Filed under: Γεγονότα
Εδώ και πάνω από έναν χρόνο όλος ο πλανήτης ασχολείται με την… κυριότητα της Γροιλανδίας, η οποία (δύο αιώνες τώρα, συγκεκριμένα από το 1814) αποτελεί κομμάτι της Δανίας μα ο Αμερικανός Πορτοκαλί Καουμπόι έχει εκφράσει σε όλους τους τόνους πόσο πολύ θέλει να την έχει δική του και περιμένουμε πλέον να δούμε τι μέλλει γενέσθαι με αυτό το (αναμφίβολα πάρα μα πάρα πολύ σοβαρό) ζήτημα.
Εκτός όλων των άλλων σημαντικών που έχουν οδηγήσει τον Πρόεδρο Τραμπ στο να του κάνει αυτό το τόσο… στενό μαρκάρισμα, αυτό το ιδιαίτερο (και παγωμένο) κομμάτι του όμορφου κόσμου μας έχει και ποδόσφαιρο. Διαθέτει, μάλιστα, τη δική του ομοσπονδία (ηλικίας 54 ετών, καθώς ιδρύθηκε το 1971), Εθνική ομάδα (η οποία έπαιξε τον πρώτο της αγώνα το 1980) και πρωτάθλημα (που διεξάγεται ήδη από το 1954 παρακαλώ ενώ, λόγω των εκεί καιρικών συνθηκών που δεν χρειάζεται να περιγράψουμε πόσο δύσκολες είναι, η τελική του φάση παίζεται τον Αύγουστο μέσα σε… μία μονάχα εβδομάδα).
Στο παρελθόν και για τρία χρόνια, ωστόσο, η Γροιλανδία είχε διοργανώσει και το δικό της Κύπελλο, το οποίο έφερε το πολύ απλό όνομα «Κύπελλο Γροιλανδίας»!
Η διοργάνωση, το όνομα της οποίας είναι «Kalaallit Nunaat Imertarfik» στη γροιλανδική γλώσσα, ήταν για Εθνικές ομάδες και την «έτρεξε» η ομοσπονδία της Γροιλανδίας, συγκεκριμένα το 1980, το 1983 και το 1984. Τα αντιπροσωπευτικά συγκροτήματα που έλαβαν μέρος στις τρεις εκδόσεις του τουρνουά ήταν και εκείνα τρία: επρόκειτο για τη Γροιλανδία (duh!), την Ισλανδία και τα Νησιά Φερόε, τα οποία, θα θυμίσουμε, επίσης ανήκουν στο Βασίλειο της Δανίας. Από αυτές τις τρεις χώρες, μόνο η Ισλανδία ήταν μέλος της UEFA και της FIFA όταν έγιναν τα παιχνίδια.
Το Κύπελλο Γροιλανδίας διεξαγόταν με τη μορφή ομίλου, με μονά ματς. Σημαντική λεπτομέρεια είναι πως η ισοπαλία… δεν προβλεπόταν, καθώς είχε οριστεί ότι εάν μία συνάντηση έληγε δίχως νικητή θα έπρεπε να επαναληφθεί μερικές ημέρες αργότερα!
Η πρώτη διοργάνωση έγινε στην Ισλανδία, που αναδείχθηκε στο τέλος και πρωταθλήτρια, κάνοντας το… 2×2 καθώς νίκησε 2-1 τα Νησιά Φερόε και 4-1 τη Γροιλανδία. Στην τρίτη συνάντηση, τα Φερόε συνέτριψαν τους Γροιλανδούς με το ευρύ 6-0.
Το 1983 ήταν η σειρά της Γροιλανδίας να φιλοξενήσει, στη Νουούκ, την πρωτεύουσα και πολυπληθέστερη πόλη της, το Κύπελλο. Σε αυτήν την έκδοση οι Ισλανδοί απείχαν και το… τόπι κλώτσησαν μόνοι τους Γροιλανδοί και Φεροανοί σε μονό παιχνίδι. Η «μάχη» τους έληξε χωρίς σκορ και, όπως όριζε ο κανονισμός, οι δύο ομάδες διασταύρωσαν τα «ξίφη» τους λίγες ημέρες μετά, με τα Νησιά Φερόε να λυγίζουν μάλλον δύσκολα τους Γροιλανδούς με σκορ 3-2. Οι οικοδεσπότες άνοιξαν το σκορ μόλις στο 5ο λεπτό, αλλά ως το τέλος του πρώτου μέρους οι Φεροανοί είχαν κάνει την ανατροπή και προηγούνταν πια με 3-1. Στο 60’, οι Γροιλανδοί μείωσαν, αλλά ως το τελευταίο σφύριγμα δεν μπόρεσαν να ισοφαρίσουν. Να επισημανθεί, ότι τα παιχνίδια διεξήχθησαν σε ξερό αγωνιστικό χώρο – έπρεπε να φθάσουμε στο 2009 για να κατασκευαστεί στη χώρα το πρώτο γήπεδο που διέθετε τεχνητό χλοοτάπητα!
Το τρίτο και τελευταίο Κύπελλο Γροιλανδίας, τώρα, παίχθηκε το 1984, στα Νησιά Φερόε τούτη τη φορά, με παρουσία και των τριών… συνήθων υπόπτων! Οι αμφιτρύωνες και οι Ισλανδοί επικράτησαν των Γροιλανδών με το ίδιο σκορ, το «φτωχό» 1-0, αλλά το δικό τους ματς τελείωσε ισόπαλο, 0-0. Σε αυτήν την περίπτωση, όμως, δεν υπήρξε επαναληπτικός: Ισλανδοί και Φεροανοί ισοβάθμησαν στην κορυφή του γκρουπ και μοιράστηκαν το τρόπαιο.
Σε αντίθεση με τα Νησιά Φερόε, που εντάχθηκαν το 1988 στην παγκόσμια και το 1990 στην ευρωπαϊκή συνομοσπονδία, η Γροιλανδία εξακολουθεί να μην είναι μέλος κάποιας συνομοσπονδίας. Έγιναν προσπάθειες από τους Γροιλανδούς να ενταχθούν είτε στην UEFA είτε ακόμα και στην… CONCACAF, δηλαδή τη ζώνη Βόρειας και Κεντρικής Αμερικής και Καραϊβικής, στην οποία άλλωστε βρίσκονται πάρα πολύ κοντά, αλλά δεν τελεσφόρησαν. Έτσι, η Εθνική της Γροιλανδίας, η οποία έχει το κα-τα-πλη-κτι-κό παρατσούκλι «πολικά λούτρινα αρκουδάκια», δεν είναι αναγνωρισμένη από τον υπόλοιπο ποδοσφαιρόκοσμο, όπως και οι αγώνες που έχει δώσει, οι οποίοι θεωρούνται ανεπίσημοι.
Να πούμε, τέλος, ότι μπορεί το ποδόσφαιρο της Γροιλανδίας να είναι μάλλον ανυπόληπτο, αλλά έχει βγάλει έναν πολύ σπουδαίο παίκτη: τον εξτρέμ και επιθετικό, Γέσπερ Γκρόνκιερ, που γεννήθηκε το 1977 στη Νουούκ και έκανε πολύ καλή καριέρα, παίζοντας σε Άαλμποργκ, Άγιαξ, Τσέλσι, Μπέρμιγχαμ, Ατλέτικο Μαδρίτης, Στουτγκάρδη και Κοπεγχάγη, ενώ συμμετείχε σε δύο Euro και δύο Μουντιάλ με τη Δανία!
Filed under: Χωρίς κατηγορία
Ήταν ακριβώς τέτοιες μέρες το 2001, όταν η Καρλάιλ Γιουνάιτεντ έζησε μία από τις πιο δυσάρεστες περιπέτειες της ιστορίας της.
Οι «Cumbrians» συμμετείχαν για τρίτη σερί σεζόν στην τέταρτη κατηγορία του αγγλικού ποδοσφαίρου και, όπως ακριβώς και τις προηγούμενες δύο, πάλευαν για να αποφύγουν την τελευταία θέση της βαθμολογίας, που θα τους έστελνε στις ερασιτεχνικές κατηγορίες για πρώτη φορά μετά το 1928.
Οι κακές εμφανίσεις της ομάδας, όμως, δεν ήταν το μοναδικό που απασχολούσε τους πιστούς της – το ίδιο ίσχυε και για το ιδιοκτησιακό της καθεστώς. Από το 1992 το κλαμπ ανήκε στον Μάικλ Νάιτον, επιχειρηματία του real estate, ο οποίος το 1989 είχε (δίχως επιτυχία) επιχειρήσει να αγοράσει τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, κάποτε είχε δηλώσει ότι έχει δει UFO και το 1997, αφού απέλυσε έναν προπονητή, όρισε… τον εαυτό του ως αντικαταστάτη του (με την ομάδα να πέφτει στην 4η κατηγορία την ίδια χρονιά)!
