Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (488ο): «Μένω»…

Ελευθερία Αρβανιτάκη – Μένω εκτός 


Λίνα Νικολακοπούλουμ «Μένω εκτός»

Μένω εκτός, θυμάμαι ονόματα
τρέχω με ταχύτητα φωτός
μένω εκτός, σαν κάτι στόματα
που `διωξε απ’ τον κόσμο ένας λωτός

Τα βράδια μου τα εργένικα
τραγούδια λέω αρμένικα
θέλω να γυρίσω
μα ο παράδεισος κλειστός

Τα βράδια μου τα εργένικα
τραγούδια λέω αρμένικα
θέλω να μιλήσω
μα ειν’ ο τόπος μου σβηστός

Μένω εκτός, μιλάω με σύρματα
στη σιωπή ζυγιάζω σαν αϊτός
μένω εκτός, σαν κάτι σχήματα
που `φτιαξε στην άμμο ένας πιστός

*********************

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

 Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού

******************

Πάμπλο Νερούδα: «Εγώ θα μείνω με τους εργάτες να τραγουδήσω»

Εγώ θα μείνω με τους εργάτες να τραγουδήσω
(…) για των ψαράδων τον ωκεανό,
για το ψωμί των παιδικών μας αηδονιών,
και για την αγροτιά και για τ’ αλεύρι μας,
τη θάλασσα, το ρόδο και το στάχυ,
τους σπουδαστές, τους ναύτες, τους φαντάρους,
για όλους τους λαούς σ’ όλους τους τόπους,
για τη λυτρωτική τη θέληση
των πορφυρών λαβάρων της αυγής.
Πάλεψε πλάι μου, κι εγώ θα σου χαρίσω τα όπλα όλα της ποίησής μου…

*************************

Νίκος Πορτοκάλογλου, «Δε μένω πια εδώ»

Νίκος Πορτοκάλογλου, «Δε μένω πια εδώ»

Λες να περιμένουμε
το φως άλλης μιας μέρας
Ανοίγεις τα παράθυρα
ν’ αλλάξει ο άερας

Μα έσβησε η φλόγα
το σπίτι σκοτεινό
βαρέθηκα τα λόγια
και φεύγω πρώτα εγώ

Δε μένω πια εδώ
σ’ έναν κόσμο γκρεμισμένο,
Δε μένω πια εδώ
κι ούτε ξέρω πού πηγαίνω

Μια ζωή κουράστηκα
μαζί σου να παλεύω
Φτάνει πια να έρχεσαι
μονάχα όταν φεύγω

Θα μείνω τώρα μόνη
σε άλλη γειτονιά
και ειν’ αυτός ο πόνος
α
ρρώστια και γιατρειά

Δε μένω πια εδώ
σ’ έναν κόσμο γκρεμισμένο,
Δε μένω πια εδώ
κι ούτε ξέρω πού πηγαίνω

Δεν είναι η ζήλεια που μας χώρισε,
δεν είναι αυτό που με πονά
Είνη αγάπη που δε χώρεσε
Τα πιο βαθιά μας μυστικά

**********************

Φώτης Αγγουλές, «Μείνε φτωχός»

Συδαύλιζε μ’ ό, τι μπορείς
της πίστης σου το πυροφάνι
και μια χαρά να σού ‘μείνε
κάψτην και κείνη.

Μείνε φτωχός μείν’ άχαρος
μείνε ό ,τι να ‘ναι, φτάνει
στα σκοτεινά η ψυχή σου να μη μείνει.
Άκου το σκλάβο πώς βογκά
άκου τον κόσμο πώς στενάζει
κάτι πεθαίνει μέσα του,
κάτι γεννιέται, κάτι αλλάζει.

**********************

Φώτης Αγγουλές – Πάνος Τζαβέλλας – Μείνε 

Φώτης Αγγουλές «Μείνε»


Γλίστρισε κρυφά να μην το πάρει
είδηση ο φρουρός μου π΄ αγρυπνά
κι ήρθε μεσ’ τη νύχτα το φεγγάρι

Ήρθε και με βρήκε λυπημένο
κι ήτανε το χάδι του απαλό
σαν γυναίκειο χέρι αγαπημένο

Μείνε στο φτωχό μου το κελί
φεγγαράκι, τι να σε τρατάρω;
Δεν μου μένει πια παρά η ψυχή
κι έχω τόσο ανήφορο να πάρω

********************

Βασίλης Λέκκας, «Εδώ θα μείνω»

Κώστας Μπαλαχούτης, «Εδώ θα μείνω»

Μπαίνω στο μυαλό σου μη ρωτάς γιατί
στο ακρογιάλι των ματιών σου πίνω τη ζωή.
Μπαίνω στο μυαλό σου μνήμη κι ενοχή
μέσα στις λέξεις των χειλιών σου έγινα σιωπή.

Εδώ θα μείνω άγρια η θάλασσα
σκαρί θα γίνω κόντρα στον καιρό.
Τα πάντα δίνω όλα μου τα κύτταρα
λένε σ’ αγαπώ.

Μπαίνω στο κορμί σου χώρα εχθρική
στις αρτηρίες του λαιμού σου μια διαδρομή.
Μπαίνω στο κορμί σου να κι η φυλακή
κι αν αγνοώ τον κίνδυνο σου φταίει η στιγμή.

Εδώ θα μείνω άγρια η θάλασσα
σκαρί θα γίνω κόντρα στον καιρό.
Τα πάντα δίνω όλα μου τα κύτταρα
λένε σ’ αγαπώ.

****************************

Κωνσταντίνος Μούσσας «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του μείνε»

Αποφάσισα να μείνω.

Μάζεψα λοιπόν τα φρεσκοπλυμένα γράμματά μου,

μερικά ζευγάρια μολύβια,

να έχω ν’ αλλάζω διαθέσεις,

το καλό μου χάρτινο πουκάμισο

και βέβαια τ’ άνετα παπούτσια, τα κατάλληλα

για πρωινές αναρριχήσεις στα όνειρα.

Αν μείνω λοιπόν μαζί σου.

Πού να μετακομίζω τώρα

σε καινούργια λύπη;

Κι ύστερα να σβήνω από την αρχή

γραμμένες σελίδες,

να βάφω εξώφυλλα και δωμάτια μουχλιασμένα

ν’ αλλάζω την εντοιχισμένη συνείδηση;

Θα μείνω για να φεύγουμε μαζί

κάθε μέρα όλο και για πιο κοντά

και πάντα για εδώ,

ώσπου να ξεχάσω,

πως είναι η αγωνία του προορισμού

και η νοσταλγία της επιστροφής.

*Από την ποιητική συλλογή «Τροπικοί δείκτες», εκδ. Αλεξάνδρεια

*********************

Μπομπ Ντύλαν, [Απόψε Κοντά Σου Θα Μείνω]

Μπομπ Ντύλαν, Tonight I’ll Be Staying Here with You
[Απόψε
Κοντά Σου Θα Μείνω]

Το εισιτήριό μου απ’ το παράθυρό σου πέτα
Και τη βαλίτσα επίσης, σ’ το λέω νέτα-σκέτα
Κι από την πόρτα πέταξε όλα τα βάσανά μου
Τίποτα από δαύτα δεν χρειάζομαι, καρδιά μου
Μονάχα κάτι έχε μου να πίνω
Γιατί απόψε κοντά σου θα μείνω

Θα ’πρεπε να ’χω αφήσει την πόλη αυτή απ’ το πρωί
Μα δεν μπορούσα να το κάνω ούτε στιγμή
Ω, η αγάπη σου είναι τόσο δυνατή
Κι όλη μέρα περίμενα, δίχως να με νοιάζει τι θ’ απογίνω
Ναι, περίμενα απόψε κοντά σου να μείνω

Είναι στ’ αλήθεια κανείς να απορεί
Ένας ξένος τι αγάπη να δεξιωθεί μπορεί
Μ’ έκανες δικό σου με κόλπα μαγικά
Και είναι δύσκολο να φύγω πια

Ακούω το τρένο να σφυρίζει
Βλέπω και τον σταθμάρχη εκεί να τριγυρίζει
Αν υπάρχει κάνας φουκαράς πιτσιρικάς
Δώστε του τη θέση μου μεμιάς
Όχι, κούκλα μου, δεν φεύγω, δεν σ’ αφήνω
Γιατί απόψε κοντά σου θα μείνω

Το εισιτήριό μου απ’ το παράθυρό σου πέτα
Και τη βαλίτσα επίσης, σ’ το λέω νέτα-σκέτα
Κι από την πόρτα πέταξε όλα τα βάσανά μου
Τίποτα από δαύτα δεν χρειάζομαι, καρδιά μου
Μονάχα κάτι έχε μου να πίνω
Γιατί απόψε κοντά σου θα μείνω

********************************

Μενέλαος Λουντέμης – Η ψυχή μου έμεινε εξορία

«Απόψε είχαμε πλημμύρα…»
( Από γράμμα τους)

Ακούστε εσείς.
Εσείς που κοιμηθήκατε κι απόψε στα ζεστά,
σβήνοντας με μια κίνηση το φως.
Σαν τους θεούς που παίζουν τη «Δημιουργία»


(«Γεννηθήτω φως» — και εγένετο). Ακούστε με!

Τούτη την άναρθρη νύχτα που σωπαίνουν οι λύκοι –
γιατί ουρλιάζουν οι άνθρωποι. Ακούστε με.
Εσείς που κοιμάστε αγκαλιά με τα όνειρα.
Εσείς που σας φιλά στο στόμα η Ζωή.
Που σας χαϊδεύει με το μετάξι της. Εσείς.
Ακούστε με!

********************************

Ν. Μαμαγκάκης – Ε. Αρβανιτάκη, «Μείνε κοντά μου»

Γ. Ιωάννου, «Μείνε κοντά μου»

Μείνε κοντά μου απόψε, η νύχτα είναι το παν
η νύχτα είναι μαχαίρι γι αυτούς που αγαπάν
Μες το σκοτάδι νοιώθω καυτό το σώμα σου
το ψάχνω το χαϊδεύω φiλώ το στόμα σου.

Το αδειανό κρεβάτι φρικτό μαρτύριο
κοντά μου δεν θ’ ακούσεις το σιωπητήριο.
Πάτα το μηχανάκι για τη μονάδα σου
εγώ θα ‘μαι για πάντα η φιλενάδα σου.

Σαν έρχεται η μέρα βλέπω το ρήμαγμα
την αδειανή ζωή μου και το ξετίναγμα.
Μείνε κοντά μου απόψε έστω για μια φορά
και το πρωί λεβέντη μου βγες στην αναφορά.

**************************

Κλείτος Κύρου, Κάτι που έμεινε

Η ώριμη στιγμή του χωρισμού
Μας πρόφτασε βιαστικά
Φορέσαμε κι οι δυο από ένα χαμόγελο
Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας
Και ξεφυλλίζαμε
Τις μέρες που θα ’ρθουν
Βέβαια
Ήταν άσχημο να το συλλογιστώ
Πως τα χέρια μου
Δεν θα τύλιγαν πια
Τις γραμμές του κορμιού της
Άνοιξε την τσάντα
Και μου επέστρεψε δυο βιβλία
Ένα κίτρινο πουκάμισο
Και μιαν αλυσίδα
Λοιπόν
Τώρα δεν έχω πια τίποτα δικό σου
Και συ νομίζω δεν έχεις τίποτα δικό μου

Δεν απάντησα
Μου έσφιξε τα χέρια
Κι απομακρύνθηκε

Δεν έχεις πια τίποτε δικό μου
Κι όμως
Τη θύμησή της
Τη δίπλωσα προσεχτικά
Και την κρατώ ακόμα

Από τη συλλογή Αναζήτηση (1949) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

******************************

Μίλτος Σαχτούρης, «Έμεινε»

Έμεινε ξεκομμένος στον Ουρανό
σ’ αυτή την τόσο μακρινή πολυχρωμία
μ’ ένα μικρό ασπρόμαυρο γατάκι σαν πουλί
και μια μεγάλη μαύρη πεταλούδα σαν ομπρέλα
«Οι μεγάλοι σιδερένιοι δρόμοι κάτω τόσο πολύ πίκρα μάς πότισαν
–κάθε τόσο τους άκουγαν να λένε
– τόσο πολύ πίκρα μάς πότισαν τόσο πολύ πίκρα μάς πότισαν»

Πες το με ποίηση (487ο): «Κλέβω – κλέφτης»…

Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Γεράσιμος Ανδρεάτος – Λόγια Κλέβω Από Τηv Μέρα

1.ΛΟΓΙΑ ΚΛΕΒΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΡΑ

Λόγια κλέβω απ’ τη μέρα στα περνώ στο χέρι βέρα

Λόγια ακριβά, λόγια ακριβά, λόγια ακριβά

.

Γράφω μέσα το όνομά σου τα χρυσά τα αρχικά σου

Σκάβω στην καρδιά, σκάβω στην καρδιά, σκάβω στην καρδιά

.

Τριαντάφυλλο και ξύδι σβήνω μέσα το λεπίδι

Για να μην πονά, για να μην πονά, για να μην πονά

.

Στάζω όλος το όνομά σου τα χρυσά τα αρχικά σου

Την τρελή γενιά, την τρελή γενιά, την τρελή γενιά

ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΚΟΝΗΣ

******

2. Η ΚΛΟΠΗ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΟΣ

Το φάντασμά μου τώρα αναζητώ

κλεμμένο απ’ το σκελετό μου

το φάντασμα που πέταγε με τ’ ασημένια του φτερά

γέμιζε τη φωνή μου αίμα

έσερνε λίμνες

μαγνήτιζε πουλιά

.

αυτό το φάντασμα εγώ

κλεμμένο απ’ το δικό μου σκελετό

αναζητώ

μέσα σε λίμνες που δεν έχω ξαναδεί

και στων πουλιών το δέρμα

σα μαύρο σπίρτο διπλωμένο

καμένο

τελειωμένο

.

αναζητώ

το φάντασμά μου το δικό μου σκελετό

δίχως το γέλιο

με το γέλιο

τελειωμένο

με τη φωνή μου που πάει τώρα να χαθεί

.

εγώ το φάντασμά μου εγώ

ο κλέφτης

το σπίρτο το καμένο

φωνάζει ο σκελετός μου

—Ζήτω!

θέλει το φάντασμά του

Αναζητώ

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, ΣΦΡΑΓΙΔΑ Ή Η ΟΓΔΟΗ ΣΕΛΗΝΗ

******

3. Η ΚΛΕΨΙΑ

Να “κλέβεις” από το παρελθόν στιγμές,

έτσι, όταν εκείνο αυτοπροσκαλείται,

να μη σε βρίσκει με τα χέρια αδειανά…

Γιατί δεν αρκείται σ’ ότι χειροπιαστό απέμεινε,

είναι απαιτητικός επισκέπτης…

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΒΛΑΧΟΥ

******

4. ΕΝΑΣ ΚΛΕΦΤΗΣ..

Ένας κλέφτης

Κι άλλος κλέφτης

«Πιάστε τους κλέφτες)

(Ποιους κυνηγούσαν κα, ποιοι;)

.

Στεκόμουν στη θέση μου ακίνητος

Ανάμεσα στο έξαλλο πλήθος

Στις φοβερές κραυγές

Κανείς δε μ’ ακούμπησε

Άναψα κι άλλο τσιγάρο

Ήταν για μένα μια ξένη ιστορία

.

Εγώ δε φοβόμουνα

Δεν είχα τίποτα πια να μου κλέψουν

Δε με φοβόταν κανείς

Δεν είχα τίποτα να κλέψω απ’ αυτούς.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

******

5. ΚΛΕΦΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ

Κλαίγοντας περιγράφει

πως ρήμαξαν το σπίτι της λῃστές

της πήρανε χρυσαφικὰ και βίασαν οι άθλιοι

γερόντισσες αξίες.

Δε χαίρεται;

Εμένα έχει χρόνια να πατήσει

κλέφτης το πόδι του στο σπίτι

ούτε για καφέ.

Επίτηδες αφήνω ξεκλείδωτο το μπρίκι.

.

 Κάθε φορά επιστρέφοντας προσεύχομαι

να βρω σπασμένους τους κυνόδοντες της πόρτας 

να σείονται τα φώτα σαν μόλις να κουτούλησαν

με σεισμού πανύψηλου κεφάλι

να δω κλεμμένα τα κτερίσματα

από τις μούμιες βασιλείες του καθρέφτη

 .

σαν κάποιος να ξυρίστηκε στο μπάνιο

και στη σπανή αφή μου να ῾χουν φυτρώσει γένια

χάμω δεμένη χειροπόδαρα να κείται ἡ διάψευσή τους

κι ἀπ᾿ την κουζίνα να ῾ρχεται με το πάσο του ατμὸς

ζεστής πατημασιάς με μπόλικη κανέλα από πάνω.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Ενός Λεπτού Μαζί, 1998

******

6. Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ

Εγώ είμαι αυτός που κρύβεται

πίσω απ’ την απουσία

τα βράδια ωστόσο κατοικώ

σ’ ένα χρυσωρυχείο.

.

Φοβάμαι το αιφνίδιο

τρέμω τα καλοκαίρια

μα πιότερο απ’ την ερημιά

η ασθένεια με πονά

των συμπτωμάτων.

.

Κλέβω χαρτονομίσματα

βιβλία διαβασμένα

κι από τα ρούχα ειδικά

αυτά που έχουν τσέπες.

Βιβλιοθήκες

.

Η απελπισία των χεριών

συχνά μ’ εξαναγκάζει

να μετατρέπομαι σε ηχώ

των άηχων βημάτων.

.

Των μεγαφώνων η σιγή

και η μελαγχολία

είναι απλώς η αφορμή

για τη λαθροχειρία.

Κυρίως νομίζω ευθύνεται

η σκοτεινή αγκαλιά μου.

.

