Πάμπλο Νερούδα: «Εγώ θα μείνω με τους εργάτες να τραγουδήσω»
Εγώ θα μείνω με τους εργάτες να τραγουδήσω (…) για των ψαράδων τον ωκεανό, για το ψωμί των παιδικών μας αηδονιών, και για την αγροτιά και για τ’ αλεύρι μας, τη θάλασσα, το ρόδο και το στάχυ, τους σπουδαστές, τους ναύτες, τους φαντάρους, για όλους τους λαούς σ’ όλους τους τόπους, για τη λυτρωτική τη θέληση των πορφυρών λαβάρων της αυγής. Πάλεψε πλάι μου, κι εγώ θα σου χαρίσω τα όπλα όλα της ποίησής μου…
Λεςνα περιμένουμε τοφως άλληςμιαςμέρας Ανοίγειςτα παράθυρα ν’ αλλάξει ο άερας
Μα έσβησεηφλόγα τοσπίτι σκοτεινό βαρέθηκα τα λόγια και φεύγωπρώτα εγώ
Δεμένωπια εδώ σ’ ένανκόσμογκρεμισμένο, Δεμένωπια εδώ κι ούτεξέρωπού πηγαίνω
Μια ζωή κουράστηκα μαζί σου να παλεύω Φτάνει πια να έρχεσαι μονάχα ότανφεύγω
Θα μείνωτώρα μόνη σε άλληγειτονιά και ειν’ αυτόςοπόνος αρρώστια και γιατρειά
Δεμένωπια εδώ σ’ ένανκόσμογκρεμισμένο, Δεμένωπια εδώ κι ούτεξέρωπού πηγαίνω
Δενείναι ηζήλεια που μαςχώρισε, δενείναι αυτό που μεπονά Είν’ η αγάπηπου δεχώρεσε Τα πιοβαθιά μαςμυστικά
**********************
Φώτης Αγγουλές, «Μείνε φτωχός»
Συδαύλιζε μ’ ό, τι μπορείς της πίστης σου το πυροφάνι και μια χαρά να σού ‘μείνε κάψτην και κείνη.
Μείνε φτωχός μείν’ άχαρος μείνε ό ,τι να ‘ναι, φτάνει στα σκοτεινά η ψυχή σου να μη μείνει. Άκου το σκλάβο πώς βογκά άκου τον κόσμο πώς στενάζει κάτι πεθαίνει μέσα του, κάτι γεννιέται, κάτι αλλάζει.
Γλίστρισε κρυφά να μην το πάρει είδηση ο φρουρός μου π΄ αγρυπνά κι ήρθε μεσ’ τη νύχτα το φεγγάρι
Ήρθε και με βρήκε λυπημένο κι ήτανε το χάδι του απαλό σαν γυναίκειο χέρι αγαπημένο
Μείνε στο φτωχό μου το κελί φεγγαράκι, τι να σε τρατάρω; Δεν μου μένει πια παρά η ψυχή κι έχω τόσο ανήφορο να πάρω
********************
Βασίλης Λέκκας, «Εδώ θα μείνω»
Κώστας Μπαλαχούτης, «Εδώ θα μείνω»
Μπαίνω στο μυαλό σου μη ρωτάς γιατί στο ακρογιάλι των ματιών σου πίνω τη ζωή. Μπαίνω στο μυαλό σου μνήμη κι ενοχή μέσα στις λέξεις των χειλιών σου έγινα σιωπή.
Εδώ θα μείνω άγρια η θάλασσα σκαρί θα γίνω κόντρα στον καιρό. Τα πάντα δίνω όλα μου τα κύτταρα λένε σ’ αγαπώ.
Μπαίνω στο κορμί σου χώρα εχθρική στις αρτηρίες του λαιμού σου μια διαδρομή. Μπαίνω στο κορμί σου να κι η φυλακή κι αν αγνοώ τον κίνδυνο σου φταίει η στιγμή.
Εδώ θα μείνω άγρια η θάλασσα σκαρί θα γίνω κόντρα στον καιρό. Τα πάντα δίνω όλα μου τα κύτταρα λένε σ’ αγαπώ.
****************************
Κωνσταντίνος Μούσσας «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του μείνε»
Αποφάσισα να μείνω.
Μάζεψα λοιπόν τα φρεσκοπλυμένα γράμματά μου,
μερικά ζευγάρια μολύβια,
να έχω ν’ αλλάζω διαθέσεις,
το καλό μου χάρτινο πουκάμισο
και βέβαια τ’ άνετα παπούτσια, τα κατάλληλα
για πρωινές αναρριχήσεις στα όνειρα.
Αν μείνω λοιπόν μαζί σου.
Πού να μετακομίζω τώρα
σε καινούργια λύπη;
Κι ύστερα να σβήνω από την αρχή
γραμμένες σελίδες,
να βάφω εξώφυλλα και δωμάτια μουχλιασμένα
ν’ αλλάζω την εντοιχισμένη συνείδηση;
Θα μείνω για να φεύγουμε μαζί
κάθε μέρα όλο και για πιο κοντά
και πάντα για εδώ,
ώσπου να ξεχάσω,
πως είναι η αγωνία του προορισμού
και η νοσταλγία της επιστροφής.