Στα χρόνια του Νάιτον η Καρλάιλ έφθασε ως και την 3η κατηγορία, κατέκτησε το Λιγκ Τρόφι και σημείωσε και κάποιες ακόμη επιτυχίες, όμως σταδιακά οι φίλοι της άρχισαν να του εναντιώνονται και πλέον παρουσιάζονταν έτοιμοι να φτιάξουν το δικό τους trust και να τον διώξουν. Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, τα οικονομικά του κλαμπ δεν ήταν στην καλύτερη κατάσταση και η ποδοσφαιρική Ομοσπονδία είχε ήδη αρχίσει να… τα ψάχνει, ενώ από τον Σεπτέμβριο του 2000 και για πέντε έτη είχε απαγορευθεί στον Νάιτον να ηγείται οποιουδήποτε οργανισμού ως τιμωρία για μία άλλη υπόθεση στην οποία είχε εμπλακεί (και τα της Καρλάιλ «έτρεχε» ο γιος του, Μαρκ). Μύλος!
Τελικά, ο Νάιτον επέλεξε να πουλήσει τον σύλλογο και για μήνες προσπαθούσε να κάνει αυτό ακριβώς. Φθάνουμε, έτσι, στις αρχές Ιανουαρίου του 2001, όταν από το πουθενά «προσγειώνεται» στην επικαιρότητα της Καρλάιλ ο κύριος Στίβεν Μπράουν με τ’ όνομα.
Ο 47 Μαΐων, τότε, Σκοτσέζος, εξέφρασε, ως επικεφαλής επιχειρηματικού consortium, το ενδιαφέρον του να αγοράσει το 25% των μετοχών του Νάιτον. Μάλιστα, σε συνέντευξη Τύπου στο «Μπράντον Παρκ», το «σπίτι» της Καρλάιλ, ο Μπράουν επεσήμανε πως είχε επέλθει συμφωνία και παράλληλα αποκάλυψε ότι… το φυσούσε το χρήμα: είχε, είπε, 6,3 εκατ. λίρες από την πώληση ενός ξενοδοχείου στην Ισπανία, ποσό που διατίθετο να το επενδύσει στην ομάδα.
Ο Νάιτον έδωσε στον Μπράουν προθεσμία να καταθέσει τα χρήματα για την αγορά των μετοχών. Ο Μπράουν δεν εμφανίστηκε ποτέ. Το deal ακυρώθηκε και, σιγά σιγά, η… πικρή αλήθεια βγήκε στην επιφάνεια! Ο Μπράουν δεν ήταν ο… λεφτάς που ισχυριζόταν πως ήταν, ούτε έκανε μπίζνες εκτός βρετανικών συνόρων, όπως είχε ενημερώσει. Ήταν άνεργος, παλαιότερα έβγαζε τα προς το ζην ως σερβιτόρος σε ένα ινδικό εστιατόριο, που και που πουλούσε διαμερίσματα ως real estate πράκτορας, έμενε σε ένα γηροκομείο σε ένα σκοτσέζικο χωριουδάκι που λέγεται Πιμπλς, ενώ οδηγούσε μία… σακαράκα και όχι μία BMW, όπως είχε σε όλους πει!
Επιπλέον, αποκαλύφθηκε ότι μερικά χρόνια νωρίτερα είχε αποτύχει να αγοράσει μέρος των μετοχών της σκοτσέζικης Πάρτικ Θισλ (στο γήπεδο της οποίας είχε εισιτήριο διαρκείας) και είχε επιχειρήσει (ισχυριζόμενος ότι κέρδισε εκατομμύρια στη… λοταρία!) να επενδύσει σε δύο ομάδες ράγκμπι της περιοχής του, οι οποίες μόλις τον κατάλαβαν τον έστειλαν από εκεί που είχε έρθει! Τέλος, είχε δουλέψει για κοντά τέσσερις μήνες ως διευθυντής δημόσιων σχέσεων στην ερασιτεχνική σκοτσέζικη Γκέιλα Φέριντιν, προτού απολυθεί από τους ανθρώπους της ως αποτυχημένος.
Την ίδια ώρα, βέβαια, στο προσκήνιο υπήρχε ένας επιπλέον αγοραστής, η εταιρεία επενδύσεων MAMCARR Investments, που είχε την έδρα της στον φορολογικό παράδεισο του Γιβραλτάρ όμως τίποτε άλλο δεν ήταν γνωστό γι’ αυτή. Ο Νάιτον έκανε γνωστό πως το 60% των μετοχών πουλήθηκαν στη μυστηριώδη αυτή εταιρεία και τότε αρκετοί οπαδοί της Καρλάιλ πρόσεξαν ότι, κατά μία διαβολική σύμπτωση, τα γράμματα που απάρτιζαν το αρκτικόλεξο-όνομά της ήταν τα αρχικά των μελών της οικογένειας του Νάιτον, συγκεκριμένα του ίδιου, της συζύγου του και των παιδιών τους (Michael, Anne, Mark, Chevonne, Anna, Rosemary, Rory)! Ο Νάιτον διέψευδε, ξανά και ξανά, ότι σχετιζόταν με την εταιρεία, ταυτόχρονα όμως δεν κατόρθωσε και να προσκομίσει στη διοργανώτρια αρχή αποδείξεις ότι η συναλλαγή ολοκληρώθηκε. Μπράουν και MAMCARR εξαφανίστηκαν άμεσα από το προσκήνιο.
Τελικά, οι οπαδοί της Καρλάιλ συνέστησαν πράγματι το δικό τους trust, συγκέντρωσαν χρήματα και άσκησαν τρομακτική πίεση στον Νάιτον να πουλήσει την ομάδα, την οποία αγόρασε, το καλοκαίρι του 2002, μετά από επτά μήνες διαπραγματεύσεων, ο Τζον Κόρτνι, Ιρλανδός επιχειρηματίας.
Ο Λεβαδειακός τα πάει, ομολογουμένως, καταπληκτικά φέτος τόσο στη Σούπερ Λίγκα όσο και στο Κύπελλο Ελλάδας, δίνοντας, έτσι, την ελπίδα στους φίλους του ότι μπορεί να καταφέρει κάτι πάρα πολύ καλό!
Δεν υπάρχει, λοιπόν, καλύτερη ευκαιρία από τούτη για να σας διηγηθούμε την ιστορία της καριέρας ενός ποδοσφαιριστή ο οποίος τίμησε όσο λίγοι την πράσινη φανέλα του ιστορικού συλλόγου της Βοιωτίας: του Γιάννη Μαρτιναίου!
Πολλές φορές έχουμε γράψει εδώ στο Τρελοποδόσφαιρο ότι κάποιος παίκτης «συνέδεσε το όνομά του» με μία ομάδα… και τώρα θα το ξαναγράψουμε αναφερόμενοι στον Μαρτιναίο, καθώς εκείνος αγωνίστηκε επαγγελματικά μόνο στον Λεβαδειακό, με την καριέρα του να βαστά 21 ολόκληρα χρόνια!
Μάλιστα, ο Βοιωτός άσος ξεπέρασε τις 700 εμφανίσεις με τους «πράσινους» (σ.σ. «έπιασε» τις 705, για την ακρίβεια), παίζοντας με το σήμα τους στο στήθος από την πρώτη ως και την τέταρτη εθνική κατηγορία και παραμένει μέχρι και σήμερα ο ρέκορντμαν συμμετοχών στην ιστορία τους. Είναι, επίσης, ο παίκτης του Λεβαδειακού με τις περισσότερες παρουσίες από κάθε άλλον στην Α’ Εθνική: έχει συμπληρώσει 173!
Σήμερα, θα βρούμε τον Μαρτιναίο να έχει πια αφοσιωθεί στην προπονητική, εκτελώντας παράλληλα χρέη Προέδρου του Συνδέσμου Βετεράνων Παικτών του Λεβαδειακού. Στο παρελθόν κοουτσάρισε τους Κηφισό Κάτω Τιθορέας, ΑΕ Ορχομενού, Πήγασο Αγίας Άννας, Παρνασσός, Αμβρυσσέας, Ένωση Άσπρων Σπιτιών Αντίκυρας και άλλα τοπικά σωματεία. Όλοι, όμως, τον μνημονεύουν ως τον παίκτη εκείνο που αποτέλεσε «σημαία» του Λεβαδειακού και αποσύρθηκε από τα γήπεδα μόλις στα… 38 του χρόνια και μάλιστα ενώ αποτελούσε ακόμη αναντικατάστατο στέλεχος των Βοιωτών!
