6η του Δεκέμβρη και μοιρολατρία

Διαβάσαμε και τούτη την 6η του Δεκέμβρη πολλά για κείνη την 6η του Δεκέμβρη, το τότε και το σήμερα. Μέσα σ’όλα, το παράπονο για το ότι «σήμερα δεν αντιδρούμε». Λοιπόν, δεν ξέρω αν το θυμάται κανείς, μα λίγες μέρες πριν εκείνη την 6η του Δεκέμβρη «κανείς δεν αντιδρούσε» επίσης. Έτσι, οι κύριοι εκφραστές της αστικής μοιρολατρίας -δεξιοί και αριστεροί- έβγαλαν το ίδιο συμπέρασμα: ότι η πανελλαδική νεολαιίστικη εξέγερση εκείνου του Δεκέμβρη ήταν αποτέλεσμα συντονισμού σκοτεινών δυνάμεων. Ανίκανη να αντιληφθεί το υπομονετικό «σκάψιμο του τυφλοπόντικα» στη συνείδηση της νεολαίας, η κυβέρνηση ήταν σίγουρη ότι η εξέγερση ήταν καρπός της δράσης προβοκατόρων, υποκινητών, που λειτούργησαν με υποδειγματική συνεννόηση με σήμα την εκτέλεση του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου (το ότι η ίδια η εκτέλεση μπορούσε να προκαλέσει από μόνη της το ξέσπασμα της οργής δεν θα μπορούσε ποτέ να περάσει από τα μυαλά των αφεντικών). Ανίκανος να αντιληφθεί το ίδιο σκάψιμο, ο «Ριζοσπάστης» αναρωτιόταν πόσο αυθόρμητη είναι η εξέγερση και κατέληγε στις ίδιες ανοησίες περί κέντρων προβοκάτσιας. Τώρα, μπορεί να φαίνεται ότι ξέφυγα από το θέμα, μα πραγματικά πιστεύω ότι τα παράπονα (μίρλα θα το πω εγώ) περί του «γιατί σήμερα δεν βγαίνουμε στον δρόμο» είναι η άλλη όψη αυτού του κάλπικου νομίσματος της αστικής μοιρολατρίας και της τυπικής, μηχανιστικής σκέψης (μαζί πάνε αυτά). Όπως, λοιπόν, στο μυαλό των εκφραστών του «τάξη και ασφάλεια» η αυθόρμητη εξέγερση, η στιγμή που ξεκλειδώνει για το μαζικό υποκείμενο η έκφραση μιας συνείδησης που δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί ως τέτοια στα ατομικά υποκείμενα που το απαρτίζουν, δεν υπάρχει, έτσι και για τα ιδεολογικά ανδράποδα του «τάξη και ασφάλεια» (τους περισσότερους από εμάς, δηλαδή) είναι το άθροισμα πολλών ατομικών συνειδήσεων που οδηγεί αυτόματα στη συγκρότηση του μαζικού υποκειμένου (πχ, αν πολλοί άνθρωποι νιώθουν αδικημένοι από ένα σχέδιο νόμου, τότε είναι αυτονόητο ότι θα υπάρξει κίνημα εναντίον του). Οι δύο αυτές θέσεις, η μία καθρέφτισμα της άλλης, δεν έχουν μόνο ως αποτέλεσμα την αμαχητί παράδοση στον πολιτικό ιμπρεσιονισμό, αλλά -ακόμη χειρότερα- οδηγούν στην παράλυση. Σε τελική ανάλυση, και οι πιστοί της μιας και οι πιστοί της άλλης αντίληψης έχουν ένα κοινό: σαν έρθουν αντιμέτωποι με ένα γνήσιο κίνημα, κατσουφιάζουν∙ ποτέ δεν είναι αυτό που περίμεναν, ποτέ δεν μοιάζει με αυτό που είχαν από τα πριν στο σοφό κεφάλι τους.

