Τα blues της παλιάς χρονιάς

Image

Γαλανόσκυλος έρχεται

Image

Ένα βράδυ είμαι έτοιμη να κατεβάσω όλους τους διακόπτες πριν πάω για ύπνο. Μια τελευταία ματιά στο λάπτοπ για ένα μήνυμα σημαντικό, όχι και τόσο ευοίωνο. Αλλά η ζωή είναι ασπρόμαυρη. Και να, μια είδηση που αν και περιμένω από καιρό, είναι τόσο ευχάριστη που την επόμενη νομίζω ότι δεν ήταν και αληθινή.

Πόσο χαίρομαι όταν μια έκδοση βγαίνει στην αγορά “εκτός σεζόν”. Αντίθετα απ΄τη νοοτροπία που θέλει το αγαθό “βιβλίο” να συγχωνεύεται μαζί με τα λοιπά εμπορεύματα ως “δώρο”. Πόσο μ΄ ευχαριστεί όταν εικάζω ότι και ο συγγραφέας και ο οίκος δεν ποντάρουν στο παραπάνω χρήμα που κυκλοφορεί μες το Δεκέμβρη αλλά στην ομορφιά ενός κειμένου;

Όμορφο λέω το κείμενο που έχει ροή και νόημα βαθύ κι εικόνες που με τραβάν απ΄το μανίκι. Που περνάω με μανία από τη μια σελίδα στην επόμενη. Που όταν κλείνω το βιβλίο είμαι ακόμα μέσα στη πλοκή, στο ύφος, στους συλλογισμούς και στο συναίσθημα που αποπνέει το αφήγημα. Και ονομάζω όμορφες τις ιστορίες έναντι των παραληρημάτων, των γεγονότων έναντι των καταγγελιών, του χιούμορ που υποφώσκει πίσω από καταστάσεις της ζωής που θα μπορούσε νάναι ή έχει υπάρξει και δική μου: Μυθιστορήματα γραμμένα απολύτως σοβαρά για να μην παίρνουμε τον εαυτό μας τόσο σοβαρά!

Ο τίτλος του βιβλίου που αναφέρομαι μου προκαλεί μειδίαμα μαζί και έκπληξη: “Γαλανόσκυλος”. Αναρωτιέμαι και κρυφογελάω σαν να ρωτάω παλιόφιλο! Τί να επιφυλάσσει πάλι ο πολυπράγμων ο Απόστολος ο Δοξιάδης; Σε ποια παπούτσια θα χωρέσει και πού θα ταξιδέψει; Με ποια προσωπικότητα θα ταυτιστεί; Τον γνώρισα επαναστάτη, κι ας ήταν και ερασιτέχνης, αφέθηκα στη πένα του και στη συνέχεια και πού δεν με ξενάγησε; Πρωτοχριστιανός και μύστης και χουντικός και δολοφόνος και σκακιστής και πειραματιστής της επιστήμης, σοφός με ιδέες καταδίωξης υπό επιτήρηση μητέρας κόρης ανορεκτικής! Και μ΄εναν στίχο από Έλιοτ αλλά και επιστήμη και πολιτική, φιλοσοφία και αρχαίο δράμα. Ηomo universalis με τα όλα του. Του αποδίδω εντελώς συνειδητά τον χαρακτηρισμό. Δεν είμαι η μόνη.

Πώς να μην περιμένω το νέο του βιβλίο; “Δοξολογώ” -να μηχανευτώ κι εγώ τον νεολογισμό μου – άνευ ευτελείας και τα λοιπά, τα γνωστά. Αλλά μεροληπτώ βαριά. Είναι η κοινή καταγωγή μας, της διασποράς και αστική και αέναα προβληματισμένη και αναλυτική, (εκτός από τα μαθηματικά που εξαιρούμαι) αλλά από αυτά μια βάση λογικής επαγωγής, και μια ερμηνεία του κόσμου, ψυχοδυναμική: Μιλάω με τον Δοξιάδη ίδια γλώσσα.