Πάντως, η πρώτη ομάδα του, γεννημένου το 1959, άσου ήταν ο Πανοπέας Αγίου Βλασίου Βοιωτίας, στον οποίο εντάχθηκε όταν ήταν 13 μόνο χρόνων. Στα 18 του και ενώ είχε καταφέρει να ξεχωρίσει στα γήπεδα των τοπικών πρωταθλημάτων, μεταπηδά στον Λεβαδειακό. Από εκείνο το σημείο, αρχίζει η σταθερά ανοδική πορεία του ίδιου και της ομάδας. Το 1987, άλλωστε, τους βρήκε αμφότερους στην Α’ Εθνική.
Από τη θέση του λίμπερο, ο έμπειρος (28 ετών) πια παίκτης κατηύθυνε τους συμπαίκτες του ιδανικά. Προσεκτικός μέσα στο γήπεδο, ταχύς, με προσήλωση στα αμυντικά του (κυρίως) καθήκοντα, είχε σταθερά καλή απόδοση και σε πολλά ματς υπήρξε ο πολυτιμότερος παίκτης των «πρασίνων». Φυσικό επακόλουθο ήταν να προσελκύσει το ενδιαφέρον μεγαλύτερων συλλόγων – ο Ολυμπιακός, ο ΠΑΟΚ και ο Παναθηναϊκός έκαναν πρόταση για εκείνον και μάλιστα όσο ο Λεβαδειακός συμμετείχε ακόμα στη Β’ Εθνική.
Ωστόσο, κάτι το δέσιμό του με τον Λεβαδειακό, κάτι η δική του επιφυλακτικότητα και ο Μαρτιναίος δεν στάθηκε ποτέ δυνατό να αλλάξει περιβάλλον. Ως παίκτης των «πρασίνων» της πρωτεύουσας της Βοιωτίας αγωνίστηκε έξι σεζόν στη «μεγάλη» εθνική κατηγορία και επιπλέον χρίσθηκε διεθνής με την Εθνική μας ομάδα των Ελπίδων. Αλλά, δεν στάθηκε δυνατό να κάνει πραγματικότητα το όνειρό του, που ήταν να πάρει μέρος σε κάποιον αγώνα του αντιπροσωπευτικού μας συγκροτήματος των Ανδρών…
Και αφού ξόδεψε μια ολόκληρη ζωή στους «πράσινους», όντας για σχεδόν 16-17 χρόνια ο αρχηγός τους, ο «αιμοβόρος», όπως τον φώναζαν οι φίλοι της ομάδας του επειδή φαινόταν άγριος και βλοσυρός, αποφάσισε να τερματίσει την καριέρα του όσο ακόμη έπαιζε βασικός σε αυτούς. Έλεγε, άλλωστε, ότι ήθελε οι φίλαθλοι να τον θυμούνται ενώ ήταν στις καλύτερες και όχι στις χειρότερες στιγμές της καριέρας του.
Έτσι, στα 38 του χρόνια κρέμασε τα παπούτσια του, έχοντας μπει για πάντα στον κατάλογο των μεγάλων μορφών του Λεβαδειακού αλλά και του ελληνικού ποδοσφαίρου! Λεπτομέρεια: λίγο προτού αποσυρθεί είχε αναδειχθεί κορυφαίος ποδοσφαιριστής της χρονιάς 1997 για τη Β’ Εθνική!
Στον πρώτο γύρο των προκριματικών του Μουντιάλ του 1990 για τη ζώνη της Ωκεανίας, η Αυστραλία θα αντιμετώπιζε σε διπλούς αγώνες τα Φίτζι και όλοι περίμεναν ότι ο «Γολιάθ» θα είχε εύκολο έργο απέναντι στον «Δαυίδ».
Το πρώτο παιχνίδι θα γινόταν στα Φίτζι, τέλη Νοεμβρίου του 1988. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους, οι «socceroos», με τον (ελληνικής καταγωγής και παίκτη του ΠΑΟΚ το 1988/89) Τσάρλι Γιάνκος στη σύνθεσή τους, έριξαν… τεσσάρα στην Αργεντινή (4-1) στο «Bicentennial Gold Cup» (φιλική διοργάνωση που οι ίδιοι «έτρεξαν») και πήγαν στους «8» του ποδοσφαιρικού τουρνουά της Ολυμπιάδας της Σεούλ, νικώντας, μεταξύ άλλων, την ισχυρή Γιουγκοσλαβία (1-0). Με οδηγό τους τις εν λόγω επιδόσεις ήθελαν να… τριτώσει το καλό με μία πρόκριση στα τελικά του Μουντιάλ.
Στο στρατόπεδο των Φίτζι, από την άλλη, ο ομοσπονδιακός προπονητής, Μπίλι Σινγκ, είχε… κλειδαμπαρώσει τους διεθνείς του για ένα μήνα στο προπονητικό κέντρο και τους προετοίμαζε εντατικά για τα ματς με τους Αυστραλούς. Μέσα στο ίδιο διάστημα, η ομάδα του κατέκτησε το πρώτο Κύπελλο Μελανησίας και έδωσε τρία φιλικά με τον γίγαντα της Νέας Ζηλανδίας, νικώντας τον δύο φορές και αποσπώντας μία ισοπαλία με μόνο ένα γκολ παθητικό. Έχοντας… γλυκαθεί από τις επιτυχίες αυτές, οι «Μπούλα Μπόιζ», αρκετοί παίκτες των οποίων έπαιζαν παράλληλα και… ράγκμπι (στο οποίο η χώρα τους είναι πολύ δυνατή) ενώ κάποιοι άλλοι αγωνίζονταν σε ποδοσφαιρικά πρωταθλήματα του εξωτερικού ως επαγγελματίες, ήταν έτοιμοι να τα δώσουν όλα – έξτρα κίνητρο για εκείνους αποτελούσε το πριμ 500 δολαρίων που τους είχε υποσχεθεί η ομοσπονδία εάν επικρατούσαν.
Το αυστραλιανό πλάνο ήταν απλό: «Είμαστε ποιοτικά καλύτεροι, “καθαρίζουμε” τον αγώνα και “σφραγίζουμε” την πρόκριση στη ρεβάνς». Ζωή, όμως, είναι αυτό που συμβαίνει όταν εσύ κάνεις άλλα σχέδια, όπως είπε και ο Όσκαρ Ουάιλντ. Η ομάδα καθυστέρησε να φθάσει στα Φίτζι και όλο το πρόγραμμά της πήγε πίσω. Όταν οι παίκτες της μπήκαν στο γήπεδο για προπόνηση πριν την αναμέτρηση, η υγρασία τσάκισε τα κόκαλα και απορρόφησε την ενέργειά τους. Αργότερα, περνώντας έξω από το ξενοδοχείο της αποστολής των Φίτζι, ένας παίκτης των τελευταίων… τους ύψωσε επιδεικτικά τη γροθιά του! Όταν οι Αυστραλοί μπήκαν στο τερέν, είδαν εκατοντάδες ανθρώπους στοιβαγμένους στις κερκίδες και δεκάδες άλλους να… κρέμονται από τα δέντρα γύρω από το γήπεδο! Ίσως τότε να κατάλαβαν ότι τα πράγματα μπορεί και να μην ήταν τόσο εύκολα όσο είχαν φανταστεί…
«Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι από αυτόν τον αγώνα είναι ότι στον αγωνιστικό χώρο υπήρχαν τουλάχιστον 200 βατράχια και δεν υπερβάλλω καθόλου! Έτρεχες, άκουγες ένα “σκλατς!” και ήξερες ότι μόλις είχες σκοτώσει ένα κακόμοιρο βατραχάκι!», διηγείται ο εξτρέμ, Σκοτ Όλερενσο, που είχε παίξει βασικός για την Αυστραλία. «Θυμάμαι και ότι στα πρώτα λεπτά ένας γιγαντόσωμος στόπερ των Φίτζι μού έριξε μία γερή αγκωνιά στο κεφάλι και μου είπε: “Μην τρέχεις!”. Ήταν τρομακτικό!», πρόσθεσε.
Όπως αναμενόταν, οι Αυστραλοί κυριάρχησαν. Είχαν την κατοχή και έφτιαχναν τη μία ευκαιρία πίσω από την άλλη. Αλλά, λίγο τα δοκάρια, λίγο η δυνατή και ψυχωμένη άμυνα των Φίτζι που προλάβαινε τους κινδύνους, λίγο η υγρασία («Ένιωθα βαρύς, νωθρός, εγώ και πολλοί παίκτες μας», δήλωσε ο Γιάνκος) και οι «socceroos» δεν μπορούσαν να μετατρέψουν σε γκολ την υπεροχή τους.