Image

Η Τιμωρία ως συμπλήρωμα της Αριστείας

Είναι πια κοινός τόπος η παραδοχή ότι στην Ελλάδα έχει καθυστερήσει κατά δυο περίπου δεκαετίες η πλήρης εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου προγράμματος για την Εκπαίδευση. Αυτό, πέραν του ότι πιστώνεται και στις κινητοποιήσεις των εργαζομένων στην Εκπαίδευση (στις εκθέσεις του ΟΟΣΑ βλέπει κανείς πάντα το παράπονο αυτό), μας δίνει και το πλεονέκτημα της εμπειρίας, δηλαδή το να μιλάμε για όσα μας παρουσιάζονται ως καινοτομίες έχοντας πια στα χέρια μας τα αποτελέσματα 20 χρόνων εφαρμογής τους στις κεντρικές καπιταλιστικές χώρες. Δυστυχώς, δεν υπήρξε μέχρι τώρα μια συστηματική επεξεργασία και παρουσίαση αυτών των δεδομένων.

Όπως και να’χει, σε όποι@ παρακολουθούσε τις εξελίξεις, η ένταση του πλαισίου τιμωριών, και ειδικά αυτή της «αλλαγής σχολικού περιβάλλοντος», είναι προφανώς αξεδιάλυτη από την επιχείρηση κατηγοριοποίησης και ιδιωτικοποίησης της Εκπαίδευσης. Αν κάπως έχουμε τόσον καιρό καταφέρει να δείξουμε τη σύνδεση της Αξιολόγησης και κατηγοριοποίησης, της πρότασης για «ελεύθερη επιλογή σχολείου» (πάντα στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο η ένταση του ταξικού διαχωρισμού ονομάζεται «περισσότερη ελευθερία»), μπορούμε να ισχυριστούμε κάτι τέτοιο για το πλαίσιο τιμωριών; Ας προσπεράσουμε ως προφανή την επιλογή να μην σχολιάσουμε την νέα κατεύθυνση με βάση όσα λένε γι’αυτήν οι εισηγητές της («νεανική βία», «προσκόλληση στο κινητό», «σχολικός εκφοβισμός» και άλλες αοριστίες αυταπόδεικτες μόνο μέσα στο πλαίσιο ενός ηθικού πανικού), αλλά με βάση την πραγματική, υλική λειτουργία της.

Η Αξιολόγηση/κατηγοριοποίηση σχολείων και εκπαιδευτικών είναι λειψή χωρίς την «ελεύθερη επιλογή σχολείου». Τα παιδιά των «αρίστων» πρέπει να μπορούν να πάνε στα σχολεία των «αρίστων». Αυτό, όμως, σκοντάφτει σε μια βασική υπόσχεση του κράτους, την παροχή δωρεάν εκπαίδευσης, και κατά συνέπεια το δικαίωμα του παιδιού να πηγαίνει στο σχολείο της γειτονιάς καθώς και την υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει ότι θα μπορεί να το κάνει. Αν, λοιπόν, τα παιδιά των «αρίστων» μπορούν να πάνε στο σχολείο που θέλουν, πώς μπορεί να έχει το σχολείο των «αρίστων» τον τρόπο να αποκλείσει εκείνα τα παιδιά της γειτονιάς που δεν θέλει; (αν κανείς αναρωτιέται γιατί μπορεί ένα σχολείο να μην θέλει συγκεκριμένα παιδιά, η απάντηση μπορεί να είναι από την πτώση του μέσου όρου των επιδόσεων -που επηρεάζει την αξιολόγηση του σχολείου και άρα την εικόνα του, τους χορηγούς του κλπ- μέχρι το κοινωνικό στάτους των γονέων κλπ) Το νέο τιμωρητικό πλαίσιο είναι το εργαλείο για αυτόν τον σκοπό. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η «αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος» μέχρι πέρυσι ήταν μια αρκετά σύνθετη διαδικασία, όπου το σχολείο έπρεπε να εξαντλήσει κάθε δυνατό παιδαγωγικό μέτρο προτού εισηγηθεί την απομάκρυνση ενός παιδιού. Δεν χρειάζεται πολλή φαντασία για να καταλάβει κανείς ότι όσο εντείνονται οι απαιτήσεις του σχολείου, όσο εντατικοποιείται και τυποποιείται η σχολική καθημερινότητα, τόσο τα παιδιά των χαμηλότερων επιδόσεων αποστασιοποιούνται και κάποια από αυτά δοκιμάζουν εναλλακτικούς («παραβατικούς» λένε κάποιοι) τρόπους κοινωνικοποίησης. Η «αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος» χτυπά έμμεσα τα παιδιά των χαμηλών επιδόσεων στοχεύοντας δήθεν στη βελτίωση της συμπεριφοράς τους.