Σας κλέβω μόνο την αφή

το άγγιγμα που αφήσατε

πάνω στις πορσελάνες

γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή

δίχως το άλλο σώμα

και τελευταία πετάγομαι

κλαίω μέσα στον ύπνο.

.

Φιλάργυρος της αφαίρεσης

δανείζομαι το παρελθόν

γυρεύω οικογένεια

συλλέγω από απόγνωση

μεταξωτές αισθήσεις.

.

Κι όσο εγώ σώζομαι κρυφά

στις αμυχές της σάρκας

γίνεστε εσείς η υπογραφή

της άγραφης ζωής μου.

.

Γι’ αυτό σας λέω, πιστέψτε με:

.

Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός

που βλέπει με τα χέρια…

Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο

να βρει δικαιολογίες

ν’ ακούσει γύρισμα κλειδιών

το άνοιγμα της πόρτας

ή μια προστακτική φωνή

να του φωνάζει

.

μείνε.

ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ, Αφόρετα θαύματα (2017)

Γιάννης Πουλόπουλος – Ποια νύχτα σ' έκλεψε

7. ΠΟΙΑ ΝΥΧΤΑ Σ΄ΕΚΛΕΨΕ

Βροχή στο πρόσωπό μου

Ο ήλιος πουθενά

Ψάχνω για τ’ όνειρό μου

μα γύρω μου βουνά

.

Ποια νύχτα σ’ έκλεψε

Ποια πίκρα σ’ έκρυψε

Και τώρα πια, για ποιαν θα τραγουδώ

Νωρίς που βράδιασε

Ο κόσμος άδειασε

Αγάπη μου δε θα σε ξαναδώ

.

Στης λησμονιάς τη βρύση

δεν έχει πια νερό

Ξέρω δε θα γυρίσει

μα θα την καρτερώ

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

******

8. ΤΟ ΠΟΥ ΜΟΥ ΚΛΕΨΑΝ ΤΟ ΜΠΟΥΦΑΝ

Το που μου κλέψαν το μπουφάν δεν είναι τίποτα,

κι ο κλέφτης του ας είν’ ευλογημένος.

.

Όμως σαν κάνει ψύχρα και μου λείπει

(δεν έχω ένα δεύτερο μπουφάν) όταν κρυώνω

ίσως να ρίξω κάμποσους χριστούς και παναγίες.

.

Γιατί κι ο κλέφτης πρέπει (ρε γαμώ το)

να ‘ναι ένας σοφός,

να ‘χει αίσθηση του δίκαιου, να κλέβει αυτόν που πρέπει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

******

9. Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Σήμερα βγήκα στο πάρκο να κλέψω ήλιο

Κλέψ’ τον μου είπες και κράτα τον εντός

για τη δική σου άνοιξη

Τι ήταν να σ’ ακούσω

Ανοίγω το παράθυρο πίσσα σκοτάδι

Κοιτάζω μέσα μου πάμφωτη μέρα

Τι έκανα λέω

Έσβησα τους ανθρώπους

Και τώρα πώς θα ζήσω

μονάχος με τον ίσκιο μου

Κι ευθύς αμόλησα τον ήλιο στον ουρανό του

Άνοιξη του ενός άνοιξη κανενός είπα

Κι ένα σμάρι πουλιά φτερούγισαν

μέσ’ από το κεφάλι μου

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

******

10. Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Ξέκοψε απ’ τους αστυνόμους

που κυνηγούσαν τους κλέφτες

και χάθηκε στη νύχτα σαν άστρο

.

Γυμνό

ήρθε και στάθηκε

πάνω απ’ την καθημερινότητα

πέρα απ’ τη σκοπιμότητα

των ρόλων και των παιχνιδιών

το αγόρι

έβαλε το `να του χέρι στη μέση

και την ώρα που το φεγγάρι ανύποπτο

έγερνε στη μασχάλη του

τ’ άρπαξε κι έφυγε

.

Γι’ αυτό δεν έχουμε απόψε φεγγάρι

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

Θα Κλέψω Τα Τριαντάφυλλα- ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΤΑΣ

11. ΘΑ ΚΛΕΨΩ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ

Θα κλέψω τα τριαντάφυλλα

απ’ την τριανταφυλλιά σου

να δω τι θά `βρεις αύριο

να βάλεις στα μαλλιά σου

.

Θά’ρθω τη νύχτα που γλυκοκοιμάσαι

και θ’ ανεβώ σιγανά σιγανά όλα τα σκαλιά

κι από την γλάστρα, να μου το θυμάσαι

θα κλέψω την πονηρή τη μικρή τη τριανταφυλλιά

.

Θα κλέψω τα τριαντάφυλλα

που τόσο σ’ ομορφαίνουν

γιατί όσο εκείνα ανθίζουν

καρδούλες θα μαραίνουν

ΚΩΣΤΑΣ ΠΡΕΤΕΝΤΕΡΗΣ

Πες το με ποίηση (486ο): «Χθες – σήμερα – αύριο»…

  1. ΧΘΕΣ

Μ. Πλέσσας – Γ. Πουλόπουλος, «Έκλαψα χθες»

Άκος Δασκαλόπουλος, «Έκλαψα χθες»


Έκλαψα χτες σαν μέτρησα
τις πίκρες της ψυχής μου
κι εσύ δεν ήσουν πλάι μου
αστέρι της ζωής μου

Έκλαψα χτες σαν μέτρησα
τις νύχτες που `μαι μόνος
τις νύχτες που σ’ αναζητώ
και με καρφώνει ο πόνος

******************

Κική Δημουλά, Χθες

Ξανάρθε.
Τυλιγμένος μιαν απόχρωση ακαθόριστου.
Τα μάτια του βυθός χωρίς επιφάνεια,
τα χείλη του τομή μυστηρίου,
ψιλόβροχο η φωνή του.
Τα λόγια του τράπουλα
που πέφτει έτσι, πέφτει αλλιώς.
Θαμπός.
Το σώμα του θυμίαμα,
και τα μαλλιά του λουσμένα με νιότη.
Το γέλιο του χάλασμα ψυχής.
Μέσα του έκρυβε έναν άνεμο
που ’σκιζε τα χάρτινα όνειρά μου.
Μέσα μου έκλαιγε ένα αύριο.

Πάει τόσος καιρός
που είχα μεταλάβει το χαμό του
σε ποτήρι επιχρυσωμένο με φθινόπωρο,
που σκέπασα τη φωτογραφία του μ’ ένα σούρουπο,
κι έβαλα σύρτη στα τραγούδια μου.
Τόσος καιρός που ξεχαστήκαμε.

Ξανάρθε.
Μια μέρα θα ’ταν
που ξεχώσαμε τις περγαμηνές της μνήμης μας
και υπογράψαμε μια θεία συνέχεια,
που αγαπηθήκαμε.

Χθες χωριστήκαμε.

Από τη συλλογή Έρεβος (1956) της Κικής Δημουλά

****************

Pedro Mateo, ΧΘΕΣ, 29 ΜΑΪΟΥ

Ήτανε χθες η μέρα της γιορτής σου.
Χθες, Ψυχοσάββατο
Τελευταίο φεγγάρι της άνοιξης.
Είχα σαστίσει, κάπως ανήσυχος
Σε σκεφτόμουν αποκομμένο
Στην ανοιχτή λευκότητα του χαμόγελου
Στην ειλικρίνεια του γλαυκού βλέμματός σου.
Άκουσα τη φωνή σου στο πλάι μου όπως παλιά
Σ’ εκείνα τα χρόνια της εφηβείας
Κάτω από την πελώρια πατρογονική χαρουπιά.
Θυμήθηκα τη μυρουδιά από χώμα και μύγδαλα
Κολλημένη στα χέρια και στο σώμα.
Έκαιγε ο ήλιος, το τζιτζίκι δεν σταματούσε
«…Αύριο τη νύχτα που θάχει φεγγάρι»
Ένιωθα την πνοή από τα λόγια σου.
Έπρεπε να φύγεις ξανά
Για να κανονίσεις το πότισμα.
Μέσα από χωράφια που αναπαύονταν
Καθώς τα διέσχιζες μόνος, έφυγες.
Ύστερα τίποτα, το ακίνητο τίποτα
Τέλη Μαΐου
Σχεδόν ο αιώνας στο τέλος…

Ήτανε χθες η μέρα της γιορτής σου,
Αναμνήσεις μονάχα μού μένουν.

****************

“Χαιρετίσματα από το «χθες»”, Του Μάνου Μαυρομουστακάκη 

Κάτι τελειώνει

Στις αόρατες πατημασιές του

επαναδιατάσσεις τα μεταλλαγμένα σου βήματα

Βαδίζεις ξανά λησμονημένες διαδρομές

Με την αίσθηση του πρωτόγνωρου

Αναφωνείς με πεποίθηση

«Δρόμος, δρόμος, δρόμος»

Προχωρείς

Με σηκωμένα μανίκια. Μουσκεμένα ήδη

Δεν το περίμενες

Απορείς

Αφού μόλις είχες ξεκινήσει.

Έτσι τουλάχιστον νόμιζες.

********************

Τέλλος Άγρας, «Εἶδα χθὲς βράδυ στ᾿ ὄνειρό μου»

Εἶδα χθὲς βράδυ στ᾿ ὄνειρό μου,
τὸ γεννημένο μας Χριστό,
τὰ βόδια ἐπάνω Του ἐφυσοῦσαν,
ὅλο τὸ χνῶτο τους ζεστό.

Τὸ μέτωπό Του ἦταν σὰν ἥλιος,
καὶ μέσα ἡ φάτνη φτωχική,
ἄστραφτε πιὸ καλὰ ἀπὸ μέρα,
μὲ κάποια λάμψη μαγική.

Στὰ πόδια Του ἔσκυβαν οἱ Μάγοι,
κι ἔμοιαζε τ᾿ ἄστρο ἀπὸ ψηλά,
πὼς θὰ καθήσει σὰν κορώνα,
στῆς Παναγίτσας τὰ μαλλιά.

Βοσκοὶ πολλοὶ καὶ βοσκοποῦλες,
τὸν προσκυνοῦσαν ταπεινά,
ξανθόμαλλοι Ἄγγελοι ἐστεκόνταν,
κι ἔψελναν γύρω του «ὠσαννά».

Μὰ κι ἀπὸ Ἀγγέλους κι ἀπὸ Μάγους,
δὲ ζήλεψα ἄλλο πιὸ πολύ,
ὅσο τῆς Μάννας Του τὸ στόμα,
καὶ τὸ ζεστὸ-ζεστὸ φιλί.

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/tellos_agras_poems.htm#%CE%95%CE%99%CE%94%CE%91_%CE%A7%CE%98%CE%95%CE%A3_%CE%A3%CE%A4%CE%9F_%CE%9F%CE%9D%CE%95%CE%99%CE%A1%CE%9F_%CE%9C%CE%9F%CE%A5

****************

“Μόλις χθες “, Της Άννας Εμμανουήλ

Μόλις χθες περπατούσα. Παντού σε είδα.

Μόλις χθες, θυμήθηκα ήτανε Μάης, όταν δαγκωματιά στα χείλη μου έδωσες -παντοτινά χαραγμένη στο χρόνο μου- ήτανε Ιούνης όταν το βάρος σου απάνω στα στήθια μου ένιωσα. Σαν πηλός και αρχαίο γλυπτό σκαλιστό αφέθηκες απάνω μου. Μικρός έρωτας τότες. -παντοτινά σκαλισμένος στη ζωή μου ολόκληρη-

Μόλις χθες, θυμήθηκα πως βρέθηκα μες στη ζωή σου άξαφνα. Σε είδα να κρατάς το ποτήρι και να κοιτάς το κενό των ματιών μου. Σε είδα εμπρός μου, και θλιμμένη έτρεξα να βραχώ στης μπόρας την υγρή αγάπη σου.

Μόλις χθες, έβλεπα τα μάτια σου. Παλιοί ελαιώνες απλωμένοι στα πόδια μου.

Μόλις χθες, είδα ένα όνειρο σε έναν ύπνο τεράστιο όλο φως, κάψα και μικρά πέτρινα σκαλοπάτια. Κι εκεί στην κορφή στεκόσουν εσύ και

έψελνες έναν ύμνο που ποτέ δεν είχα ακούσει. 

Μόλις χθες, στεκόμουν γυμνή στο μπαλκόνι και πότιζα όλα τα κόκκινα  λουλούδια που μου φύτεψες, κι ένας αγέρας τα φύσηξε και τα κάθισε απαλά σα χνούδι απάνω στα χείλη μου 

-ο ΑΠΟΛΥΤΟΣ έρωτας το μισό σου φιλί, και ΜΕΓΑΣ, ολόκληρο-

Μόλις χθες, ένα θαλασσί μπαλόνι με πήρε ψηλά στον ουρανό, κι είδα όλα τα καμπαναριά και τα ξωκλήσια, που θα μπορούσες στεφάνι και βέρα να μου χωρέσεις. Κι είδα όλους τους μικρούς και μεγάλους χαρταετούς που θα πετούσαμε μαζί με τα παιδιά μας.

Μόλις χθες, σήκωσα τα χέρια ψηλά στον ουρανό, κι άγγιξα το κορμί σου ολόκληρο. Γυμνό και γαλάζιο. Κι ήρθαν τα μαλλιά μου και έγιναν μπαμπακένια σύννεφα και χάιδεψαν το πρόσωπο σου. Κι όλα τα αστέρια ήρθαν και πλάγιασαν ανάμεσα στα σκέλη μας -η ΑΠΟΛΥΤΗ ηδονή όταν έρωτα κάνεις στις πιο αψηλές κορφές των βουνών μου-

Μόλις χθες, είπα στην Αγάπη «γιατί;». Και κυλίστηκα στο πάτωμα. Και εκεί στα σανίδια έτριξαν δυό μικροί απόηχοι από τα πέλματα σου. Ήχος όπως βουτάς στο κολύμπι και χάνεσαι στην ροή της θάλασσας.

Μόλις χθες, έγινα η Κόκκινη Μηλιά, κι εσύ Μαρμαρωμένος Βασιλιάς να εγείρεσαι και να στερεώνεις την Πόλη ολόκληρη απάνω στα κλαδιά μου. Πουλιά να κελαηδούν την υπέρτατη νίκη απάνω στο λευκό του κορμιού μου κορμό, κι εσύ να ανεβαίνεις απάνω .

Μόλις χθες, κράτησα για πρώτη φορά στα χέρια μου όλα όσα μου έδωσες να ράψω το πιο ακριβό, το πιο ξεχωριστό της ζωής μου φουστάνι ολόλευκο, να φορώ όλες τις ημέρες, τις εποχές και τα γιορτινά τραπέζια.

Μόλις χθες, είδα τι σημαίνει Θεός, κι εσύ κατείχες όλους τους λόγους του κάτω από μια ελιά, να προφητεύεις και να απλώνεις τις ρίζες σου μέσα στα σπλάχνα μου για πάντα. 

Μόλις χθες, σε είχα αντάμα με μια στέρνα αθάνατο νερό. Μου την έδωσες να την πιω ολόκληρη και η λευτεριά ξάπλωσε απάνω στα μάτια μου.

Μόλις χθες, το φεγγάρι στολίστηκε μαζί με τον ήλιο, μαζί απάνω στο κεφάλι μου. Έκλειψη και ανατολή εσύ, κι εγώ μυγδαλιά στεκούμενη μες στο χωράφι σου.

Μόλις χθες, ο ουρανός πλάτυνε και άπλωσε στα χείλη σου. Κοιτάζοντας κι οι δυό τον ίδιο ουρανό. Κοιταζόμασταν μέσα από τον ουρανό αυτόν.

Μόλις χθες, ήταν τα λόγια σου τα ολόλευκα. Εκείνα τα λόγια τα ανείπωτα.

Εκείνα τα μάτια σου τα βαθιά. Εκείνα τα μάτια σου τα ανύπνωτα.

Μόλις χθες, κράτησα τις χούφτες μου σφικτά. Τίποτα δεν κατάλαβα.

Μόλις χθες δάκρυ κύλησε από πίσω από τα μάτια μου, κι έφθασε στις ίνες της καρδιάς μου. Απροετοίμαστο δάκρυ. Στον ουρανό μου φώτισες με ένα μειδίαμα.

Μόλις χθες, τα χέρια σου έσφιγγαν ένα κοχύλι που αντηχούσε τον μεγάλο της ζωής σου έρωτα. «Τον έχω» είπες. Είχες αφαιρέσει το ιώτα από το είχα, και έδωσες διάρκεια στο τώρα, όταν εμπρός σου εγώ βρισκόμουν -απόδειξη των όσων νιώθεις, η αφαίρεση του χρόνου-

Μόλις χθες, η σιωπή σου θρυμματίστηκε κι ήρθε και φώτισε την καταπακτή μου. Κι έγινα φως. Κι έχασα την γη. Κι ο έρωτας λατρεία έγινε.

Μόλις χθες, αντίκρυσα στο κάτοπτρο του βλέμματος σου, τον Μεγάλο Έρωτα. Έρως με μαύρα κατσαρά μαλλιά χυμένα στην λευκή πλάτη, κι αντίς για φτερά, αχνοφαίνονταν επιτύμβιοι στύλοι χαραγμένοι με των πρώτων σου γραμμάτων την υγρή σιωπή.

Μόλις χθες, άκουσα τον πιο μεγάλο ύμνο της ζωής μου. Ύμνος σιωπηλός στα χείλη μοναχών με κομποσκοίνι κι εικόνες αγίων να δακρύζουν, εμπρός στο τάμα της ζωής μου, εσένα.

