεί μέσα μπορούσαν να ελαφρύνουν τα στήθη τους ώστε να παραχθεί ασφαλής χώρος για τη νοσταλγία των αιματηρών επαναστάσεων. Στους δρόμους όμως, οι ανάγκες άλλαζαν πατρωνία και οι ορμητικοί θεληματίες ανακαλύπτονταν με αποσυντονισμένα τα ένστικτα ενώ η περίσταση απαιτούσε την λειτουργική ακρίβειά τους. Άλλο είναι το τέμπο του δρόμου. Οι παλιές πουτάνες το ‘ριξαν στην πολιτική.

«Αυτό είναι το κρέας, αγαπητοί φίλοι και ερίτιμες μάγισσες της αποψινής μας γιορτής» ξεστόμισε δείχνοντας το σαρκίο του, όρθιος, ο Γενικός Γραμματέας της Ομοσπονδίας Εργατών, ντυμένος μόνο επάνω, με το άσπρο, τσαλακωμένο και μπαλωμένο πουκάμισο του. Στον γυμνωμένο, κατακόκκινο κώλο του τα κορίτσια είχαν γράψει «ΞΥΛΙΕΣ ΔΩΡΕΑΝ».

Κάπου σκόνταφταν οι επιθυμίες. Έπεφταν πάνω στις cordons sanitaires, τις ουδέτερες ζώνες που είχαν ορίσει από πριν οι εργατικές συνελεύσεις, για να μπορούν εκεί να γίνονται οι διαπραγματεύσεις. Τα πρόσωπά μας συγκρούονταν εκεί. Και έχασκαν μετά σαν μαύρες τρύπες που δονούνται όλες μαζί σε ένα καθησυχαστικό νανούρισμα.

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΦΟΡΤΩΜΕΝΟΣ ΜΕ ΔΩΡΑ*

Νοστάλγησα το θάνατό μας σαν επιστροφή

Μια ξάφνου ξανακερδισμένη αίσθηση,

η εβδόμη των ρευμάτων

Η ερημιά διόλου ήρεμη. Με ακκισμούς

μας περιπαίζει, μας περπατάει

η αποτόμως άρρυθμη ανατριχίλα των περισπασμών.

Μια ωκεάνεια εμποροπανήγυρη σιμώνει.

Τα μπλε κοπάδια των κυμμάτων κι ολούθε κεντημένα

βεγγαλικά τινάγματα,

γενέσεις αλλεπάλληλες, ρυθμοί και ψίθυροι

που ξεψυχούν στα ρείθρα της παμφώτιδας.

-Mammy?

-Illusions, stay calm

Ξερνάμε μπάλες με αέρα από τα σπλάχνα.

Παλάμες άφωνες της ηδονής, πλατείες της μπαρούτης.

Της ομορφιάς οι ζήτουλες εις τον αιώνα των αιώνων.

Σπίτια μας δεν γυρνάμε.

Το ρεπορτάζ της Μάρθας με τίτλο «Ένας Δολοφονικός Ιούνιος» αρχίζει με την παράθεση των γεγονότων:

«Μετά από 22 μέρες απεργίας και κατάληψης του εργοστασίου της Peugeot στο Sochaux, η οικογένεια Peugeot έστειλε τις Ειδικές Δυνάμεις Ασφαλείας οι οποίες εξαπέλυσαν μιαν ανήκουστη βία κατά των εργατών: Δύο νεκροί, οι Pierre Beylot, (24) και Henri Blanchet (49) και πεντακόσια, περίπου, άτομα τραυματισμένα.»

Και καταλήγει επαναστατική μπροσούρα:

«Η επιθυμία μας είναι ένας κύκλος που το κέντρο του βρίσκεται παντού και η περιφέρεια του πουθενά.

Την ιστορία μας αυτή την υποβάλλει το άπειρο, τόσο στην διάρκειά της όσο και στην δύναμή της.

Η μορφή της δεν μπορεί να μας παρουσιαστεί παρά μόνο ως απροσδιόριστη. Η έλξη της οφείλει να παραμείνει ακατανόητη.

Βγαίνουμε οριστικά από το φαύλο παιχνίδι με τις Αλήθειες. Έχουμε δυνατότερα μαγικά στην διάθεσή μας.

Ελλείψει ενός θνησιγενούς decorum αντάξιου της συγκίνησής μας παίρνουμε τα όπλα.

Κάθε άτομο από εμάς και ένα σύμπαν από δισεκατομμύρια άτομα. Ένα άτομο μέσα στο σύμπαν.»

ΣΤΗΝ ΟΧΘΗ, ΣΤΟ ΟΡΙΟ, ΣΤΗ ΣΤΙΓΜΗ, ΣΤΟ ΦΤΕΡΟ

– Μάρθα, τι θα ήθελες να θυμούνται από εσένα;

– Δεν ξέρω.

– Εγώ όμως ξέρω τα πάντα για σένα. Θα γράφουν: «Τους νεκρούς της δε, ελάτρεψε. Η ιστορία της διαδόθηκε από σώμα σε στόμα. Και μάλιστα, χωρίς να μνημονεύεται το όνομά της, αυτός ο λεκές του κράτους».

– Για τις πηγές μας πρέπει πια να στρεφόμαστε στην Αφρική. Να κατανοούμε, για παράδειγμα, πώς κάνουν σινεμά οι κατακτημένοι, πώς αφηγούνται τον δικό τους κόσμο στο σινεμά. Τις μηχανές τις πήραν από τους δυτικούς και τώρα τους δείχνουν πώς εκείνοι χορεύουν όταν πολεμάνε και πώς εκείνοι τρελαίνονται όταν χαίρονται.

– Οι πρίμουλες τα εξηγούν υπέροχα όλα αυτά κάθε χρόνο, μέχρι τα τέλη Απριλίου. Μετά κλείνουν, κάθε μια με διαφορετικό ρυθμό, κάθε μια σε διαφορετική στιγμή και με άλλο τρόπο.