Στα μισά περίπου της επανάληψης, τους Αυστραλούς χτύπησε κεραυνός. Στο 67’, το αριστερό μπακ των Φίτζι, Λότε Ντελάι, έβγαλε μία χαμηλή σέντρα και ο Ραβουάμα Μαντίγκι με αριστερό σουτ «έγραψε» το 1-0, το οποίο έμεινε ως το φινάλε παρά τις προσπάθειες των φιλοξενούμενων, που είδαν τον αμυντικό Σαφίκ Αλί, να διώχνει τη μπάλα λίγο πριν περάσει τη γραμμή μερικές στιγμές πριν τη λήξη!
Βέβαια, στον επαναληπτικό τα Φίτζι συνετρίβησαν με 5-1 και αποκλείστηκαν. Δύο γκολ για τους Αυστραλούς πέτυχε ο (αρχηγός) Γιάνκος και στο βασικό τους σχήμα βρέθηκε ο Τζέισον Πόλακ, τον οποίο θα αποκτούσε το 1989 ο Παναθηναϊκός (με τον τότε υπεύθυνο σκάουτινγκ του οποίου, Γιάννη Καλογερά, να χαρακτηρίζει -ατυχώς- τον παίκτη ως «κράμα Ζάετς-Ρότσα», αν θυμάστε!).
Έως σήμερα, η «φουρνιά» των παικτών που νίκησε την Αυστραλία θεωρείται ως η καλύτερη στην ιστορία των Φίτζι. Μάλιστα, ο Έιμπραχαμ Ουότκινς, μέλος της αμυντικής γραμμής των «Μπούλα Μπόιζ» στον ιστορικό αγώνα, ανακηρύχθηκε Καλύτερος Αθλητής στα Φίτζι για το 1988 για τη συμβολή του στο να έλθει η επιτυχία και παραμένει ένας από τους ελάχιστους ποδοσφαιριστές που έχουν πάρει το βραβείο (είπαμε, το ράγκμπι λατρεύουν σε αυτή τη γωνιά του κόσμου)!
Filed under: Χωρίς κατηγορία
Ο Άλαν Μπολ (1943-2018) ήταν Άγγλος και τερματοφύλακας και μέχρι σήμερα παραμένει ο ρέκορντμαν συμμετοχών της σκοτσέζικης Κουίν Οφ Δε Σάουθ!
Στους «Doonhammers» ο σπουδαίος άσος ξόδεψε σχεδόν όλη του την καριέρα. Φόρεσε τη φανέλα τους από το 1963 έως το 1982, 19 χρόνια, μία ολόκληρη ζωή. Στο διάστημα αυτό χρησιμοποιήθηκε σε 731 αναμετρήσεις στο πρωτάθλημα και σε διάφορες διοργανώσεις Κυπέλλου. Εάν προσθέσει κανείς στον αριθμό αυτόν τις εμφανίσεις του σε φιλικά, κλπ, οι παρουσίες του κάτω από τα δοκάρια του υπεραιωνόβιου (ιδρυθέντος το 1919) συλλόγου φθάνουν τις 819!
Μία ακόμη σπουδαία επίδοση που «έγραψε» είναι ότι αγωνίστηκε σε, ούτε λίγο ούτε πολύ, 507 σερί ματς της «Κουίνς». Για την πολύτιμη και πολύχρονη υπηρεσία του σε αυτή, έλαβαν χώρα δύο παιχνίδια προς τιμήν του, εναντίον των αγγλικών Καρλάιλ (1971) και Μάντσεστερ Σίτι (1984). Αφού άφησε την ομάδα με την οποία και συνέδεσε το όνομά του έπαιξε για λίγο με τα χρώματα πρώτα της Γκρέτνα και ύστερα της ερασιτεχνικής Νταλμπίτι Σταρ και κρέμασε τα γάντια του έχοντας ξεπεράσει πια την ηλικία των 40 χρόνων!
Στις τρεις διαφορετικές δεκαετίες που υπήρξε στέλεχος της Κουίν Οφ Δε Σάουθ, παίρνοντας μέρος σε τόσες πολλές συναντήσεις της, ο Μπολ αντίκρυσε κάποια κάρτα μόνο μία φορά… και για έναν εντελώς ανόητο λόγο!
Οι «Doonhammers» έπαιζαν την ημέρα των Χριστουγέννων (σ.σ. ναι, αυτά γίνονταν εκείνους τους παλιούς καιρούς του ποδοσφαίρου!) και, σε κάποια φάση του ματς, ο Άγγλος… βλαστήμησε! «Είπα κάτι κακό για τον Ιησού Χριστό!», θυμάται ο ίδιος. Για κακή του τύχη, τον άκουσε ο διαιτητής, Τομ Ουόρτον, ένας από τους πιο σημαντικούς αλλά και πιο σκληρούς ρέφερι όλων των εποχών στη Σκοτία, ο οποίος «σφύριξε» αμέτρητους τελικούς Κυπέλλων στη χώρα του, αγώνες των ευρωπαϊκών διοργανώσεων (π.χ., τον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων Ευρώπης του 1962, Φιορεντίνα-Ατλέτικο Μαδρίτης), προκριματικούς Euro και Παγκοσμίου Κυπέλλου, κ.ά.
Ο άτεγκτος Ουόρτον, που όλοι τον φώναζαν «Τάινι» («tiny», μικρός) επειδή ήταν… κολοσσιαίων διαστάσεων (1,93 μ.), αμέσως «κιτρίνισε» τον Μπολ για βλασφημία ανήμερα τα Χριστούγεννα! Αυτή ήταν η μία και μόνη κάρτα που είδε ο Άγγλος σε όλη την σταδιοδρομία του. Λεπτομέρεια: το 1995, τη νέα ανατολική κερκίδα του γηπέδου της «Κουίνς», του «Πάλμερστον Παρκ», εγκαινίασε ο… Τομ Ουόρτον!
Ο Άλαν Μπολ γεννήθηκε στο Χίτον-Λε-Χολ, ένα χωριό ανθρακωρύχων, κοντά στο Σάντερλαντ, στα πολύ βόρεια της Αγγλίας. Έφηβος έπαιξε σε Μπλάκπουλ, Μπίσοπ Όκλαντ και Στάνλεϊ Γιουνάιτεντ και στην αρχή τον έβαζαν στη θέση του… εξτρέμ, ώσπου μία μέρα ο βασικός γκολκίπερ τραυματίστηκε και ο ίδιος πήρε τη θέση του, για να μην βγάλει ποτέ ξανά τα γάντια. Παράλληλα με το ποδόσφαιρο δούλευε και ως ηλεκτρολόγος στα τοπικά ορυχεία – στην Κουίν Οφ Δε Σάουθ υπέγραψε τα ξημερώματα μίας μέρας του 1963, λίγο αφού είχε τελειώσει τη βάρδια του στο ορυχείο. Είπαμε, άλλες εποχές…
Μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας ο Μπολ εργάστηκε για χρόνια ως έμπορος μηχανών, όμως εν έτει 2001 η Κουίν Οφ Δε Σάουθ τού έκανε μία ακόμα τιμή: τον ανακήρυξε επίτιμο Διευθυντή του κλαμπ! Από τη θέση αυτή, την οποία κράτησε έως την τελευταία του πνοή, είδε την αγαπημένη του ομάδα να φθάνει στον τελικό του Κυπέλλου Σκοτίας το 2008 (ήττα με 2-3 μετά από μεγάλη μάχη με τη Ρέιντζερς) και να παίζει για πρώτη (και τελευταία μέχρι σήμερα) φορά στα Κύπελλα Ευρώπης την επόμενη περίοδο (αποκλεισμός με δύο ήττες με το ίδιο σκορ, 1-2, από τη δανέζικη Νόρτζελαντ στον β’ προκριματικό γύρο του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ)!
Ο Άλαν Μπολ απεβίωσε το 2018, μετά από μακρά μάχη με κάποια ασθένεια. Συνήθιζε να δίνει επί έτη πολλά το «παρών» στις κερκίδες του «Πάλμερστον Παρκ» για να βλέπει τους «Doonhammers». Ανήκε στην πρώτη «φουρνιά» των εισαχθέντων στο Hall Of Fame του συλλόγου, το 2011.
Απόψε το βράδυ, όπως κάθε χρόνο (σ.σ. με εξαίρεση το 2020 και το 2021, λόγω του COVID), οι οπαδοί της Ουνιόν Βερολίνου θα πάνε στο γήπεδο της ομάδας τους, το «Άλτε Φέρστεραϊ», θα γεμίσουν τις κερκίδες του και, για ένα δίωρο περίπου, σε χαμηλό φωτισμό, θα κρατούν στα χέρια τους αναμμένα κεριά και θα πουν όλοι μαζί τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα, ενώ δεν θα παραλείψουν να τραγουδήσουν θρησκευτικούς ύμνους και άλλες μελωδίες της… εποχής, την «Άγια Νύχτα» και το «Ω Έλατο!», για παράδειγμα, καθώς επίσης και ποδοσφαιρικά συνθήματα!