Μόλις χθες, όλοι οι λίθοι σου άνοιξαν. Άνοιξαν βαθιά την γη μου. Εξομολογήθηκαν μια Ανάσταση σε μια πασχαλιά που δεν περίμενα ποτές μου. Κι η χαρά μου την θέση της επήρε. Στα μαλλιά μου μπόλιασε, το ανίκητο το χέρι σου -μες στη Γαλήνη χάθηκα-

Και δέθηκα αιώνια στον κόμπο της υπέρτατης αγάπης που σκίρτησες για μένα χτυποκάρδι βαθύ και ύψιστο του Έρωτα -Μέγας Έρως τώρα-

Μόλις χθες…

*****************

2. ΣΗΜΕΡΑ

«…Νυχτώνει και σήμερα. Η αγωνία
λέει πάλι: θα βοσκήσω το μαύρο.»
Νίκος Καρούζος-

*********************

Γ. Χατζηνάσιος – Μαρινέλλα – Σήμερα

Θειόπουλος Μίμης, «Σήμερα»

Σήμερα, άσε με να σ’ αγαπάω σήμερα
κράτα με στην αγκαλιά σου σήμερα
κι άσε με να ‘μαι δική σου σήμερα.

Ποιος ξέρει αύριο
ίσως και να μην υπάρχει αύριο
και όσα ζήσουμε
αύριο μπορεί να ξεψυχήσουνε.

Μα όμως σήμερα, κράτα με στην αγκαλιά σου σήμερα
κι άσε με να `μαι δική σου σήμερα
σήμερα που τόσο σ’ αγαπώ.

Σήμερα, έλα τις στιγμές μας να τις ζήσουμε
φεύγουν οι αγάπες και θ’ αργήσουμε
στ’ όνειρο μια θέση να κρατήσουμε.

Ποιος ξέρει αύριο
ίσως και να μην υπάρχει αύριο
και όσα ζήσουμε
αύριο μπορεί να ξεψυχήσουνε.

Μα όμως σήμερα, κράτα με στην αγκαλιά σου σήμερα
κι άσε με να ‘μαι δική σου σήμερα
σήμερα που τόσο σ’ αγαπώ.

Στίχοι για το τραγούδι Σήμερα Μαρινέλλα του έτους 1978 σε στίχους  και σύνθεση Χατζηνάσιος Γιώργος από το album Η Μαρινέλλα του σήμερα.

***************

“Προσωπογραφία του σήμερα”, Γράφει η Ιωάννα Μαρία Νικολακάκη 

Ένοχη, αδιάφορη σιωπή: της προδοσίας στίγμα.

Γλέντια, διασκέδαση, χοροί

σε μια εποχή που απορεί

γιατί όλα γύρω αλλάζουνε κι γη ανοίγει ρήγμα.

Η ανθρωπότης -άστοργη, αναιδής κι αγνώριστη-

τον Βασιλέα της πρόδωσε για λίγη καλοπέραση.

Είδωλα, δόξες και λεφτά έχουν μεγάλη πέραση,

ενώ -με τον Χριστό- θα ‘πρεπε να ‘μασταν αχώριστοι.

Βαφτίσανε το ποίμνιο τρελό και το εξορίσανε,

μαγάρισαν τις εκκλησιές με αιρετικά στιβάνια.

Πέφτει ο μισθός σου ψάλτη μου, παπά μου; Αυτά είναι δάνεια:

όπως προδίνεις σήμερα, έτσι αύριο σε γκρεμίσανε.

Ο κόσμος τιτιβίζει πού να πάει το καλοκαίρι,

την ώρα που η αλήθεια του Χριστού αίμα σταλάζει,

και τις ψυχές η απώλεια θλίβει και συνταράζει.

Νισάφι πια! Τυφλοί είστε; Ή μήπως η αλήθεια δε συμφέρει;

Της αξιοπρέπειας το λουλούδι που άγρια ξεριζώθηκε,

τη βία, τη φτώχεια, τη σκλαβιά, τους κίνδυνους που ηχούν

άραγε δεν τα βλέπετε; Δε σας ανησυχούν;

Κι ούτε σας νοιάζει που η γενιά μας τόσο εξαχρειώθηκε;

Δείτε: γίναμε κτήνη άνευ προηγουμένου,

φαΐ, πιοτό, εκμετάλλευση: τα φύκια για μετάξι.

Ποτέ ξανά ο κόσμος μας δεν είχε τόσο αλλάξει:

ίχνος ντροπής, ίχνος καρδιάς, και μπάλα κρατουμένου.

Σαν τα γουρούνια που τη λάσπη τους δεν την αποχωρίζονται,

επάνω στα προσωρινά γαντζώσαμε τα νύχια.

Κι αντί να μεριμνούμε για του μέσα μας τα μύχια,

πουλάμε όσο-όσο τις ψυχές μας και τσακίζονται.

Ξέρω πως διάφοροι πολλοί με βλέπουνε ρηχή.

Μιλούνε άλλη γλώσσα αυτοί: μπαγαποντιές και παίγνια.

Ντουβάρια και κομπόδεμα η μόνη τους η έγνοια:

ξεχνούν πως έχουν μέσα τους αθάνατη ψυχή.

Και κάθε μέρα που περνά, κατρακυλούμε κι άλλο:

η λεβεντιά, η ευσέβεια, η σύνεση, η αγνότητα

παίρνονται για ήθη μακρινά, ξένα στην ανθρωπότητα

κι -Ω, πλάνη!.- καθετί στρεβλό λογίζεται μεγάλο.

Ποιος ποιητής δεν έχει τώρα χρέος να μιλά;

Ποιο γέλιο έρχεται ελαφρά; Και ποια σιωπή τιμάται;

Ποιος ευσυνείδητος πιστός χωρίς θυμό κοιμάται;

Και ποιος νοήμονας περνάει το τώρα στα ψιλά;

Είναι των άσωτων καιρών μας όλα αυτά σημάδια,

και άλλα τόσα που, αν και θέλω, δε φτουράω να γράψω,

του χρόνου τις δαντέλες με την πένα μου να ράψω,

μέχρι που, του Χριστού το φως να σπάσει τα σκοτάδια.

*******************

“Σήμερα”, Του Χρήστου Δημούλα

Άλλος ένας φίλος απολύθηκε εχτές

η αλυσίδα αβεβαιότητας όσο πάει και μακραίνει

στων ημερών ετούτων τις ώρες τις καφτές

το ένα ξεπούλημα το άλλο δεν προφταίνει.

Πνίγηκαν αντίκρι το πρωί, άλλα εφτά μωρά

τις ζωές τσακίζει το άτιμο το χρήμα

με υποτέλεια ραντίζουν και την νέα την σπορά

μη φυτρώσει επανάσταση και πνίξει αυτό το κρίμα.

Αύριο μεσημέρι φεύγει κι άλλος ξάδελφος στην ξενιτιά

τού ‘ριξε η ανάγκη δόλωμα και “ τσίμπησε ” ο καημένος

εδώ του γέμισαν στις τσέπες του φωτιά

και φεύγει μακριά χαιρετώντας μας θλιμμένος.

Τριγύρω ακούγονται ταξικές φωνές

αδύναμη η πάλη μα επιμένει

γέμισε ήδη του αιώνα ο καμπινές…

εργατικός ξεσηκωμός, άλλο τίποτα δεν μένει.

******************

Τάκης Καρβέλης, [Ήρθε και πάλι σήμερα]

Ήρθε και πάλι σήμερα — θα ‘ταν καλύτερα να

πω την έφερα — την ώρα που ‘πινα καφέ και κάπνιζα

τσιγάρο. Τώρα καπνίζεις, μου ‘πε, και πήγε

να καθίσει στη συνηθισμένη θέση. Μητέρα, θέλησα

να πω, δεν είναι ο περσινός καιρός. Κάθε φορά που

πάω να τραγουδήσω κουρδίζω κι από λίγο νυσταγμένο χρόνο.

Κουβάρι οι λέξεις και μες στα τεντωμένα νεύρα

άφηναν οι αισθήσεις τα παράσιτα.

3. ΑΥΡΙΟ

«Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο/ 

αύριο, αύριο, αύριο λένε: το Πάσχα του Θεού»

(Ο. Ελύτης)

****************

Δήμος Μούτσης – Γρ. Μπιθικώτσης, «Αύριο πάλι»

Ν. Γκάτσος, «Αύριο Πάλι»

Αύριο πάλι, αύριο πάλι θα `ρθω να σε βρω
Κρίμα που δε με πιστεύεις
Κρίμα που μ’ αφήνεις μόνο μου να ζω

Αύριο πάλι, αύριο πάλι θα `ρθω να σου πω
Κρίμα που δε με πιστεύεις
Κρίμα που δεν ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ

******************

“Αύριο, η μέγιστη δύναμη για τη Ζωή, η Αγάπη.”, Της Ζωής Δικταίου

Είχες φύγει

ίσως από αδυναμία

να συναντήσεις το πεπρωμένο.

Απροετοίμαστοι

στη ματαιότητα της επιθυμίας και οι δυο,

με την επίγνωση

ενός μέλλοντος άλλου,

Αύριο,

εκεί στη στροφή του δρόμου

ευωδιάζει η θύμηση τριαντάφυλλα.

Μ’ επισημότητα μυσταγωγική

σήκωσες το βλέμμα απ’ το χώμα

αργά – αργά,

χωρίς εκείνη την έκφραση αγιοσύνης

που  είχαν άλλοτε τα μάτια σου.

Δίχως να περιμένεις

μα και δίχως να βιάζεσαι.

Τότε μόνο κατάλαβα

έχοντας εννοήσει τη σημασία της κίνησης,

μια εκδήλωση απόγνωσης ήταν

ένα πέτρινο παράπονο,

που πάλευε, απελπισμένα στα χείλη

να σπάσει το φράγμα της σιωπής

υπό το κράτος της μνήμης.

Η ματιά σου,

γύρεψε ν’ αναμετρήσει τον χρόνο,

τον χρόνο και τα μυστικά σημάδια

πιστεύοντας πως,

απ’ την αρχή ανακάλυπτες την ύπαρξη μου.

Μ’ ένα λυπημένο χαμόγελο,

ή, μ’ ένα δάκρυ προσδοκίας ατέρμονης,

έμεινες,

ν’ αγναντεύεις με δέος

μέσα στο μαύρο βελούδο της νύχτας

το ίδιο εκείνο σημείο της γης

που και πάλι μας χώριζε.

Εν’ άστρο έπεσε θεληματικά στο στερέωμα,

πρόβλεψη, γι’ αυτά που πρόκειται να συμβούν

παραστάσεις συνειδησιακές

της ίδιας πάντα αδημιούργητης ύλης,

δοσμένης πριν από τα έργα,

όταν ο Έρωτας παραμένει αίτημα.

Σε μιαν ήσυχη πόλη

μακριά σου,

όλα οικεία

όλα ανέγγιχτα,

εξ’ ανάγκης μια χίμαιρα κι όμως

Αύριο…

η μέγιστη δύναμη για τη ζωή, η Αγάπη.

Κρατάς το χέρι μου, ακόμη.

Αύριο, εν ονόματι της Αγάπης

μιας στιγμής φευγαλέας ή και  μιας αιωνιότητας

*****************

“Αναζητώντας το αύριο”, Της Έφης Μυλωνά

Σηκώθηκες βαρύς σήμερα, άτονος.

Ατένισες τον γκριζωπό, θλιμμένο ουρανό απ ‘το παράθυρό σου.

Ανέπνευσες μια γερή δόση οξυγόνου,

τόση σου είπαν πως σου αναλογούσε,

και ξεκίνησες την ημέρα, μηχανικά.

Έβαλες σε μια κούπα μαύρο καφέ

και άραξες μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασης σου.

Η καθημερινότητά σου βουτηγμένη στην ρουτίνα, βολεμένη,

απαλλαγμένη από κάθε περιττή σκέψη.

Όλα όμως σήμερα έμοιαζαν διαφορετικά,

είχαν χάσει την συνηθισμένη, οικεία τους μορφή.

Οι γυάλινοι τοίχοι της γυάλας που σε περιέβαλλε,

άρχισαν να σε πλακώνουν, να σε σφίγγουν, να σε εγκλωβίζουν.

Παιδικές αναμνήσεις, όνειρα και η αναζήτηση του αληθινού εαυτού σου

κυρίευσαν σαν χείμαρρος το μυαλό σου,

γεννώντας χρώματα και επιθυμίες,

ανύπαρκτα μέχρι τότε, άγνωστα προς τα εσένα,

ανοίγοντας νέα παράθυρα προς τον κόσμο, νέες προοπτικές.

Η αλλαγή τρύπωσε αργά μες στην ψυχή σου,

σαν σπόρος που περίμενε καρτερικά ώσπου να φυτρώσει και να ανθίσει.

Ξαφνικά, θέλησες να ζήσεις πραγματικά.

Το παρόν που σου είχαν ορίσει δεν σου αρκούσε.

Ποθούσες να νιώσεις τι σημαίνει να τολμάς, να διακινδυνεύεις, να αγαπάς.

Να γευτείς την ελπίδα, το φόβο, την αποτυχία, την επιτυχία.

Η επιθυμία να φτιάξεις το δικό σου μέλλον, χτισμένο με τα δικά σου θέλω,

κατέκλυσε την ύπαρξή σου.

Έδωσες μια δυνατή γροθιά, γεμάτος αγανάκτηση.

Ο γυάλινος τοίχος γύρω σου κατέρρευσε,

αφήνοντας έναν συντριπτικό ήχο νίκης στον αέρα.

Με πόδια γυμνά και καρδιά γεμάτη ελπίδα,

βάδισες μπροστά, να συναντήσεις το αύριο.

Φεύγοντας, έδωσες μια υπόσχεση στον εαυτό σου,

ποτέ ξανά γυάλινα κλουβιά. Ποτέ ξανά.

*************

Αντώνης Φωστιέρης, «Η μάνα μου αύριο»

Μήνες και χρόνια

Χρόνια πια συνήθισα

Καθώς σε βλέπω εδώ μπροστά μου να φαντάζομαι

Πώς θα ’ναι άραγε όταν αύριο

Πάψω στ’ αλήθεια να σε βλέπω. Και συνήθισα

Να ζω το σήμερα σα θύμηση του άλλοτε

Με νοσταλγία παρόντος, τέλεια φθίνοντος,

Αφού όσο μέλλον σου απομένει

Όχι αργότερα

Ήδη από τώρα λάμπει αθέατα

Παρελθόν.

Έτσι συνήθισα

Καθώς περνάς από δωμάτιο σε δωμάτιο

Και σκουντουφλάς και συγυρίζεις μες στα μαύρα σου

Να ’σαι η σκιά που στην ανάμνηση μειλίχια

Ίδια η φωνή σου χαμηλή κι όταν με μάλωνε

Ποιος θα ξεχάσει το καρφί του ποιος το χάδι του

Ώσπου γερόντιο ρουφηγμένο κι αφτιασίδωτο

Μούμια μωρού να ολολύζει

Απ’ τις φασκιές.

Με αυτοσχέδιες ασκήσεις πια συνήθισα

Να κλαίω για σένα ζωντανή κι ότι αναχώρησες

Όμως μετά τί φωταψίες αναστάσεως

Καθώς σε βλέπω εδώ μπροστά μου και φαντάζομαι

Πως απ’ το αύριο γυρνάς γιατί μ’ αγάπησες

Γιατί σ’ αγάπησα κι εγώ, κι αυτό το αύριο

Θα περιμένει λίγο ακόμη – αυτό που αύριο

Καθώς σε βλέπω εδώ μπροστά μου και φαντάζομαι

Θα λάμψει γύρω σου απροκάλυπτα

Παρόν.

****************

«Σχεδόν αύριο» του Ντίνου Σιώτη

                 (απόσπασμα)

…η αθανασία διαθέτει ένα

σωρό βότανα αλλά εγώ ξεχωρίζω μόνο δάφνη,

μυρτιά και δεντρολίβανο, η φύση διαθέτει άνθη

ανεκτίμητα που παρασέρνουν τις νέες κοπέλες

του νησιού σε ταξίδια μεγαλοπρεπή πέρα από

τη φαντασία τους, εκεί ξεφυτρώνουν τα φύλλα

της αιώνιας πέτρας και οι προσωρινές παύσεις,

εκεί ο δακτύλιος ενώνεται με τον περιφερειακό

αυλόγυρο και οι παστές σαρδέλες απ’ το παλιό

μπακάλικο έχουν την αισθητική μιας λησμονιάς,

ευτυχώς άρχισαν να πυκνώνουν τελευταία οι

Κυριακές, το καλό είναι πως δεν είν’ ασάλευτες

όπως παλιά, κοντά στις Κυριακές ποτίζονται και

οι Δευτέρες, χρειάζονται πότισμα κι οι Δευτέρες

γιατί μεγαλώνουν κατά τι την προοπτική μας, μας

κάνουν και βλέπουμε την αρχή της εβδομάδας ως

ένα αγριολούλουδο που δεν χλιμιντρίζει μοναχό

του στις στέπες του επταημέρου, δεν είναι σαν

ένας διάδρομος σε ατελείωτο όροφο εργασίας

αλλά μια αρχή με χαμόγελο, αισιοδοξία, ελπίδα…

Πες το με ποίηση (485ο): «ΙΧΝΗ/ΣΗΜΑΔΙΑ»…

Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Λένα Αλκαίου – Ίχνος

1.ΙΧΝΟΣ

Είχε πέσει ο ήλιος μέσα στον καθρέφτη μου

τύφλωνε τα μάτια, τύφλωνε τη σκέψη μου

είχαν έρθει φίλοι να μου πουν για σένανε

ούτε που μιλούσαν ούτε που ανασαίνανε

.

Είχε βασιλέψει, το φεγγάρι έβγαινε

σπίτι μας οι τοίχοι πάνω μου όλοι πέφτανε

έφυγαν οι φίλοι, έκλαψα και κλείδωσα

μια φορά ακόμα πάλι εγώ την πλήρωσα

.