– Όταν θα πάρουν πίσω στα αποσαθρωμένα κράτη τους τις πολυεθνικές που παγκοσμιοποίησαν την εργασία, θα χρειαστούν νέα εργατικά χέρια. Οι πρόσφυγες, τα ασυνόδευτα, οι ακατάσχετες ροές γενικευμένης εκμετάλλευσης θα γίνουν τα φυτώρια των φθηνών εργατικών σωμάτων. Πόλεμοι μόλις και μετά βίας αντιληπτοί. Είμαστε κατακτημένοι από τις εικόνες που μας ενέθεσαν μέσω του φόβου για την ακεραιότητα του κόσμου που επιθυμήσαμε. Δεν μπορεί να γίνει λεπτοδουλειά στην υπόθεσή μας. Τα μεγάλα νεύματα που επεξεργαζόμαστε μοιάζουν ξένα. Πρέπει να ξεφορτωθούμε και τους εαυτούς μας ακόμη.

– Εσύ Μάρθα τι θα κάνεις; Τελειώνουν όλα. Πάλι.

– Θα ξανάρθω. Είμαι εθισμένη στον άνθρακα!

– Επαναθυσιασμένη λοιπόν.

(Γελούσαν ενώ ο αέρας δυνάμωνε και τους περιόριζε η νύχτα).

– Ναι, ναι! Τζάνκια της οξείδωσης. Τι καύλα! Να καίγεσαι σαν κεράκι.

– Πού είχαμε διαβάσει εκείνο το «Ω, τι ωραία, σταφιδόψωμο να τρώς και ποτέ, ποτέ να μην τελειώνει»;

– Στο «Μετά από πολλά καλοκαίρια» νομίζω.

Soir, dit il *

soir, dit elle

soir, disent ils

η φλόγα παίρνει

η φλόγα φέρνει

ό,τι έλαμψε

βυθίστηκε στον ουρανό

κι ελάφρυνε

το βάρος μου στη γη

τ’ αστέρια

έγιναν μικρά

παράσιτα της μνήμης

αυτός ο θόρυβος

τώρα είναι ο δρόμος σας

•••

*Τα ποιήματα του κειμένου είναι της Ευγενίας Βάγια.

Η ΓΙΟΡΤΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΑΡΚΑ

Μπαίνει στο δωμάτιο και μου λέει: «Σήκω. Πάμε στο Μιλάνο. Προέκυψε κάτι».

Κάνω τη μεσημεριανή μου σιέστα και δεν ξέρω καν τι είναι Μιλάνο, πού είναι, τι σημαίνει “Μιλάνο”, αν εγώ μιλάνω.

Αναπτύσσω λοιπόν από πάνω ως κάτω πέταλα από φρέσκο papier-mâché σε μέγεθος τάρτας λεμονιού, κάτι σαν μεγάλες κιτρινωπές φολίδες από δέρμα φιδιού και με σταδιακή απογείωση η οποία περιλαμβάνει και γνωσιακά έκδοχα (πώς θα γινόταν δίχως;) πετώ για Μιλάνο, για την Via degli Etruschi, εκεί όπου άλλοτε, ικέτες και ονοματοποιοί, οι Ετρούσκοι, λαός ευγενών, ξεκίνησαν ένα τεχνο-πολιτισμικό module το οποίο ενσωμάτωσαν στη γενική διαδικασία της Ιστορίας μέσα από τις νεκρικές τελετουργίες τους. Από τον 11ο αιώνα π.Χ., σήμερα μόλις άρχισαν να υποψιάζονται οι ειδικοί επί των πολιτισμών ότι το τέχνασμά τους αυτό εκτείνεται υπογείως σε περισσότερα εδάφη από αυτά της εποποιίας ενός λαού. Κυρίως στο έδαφος του Δικαίου.

«Κiu vi estas sinjoro?» με ρωτάει μία φύλακας της πόλης, με τη χροιά μιας λησμονημένης ευγένειας.

«Aνήκουμε στους παρασιτιστές σας. Αυτούς που επιλέξατε ως μοίρα. Siamo un romanzo osé: anzi, due sane, sane fuoch!»* της απαντώ.

Με μια ανεπαίσθητη υπόκλιση, ένα νεύμα του κεφαλιού, μας καλεί να περπατήσουμε σε ένα μονοπάτι στρωμένο με πάπυρους. Με κάθε μας βήμα οι πάπυροι πιέζονται και εκχυμώνονται σε iskia: απόσταγμα που χρησιμοποιούν στις γιορτές και τις τελετές τους.

Περάσαμε έτσι στη γιορτή των εκτατών θαυμάτων.

Η μέθη του iskia παράγει μορφοκλασματικά συναισθήματα, μηχανικά modules που φανερώνουν το άμετρο πρίσμα της ύπαρξης: την αλήθεια που απαξιώνει κάθε αλήθεια: ένα πέπλο που καταναλώνει κάθε υποψία μάζας της αλήθειας.

Μόνο ένα αμυδρό χαμόγελο υποδηλώνει κάποια φανέρωσή της.

Τίποτα άλλο δεν μπορεί να εναρμονιστεί μαζί της.

Συνεπώς, δεν μπορεί να συνεχιστεί ούτε και η γραφή για αυτή παρά ως ύφανση του πέπλου που την καλύπτει.

Εδώ σταματούν οι υποθέσεις. Οι σκιές που διαβάζουν μπορούν να γλιτώσουν πολλά ακόμη βάρη του κειμένου. Η εποχή δεν επιτρέπει τις εκδηλώσεις των ψυχόφλεκτων χαρακτήρων, όσων μπορούν με μια ματιά να μας κάνουν να ποθήσουμε τον κόσμο τους. Οι συγκολλήσεις με τον γόνιμο κόσμο δεν γίνονται πια με, ή χάριν του Έρωτα. Ένα περίκλειστο «εγώ» είναι αρκετό να συνοψίσει τα πάντα ως σύγγνωστα και αφημένα. Πεσμένοι καρποί.

—–

* είμαστε ένα ριψοκίνδυνο μυθιστόρημα : στη πραγματικότητα, δύο υγιείς, υγιείς φωτιές!

Image

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΑΙΔΑΛΟΥ

;ςΘΙΑΣΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ. Μια εφηβεία αιχμαλωτισμένη από την περίσσεια κόσμου. Μια περπατησιά στην φρεσκογραμμένη ακόμη κοιλάδα της ψυχής του όπου τα βήματα πατούν και δεν πατούν πάνω σε χωμάτινους σβώλους, συσσωματώματα γλώσσας και υλικών που διαλύονται μέσα στη φούρια μιας όχι ακόμα χτισμένης ύπαρξης. Αναγκασμένος, σαν γεράνι στην πορεία του προς το ύψος, να ξεχωρίζει χωρίς σταματημό τα πράγματα. Καμιά τακτοποίηση όμως. Κανένα σπιτικό. Φευγιό και γλίστρα μόνο. Ο παλμός της καινούργιας ζωής. Ένα εξέχον υνί που περνάει και φεύγει. Γυμνό και γυμνό παραμένει. Καταγράφει χωρίς να παρασύρει τίποτα.