Μια άλλη καινοτομία της εποχής μας είναι ότι πλέον «ό,τι γίνεται στο σχολείο δεν μένει στο σχολείο», αλλά κοινοποιείται σε πλατφόρμες και παραπλατφόρμες που ακολουθούν την πορεία του παιδιού ακόμη και αφού αποφοιτήσει. Έτσι, επανέρχεται (μέσω της «ψηφιακής αναβάθμισης») η αλήστου μνήμης «διαγωγή». Έτσι, ένα παιδί που, με τρόπο τεχνητό ή όχι, φορτώνεται με τιμωρίες και αντιμετωπίζει την «αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος», πιέζεται να αλλάξει από μόνο του σχολείο, να φύγει από το σχολείο υψηλής έντασης και να πάει «κάπου που του ταιριάζει». Το τιμωρητικό πλαίσιο, λοιπόν, θα λειτουργήσει (αρκετοί εκπαιδευτικοί το περιμένουν με ικανοποίηση μάλιστα∙ αυτή είναι η εποχή μας) ως μοχλός ανατροπής της βασικής υπόσχεσης ενός «σχολείου για όλα τα παιδιά», ενός σχολείου που θα σκύβει πάνω στο παιδί που για οποιοδήποτε λόγο δυσκολεύεται, και τελικά ως εργαλείο ολοκλήρωσης του έργου του διαχωρισμού, που ήδη επιτυγχάνεται με την Αξιολόγηση και την «ελεύθερη επιλογή».

Η διαχρονική συλλογική εμπειρία των καταπιεσμένων θα έπρεπε να είναι αρκετή για να καταλαβαίνουν όλοι ότι όταν οι από πάνω μιλούν για «αξίες», για «πτώση του επιπέδου», για «νεολαία που χρειάζεται να έρθει στον σωστό δρόμο», κάποια παλιανθρωπιά ετοιμάζεται. Μιας και, όμως, στις μέρες μας κάθετί συλλογικό έχει ατροφήσει, χρειάζεται συστηματική και υπομονετική δουλειά για να αποκαλυφθεί τι συμβαίνει, δουλειά που πρέπει να γίνει πριν αρχίσουμε να βλέπουμε στην πράξη τα αποτελέσματα και αυτής της επίθεσης.