Άναψα τσιγάρο με τα ρούχα σου

ίχνος δε θα μείνει από σένανε

κι έριξα τη στάχτη μες στην κούπα σου

που ‘πινες τα χρόνια μου, έπινες και μένανε

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ

*****

2. ΕΠΑΝΩ ΣΤΑ ΙΧΝΗ

Περπατώ και θυμούμαι

Κάτι ξέχασα

Κάτι είχα να κάμω

.

Πουθενά δεν είναι ο κόσμος

Κλεισμένοι ο ένας στον άλλο

Γνωρίσαμε τη νύχτα που ομιλεί

.

Κάθε πρωί γίνεται φως

Καινούργιος ουρανός

Ποτέ πια, δεν είναι αλήθεια,

Μέσα μου σκυμμένο πρόσωπο

Χέρια ξεχασμένα μέσα στη σάρκα

.

Περπατώ και θυμούμαι

Γυμνή στιγμή απέραντη διάρκεια

Ποτέ πια, δεν είναι αλήθεια,

Μέσα μου σκυμμένο πρόσωπο

Διπλό κορμί ακέρια μοναξιά

Να κοιμηθώ να γνωρίσω ατέλειωτα

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ, Γυμνό παράθυρο (1945)

*****

3. ΤΑ ΙΧΝΗ

Τα ίχνη που άφησες

είναι άυλες εικόνες

Κάποια κύτταρα στα χέρια

Ο απόηχος ενός γέλιου

Ένα τρυφερό άγγιγμα

Μια κίνηση του κεφαλιού

με τα μαλλιά στον άνεμο

Ένα ιδιόρρυθμο βάδισμα περισυλλογής

Το σκούρο του κρυμμένου πάθους

.

Τα ίχνη που άφησες

είναι ο κοινός θησαυρός

Τον καλύπτει σιωπή

Είναι μυστικός

και γι’ αυτό πολύτιμος

Τον συνθέτουν λέξεις κι εικόνες

Τον φυλάνε άγρυπνα τις νύχτες

η δίψα και η προσμονή

Σπίτι του οι αγκαλιές σε αναμονή

.

Τα ίχνη που άφησες

είναι εκμεταλλεύσιμα

Τροφή στο απρόσμενο

Δροσιά στα όνειρα

Πρώτη ύλη στους ποιητές της νύχτας

Τραγούδι άδολης έλλειψης

.

Γιατί και τα πιο μεγάλα όνειρα

είναι σαν τις αλήθειες

Κρύβονται στα απλά πράγματα

Τους αρκεί ένα ζεστό χάδι

για να αποφλοιωθούν

και να δώσουν τροφή

για ολόκληρη ζωή

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ, Σπονδές 2024

*****

4. ΙΧΝΗ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ

Δεν τρέμει, δεν ονειρεύεται πως είναι τάξη

δεν ξέρει από φαντασμαγορίες

ούτε αποθέωση γνωρίζει  

.

ο ασβός στο χιόνι

είναι το πεπρωμένο

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

*****

5. ΙΧΝΟΣ

Σίγουρα είναι η απουσία

τόσο όμορφη.

Ανθρώπου ή ζώου, το χιόνι

θα πέσει και θα καλύψει

τα ίχνη της.

.

Ίσως κάθε λέξη

να είναι μια πατημασιά που τη γεμίζει

το χιόνι.

.

Ήμουν εδώ, που σημαίνει

Εξαφανίζομαι.

ΑΛΙΣΟΝ ΜΠΕΝΙΣ ΓΟΥΑΙΤ, μετ: Κυριάκος Μπούας- Θέμελης

Ποίημα δημοσιευμένο στο THE LOS ANGELES REVIEW.

******

6. Τὰ ἴχνη σου ψηλαφῶ μὲ τὶς ἄκρες τῶν δαχτύλων, τὴν

διαδρομὴ

τῶν χειλιῶν, σὰν σαλιγκάρι ποὺ ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ

φτάνει

στὴν πηγὴ

ἰσορροπώντας στὸ λεπτὸ κλαδὶ τοῦ καρποῦ σου.

.

Ἐντός μου κοιμᾶσαι κι ἀνατέλλει ἀντίστροφα ὁ ἥλιος

ἀνάμεσα στὰ πόδια σου. Ἀπόψε δὲν θὰ σοῦ ψιθυρίσω

καμιὰ προφητεία, γνωρίζοντας ἤδη πὼς εἶμαι θεατῆς κι

ὄχι

συμμέτοχος.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΗΣ, Αρλεκίνος, εκδ. Περισπωμένη

*****

7. ΜΙΚΡΟ ΙΧΝΟΣ ΣΤΟ ΧΑΡΤΗ

η μόνη αληθινή πατρίδα

χωρίς πατριδοκάπηλους

ανούσιους ψεύτες

θαλαμηπόλους υπηρέτες

μιας παραφουσκωμένης εκδοχής

.

χωρίς καδραρισμένους ήρωες

κοντυλοφόρους πληρωμένους

να γράψουν τα υπερφίαλα

μιας καταδικασμένης ιστορίας

.

μια μοναχή πατρίδα

να επιστρέφουμε σ’ αυτήν

συνειδητά επαναπατριζόμενοι

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

*****

8. ΧΝΑΡΙΑ ΛΑΦΡΙΑ

Καθώς ένα κουμπί

άμα φαγώνεται η κλωστή του

κρέμεται και πέφτει

η αντοχή κρατά

όσο το ρούχο είναι καινούριο

μέχρι να παλιώσει

.

Ο κόσμος είναι άλλο

το μέσα κι έξω μαζί

σάρκα και μυστήριο

κανένας δε μπορεί να ξεχωρίσει

γιατί τα δυο δίνουν ζωή

κι όταν πεθαίνουμε ακόμη

.

Μετά από μας

μένει το αποτύπωμα

που αφήσαμε στη γη

καθώς το σχεδίασε ένα αίσθημα

ακατανόητο σαν έφτιαχνε

και γυμνούς και ντυμένους

και για όλους τους καιρούς.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΡΟΥΝΙΑΣ, Το ροδακιό, 201

Χάρης, Πάνος Κατσιμίχας – Τα χνάρια είναι σβησμένα

9. ΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΒΗΣΜΕΝΑ

Γιατί λοιπόν κι εσύ να μου μιλήσεις

Αφού το ήξερες δεν ήμουνα για σένα

Γιατί κι εσύ να με κοιτάξεις

Μ' αυτά τα μάτια σου τα ξένα

.

Τώρα που πέρασε ο καιρός ρωτάω τον εαυτό μου

Τι να ‘ναι αυτό που κάποτε αγάπησα σ' εσένα

Μα δε θυμάμαι τίποτα

Τα έχω όλα ξεχάσει

Μα δε θυμάμαι τίποτα

Τα χνάρια είναι σβησμένα

.

Τίποτα τίποτα δεν ήμουνα για σένα

Τίποτα τίποτα δεν ήμουνα για σένα

Πού πήγαν τόσα λόγια κρυφά ψιθυρισμένα

Πού πήγαν τόσα λόγια κρυφά ψιθυρισμένα

ΠΑΝΟΣ ΚΑΤΣΙΜΙΧΑΣ

*****

10. ΣΒΗΝΟΝΤΑΣ ΙΧΝΗ ΕΠΙΜΕΛΩΣ

Σύντομα θα αποχαιρετήσουμε κι αυτό το καλοκαίρι

θα αποτινάξουμε τους τελευταίους κόκκους άμμου

απ’ τα σώματα

ένας θα ξεχαστεί βαθιά

μες τον λαβύρινθο του αυτιού

κι ίσως θαφτεί μαζί μας

.

θα σφαλίσουμε σφιχτά σε κάποιο ποίημα

ένα κομμάτι ήλιο λαμπερό

θα το διαβάσουν οι τυφλοί

και θα λάμψει σαν μικρός πυρσός τη νύχτα

(κι είναι πολλές τώρα οι νύχτες).

.

Θα κρύψουμε μιαν υποψία δροσιάς κάτω απ’ τη γλώσσα

θα διαχυθεί με τον καιρό στον ουρανίσκο

κι ένα μελλοντικό φιλί θα έχει γεύση θάλασσας

θα εξαφανίσουμε έναν απροσδόκητο έρωτα

όπως ο ταχυδακτυλουργός

–με κίνηση αστραπιαία

το φοβισμένο κουνέλι–

καταχωρώντας τον στα μη συντελεσθέντα

.

έτσι κανείς δεν θα μπορέσει να μας κλέψει τίποτα

αφού τίποτα δεν θα έχουμε

πέραν από τον απολογισμό

ότι από μπροστά μας πέρασε

ακόμη ένα καλοκαίρι.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

*****

11. ΙΧΝΟΣ

’Ίχνος χρόνου κανένα

Σαν απάτητο τής μνήμης το έδαφος

Κάθε πού το περνά, όμοια νερό, το φιλί

Επιστρέφει πιο νέο

Βουλιάζει -βήμα στην άμμο-

Σκέψεις, εικόνες, αισθήματα

.

Κι ύστερα δυνατά πιο πολύ

Ξαναφέρνει

Τη λαχτάρα πού κοίταγα

Και μέσα στο πλήθος σέ βρήκα

«Αύριο, αύριο»

Σαν για πρώτη φορά

.

’Ίχνος χρόνου κανένα αφήνοντας

Ό παλιός έρωτάς μας Πιο νέος

«Αύριο. Στην αγκαλιά μου. Ξανά».

ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ, «Το ψηφιδωτό της νύχτας», Εκδόσεις

ύψιλον/βιβλία, 2018.

*****

12. ΤΑ ΚΑΚΑ ΣΗΜΑΔΙΑ

-Έλα, καλή μου, στο ποταμάκι,

το δροσερό παγανό ποταμάκι,

έλα, καλή μου, δροσάτο αεράκι,

στο σιταρένιο το ποταμάκι,

να φιληθούμε.

 .

-Έλα, καλέ μου, σ’ αυτό το τέλμα

γεμάτο νούφαρα και ψόφια ψάρια,

έλα, καλέ μου, να σε φιλήσω,

έλα να γείρεις το κεφαλάκι,

να σε σκοτώσω.

 ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ

*****

13. ΚΑΘΩΣ Η ΟΜΙΧΛΗ ΣΗΜΑΔΙΑ ΔΕΝ ΑΦΗΝΕΙ

Καθώς η ομίχλη σημάδια δεν αφήνει

στο βαθυπράσινο το λόφο πάνω,

έτσι σημάδια δεν αφήνει και το σώμα μου

πάνω σου, ούτε ποτέ θ’ αφήσει.

.

Όταν γεράκι κι άνεμος συναντηθούν

μετά τι τους απομένει;

Έτσι εσύ κ’ εγώ συναντιόμαστε,

γυρίζουμε ύστερα, αποκοιμιόμαστε μετά.

.

Καθώς αντέχουν πολλές νύχτες

χωρίς φεγγάρι ή άστρο

έτσι κ’ εμείς θα το υπομείνουμε

αν φύγει ο ένας μας μακριά.

ΛΕΟΝΑΡΝΤ ΚΟΕΝ, Μετ: Ανδρέας Αγγελάκης

*****

14. ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ

Αθάνατοι δεν είμαστε,

πηγή με αθάνατο νερό ακόμα δε βρέθηκε.

Με ημερομηνία λήξης ζούμε και αναπνέουμε όλοι,

ακόμα και αν η ανθρώπινη αλαζονεία μας κάνει

αυτό να το λησμονούμε.

Δε θέλω να πιω νερό αθανασίας,

θέλω το σημάδι με το φευγιό μου να είναι κάτι θετικό.

.

Δε θέλω αθάνατη να γίνω,

αλλά το πέρασμά μου αθανασία να κατακτήσει.

Να μείνει αυτό το σημάδι,

το οποίο θα φανερώνει

πως η ζωή μου είχε κάποια σημασία να υπάρξει.

.

Αυτό το σημάδι που θα δείχνει

πως κάποτε και εγώ για κάτι άξιο γεννήθηκα.

Αθάνατοι δεν είμαστε,

αλλά στο βιβλίο της Ζωής,

μπορούμε να αφήσουμε το δικό μας μοναδικό,

ανεπανάληπτο αποτύπωμα.

ΜΑΡΙΑ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

*****

15. ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΔΕΟΥΣ

τα ποιήματα που ανθίζουν γύρω μας

εκείνα που δεν γράφονται

και δεν προφέρονται

τα ποιήματα που βλέπουμε

και σπάνια αναγνωρίζουμε

σπάνια ακούμε την εξαίσια μουσική τους

μας προκαλούν

να επιχειρήσουμε το αδύνατον

.

κι εμείς πιστοί στην προαιώνια εντολή

χαράζουμε ίχνη τους στο χαρτί

με δέος συνθέτουμε θαμπός εικόνες

εκστατικοί

μπροστά στη μυστική αλήθεια των θαυμάτων

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

*****

16. ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΦΩΣ

σε μυστικά κλαδιά των άστρων

θ’ αναζητήσω ξέφτια από το φόρεμά σου

ιχνηλατώντας σκοτεινά μονοπάτια

με τα τυφλά μου μάτια θα τρυπήσω

τον μελανό πολτό της μοναξιάς

.

μια αιωνιότητα ανυπαρξίας

βυθισμένος στ’ απόνερα ενός πλοίου

που ‘χει πια χαθεί στον ορίζοντα

βυθισμένος στην τροχιά ενός άστρου

που ‘χει ήδη συρρικνωθεί στον αρχικό του πυρήνα

.

απρόσιτος μέσα στο μέσα μου

απρόσιτος στο πρώτο μου κύτταρο

απρόσιτος στη μελλοντική μου έκρηξη

απρόσιτος αναδύομαι και αγγίζω

την τελική διάσταση του χρόνου

.

υποθαλάσσια σήμαντρα

μετουράνιοι διάττοντες

ένας αστραφτερός ψίθυρος στις παρυφές της σιγής

φωτεινό προοιωνίζεται το φως

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

*****

17.ΔΑΚΤΥΛΙΚΑ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ

σημαδεμένα απ’ το μολύβι

απ’ τη δουλειά κι από τον χρόνο

σκληρά όπως η αλήθεια της ζωής

και τρυφερά όπως το χάδι

.

από τα μάτια σου εμπνευσμένα

ερωτικά στο άγγιγμά σου

ρομαντικά όπως το όνειρο

και γήινα

γήινα όπως το ψωμί

.

αυτά τα δάχτυλα

το χέρι που απλώνεται αδερφικά

και επικαλείται πάντοτε τον ουρανό

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Πες το με ποίηση (484ο): «Κυνηγός»…

“Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε
να ‘ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί·
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει·…”

(Γ. Σεφέρης)

***************

«…Τα μέτρια ν’ αποφεύγουμε μ’ αδιάλλαχτην αποστροφή,
— αμετανόητοι κυνηγοί του Ωραίου και του Απολύτου
— νάναι μας έπαθλο η πληγή, το μάταιο γνώση μας σοφή
— η χρυσή σμίλη δημιουργού, κασμάς του καταλύτου…»

(Γ. Ρίτσος)

*******************

Αφοι Κατσιμίχα, «Ποιος τη ζωή μου, ποιος τη κυνηγά»

Μάνος Ελευθερίου, «Ποιος τη ζωή μου, ποιος τη κυνηγά»

Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά
να την ξεμοναχιάσει μες στη νύχτα;
ουρλιάζουν και σφυρίζουν φορτηγά
σαν ψάρι μ’ έχουν πιάσει μες στα δίχτυα

Για κάποιον μες στον κόσμο είν’ αργά
ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά;

Ποιος τη ζωή μου, ποιος παραφυλά
στου κόσμου τα στενά ποιος σημαδεύει;
πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά
που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;

**************

Μάνος Ελευθερίου, Ο κυνηγός

Μνήμη Γιώργου Σ. Μπλετζάκη
Μαρίας Κουλάκου

Κάποτε βγήκα σ’ ένα τοπίο χιονισμένο –
μια ελαιογραφία.
Δράκοι μοχθηροί των ουρανών της επαρχίας
και καλπάζοντας Άγγελοι μέσα στο χιόνι.
Τα μάτια των ζώων πριν από τον πυροβολισμό
του κυνηγού.

Το κάδρο έγειρε λίγο
και χύθηκε το χιόνι στο πάτωμα.
Μαζί και το φαρμάκι που είχε πιει ο κυνηγός
για λόγους ηθικούς για μια αδικία.
Για μια ατιμία των δικών του.

Αργότερα μου μίλησαν για τρομερούς σπασμούς.
Για το μαχαίρωμα της κοιλιάς του
μήπως και βγει το δηλητήριο.
Και πώς να βγει το δηλητήριο.
Απελπισία που ξεπέρασε τα ανθρώπινα.

Έμεινε μόνο η νυφική φωτογραφία
πάνω στο σκρίνιο.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

******************

«Ο κυνηγός», του Δημήτρη Κοσμόπουλου

Κλαδιά χιαστά περιπλεγμένα στα βλέφαρα, δεν σε αφήνουνε να κλείσεις μάτι. Παμπάλαιες συστάδες, κατάφορτες ξεχασμένα φύλλα. Με φωληές αλλόκοτων πουλιών. Καψερέ μου. Πίνουν από το αίμα σου, ραμφίζουν την ζωή σου. Λαλούνε κι όλο κελαηδούν μ΄ανθρώπινη φωνίτσα:

«Ράγισε το κορμάκι σου σαν γέρικο καράβι
Κι η μαύρη θάλασσα χυμά βενζίνη που το ανάβει».