*Από την ποιητική συλλογή «Τροπικοί δείκτες», εκδ. Αλεξάνδρεια
*********************
Μπομπ Ντύλαν, [Απόψε Κοντά Σου Θα Μείνω]
ΜπομπΝτύλαν, Tonight I’ll Be Staying Here with You [Απόψε Κοντά Σου Θα Μείνω]
Το εισιτήριό μου απ’ το παράθυρό σου πέτα Και τη βαλίτσα επίσης, σ’ το λέω νέτα-σκέτα Κι από την πόρτα πέταξε όλα τα βάσανά μου Τίποτα από δαύτα δεν χρειάζομαι, καρδιά μου Μονάχα κάτι έχε μου να πίνω Γιατί απόψε κοντά σου θα μείνω
Θα ’πρεπε να ’χω αφήσει την πόλη αυτή απ’ το πρωί Μα δεν μπορούσα να το κάνω ούτε στιγμή Ω, η αγάπη σου είναι τόσο δυνατή Κι όλη μέρα περίμενα, δίχως να με νοιάζει τι θ’ απογίνω Ναι, περίμενα απόψε κοντά σου να μείνω
Είναι στ’ αλήθεια κανείς να απορεί Ένας ξένος τι αγάπη να δεξιωθεί μπορεί Μ’ έκανες δικό σου με κόλπα μαγικά Και είναι δύσκολο να φύγω πια
Ακούω το τρένο να σφυρίζει Βλέπω και τον σταθμάρχη εκεί να τριγυρίζει Αν υπάρχει κάνας φουκαράς πιτσιρικάς Δώστε του τη θέση μου μεμιάς Όχι, κούκλα μου, δεν φεύγω, δεν σ’ αφήνω Γιατί απόψε κοντά σου θα μείνω
Το εισιτήριό μου απ’ το παράθυρό σου πέτα Και τη βαλίτσα επίσης, σ’ το λέω νέτα-σκέτα Κι από την πόρτα πέταξε όλα τα βάσανά μου Τίποτα από δαύτα δεν χρειάζομαι, καρδιά μου Μονάχα κάτι έχε μου να πίνω Γιατί απόψε κοντά σου θα μείνω
********************************
Μενέλαος Λουντέμης – Η ψυχή μου έμεινε εξορία
«Απόψε είχαμε πλημμύρα…» ( Από γράμμα τους)
Ακούστε εσείς. Εσείς που κοιμηθήκατε κι απόψε στα ζεστά, σβήνοντας με μια κίνηση το φως. Σαν τους θεούς που παίζουν τη «Δημιουργία»
(«Γεννηθήτω φως» — και εγένετο). Ακούστε με!
Τούτη την άναρθρη νύχτα που σωπαίνουν οι λύκοι – γιατί ουρλιάζουν οι άνθρωποι. Ακούστε με. Εσείς που κοιμάστε αγκαλιά με τα όνειρα. Εσείς που σας φιλά στο στόμα η Ζωή. Που σας χαϊδεύει με το μετάξι της. Εσείς. Ακούστε με!
Μείνε κοντά μου απόψε, η νύχτα είναι το παν η νύχτα είναι μαχαίρι γι αυτούς που αγαπάν Μες το σκοτάδι νοιώθω καυτό το σώμα σου το ψάχνω το χαϊδεύω φiλώ το στόμα σου.
Το αδειανό κρεβάτι φρικτό μαρτύριο κοντά μου δεν θ’ ακούσεις το σιωπητήριο. Πάτα το μηχανάκι για τη μονάδα σου εγώ θα ‘μαι για πάντα η φιλενάδα σου.
Σαν έρχεται η μέρα βλέπω το ρήμαγμα την αδειανή ζωή μου και το ξετίναγμα. Μείνε κοντά μου απόψε έστω για μια φορά και το πρωί λεβέντη μου βγες στην αναφορά.
**************************
Κλείτος Κύρου, Κάτι που έμεινε
Η ώριμη στιγμή του χωρισμού Μας πρόφτασε βιαστικά Φορέσαμε κι οι δυο από ένα χαμόγελο Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας Και ξεφυλλίζαμε Τις μέρες που θα ’ρθουν Βέβαια Ήταν άσχημο να το συλλογιστώ Πως τα χέρια μου Δεν θα τύλιγαν πια Τις γραμμές του κορμιού της Άνοιξε την τσάντα Και μου επέστρεψε δυο βιβλία Ένα κίτρινο πουκάμισο Και μιαν αλυσίδα Λοιπόν Τώρα δεν έχω πια τίποτα δικό σου Και συ νομίζω δεν έχεις τίποτα δικό μου Δεν απάντησα Μου έσφιξε τα χέρια Κι απομακρύνθηκε
Δεν έχεις πια τίποτε δικό μου Κι όμως Τη θύμησή της Τη δίπλωσα προσεχτικά Και την κρατώ ακόμα
Έμεινε ξεκομμένος στον Ουρανό σ’ αυτή την τόσο μακρινή πολυχρωμία μ’ ένα μικρό ασπρόμαυρο γατάκι σαν πουλί και μια μεγάλη μαύρη πεταλούδα σαν ομπρέλα «Οι μεγάλοι σιδερένιοι δρόμοι κάτω τόσο πολύ πίκρα μάς πότισαν –κάθε τόσο τους άκουγαν να λένε – τόσο πολύ πίκρα μάς πότισαν τόσο πολύ πίκρα μάς πότισαν»
Έκλαψα χτες σαν μέτρησα τις πίκρες της ψυχής μου κι εσύ δεν ήσουν πλάι μου αστέρι της ζωής μου
Έκλαψα χτες σαν μέτρησα τις νύχτες που `μαι μόνος τις νύχτες που σ’ αναζητώ και με καρφώνει ο πόνος
******************
Κική Δημουλά, Χθες
Ξανάρθε. Τυλιγμένος μιαν απόχρωση ακαθόριστου. Τα μάτια του βυθός χωρίς επιφάνεια, τα χείλη του τομή μυστηρίου, ψιλόβροχο η φωνή του. Τα λόγια του τράπουλα που πέφτει έτσι, πέφτει αλλιώς. Θαμπός. Το σώμα του θυμίαμα, και τα μαλλιά του λουσμένα με νιότη. Το γέλιο του χάλασμα ψυχής. Μέσα του έκρυβε έναν άνεμο που ’σκιζε τα χάρτινα όνειρά μου. Μέσα μου έκλαιγε ένα αύριο.
