Ηρθε χθες το βράδυ στον ύπνο μου, κάποιος που αγαπούσα πριν από πολλά χρόνια. Πράγμα παράξενο, γιατί δεν ήταν αυτός που άλλαξε τη ζωή μου η αγάπη του και ο θάνατος του. Ομως τον αγαπούσα αληθινά, ήθελα να ζήσω όλη μου τη ζωή μαζί του και με συγκλόνισε και ο δικός του θάνατος.
Οπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, είναι περισσότεροι οι πεθαμένοι που μιλάω μαζί τους από τους ζωντανούς. Εχω συνηθίσει να ζω ανάμεσα σε φαντάσματα, και εκτός ενός, όλοι οι υπόλοιποι είναι ευοπρόσδεκτοι μέσα στη σκέψη μου. Τους τελευταίους μήνες, ένιωθα μια περίεργη μοναξιά, όχι σαν αυτή που ζούσα μέχρι τώρα, αλλά αυτή που σου λείπουν όσοι σε αγαπούσαν. Με γέμιζε αγωνία και άγχος αυτή η μοναξιά, γιατί αφενός ήξερα ότι δεν είναι αλήθεια, πως υπάρχουν ακόμα ζωντανοί άνθρωποι που με αγαπούν και αφετέρου, γιατί νόμιζα πως μεταμορφωνόμουν στην μάνα μου που διαρκώς παραπονιόταν ότι «πέθαναν όλοι όσοι μας αγαπούσαν». Κι αυτό το θεωρούσα ύβρι, γιατί είχε ακόμα παιδιά και συγγενείς και φίλους να την αγαπούν και δεν το αξιολογούσε.
Ομως χθες το βράδυ, ήρθε κοντά μου κάποιος που αγαπούσα πριν από πολλά χρόνια. Σε αυτή την δεύτερη πραγματικότητα που ζούμε, αυτή την περίεργη και αλλόκοτη, την αποσπασματική πραγματικότητα του ύπνου, ήρθε και μιλάγαμε σαν να μην πέρασε μια μέρα, πήγαμε σε διάφορα μέρη μαζί και καταλήξαμε στο σπίτι μου/μας, που δεν ήταν τίποτα απ’ όσα ήξερα. Καθόταν στο κρεβάτι και εγώ δίπλα του. Σε μια στιγμή έσκυψα και φίλησα την πλάτη του, και ένιωσα το δέρμα ζεστό, φιλόξενο και γνώριμο στα χείλη μου και το δέχτηκε όπως τότε που ζούσαμε μαζί. Σχεδόν ένιωσα να ξυπνάει μέσα του η λαχτάρα για επαφή. Ξύπνησα ήρεμη και γαληνεμένη. Γιατί είχα επιστρέψει στον εαυτό μου, που υποφέρει όταν χάσει αυτούς που δεν μπορεί να αγαπήσει πια.








ΕΙΠΩΘΗΚΕ ΠΡΟΣΦΑΤΩΣ