Βλέπεις τον κυνηγό και τα σκυλιά του. Τον κάποτε διαφεντευτή βουνών και ποταμιών που υπήρξες βλέπεις. Έρχεται να σε πάρει. Βλέπεις με την αφή. Όχι με τα μάτια. Δίνεις διστακτικά το χέρι σου

Ο κυνηγός, ΙΙ

Μ᾽ εμποδίζει το εκτυφλωτικό φεγγαρόφωτο, αλλά την ιστορία θα την πω.
«Φεγγάρι σαν ημέρα», ξεκινούσε να διηγείται, όταν μιλούσε για το φύλαμα , για τον λαγό ή τα τρυγόνια, τις μπεκάτσες. Όταν έλεγε πώς τα χτυπούσε. Στο φτερό.
Απέναντι στο κρεβάτι του γερο-Λαέρτη, τώρα κρεμασμένο το δίκαννο και η φυσιγγιοθήκη και το σακκίδιο. Άδειο. Μυρίζει λαγοτόμαρο και δέρμα αλεπούς. Μυρίζει νύχτες σεληνόβρεχτες, σ΄αμπέλια, καταρράχια κι ελαιώνες. Βγαίνουν αγρίμια για νερό, βγαίνουν ζούδια για χόρτο.
Με τον ορό που στάζει αργά, μουδιάζει η μνήμη, το αίμα σιγαλά μαραίνεται.

*********************

“Κυνήγι σκέψεων”, Της Ευαγγελίας Κυρίτση

Κυνηγημένη από τις ώρες της μέρας,

μιας μέρας ατελείωτης

που δε χωράνε τα θέλω σου, τα πρέπει σου.

Φυγαδεύω τον εαυτό μου

στο απόμακρο σπήλαιο της ψυχής

Αφήνοντας το βλέμμα μου να ξοδεύεται αδιάφορα

με πείσμα με κρατώ στη σκιά της ηρεμίας.

«Αλυσόδεσέ την» ακούγεται μια φωνή από τα έγκατα της εγκεφαλικής παράνοιας.

«Άφησέ την να βρει την ανθρώπινη μορφή…

αλλότρια από το είδωλό της στον καθρέφτη.

Ξαφνικά θυμάμαι το εγχειρίδιο του Επίκτητου

και δακρύζω…

Πόσο αφελής ήμουν!

Ενέδρα μου ‘στησε ο ιστός των λογισμών μου

Με υφάντρα εμένα την ίδια…

Το υφαντό μου… εχέγγυο για τον διχασμό της ψύχωσης

Ίαση… εγκλεισμός.

******************

Μαρία Ορτουλίδου: Κυνήγι

Ξέρεις ότι είναι σφαχτάρι εκλεκτό, με κρέας τρυφερό.
Δεν μπορείς να δεις πέρα από το είδωλο σου.
Ζεις μονάχα για την έξαψη του κυνηγιού,
μέχρι να φας και να χορτάσεις.
Μόνο που «μετά θάνατον» το δέρμα σκληραίνει.
Είτε διάφανο, αδιαπέραστο, κοφτερό σαν ξυράφι
να μην μπορεί κανένας να το αγγίξει
να το πειράξει.
Ή μαυρίζει από τη χολή
και δεν ησυχάζει μέχρι εκδίκηση να πάρει.
Δικαιοσύνη.
Και του θηρευτή τα σωθικά
με τα ίδια – κάποτε τρυφερά- χέρια
να ξεσκίσει
και να τον γδάρει ζωντανό.

********************

Δημήτρης Υφαντής, «Ο κυνηγός»

*************

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, Ο κυνηγός

O κυνηγός
δε βλέπει τον θάνατο
στο στόχαστρο.
Βλέπει μονάχα
ένα μέσο στον σκοπό
κι έναν σκοπό στον στόχο.
Ξαπλώνει με το σίδερο
την αλεπού στο χιόνι.
Την κόκκινη κλωστή της
στο σεντόνι
ξετυλίγει.

Διαφεντεύει
την απόσταση
με τον σκύλο του.
Με την ακαριαία του βούληση
ράβει την ολόκληρη
πλευρά εδώ
στη σκισμένη
πλευρά εκεί
με τη μαύρη βελόνα
στον θάνατο τη ράβει
για προικιό.

Μέσα του όμως
μια άλλη αλεπού
τον τρώει
αόρατη, κυτταρική·
τουφέκι δεν ακούγεται.
Τη νύχτα, αργά,
θα βρει το πρώτο αίμα
εκεί που κατουράει.
Και θ’ αναρωτηθεί
πώς ήρθε πίσω
η πληγή.

******************

Κυνήγι μαγισσών – της Μαρίας Θ. Αρχιμανδρίτη

Στα σκοτεινά με το μυαλό του
την αναπλάθει.
Πήλινα βάζα
τα χαρακτηριστικά της
στο κολουμβάριο της μνήμης.
Χωρίς ακροδάχτυλα
και όνομα
Δεν μπορεί ψηλαφίσει
το πρόσωπο της.
Λειψοί οι κόμποι ασπρίζουν
γύρω από τον λαιμό.
Καθώς οι κόρες γυρίζουν
ξεχνά το χρώμα τους.
Συλλέγει ψήγματα ασφυξίας
Επινοεί το βλέμμα της
και το νευρικό της σφίξιμο στα μπράτσα
του.
Σαν γάτα γεμίζει το στομάχι του
με ανώνυμες μπάλες μαλλί,
σειρά του
να την γεννήσει αυτός.
Χωρίς αποτύπωμα.
Δάχτυλο να βυζάξει.
Μονάχα μάτια προβολείς
στα σκοτεινά
να προβάλλουν στον τοίχο
το κενό.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ)

Πες το με ποίηση (483ο): «Γκρεμός – άβυσσος»…

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Γεράσιμος Ανδρεάτος – Ο γκρεμός

1.Ο ΓΚΡΕΜΟΣ

Σε κάθε δρόμο πάντα υπάρχει ένας γκρεμός

αρκεί στην ώρα να τον δεις και να ξεφύγεις

έτσι σε κάθε αγάπη είν’ ο χωρισμός

που μοναχά με τις θυσίες θ’ αποφύγεις.

.

Για να `χεις κάποια σε τούτη τη ζωή χαρά

τον άνθρωπό σου πάντα βάσταξε κοντά σου

και θα `ναι στήριγμα σαν θα `ρθει η συμφορά

και σαν θα δεις ν’ ανοίγεται ο γκρεμός μπροστά σου.

.

Ένας γκρεμός μες στη ζωή μας είν’ ο χωρισμός

της ευτυχίας κόβει απότομα τη στράτα

βρες άλλο δρόμο όσο ακόμα είν’ ο καιρός

και με τον άνθρωπο που πόνεσες περπάτα

ΛΟΥΚΑΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΟΣ

*****

2. Ο ΓΚΡΕΜΟΣ

Του λέει το κύμα: Θα σε πάρω στον βυθό μου·

κι αυτός ανοίγει το πανί

και λέει: Δεν έχω φοβηθεί

άλλον ποτέ από τον ίδιο τον εαυτό μου!

.

Του λέει η γη: Δεν θα σου δώσω τον καρπό μου·

κι αυτός αρπάζει το υνί

και λέει: Δεν έχω φοβηθεί

άλλον ποτέ από το ίδιο το μυαλό μου!

.

Του λέει η φωτιά: Δεν θα σου δώσω την καρδιά μου·

κι αυτός φουρνίζει το ψωμί

και λέει: Δεν έχω φοβηθεί

άλλον ποτέ από τα ίδια τα όνειρά μου!

.

Του λέει ο κόσμος: Θα χαθείς στην άβυσσό μου!

κι αυτός αρπάζει ένα κλαδί

και λέει: Δεν έχω φοβηθεί

άλλον ποτέ από τον ίδιο τον γκρεμό μου!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΜΗΤΣΙΑΣ -ΓΚΡΕΜΟΣ ΚΑΙ ΒΡΑΧΟΣ

3. Ο ΓΚΡΕΜΟΣ ΚΑΙ

ΒΡΑΧΟΣ

Τι να σου κάνει ο άνθρωπος

στον κόσμο που γεννιέται

όλα τα χάνει κάποτε

μα δεν παραπονιέται

 .

Αχ τι καημός, αχ τι καημός

να ζεις μονάχος

μπροστά γκρεμός, μαύρος γκρεμός

και πίσω βράχος

Και κείνη που μ' αρνήθηκε

καρδιά μου παρακάλα

ν' ανέβει ξημερώματα

του γυρισμού την σκάλα

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

*****

4. Ο ΓΚΡΕΜΟΣ

Στεκόμαστε στην άκρη του γκρεμού.

Ο αέρας ταξιδεύει τα μαλλιά σου ανακατεύοντας τα.

Μία τούφα, κλέβει

λίγο από το μπλε των ματιών σου.

Είμαστε αγκαλιά κοιτάζοντας το κενό.

.

Με ρίχνεις, για να σωθείς. Φεύγεις κι εγώ, στην αργή πτώση

μου σε

κοιτάζω.

Η μορφή σου γαλήνια, έχει ντυθεί με ένα ολόλευκο φως.

Και μετά σκοτάδι.

.

Το σκοτάδι με τυλίγει, αλλά δεν πονάω.

Μόνο ένα δάκρυ κυλάει από τα μάτια μου, για το μπλε των

ματιών σου

που δεν θα ξαναδώ.

Κωνσταντίνος Πάσσαρης

Δημήτρης Παπαδημητρίου & Κώστας Μακεδόνας – Ο

Γκρεμιστής

5. Ο ΓΚΡΕΜΙΣΤΗΣ

Στον Ίωνα Δραγούμη

.

Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο κτίστης,

ο διαλεχτός της άρvησης κι ο ακριβογιός της πίστης.

Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.

Στου μίσους τα μεσάvυχτα τρέμει εvός πόθου αστέρι.

.

Κι αν είμαι της vυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας,

πάvτα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας.

Εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης.

του μακρεμένου αγvαvτευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης

.

και με το καριoφίλι μου και με τ’ απελατίκι

την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι.

Kάλλιo φυτρώστε, αγριαγκαθιές, και κάλλιo ουρλιάστε, λύκοι,

κάλλιο φουσκώστε, ποταμοί και κάλλιο ανoίχτε, τάφοι,

.

και, δυvαμίτη, βρόvτηξε και σιγοστάλαξε, αίμα,

παρά σε πύργους άρχοvτας και σε vαούς το Ψέμα.

Τωv πρωτογέvvητωv καιρών η πλάση με τ’ αγρίμια

ξαvάρχεται. Καλώς να ‘ρθει. Γκρεμίζω την ασκήμια.

.

Είμ’ ένα ανήμπορο παιδί που σκλαβωμένο το ‘χει

το δείλιασμα κι όλο ρωτά και μήτε ναι μήτε όχι

δεν του αποκρίvεται καvείς, και πάει κι όλο προσμέvει

το λόγο που δεν έρχετα, και μια vτροπή το δένει.

.

Μα το τσεκούρι μοvαχά στο χέρι σαv κρατήσω,

και το τσεκούρι μου ψυχή μ’ ένα θυμό περίσσο.

Τάχα ποιος μάγος, ποιο στοιχειό του δούλεψε τ’ ατσάλι

και vιώθω φλόγα την καρδιά και βράχο το κεφάλι,

.

και θέλω να τραβήξω εμπρός και πλατωσιές v’ αvοίξω,

και μ’ ένα Ναι να τιναχτώ, μ’ ένα Όχι να βροvτήξω;

Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας, όποιοι είστε.

Γρικάω, βγαίvει από μέσα του μια προσταγή: Γκρεμίστε!

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Δειλοί και κρυφοί στίχοι, 1928

*****

6. ΓΚΡΕΜΙΣΜΑ

Στον Ευριπίδη Γαραντούδη

.

Αρχαία μέρα, πέτρινη, πώς να σε κουβαλήσω.

Τώρα μου έρχεσαι ξανά με πέτρινο χαμόγελο

και ξεψυχάς όταν για σένα πάω να μιλήσω.

Μένω με άναυδο στόμα, κενό κι ανώφελο.

.

Έγινες μέρα ο τόπος μου, ερημωμένος.

Στους σάπιους σου κι υγρούς, ξεφλουδισμένους τοίχους

γυρνώ απ' τα ξένα, ανέστιος, γκρεμισμένος.

Χορτάρια μουσικής παλιάς μαζεύω κι ήχους.

.

Φυσάει κι η άμμος το κορμί σκεπάζει

στα μάτια μου τρυπώνει και στον ουρανίσκο

κι εκεί πλάθει καινούργιες λέξεις από αγιάζι,

.

κι ω δροσερό νεράκι στάζουνε και βρίσκω

το πέτρινο κλειδί την πόρτα σου που παραβιάζει

και πια σε λέω, το χέρι μου σε δοξάζει.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ

Κώστας Χατζής – Γκρεμισμένα Σπίτια

7. ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΑ ΣΠΙΤΙΑ

Γκρεμισμένα σπίτια μέσα στο σκοτάδι

Έτσι είν' η ζωή μας μεσημέρι βράδυ

Μη ζητάς κορίτσι μου ένα κορδελάκι

Από τα ερείπια φτιάχνω ένα σπιτάκι

.

Σκονισμένοι δρόμοι η πικρή ζωή μου

Μέσα στο σκοτάδι χάνω τη φωνή μου

Γκρεμισμένα σπίτια μέσα στο σκοτάδι

Έτσι είν' η ζωή μας μεσημέρι βράδυ

ΝΟΤΗΣ ΠΕΡΓΙΑΛΗΣ

*****

8. ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Πολλές φορές αναγκάζομαι να τα γκρεμίζω όλα.

Γκρέμισα το γαλάζιο, τις αποστάσεις, τους φανοστάτες βλέμματα,

γκρέμισα τον τρόπο που με χρειαζόσουν, τα χαμηλοτάβανα

αισθήματα,

την απάτητη χλόη, τις γυμνές προθέσεις,

γκρέμισα μανδύες αορατότητας, μελαγχολικά κατοικίδια,

αντένες εντόμων, κτηρίων, κατανόησης.

.

Γκρεμίστηκα κιόλας.

Από το τόξο ενός φρυδιού, απ’ ένα αδιάφορο ψέμα,

από μια μεταχρονολογημένη αλήθεια, απο γόνατα που

αγκίστρωσαν τη μέση μου,

απο χέρια που με στόχευσαν, από αδιάβροχα καλοκαίρια.

Θα φορέσω τα πόδια μου, πάμε να περπατήσουμε

ΕΛΕΝΑ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

*****

10. Η ΔΙΨΑΣΜΕΝΗ ΑΒΥΣΣΟΣ

δεν φτάνει η γνώση

οι συγκινήσεις, τα ταξίδια

όλα όσα έζησα

και κέρδισα ή έχασα

στην περιπέτεια της ζωής μου

.

το αίμα μου δεν φτάνει

όσα έγραψα

κι όσα ποτέ θα γράψω

τα πάθη και τα λάθη μου

η αγάπη που μου δόθηκε

κι εκείνη που σαν μυστική πηγή

δεν έπαψε ποτέ μέσα μου να αναβλύζει

.

αυτό το χάσμα

το απύθμενο κενό

στα παιδικά μου χρόνια

θα κλείσει μόνο με τον θάνατο

.

με την ψυχή μου μόνο

θα ξεδιψάσει η άβυσσος

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

*****

11. ΑΒΥΣΣΟΣ

στο χείλος του γκρεμού

στάθηκα ορθός μπροστά του

χόρτασα με το πολύχρωμο τοπίο

καθάρισε η ματιά μου απ’ της ανοιχτωσιάς τη θέα

.

κι άκουσα με τρόμο, μαζί και ηδονή

το τραγούδι απ’ την άβυσσο

να τραβάει το κορμί μου

όπως τ’ αγιόκλημα τη μέλισσα

.

το ξέρω πως γεννήθηκα να πέσω

το ξέρω πως το τραγούδι θα κερδίσει

.

μα είναι ωραία η θέα

κι όσο βαστούν τα φρένα μου

θα μένει μόνη η άβυσσος

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΑΒΟΥΛΤΣΙΔΗΣ

*****

12. ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Μπρος γκρεμός

-Παντού γκρεμός-

και πίσω τα φτερά σου.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΥΤΡΑΣ

*****

13. ΑΒΥΣΣΟΣ

Αγγίζω την άβυσσο

σωστότερα, με αγγίζει αυτή∙

όχι δειλά, ολοκληρωτικά

μπαίνω μέσα της διστακτικά∙

Λένε είναι σύνηθες αλλά

κοίταξε να βγεις

Γιατί να βγεις;

.

Το απολαμβάνω ανεπαισθήτως

δε σ’ ενοχλεί κανείς αδιακρίτως

αφού κανείς δεν επιθυμεί

να τη μοιραστεί.

Είναι θηλυκή και με

προσωπικότητα ναρκίσσου

και επιμονή κισσού.

Ποτέ δεν κατάλαβα

πως την απωθούν.

.

Την γνώρισα βαθιά και

όχι μόνο τη θέλω τελικά,

την αγκαλιάζω ασφυκτικά.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Θοδωρής Κοτονιάς, ''Ο ουρανός και ο γκρεμός

14. Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΚΡΕΜΟΣ

Ο ουρανός και ο γκρεμός απόψε σε φωνάζουν

τη μέρα σου χαμογελούν τη νύχτα σε τρομάζουν

έχει αστέρια ο γκρεμός κι ο ουρανός την πέτρα

και η καρδιά σου μες ση γη θαμμένη στα δυο μέτρα

.

Τον ουρανό θυμίζουν

δυο μάτια με γκρεμίζουν

.

Ξέρω φοβάσαι τον γκρεμό στον ουρανό δειλιάζεις

μα πιο πολύ τις ρίζες σου να μην κοπούν τρομάζεις

μα θα `ρθει η άνοιξη ξανά και θα σε ξεριζώσει

εκεί που θα `χεις μαραθεί θα σε ξαναφυτρώσει

.

Τον ουρανό θυμίζουν

δυο μάτια με γκρεμίζουν

.