Έχει και όνομα αυτό το event: «Weinachtssingen», ελληνιστί «Χριστουγεννιάτικα κάλαντα». Πραγματοποιείται εδώ και περισσότερα από 20 χρόνια και σε όλο αυτό το διάστημα επί της ουσίας δεν έχασε ποτέ τον δικό του, ξεχωριστό και οικογενειακό, χαρακτήρα, με τις εκατοντάδες φωνές που ενώνονται στο τραγούδι σε συνδυασμό με τα αναμμένα κεριά να δημιουργούν βέβαια κάθε χρονιά ένα σκηνικό εντυπωσιακό, ζεστό και γιορτινό.
Το «παρών» στο «Weinachtssingen» δίνουν πια ως και μουσικά συγκροτήματα και χορωδίες της περιοχής (όλα τους ερασιτεχνικά για να μην χάνεται ο οικογενειακός χαρακτήρας της εκδήλωσης), που ψέλνουν μαζί με τους οπαδούς, αρκετοί εκ των οποίων, από την άλλη… δεν υποστηρίζουν καν την Ουνιόν αλλά απλώς επιθυμούν να ζήσουν τη ζεστασιά, την ατμόσφαιρα και την αίσθηση του ανήκειν που προσφέρει η γιορτή. Δεν είναι, ακόμη, λίγες οι φορές που στο γήπεδο έχουν έλθει μέχρι και… ποδοσφαιριστές άλλων συλλόγων! Δεν ήταν, επίσης, λίγες και οι φορές που οι διοργανωτές απέρριψαν τα αιτήματα διάσημων τραγουδιστών, μουσικών και χορωδιών να τραγουδήσουν στο event, ακριβώς για να διατηρηθεί το οικογενειακό του πνεύμα.
Πάντως, στο ξεκίνημά της τόσα χρόνια πριν η γιορτή δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μία αυθόρμητη, εντελώς ανοργάνωτη, συνάντηση μεταξύ… συγγενών και φίλων – καμία σχέση, δηλαδή, με την πολυπληθή, άρτια οργανωμένη (και… χορηγούμενη!) συγκέντρωση που λαμβάνει πλέον χώρα!
Όλα ξεκίνησαν το 2003. Την εν λόγω σεζόν η Ουνιόν Βερολίνου συμμετείχε στη Β’ κατηγορία της Γερμανίας και παρά τις προσπάθειες του Σενεγαλέζου φορ, Σαλίφ Κεϊτά, που το 2007/08 θα έπαιζε στην Ελλάδα για τον Πιερικό και των υπόλοιπων παικτών της, η διακοπή για τις γιορτές των Χριστουγέννων την έβρισκε μέσα στη… διακεκαυμένη ζώνη του υποβιβασμού.
Το βραδάκι της 23ης Δεκεμβρίου, σε μία προσπάθεια αφ’ ενός να νιώσουν λίγο Χριστούγεννα και αφ’ ετέρου να ξεχάσουν τις προερχόμενες από την κακή πορεία των «Σιδερένιων» στενοχώριες, 89 οπαδοί της ομάδας τρύπωσαν στο γήπεδό της, εφοδιασμένοι με ζεστό κρασί και μπισκότα! Κάθισαν στις κερκίδες, είπαν τα νέα τους, ήπιαν και έφαγαν, σχολίασαν και το… αγωνιστικό κομμάτι και τραγούδησαν τα κάλαντα και πολλά ακόμη χριστουγεννιάτικα τραγούδια.
Πριν το «σχολάσουν», κάποιος είπε: «Ωραία ήταν, ρε παιδιά! Ας το ξανακάνουμε του χρόνου!». Ε, το είπαν και το… ξαναέκαναν! Μαζεύτηκαν και πάλι στις εξέδρες του γηπέδου την 23η Δεκεμβρίου 2004 και την 23η Δεκεμβρίου 2005 και την 23η Δεκεμβρίου 2006 και… καταλαβαίνετε πώς πήγε αυτό! Κάθε φορά, δε, ήταν όλο και περισσότεροι και περισσότεροι και περισσότεροι – πλέον είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, 30.000 οι συμμετέχοντες στο event!
Ένας από τους 89 οπαδούς της Ουνιόν οι οποίοι βρέθηκαν στις κερκίδες του «Άλτε Φέρστεραϊ» εκείνο το βράδυ της 23ης Δεκεμβρίου του 2003 και τότε ασφαλώς δεν μπορούσαν να γνωρίζουν πως ξεκινούσαν μία από τις πιο ενδιαφέρουσες γιορτές στο γερμανικό και όχι μόνο ποδόσφαιρο, ήταν ο Τόρστεν Αϊζενμπάιζερ. Τα χρόνια που θα έρχονταν αυτός ο φίλος του συλλόγου θα εξελισσόταν σε κεντρική μορφή, στην ψυχή, για την ακρίβεια, της εκδήλωσης, καθώς θα ήταν ο επίσημος οργανωτής της. Από την ιστορική πρώτη κιόλας βραδιά της εκείνος είχε δείξει πως διαθέτει το απαραίτητο… οργανωτικό πνεύμα! Τι είχε κάνει; Γνωρίζοντας ότι πολλοί από τους υπόλοιπους 88 πιστούς της ομάδας που ήταν μαζί του ούτε πίστευαν σε κάποια θρησκεία ούτε γνώριζαν πολλά χριστουγεννιάτικα κάλαντα, μιας και είχαν μεγαλώσει στην πρώην Ανατολική Γερμανία (με ό,τι αυτό συνεπαγόταν), είχε φέρει μαζί του, τυπωμένους σε χαρτί, τους στίχους των τραγουδιών, ώστε όλοι να μπορούν να τους τραγουδήσουν! Όχι, πείτε μας, έναν τόσο προνοητικό τύπο δεν τον κάνεις με τη μία διοργανωτή; Φυσικά και τον κάνεις!
Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος το «Weinachtssingen» θα ξεκινήσει περίπου στις 19:00, με καλαντιστές όλων των ηλικιών να προσέρχονται στο «Άλτε Φέρστεραϊ» για «τη μεγαλύτερη εκκλησιαστική λειτουργία στη Γερμανία που δεν τελείται σε εκκλησία», όπως έχει δηλώσει στο παρελθόν για την εκδήλωση ο ίδιος ο Τόρστεν Αϊζενμπάιζερ!
Filed under: Παίκτες
Το Τρελοποδόσφαιρο έγραψε αυτό το άρθρο για να θυμίσει ότι ο Φραντσέσκο Μοριέρο ήταν ένας από τους καλύτερους εξτρέμ της Ιταλίας στη δεκαετία του 1990!
Αγωνιζόταν στο δεξί «φτερό» της επίθεσης και το μεγάλο του προσόν ήταν η ταχύτητα, χάρη στην οποία ανέτρεπε τις αντίπαλες άμυνες και είτε πάσαρε σε κάποιον συμπαίκτη του για να βάλει εκείνος το γκολ είτε, πιο σπάνια, τελείωνε ο ίδιος τη φάση. Αρκετά από τα γκολ του τα πέτυχε με εντυπωσιακό τρόπο, είτε με βολέ είτε με ανάποδο ψαλίδι και οι φίλαθλοι θα τα θυμούνται για πάντα, όπως επίσης και τον πολύ ξεχωριστό τρόπο που εφηύρε για να πανηγυρίζει τα γκολ των ομάδων του (και τον οποίο πολλοί παίκτες έχουν αντιγράψει): προσποιούνταν ότι… γυαλίζει το παπούτσι του σκόρερ!
Είχε πράγματι εξαιρετική μεταβίβαση και αντίληψη. Διακρίθηκε, ακόμη, για τη δύναμη, την επιμονή, την εργατικότητα και τη μαχητικότητά του, τη θαυμάσια ντρίμπλα και την πολύ καλή τεχνική του κατάρτιση, αλλά και για το ότι συνεισέφερε πολλά και στο αμυντικό κομμάτι. Υπήρξαν, βέβαια και περίοδοι που δεν ήταν τόσο σταθερός σε απόδοση, να τα λέμε όλα!
Στην καριέρα του κέρδισε μονάχα έναν τίτλο, κάτι που ασφαλώς είναι το… παράπονό του! Επιπλέον «παράσημά» του, όμως, είναι οι 8 συμμετοχές του στην Εθνική Ιταλίας (με 2 γκολ) μα και το ότι συμμετείχε σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο!