Πάει τόσος καιρός που είχα μεταλάβει το χαμό του σε ποτήρι επιχρυσωμένο με φθινόπωρο, που σκέπασα τη φωτογραφία του μ’ ένα σούρουπο, κι έβαλα σύρτη στα τραγούδια μου. Τόσος καιρός που ξεχαστήκαμε.
Ξανάρθε. Μια μέρα θα ’ταν που ξεχώσαμε τις περγαμηνές της μνήμης μας και υπογράψαμε μια θεία συνέχεια, που αγαπηθήκαμε.
Χθες χωριστήκαμε.
Από τη συλλογή Έρεβος (1956) της Κικής Δημουλά
****************
Pedro Mateo, ΧΘΕΣ, 29 ΜΑΪΟΥ
Ήτανε χθες η μέρα της γιορτής σου. Χθες, Ψυχοσάββατο Τελευταίο φεγγάρι της άνοιξης. Είχα σαστίσει, κάπως ανήσυχος Σε σκεφτόμουν αποκομμένο Στην ανοιχτή λευκότητα του χαμόγελου Στην ειλικρίνεια του γλαυκού βλέμματός σου. Άκουσα τη φωνή σου στο πλάι μου όπως παλιά Σ’ εκείνα τα χρόνια της εφηβείας Κάτω από την πελώρια πατρογονική χαρουπιά. Θυμήθηκα τη μυρουδιά από χώμα και μύγδαλα Κολλημένη στα χέρια και στο σώμα. Έκαιγε ο ήλιος, το τζιτζίκι δεν σταματούσε «…Αύριο τη νύχτα που θάχει φεγγάρι» Ένιωθα την πνοή από τα λόγια σου. Έπρεπε να φύγεις ξανά Για να κανονίσεις το πότισμα. Μέσα από χωράφια που αναπαύονταν Καθώς τα διέσχιζες μόνος, έφυγες. Ύστερα τίποτα, το ακίνητο τίποτα Τέλη Μαΐου Σχεδόν ο αιώνας στο τέλος…
Ήτανε χθες η μέρα της γιορτής σου, Αναμνήσεις μονάχα μού μένουν.
Μόλις χθες, θυμήθηκα ήτανε Μάης, όταν δαγκωματιά στα χείλη μου έδωσες -παντοτινά χαραγμένη στο χρόνο μου- ήτανε Ιούνης όταν το βάρος σου απάνω στα στήθια μου ένιωσα. Σαν πηλός και αρχαίο γλυπτό σκαλιστό αφέθηκες απάνω μου. Μικρός έρωτας τότες. -παντοτινά σκαλισμένος στη ζωή μου ολόκληρη-
Μόλις χθες, θυμήθηκα πως βρέθηκα μες στη ζωή σου άξαφνα. Σε είδα να κρατάς το ποτήρι και να κοιτάς το κενό των ματιών μου. Σε είδα εμπρός μου, και θλιμμένη έτρεξα να βραχώ στης μπόρας την υγρή αγάπη σου.
Μόλις χθες, έβλεπα τα μάτια σου. Παλιοί ελαιώνες απλωμένοι στα πόδια μου.
Μόλις χθες, είδα ένα όνειρο σε έναν ύπνο τεράστιο όλο φως, κάψα και μικρά πέτρινα σκαλοπάτια. Κι εκεί στην κορφή στεκόσουν εσύ και
έψελνες έναν ύμνο που ποτέ δεν είχα ακούσει.
Μόλις χθες, στεκόμουν γυμνή στο μπαλκόνι και πότιζα όλα τα κόκκινα λουλούδια που μου φύτεψες, κι ένας αγέρας τα φύσηξε και τα κάθισε απαλά σα χνούδι απάνω στα χείλη μου
-ο ΑΠΟΛΥΤΟΣ έρωτας το μισό σου φιλί, και ΜΕΓΑΣ, ολόκληρο-
Μόλις χθες, ένα θαλασσί μπαλόνι με πήρε ψηλά στον ουρανό, κι είδα όλα τα καμπαναριά και τα ξωκλήσια, που θα μπορούσες στεφάνι και βέρα να μου χωρέσεις. Κι είδα όλους τους μικρούς και μεγάλους χαρταετούς που θα πετούσαμε μαζί με τα παιδιά μας.
Μόλις χθες, σήκωσα τα χέρια ψηλά στον ουρανό, κι άγγιξα το κορμί σου ολόκληρο. Γυμνό και γαλάζιο. Κι ήρθαν τα μαλλιά μου και έγιναν μπαμπακένια σύννεφα και χάιδεψαν το πρόσωπο σου. Κι όλα τα αστέρια ήρθαν και πλάγιασαν ανάμεσα στα σκέλη μας -η ΑΠΟΛΥΤΗ ηδονή όταν έρωτα κάνεις στις πιο αψηλές κορφές των βουνών μου-
Μόλις χθες, είπα στην Αγάπη «γιατί;». Και κυλίστηκα στο πάτωμα. Και εκεί στα σανίδια έτριξαν δυό μικροί απόηχοι από τα πέλματα σου. Ήχος όπως βουτάς στο κολύμπι και χάνεσαι στην ροή της θάλασσας.