Το εργαλείο κατανόησης -πάντα ατελές, πάντα με ανοιχτά ερωτηματικά για περαιτέρω γνώση κι έρευνα – με βάσεις στέρεες, Ελληνικές, κοσμοπολίτικες, πολιτικές κι ενημερωμένες, με ρίζα και ένα πνεύμα που σε καλεί ο συγγραφέας να γίνει ο πνευματικός σου αδελφός, ο πιο μεγάλος που σε μυεί και τον ακούς με θαυμασμό κι εμπιστοσύνη.

Τον περιμένω τον γαλάζιο σκύλο του,“όπως οι άλλοι το Πάσχα”.

(Άλλο παράδοξο, πάντα με παραπέμπει σε στίχους του Σαββόπουλου, του άλλου φανταστικού μου συγγενή.) Ίσως ένας παραπάνω λόγος για αδημονία, γιατί κι αυτός μου λείπει με τα παραμύθια του με τα ποικίλα, πλήρη και αναπάντεχα του σύμβολα, τα πρόσωπα κι οράματα για ένα σύμπαν που διαστέλλεται και αποκαλύπτει μέσα στην Ελληνική ξενότητα, το πιο δικό μου, το ανατρεπτικό, το πιο οικείο.

Ο τελευταίος χορός

Image
Παπανίκος εποίει

Όταν παραμονές γιορτών ξεπρόβαλαν από τη γωνιά του δρόμου τα χάλκινα, τα τύμπανα και οι ενήλικες ερμηνευτές καλάντων, τότε ήταν που άρχιζε η μαγεία κι η ανατριχίλα. Έρχονταν μέσα στο σκοτάδι και όπως σταματούσαν στις άλλες μονοκατοικίες τότε, αφού εμάς ήταν το νούμερο έντεκα, θα ακούγαμε τη μελωδία πέντε φορές ακόμα.

Θυμάμαι την προσμονή, τη θέα της αργοκίνητης μπάντας, και όταν έφταναν σ΄εμάς κι ανέβαιναν τα λίγα σκαλοπάτια από τον κήπο στη βεράντα πια, να είναι εκεί, για μας, το θαύμα των γιορτών να παιανίζει νότες και να λάμπει, να αντανακλάται πάνω στα μεταλλικά και γυαλιστερά πνευστά τους, να φτάνουν οι δονήσεις από τα κρουστά ως μέσα στα κορμιά μας.

΄Εχω μία αμυδρή ανάμνηση ότι για αυτή την ολιγόλεπτη επίσκεψη των άγνωστων μουσικών βάζαμε τα καλά μας. Ακούγαμε, κοιτάζαμε με έκσταση, με ρίγος. Περήφανος ο πάτερ φαμίλιας για τη χειρονομία αντάμειβε με χάρτινο μπαξίσι. Σε αντίθεση με τα παιδάκια που είχαν τηρήσει πρωτύτερα το έθιμο σε ώρες πρωινές. Η βιασύνη των γυναικών που ασχολούνταν με το νοικοκυριό, δεν θα χαλάλιζε παρά κάτι πολύ ψιλούτσικα νομίσματα ριγμένα πιο νωρίς μέσα το τάσι “για τα κάλαντα”.

Έχω μια ξώφαλτση εμπειρία από παρόμοια ακούσματα και κλίμα από επισκέψεις στη Θεσσαλονίκη. Εικάζω ότι η πόλη αυτή σαν και την άλλη Πόλη και η παραμονή για κάποια χρόνια των πατρικών παππούδων μου στη Βουλγαρία μου έχει αφήσει έναν σπόρο μυστικό. Που μόνο με το άκουσμα ενός μονάχα μέτρου μουσικής κοινής προέλευσης, ανοίγει, ρουφάει με ένα shortcut -τσακ-, αυτόματα από τις ρίζες, το ύδωρ της καταγωγής. Αυτούς τους σπόρους που κουβαλάμε όλοι μέσα μας. Που δεν τους ξέρουμε γιατί ούτε μιλάνε ούτε τραγουδάνε, ούτε κι αισθήσεις άλλες έχουν.

Όπως δεν ξέρω με ποιο μηχανισμό, ποιο δρόμο, με πόσα σπίτια σιωπηλά να ανάβουν πρόσκαιρα τα φώτα, όταν ακούω μουσικές από τα ίδια υλικά κι από τους ίδιους τόπους, η διασπορά και η σπορά των πάντα ξένων στην Ελλάδα, πατάει μία γη δικιά της.