ΚΑΛΟ ΚΑΤΕΥΟΔΙΟ ΔΑΙΔΑΛΕ! Το πεζοδρόμιο με τις λακούβες και τις κακοτεχνίες του τον έβγαζε στην πολύβουη λεωφόρο. Ένοιωθε μια απροσδιόριστη χάρη ή και χαρά -πάντα ένας κίνδυνος παραπατήματος με τους ήχους των λέξεων- να τον διαπερνά και να τον γεμίζει με δύναμη σε πλήρη κατάφαση της στιγμής και του δυνάμενου μέλλοντός του. Ελαφρύς, με φτερά που τον κρατούσαν σίγουρο για όλα.

Η ΤΡΟΠΗ «ΠΑΡΑ-». Καθισμένος στο κρεβάτι του, στο κρύο dormitorium, προσπαθούσε να εντοπίσει ένα άστρο, μια τελεία λαμπερή στον ουρανό μέσα από το τέλειο τετράγωνο του παραθύρου. Όμως αυτό του ξέφευγε, ένας καινούργιος φίλος που έπαιζε μαζί του κρυφτούλι. Και ο Δαίδαλος το τσάκωνε πάντα γιατί είχε ανακαλύψει το μυστικό: για να το δει καλά, ακίνητο μέσα στο φέγγος του, έπρεπε να εστιάζει λίγο δίπλα του, εκεί που δεν ήταν.

Κάθε φορά σάρωνε με το βλέμμα του το ντορμιτόριο ψάχνοντας για μάρτυρα της επιτυχίας του. Κανείς φυσικά, μόνο αυτός και το φιλικό άστρο που, αν και ακίνητο, τρεμόπαιζε περιπαίζοντάς τον.

Το ίδιο ακριβώς τέχνασμα έβρισκε και άλλες εφαρμογές. Πόσο ωραία για παράδειγμα παρανάγνωνε αποσπάσματα σπουδαίων βιβλίων, φτιάχνοντας με τις ίδιες λέξεις δικές του φράσεις, συχνά τόσο παράδοξες που του έφερναν γέλια. Ή τότε που, συνομιλώντας με κάποιον, έφτιαχνε παρακούσματα με νεολογισμούς και λέξεις-βαλίτσες. Ήταν ένα κόλπο κι αυτό να διασκεδάζει εμπλουτίζοντας μια ανιαρή συζήτηση. Είχε να αντιμετωπίσει βέβαια τα αμήχανα χαμόγελα των γύρω του που όμως σε καμία περίπτωση δεν ήταν ικανά να σταματήσουν το πανηγύρι της παρατυπίας. Μια σπουδή ανώτερη και πιο γόνιμη διανοητικά από αυτή των μεταφορών. Είχε βρει τη λεγόμενη «κλίση» του! Ήταν μια ελευθερία.

ΑΠΟ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΔΑΙΔΑΛΟΥ ΜΟΝΟ.

Αυτή η χειρονακτική εργασία δεν αφήνει χρέη ούτε και οφείλει τίποτα στον εαυτό της.

Μια αυταπάτη που διακινείται από πρόσωπο σε πρόσωπο κάτω από την ιαματική φτερούγα της αβεβαιότητας.

Και ένα μόνο φτερό αρκεί.

Το να τέρπει αρκεί.

Κάθε Ανάγνωση ανιχνεύει μια παιδαγωγική που προσπαθεί να παραμείνει ασύλληπτη.

Κάθε κείμενο υπόκειται στην αδικία. Είναι νόμος της σύνθεσής του.

Η Διαφορά είναι άλυτη λόγω έλλειψης κριτικού κανόνα· υφαίνει και ξηλώνει το κείμενο.

Η γραφή είναι μια φιλοξενία. Όμως η διασπορά της σε κείμενα θερίζει διαμάχες.

Κάθε κύριο όνομα, καταλήγει χρησμός από την πολυχρησία· ένα ρίζωμα άπειρων προεκτάσεων.

Ο ερμηνευτής είναι άρπαγας της ευκαιρίας.

Ένα νεύμα είναι σημείο μηδέν. Αρκεί για να εκκινήσει οποιοδήποτε κειμένο. Αρκεί και ένα μόνο φτερό.

Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

Οι Σοφιστές μπαίνουν στην πόλη και διασπείρουν τον ιό της διχογνωμίας. Η πόλη εάλω από αόρατο εχθρό, ιός παράσιτος στις στοματικές διαμοιβές, στο αγοραίο φαγοπότι. Το σώμα της πόλης υποφέρει. Η καθεστηκυία ταξη, Πλάτων και λοιποί, φοβούμενοι ακόμη και για είσοδο στη πόλη του έτερου απειλητικού γένους για την ιδιοσυστασία της, των Ποιητών, οι οποίοι θα ξήλωναν με τρόπο ανεπανόρθωτο κάθε κωδική ύφανση, αναθέτουν στον Σωκράτη να βγει μπροστά και να υπερασπίσει την πόλη. Ο Σωκράτης όμως δεν θα μείνει αλώβητος, ο ιός θα τον προσβάλει και θα τον μεταμορφώσει μπροστά στα έκπληκτα αυτιά του Πλάτωνα, αρχικά σε έναν Σοφιστή, και εντέλει σε Ποιητή. Τα αντισώματα δεν άντεξαν, ο μάχιμος λόγος των παρασιτιστών φαρμακέων θριάμβευσε. Ο Σωκράτης διακηρύσσει το ποιητικό του credo καθιερώνοντας τον θεσμό της Παρανάγνωσης στην πόλη.

Μια παρανάγνωση του Καρουζικού “Credo” από το φινάλε του άκλαφτου εικονοκειμένου μου “PHILOSOΦΗMA vs ΦιλοσόPHICAL” (βλέπε και χθεσινό ποστ). Πολλές ευχαριστίες στη Μαρία Σπανού για την δακτυλογράφηση.