Image

Περί προσώπων

Για μια πολύ μικρή μειοψηφία ανθρώπων, που ανέπτυξε μια στάση συνολικής εναντίωσης στο υπάρχον, η αλληλεγγύη στους από κάτω έρχεται φυσικά και άνευ όρων. Δεν χρειάζεται να απολυθούν για να πάρουν το μέρος των απολυμένων, να μεταναστεύσουν για να σταθούν δίπλα στους πρόσφυγες κλπ, αντιλαμβάνονται δηλαδή την εκμετάλλευση ως όλο, που τους περιλαμβάνει αναγκαστικά, καθολικά, αν όχι γενικά. Μια άλλη μειοψηφία συντάσσεται απολύτως με το υπάρχον και θα το υπηρετήσει με κάθε μέσο. Για τους περισσότερους, όμως, ανθρώπους δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αυτοί αποδέχονται την πραγματικότητα όπως τους παρουσιάζεται, με τα φίλτρα που τους παρέχει αυτή η πραγματικότητα. Άλλα τους ενοχλούν σαν ξεπεράσουν κάποιο όριο, με άλλα συμφωνούν σαν τους βολεύουν ειδικά, με άλλα υιοθετούν το γνωστό «ε, τι να κάνουμε!». Έρχεται, όμως, αναπόφευκτα κάποιο γεγονός που τους βγάζει από την τέτοια μακαριότητα. Για λίγο μπορεί να γίνουν οι πιο μαχητικές προσωπικότητες, πιο λυσσασμένοι στον αγώνα κι από την πιο λυσσασμένη επαναστάτρια. Το έχουμε δει στα σχολεία μας, στη γειτονιά, στο χώρο εργασίας μας, στην αντίδραση σε κάποιο μεγάλο γεγονός. Ανάλογα με την εποχή, την έκβαση του αγώνα, το ρόλο των πολιτικών υποκειμένων κλπ, αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να κερδηθούν σε μια μεγάλη υπόθεση, μπορεί, όμως, να επιστρέψουν στην προηγούμενη κατάσταση. Τίποτε απ’όλα αυτά δεν είναι περίεργο. Ο λόγος που το γράφω όλο αυτό είναι δύο συμμετρικές υποθέσεις της επικαιρότητας. Από τη μία η Μπίκα, η οποία από πρόσωπο-αιχμή ενός γενικότερου αγώνα κατέληξε σε ένα ακροδεξιό κόμμα. Από την άλλη η Καρυστιανού, που σήμερα αποτελεί την αιχμή ενός αγώνα τραβώντας πάνω της την οργή του εθνικού βόθρου, ο οποίος ψαχουλεύοντας μήπως βρει κάτι να την χτυπήσει ξέθαψε ένα ποστ της για την τραγωδία στο Μάτι. Οι αντιδράσεις των φίλων με προβλημάτισαν ιδιαίτερα. Από τη μία κάποιοι έσπευσαν να ακυρώσουν συνολικά τον αγώνα που έδωσαν με αιχμή τη Μπίκα, από την άλλη προβάλλουν κάποια απόλυτα σαθρά επιχειρήματα για να δικαιολογήσουν το παλιό ποστ της Καρυστιανού. Η κλωστή που συνδέει τις δύο αυτές αντιδράσεις είναι η άρνηση της αλλαγής, η πεποίθηση ότι τα πράγματα μένουν απαράλλαχτα∙ πεποίθηση ολότελα λαθεμένη. Αν κανείς παραδοθεί σ’αυτή τη λογική η υπόθεση της κοινωνικής αλλαγής γίνεται απλά μια ταυτότητα, λεκτικές μπουρμπουλήθρες με τις οποίες πορευόμαστε ανέξοδα χωρίς να τις πιστεύουμε. Δεν υπάρχει τίποτε το περίεργο στο να αλλάζει ένας άνθρωπος μπροστά σε ένα κομβικό για τη ζωή του γεγονός. Αν δεν πιστεύουμε στα θρησκευτικά παραμύθια, αν δεν πιστεύουμε δηλαδή ότι η επαναστατική συνείδηση έρχεται ως επιφοίτηση, η δουλειά όσων υποτίθεται ότι δουλεύουμε γι’αυτή την επαναστατική συνείδηση δεν είναι ούτε η αναπαραγωγή της αστικής μοιρολατρίας ούτε το τζογάρισμα πάνω στο αν και πόσο γρήγορα θα κλείσουν τα ρήγματα που άνοιξαν στη συνείδηση ενός ανθρώπου (ή πολλών) ούτε η μιζέρια ενός αυτοεπιβεβαιωτικού «σας τα έλεγα εγώ! Όλοι οι άλλοι ξεπουλιούνται!». Η δουλειά μας είναι να πιάσουμε αυτά τα ρήγματα και να τα ανοίξουμε στο έπακρο. Αν είναι κάτι που πρέπει να προσέξουμε, αυτό δεν είναι η αλληλεγγύη και η κινητοποίηση, αλλά το αν αυτή πραγματώνεται με τους όρους της ρήξης ή τους όρους του υπάρχοντος. Και εδώ, οι περιπτώσεις της Μπίκα και της Καρυστιανού έχουν κάτι κοινό. Ορισμένοι φίλοι, απορρίπτοντας φυσικά τις κατηγορίες και τη λάσπη του εθνικού βόθρου, υποστήριξαν τον αγώνα των δύο αυτών γυναικών όχι με τη ματιά στο καθολικό, αλλά με μια ρητορική φτηνής συγκίνησης, εντελώς ατομική, ρητορική που σε τελική ανάλυση αρνείται το δικαίωμα αυτών των προσώπων να λειτουργούν ως συνειδητά πολιτικά υποκείμενα. Αν η Καρυστιανού είναι για ορισμένους φίλους «η απόλυτη μάνα», που κάθε κριτική απέναντί της είναι απαγορευμένη, τότε ποια είναι η ρήξη με το υπάρχον; Ας το κλείσουμε εδώ: απέναντι στην σπέκουλα του εθνικού βόθρου ότι «η Καρυστιανού θα γίνει βουλεύτρια», «η Μάγδα Φύσσα το κάνει για τη δημοσιότητα και κάποια αποζημίωση», «η Μπίκα σάς την έφερε! Χαχα!» και όλα αυτά τα εμετικά, αυτό που μας προφυλάσσει δεν είναι η αντιμετώπιση των ανθρώπων σαν εικονίσματα, αλλά σαν ανθρώπους. Απλό είναι.