Ο ουρανός και ο γκρεμός είναι το ίδιο πράγμα

κρύβουν του θάνατου το φως του έρωτα το θαύμα

κι όπου διαλέξεις για να πας ό,τι κι αν θες να σώσεις

από το χώμα την καρδιά μόνος θα ξεριζώσεις

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΤΟΝΙΑΣ

*****

14. ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ

Λένε πως μας καλεί το όμοιο

Άβυσσος άβυσσον επικαλείται

Η σκοτεινιά στη σκοτεινιά

Και η πληγή στην πληγή

Ανταπόκριση μυστηριώδης και κρυφή

.

Ποια πληγή σου άραγε να ταίριαξε με την πληγή μου;

Και ποια σκοτάδια σου

Στο σκοτάδι μου να βρήκαν φως;

.

Με τόση άβυσσο μέσα μας

Να υπάρχει βράχος

Σταθερή γη

Ένα λιμάνι

Για μας τους δυο;

.

Τον έφερε η άβυσσος

Θα λέω

Παιδιά της αβύσσου

Κι οι δυο

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ, «ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται»

Πες το με ποίηση (482ο): «Ποτήρι»….

Στ. Κουγιουμτζής – Γιώργος Νταλάρας – Σαν ραγίσει το ποτήρι

Μάνος Ελευθερίου, Σαν ραγίσει το ποτήρι

Από μικρή χαραματιά
κοιτούσες νύχτα μέρα
πώς μεγαλώνει μια φωτιά
κι απλώνει στον αγέρα

Σαν ραγίσει το ποτήρι
δεν τ’ αγγίζεις άλλο πια
βάζεις μόνο ένα λουλούδι
και στολίζεις μια γωνιά

Μας έχει λιώσει το σκοινί
και το νερό στερεύει
μα το πηγάδι είναι βαθύ
κι η δίψα μας παιδεύει

Σαν ραγίσει το ποτήρι
δεν τ’ αγγίζεις άλλο πια
βάζεις μόνο ένα λουλούδι
και στολίζεις μια γωνιά

********************

«Πέταλο γιασεμιού, σ’ ένα ποτήρι με νερό, μακριά που μ’ αρμενίζεις.»

~
Γιάννης Ρίτσος~

*****************

Θανάσης Τριανταφύλλου, Ραγισμένο ποτήρι

Φτηνό κι ασήμαντο ποτήρι είμαι

Χωρίς στοιχεία κι άλλες μυστικές γραφές

Πάνω μου χαραγμένα

Με κτήτορες  κι άλλα ονόματα.

Πως κάποτε να μ’ είχε κάποιος Γιάννης

Ή κι ένας  άλλος  Γιώργος, ή και Βαγγέλης

Και μέσα μου έπιναν νερό

Τη δίψα τους να σβήνουν

Στην κάψα του καλοκαιριού

Τους καψερούς  νταλκάδες.

Ή κάποιος άλλος γέρο Νέστορας

(Τυχαίο τ’ όνομα, ανιστόρητο)

Στο Πέραμα κι αλλού, στη Δραπετσώνα

Κρασί να με γεμίζει χύμα

Τα βράδια κουρασμένος

Απ’ τη δουλειά γυρίζοντας

Και μ’ έναν, κι ύστερα με δεύτερο παπά

Της πίκρας τα φαρμάκια του να πνίγει.

Ούτε θυμάμαι να ’ρχεται στο κέφι

Στον τρίτο, ή και στον τέταρτο παπά.

Χωρίς του έρωτα τις άγνωστες χαρές

Τις στενοχώριες μόνο πνίγει

Και τύφλα στο μεθύσι σέρνεται.

Πάνω μου χαραγμένο τίποτε δεν έχω

Κι αυτό το λίγο ράγισμα, εδώ ψηλά

Που μόνο με το φως το βλέπεις

Το τραύμα της καρδιάς μου είναι.

Δεν είμαι, ξαναλέω, το χρυσό εγώ

Του Νέστορα ποτήρι, το καλόπιοτο

Να υπόσχομαι κολάσεις κι άλλους πόθους.

***


Νέστορος ποτήριον – Επίγραμμα

(Φιλ. μεταγρ.) Νέστορός εἰμὶ εὔποτον ποτήριον· |

ὃς δ᾽ ἂν τοῦδε πίησι ποτηρίου αὐτίκα κεῖνον |

ἵμερος αἱρήσει καλλιστεφάνου Ἀφροδίτης.

Του Νέστορα είμαι το καλόπιοτο ποτήρι·

όποιος πιεί απ’ το ποτήρι τούτο, αμέσως πόθος

θα τον καταλάβει της καλλιστέφανης Αφροδίτης.

****************

Ορφέας Περίδης – Μανώλης Λιδάκης-Δυο ποτήρια, μια κουβέντα

Θοδωρής Γκόνης, Δυο ποτήρια, μια κουβέντα

Κάθομαι και περιμένω να φανείς
θα `μαι εγώ, εσύ κι ο πόνος,
θα’ μαστε κι οι τρεις.

Δυο ποτήρια, μια κουβέντα, γιατί χάθηκες
γιατί μπήκες σ’ άλλες πόρτες και μαράθηκες.

Κάθομαι και περιμένω τη φωτιά
το σινιάλο το δικό σου και τη μαχαιριά.

***************

Γράφει η Χαρούλα Βερίγου [Ζωή Δικταίου]

Νομίζεις είναι το ποτήρι που ράγισε…

Το ποτήρι, αυτό το γυάλινο

πόσες φορές αλήθεια αγγίξαμε τα χείλη μας,

στο χείλος του, να ξεδιψάσουμε, μαζί,

μαζί, ίσαμε τούτη την ώρα,

μια απρόσεκτη κίνηση η αιτία

και να πως ράγισε,

το ποτήρι, νομίζεις…

με αλλόκοτη κατ’ ανάγκην τρυφερότητα

με κίβδηλες σκέψεις συμφιλίωσης

με τη θωπεία του χρόνου σε βαθιές χαρακιές.

Ξέρεις, υπάρχουν βλέμματα βουβά

και λέξεις αδέσποτες που όταν ειπωθούν

έχουν τη δύναμη να ραγίσουν ποτήρια,

να σπάσουν καθρέφτες,

να ματώσουν καρδιές

να χαλάσουν ζωές.

Κι όμως, Αύριο, πάλι θα γυρέψουμε

να σβήσουμε τη δίψα

μόνο που δεν θα είναι πια το ίδιο ποτήρι,

μα ούτε και ένα άλλο, όχι,

θα μοιάζει ίδιο

μόνο στα δικά σου μάτια όπως παλιά,

όσο εγώ θα διαβάζω τα λόγια σου

στο χάσμα που άνοιξε

εκείνη η ανεπαίσθητη, η μικρής σημασίας

κατά τη γνώμη σου, ασήμαντη ραγισματιά.

Γνωρίζοντας πόσο όλα έχουν αλλάξει,

μην περιμένεις να παραπονεθώ

έχω ακουστά για τη μάταιη φήμη σου.

Η δική μου ψυχή

ξεδιψά ερήμην σου, στη θάλασσα

παραδομένη στη νηφάλια μέθη της θύμησης

αγαπώ την αλμύρα,

απόψε, σε ασκεπή βαθυσκότεινα νερά

πόσο αιφνίδια τελειότητα φαντάζει

ο ανοικτός μοναχικός ορίζοντας.

Κοίταξέ με, έχω φορέσει

την αλήθεια σου κατάσαρκα

την αλήθεια που τόσο φοβάσαι

ξέρεις, αποφάσισα

να ζωντανέψω τις παλιές αναγνώσεις

και τις λησμονημένες συνήθειες

εκχερσώνοντας τα μυστικά εδάφη της ψυχής

για όσα προσκομίζουν οι αισθήσεις

μόνο γι’ αυτά.

Νομίζεις είναι το ποτήρι που ράγισε…

Νομίζεις…

Ζωή Δικταίου
Κέρκυρα 31 Μάρτη 2017

*****************

Σε βλέπω στο ποτήρι μου _ Τζένη Βάνου – Μίμης Πλέσσας

Λυμπερόπουλος Ηλίας, Σε βλέπω στο ποτήρι μου

Σε βλέπω στο ποτήρι μου
Και πίνοντας σε πίνω
Και όταν τελειώσει το πιοτό
Δε ξέρω τι θα γινω

Σαν ακουρδιστο ρολόι
Που δε παίρνει πια στροφή
Το μυαλο μου έχει μείνει
Στη δική σου τη μορφη

Σε βλέπω στο ποτήρι μου
Και πίνοντας σε πίνω
Και όταν τελειώσει το πιοτό
Δε ξέρω τι θα γίνει

Πίνω απτις 9 το βράδυ
Και έφτασε τρεισήμισι
Και το νου μου βασανίζει
Η δική σου θυμιση

Σε βλέπω στο ποτήρι μου
Και πίνοντας σε πίνω
Και όταν τελειώσει το πιοτό
Δε ξέρω τι θα γίνει

Πες το με ποίηση (481ο): «Θηρία – Ζούγκλα»…

Διονύσης Σαββόπουλος – Το θηρίο

1.ΤΟ ΘΗΡΙΟ

Στο χωριό στην επαρχία

βγήκα για περιοδεία

και χορεύω σαν θηρίο

που του πρέπει παραθείο

.

Στης δουλειάς μου το μαγκάνι

συντροφιά για να μου κάνει

έχω ένα χαϊβάνι

τις βλακείες σιγοντάρει

στις σοφίες μου γιουχάρει

.

Τι θα γίνει βρε θηρίο

του διαόλου συνεργείο

σκουριασμένο μου γρανάζι

λεωφορείο που νυστάζει

..

Στου μυαλού σου το γκαράζ

η ζωή κοπροσκυλιάζ'

ποιος ζητωκραυγάζει

τέτοιο κτήνος που σε βρήκα

σου πληρώνω και το ΙΚΑ

.

Έφτιαξα μιαν ιστορία

να την πω στη γαλαρία

πριν τελειώσει η ιστορία

ήρθε η λογοκρισί – α

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ

*****

2. ΘΗΡΙΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ

Θηρίο αγαπημένο, πόσα χρόνια

περάσαμε μαζί, τι νύχτες

και τι αυγές, τι μεσημέρια,

τι απόβραδα.

.

Τι αίμα ήπιες

θηρίο μου, τι σάρκα έφαγες,

τι σπλάχνα σπάραξες ζεστά,

αχόρταγο πάντοτε και διψασμένο,

ακόρεστο—

κι εγώ ο τρελός ακόμα σ’ αγαπώ.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

*****

3. ΘΗΡΙΑ

Eικόνες

Στοιβάζονται στα κατατόπια της μνήμης

Aναμνήσεις

Συνωστίζονται αλληλοκυνηγιούνται

Kαι είναι ανάγκη να τις τιθασέψεις

Nα κυριαρχήσεις σ’ αυτές

Kαι γίνεσαι θηριοδαμαστής

Όταν εκείνες το θέλουν να σε κατασπαράξουν

Όταν ακάθεκτες ορμούν την ψυχή να ξεσκίσουν

.

Nα! η τίγρης η ύαινα το λιοντάρι

Σε κυνηγούν ζωντανό-πεθαμένο

Πληγές που γιατρεύτηκαν ξανανοίγουν

Kαι τι μάχη

Tι άσκηση να μερώσεις

Nα δαμάσεις τόσα θηρία

Nα φτιάσεις τόσα κλουβιά

Για τις ώρες της άγριας επίθεσης

ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΑΚΗΣ

*****

4.ΤΟΥ ΘΗΡΙΟΥ

Μὴ φεύγεις θηρίο

Θηρίο μὲ τὰ σιδερένια δόντια

Θὰ σοῦ φτιάξω ἕνα ξύλινο σπίτι

Θὰ σοῦ δώσω ἕνα λαγήνι

Θὰ σοῦ δώσω κι ἕνα κοντάρι

Θὰ σοῦ δώσω κι ἄλλο αἷμα νὰ παίζεις.

.

Θὰ σὲ φέρω σ᾿ ἄλλα λιμάνια

Νὰ δεῖς τὰ βαπόρια πῶς τρῶνε τὶς ἄγκυρες

Πῶς σπάζουν στὰ δυὸ τὰ κατάρτια

Κι οἱ σημαῖες ξάφνου νὰ βάφονται μαῦρες.

.

Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τὸ ἴδιο κορίτσι

Νὰ τρέμει δεμένο στὸ σκοτάδι τὸ βράδυ

Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τὸ σπασμένο μπαλκόνι

Καὶ τὸ σκύλο οὐρανὸ

Ποὺ βαστοῦσε τὴ βροχὴ στὸ πηγάδι.

.

Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τοὺς ἴδιους στρατιῶτες

Αὐτὸν ποὺ χάθηκε πᾶν τρία χρόνια

Μὲ τὴν τρύπα πάνω ἀπ᾿ τὸ μάτι

Κι αὐτὸν ποὺ χτυποῦσε τὶς νύχτες τὶς πόρτες

Μὲ κομμένο τὸ χέρι.

.

Θὰ σοῦ βρῶ πάλι τὸ σάπιο Μῆλο

Μὴ φεύγεις θηρίο

Θηρίο μὲ τὰ σιδερένια δόντια.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

*****

5. ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΜΕΡΙΚΗΣ

Να έρθω μαζί σου θέλω απόψε θηρίο.

Τα μαλλιά μου εκτείνονται στις λεωφόρους

τρέχουν σαν λύσεις ποταμών,

θρόμβοι αίματος παλιννοστούντων στις αρτηρίες της πόλης

νυκτόβια πτηνά γεννούν τ’ αυγά τους στο μυαλό.

Βαραίνει και περισσεύει το άναρχο χέρι του φόβου

υπερβάλλει καλύπτοντας το φως των μουσείων,

το είδωλο από μέσα σε αποχαιρετά

μάρμαρο κομμένο στα ίσα το φιλί του.

.

Να έρθω μαζί σου θέλω απόψε θηρίο.

Πλατεία Αμερικής οι ανθοπώλες στη βιτρίνα

οι λυγμοί τους κυκλάμινα καταλήγουν,

καθώς στην καταιγίδα μπαίνεις μαινόμενος

να σκοτώσεις τους νεκρούς σου.

Σε μαθαίνω απ’ την όψη του τραύματος στα χείλη

απ’ την ένδοξη σελήνη στο βλέμμα,

στους αστραγάλους μου κόβεται η ζωή

οι δεκαετίες καρφιά, βροχή

που χτυπάει στο τζάμι απόψε και σε υπνωτίζει.

.

Μαύρο νερό σκεπάζει τους άξονες της πόλης

κι απ’ το Βερολίνο ως την ιστορική Αθήνα

σε ακολουθώ

ώσπου να έρθει εκείνη η ώρα ξανά να σε γεννήσω θηρίο.

.

Τον βρυχηθμό σου δε θα φοβηθώ,

οδός Μηθύμνης γωνία Πατησίων

θα σ’ εγκαταλείψω.

Θα σε φυγαδεύσουν οι γλώσσες των αστέγων,

θα σε πουλήσουν βρέφος στους αγγέλους

Μέρα Χριστουγέννων.

ΦΩΤΕΙΝΗ ΚΑΠΕΛΛΑΚΗ

Γιώργος Δελιόπουλος, "αδέσποτα θηρία των σταθμών"

6. ΤΟ ΘΗΡΙΟ

Είναι ένα θηρίο,

συνέχεια πεινασμένο,

που τρέφεται με σάρκες.

.

Οτιδήποτε άλλο να του ρίξεις

το  μασά για λίγο

κι ύστερα τ’ αφήνει.

Δεν θα το ξεγελάσεις.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

Θανάσης Παπακωνσταντίνου – Το Θηρίο

7. ΤΟ ΘΗΡΙΟ

Το θηρίο, με την ανάσα του Goya,

αναπτύσσεται κυρίως τη νύχτα.

Όπως όλα τα άδηλα νεύματα,

όπως οι απροσδιόριστοι φόβοι,

όπως οι απροσδιόριστοι φόβοι.

.

Εγεννήθη την εποχή που οι φτέρες

αποκτήσαν τη βασιλεία του κόσμου.

Κι έφτασε ακμαίο στις μέρες μας,

σαν υπόνοια και σαν οφθαλμαπάτη,

σαν υπόνοια και σαν οφθαλμαπάτη.

.

Αρχές Αυγούστου του 2000 και κάτι,

την αλυσίδα του είδα, σπασμένη.

Να χτυπιέται σα φίδι φαρμακερό,

στην κεραία απάνω στον αφέντη,

στην κεραία απάνω στον αφέντη.

.

Ίσως κι άλλοι τυχεροί σαν κι εμένα,

ψηλαφίσαν την καρδιά του θηρίου.

Και γνωρίζουν τον τρόπο που γεύεται

την αβάσταχτη χαρά του να υπάρχεις,

την αβάσταχτη χαρά του να υπάρχεις.

.

Το σαλόμ συχνά κρατιέται απ’ τα δέντρα,

και χορεύει στο ρυθμό του αέρα.

Στα λιθάρια ξύνει την πλάτη του,

και αγνοεί, ή αγαπά τους ανθρώπους,

και αγνοεί, ή αγαπά τους ανθρώπους.

.

Κι αφού μ’ αρέσει να ονομάζω τα είδη,

θηρίο του καλοκαιριού το λέω.

Γιατί εξαντλεί τα αγιοκλίματα,

και τα ασβεστώματα σαν τίντα κιτρινίζει,

και τα ασβεστώματα σαν τίντα κιτρινίζει.

.

Το θηρίο με την ανάσα του Goya,

μια ανάσα να την πιεις στο ποτήρι.

Σαν αψέντι ζυμωμένο στο έρεβος,

μας παραλύει με μεγάλη ευκολία,

μας παραλύει με μεγάλη ευκολία.

.

