Φόβος φοβούμενος διαχέεται
όπως αντηχεί μια φωνή
μέσα στο φαράγγι.
Ποιος θα ζούσε μόνιμα εκεί;
Επίμονος και θρασύς συναγερμός
καταραμένου αυτοκινήτου επανωτίζει
τα λεπτά κελαηδίσματα.
Τα πουλιά της νύχτας υποφέρουν, σου λέω.
Ο γείτονας, παραταύτα
σφυρίζει ανέμελα κουβανέζικους ρυθμούς.
Θέλω να τον βρω
να τον ρωτήσω πως το κάνει. Ξέχασα πάλι
πως ρέει μια στιγμή.
Το αόρατο δέντρο των επιθυμιών | Γκέλη Ντηλιά
Από τον Νοέμβρη έχεις που στολίζεις
το αόρατο δέντρο των επιθυμιών
αφαιρώντας απερίσκεπτα ένα μήνα φθινοπώρου
μήπως και έρθει νωρίτερα η επίτευξη.
Φωτίζεις βεβιασμένα τα αθόρυβα σκοτάδια
που χαμηλόφωνα σε διατηρούν
σε κατάσταση ημι-τυφλότητας.
Δεν αντέχεις καθόλου την πραγματικότητα
όσο ο Δεκέμβρης αργεί να αριβάρει.
Σε κάποια διστακτικά μπαλκόνια τριγύρω
αναβοσβήνουν ήδη εξουθενωμένα
τα λαμπάκια των γιορτών.
Κάποια θα έχουν καεί ως τα Χριστούγεννα.
Τα υπόλοιπα ίσως αντέξουν μέχρι αρχές Γενάρη.
Βραδιάζει νωρίτερα έξω από τα παράθυρα της θλίψης
οι επιθυμίες σου φουντώνουν
και εσύ συνεχίζεις να στολίζεις θυμωμένη
δέντρο άυλο με στολίδια σκονισμένα
που υποφέρουν από αμνησία.
Δύο ποιήματα | Γεωργία Αλεξίου
Δάκρυα
Τα τελευταία χρόνια
οι σταγόνες της βροχής
βρίσκονται μόνιμα
στην άκρη της ίριδας.
Κάθε μέρα βρέχει
πόνο καρδιάς.
Κι αν μια μέρα δε βρέξει,
δε σημαίνει πως έλαμψε ο ήλιος.
Σημαίνει απλώς
πως πάγωσαν τα δάκρυα
στις κόγχες των ματιών μου.
***
Συνήθεια
Συνήθισα το σκοτάδι
το φως μού ανοίγει πληγές.
Συνήθισα τη σιωπή
το χαμόγελο μου φέρνει θλίψη.
Η “καλημέρα” ηχεί παράξενα,
σφυριά στην παγωμένη πέτρα.
Η χαρά, θαρρείς, κατάντησε
κακόγουστη φάρσα…
* από τις συλλογές Λογική της Έκτης Αίσθησης (1996) και Ματωμένος δρόμος (1998)
Απολογισμός | Γιώργος Σαράτσης
Ιανουάριος. Συχνά, η μοναξιά δεν είναι μοναξιά. Κουβαλώ βιβλία που σπανίως διαβάζω, σαν προοπτική συντροφιάς. Σε μια γωνιά της Ελλάδας —είμαι σίγουρος— άνθισαν ήδη οι πρώτες αμυγδαλιές.
Φεβρουάριος. Υπάρχει μια άγραφη ποινή για όσα κάναμε, μπορεί και καταδίκη. Μετρώ τους κορμούς των δέντρων σα να ’ναι ψυχές ανθρώπων. Δεν έχω που να πάω, γι’ αυτό επιστρέφω.
Μάρτιος. Δοκιμές του Ρέγκου με κάρβουνο και μολύβι. Σηκώνομαι και τα χόρτα κρατούν το σχήμα του κορμιού. Το κρανίο μου, τόπος όπου κατοικούν ξυλοκόποι και σφαγείς ζώων.
Απρίλιος. Μιλούσε στον ύπνο μου η θάλασσα. Όσα παρατηρώ, ένα κατ’ εξακολούθηση έγκλημα ομορφιάς. Γιγαντόμορφος ύπνος με καταπίνει. Γίνομαι απότομος, σαν γκρεμός.
Μάιος. Ναυάγιο μες στην ανθισμένη ύπαιθρο. Χωρίς νερό, χωρίς τρικυμία. Υπάρχει μία ηλικία όπου όλοι συναντιόμαστε. Όσα έζησα χωρούν σε λίγες μόνο σελίδες.
Ιούνιος. Γεμάτος ακατανόητες συμπεριφορές. Τελειώνουν οι λέξεις και μετά οι ζωές μας. Οι πόλεις, η άσφαλτος, το διαμέρισμα — όλα ένα απέραντο λάθος. Χρονικές οπές. Μας καταβάλλει η ματαιότητα.
Ιούλιος. Η ποίηση, μια ιστορία τελειωμένη. Κάθε τέχνη είναι απολύτως ανώφελη, γράφει ο Ουάιλντ. Η καχυποψία είναι στοιχείο ανεπάρκειας. Όσα κάποτε μελέτησα, καθόρισαν μυστικά τη σκέψη μου.
Αύγουστος. Ανθρακοθηρίο. Ψηλαφώ τα όρια ακμής, παραμέλησης και μεταμόρφωσης. Όλα χωρούν στο τίποτα. Τα στοιχεία της υπαίθρου φιλικότερα από τους ανθρώπους.
Σεπτέμβριος. Νύχτες με αγκάθια και έντομα. Αγαπώ τη θάλασσα, αλλά τη βαριέμαι. Βαριέμαι μάλλον ό,τι αγαπώ. Η ευλογία του νερού, η κατάρα των ανθρώπων. Παρηγοριέμαι με τη σκέψη ότι όλα είναι Θεός.
Οκτώβριος. Ό,τι συλλαμβάνω, μ’ έχει πρώτα συλλάβει εκείνο και με κρατά χειροπόδαρα. Συνομιλώ αποδοτικότερα με τους στίχους. Μου προσφέρουν τα απολύτως αναγκαία. Δεν υπερβάλλουν και δεν σιωπούν αναίτια.
Νοέμβριος. Αποτυπώνω την εγκατάλειψη. Η Θεσσαλία δίνει μορφή στο ασχημάτιστο. Ζω σημαίνει βρίσκομαι σε απόγνωση. Ο εγκλεισμός μετριέται σε τετραγωνικά.
Δεκέμβριος. Γέμισε το απόγευμα σκοτάδι. Μου κρατούν συντροφιά οι Κυριακές του Λάσκαρη. Ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. Μέσα μου έχω σύρει τον πιο μεγάλο βράχο.
* δημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο apotypoma.blogspot.com
2 ποιήματα | Κορνηλία Καδόγλου
Οι παραβολές
Οι νύχτες βαθιά ειλικρινείς τέμνουν στα δύο την αντίληψη.
Εσύ με αποστηθίζεις στα όνειρα και εγώ με διπλώνω σε τραύματα.
Δεν μας δίδαξαν τίποτα
οι παραβολές.
Αναζητώ την ουσία που θα ερμηνεύσει την αντίφαση.
Είμαι ο άδικος οικονόμος που επιστρέφει ως ακάθαρτο πνεύμα.
Μας καταπίνει το άλας της γης, πάρε την αφή μου και σκεπάσου.
Σου στέλνω ένα φόβο.
Στην κοιλιά σου ενηλικιώνονται άσωτοι υιοί
όταν την πλησιάζω μεταμορφώνεται σε κορυφή βουνού.
Στα πόδια σου μπήγεται το χάος.
Δεν τα αγγίζω.
Έγινες πέτρα.
Μισή χώμα μισή γη.
Σε ψάχνω σε αγρούς αίματος.
Να σε συνηθίσω.
***
Ο οβολός
Κάποτε θα κάνουμε μια βόλτα σε ένα μεγάλο περιβόλι.
Ζητιάνοι ανάμεσα σε τόσους άλλους
θα κουβαλάμε άστρα σε σιδερένιες παλάμες.
Οι λέξεις θα πωλούνται φθηνά σε άπληστους χρόνους
και οι σκονισμένες αγορές θα απορροφούν τα χρόνια.
Πίσω μας θα τρέχουν παιδιά με χάλκινα τσέρκια.
Εσύ, θα αγοράζεις Αθανασία και εγώ θα χαρίζω τους στίχους μου στην επαρχία.
Σε αμετανόητους εραστές που ξεδιψούν με κύκνεια άσματα.
Με φθηνά μελάνια θα τυπώνω αντίγραφα για τον Έρωτα
και με αυτά θα γεμίζω τους τοίχους.
Μην τύχει και με προσπεράσεις.
Αυτή η βόλτα που τόσο σε λυπεί
κάποτε θα ’ναι ο οβολός μας στην αλήθεια.