Image

O ΑΚΛΑΦΤΟΣ ΝΤΕΡΙΝΤΑ

Κάποτε, αναφέροντάς τον σε γράμματα ή κείμενα, συνόδευα απαραίτητα το κύριο όνομα “Ντεριντά” με το επίθετο “άκλαφτος”, αν και ο μετρ (επι)ζούσε ακόμα. Πράγματι πήγε άκλαφτος, αυτός και η αποδόμησή του. Επικράτησε (ελλείψει πατρός και όθωρος) η ερμηνευτική σπουδή, το αντίπαλο δέος της άλλοτε διαμάχης τους. Η βεβαιότητα δηλαδή, πως μπορεί ο αναγνώστης να αποκτήσει πρόσβαση στο μυαλό γενικά και στο θέλειν ειπείν του συγγραφέα ενός κειμένου. Μια παρεξήγηση ανάμεσα στα συγγενικά hören και gehören. Κάθε γλώσσα βλέπεις, έχει τα δικά της βάσανα απεύθυνσης.

Έγραφα λοιπόν διαβάζοντας την Φαρμακεία Πλάτωνος:

[ απόσπασμα από το “PHILOSOΦΗMA vs ΦιλοσόPHICAL” ]

” Gad-am-mer: Eπιστρέφουμε, λοιπόν, στο κείμενο του Hei -de-guerre…

”Το ακούειν είναι συγκροτητικό στοιχείο του ομιλείν. Αυτός είναι ο σύνδεσμος που μας κάνει να στήνουμε αυτί στο κείμενο αφού έτσι, ακοή και ομιλία συμπλέκονται ως ένα αμοιβαίο ακούειν”. Αυτός είναι, Φαίδρε, ο τρόπος με τον οποίο βρίσκεται ένας ερμηνευτής στο κτίσμα/κείμενο, ο τρόπος με τον οποίο είναι δεμένος με αυτό: ανήκει στο κείμενο. Το ακούειν (Hören) συνριζώνεται με το ”ανήκω” (gehören). Hören hört Zugehörigkeit (το ακούειν ακούει το ανήκειν,)

Φαίδρος: Βlindes Zuhören ist die Sklaverei der Zugehörigkeit (το τυφλό ακούειν είναι η δουλοπρέπεια του ανήκειν).

Gad-amm-mer: Geshut the fuck up, Φαίδρε και άκου…”

Image

ΕΞΟΙΚΕΙΩΣΗ IS A BITCH

είπε
πως η μάνα της
έπαιζε σφαλιάρες
με τον θάνατο

το πέρασε και στην ίδια
αυτό
με δαύτονα.
κάπως.

εγώ δεν το ‘χω έτσι

κάνω μεγάλη χασούρα
σ΄αυτήν τη μπαρμπουτιέρα
όχι πως με νοιάζει κι όλας
(χαζεύω ακόμα τις επικούρειες δορκάδες)

έτσι παίζω
γι αυτή
και για τα χρώματα
που αν μαυρίσουν θα με σκάσουν.

τόσο απλό
σχεδόν χαζό.

φΑΣΜΑΤΙΑΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ

Image

Μέχρι τα ντορμιτόρια της συνείδησης ακούστηκε το μουρμουρητό του. «Τέρπομαι γαμώ τη φάρα μου την ευγενέστατη που να πά στο διάολο όλη μέσα…»

Με αγκωνιές και κουτρουβάλες βρέθηκε στο νησί. Σαν από μεθοζάλη διαρκείας τον ανέβασαν οι άνεμοι στο βαπόρι. Και σαν τυλιγμένος σε ατομικό τυφώνα σβουρίχτηκε και πήγε, όπου πήγε.
Και με το που πάτησε γη, στάθηκε, ίσιωσε μαλλιά και μύτη, ανάσανε μία βαθιά και μια πνιχτή σαν φτάρνισμα και κατούρησε όθεν όπου ιστάμενος ίστατο.
Φαός εν τη αγνοία του κείθε αναδύθηκε, μα ο ίδιος ωσάν καλός και κέρινος το συναισθανόταν το όλο σαρκίον του μαζί με τα κόκκαλα και για ψυχή καβάτζα κόκκινη κλωστή ντεμισέ, αχρείαστη νά ‘ναι για μια ώρα δύσκολη, να κόπτεται.

Όμως, με αυτή την Ἐπιφάνεια τα ραδιόφωνα άνοιξαν, οι τηλεοράσεις ξεκίνησαν, σαν αυτόματα όλα τα μαγνητικά πεδία πήραν τον ανήφορο και μαρτυρούσαν την απρόσμενη άφιξη! Και το τι ακουόταν δεν περιγράφεται. Τι «Νεκροφάνεια αδιευκρίνιστου ήρωος στο νησί μας», τι «Ωραίο θέαμα για τον τουρισμό του νησιού μας με κύρος πολιτιστικού δρώμενου σήμερα πριν λίγο στην προβλήτα μην το χάσετε γιατί θα χάσετε»! Και δώστου θαυμαστά και παράξενα που στόλιζαν την, κατά τις δικές του προσλήψεις της στιγμής, απλή, απλούστατη και ολοκέρινή του ύπαρξη.
«Το πνεύμα μου φωτίζεται·
η γη που τα ποδάρια μου βαστάει·
ωμό κι αθέλητον με πάει
ωσάν από μία ράχην
βουνού, εις λαγκάδι.»

Από το κέντρο Κβαντικών Τυπολογιών έτρεξαν να συναντήσουν αυτό το γεγονός -έτσι τον όριζαν αυτοί, ως γεγονός- γιατί 32 χρόνια από την ίδρυση αυτού του ερευνητικού κέντρου μόνο μία φορά είχαν την δυστυχία να φανούν χρήσιμοι στην τοπική κοινωνία, τότε που η μαία του νησιού είχε μια δύσκολη γέννα και χρειάστηκε την συνδρομή του διαχωριστή πρωτονίων για τα σιαμαία που έσκουζαν την μοίρα τους επειδή εμφανίστηκαν στο σκατονήσι με κβαντική υπέρθεση κώλου με στόμα.

Καταπληγείς από την υποδοχή ο φασματίας μας! Άνθρωποι, ζώα, κόσμοι και φρίκες ξεχωριστές καθείς και καθεμιά ολόγυρά του· πόνοι, τσαλαπατήματα, παιδιά γυρεύαν τις αληθινές μανάδες τους· μαινάδες πετούσαν στα πόδια του τα παιδιά τους· παράτα πολυεδρική παρετίθετο. Κι αυτός να ενισχύει το στίγμα του, να το διευρύνει και να το κάνει κρατήρα με το συμπάθειο, απορροφώντας την ενεργειακή βιζαζερί που βουζβούιζε γύρω του!
«Ω, οι σωροί περνάουσι
των μάξιμων ανθρώπων,
πήλινοι ναύται, λούτρινα,
ανδρείκελα, στρατιώται
κι ήμερος όχλος.»

Οι κβαντικοί κατέφτασαν. Μαγευθήσαντες εκ πρώτης. Μα, ως επιστήμονες και βαθύμενοι από καιρό στα ενδότερα της φύσης, παρά την τεράστια άγνοιά τους για δαύτη, ξεκίνησαν να του ξεκάνουνε την προφανή αίγλη την οποία είχε παρενδυθεί – άθελά του βέβαια, εξαιτίας της συλλογικής μανίας περισσότερο, η οποία τον εφόρτιζε με τα οργονικά ρευστά, του παρόντος και απόντος πλήθους.
«Θα θέλατε να σας βάλουμε σε φασματοκλάστη υποατομικών σωματιδίων;»

«Καλέ αυτός είναι ο Κάλβος! Ο μεγάλος μας ποιητής. Πωπώ, έχασα πάσα ιδέα!»

ΣΤΟ ΤΟΠΙΚΟ ΡΑΔΙΟ «ΤΟ ΚΥΜΑ» ΜΙΛΑ Ο ΖΑΚ ΝΤΕΡΙΝΤΑ

Η σχέση μας με το φάσμα είναι απαραίτητη. Η φασματική λογική, η «hauntology», είναι ένα τεράστιο πεδίο σκέψης που περιλαμβάνει άλλα επιμέρους: οντολογία, εσχατολογία, τελεολογία, ακόμη και ιδεολογία. Αυτό που διακυβεύεται είναι η σχέση με ένα ριζικό άλλο, από άλλη εποχή, στο βαθμό που δεν είναι παρόν, αλλά δεν παύει να επιστρέφει. Είναι το πνεύμα του άλλου εφόσον αυτό αρχίσει να μιλάει. Αυτού που δεν υπάρχει πια, δεν υπάρχει ακόμα ή δεν υήρξε ποτέ.
Για να αποκτήσουμε πρόσβαση στην hauntology, πρέπει να πάμε πέρα από το πένθος για ένα φάσμα. Είναι μια υπόθεση χαμένου χρόνου παρά μιας χαμένης ψυχής.

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ ΝΑ ΖΕΙΣ

Το φαινόμενον είχε επιδράσει στον καθένα. Στον καθένα προβάλλονταν οι περιστάσεις στις οποίες η ύπαρξή του είχε σκαλώσει αναπόδραστα και γι’ αυτό κατηγορούσαν, όλοι ανεξαιρέτως, την Ιστορία:

Η νεαρή καλλιτέχνις που παίζει με το όνειρό της-
«Όλες οι νοσηρές διαταραχές της διανόησης, ακόμη και αυτό το ημι-τρέκλισμά της που συνεπάγεται ο πυρετός και η έξαψη που προσφέρουν οι καρποί της, είχαν παραμείνει μέχρι σήμερα εντελώς άγνωστα πράγματα για μένα.Έπρεπε να τις διδάξω στον εαυτό μου με επινοημένες μεθόδους. Το αίμα μου κυλάει αργά. Και όμως, κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να διαγνώσει τον πυρετό μου. Ένας γιατρός που με αντιμετώπιζε για κάποιο διάστημα ως νευρική περίπτωση, είπε στο τέλος: «Όχι! Δεν υπάρχει τίποτα κακό με τα νεύρα σου, μόνο εγώ είμαι ο νευρικός εδωπέρα.» Οποιοδήποτε είδος μερικού εκφυλισμού είναι απολύτως επιδεικτικό. Η κατάσταση των ματιών μου, που μερικές φορές πλησιάζει επικίνδυνα στην τύφλωση, είναι επίσης μόνο συνέπεια, όχι αιτία: έτσι ώστε με κάθε αύξηση της ζωτικότητας η όραση να βελτιώνεται και πάλι. – Ανάρρωση σημαίνει για μένα μια μακρά, πάρα πολύ μεγάλη διαδοχή ετών – σημαίνει επίσης δυστυχώς υποτροπή, επιδείνωση, περιόδους ενός είδους παρακμής.»

Η δυστυχισμένη τραγουδίστρια της νήσου-
«Κυνηγημένη από πιθανά μέλλοντα μάδησα την Ζωή μου. Μέσα σε έρωτες, με το αίσθημα να γεμίζει σαν κοσμική σκόνη τα μάτια μου που έλαμπαν πάντα δακρυσμένα.»

Μια ωραία πεταλούδα-
«Well I’m a human fly
I-I spell F-L-Y
I say “Bzz Bzz Bzz”
A-and it’s just becuz
I-I’m a human fly
A-and I don’t know why
I got 96 tears and 96 eyes»

PLAZA TAUPE

Image

Περίμεναν τον Λάπα. Του είχαν μηνύσει να έρθει. Ήταν σοβαρό. Έμαθαν ότι θα έρθει.
Και γύρω από αυτήν την αναμονή θα ανοιχτεί όλη τούτη εδώ η επιστήμη. Ωσάν το πάρεργό της.

Περίμεναν λοιπόν τον Λάπα να τους μιλήσει. Πολλά πρόσωπα. Όπερα με κάπνα και μπόχα μουρμουρητών και ρούχων από την πλατεία ως επάνω στον τελευταίο εξώστη. Κακοφωτισμένο μέρος. Μια χρωματική σούμα plaza taupe της pantone όπου κάθε σκιά απορροφιόταν στο σημείο όπου έπεφτε. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια χαμηλότονη βραδιά. Ήταν όμως απόγευμα ακόμη, ο Λάπας δεν είχε φανεί και όταν το κεντρικό πρόσωπο μιας υπόθεσης λείπει, πολλά τραγούδια ψάλλονται nella gloria della sua assenza.
Μερικοί του πλήθους, εννέα, αποχώρησαν για να πάνε σε άλλες υποθέσεις. Αντικαταστάθηκαν από άλλους με μια κάποια σπουδή.

Ο Λάπας ξεκίνησε να πάει.
«Αν αυτό σταματούσε. Αν μια μέρα αυτό σταματούσε.», σκέφτηκε. Και η πορεία του έμοιαζε με τροχιά εξιταρισμένου αποστόλου σε αποστολή που δεν ήταν άλλη από τη διάδοση αυτής της επίμονης σκέψης που του είχε εκλαμφθεί. Μια τροχιά οιονεί ανεπίστροφη.

Ο Λάπας έφτασε.
-Βλέπω ξανά την παλιά σύνθεση, σαν μια πινακοθήκη χαρακτήρων στιγματισμένων από παλιά προβλήματα. Ξεχασμένα ψυχικά νοσήματα. Τι θα μου ζητήσετε αυτή τη φορά; Να κάνω τι; Τι έχω να σας πω; Τι θέλετε να κάνω; Τι παραπάνω θέλετε από μένα πέρα από την παρουσία μου εδώ ή όπου αλλού τυχαίνει να υπάρχω; Έχω έρθει τόσες φορές σ’ αυτήν ακριβώς την θέση και δεν κατάφερα να αλλάξω ούτε ένα βήμα στη διαδικασία στην οποία με σέρνετε ξανά και ξανά. Αυτή θα είναι η τελευταία φορά.

«Ποτέ δεν μας έχεις πει κάτι. Είτε έρχεσαι είτε όχι είναι το ίδιο. Μόνο διαμαρτυρίες και πικρά λόγια έχουμε ακούσει από εσένα. Θέλουμε μια υπόθεση, αρχή μέση τέλος. Απλό.» του απάντησε ο θεατής Βλύσσος, ένας από τους αντικαταστάτες των θεατών που αποχώρησαν.

Κάποιος από ψηλά, από τον έκτο εξώστη, φώναξε: «Τι λέτε εκεί κάτω; Πιο δυνατά! Δεν ακούμε.»
«Τι να ακούσεις; Τα ίδια και τα ίδια. Καμιά πρόοδος.» φώναξε μια θολή και πρησμένη φιγούρα έτοιμη να σκάσει.
«Αχρείος! Αχρείαστος! Αχινετός με εχθρικά αγκάθια, ολόκληρος! Σαχαρώδης κι αμμουδερός χωρίς ίχνος ανθρωπιάς, όπως μας τη βύζαξαν οι σκύλες οι μανάδες μας. Σκατά, σκατά! Ναι στα σκατά!» ούρλιαζε ο Γενικός Παρακράτης της Αρκουδαιμίας Αμυδρών.
«Υπάρχει αγάπη για όποιον μπορεί να την δει» παρεμβλήθη μια φωνή ισχνή σαν τον κύριό της τον οποίον φρόντισαν αμέσως οι διπλανοί του με ξυλοφόρτωμα. Όχι πως οι παραδιπλανοί δεν του έριξαν κι αυτοί στα τυφλά μερικές γροθιές του είδους όπου-κάτσει, εθιμοτυπικώς κινούμενοι.
Ω Αγρία Σκυλότητα!

Ούτε για σκυλιά έτσι. Όμως η ανθρώπινη φωνή του Λάπα συνέχισε, προσκρούοντας στους τοίχους του θεάτρου, να τους επενδύει σαν μια όμορφη βελούδινη ταπετσαρία παλαιού ρυθμού, εκείνου του πολύπτυχου μπαρόκ, ύφος το οποίο επιστρέφει κάθε τόσο σαν επίμονη κατσαρίδα.
Η υπόθεση εξελισσόταν κανονικά μέχρι που κάποιος έριξε την ιδέα να στείλουν να μηνύσουν του Λάπα να έρθει ο ίδιος να εξηγηθεί και έτσι, με αυτή την επιτελεστική του πράξη να ορίσει και τον χαρακτήρα της συγκεκριμένης μάζωξης. Ίσως μάλιστα να όριζε και τον χαρακτήρα του καθενός εκεί μέσα. Όπου βέβαια θα ήταν αυτό δυνατόν.

«Da capo!», μονολόγησε απελπισμένη η ταξιθέτρια και κάθησε σε μια άδεια θέση στην τελευταία σειρά να σιάξει λίγο το καλσόν της που είχε στραβώσει. «Τουλάχιστον στον “Κίτρινο Ύπνο” έσκασε λίγο το χειλάκι μας».

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΥΠΝΟΣ

Ι.

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΥΠΝΟΣ

Το Θέατρο Κήπου έσφυζε από κόσμο και έντομα. Ζεστή καλοκέρινη νύχτα, δύστονα που ανέπνεαν όλα, μπάμπουρες με βουητά σαν ακροαστικά. Μείωνε την όραση η πνιγηρή συνθήκη. Έλιωναν τα πρίμα και τα dolby του soundtrack αυτής της ποντικοπαγίδας. Κάποιοι -άκουσα να λένε- νόμιζαν πως ονειρεύονταν. Τελικά, κρυφακούοντας έμαθα πως θα δινόταν μια διάλεξη! Διάλεξη! Και η αφίσσα που εβόα «Ο Κίτρινος Ύπνος»; Απάτη; ‘Ετρεξε κάτι με τον Χρόνο ή τα χρόνια και παράπεσε η βραδιά σ’ άλλη βαρυτική καμπύλη; Όλα τα περιμένω πια από τους ανθρώπους και τα άνοστα κόλπα τους. Ξεπετάχτηκαν δύο σκύλοι από τους θυσάνους στα πλαϊνά του θεάτρου και έστησαν ένα βήμα μπροστά από την οθόνη. Σαν το αλλόκοτο ξόανο, άδειο ντιπ, ούτε καν μια γυναίκα μέσα, έστω τεμαχισμένη. Περίμενα να βγει. Και τίποτα. Και εκεί παραιτήθηκα.

Image

ΙΙ.

Η ΔΙΑΛΕΞΗ

Φαίνεται πως η ζωή μου, αυτό το δικαίωμα που απόκτησα ως εξ αγχιστείας μέλος σχηματισμένο με όλα τα έκδοχα ποσιμπίλια διαφόρων διατόνων μια μέρα ενός Ιούνη – ω και είναι τόσο μπλεγμένο ήδη αυτό!- είναι σαν να με επιστρέφει συνέχεια στο «Άλλο Σημείο».