Στις ημέρες μας, ο γεννημένος την 31/03/1969 στο Λέτσε άσος είναι προπονητής. Ξεκίνησε την πορεία του στους πάγκους το 2006, αφού πρώτα είχε πάρει το πτυχίο του από την ξακουστή σχολή του Κοβερτσιάνο. Στο παρελθόν δούλεψε στις ιταλικές Λαντσιάνο, Κροτόνε, Φροζινόνε, Γκροσέτο, Λέτσε, Κατάντσαρο, Κατάνια, Σαμπενεντετέζε και Καβέζε, στην ελβετική Λουγκάνο, στις αλβανικές Λάτσι και Ντυναμό Τιράνων, στην Άφρικα Σπορτς της Ακτής Ελεφαντοστού και, τέλος, στην Εθνική ομάδα των… Μαλδιβών! Από τον Οκτώβριο που μας πέρασε καθοδηγεί έναν άλλον σύλλογο της Αλβανίας, τη Φλαμουρτάρι.
Ο Φραντσέσκο Μοριέρο έμαθε το ποδόσφαιρο στις ακαδημίες της Λέτσε και στην πρώτη της ομάδα έκανε το επαγγελματικό ντεμπούτο του, τη σεζόν 1986/87. Από την επόμενη χρονιά γίνεται βασικός, έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη του εμβληματικού προπονητή Κάρλο Ματσόνε (τον οποίο ο ίδιος αγαπά σαν πατέρα του) και, πραγματοποιώντας πάρα πολύ καλές εμφανίσεις, βοηθά τη Λέτσε να ανέβει στη Serie Α.
Η ομάδα από την Απουλία έμεινε δύο σεζόν στα «σαλόνια» και έπειτα γύρισε στη Β’ κατηγορία. Ο νεαρός άσος βρέθηκε για λίγο ακόμα στη δύναμή της, έχοντας πια «κτίσει» το όνομά του και αναγκάσει αρκετούς να τον συγκρίνουν με τους μεγάλους Μπρούνο Κόντι και Φράνκο Κάουζιο. Το 1992, όμως, άφησε πια τη Λέτσε και πήγε στη Σαρδηνία για την Κάλιαρι. Στους νησιώτες είχε δύο «γεμάτες» σεζόν (67 ματς/5 γκολ) και τους βοήθησε να φθάσουν ως τους «4» του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ του 1993/94, ανεβάζοντας κι άλλο τις «μετοχές» του.
Το καλοκαίρι του 1994, αφού έχασε στο… νήμα (από τον Νικόλα Μπέρτι) μία θέση στην αποστολή της Εθνικής Ιταλίας για το Μουντιάλ των ΗΠΑ, έκανε το… ακόμη πιο μεγάλο βήμα και εντάχθηκε στη Ρόμα – τον ήθελε η Λάτσιο και άλλοι μεγάλοι σύλλογοι! Προσαρμόστηκε γρήγορα στις απαιτήσεις, μιας και τους «τζιαλορόσι» καθοδηγούσε ο… Κάρλο Ματσόνε και στα τρία χρόνια που έπαιξε με τα χρώματά τους είχε πολύ καλή απόδοση (88 αγώνες/11 γκολ), αν και δεν τους είδε να φθάνουν πιο πάνω από την 5η θέση στη βαθμολογία σε αυτήν την τριετία.
Τον Μάιο του 1997 ήταν βέβαιο ότι θα πάει στη Μίλαν, εν τέλει, όμως, εκείνος βρέθηκε στο Μιλάνο μεν, για την… Ίντερ, δε! Την πρώτη του σεζόν στο Μιλάνο ήταν βασικότατος και συνάμα πανηγύρισε και το πρώτο (και τελευταίο) τρόπαιό του: το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ! Αλλά, τα επόμενα δύο έτη δεν ήταν τυχερά για τον ίδιο και τους «ιντερίστι»: η ομάδα δεν τερμάτισε πάνω από την 4η θέση στη Serie A και ο ίδιος αντιμετώπισε κάποια προβλήματα τραυματισμών.
Το θέρος του 2000 ο Μοριέρο εντάχθηκε στη Νάπολι, στην οποία, λόγω συνεχόμενων τραυματισμών, δεν έπαιξε πολύ (26 ματς/1 γκολ). Μετά το τέλος της σεζόν 2001/02, με το γόνατό του να μην αντέχει άλλο, κρέμασε τα παπούτσια του.
Οι πολύ καλές εμφανίσεις του με την Ίντερ το 1997/98 έπεισαν τον τότε προπονητή της Εθνικής Ιταλίας, Τσέζαρε Μαλντίνι, να τον συμπεριλάβει στην αποστολή για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998. Εκεί οι «ατζούρι» έδωσαν 5 παιχνίδια, φθάνοντας ως τους «8» και ο Μοριέρο ήταν βασικός στα 4!
Filed under: Γεγονότα
Κάθε 3η Νοεμβρίου, στο καντόνι του Σεντ Γκάλεν, στα ανατολικά της Ελβετίας, οι φίλοι της Βιλ θα έχουν γιορτή (μιλάμε κυριολεκτικά) και εκείνοι της Σεντ Γκάλεν… απλώς θα προσπαθούν να τους αγνοήσουν πικραμένοι!
Οι δύο αυτοί παμπάλαιοι σύλλογοι (σ.σ. το 1900 ιδρύθηκε η Βιλ και το 1879 η Σεντ Γκάλεν, η αρχαιότερη ομάδα της Ελβετίας και της ηπειρωτικής Ευρώπης!) εδρεύουν σε κοντινές πόλεις και είναι «αιώνιοι» αντίπαλοι, με τα μεταξύ τους ματς να ονομάζονται «ντέρμπι του Σεντ Γκάλεν».
Η πιο ξακουστή από όλες τις αναμετρήσεις τους, όμως, δεν είναι άλλη από εκείνη της 3ης Νοεμβρίου του 2002, όταν η Βιλ πανηγύρισε την πρώτη νίκη της ιστορίας της επί της Σεντ Γκάλεν… και τι νίκη: 11-3!
Τη σεζόν 2002/03 οι «ασπρόμαυροι» της Βιλ έκαναν την πρώτη τους συμμετοχή στην Α’ Εθνική της Ελβετίας, ενώ οι γείτονες το 2000 είχαν αναδειχθεί πρωταθλητές. Στον πρώτο γύρο, αρχές Αυγούστου, η Σεντ Γκάλεν υποδέχθηκε τη Βιλ και ο αγώνας έληξε 2-2, με τη γηπεδούχο να ισοφαρίζει στο 83’! Στις 3 Νοεμβρίου 2002 παίχθηκε η ρεβάνς του «Μπέργκχολτζ Στάντιουμ», το οποίο χωρά 6.000 κόσμο αλλά εκείνη την ημέρα (και παρά τις κακές καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν) χώρεσε… 7.300, στο απόλυτο ρεκόρ προσέλευσης στο γήπεδο, το οποίο δεν έχει «σπάσει».
Ήταν το 3’ και οι φίλοι της Βιλ «πάγωσαν». Η Σεντ Γκάλεν άνοιξε το σκορ, με έναν 17χρονο μεσοεπιθετικό, ο οποίος τα επόμενα χρόνια θα εξελισσόταν σε έναν από τους σπουδαιότερους σύγχρονους Ελβετούς ποδοσφαιριστές, τον Τρανκίλο Μπαρνέτα. Αλλά, ακριβώς 30 λεπτά μετά το σκορ είχε γίνει… 5-1 υπέρ της Βιλ! Στο 12’ ισοφάρισε ο Ουμπέρτο Ρομάνο, στο 17’ ο Ιβοριανός Γιακούμπα Μπάμπα «έγραψε» το 2-1, στο 24’ ο Βραζιλιάνος Νάλντο (που πέρασε από τον… Ιωνικό το 2006/07!) διαμόρφωσε το 3-1, στο 30’ έγινε το 4-1 με το δεύτερο προσωπικό γκολ του Μπάμπα και στο 33’ το 5-1 από γκολ ενός άλλου Βραζιλιάνου, του Φαμπίνιο.
Κάπου εκεί, η Σεντ Γκάλεν… ξαναεμφανίστηκε στο γήπεδο και, έως το 40’, είχε μειώσει σε 5-3, με τους Άλεξ Τάτσι-Μένσα και Στέφαν Βολφ. Οι όποιες ελπίδες της, όμως, να συνεχίσει να βρίσκεται μέσα στη διεκδίκηση της νίκης ψαλιδίστηκαν στο 45’, όταν ο Μπάμπα έκανε χατ-τρικ και το 6-3.
Στο δεύτερο μέρος μόνο οι παίκτες της Βιλ υπήρχαν στο γήπεδο. Ο δείκτης του σκορ ανέβηκε στο 7-3 στο 50’ (Ρομάνο) και στο 8-3 στο 52’ (Νάλντο), ενώ στο 70’ και στο 76’ ο Γκανέζος Φέλιξ Μορντέκου και ο Μάουρο Λουστρινέλι τον ανέβασαν στο 9-3 και στο 10-3 αντίστοιχα. Στο 90ό λεπτό, ο Ντούσαν Πάβλοβιτς σημείωσε και το 11ο! Οι οπαδοί της Βιλ μόλις άρχιζαν το πάρτι, ενώ κάθε 3 Νοεμβρίου… το ξεκινούν απ’ την αρχή, καθώς διοργανώνουν το φεστιβάλ με τον περιεκτικό και άκρως επεξηγηματικό τίτλο «11-3»!
Ως και ο τερματοφύλακας της Βιλ, ο Ντάρκο Νταμιάνοβιτς, παραλίγο να σκοράρει εκείνο το απόγευμα, αφού μακρινό βολέ που εκτέλεσε από την περιοχή του αναπήδησε μπροστά από τον αντίπαλο «κίπερ» και έφυγε λίγο άουτ!
Χαρά από τη μια, λύπη από την άλλη, όπως πάντοτε (θα) συμβαίνει στο ποδόσφαιρο. Οι ιθύνοντες τη Σεντ Γκάλεν δεν μπορούσαν να πιστέψουν τι είχε συμβεί, ενώ οι παίκτες και ο προπονητής προσπαθούσαν να μαζέψουν τα κομμάτια της ομάδας, οι οπαδοί της οποίας απολύτως φυσιολογικά ήταν εξοργισμένοι. Χαρακτηριστικό το συμβάν της επόμενης της συνάντησης: ο αμυντικός της Σεντ Γκάλεν, Πάτρικ Βίνκλερ, πήγε να ψωνίσει στα «Migros» (τον «Σκλαβενίτη» της Ελβετίας). «Πώς τολμάς να έχεις βγει για ψώνια;», του είπε, οργίλη, η πωλήτρια, που τον αναγνώρισε! «Την κατανοώ…», έλεγε, χρόνια μετά, ο παίκτης.
Τόση, μάλιστα, ήταν η ντροπή των ανθρώπων της Σεντ Γκάλεν που, μερικές ώρες μετά το ματς, δημοσίευσαν στην τοπική εφημερίδα «Tagblatt» επιστολή με την οποία… ζητούσαν συγγνώμη από τους φίλους της ομάδας!
Η αλήθεια είναι, ότι η περίοδος 2002/03 ήταν πολύ κακή για τη Σεντ Γκάλεν. Στην κανονική περίοδο του πρωταθλήματος η «Έσπεν» τερμάτισε… τρίτη από το τέλος και σώθηκε στα μπαράζ ανόδου/υποβιβασμού που ακολούθησαν! Από την άλλη, η Βιλ κατετάγη 4η στην κανονική περίοδο και πήρε μέρος στα μπαράζ τίτλου/ευρωπαϊκών θέσεων, όπου ήταν τελευταία μεν, με το «εισιτήριο» για τον πρώτο γύρο του Κυπέλλου Ιντερτότο στα χέρια δε!
Παρεμπιπτόντως, το 11-3 της Βιλ επί της Σεντ Γκάλεν δεν είναι η μεγαλύτερη νίκη στα χρονικά του ελβετικού πρωταθλήματος. Αυτή καταγράφηκε την 21/03/1937, όταν η Λοζάνη διέλυσε με 15-2 τη… Σεντ Γκάλεν!
(Σημείωση: το αφιέρωμα αυτό γράφεται από τους ήχους της «Γκουανταναμέρα», αυτού του υπέροχου τραγουδιού από την Κούβα, την πασίγνωστη μελωδία του οποίου αμέτρητοι καλλιτέχνες μα και φίλαθλοι τραγούδησαν και θα τραγουδούν)
Είναι η 8η Αυγούστου του 2020 και στο «Κολοβρέ» της Νιόν η Λίνφιλντ από τη Βόρεια Ιρλανδία παίζει με την Τρε Φιόρι από το Σαν Μαρίνο για τον προκαταρκτικό γύρο του Τσάμπιονς Λιγκ.
Στη βασική ενδεκάδα της πρωταθλήτριας του μικρού κράτους που «αγκαλιάζει» ολόκληρο η Ιταλία βρέθηκε ο επιθετικός Χοέλ Απεστεγκία Ιχουέλος. Ο 36χρονος, τότε, στράικερ έγινε έτσι ο πρώτος παίκτης από την Κούβα που συμμετείχε στη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική διοργάνωση της Ευρώπης (για κάποιους και του κόσμου ολόκληρου)!
Ο διεθνής άσος έμεινε στο τερέν για 76 λεπτά, αλλά το τέλος του ματς βρήκε τον ίδιο και τους συμπαίκτες του πικραμένους. Η Τρε Φιόρι έχασε με 0-2 από τους Βρετανούς και αποκλείστηκε από τη συνέχεια της διοργάνωσης. Αλλά, ο ίδιος είχε προλάβει να γράψει ποδοσφαιρική ιστορία!
Πάντως, ο Απεστεγκία έχει «γράψει» ένα ακόμη ρεκόρ στα Κύπελλα Ευρώπης, μιας και είναι ο Κουβανός με τις περισσότερες συμμετοχές σε αυτά. Πιο συγκεκριμένα, εκτός από την εμφάνισή του σε εκείνο το ματς της Τρε Φιόρι με τη Λίνφιλντ, που ήταν και το μοναδικό του σε επίπεδο Τσάμπιονς Λιγκ, έχει «γράψει» άλλες 3 παρουσίες στο Γιουρόπα Λιγκ, όλες με τον ίδιο σύλλογο του Σαν Μαρίνο. Στο σύνολο, δηλαδή, έχει 4 ευρω-παρουσίες!
Ο Χοέλ Απεστεγκία Ιχουέλος είναι ένας «Habanero», κατάγεται, δηλαδή, από την Αβάνα, την πρωτεύουσα της Κούβας. Γεννήθηκε εκεί το 1983. Ξεκίνησε την καριέρα του στην Ιντουστριάλες της πατρίδας του και τον Ιανουάριο του 2008 ήλθε στην Ευρώπη, για να αγωνιστεί στις χαμηλές κατηγορίες της Ισπανίας με τη Μανρέσα.
Έπειτα ξεκίνησε μία… περιπλάνηση σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, με την επιτυχία του ανά ποδοσφαιρικό «σταθμό» να είναι πότε μεγάλη και πότε μικρότερη! Συνέχισε στη Νίστρου Οτάτσι της Μολδαβίας, γύρισε για λίγο στη Μανρέσα, από όπου τον πήρε η επίσης ισπανική Ριπολιέτ. Ακολούθως ήλθε στα… μέρη μας, στα Βαλκάνια, για να ενισχύσει την αλβανική Τέουτα του Δυρραχίου, με τη φανέλα της οποίας έβαλε 4 γκολ σε 17 συμμετοχές σε όλες τις διοργανώσεις τη σεζόν 2013/14.
Έπειτα, είχε σύντομα περάσματα από τις Τρε Φιόρι, Ουτιέλ (Ισπανίας), Φάνο (Ιταλίας), Γκασίνο (Ιταλίας), Κιζόνα (Ιταλίας), Ανκονιτάνα (Ιταλίας) και από το 2018 έως το 2021 φόρεσε ξανά τη φανέλα της Τρε Φιόρι, κερδίζοντας μαζί της ένα πρωτάθλημα και ένα Κύπελλο Σαν Μαρίνο και κάνοντας το πολύ σπουδαίο ρεκόρ με τη συμμετοχή του στο Τσάμπιονς Λιγκ.
Κατόπιν βρέθηκε σε δύο άλλες ομάδες του Σαν Μαρίνο, τη Βίρτους και την Καϊλούνγκο, προτού αγωνιστεί με τα χρώματα των ιταλικών Σάντα Βενεράντα, Τορκόνκα και Μονταΐνο, έως το καλοκαίρι του 2024. Γυρολόγος κανονικός, έτσι;
Πάντως, στη δεύτερη θητεία του στην Τρε Φιόρι ο Απεστεγκία έκανε και ένα ρεκόρ σε εθνικό επίπεδο. Τον Νοέμβριο του 2020 κλήθηκε για πρώτη φορά στο κουβανικό αντιπροσωπευτικό συγκρότημα μαζί με άλλους τέσσερις συμπατριώτες του οι οποίοι έβγαζαν το… παντεσπάνι τους εκτός των συνόρων της πατρίδας τους. Ήταν η πρώτη φορά στα χρονικά που στην Εθνική ομάδα της Κούβας καλούνταν ποδοσφαιριστές που έπαιζαν στο εξωτερικό.
Το ντεμπούτο του με το εθνόσημο το έκανε μερικούς μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 2021, εναντίον της Γουατεμάλας, για τους προκριματικούς του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2022. Σημειώνεται, ότι στον ίδιο αγώνα κατέγραψε την πρώτη του συμμετοχή στην Εθνική Κούβας και ο αριστερός εξτρέμ, Ονέλ Ερνάντες, ο οποίος έγινε, το 2019, ο πρώτος Κουβανός ποδοσφαιριστής που έπαιξε και σκόραρε στην αγγλική Πρέμιερ Λιγκ, αγωνιζόμενος με τα χρώματα της Νόριτς.
Στην Εθνική Κούβας, ο Απεστεγκία έχει 4 συμμετοχές.
Δείτε στιγμιότυπα από το ματς Λίνφιλντ-Τρε Φιόρι 2-0, στο οποίο ο Χοέλ Απεστεγκία έκανε την ιστορική του συμμετοχή στο Τσάμπιονς Λιγκ:
Filed under: Παίκτες
Το καλοκαίρι του 2026 η Νορβηγία θα δώσει το «παρών» στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, 28 ολόκληρα χρόνια μετά την τελευταία της συμμετοχή στη μεγάλη ποδοσφαιρογιορτή!
Το Τρελοποδόσφαιρο παίρνει αφορμή αυτήν την πολύ μεγάλη επιτυχία των «ντρίλλος» και θα σας παρουσιάσει σήμερα την καριέρα του Ρούνε Μπράτσετ, ενός πολύ σπουδαίου Νορβηγού παίκτη!
Το 2004 η UEFA, στο πλαίσιο των εορτασμών για τη συμπλήρωση 50 ετών από την ίδρυσή της, ζήτησε από τις χώρες-μέλη της να εκλέξουν τον καλύτερο ποδοσφαιριστή που έβγαλαν σε αυτό ακριβώς το χρονικό διάστημα. Πολύ σωστά μαντέψατε: η επιλογή των Νορβηγών ήταν ο Ρούνε Μπράτσετ! Αυτό είναι, ίσως, το πιο σπουδαίο από τα (πολλά) βραβεία που έλαβε ο γεννημένος το 1961 άσος, που δίκαια θεωρείται ως ένας από τους καλύτερους Ευρωπαίους κεντρικούς αμυντικούς σε θέση λίμπερο όλων των εποχών.
Ήταν, άλλωστε, παίκτης απόλυτης εμπιστοσύνης. Ανίκητος στον αέρα λόγω του ύψους του (σ.σ. 1,93 μέτρα), με αξιοθαύμαστη αντίληψη και σταθερός σε απόδοση, επενέβαινε έγκαιρα και αποτελεσματικά, ενώ δεν δίσταζε και να προωθηθεί στην αντίπαλη άμυνα για να σκοράρει. Για το επιβλητικό του παρουσιαστικό, του έβγαλαν το παρατσούκλι «άλκη»!
Επίσης, διακρίθηκε για τη μαχητικότητα και την ταχύτητά του και ακόμη διέθετε τη στόφα του ηγέτη. Μάλιστα, κατάφερε να κάνει σπουδαία καριέρα στο απαιτητικό πρωτάθλημα της Γερμανίας ενώ πανηγύρισε εγχώριους και διεθνείς τίτλους. Αποτέλεσε, ακόμη, αναντικατάστατο στέλεχος της Εθνικής του για οκτώ χρόνια, διατελώντας και αρχηγός της.
Τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα τα έκανε στη Νίντελφ, από την οποία τον απέκτησε η Ρόζενμποργκ το 1983 δίνοντάς του λίγο αργότερα την ευκαιρία να ντεμπουτάρει στην πρώτη κατηγορία της Νορβηγίας. Ο ίδιος καθιερώθηκε στο βασικό σχήμα των «Troillongan» και τους βοήθησε να κάνουν δικό τους το πρωτάθλημα το 1985 «χτίζοντας» τη φήμη του.
Στα μισά της σεζόν 1986/87, λοιπόν και αφού είχε «γράψει» 83 συμμετοχές και 2 γκολ στο νορβηγικό πρωτάθλημα, αποδέχθηκε την πρόταση της Βέρντερ Βρέμης. Τότε ήταν που τα καλύτερα και πιο παραγωγικά χρόνια της σταδιοδρομίας του ξεκινούσαν!
Δεν δυσκολεύθηκε να κερδίσει φανέλα βασικού στους «πρασινόλευκους», μέλος των οποίων υπήρξε έως το 1995, όταν κρέμασε τα παπούτσια του. Σε αυτό το διάστημα χρησιμοποιήθηκε σε 319 αγώνες και σημείωσε 20 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις. Ακόμη, πανηγύρισε δύο πρωταθλήματα (1988, 1993) και ισάριθμα Κύπελλα Γερμανίας (1991, 1994), καθώς και ένα Κύπελλο Κυπελλούχων (1992), στην πορεία προς την κατάκτηση του οποίου υπήρξε αναντικατάστατος! Ακόμη διακρίθηκε με τη Βέρντερ και στο Τσάμπιονς Λιγκ, στα πρώτα βήματα του οποίου η γερμανική ομάδα είχε πάρει μέρος.
Μετά και την κατάκτηση του δεύτερου τίτλου πρωταθλητή, όμως, ο Σκανδιναβός άσος άρχισε να έχει προβλήματα με τα γόνατά του. Δεν ήταν, μάλιστα, λίγες οι φορές που αναγκάστηκε να παίξει με ένεση! Το θέρος του 1994 κρέμασε τα… εξάταπα, αλλά τον Μάρτιο του 1995 τα φόρεσε και πάλι για ένα μόνο παιχνίδι, επειδή η Βέρντερ είχε «χτυπηθεί» από πολλούς τραυματισμούς, είχε πολλές απουσίες και τον χρειαζόταν! Κατόπιν, ωστόσο, είπε οριστικά «αντίο» στην ενεργό δράση.
Καιρός είναι, όμως, να αναφερθούμε και στις υπόλοιπες ατομικές διακρίσεις του Ρούνε Μπράτσετ, εκτός από εκείνη της ανάδειξής του ως κορυφαίου Νορβηγού παίκτη από το 1954 ως το 2004. Ειδικότερα, το 1991, το 1992 και το 1994 αναδείχθηκε κορυφαίος ποδοσφαιριστής στην πατρίδα του. Επιπλέον, άλλες τρεις φορές το έγκριτο γερμανικό ποδοσφαιρικό περιοδικό «Kicker» τον συμπεριέλαβε στην καλύτερη ενδεκάδα της χρονιάς του γερμανικού πρωταθλήματος (1987/88, 1988/89, 1992/93). Τέλος, το 2008 η ιστορική εφημερίδα «Dagbladet» της πατρίδας του τον ανακήρυξε ως τον πιο μεγάλο παίκτη της Εθνικής Νορβηγίας στα χρονικά!
Επιπροσθέτως, φόρεσε τη φανέλα με το εθνόσημο 60 φορές (με 6 γκολ) και, μάλιστα, στη δεύτερη χρονικά συμμετοχή της Νορβηγίας σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, το καλοκαίρι του 1994, ήταν ο αρχηγός της, παίζοντας και στα τρία ματς που έδωσε η ομάδα του στη διοργάνωση (καθώς αποκλείστηκε ως τελευταία του… «τρελού» ομίλου της, για τον οποίο εξάλλου έχουμε μιλήσει και παλαιότερα!).
Τέλος, αφού αποσύρθηκε ως ποδοσφαιριστής, ο Μπράτσετ εργάστηκε για πολλά χρόνια ως αθλητικός διευθυντής και general manager στη Ρόζενμποργκ, ενώ χρημάτισε και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του πολυτροπαιούχου συλλόγου από το Τρόντχαϊμ. Έχει εργαστεί και ως τηλεσχολιαστής αγώνων ποδοσφαίρου. Από το 2008 είναι πρόεδρος του ΜΟΤ, ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού που προσφέρει σε μαθητές δημοτικού, γυμνασίου και λυκείου προγράμματα ενημέρωσης επάνω σε σοβαρά κοινωνικά ζητήματα όπως, λ.χ., το bullying, οι αποκλεισμοί και τα προβλήματα ψυχικής υγείας.