Μόλις χθες, έγινα η Κόκκινη Μηλιά, κι εσύ Μαρμαρωμένος Βασιλιάς να εγείρεσαι και να στερεώνεις την Πόλη ολόκληρη απάνω στα κλαδιά μου. Πουλιά να κελαηδούν την υπέρτατη νίκη απάνω στο λευκό του κορμιού μου κορμό, κι εσύ να ανεβαίνεις απάνω .
Μόλις χθες, κράτησα για πρώτη φορά στα χέρια μου όλα όσα μου έδωσες να ράψω το πιο ακριβό, το πιο ξεχωριστό της ζωής μου φουστάνι ολόλευκο, να φορώ όλες τις ημέρες, τις εποχές και τα γιορτινά τραπέζια.
Μόλις χθες, είδα τι σημαίνει Θεός, κι εσύ κατείχες όλους τους λόγους του κάτω από μια ελιά, να προφητεύεις και να απλώνεις τις ρίζες σου μέσα στα σπλάχνα μου για πάντα.
Μόλις χθες, σε είχα αντάμα με μια στέρνα αθάνατο νερό. Μου την έδωσες να την πιω ολόκληρη και η λευτεριά ξάπλωσε απάνω στα μάτια μου.
Μόλις χθες, το φεγγάρι στολίστηκε μαζί με τον ήλιο, μαζί απάνω στο κεφάλι μου. Έκλειψη και ανατολή εσύ, κι εγώ μυγδαλιά στεκούμενη μες στο χωράφι σου.
Μόλις χθες, ο ουρανός πλάτυνε και άπλωσε στα χείλη σου. Κοιτάζοντας κι οι δυό τον ίδιο ουρανό. Κοιταζόμασταν μέσα από τον ουρανό αυτόν.
Μόλις χθες, ήταν τα λόγια σου τα ολόλευκα. Εκείνα τα λόγια τα ανείπωτα.
Εκείνα τα μάτια σου τα βαθιά. Εκείνα τα μάτια σου τα ανύπνωτα.
Μόλις χθες, κράτησα τις χούφτες μου σφικτά. Τίποτα δεν κατάλαβα.
Μόλις χθες δάκρυ κύλησε από πίσω από τα μάτια μου, κι έφθασε στις ίνες της καρδιάς μου. Απροετοίμαστο δάκρυ. Στον ουρανό μου φώτισες με ένα μειδίαμα.
Μόλις χθες, τα χέρια σου έσφιγγαν ένα κοχύλι που αντηχούσε τον μεγάλο της ζωής σου έρωτα. «Τον έχω» είπες. Είχες αφαιρέσει το ιώτα από το είχα, και έδωσες διάρκεια στο τώρα, όταν εμπρός σου εγώ βρισκόμουν -απόδειξη των όσων νιώθεις, η αφαίρεση του χρόνου-
Μόλις χθες, η σιωπή σου θρυμματίστηκε κι ήρθε και φώτισε την καταπακτή μου. Κι έγινα φως. Κι έχασα την γη. Κι ο έρωτας λατρεία έγινε.
Μόλις χθες, αντίκρυσα στο κάτοπτρο του βλέμματος σου, τον Μεγάλο Έρωτα. Έρως με μαύρα κατσαρά μαλλιά χυμένα στην λευκή πλάτη, κι αντίς για φτερά, αχνοφαίνονταν επιτύμβιοι στύλοι χαραγμένοι με των πρώτων σου γραμμάτων την υγρή σιωπή.
Μόλις χθες, άκουσα τον πιο μεγάλο ύμνο της ζωής μου. Ύμνος σιωπηλός στα χείλη μοναχών με κομποσκοίνι κι εικόνες αγίων να δακρύζουν, εμπρός στο τάμα της ζωής μου, εσένα.
Μόλις χθες, όλοι οι λίθοι σου άνοιξαν. Άνοιξαν βαθιά την γη μου. Εξομολογήθηκαν μια Ανάσταση σε μια πασχαλιά που δεν περίμενα ποτές μου. Κι η χαρά μου την θέση της επήρε. Στα μαλλιά μου μπόλιασε, το ανίκητο το χέρι σου -μες στη Γαλήνη χάθηκα-
Και δέθηκα αιώνια στον κόμπο της υπέρτατης αγάπης που σκίρτησες για μένα χτυποκάρδι βαθύ και ύψιστο του Έρωτα -Μέγας Έρως τώρα-
“Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε να ‘ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί· κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά κάποτε δεν τα βρίσκει·…”
(Γ. Σεφέρης)
***************
«…Τα μέτρια ν’ αποφεύγουμε μ’ αδιάλλαχτην αποστροφή, — αμετανόητοι κυνηγοί του Ωραίου και του Απολύτου — νάναι μας έπαθλο η πληγή, το μάταιο γνώση μας σοφή — η χρυσή σμίλη δημιουργού, κασμάς του καταλύτου…»
(Γ. Ρίτσος)
*******************
Αφοι Κατσιμίχα, «Ποιος τη ζωή μου, ποιος τη κυνηγά»
Μάνος Ελευθερίου, «Ποιος τη ζωή μου, ποιος τη κυνηγά»
Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά να την ξεμοναχιάσει μες στη νύχτα; ουρλιάζουν και σφυρίζουν φορτηγά σαν ψάρι μ’ έχουν πιάσει μες στα δίχτυα
Για κάποιον μες στον κόσμο είν’ αργά ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά;
Ποιος τη ζωή μου, ποιος παραφυλά στου κόσμου τα στενά ποιος σημαδεύει; πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;
**************
Μάνος Ελευθερίου, Ο κυνηγός
Μνήμη Γιώργου Σ. Μπλετζάκη Μαρίας Κουλάκου
Κάποτε βγήκα σ’ ένα τοπίο χιονισμένο – μια ελαιογραφία. Δράκοι μοχθηροί των ουρανών της επαρχίας και καλπάζοντας Άγγελοι μέσα στο χιόνι. Τα μάτια των ζώων πριν από τον πυροβολισμό του κυνηγού.
Το κάδρο έγειρε λίγο και χύθηκε το χιόνι στο πάτωμα. Μαζί και το φαρμάκι που είχε πιει ο κυνηγός για λόγους ηθικούς για μια αδικία. Για μια ατιμία των δικών του.
Αργότερα μου μίλησαν για τρομερούς σπασμούς. Για το μαχαίρωμα της κοιλιάς του μήπως και βγει το δηλητήριο. Και πώς να βγει το δηλητήριο. Απελπισία που ξεπέρασε τα ανθρώπινα.
Έμεινε μόνο η νυφική φωτογραφία πάνω στο σκρίνιο.
Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου
Κλαδιά χιαστά περιπλεγμένα στα βλέφαρα, δεν σε αφήνουνε να κλείσεις μάτι. Παμπάλαιες συστάδες, κατάφορτες ξεχασμένα φύλλα. Με φωληές αλλόκοτων πουλιών. Καψερέ μου. Πίνουν από το αίμα σου, ραμφίζουν την ζωή σου. Λαλούνε κι όλο κελαηδούν μ΄ανθρώπινη φωνίτσα:
«Ράγισε το κορμάκι σου σαν γέρικο καράβι Κι η μαύρη θάλασσα χυμά βενζίνη που το ανάβει».
Βλέπεις τον κυνηγό και τα σκυλιά του. Τον κάποτε διαφεντευτή βουνών και ποταμιών που υπήρξες βλέπεις. Έρχεται να σε πάρει. Βλέπεις με την αφή. Όχι με τα μάτια. Δίνεις διστακτικά το χέρι σου
Ο κυνηγός, ΙΙ
Μ᾽ εμποδίζει το εκτυφλωτικό φεγγαρόφωτο, αλλά την ιστορία θα την πω. «Φεγγάρι σαν ημέρα», ξεκινούσε να διηγείται, όταν μιλούσε για το φύλαμα , για τον λαγό ή τα τρυγόνια, τις μπεκάτσες. Όταν έλεγε πώς τα χτυπούσε. Στο φτερό. Απέναντι στο κρεβάτι του γερο-Λαέρτη, τώρα κρεμασμένο το δίκαννο και η φυσιγγιοθήκη και το σακκίδιο. Άδειο. Μυρίζει λαγοτόμαρο και δέρμα αλεπούς. Μυρίζει νύχτες σεληνόβρεχτες, σ΄αμπέλια, καταρράχια κι ελαιώνες. Βγαίνουν αγρίμια για νερό, βγαίνουν ζούδια για χόρτο. Με τον ορό που στάζει αργά, μουδιάζει η μνήμη, το αίμα σιγαλά μαραίνεται.
«Αλυσόδεσέ την» ακούγεται μια φωνή από τα έγκατα της εγκεφαλικής παράνοιας.
«Άφησέ την να βρει την ανθρώπινη μορφή…
αλλότρια από το είδωλό της στον καθρέφτη.
Ξαφνικά θυμάμαι το εγχειρίδιο του Επίκτητου
και δακρύζω…
Πόσο αφελής ήμουν!
Ενέδρα μου ‘στησε ο ιστός των λογισμών μου
Με υφάντρα εμένα την ίδια…
Το υφαντό μου… εχέγγυο για τον διχασμό της ψύχωσης
Ίαση… εγκλεισμός.
******************
Μαρία Ορτουλίδου: Κυνήγι
Ξέρεις ότι είναι σφαχτάρι εκλεκτό, με κρέας τρυφερό. Δεν μπορείς να δεις πέρα από το είδωλο σου. Ζεις μονάχα για την έξαψη του κυνηγιού, μέχρι να φας και να χορτάσεις. Μόνο που «μετά θάνατον» το δέρμα σκληραίνει. Είτε διάφανο, αδιαπέραστο, κοφτερό σαν ξυράφι να μην μπορεί κανένας να το αγγίξει να το πειράξει. Ή μαυρίζει από τη χολή και δεν ησυχάζει μέχρι εκδίκηση να πάρει. Δικαιοσύνη. Και του θηρευτή τα σωθικά με τα ίδια – κάποτε τρυφερά- χέρια να ξεσκίσει και να τον γδάρει ζωντανό.
O κυνηγός δε βλέπει τον θάνατο στο στόχαστρο. Βλέπει μονάχα ένα μέσο στον σκοπό κι έναν σκοπό στον στόχο. Ξαπλώνει με το σίδερο την αλεπού στο χιόνι. Την κόκκινη κλωστή της στο σεντόνι ξετυλίγει.