Όλους εμάς τους ετοιμόρροπους τύπους,

που απ’ τα αδιόρατα σκιρτήματά μας,

οι γητευτές παράγουν γλωσσίδια,

ονομαστά για τις καμπάνες του πόθου,

ονομαστά για τις καμπάνες του πόθου.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

*****

8. ΒΡΥΧΗΘΜΟΣ

Θηρίο που με παραμονεύεις

θηρίο που κολυμπάς στο μυαλό μου

σε ώρες υστερικές

θηρίο που σπέρνεις πανικό

τις νύχτες στην ψυχή μου

.

θηρίο που ανεβάζεις την κακία μου

θηρίο που φουντώνεις τη ζήλια μου

θηρίο που χύνεσαι απ’ τις φλέβες

στο υποσυνείδητό μου αφρίζοντας

θηρίο που κατάμουτρα με φτύνεις και ξερνάς

του τρόμου τα πικρά εξαμβλώματα

τις νευρώσεις μου και τις λεπίδες

της ομορφιάς

.

θηρίο με μάτια ηλεκτρονικά

γεννήτρια του άγχους μου

της οργής και του πάθους

της αδυναμίας

της δύναμής μου

.

θηρίο θηρίο λαχτάρα μου

έρωτα

θηρίο

ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΝΗΣ, Τρύγος αιμάτων, Σμίλη, 1991

*****

9. ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ

τολμάς

ν’ αφήσεις την πόρτα σου ανοιχτή

και όταν νιώσεις το καυτό του χνώτο

τολμάς και πάλι

να κοιτάξεις το θηρίο στα μάτια

.

συχνά αδιάφορο εκείνο φεύγει

άλλοτε όμως ξαφνικά

σ’ αρπάζει

με νύχια κοφτερά και δόντια

πίνει αχόρταγα

για να σ’ αφήσει λίγο μετά

εκστατικό και εξουθενωμένο

.

ποίημα ονομάζονται

οι κόκκινες πηχτές σταγόνες

που κάποτε γλιστράνε

και πέφτουν στο χαρτί

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

*****

10.

[…]η Απουσία δεν είναι πουλί αλλά θηρίο ανήμερο

που, σιωπηλό και άφαντο,

τρώει τα σωθικά μας,

ώσπου να γίνουμε κενά τεμένη,

μαυσωλεία θαμπών αναμνήσεων.

.

Επιμύθιο: Η Απουσία είναι το μοναδικό θηρίο

που ο άνθρωπος όχι μονάχα δεν κατάφερε ποτέ να εξημερώσει,

αλλ’ ούτε να συλλάβει καν.

Βέβαια, πάντα ελπίζει ότι θα τα καταφέρει,

γι’ αυτό και σ’ όλους τους ζωολογικούς κήπους

υπάρχει έν’ αδειανό κλουβί γι’ αυτήν.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

******

11. ΘΗΡΙΟ

Η νύχτα από νύχτα είναι φτιαγμένη

Η πέτρα από πέτρα σμιλευτή

Κι ό,τι αλλάζει επιμένει

Σ’ εκείνο που αρνήθηκε

Μαζί του να πεθαίνει

.

Μα εσύ τι είσαι

Τι πλάσμα είσαι

Τι θηρίο, τι φωτιά

Μα εσύ τι είσαι

Και μ’ εκδικείσαι

Πόνος είσαι ή χαρά

.

Το κύμα από κύμα είναι φτιαγμένο

Τ’ αλάτι από δάκρυ αλμυρό

Κι εγώ που αλλάζω κι επιμένω

Σ’ εκείνο που αρνήθηκα

Μαζί του να πεθαίνω

.

Μα εσύ τι είσαι

Τι πλάσμα είσαι

Τι θηρίο, τι φωτιά

Μα εσύ τι είσαι

Και μ’ εκδικείσαι

Πόνος είσαι ή χαρά

.

Μα εσύ τι είσαι

Τι πλάσμα είσαι

Πόνος είσαι ή χαρά

ΣΟΦΙΑ ΚΑΨΟΥΡΟΥ

Yma Sumac – Jungla

12. ΖΟΥΓΚΛΑ

Πρωί κι όλα του κόσμου

στημένα

στην ιδεώδη απόσταση μιας μονομαχίας.

Τα όπλα έχουν διαλεχτεί

τα ίδια πάντα,

οι ανάγκες σου, οι ανάγκες μου.

Αυτός που θα μέτραγε ένα δύο τρία πυρ

καθυστερούσε,

κι ώσπου να ‘ρθει 

καθίσαμε στην ίδια καλημέρα

και χαζεύαμε τη φύση.

.

Η εξοχή βρισκόταν στην ήβη

και το πράσινο ασελγούσε.

Κραυγές τροπαιοφόρου θηριωδίας

 έσερνε ο Ιούνιος της υπαίθρου.

Πιανόταν και πηδούσε

από κλαδί δέντρων και αισθήσεων,

Ταρζάν ταινίας μικρού μήκους

 που κυνηγάει αθέατα θηρία

στη μικρή ζούγκλα μιας ιστορίας.

Το δάσος υποσχότανε πουλιά

και φίδια. Δηλητηριώδης αφθονία αντιθέτων.

Το φως έπεφτε καταπέλτης, σε ό, τι δεν ήταν φως,

κι η ερωτομανής λαμπρότης

παράφορα φιλούσε κι ό, τι δεν ήταν έρωτας,

μέχρι και τη δική σου συνοφρύωση.

.

Στη μικρή εκκλησία άλλος κανείς

εκτός από το πολύ όνομά της, Ελευθερώτρια.

Ένας Χριστός περίφροντις

μέτραγε με το πάθος του φιλάργυρου

 το βιος του: καρφιά κι αγκάθια.

Επόμενο ήταν να μην έχει ακούσει

τους πυροβολισμούς.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Ποιήματα, Ίκαρος 

*****

13. Η ΖΟΥΓΚΛΑ

Δεν είναι το ασάλευτο βάρος

των μεγάλων δέντρων, ξέπνοο

το εσωτερικό του ξύλου,

μπλεγμένο στις παχιές

κληματσίδες, οι μύγες, τα ερπετά,

οι πάντοτε φοβισμένες μαϊμούδες

ουρλιάζοντας και τρέχοντας

επάνω στα κλαδιά –

.

Είναι

ένα κορίτσι, περιμένοντας, αίφνης –

συνεσταλμένο, μαυριδερό, με ωραία μάτια –

να σε οδηγήσει

Στο επάνω πάτωμα, κύριε.

.

William Carlos Williams, Μετ: Βασίλης Πανδής

******

14. ΖΟΥΓΚΛΑ

Αλύπητα στης ζούγκλας το υγρό κρεβάτι

θα σε ρίξω. Σε δάσος τροπικό με ορμή

ή σε σαβάνα θα σε πάρω. Θα ’σαι κάτι

σαν στολίδι και λάφυρο: δικό μου κορμί.

.

Σαν ορχιδέα θα ’μαι ανοιχτή, θα στάζω

σε ιδρωμένα δάχτυλα∙ γδέρνω, δαγκώνω

σαν φυτό σαρκοφάγο. Ασημένιο μου βάζο,

θα σε γυαλίζω με τη γλώσσα ώς τον πόνο

.

τον ήδιστο ν’ αγαπηθούμε. Θα φωλιάσει

στον κόλπο μου το πιο μεγάλο πουλί και

ψηλά θ’ ανέβουμε μακριά απ’ τη χάση

της ζωής που δε ζούμε, ωραίε μου λύκε.

.

Εγώ το λιοντάρι, στα πόδια σου η μερίδα

δικιά μου τροφή, ο μόνος κόσμος που είδα.

ΑΥΓΗ ΛΊΛΛΗ

Πες το με ποίηση (480ο): «Δαχτυλίδι»…

«Πρωί και λιοπερίχυτη και λιόκαλη είν΄η μέρα

κι η Αθήνα διαμαντόπετρα στης γης το δαχτυλίδι». 

(Κ. Παλαμάς)

***************

-Φρήντριχ Σίλλερ, ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΠΟΛΥΚΡΑΤΗ

Στο ξώστεγο στεκόταν του σπιτιού του
και τη Σάμο, που τύραννός της ήταν,
την κοίταε με καμάρι και χαρά.
«Όλα όσα βλέπεις, όλα εγώ τα ορίζω,
παραδέξου πως είμαι ευτυχισμένος».
Έτσι λέει στον Αιγύπτιο βασιλιά.
«Σ’ ευνόησαν οι θεοί· ναι, αυτό είν’ αλήθεια·
εκείνους που ίσοι πρώτα ήταν μ’ εσένα
το σκήπτρο σου τους πιέζει δυνατό.
Αλλά ένας ζει που εκδίκηση διψάει·
όσο αγρυπνά του οχτρού σου αυτού το μάτι,
καλότυχο πώς θέλεις να σε πω;»
 
Ακόμα ο λόγος έστεκε του ρήγα
και να, σταλμένος απ’ τη Μίλητο, ένας
μαντατοφόρος φτάνει βιαστικά.
«Αφέντη», λέει στον τύραννο, «έλα βάλε
δάφνης χλωρό στεφάνι στο κεφάλι
και της θυσίας η κνίσα ας πάει ψηλά.
 
Ο οχτρός σου πάει, τον βρήκε το κοντάρι·
ο Πολύδωρος, ο άξιος στρατηγός σου,
με στέλνει εδώ, το νέο να φέρω αυτό…»
Και βγάζει από μια μαύρη ευθύς λεκάνη
ένα κεφάλι, ματωμένο ακόμα,
πολύ γνωστό, που τρόμαξαν κι οι δυο.
 
Με φρίκη κάνει πίσω ο ξένος ρήγας,
με ανήσυχη ματιά, και λέει: «Ωστόσο
στην τύχη μη βασίζεσαι πολύ.
Με αβέβαιη τύχη ο στόλος σου αρμενίζει
στ’ άπιστο κύμα
· τι εύκολα, στοχάσου,
τα πλοία τα σπάει μιας τρικυμίας οργή!»
 
Το λόγο δεν προφταίνει ν’ αποσώσει·
χαράς φωνές κι αλαλαγμοί τον κόβουν,
που απ’ το λιμάνι φτάνουν ως εδώ.
Βαριά με ξένα πλούτια φορτωμένος
των πλοίων ο πολυκάταρτος ο λόγγος
στης πατρίδας γυρίζει το γιαλό.
 
Τ’ ακούει ο ξένος ρήγας και σαστίζει.
«Σήμερα η τύχη σου είναι στα καλά της,
μα η τύχη παίζει, έχε το νου σου εσύ.
Οι Κρητικοί, πρωτοτεχνίτες στα όπλα,
πολέμου σκιάχτρα αντίκρυ σου έχουν στήσει
κι είναι κοντά σε τούτο το νησί».
 
Το ’πε δεν το ’πε, κι απ’ τα πλοία τα πλήθη
χυμούν, φωνή χιλιόστομη αλαλάζει:
«Νίκη! Δε μας φοβίζουνε οι οχτροί
·
ο πόλεμος πια τέλειωσε και πάει,
τα κρητικά που αρμένιζαν καράβια
τα σκόρπισε η φουρτούνα εδώ κι εκεί!»
 
Τ’ ακούει κι ανατριχιάζει ο ξένος φίλος:
«Σε κρίνω — πώς αλλιώς; — ευτυχισμένον,
μα τρέμω αν θα μπορέσεις να σωθείς.
Οι θεοί φθονούν, κι αυτό ’ναι που φοβούμαι
·
ανόθευτη χαρά απ’ αυτούς στον κόσμο
ποτέ θνητός δεν έλαβε κανείς.
 
Κι εμένα σε καλό μου βγήκαν όλα,
σ’ όλες τις πράξεις που έκαμα ως μονάρχης
οι θεοί μ’ ευνόησαν, μα έναν ακριβό,
που ο κληρονόμος μου ήταν, μου τον πήραν,
τον είδα, ωιμέ, νεκρό
· στην ευτυχία
το φόρο μου τον πλέρωσα κι εγώ.
 
Από κακό να φυλαχτείς αν θέλεις,
να δέεσαι στους αόρατους, και πόνο
να σου δίνουν μαζί με τη χαρά.
Δεν ξέρω εγώ θνητό που να του δώσαν
τα δώρα τους οι ουράνιοι απλόχερα όλα
και να ’χει φτάσει σε καλά στερνά.
 
Οι θεοί αν αυτή τη χάρη δε σου κάνουν,
τη συμφορά προκάλεσέ την ο ίδιος
·
άκου με που σα φίλος σου μιλώ
·
κι απ’ τ’ αγαθά σου αυτό που το ’χεις πρώτο
και την καρδιά σου πιότερο σου ευφραίνει
πάρ’ το και ρίχ’ το ο ίδιος στο γιαλό».
 
Τρομάζει αυτός. «Απ’ όλους του νησιού μου
τους θησαυρούς το δαχτυλίδι τούτο
είναι ό,τι εγώ λογιάζω πιο ακριβό.
Στις Ερινύες το δίνω κι ας σχωρέσουν
οι θεές την ευτυχία μου».
Και πετάει στη θάλασσα τ’ ωραίο διαμαντικό.
 
Πρωί πρωί την άλλη μέρα κιόλας
ένας ψαράς στον τύραννο πηγαίνει
τον Πολυκράτη με όψη γελαστή:
«Δέξου από μένα. αφέντη, αυτό το δώρο
·
είν’ ένα ψάρι που έπιασα
· άλλο τέτοιο
ποτέ σε δίχτυ δεν έχει πιαστεί».
 
Κι ο μάγερας, σαν άνοιξε το ψάρι,
έρχεται βιαστικός και σαστισμένος
και φωνάζει με βλέμμα εκστατικό:
«Αφέντη, μέσ’ στο ψάρι, στην κοιλιά του,
βρήκα το δαχτυλίδι σου, δεν έχει
σύνορα το καλό σου ριζικό».
 
Ο ξένος ρήγας τότε ανατριχιάζει.
«Στο σπίτι σου άλλο δεν μπορώ να μείνω
και φίλος μου πια να ’σαι δεν μπορείς.
Οι αθάνατοι ποθούνε το χαμό σου.
Φεύγω να μη χαθώ κι εγώ μαζί σου».
Έτσι είπε και στο πλοίο του μπήκε ευθύς.
 
 μτφρ. Θρασύβουλος Σταύρου
(1886-1979)

*****************

Κωστής Παλαμάς, Το δαχτυλίδι

Το δαχτυλίδι μὄπεσε κι η αρραβώνα χάθη.
(Δημοτικό τραγούδι)
 
Η μάνα μου βουλήθηκε να με παντρέψει, να μου διαλέξει για γυναίκα μια νεράιδα, της πίστης και της ομορφιάς πρωτόβγαλτο άνθος. Με σένα η μάνα βάλθηκε να με παντρέψει, ω ξωτικιά Ζωή και στις νεράιδες πρώτη! Και τρέχει και ρωτάει και πάει και παίρνει γνώμη από τις πρωτομάγισσες κι απ’ τις ξορκίστρες, από σαράντα πρωτοστέφανες νυφάδες χρυσάφι διακονεύει, κι από το χρυσάφι το μαγεμένο δαχτυλίδι μαστορεύει, μου το φορεί, και με τη χάρη την κρυφή του μου χρυσοδένει την παιδιάτικη τη σάρκα, τ’ ανθρώπου και της ξωτικιάς ω τί αρραβώνα! Κι εγώ ημουν το παιδί που μεγάλωνε πάντα με τη μεθύστρα ορμή των αρραβωνιασμένων που ξανοίγουν το γάμο πλανευτοί απ’ τον πόθο, ατέλειωτη γιορτή σε κάτασπρο κρεβάτι. Κι εγώ ημουν το παιδί που μεγάλωνε πάντα χρυσοδετό με τη Ζωή την αντρειωμένη, κι εγώ ημουν το παιδί που μεγάλωνε πάντα με της Ζωής τον έρωτα και με τη δίψα, κι εγώ ημουν το παιδί που μεγάλωνε πάντα, γραμμένο να πατάει στον απάτητο δρόμο, μέσα στο φως, ολόφωτο· κι εγώ ημουν που είχα στην όψη κάτι τι σαν ολυμπιονίκης και κάτι τι σα δαμαστής του Βουκεφάλου. Κι εγώ ημουν το γοργό χρυσόφτερο δελφίνι που πλάστηκε να μάχεται με τα καράβια, κι εγώ ημουν το χρυσόφτερο γοργό δελφίνι που να λυτρώσει τον Αρίωνα καρτερούσε! Μα μια φορά —από πού και πώς, δεν το γνωρίζω— σ’ αμμοστρωμένη ακρογιαλιά ηλιοφλογισμένη, μιαν ώρα θλιβερή βραδιού συγνεφιασμένου, πάλεψα μ’ ένα νιόφερτο ξένο αραπάκι βγαλμένο σαν από της θάλασσας τα σπλάχνα, και μέσα κει στου παλεμού τ’ ολάγριο πείσμα πέφτει και χάνεται και πάει το δαχτυλίδι. Η γη το ρούφηξε; Το κύμα το κατάπιε; Δεν ξέρω· ξέρω μοναχά πως από τότε τα ξορκολόγια λύθηκαν, τα μάγια φύγαν, κι η ξωτικιά η Ζωή και στις νεράιδες πρώτη κι η αρραβωνιαστικιά και η δέσποινα κι η σκλάβα γίνηκε του καπνού καπνός και πάει και κείνη. Ω! κι από τότε μ’ έδεσε απ’ τα πρώτα χρόνια ώς του Καιρού τ’ αργοχιονίσματα τα πρώτα στο μαύρο δάσος των μαλλιών, ω και από τότε μ’ έδεσε κάτι φοβερό και βουβό κάτι με κάποιον ίσκιο αγνώριστο, παραδαρμένο, που λες πως δεν υπάρχει και που λες πως όλο να υπάρξει πολεμάει, και δεν το κατορθώνει· κι ο μαύρος χωρισμένος της Ζωής εγώ ειμαι, εγώ ειμαι της Ζωής ο ανήμπορος ο μέγας! Και του αρχαίου του Ρήγα η κόρη η Αλκιθόη, σημάδι της θεϊκής οργής της εκδικήτρας, άλλαξε πλάση κι έγινε, οϊμένα, οϊμένα! από κυρά βασιλοπούλα, νυχτερίδα.   https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=1374              