Σ΄αυτή τη γη που τη πατούμε όλοι μέσα θε να μπούμε
να μπούμε με χορό
και να κρατήσουν οι χοροί αγαπημένε μου Διονύση.

Ο κόκκινος καθηγητής

Ερασιτέχνης Επαναστάτης, Απόστολος Δοξιάδης

Τρίπτυχο ηλιοστάσιο (21/06/25)

Το διάφανο σύννεφο

Image

που πετάει βουρκωμένο

Image

μεγαλώνει τη νύχτα

Image


Το τηλεφώνημα που δεν έγινε του Α. Δοξιάδη

Image

Τον παλιό εκείνο τον καιρό τα τηλεφωνήματα ήταν κρίσιμα ως μοναδικά μέσα προφορικής και άμεσης επικοινωνίας ανάμεσα από άτομα που τα χώριζαν μεγάλες αποστάσεις – κυριολεκτικές ή μεταφορικές. Στο σύντομο αλλά συναρπαστικό μυθιστόρημα του Α. Δοξιάδη παρακολουθούμε την πορεία προς την ουσιαστική ενηλικίωση ενός νέου στα χρόνια εκείνα.

Πρόκειται για ένα αφήγημα με πολλές ανατροπές. Η κύρια δράση εξελίσσεται μαζί με τον ψυχισμό του κεντρικού ήρωα. Αυτός διαμορφώνει αντίληψη για τη ζωή του και κάνει τις επιλογές του ενώ ταξιδεύει τον αναγνώστη σε παράδοξες καταστάσεις που σχετίζονται με τις σπουδές και τα ενδιαφέροντά του. Το κοίταγμα είναι αναδρομικό από τον παρόντα χρόνο.

Το ύφος, ο τρόπος του ξεδιπλώματος των γεγονότων και αναμνήσεων με τους εξαιρετικά ευφυείς συνειρμούς ξεφεύγει από οτιδήποτε έχω συναντήσει σε ανάλογα αναγνώσματα. Ο δρόμος που ακολουθεί ο Α.Δ. είναι σχεδόν απάτητος. Το τσαλάκωμα εαυτού και ο τρόπος που συσχετίζονται καταστάσεις, ιδέες, καλλιτεχνικά έργα και ρεύματα είναι μοναδικός.

Ο Ελληνικός, Αθηναϊκός μάλλον, μικρόκοσμος της μεταπολιτευτικής κουλτούρας σκιαγραφείται με χιούμορ μεγάλης ακρίβειας. Εκτός από εργαλείο που στηρίζει τη πλοκή, ο τρόπος που περιγράφεται o χώρος και η επικρατούσα νοοτροπία, σπαρταράει μες τις σελίδες. Ο βασιλιάς είναι γυμνός και ο Δοξιάδης στρέφει τον μεγενθυντικό του φακό με σατυρικό αλλά και αγαπησιάρικο τρόπο. Άλλωστε όλο το έργο διαπνέεται από το πνεύμα της ανατομίας του παρελθόντος και ό,τι περιείχε με τη σημαντική παράμετρο, να μην δαιμονοποιείται τίποτα από τα γεγονότα του. Το δράμα είναι αλλού.

Γιατί ο Δοξιάδης δεν έγραψε απλά ένα γοητευτικό ηθογράφημα αφήνοντας τον ενδότερο εαυτό του σε ρόλο παρατηρητή. Αυτό θα ήταν και μια μεγάλη ευκολία και ένα ακλόνητο άλλοθι που θα τον απάλλασσε από τις ευθύνες έναντι μιας άλλης ισχυρής εσωτερικής του ανάγκης.

Δυνατή η ανάγκη, και από τη φύση της, στοιχειοθετημένη από τα πιο ευαίσθητα υλικά, κάνει αρκετούς κύκλους, η αναγνωστική εγρήγορση δεν χαλαρώνει ποτέ! Βοηθάει και η απελευθερωμένη αλλά τιθασευμένη χρήση της γλώσσας. Βρήκα τον μετρημένο λυρισμό επιτυχώς μπολιασμένο με την επιστημονική συγκρότηση του συγγραφέα. Το ίδιο ευτυχής είναι και η σύμπτωση εμφανών αυτοβιογραφικών και μη στοιχείων. Έτσι που ο αναγνώστης ούτε να ωθείται σε εικασίες ούτε να χάνει το συναισθηματικό έδαφος της ιστορίας που διαβάζει.

