It is unknown exactly when A Midsummer Night's Dream was written or first performed, but on the basis of topical references and an allusion to Edmund Spenser's 'Epithalamion', it is usually dated 1594 or 1596. Some have theorised that the play might have been written for an aristocratic wedding (for example that of Elizabeth Carey, Lady Berkeley), while others suggest that it was written for the Queen to celebrate the feast day of St. John. No concrete evidence exists to support this theory. In any case, it would have been performed at The Theatre and, later, The Globe. Though it is not a translation or adaptation of an earlier work, various sources such as Ovid's Metamorphoses and Chaucer's "The Knight's Tale" served as inspiration.
Καθόμουν όρθια και σε περίμενα.Είχα ήδη ανέβει τις σκάλες και περίμενα.Είχε ακόμη ήλιο.Όχι πολύ,δεν ήταν ενοχλητικός.Αντίθετα θα 'λεγα.Ζέσταινε το δέρμα μας.Όλων όσων βρισκόταν εκεί.Κόσμος περπατούσε,άλλοι βιαστικά άλλοι όχι και τόσο.Κατέβαιναν τις σκάλες γρήγορα γρήγορα.Σε λίγο, ένα νέο κύμα ανθρώπων θα ανέβαινε τις ίδιες ακριβώς σκάλες.Και πάλι από την αρχή. Δεν ξέρω τι ώρα άρχιζε όλο αυτό και πότε τελείωνε.Νομίζω κατά τις 2 τα ξημερώματα.Δεν με ενδιέφερε.Δεν θα κυκλοφορούσα στις 2.Τουλάχιστον όχι εκείνο το βράδυ.Απόρησα γιατί τόση ώρα σκεφτόμουν δρομολόγια.Είχα απορροφηθεί με το να παρατηρώ τους ανθρώπους αυτούς ενώ σε περίμενα.Ακούμπησα στο μαρμάρινο πεζούλι δίπλα στις σκάλες και έστριψα ένα τσιγάρο-βοηθά στην αναμονή.Από στιγμή σε στιγμή θα ερχόσουν.Πάντα έρχεσαι.Στην ώρα σου κιόλας.Δεν είσαι από αυτούς που αργοπορούν.
[...]
"Τώρα που το ξανασκέφτομαι έπρεπε να είχαμε πάει σινεμά. Καλή ιδέα είχες εξαρχής."
Δεν απάντησα.Προτιμούσα να κοιτάω το μπουκάλι της μπύρας.Δεν λέω πως ήταν πιο ενδιαφέρον απ'όσα μου έλεγες αλλά μιλούσες απλά για να το κάνεις.Δεν καταλαβαίνω με ποιο πρόσχημα οι άνθρωποι μιλούν ενώ δεν έχει νόημα να το κάνουν ή δεν έχουν κάτι να πουν.Ησυχία.Ιδιαίτερη λέξη.Δεν της έχει αποδοθεί ο σεβασμός που της αξίζει.Δεν καταλαβαίνεις.Μέσα σε μια μονάχα λέξη υπάρχουν τρία διαφορετικά γράμματα με τον ίδιο ακριβώς ήχο.Εκείνη τη στιγμή ήμουν σίγουρη πως αυτό το είπα φωναχτά.Γύρισα να σε κοιτάξω για να σιγουρευτώ.Αν όντως το είχα πει δυνατά θα το καταλάβαινα απ'την αντίδραση σου.Αντιθέτως,καθόσουν ακίνητος και κοιτούσες τα γόνατα σου.Σε κάθε άλλη περίπτωση θα προσπαθούσα να αναλύσω γιατί να το κάνεις αυτό αλλά εκείνη την ώρα δεν ήθελα.Σου έπιασα το χέρι.Σε ρώτησα αν ήθελες άλλη μπύρα.Είπες απότομα όχι.Το ήξερα.Σηκώθηκα και πήγα να πάρω μόνη μου.Πήρα δύο όπως και να 'χει.Γύρισα πίσω με αργό και σταθερό βήμα,πατώντας μέσα στα τετραγωνάκια του πεζοδρομίου.Σε βρήκα να καπνίζεις.
[...]
Περπατούσες γρήγορα.Δεν μπορούσα να κάνω το ίδιο.Είχε ήδη αρχίσει να νυχτώνει και τα φώτα στο δρόμο είχαν ανάψει.Πηγαίναμε μέσα από στενά.Είχε πολύ κόσμο.Καφετέριες και μπαράκια είχαν βγάλει τραπέζια έξω και ο κόσμος έμοιαζε τετραπλάσιος.Ήξερες ότι φοβόμουν να περπατώ ανάμεσα σε τόσο πολύ κόσμο ,ιδιαίτερα σε στενούς χώρους.Προχωρούσες μπροστά και με κρατούσες απ'το χέρι.Έπρεπε να στριμωχτείς για να περάσεις μέσα απ'όλο αυτό το μπουλούκι.Να συρρικνωθείς κατά κάποιο τρόπο.Αυτό είναι το κακό με τους ανθρώπους.Για να τους προσπεράσεις πρέπει να συρρικνωθείς.Να συσταλλείς και να διασταλλείς. Μέσες άκρες.Δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου.Κακό πράγμα το αλκοόλ(ψέματα-όλο ψέματα).Μου ζήτησες να περιμένω έξω από ένα μικρό μαγαζί.Δεν μου άρεσε αυτό το μαγαζί με το που το είδα.Τέλος πάντων, μετά από λίγο βγήκες.Κρατούσες μια μπλε σακούλα με μία κόκα κόλα μέσα. Ποιό το νόημα να δίνουν σακούλα για ένα κουτάκι μόνο;Συνέχισες να προχωράς.Τώρα μπορούσα να σε ακολουθήσω και δεν με κρατούσες από το χέρι.Δε χρειαζόταν άλλο.Φτάσαμε.
[...]
-Τι θέλεις;
-Δε θέλω κάτι.
-Έλα.Πες.
-Μα σου είπα.
-Καλά.Εσύ ξέρεις.
-Πάμε να φύγουμε.
-Γιατί;
-Θέλω να πάω σπίτι
Σηκώθηκες όρθιος.Κι εγώ επίσης.Στάθηκα μπροστά σου και σε κοίταξα.Μετά από λίγα δευτερόλεπτα με κοίταξες και εσύ,στα μάτια.Πλάκα είχε.Κάθε φορά έχει.Σαν να σε διαπερνούν καλώδια αμηχανίας. Θέλησες να γελάσεις.Το πρόσωπο σου σε πρόδωσε.Χα.
-Να.Πάρε!
-Μα τι κάνεις.Τι έκανες;
-Αυτό που έπρεπε.Αυτό που ήθελα.Πάρε.
Το πάρκο γέμισε αίμα.Ήταν άδειο.Γεμάτο αίμα.Και οι δυο τους στέκονταν αντικριστά.Αυτός ακίνητος,χωρίς να κινεί ούτε έναν μη του σώματος του.Αυτή,λίγο πιο κοντή απ'αυτόν,απέναντι του, με την καρδιά της στα χέρια.Σε λίγο ,όταν επανήλθε και κατάλαβε ξανά που βρισκόταν,πήρε την καρδιά,την έβαλε στην δεξιά τσέπη τού παντελονιού του,την πήρε απ'το χέρι και ξεκίνησαν για το σπίτι.