Διαφεντεύει την απόσταση με τον σκύλο του. Με την ακαριαία του βούληση ράβει την ολόκληρη πλευρά εδώ στη σκισμένη πλευρά εκεί με τη μαύρη βελόνα στον θάνατο τη ράβει για προικιό.
Μέσα του όμως μια άλλη αλεπού τον τρώει αόρατη, κυτταρική· τουφέκι δεν ακούγεται. Τη νύχτα, αργά, θα βρει το πρώτο αίμα εκεί που κατουράει. Και θ’ αναρωτηθεί πώς ήρθε πίσω η πληγή.
Στα σκοτεινά με το μυαλό του την αναπλάθει. Πήλινα βάζα τα χαρακτηριστικά της στο κολουμβάριο της μνήμης. Χωρίς ακροδάχτυλα και όνομα Δεν μπορεί ψηλαφίσει το πρόσωπο της. Λειψοί οι κόμποι ασπρίζουν γύρω από τον λαιμό. Καθώς οι κόρες γυρίζουν ξεχνά το χρώμα τους. Συλλέγει ψήγματα ασφυξίας Επινοεί το βλέμμα της και το νευρικό της σφίξιμο στα μπράτσα του. Σαν γάτα γεμίζει το στομάχι του με ανώνυμες μπάλες μαλλί, σειρά του να την γεννήσει αυτός. Χωρίς αποτύπωμα. Δάχτυλο να βυζάξει. Μονάχα μάτια προβολείς στα σκοτεινά να προβάλλουν στον τοίχο το κενό.
Στο ξώστεγο στεκόταν του σπιτιού του και τη Σάμο, που τύραννός της ήταν, την κοίταε με καμάρι και χαρά. «Όλα όσα βλέπεις, όλα εγώ τα ορίζω, παραδέξου πως είμαι ευτυχισμένος». Έτσι λέει στον Αιγύπτιο βασιλιά.
«Σ’ ευνόησαν οι θεοί· ναι, αυτό είν’ αλήθεια· εκείνους που ίσοι πρώτα ήταν μ’ εσένα το σκήπτρο σου τους πιέζει δυνατό. Αλλά ένας ζει που εκδίκηση διψάει· όσο αγρυπνά του οχτρού σου αυτού το μάτι, καλότυχο πώς θέλεις να σε πω;»
Ακόμα ο λόγος έστεκε του ρήγα και να, σταλμένος απ’ τη Μίλητο, ένας μαντατοφόρος φτάνει βιαστικά. «Αφέντη», λέει στον τύραννο, «έλα βάλε δάφνης χλωρό στεφάνι στο κεφάλι και της θυσίας η κνίσα ας πάει ψηλά.
Ο οχτρός σου πάει, τον βρήκε το κοντάρι· ο Πολύδωρος, ο άξιος στρατηγός σου, με στέλνει εδώ, το νέο να φέρω αυτό…» Και βγάζει από μια μαύρη ευθύς λεκάνη ένα κεφάλι, ματωμένο ακόμα, πολύ γνωστό, που τρόμαξαν κι οι δυο.
Με φρίκη κάνει πίσω ο ξένος ρήγας, με ανήσυχη ματιά, και λέει: «Ωστόσο στην τύχη μη βασίζεσαι πολύ. Με αβέβαιη τύχη ο στόλος σου αρμενίζει στ’ άπιστο κύμα· τι εύκολα, στοχάσου, τα πλοία τα σπάει μιας τρικυμίας οργή!»
Το λόγο δεν προφταίνει ν’ αποσώσει· χαράς φωνές κι αλαλαγμοί τον κόβουν, που απ’ το λιμάνι φτάνουν ως εδώ. Βαριά με ξένα πλούτια φορτωμένος των πλοίων ο πολυκάταρτος ο λόγγος στης πατρίδας γυρίζει το γιαλό.
Τ’ ακούει ο ξένος ρήγας και σαστίζει. «Σήμερα η τύχη σου είναι στα καλά της, μα η τύχη παίζει, έχε το νου σου εσύ. Οι Κρητικοί, πρωτοτεχνίτες στα όπλα, πολέμου σκιάχτρα αντίκρυ σου έχουν στήσει κι είναι κοντά σε τούτο το νησί».
Το ’πε δεν το ’πε, κι απ’ τα πλοία τα πλήθη χυμούν, φωνή χιλιόστομη αλαλάζει: «Νίκη! Δε μας φοβίζουνε οι οχτροί· ο πόλεμος πια τέλειωσε και πάει, τα κρητικά που αρμένιζαν καράβια τα σκόρπισε η φουρτούνα εδώ κι εκεί!»
Τ’ ακούει κι ανατριχιάζει ο ξένος φίλος: «Σε κρίνω — πώς αλλιώς; — ευτυχισμένον, μα τρέμω αν θα μπορέσεις να σωθείς. Οι θεοί φθονούν, κι αυτό ’ναι που φοβούμαι· ανόθευτη χαρά απ’ αυτούς στον κόσμο ποτέ θνητός δεν έλαβε κανείς.
Κι εμένα σε καλό μου βγήκαν όλα, σ’ όλες τις πράξεις που έκαμα ως μονάρχης οι θεοί μ’ ευνόησαν, μα έναν ακριβό, που ο κληρονόμος μου ήταν, μου τον πήραν, τον είδα, ωιμέ, νεκρό· στην ευτυχία το φόρο μου τον πλέρωσα κι εγώ.
Από κακό να φυλαχτείς αν θέλεις, να δέεσαι στους αόρατους, και πόνο να σου δίνουν μαζί με τη χαρά. Δεν ξέρω εγώ θνητό που να του δώσαν τα δώρα τους οι ουράνιοι απλόχερα όλα και να ’χει φτάσει σε καλά στερνά.
Οι θεοί αν αυτή τη χάρη δε σου κάνουν, τη συμφορά προκάλεσέ την ο ίδιος· άκου με που σα φίλος σου μιλώ· κι απ’ τ’ αγαθά σου αυτό που το ’χεις πρώτο και την καρδιά σου πιότερο σου ευφραίνει πάρ’ το και ρίχ’ το ο ίδιος στο γιαλό».
Τρομάζει αυτός. «Απ’ όλους του νησιού μου τους θησαυρούς το δαχτυλίδι τούτο είναι ό,τι εγώ λογιάζω πιο ακριβό. Στις Ερινύες το δίνω κι ας σχωρέσουν οι θεές την ευτυχία μου». Και πετάει στη θάλασσα τ’ ωραίο διαμαντικό.
Πρωί πρωί την άλλη μέρα κιόλας ένας ψαράς στον τύραννο πηγαίνει τον Πολυκράτη με όψη γελαστή: «Δέξου από μένα. αφέντη, αυτό το δώρο· είν’ ένα ψάρι που έπιασα· άλλο τέτοιο ποτέ σε δίχτυ δεν έχει πιαστεί».
Κι ο μάγερας, σαν άνοιξε το ψάρι, έρχεται βιαστικός και σαστισμένος και φωνάζει με βλέμμα εκστατικό: «Αφέντη, μέσ’ στο ψάρι, στην κοιλιά του, βρήκα το δαχτυλίδι σου, δεν έχει σύνορα το καλό σου ριζικό».
Ο ξένος ρήγας τότε ανατριχιάζει. «Στο σπίτι σου άλλο δεν μπορώ να μείνω και φίλος μου πια να ’σαι δεν μπορείς. Οι αθάνατοι ποθούνε το χαμό σου. Φεύγω να μη χαθώ κι εγώ μαζί σου». Έτσι είπε και στο πλοίο του μπήκε ευθύς.
Το δαχτυλίδι μὄπεσε κι η αρραβώνα χάθη. (Δημοτικό τραγούδι)
Η μάνα μου βουλήθηκε να με παντρέψει,να μου διαλέξει για γυναίκα μια νεράιδα,της πίστης και της ομορφιάς πρωτόβγαλτο άνθος.Με σένα η μάνα βάλθηκε να με παντρέψει,ω ξωτικιά Ζωή και στις νεράιδες πρώτη!Και τρέχει και ρωτάει και πάει και παίρνει γνώμηαπό τις πρωτομάγισσες κι απ’ τις ξορκίστρες,από σαράντα πρωτοστέφανες νυφάδεςχρυσάφι διακονεύει, κι από το χρυσάφιτο μαγεμένο δαχτυλίδι μαστορεύει,μου το φορεί, και με τη χάρη την κρυφή τουμου χρυσοδένει την παιδιάτικη τη σάρκα,τ’ ανθρώπου και της ξωτικιάς ω τί αρραβώνα!Κι εγώ ημουν το παιδί που μεγάλωνε πάνταμε τη μεθύστρα ορμή των αρραβωνιασμένωνπου ξανοίγουν το γάμο πλανευτοί απ’ τον πόθο,ατέλειωτη γιορτή σε κάτασπρο κρεβάτι.Κι εγώ ημουν το παιδί που μεγάλωνε πάνταχρυσοδετό με τη Ζωή την αντρειωμένη,κι εγώ ημουν το παιδί που μεγάλωνε πάνταμε της Ζωής τον έρωτα και με τη δίψα,κι εγώ ημουν το παιδί που μεγάλωνε πάντα,γραμμένο να πατάει στον απάτητο δρόμο,μέσα στο φως, ολόφωτο· κι εγώ ημουν που είχαστην όψη κάτι τι σαν ολυμπιονίκηςκαι κάτι τι σα δαμαστής του Βουκεφάλου.Κι εγώ ημουν το γοργό χρυσόφτερο δελφίνιπου πλάστηκε να μάχεται με τα καράβια,κι εγώ ημουν το χρυσόφτερο γοργό δελφίνιπου να λυτρώσει τον Αρίωνα καρτερούσε!Μα μια φορά —από πού και πώς, δεν το γνωρίζω—σ’ αμμοστρωμένη ακρογιαλιά ηλιοφλογισμένη,μιαν ώρα θλιβερή βραδιού συγνεφιασμένου,πάλεψα μ’ ένα νιόφερτο ξένο αραπάκιβγαλμένο σαν από της θάλασσας τα σπλάχνα,και μέσα κει στου παλεμού τ’ ολάγριο πείσμαπέφτει και χάνεται και πάει το δαχτυλίδι.Η γη το ρούφηξε; Το κύμα το κατάπιε;Δεν ξέρω· ξέρω μοναχά πως από τότετα ξορκολόγια λύθηκαν, τα μάγια φύγαν,κι η ξωτικιά η Ζωή και στις νεράιδες πρώτηκι η αρραβωνιαστικιά και η δέσποινα κι η σκλάβαγίνηκε του καπνού καπνός και πάει και κείνη.Ω! κι από τότε μ’ έδεσε απ’ τα πρώτα χρόνιαώς του Καιρού τ’ αργοχιονίσματα τα πρώταστο μαύρο δάσος των μαλλιών, ω και από τότεμ’ έδεσε κάτι φοβερό και βουβό κάτιμε κάποιον ίσκιο αγνώριστο, παραδαρμένο,που λες πως δεν υπάρχει και που λες πως όλονα υπάρξει πολεμάει, και δεν το κατορθώνει·κι ο μαύρος χωρισμένος της Ζωής εγώ ειμαι,εγώ ειμαι της Ζωής ο ανήμπορος ο μέγας!Και του αρχαίου του Ρήγα η κόρη η Αλκιθόη,σημάδι της θεϊκής οργής της εκδικήτρας,άλλαξε πλάση κι έγινε, οϊμένα, οϊμένα!από κυρά βασιλοπούλα, νυχτερίδα.https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=1374
******************
-Κωστής Παλαμάς, «Τα δαχτυλίδια»
Στ’ αργαστήρι δουλεύω, χρυσικός, πολεμώ,δαχτυλίδια σκαλίζω, δαχτυλίδια πουλώ,δαχτυλίδια χαρίζω σ’ όποια χέρια ποθούνμε καρδιές να ταιριάσουν, με γητειές να δεθούν.5Για τα δάχτυλα ψάχνω τα λιγνά, τα δειλά,(σπαρταράνε, λυγίζουν, και σα νά ειναι φτερά,σαν πουλιά είναι και τρέμουν για κλαδί, για φωλιά,λουλουδάκια, που υψώνουν κεφαλάκια ορθρινάροδισμένα από φέγγος πρωινό, κι είναι αχνάκι είναι διάφανα, κι είναι κοντυλένια, βαλτάγια να σπέρνουν το λόγο στο χαρτί ρυθμικά,για να σκίζουν, τοξότες, του βιολιού την καρδιά,κι είναι σαν τα κρινάκια στην ογρήν αμμουδιά,και σεντέφια και φέγγουν, κυνηγούν τα φιλιά,15και μεθούνε κι απλώνουν και διπλώνουν και παν,και τα χάδια ψαρεύουν, μαρμαρώνουν, ξεσπάν).Για τα δάχτυλα ψάχνω δαχτυλίδια να βρω,το πετράδι γυρεύω και το μάλαμ’ αγνό,για να κάμω ψυχούλες δαχτυλίδια, κορμιάδαχτυλίδια, ματάκια και χειλάκια, ακριβά.Δαχτυλίδια σκαλίζω, δαχτυλίδια πουλώ,δαχτυλίδια χαρίζω, δαχτυλίδια φορώ.Δαχτυλίδι μου ο πόθος πώς φοριέται σ’ εσέπου είσαι ολάκερη σάμπως ένα χέρι για με!25Σφιχτοδένει μου ο στίχος δαχτυλίδι κι εσέπου σα δάχτυλο δείχνεις τα ύψη, ορθό, λογισμέ!Απ’ τα μαύρα πλοκάμια πλαγιασμένα απαλάστου μετώπου σου απάνου την καθάρια απλωσιάκι ώς τον πύρινο κύκλο που αγκαλιάζει, σταλτόςαρραβώνας, ποιός ξέρει κι από πού, πότε, πώς,των τιτάνων τ’ αστέρι που είναι ο Κρόνος (Α! η γημπρος σε κείνον παιδούλα μικροκάμωτη ζει),δαχτυλίδια τα πάντα, το ’να στ’ άλλο χαλκάς,και κρατεί και κρατιέται κάθε πλάσμα, όπου πας.35Συρτούς κόσμοι χορεύουν, τέλος όχι, ούτ’ αρχή,και τ’ απέραντου οι κύκλοι και τ’ ανθρώπου οι καημοί.
Αγόραζε αγαθά πολυτελή, χρεώνοντας λογαριασμό του ζάπλουτου συζύγου της και τα επέστρεφε την άλλη μέρα εισπράττοντας μέρος της αξίας σε χρήμα. Μια μέρα έτυχε στης Νέας Υόρκης το Τίφανυς να δει πολύτιμο δαχτυλίδι «του Μαρδονίου», βαρύ, πρώτο, στων αρχαιοπρεπών κομματιών τη συλλογή.
Σχήμα ασπίδας, κρύσταλλοι ακριβοί, δέσιμο από χρυσό, στο κέντρο σμαράγδι αστραφτερό με σκαλισμένο τον περσικό λέοντα. Ο πωλητής θαρρεί πως το θέλει για δώρο στον μακρινό Έλληνα σύζυγο. Επαινεί τα πετράδια, επιμένει γλυκομίλητα: «Δαχτυλιδιού του Μαρδονίου αντίγραφο πιστό λαφύρου των Ελλήνων στων Πλαταιών τη μάχη. Το πρωτότυπο υπάρχει σε μουσείο ιδιωτικό». Εκείνη το αγοράζει και την επομένη το επιστρέφει, όμοια σαν κάθε τι άλλο που πήρε.
Διαμάντι δαχτυλίδι, διαμάντι δαχτύλιδι. διαμάντι δαχτυλίδι φοράς στο χέρι σου κι η πέτρα γράφει απάνω, τζόγια μου αμάν, θα γίνω ταίρι σου (δις)Έλα να φιληθούμε, έλα να φιληθούμε. έλα να φιληθούμε σαν τ’ άγρια πουλιά που στέκουν στα κλαδάκια, τζόγια μου αμάν, κι αλλάζουνε φιλιά.Έλα να σε φιλήσω, έλα να σε φιλήσω έλα να σε φιλήσω και φίλα με κι εσύ και σαν το μαρτυρήσω, τζόγια μου, άμαν, μαρτύρα το κι εσύ.