Μια ακόμα πρωτότυπη γωνία θέασης αφορά στην ενασχόληση με μια γενιά, που τυχαίνει να είναι και δική μου, και με μια φάρα, εφήβων, νέων και νέων ενηλίκων της μεταπολίτευσης. “Εμείς οι εκκρεμείς”* λοιπόν βρεθήκαμε απέναντι στους παλιότερους που καλούμασταν να ξεπεράσουμε. Ειδικότερα, τη μερίδα των μεταπολεμικών γενεών που έπιασαν κορυφές, στη μόρφωση, τη καριέρα και την κοινωνική, διεθνή ενίοτε, αναγνώριση.

Μας παρείχαν όλα τα εφόδια για να ανεβούμε κι εμείς τη σκάλα που μας είχαν στήσει και μας προίκισαν με ευαισθησίες και καλό γούστο. Με άλλα λόγια, προϋποθέσεις που υπόσχονταν αυτογνωσία και γνήσια ατομική δημιουργία. Ωστόσο εν πολλοίς συνέβη το παράδοξο: τα τέκνα των λιγότερο προνομιούχων είχαν να κερδίσουν σαφή και απτά στοιχήματα, της επιβίωσης της κατάρτισης, όπως και να διατηρήσουν μύθους και θρύλους ηρωισμού και αυτοθυσίας.

Εμείς, οι λιγότεροι αλλά και πιο μπερδεμένοι χρειάστηκε να σκιαμαχήσουμε. Ασθμαίναμε πάνω σε μία σκάλα με μη ορατό τέρμα. Μαζί και ό,τι θα μας οδηγούσε στην πολυπόθητη ισορροπία που απαιτείται για αυτές τις ίδιες τις ακροβασίες. Ή ακόμα καλύτερα, και χωρίς αυτές.

Ένας ακόμα λόγος που θεώρησα κατά τη διπλή ανάγνωση -και διπλή, τριπλή αγορά του βιβλίου με σκοπό να το δωρίσω, ό,τι πιο βαθύ, τίμιο και τολμηρό, τρυφερό και συγκινητικό ανάγνωσμα των τελευταίων χρόνων.

*Από στίχο του Δ. Σαββόπουλου

Μαρία Ιωαννίδου

Με αφορμή μια συναυλία

Image

Σ΄εκείνη τη γωνιά του κόσμου, γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και άρπαξαν ζωή και θάνατο στα άσπρα τους τα χέρια. Άσπρα γιατί τα φρόντιζαν. Οι ίδιες αλλά και οι άντρες τους. Ακόμα κι αυτοί που δεν ήτανε δικοί τους. Άφησαν τα σημάδια τους “κόκκινα χείλια” γιατί τα έβαφαν, με όλη την ωραία αντίφαση: ανενυθρίαστα.

Κι αυτές τις αποτύπωσαν πότε υμνώντας, πότε υψώνοντας αλλά και ποθώντας χωρίς τις σεμνοτυφίες και τα προικώα αλισβερίσια, τα μόνα “προκαταρκτικά” που ξέρουμε ότι ίσχυσαν και ισχύουν ίσως σήμερα, στην επικράτεια μιας κοινωνίας Ελληνικής που σύρθηκε με φτώχεια και αμάθεια στα πόδια των τάχα ιερών θεσμών: του γάμου σαν μονόδρομου της γυναικείας μοίρας.

Προφανώς και εκεί, γιατί στη Σμύρνη αναφέρομαι, παντρεύονταν και έκαναν παιδιά αλλά η γυναίκα δεν έσκυβε με ευκολία το ωραίο της κεφάλι. Και βεβαιώνομαι όταν ακούω, όπως συνέβη και προχτές σε συναυλία, τα αυθεντικά, τα ρυθμικά και παθιασμένα αλλά μαζί και ώριμα και πρωτοποριακά τραγούδια της περιοχής.

Γραμμένα από άντρες για γυναίκες -αλλά και από γυναίκες με ρίζα από κει, παράδειγμα η γιγάντια Ευτυχία η Παπαγιαννοπούλου. Με στίχους και με μουσική φτιαγμένα για να ξεσηκώνουν, και να λικνίζουνε κορμιά σε τσιφτετέλια, και να ξεχνάνε τους καημούς που πάντοτε υπήρχαν. Που δόξαζαν με μια λατρεία σχεδόν θρησκευτική, να παιανίσουν τις παντοτινές, ή τις προσωρινές αγάπες

Και να κοιτάν κατάματα το θάνατο, να νοιώθουν σπίθες από μια φωτιά που έμελε να κάνει κάρβουνο και σκόνη. Και με αυτήν την ίδια σπίθα, το “μεράκι” να ανάβουνε ξανά και πάλι, εκεί ή αλλού όπου τις έριξε η μοίρα, όπου τις οδήγησε η επιλογή.

Μ΄αυτό που μπόρεσαν να τα αρχίζουν όλα, πάλι, με πείσμα και με όνειρο. Όπως κάθε πρωί βγαίνει ο ήλιος. Δοξάζοντας το σήμερα, το τώρα τους.

Γιατί το ξέρανε καλά και ας παρίσταναν πως δεν: ότι όλα κάποτε τελειώνουν.

Για το δρόμο, κείμενο, τραγούδι κι 1 ποίημα

Του δρόμου, έλεγαν παλιά, αποκλειστικά για γυναίκες. Τί εννοούσαν; κυριολεκτικά κολλούσαν την ταμπέλα σε όποια “δεν καθόταν σπίτι της”. Ευρύτερα, αυτή του πεζοδρομίου, η κοινή.

Η λέξη “σπίτι” εννοούσε την οικία όπως όμως και τον οίκο ανοχής.

Κι αναρωτιέμαι ποια αξία θα είχαν αυτές οι δυο λεξούλες αν δεν υπήρχε η κάθε μία απέναντι στην άλλη.

Τί νόημα θα είχε ο “δρόμος”, η εξωστρέφεια, η βόλτα, η ομαδικότητα του πλήθους που μας περιβάλλει, εκεί, στο δρόμο, αν δεν υπήρχε στον αντίποδα το “σπίτι”.

Η δοκιμή, η διαδρομή, έναντι του οικείου.

Χωρίς το δρόμο δεν υπάρχει ο προορισμός. Μα και χωρίς το σπίτι δεν υπάρχει νόστος, οίκαδε, είτε για τα ντουβάρια είτε τους ανθρώπους, ακόμα και απόντες από την εστία, που κάποτε την έστησαν και άναψαν στο κέντρο της φωτιά να ζεσταθούν και να ζεστάνουν.

Κρύα τα χέρια που δεν υπάρχει πόρτα και κλειδί που να ταιριάζει, να ανοίξουν και να μπουν.
Κι ο δρόμος μακρύς κι ερημικός αν τα πόδια δεν είναι πρόθυμα να αλλάζουν κάθε τόσο το ρυθμό και το βηματισμό τους.

Χαμένα επίκεντρα και ο δρόμος και το σπίτι, δεν υπάρχουν χωρίς το ένα απέναντι στο άλλο. Σπίτι πάνω στο δρόμο, και δρόμος για το σπίτι.Κανένα από τα δυο δεν θάχε τη δική του γοητεία, δεν θα τραβούσε απ΄το μανίκι η ζωή ό,τι κινάει εάν δεν είχε κάτι να αφήσει πίσω του

Καμιά φωλιά πουλιών
δεν φύτρωσε σε δέντρο
Την έχτισαν η αναζήτηση
κι οι πτήσεις πέρα δώθε
φτερά και πούπουλα ξεριζωμένα

μικρά κλαδιά σπασμένα

και οι ίδιες πέτρες που αστόχησαν

αυτές που προορίζονταν για κείνα



ταμπέλες, δίκτυα, ομιλία

Image

Ενδέχεται σε κάποια χρόνια να ανταλλάσσουμε μόνο σύμβολα, άλλα εκτός λέξεων, σαν τα εμότικονς και ακόμα πιο λακωνικά, ακόμα πιο “διεθνή” ή να μουγκρίζουμε και να βαδίζουμε ολοταχώς προς την προλεκτική κοινωνία, το φοβάμαι.

Ωστόσο αφού ακόμα έχουμε γλώσσα, να μιλάμε και να γράφουμε, σημαίνει ότι σκεφτόμαστε ακόμα.
Σκεφτόμαστε ακόμα, με λέξεις, όχι με ανάσες, όχι με βογγητά, όχι με τυποποιημένες εικόνες/επιλογή από προκατασκευασμένες φιγούρες και δεν μπορώ, δεν θέλω, να φανταστώ τί άλλο.

Πού σημαίνει ότι σήμερα υπάρχουν αποχρώσεις, περιγράμματα, περιεχόμενο πίσω από τα προφίλ των χρηστών κοινωνικών δικτύων με όνομα ή και ψευδώνυμο αλλά οπωσδήποτε όχι ρομπότ. Ότι πασχίζουμε να γινόμαστε κατανοητοί, πειστικοί, όσο μπορούμε καλαίσθητοι, ελπίζω.

Ότι ενώνουμε “τελίτσες” ότι συνδέουμε τα φαινομενικά ασύνδετα, ότι ο ελεύθερος μας συνειρμός, όσο λογοκριμένος κι όσο καθαρογραμμένος, λειτουργεί. Κι αυτό είναι η μεγάλη μου παρηγοριά, το ένωμα από τις τελίτσες που φανερώνει -ή αποκρύπτει – την πραγματικότητα του καθενός, της καθεμιάς μας, που γράφει ή δημοσιεύει μαζί με άλλα μέσα, στο χάος του διαδικτύου.

Αστράκια, ηλεκτρόνια, νετρόνια, μικροί μικροί πλανήτες που συναντιούνται ή κινούνται σε αέναη ομόκεντρη ή συγκρουσιακή πορεία, οσμώσεις γίνονται, ή συνεχίζεται ό,τι και μες το σώμα μας και το μυαλό μας. Της που… το κάγκελο, κοινώς.

Γίνομαι αγοραία; Μα και στα κοινωνικά μας δίκτυα όλοι και όλες δεν πουλιόμαστε; Μας πείραξε η λέξη από την αγορά της σάρκας; Και δεν πουλάμε πνεύμα μα και σώμα κάθε τόσο; Δεν σπρώχνουμε κάθε φορά τα όρια, όλο και πιο μακριά, όλο και πιο ευρύχωρα; Δεν λέμε τα ανείπωτα, και δεν γεννάνε σκέψεις κι άλλες σκέψεις οι διάλογοι που κάνουμε;

Για όλα αυτά εξομολογούμαι.

Καμιά φορά νοιώθω από κάπου απέναντι μίαν ανάγκη να μου αποδοθεί μία ταμπέλα. Τί κάνει αυτή εδώ; Και από πού κι ως πού υποστηρίζει κάθε τόσο κάτι άλλο; Και νοιώθω μία περίπου εξωλεκτική -κάτι σαν ουφ, ή κάτι σαν ¨αμάν”- και έναν θυμό που δεν εντάσσομαι στα δεδομένα τα κουτάκια.

Ή από δω ή από κει, ή με αυτούς ή με τους άλλους, ή συζητήσιμη ή απόλυτη, υπάκουη ή επαναστατημένη, με τη κουλτούρα ή με την πλέμπα, με την επιστήμη ή με παραμύθια, μια κυνική ή μια ευαίσθητη, μία πιστή ή μια ανεμοδούρα, ε πια ας αποφασίσει.

Σ΄αυτή τη φάση ευνοείται το λοιπόν και η κατασκευή ταμπέλας. Γιατί ό,τι είναι ανένταχτο δημιουργεί ανασφάλεια, ερωτήματα, μια απειλή από τις ανοιχτές αγκάλες στο περίεργο, πρωτόγνωρο και με τον τρόπο του πολύχρωμα ανακατεμένο σαν κι εμένα.

Αυτό είχα να σας πω κι ελπίζω να σας μπέρδεψα για να μιλήσουμε και να ξεμπερδευτούμε.

  • Calendar

    • January 2026
      M T W T F S S
       1234
      567891011
      12131415161718
      19202122232425
      262728293031  
  • Search

Design a site like this with WordPress.com
Get started