Έμοιαζε να έχει μια εκκρεμότητα η βραδυά. Επέστρεψα. Είδα άδεια την θέση όπου καθόμουν χθές κι ο φωτισμός ίδιος. Προχώρησα σαν τον ψύλλο που η ίδια παλιά υποδοχή τον υποδέχτηκε, η γνώριμη θέρμη της ίδιας καρέκλας-ζώο, το γεμάτο θηλές δέρμα της.

Σε ποια συχνότητα εκρέω άραγε; Στα δεξιά μου έριχνε την μεγάλη σκιά του ο Ανατολικός της Λυών -σκέφτομαι πως καλύτερα Γεωγραφία παρά εκείνα τα ιστορικά σιχάματα με τις αδιανόητες μάσκες που θέλουν όλες τα ίδια πράγματα. Κρίμα, τόσο πολύ υλικό αλλά χαλασμένο-.

Καθήμενος στην χθεσινή μου καρέκλα βρέθηκα όρθιος σε βάθρο κακής ποιότητας, φορμάικα. Πολύ φως επάνω μου, τι να το κάνω τόσο!

«Λιγότερο φως παρακαλώ», φώναξα, μη ξέροντας προς τα πού. Το Θέατρο Κήπου γεμάτο, όλοι σε αναμονή. Φωνή γοόουντοο! Παντερήμων…ανέτοιμος για τέτοια. Πάλι. Το ίδιο.

«Αγαπητοί συνεντευκείδες, πολλά τα χάλια σας και απόψε».

Εδώ σταμάτησα.

Image

ΙΙΙ.

OI ΣΕΝΣΕΣΙΟΝΑΛΙΣΤΕΣ

Κι ενώ στεκόμουν άλαλος στο βήμα, έρχεται κατακέφαλα κοάν! «Η Σαθρότητα είναι άλλοθι για ένα άλλο είδος μέριμνας ή μήπως αγάπης;»

Ιδέα δεν είχα πόθεν ήρθε. Ό,τι έρχεται ακαριαία θέλει χρόνια για να εξηγηθεί. Ας το αφήσουμε προς το παρόν. Θα πάρουν τη σειρά τους τα πράγματα, θα βρούν πού να σταθούν. Οι αλήθειες εμποδίζουν το τρελαμένο ζώο των υπερυπόγειων αγώνων, την αντίληψη, να εργαστεί απρόσκοπτα. Μια το χρώμα, μια κάποια αισθητηρίαση, μια το εκτατό παρόραμα, ο καφές που χύνεται, ο Σιμούν ο φονιάς και τόσα μύρια άλλα.

Ας πούμε όμως κάτι γιατί άρχισε ένα σούσουρο στην πλατεία, είδα και κάτι γυρισμένες πλάτες. Είχαν μαζευτεί κάτι παιδιά και φώναζαν αλλά μέσα στην αναστάτωση δεν άκουγα ξεκάθαρα τι. Πέταξαν στον αέρα χαρτιά και μάζεψα ένα από κάτω. Με μια γρήγορη ματιά είδα ότι θα μπορούσα κάλλιστα να το απαγγείλω. Ήταν ένα πολυχρησιμοποιημένο χαρτί μετρίου αναστήματος σαν μπροσούρα χειρόγραφη με πολλά ορθογραφικά λάθη.

Πάνω κάτω τα εξής:

«Εμείς, η “Συντεχνία της Απλής Πράξης” αποφασίσαμε μετά από ψευδείς αναβολές και αναστολές να φανερωθούμε φορώντας τα αυτοσχέδια καπέλα μας ό,τι κι αν γίνει, βρέξει χιονίσει.

0 Υπάρχει μια μεγάλη σύγκρουση που την κρύβουν από τον κόσμο. Αλλά κι ο κόσμος δεν πάει πίσω. Ανέχεται μόνο τα εξευγενισμένα μέταλα των δικών του εκκρίσεων. Αυτός είναι ο λόγος που δύο διάφωνες κοσμοθεάσεις παραμένουν μπλεγμένες μεταξύ τους με ανάθεμα και παρακρούσεις γεννημένες από μία κοινή Ιστορία.

1 Στην αρχή ήταν το στρατόπεδο και η αναπόφευκτη καλοσύνη. Μετά μπερδεύτηκαν όλα τα συναισθήματα. Για εμάς τους νεοφερμένους η μόνη εικόνα που στοιχειώνει όλα τα χρόνια της ανάπτυξής μας είναι η εικόνα που έθεσε ως ηθικό όριο του ανθρώπινου είδους αναδεικνύοντάς την με το καθαρό του βλέμμα, ο Παζολίνι: το γερμανικό Lager: τo στρατόπεδο συγκέντρωσης.

2 Η οριστική συσσώρευση. Αυτή που υπερβαίνει την χρησιμότητα και την ολοκληρώνει.

3 Απίστευτες εντάσεις και νέφη λόγου έρχονται από τα βορεινά. Δεν ξέρουμε που θα οδηγήσουν όλα αυτά»

Στο μεταξύ τα παιδιά είχαν ανάψει φωτιά και άρπαζαν πράγματα από δω κι από κει, ό,τι έβρισκαν, για να την κάνουν να φουντώσει. Μόλις πήρε λίγο ύψος, άρχισαν να σηκώνουν τις καρέκλες και να τις πετούν στις φλόγες. Τόσο τα είχε συνεπάρει η έξαψη αυτής της διαδικασίας που, τα καημένα, παιδιά καθώς ήταν, δεν πρόσεξαν ότι μαζί με τις καρέκλες πετούσαν και τους καθήμενους γονείς! Ακόμα κι όταν το αντιλήφθηκαν όμως, δεν σταμάτησαν, από φόβο μην και σωθεί και σβήσει και χαθεί η φάση: το ομαδικό κατόρθωμα!

Ξεκίνησα να αναμεταδίδω τα όσα διαδραματίζονταν μπροστά στα μάτια μου.

«Βλέπετε, εδωνά δα! Ο κύριος Νέκυς, σοφότερος και εκβλητότερος από ποτέ! Η κυρία Νέκρα με σπασμούς! … Πώς είστε κυρία μου; … Θέλετε κάτι; … Τι μυρίζει έτσι;» Και λοιπά.

Παρατήρησα πως κάποιοι γονείς, με το που πετάγονταν στην φωτιά άφηναν να σχηματιστεί ανεπαίσθητα στα χείλη τους ένα χαμόγελο -και μόνον έτσι θα μπορούσα να το περιγράψω: πολύ ανθρώπινο! Ένας κύριος μάλιστα άρχισε το τραγούδι. Ο γιος του τον πλησίασε και με γουρλωμένα μάτια και σφιγμένους μύες στον λαιμό του, τον κοίταξε και είπε:

– Πατέρα μέλπεις; Δεν καίγεσαι;

Και ο φίλος δίπλα του, με τον ίδιο τετανικό ενθουσιασμό:

– Κάρλο, ρίξε του λίγο κέτσαπ μήπως πάρει μπρος και καταλάβει επιτέλους τι παίζουμε εδώ.

Image

IV.

Dove sta amore

Η ένταση είχε κατακυριεύσει τους πάντες, τα παιδιά είχαν ξεσαλώσει. Μια πλημμύρα χαράς, αγωνίας και θερμότητας σε βαθμό πυρετού. Δέν ήξερα γιατί συνέβαιναν όλα αυτά. Η φωτιά είχε πάρει τον δρόμο της. Τα έτρωγε όλα σιγά σιγά. Κάθε τόσο ανέβαινε και στεκόταν δίπλα μου στο βήμα ένα παιδί και εξακόντιζε ένα σύνθημα, άγνωστο προς ποιούς.

«Ούτε χίλια σκαλιά δεν πρόκειται να σας σώσουν. Βρωμάτε πανάθεμά σας!»

Μου έκανε εντύπωση ένα μικρό κορίτσι με σαλοπέτα, γύρω στα 10, που είχε καθήσει οκλαδόν στην άκρη της σκηνής και έγραφε σε ένα σημειωματάριο. Μετά από λίγο πλησίασε στο βήμα και άρχισε να απαγγέλει το ποίημα που μόλις είχε γράψει με τον τίτλο «Ο κίτρινος ύπνος».

«Και έτσι,

Τραγουδάω σε όλες τις πόλεις

Από την ίδια πόλη την κίτρινη κάθε φορά

Έφεσος Παλμύρα Σινασός Κρότωνας Γάζα

Ο κοινός τους άνεμος δεν μας αρκεί

Αν την αγωνία σου έχασες για πάντα

πώς θα γυρνάς, πώς θα χωράς

σε ξένα σπίτια;

Save.»…

Κοιταχτήκαμε για λίγο και κατάλαβα πως ήταν συγκινημένη. Τα μάτια της ήταν υγρά και κόκκινα. Μπορεί όμως να οφειλόταν στην κάπνα. Τι να πω; Δύσκολο πράμα η συγκίνηση. Παρόλο που διαισθάνθηκα ότι η μικρή ήθελε να με παρασύρει, προτίμησα να παραμείνω ασυγκίνητος… Συνέχισα: «Τι έλεγα; Δεν έχει πια σημασία. Ακόμα και στη μέση του δρόμου μπορούν να σε παρασύρουν αλα-μπρατσέτα δυο χαμογελαστές κυρίες μεγάλης ερυθρότητας με τις μαγείες τους, με τα τραγούδια τους, με τις ευφρόσυνες ανακολουθίες που έχει ανάγκη ο κόσμος εκείνη ακριβώς την αποφασιστική στιγμή, ο καλύτερος πιθανός κόσμος σε κείνο ακριδώς το κρικ της ακρίδας, το τικ του ψύλλου! Ο καλύτερος πιθανός κοασμός!»

Στο μεταξύ στην αφήγησή μου είχε υπερισχύσει το τραγουδιστικό πρότυπο της opera buffa.

Κάποιοι ιστάμενοι με πόζα αηδή στο αναψυκτήριο, δυο βαρώαροι της sinfonietta της βάρκας του Υαβάτου έγιναν λαγοί. Πανικώτατοι υγροκουβάδες χωρίς γλώσσα, μόνο μάζα και κίνηση, άρχισαν να πηγαινοέρχονται επί τόπου. Η σκηνή έγειρεν απότομα. Έσπασαν τα υδραυλικά συστήματά της που πριν την κουνούσαν σαν να έπλεε αμέριμνη σε μικρά ασφαλή κύματα και τώρα άρχισε να κάνει επικίνδυνες καμπυλωτές τροχιές ανεβαίνοντας ψηλά και βουτώντας βίαια κάτω. Έγινε ένα ταψί του Λούνα Παρκ, αλλά με άσχημο χαρακτήρα. Κάτι θα είχε προηγηθεί. Κάτι που δεν έπρεπε να έχει ειπωθεί. Όλοι άρχισαν να καμώνονται τους υπεύθυνους αυτής της μυθωδίας χωρίς σκοπό.

Όλο και κέρδιζε σε ύψος η τροχιά του ταψιού. Όλο και περισσότερο κρατούσε η παραμονή μας στον αέρα.

– Να πάμε κι άλλο προς τα πάνω, να μας δει ο Θεός να μας ασπρίσει τη ψυχή μέσα σ’ αυτήν τη σκοτεινή διάβαση.

Μετά, αναγκαστικά, απολύθηκαν από το Βάρος.

– Dove sta amore

– Where lies love

– Εδώ, εδώ! Στη πυρά και το κακόσταλτο το σοφό κουράδι.

– Πού είσαι; Κρατήσου.

– Εγώ δεν μπορώ πια άλλο. Σταματάω εδώ.

Dove sta

– Στα χαλάσματα της νύχτας.

– Dove sta?

Dove sta amore

Where lies love

Dove sta amore

Here lies love

The ring dove love

In lyrical delight

Όλα έχουν αποσυντεθεί και ανατιναχτεί και στον αέρα σχεδόν αναδιαταχθεί στα μέρη μιας μηχανής που ακόμα δεν βγάζει νόημα. Οι άκρες της είναι αναμονές καμιάς συνάντησης. Κι όμως είναι εδώ. Όλα. Άραγε θα τα χρειαστούμε ξανά; Κάποτε θα ασχοληθούμε πάλι με αυτά; Ήδη φυτεμένη θα παραμένει μέσα τους η περιέργεια μας. Εκείνη η αξεκαθάριστη απορία για την αληθινή καταγωγή τους. (Και εδώ θα εξαιρέσουμε οποιονδήποτε χαρακτήρα αναπτύσσεται πάνω στη ρίζα ανθρω-)

Image

.