******************


-Κωστής Παλαμάς, «Τα δαχτυλίδια»

Στ’ αργαστήρι δουλεύω, χρυσικός, πολεμώ, δαχτυλίδια σκαλίζω, δαχτυλίδια πουλώ,   δαχτυλίδια χαρίζω σ’ όποια χέρια ποθούν με καρδιές να ταιριάσουν, με γητειές να δεθούν.   5Για τα δάχτυλα ψάχνω τα λιγνά, τα δειλά, (σπαρταράνε, λυγίζουν, και σα νά ειναι φτερά,   σαν πουλιά είναι και τρέμουν για κλαδί, για φωλιά, λουλουδάκια, που υψώνουν κεφαλάκια ορθρινά   ροδισμένα από φέγγος πρωινό, κι είναι αχνά κι είναι διάφανα, κι είναι κοντυλένια, βαλτά   για να σπέρνουν το λόγο στο χαρτί ρυθμικά, για να σκίζουν, τοξότες, του βιολιού την καρδιά,   κι είναι σαν τα κρινάκια στην ογρήν αμμουδιά, και σεντέφια και φέγγουν, κυνηγούν τα φιλιά,   15και μεθούνε κι απλώνουν και διπλώνουν και παν, και τα χάδια ψαρεύουν, μαρμαρώνουν, ξεσπάν).   Για τα δάχτυλα ψάχνω δαχτυλίδια να βρω, το πετράδι γυρεύω και το μάλαμ’ αγνό,   για να κάμω ψυχούλες δαχτυλίδια, κορμιά δαχτυλίδια, ματάκια και χειλάκια, ακριβά.   Δαχτυλίδια σκαλίζω, δαχτυλίδια πουλώ, δαχτυλίδια χαρίζω, δαχτυλίδια φορώ.   Δαχτυλίδι μου ο πόθος πώς φοριέται σ’ εσέ που είσαι ολάκερη σάμπως ένα χέρι για με!   25Σφιχτοδένει μου ο στίχος δαχτυλίδι κι εσέ που σα δάχτυλο δείχνεις τα ύψη, ορθό, λογισμέ!   Απ’ τα μαύρα πλοκάμια πλαγιασμένα απαλά στου μετώπου σου απάνου την καθάρια απλωσιά   κι ώς τον πύρινο κύκλο που αγκαλιάζει, σταλτός αρραβώνας, ποιός ξέρει κι από πού, πότε, πώς,   των τιτάνων τ’ αστέρι που είναι ο Κρόνος (Α! η γη μπρος σε κείνον παιδούλα μικροκάμωτη ζει),   δαχτυλίδια τα πάντα, το ’να στ’ άλλο χαλκάς, και κρατεί και κρατιέται κάθε πλάσμα, όπου πας.   35Συρτούς κόσμοι χορεύουν, τέλος όχι, ούτ’ αρχή, και τ’ απέραντου οι κύκλοι και τ’ ανθρώπου οι καημοί.    

https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=1808        

**************  

-Γ. Μητσάκης – Πόλυ Πάνου – Πάρε το δαχτυλίδι μου

****************

-ΚΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΜΑΡΔΟΝΙΟΥ

Αγόραζε αγαθά πολυτελή,
χρεώνοντας λογαριασμό του ζάπλουτου συζύγου της
και τα επέστρεφε την άλλη μέρα
εισπράττοντας μέρος της αξίας σε χρήμα.
Μια μέρα έτυχε στης Νέας Υόρκης το Τίφανυς
να δει πολύτιμο δαχτυλίδι «του Μαρδονίου», βαρύ,
πρώτο, στων αρχαιοπρεπών κομματιών τη συλλογή.

Σχήμα ασπίδας, κρύσταλλοι ακριβοί, δέσιμο από χρυσό,
στο κέντρο σμαράγδι αστραφτερό
με σκαλισμένο τον περσικό λέοντα.
Ο πωλητής θαρρεί πως το θέλει για δώρο
στον μακρινό Έλληνα σύζυγο.
Επαινεί τα πετράδια, επιμένει γλυκομίλητα:
«Δαχτυλιδιού του Μαρδονίου αντίγραφο πιστό
λαφύρου των Ελλήνων στων Πλαταιών τη μάχη.
Το πρωτότυπο υπάρχει σε μουσείο ιδιωτικό».
Εκείνη το αγοράζει και την επομένη το επιστρέφει,
όμοια σαν κάθε τι άλλο που πήρε.

*************

– Γλυκερία – Μου φαγες όλα τα δαχτυλίδια

***************

-«Τα δαχτυλίδια», της Σοφίας Βασιλειάδου

Ένα χρυσό κι ένα αργυρό, δυο δαχτυλίδια του Γύγη στα δάχτυλα εναλλάσσοντας

αόρατη υπάρχω.

Το χρυσό στις τυμπανοκρουσίες και τους βασιλικούς πανηγυρικούς φορώντας,

το σιδερένιο χαμόγελο του βασιλιά παρατηρώ · πώς βρίσκει πάντοτε,

στο πλήθος το αμέτρητο των υπηκόων, εκείνον που ανυπάκουος στέκει.

Το αργυρό, ασήμι μαύρο, στις καταιγίδες που ήττες φέρνουν αναπάντεχες φορώντας,

το σιδερένιο χαμόγελο του βασιλιά παρατηρώ · πώς βρίσκει πάντοτε,

στο πλήθος το  αμέτρητο των υπηκόων, αυτόν που θα δεχτεί  του αναθέματος την πέτρα.

Σ’ αυτούς τους δυο τα δυο μου δαχτυλίδια θα δώσω.

Να δραπετεύσουν από τον κόσμο της επισφάλειας.

Υπάρχω ως αόρατη καταφυγή ασφάλειας.

Αντίο, λοιπόν.

***************

-Χάρις Αλεξίου – Διαμάντι δαχτυλίδι

Παραδοσιακό, Διαμάντι δαχτυλίδι

Διαμάντι δαχτυλίδι, διαμάντι  δαχτύλιδι.
διαμάντι δαχτυλίδι φοράς στο χέρι σου
κι η πέτρα γράφει απάνω, τζόγια μου αμάν, θα γίνω ταίρι σου (δις)
Έλα να φιληθούμε, έλα να φιληθούμε.
έλα να φιληθούμε σαν τ’ άγρια πουλιά
που στέκουν στα κλαδάκια, τζόγια μου αμάν, κι αλλάζουνε φιλιά.
Έλα να σε φιλήσω, έλα να σε φιλήσω
έλα να σε φιλήσω και φίλα με κι εσύ
και σαν το μαρτυρήσω, τζόγια μου, άμαν, μαρτύρα το κι εσύ.

Πες το με ποίηση (479ο): «Κρατώ»…

Κράτησα τη Ζωή μου – Γρ. Μπιθικώτσης

1.ΕΠΙΦΑΝΙΑ 1937

[…]Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας

ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής

σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,

καμιά φωτιά στην κορυφή τους. βραδιάζει.

.

Κράτησα τη ζωή μου. στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή

μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν

στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα

να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω

γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.

.

Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα

περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.

Ανεβαίνω τα βουνά. μελανιασμένες λαγκαδιές. o χιονι-

σμένος

κάμπος, ως πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν

μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε

τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι’ οι

δρόμοι.

.

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη

σιωπή

δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ. ψίθυροι

σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη

σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα

χαλίκια

σαν την ανάμνηση, της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».

.

Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των

νερών

κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλει-

στά πηγάδια

ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες

πού μου ξεφεύγουν

εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι’ αυτός ό άνθρωπος

πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.

.

Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού

σ’ αγγίζει

στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου

μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή

βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτε-

ρά του,

δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

.

Ό δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο

γυρεύεις

να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν

εκείνους

πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,

όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν

κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί

πού στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη

και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,

ό δρόμος δεν έχει αλλαγή. κράτησα τη ζωή μου.

Το χιόνι

και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

*****

2. ΣΕ ΚΡΑΤΟΥΣΑ ΑΠ’ ΤΟ ΧΕΡΙ

Σε κρατούσα από το χέρι,

σου ’λεγα για τα χρόνια τα σκοτεινά

αυτά που εσύ δε γνώρισες,

για τα τραύματα που έλαβα εγώ και η γενιά μου,

πως μας κόψανε τα μέλη και τα πέταξαν στους σκύλους,

.

εσύ χαμογελούσες,

δίπλα ήταν η θάλασσα κι ο ήλιος του Σεπτέμβρη σκαρφάλωνε

στα φωτεινά σου μαλλιά,

λίγο πιο πέρα τραγουδούσαν τα τρανζίστορ την κενότητα των

ημερών,

τα αισθήματα είναι περιττά, είπες, σε τι μας χρησιμεύουν

.

κι η θάλασσα ήταν εκεί ήρεμη

κι ο ήλιος διέσχιζε τέθριππος τα μάτια σου,

κι εγώ σώπαινα νιώθοντας να βουλιάζουν μέσα μου τα λόγια,

να σωρεύονται ογκόλιθοι,

στο χάσμα το μεγάλο της γενιάς μου που πίστεψε,

της δικής σου γενιάς που χλεύασε.

ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ, Τα κύματα και οι φωνές (1971)

Παντελής Θαλασσινός – Κράτα για το τέλος

3. ΚΡΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Κράτα για το τέλος το πιο ψυχρό σου βλέμμα

εκείνο που αφήνει τον έρωτα μισό

μήπως και πονέσω κι έτσι να μπορέσω

να φύγω και να νιώθω βαθιά πως σε μισώ

.

Κράτα κι ένα ποτηράκι

για το πιο πικρό φαρμάκι

να το πιω κι απ την καρδιά μου

να σου ευχηθώ

.

Καλή τύχη γεια χαρά σου

μην πετάς τα όνειρά σου

μην τα βρω ποτέ στο δρόμο

και σε λυπηθώ

.

Κράτα για το τέλος το πιο μεγάλο μίσος

τότε μόνο ίσως μπορεί να σ’ αρνηθώ

να μπορώ να λέω κοίτα με δεν κλαίω

πως έμαθα να χάνω αλλά δε θα χαθώ

.

Κράτα κι ένα ποτηράκι

για το πιο πικρό φαρμάκι

να το πιω κι απ την καρδιά μου

να σου ευχηθώ

.

Καλή τύχη γεια χαρά σου

μην πετάς τα όνειρά σου

μην τα βρω ποτέ στο δρόμο

και σε λυπηθώ

ΗΛΙΑΣ ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

*****

4. ΚΡΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

Μην τους πιστεύεις έλεγες

κούφια τα λόγια τους

παίζουν με την ελπίδα

κι εγώ μιλούσα για την Άνοιξη

Δυο κουκίδες σε μια ανθρωποθάλασσα

που πίστευε στην Άνοιξη

εμείς

κι εσύ να παίζεις την εικόνα μου στα μάτια σου

και να λες κράτα την Άνοιξη μέσα σου

γιατί δεν θα έρθει καθώς λες

Εγώ έχω εσένα έλεγες

μια κιθάρα

και την πλάτη φορτωμένη όνειρα

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ

*****

5. ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΑΡΕΛΑΣΗ

Οι άνθρωποι κρατούσαν Κυριακές στα χέρια τους,

κρατούσανε αγαπημένα ονόματα

και μνήμες από εκδρομές που κάναν κάποτε

στη θάλασσα.

Οι δρόμοι ήταν έρημοι,

η θάλασσα ήταν μακρινή

και τα καράβια

είχαν αναληφθεί στον ουρανό

κι είχανε γίνει σύννεφα.

.

Οι άνθρωποι κρατούσανε λουλούδια μαραμένα

και κοίταζαν τον ουρανό.

Ένα κακό προαίσθημα βροχής

τους έκανε να μην μπορούν να προχωρήσουν.

Μέναν εκεί ακίνητοι σαν δέντρα

-ή μήπως ήταν ήδη δέντρα;-

Μέναν εκεί ακίνητοι σαν τοίχοι

-ή μήπως ήταν ήδη τοίχοι;-

Ο άνεμος σαν μεθυσμένος ή ανάπηρος

παραπατούσε ανάμεσά τους,

ξήλωνε τις αφίσες που’χανε ντυθεί,

τους γύμνωνε.

.

Οι άνθρωποι δεν αντιστέκονταν, περίμεναν·

με πέτρινα αγαλμάτινα χαμόγελα

-ίσως και να ’ταν ήδη αγάλματα-

καλούσαν τα πουλιά.

Όμως εκείνα είχαν μια κατεύθυνση, ένα σκοπό,

τον ήλιο·

δεν χαμηλώνανε παρά για να πεθάνουν.

.

Οι άνθρωποι κρατούσανε νεκρά πουλιά στα χέρια,

πουλιά που ήταν κάποτε

χαρμόσυνες αργίες, Κυριακές

και εκδρομές στη θάλασσα.΄΄

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, ”Σχήματα απουσίας’’.

Κουράστηκα να σε κρατώ-Φαραντούρη

6. ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ ΝΑ ΣΕ ΚΡΑΤΩ

Κουράστηκα να σε κρατώ, πόνε, από το χέρι

το δρόμο να βαδίζουμε μαζί χωρίς χαρά

να `χουμε για παρηγοριά ένα θλιμμένο αγέρι

πουλιά που τα `δειρ’ η βροχή και χάσαν τα φτερά.

.

Κάνε φωνή μου υπομονή, τραγούδι μου κρατήσου

ξέχασε την παλιά πληγή και παίξε την ψυχή σου.

.

Βαρέθηκα τον πόνο μου να μου μιλάει για πόνο

δεν την αντέχω τη φωνή να λέει για την πληγή

να μου μιλάει για συμφορά και για τον πόνο μόνο

για τη μεγάλη ώρα μας που θα μας πάρει η γη.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

*****

7. ΚΡΑΤΩ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ

κρατώ την καρδιά σου μαζί μου (την κρατώ μες

την καρδιά μου) δεν την αποχωρίζομαι ποτέ (όπου

κι αν πάω πηγαίνεις κι εσύ, καλή μου, κι ό,τι γίνεται

από μένα μόνο είναι δικό σου έργο, αγαπημένη μου)

.

δεν φοβάμαι

καμία μοίρα (γιατί εσύ είσαι η μοίρα μου, γλυκιά μου) δεν

θέλω

κανέναν κόσμο (γιατί ομορφιά μου εσύ είσαι ο κόσμος μου, ο

αληθινός)

και είσαι ό,τι από πάντα σημαίνει ένα φεγγάρι

κι ό,τι ένας ήλιος πάντα θα τραγουδάει είσαι εσύ

.

εδώ βρίσκεται το βαθύτερο μυστικό που κανένας δεν γνωρίζει

(εδώ βρίσκεται η ρίζα της ρίζας κι ο ανθός του ανθού

κι ο ουρανός του ουρανού ενός δέντρου που ονομάζεται ζωή:

.

που αναρριχάται

ψηλότερα απ’όσο η ψυχή μπορεί να ελπίζει ή ο νους

να κρυφτεί)

κι αυτό είναι το θαύμα που θέλει τ’ αστέρια χωριστά

κρατώ την καρδιά σου (την κρατώ μες την καρδιά μου)

E.E. CUMMINGS, μετ: Χάρης Βλαβιανός

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΘΕΟΔΟΣΗΣ – ΟΣΟ ΚΡΑΤΑΕΙ ΕΝΑΣ ΚΑΦΕΣ

8. ΔΕΝ ΕΧΩ ΗΛΙΟ ΝΑ ΣΕ ΚΡΑΤΗΣΩ

Δεν έχω ήλιο να σε κρατήσω

Φόρεμα να σε ντύσω

.

Μένει μόνο ο ύπνος μου να σε δέχεται

Στις μυστικές του κρύπτες

Στις ανεκπλήρωτες διαθέσεις του

Να σε μαζεύει λίγο λίγο

Σταγόνα σταγόνα μέσα στις φούχτες μου

Τόσο θρυμματισμένα τόσο επώδυνα

Σαν ένα καθρέφτη ραγίζοντας στο πρόσωπό μου

.

Έτσι ράγισες έτσι νυχτώνεις

Σβήνοντας έναν ένα όλα τα φώτα

Να γίνει η μεγάλη σιωπή

Να γίνει η μεγάλη στέρηση

Τίμημα της πολλής αγάπης

Τίμημα της πολλής στοργής

ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΣ

*****

9. ΑΝ ΚΡΑΤΗΣΕΣ

Δεν δένεσαι με πρόσωπα όταν μιλάς.

Τις άκρες τους δεν τις φίλησες, έδωσες

λίγο απ’ τους στίχους σου, και κράτησες

δυο μάτια να μιλάς. Αυτό αν το ήξερες 

πόσο μπορεί να θες ένα μπλε τις νύχτες

που τρέμει ο λόγος σου, όταν το μπλε

θα είναι βοήθεια. Χωρίς να μπορούν

πια να σε πονέσουν μάτια – αν ήξερες

βαθιά κάπου, κράτησες καλύτερα.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΓΥΦΤΟΠΟΥΛΟΣ

*****

10. ΚΡΑΤΑΩ ΣΦΙΧΤΑ

Κρατάω σφιχτά

Το βιολί μου

Όπως και την

Ψυχούλα μου

Την έσφιγγα

Πάντοτε ν’ αντέξει.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΙΣΑΡΗΣ, Όμιλος Φίλων Θαλάσσης – Ο Ισορροπιστής

(1976)

Διονύσης Σαββόπουλος – Ας κρατήσουν οι χοροί

Πλοήγηση Άρθρων

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε