°°°°
ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ
Οι πρίμουλες άρχισαν επιτέλους να σκάνε. Γιατί στο ξεκίνημα αυτής της ταραγμένης εποχής κάθε εκδήλωση είχε αναβληθεί. Η χαρά που συνήθως συνόδευε την άνθισή τους, παρέμεινε συσσωρευμένη και ανέκφραστη. Από πάνω μας ο καιρός έγειρε βαρύς και δεν έλεγε να σηκωθεί. Οι πρίμουλες εντούτοις αντλούσαν ζωή. Από άλλη πηγή. Κίτρινη και κρυφή.
Μετά από μέρες που επέμειναν πεισματικά στριφνές, τόσο που πιστέψαμε ότι είχαν πια ματαιωθεί, τις είδαμε επιτέλους να δηλώνουν το κίτρινο σαν λάβαρο της νίκης τους, ένα σινιάλο για να ξαναρχίσει η ζωή, ολόκληρη. Άνοιξε η πρώτη κι έπεσε σαν σχίσμα το κίτρινο στην μουντάδα εκείνης της περιοχής του χρόνου. Έπεσαν τότε και οι παβάνες με τα μούτρα στην άνθιση για να συνηχήσουν.
Θα περιέγραφα τη φάση σαν ένα μουσικό κουτί επενδυμένο με φόδρα από γκρίζο του ουρανού που ξεχάστηκε να παίζει μέχρι το τέλος της Άνοιξης. Στο μεταξύ συνέβησαν διάφορα.
ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΝΑ ΕΙΣΑΙ Ο ΡΑΒΕΛ
Όλα ριγμένα μέσα σε ένα ηλιακό όνειρο.
Κάθισα να παίξω την παβάνα της νεκρής ινφάντας. Πατάω στα χνάρια του Ραβέλ και περιμένω να την ακούσω να συνδέεται με τις σημερινές περιστάσεις. Με το αίμα να βομβίζει το τέμπο του στον πονεμένο καρπό μου, που, ασύνδετος από το υπόλοιπο χέρι, κάνει τα δικά του όπως ένα μικρό σοβαρό παιδί. Και με τον ήλιο από πάνω να υποβάλει τα δικά του έθιμα. Πρόκειται απλά για μια τέρψη. Μια αόριστη υπόσχεση της στιγμής. Ναι! Οι υποσχέσεις αθετούνται μα οι επιθυμίες επιστρέφουν. Το χαλαρά δεμένο παίξιμο. Να πατάς με όση δύναμη μπορείς να αναιρέσεις. Λες και η μηχανή του πιάνου ταυτόχρονα λειτουργεί και ξεχαρβαλώνεται όπως μέσα σε ένα ηλιακό όνειρο.
Έτσι, όλα προκύπτουν απλά, μόνο από την ευχαρίστηση του επηρεασμού τους από τα γειτονικά μέρη.
Μεσολαβεί το τηλεφώνημα της Μάρθας.
– Τι θαμπάδα σήμερα! Μια δίνη μες το κεφάλι μου, μας διέλυσε ο ήλιος. Συνέχεια αλλάζει χρώμα, αργά, κίτρινος και γκρι μαζί με τη σκόνη της πόλης.
– Τα δάχτυλα μου καίνε, οι ακτίνες του τα καίνε. Τα δάχτυλα του ήλιου πέφτουν πάνω στις σκέψεις μου.
– Εδώ, πίσω απ’ τους καπνούς, δεν υπάρχουν παρά μόνο στάχτες!
Ακούγεται από έξω ο σάλος του αναστατωμένου δρόμου, του διαλυμένου και ξαναμονταρισμένου συλλογικού αγωγού του εξεγερμένου πλήθους που σπάει και λειτουργεί ταυτόχρονα.
– Θυμάμαι το χρώμα του ουρανού εκείνο το καλοκαιρινό απόγευμα στις εφτά, όταν έφτασα στο κεντρικό ταχυδρομείο. Ίδιο χρώμα και σήμερα.
– Ίδιος πόνος στα δάχτυλα και σήμερα!
– Μέσα στη μεγάλη σάλα μια όαση, ανάμεσα στις στάμπες, τις σφραγίδες και τις αποστολές προς όλο τον γνωστό κόσμο κι ο Ηλιογάβαλος όρθιος στο τεράστιο τραπέζι της σάλας να στέλνει κι αυτός δέματα και τηλεγραφήματα στα αγέννητα παιδιά του. «Άραγε με κατάλαβαν; STOP»
– Οι άνθρωποι μπαινόβγαιναν για να διεκπεραιώσουν τις υποθέσεις τους κάτω από την πίεση διάφορων πολιτισμικών εξαναγκασμών. Ζιζάνια δίπλα δίπλα, κολλητά στα ωφέλιμα. Για να υπάρχουν, είναι ωφέλιμα κι αυτά.
Γύρω στις οκτώ ο Ηλιογάβαλος βγήκε στο ψιλόβροχο στεφανωμένος με άνθη βιβούρνας. Ερεθισμένος, μέσα σε μια ερωτική αναστάτωση ίσως και εξαιτίας της μπόρας που είχε μόλις κοπάσει, ίσως και εξαιτίας της μυρωδιάς από την διάχυτη κάπνα που για μέρες κάλυπτε τη διαφορά τού τι είναι ωφέλιμο και τι βάρος για την τρέχουσα υπόθεση της πόλης, ξεφώνησε προς το δικό του πλήθος που θεωρητικά κατέφθανε αν και ακόμη αδιαμόρφωτο: «Βιβούρνα, κόσμη μου σωτήρια!»
Είκοσι χρόνια μετά, το προσωπικό του κεντρικού ταχυδρομείου ακόμη συζητούσε γι αυτόν.
– Νομίζω πως ήρθε ξανά ένα απόγευμα. Ήρθε άλλος άνθρωπος. Μόλις που αντιλαμβανόσουν την παρουσία του. Τι να τον έφερε εδώ, άραγε;
– Είχε, νομίζω, έναν πόνο στον καρπό.
– Δεν είχε όταν μπήκε, εδώ μέσα τον έπιασε.
– Είχε.
– Εντάξει, είχε! όλα τα ΄χε. Αμάν πια!
– Με τα δάχτυλα τι είχε και τα χάιδευε συνέχεια;
– Τίποτα. Ήταν όμορφα.
– Έμαθα πως το κεφάλι του είχε πιαστεί ανάμεσα στα κάγκελα του μπαλκονιού στο σπίτι της παιδικής ηλικίας του, το ξέρατε αυτό; Αναγκάστηκε να δαγκώνει τα δάχτυλά του για να μην φοβάται. Από τότε τα ένοιωθε να καίνε, ήταν το σωματικό του mantra. Ίσως βέβαια να ήταν απλά η ιδέα του, γιατί εκείνη η παγίδευση τον τρόμαξε πολύ. Η σκέψη ότι θα μείνει εκεί για πάντα…
– Είχε ένα πιάνο δανεικό…
– Κλεμμένο.
– Δανεικό και κλεμμένο μετά.
Τα γεγονότα πάντα μας πιάνουν απροετοίμαστους, σαν πρόωρες γέννες. Και όμως, πάντα φτάνει κανείς αργά.
11 ΙΟΥΝΙΟΥ 1968
Όλη η γειτονιά στον κατηφορικό δρόμο, ήταν στρωμένη με εκατοντάδες πεταμένα αντικείμενα, σκόρπια σε όλη την έκτασή της. Ίσως κάποτε μια έκρηξη να έκανε κομμάτια τα γύρω νοικοκυριά αλλά η ανάγκη για μια καθημερινότητα χωρίς εκδορές και θραύσματα έστρωσε ένα ημιδιάφανο τζελ πάνω από τα απολιθώματα, εξομαλύνοντας εκείνο το αλλόκοτο παρελθόν που κάποτε ήταν κάτι, ένα παρόν.
Η Μάρθα Ρισάρ μπήκε φουριόζα στο σπίτι της για να γράψει το ρεπορτάζ για την εν δυνάμει απορρύθμιση των προβλεπόμενων, μια ακόμη σκηνή στην περιπέτεια της μέρας. Μια ακόμη ιδέα για ρεπορτάζ.
Άνοιξε όλα τα παράθυρα να μπει φρέσκος αέρας από τον παράδρομο όπου έπαιζαν παιδιά. Το φως είχε αρχίσει να πέφτει και ακόμα κρεμόντουσαν στα σχοινιά τα ρούχα, πλυμένα την προηγουμένη στο καινούργιο της πλυντήριο, ένα Πεζό από το εργοστάσιο των μεγάλων πρόσφατων απεργιών, στην εξεγερμένη πλέον περιοχή της Aulnay-sous-bois στα βορειοανατολικά της πόλης, εκεί όπου είχε ξεσπάσει η Ιστορία, μέχρι και τα στενά της οδού Εdgar Degas, δηλαδή στα σκόρπια μπορντέλα με τις μασκαρεμένες κυρίες επί των τιμών, τις νεαρές γυναίκες από τα σπίτια της παλιάς φρουράς του Παρισιού μαζί με τα άγρια εκδιδόμενα αγόρια από τα φτωχά προάστεια, ντυμένα όμως στα μετάξια, που διοχέτευαν πίσω στους δρόμους όλη τη μαγνητική ζωΐλα που αντλούσαν στο ημίφως αυτών των «σπιτιών» που φιλοξενούσαν εκείνον τον Ιούνιο τις εργατικές συνελεύσεις. Όλα υπέροχα και ταυτόχρονα ατελέσφορα καθώς όλοι και όλα αστοχούσαν για μέρες και νύχτες να αρθρώσουν ένα πρόταγμα αρκετά επιθυμητό ώστε να σβήσει την τρέχουσα δίψα για κοινωνική ενεργητική ανασφάλεια. Μόνο μετά από απανωτούς μαραθώνιους συνελεύσεων έγινε ξεκάθαρο ότι αυτό το αστείο θα ήταν αδύνατο έξω από τους ξενώνες της λιβιδινικής ενόρασης. Εκεί μέσα μπορούσαν να ελαφρύνουν τα στήθη τους ώστε να παραχθεί ασφαλής χώρος για τη νοσταλγία των αιματηρών επαναστάσεων. Στους δρόμους όμως, οι ανάγκες άλλαζαν πατρωνία και οι ορμητικοί θεληματίες ανακαλύπτονταν με αποσυντονισμένα τα ένστικτα ενώ η περίσταση απαιτούσε την λειτουργική ακρίβειά τους. Άλλο είναι το τέμπο του δρόμου. Οι παλιές πουτάνες το ‘ριξαν στην πολιτική.
«Αυτό είναι το κρέας, αγαπητοί φίλοι και ερίτιμες μάγισσες της αποψινής μας γιορτής» ξεστόμισε δείχνοντας το σαρκίο του, όρθιος, ο Γενικός Γραμματέας της Ομοσπονδίας Εργατών, ντυμένος μόνο επάνω, με το άσπρο, τσαλακωμένο και μπαλωμένο πουκάμισο του. Στον γυμνωμένο, κατακόκκινο κώλο του τα κορίτσια είχαν γράψει «ΞΥΛΙΕΣ ΔΩΡΕΑΝ».
Κάπου σκόνταφταν οι επιθυμίες. Έπεφταν πάνω στις cordons sanitaires, τις ουδέτερες ζώνες που είχαν ορίσει από πριν οι εργατικές συνελεύσεις, για να μπορούν εκεί να γίνονται οι διαπραγματεύσεις. Τα πρόσωπά μας συγκρούονταν εκεί. Και έχασκαν μετά σαν μαύρες τρύπες που δονούνται όλες μαζί σε ένα καθησυχαστικό νανούρισμα.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΦΟΡΤΩΜΕΝΟΣ ΜΕ ΔΩΡΑ*
Νοστάλγησα το θάνατό μας σαν επιστροφή
Μια ξάφνου ξανακερδισμένη αίσθηση,
η εβδόμη των ρευμάτων
Η ερημιά διόλου ήρεμη. Με ακκισμούς
μας περιπαίζει, μας περπατάει
η αποτόμως άρρυθμη ανατριχίλα των περισπασμών.
Μια ωκεάνεια εμποροπανήγυρη σιμώνει.
Τα μπλε κοπάδια των κυμμάτων κι ολούθε κεντημένα
βεγγαλικά τινάγματα,
γενέσεις αλλεπάλληλες, ρυθμοί και ψίθυροι
που ξεψυχούν στα ρείθρα της παμφώτιδας.
-Mammy?
-Illusions, stay calm
Ξερνάμε μπάλες με αέρα από τα σπλάχνα.
Παλάμες άφωνες της ηδονής, πλατείες της μπαρούτης.
Της ομορφιάς οι ζήτουλες εις τον αιώνα των αιώνων.
Σπίτια μας δεν γυρνάμε.
Το ρεπορτάζ της Μάρθας με τίτλο «Ένας Δολοφονικός Ιούνιος» αρχίζει με την παράθεση των γεγονότων:
«Μετά από 22 μέρες απεργίας και κατάληψης του εργοστασίου της Peugeot στο Sochaux, η οικογένεια Peugeot έστειλε τις Ειδικές Δυνάμεις Ασφαλείας οι οποίες εξαπέλυσαν μιαν ανήκουστη βία κατά των εργατών: Δύο νεκροί, οι Pierre Beylot, (24) και Henri Blanchet (49) και πεντακόσια, περίπου, άτομα τραυματισμένα.»
Και καταλήγει επαναστατική μπροσούρα:
«Η επιθυμία μας είναι ένας κύκλος που το κέντρο του βρίσκεται παντού και η περιφέρεια του πουθενά.
Την ιστορία μας αυτή την υποβάλλει το άπειρο, τόσο στην διάρκειά της όσο και στην δύναμή της.
Η μορφή της δεν μπορεί να μας παρουσιαστεί παρά μόνο ως απροσδιόριστη. Η έλξη της οφείλει να παραμείνει ακατανόητη.
Βγαίνουμε οριστικά από το φαύλο παιχνίδι με τις Αλήθειες. Έχουμε δυνατότερα μαγικά στην διάθεσή μας.
Ελλείψει ενός θνησιγενούς decorum αντάξιου της συγκίνησής μας παίρνουμε τα όπλα.
Κάθε άτομο από εμάς και ένα σύμπαν από δισεκατομμύρια άτομα. Ένα άτομο μέσα στο σύμπαν.»
ΣΤΗΝ ΟΧΘΗ, ΣΤΟ ΟΡΙΟ, ΣΤΗ ΣΤΙΓΜΗ, ΣΤΟ ΦΤΕΡΟ
– Μάρθα, τι θα ήθελες να θυμούνται από εσένα;
– Δεν ξέρω.
– Εγώ όμως ξέρω τα πάντα για σένα. Θα γράφουν: «Τους νεκρούς της δε, ελάτρεψε. Η ιστορία της διαδόθηκε από σώμα σε στόμα. Και μάλιστα, χωρίς να μνημονεύεται το όνομά της, αυτός ο λεκές του κράτους».
– Για τις πηγές μας πρέπει πια να στρεφόμαστε στην Αφρική. Να κατανοούμε, για παράδειγμα, πώς κάνουν σινεμά οι κατακτημένοι, πώς αφηγούνται τον δικό τους κόσμο στο σινεμά. Τις μηχανές τις πήραν από τους δυτικούς και τώρα τους δείχνουν πώς εκείνοι χορεύουν όταν πολεμάνε και πώς εκείνοι τρελαίνονται όταν χαίρονται.
– Οι πρίμουλες τα εξηγούν υπέροχα όλα αυτά κάθε χρόνο, μέχρι τα τέλη Απριλίου. Μετά κλείνουν, κάθε μια με διαφορετικό ρυθμό, κάθε μια σε διαφορετική στιγμή και με άλλο τρόπο.
– Όταν θα πάρουν πίσω στα αποσαθρωμένα κράτη τους τις πολυεθνικές που παγκοσμιοποίησαν την εργασία, θα χρειαστούν νέα εργατικά χέρια. Οι πρόσφυγες, τα ασυνόδευτα, οι ακατάσχετες ροές γενικευμένης εκμετάλλευσης θα γίνουν τα φυτώρια των φθηνών εργατικών σωμάτων. Πόλεμοι μόλις και μετά βίας αντιληπτοί. Είμαστε κατακτημένοι από τις εικόνες που μας ενέθεσαν μέσω του φόβου για την ακεραιότητα του κόσμου που επιθυμήσαμε. Δεν μπορεί να γίνει λεπτοδουλειά στην υπόθεσή μας. Τα μεγάλα νεύματα που επεξεργαζόμαστε μοιάζουν ξένα. Πρέπει να ξεφορτωθούμε και τους εαυτούς μας ακόμη.
– Εσύ Μάρθα τι θα κάνεις; Τελειώνουν όλα. Πάλι.
– Θα ξανάρθω. Είμαι εθισμένη στον άνθρακα!
– Επαναθυσιασμένη λοιπόν.
(Γελούσαν ενώ ο αέρας δυνάμωνε και τους περιόριζε η νύχτα).
– Ναι, ναι! Τζάνκια της οξείδωσης. Τι καύλα! Να καίγεσαι σαν κεράκι.
– Πού είχαμε διαβάσει εκείνο το «Ω, τι ωραία, σταφιδόψωμο να τρώς και ποτέ, ποτέ να μην τελειώνει»;
– Στο «Μετά από πολλά καλοκαίρια» νομίζω.
Soir, dit il *
soir, dit elle
soir, disent ils
η φλόγα παίρνει
η φλόγα φέρνει
ό,τι έλαμψε
βυθίστηκε στον ουρανό
κι ελάφρυνε
το βάρος μου στη γη
τ’ αστέρια
έγιναν μικρά
παράσιτα της μνήμης
αυτός ο θόρυβος
τώρα είναι ο δρόμος σας
•••
*Τα ποιήματα του κειμένου είναι της Ευγενίας Βάγια.