Image
Image

Η ΟΛΜΕ και η «κατήχηση»

Το σημερινό, πανάθλιο φυσικά, «σκίτσο» του Χαντζόπουλου οπτικοποιεί τη συκοφαντική γραμμή Πιερρακάκη σε σχέση με την ανακοίνωση της ΟΛΜΕ για την Παλαιστίνη. Το κάνει με τη συνήθη πρακτική της νέας ακροδεξιάς, επιχειρεί δηλαδή την πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας.

Image

Η ΟΛΜΕ (μια συνδικαλιστική ομοσπονδία) εμφανίζεται ως φορέας της παιδαγωγικής πράξης. Σα να λέμε, οι εκπαιδευτικοί της χώρας μπαίνοντας στην τάξη αντί για διδακτικά εγχειρίδια έχουν τις ανακοινώσεις της Ομοσπονδίας και το αναλυτικό πρόγραμμα είναι το πρόγραμμα δράσης της ΟΛΜΕ. Παρακάτω, όμως, βλέπουμε κάτι ακόμη πιο χαρακτηριστικό της νέας ακροδεξιάς. Η ΟΛΜΕ κατηγορείται για κατήχηση (μάλλον χειραγώγηση και καταπίεση, αν κρίνουμε από τα δεμένα παιδιά-ομήρους) των παιδιών. Ενδιαφέρον. Πού, όμως;

Το Σχολείο είναι ένας από τους πιο αποτελεσματικούς, πιο μαζικούς, πιο κοινά αποδεκτούς, μηχανισμούς κρατικής κατήχησης. Στο Σχολείο, τόσο μέσω του επίσημου αναλυτικού προγράμματος όσο και του «κρυφού», εμπεδώνεται η κυρίαρχη ιδεολογία. Τα σχολικά βιβλία, οι κανόνες συμπεριφοράς, οι προσευχές και οι εκκλησιασμοί, οι σημαίες και οι παρελάσεις, οι επιβραβεύσεις και οι τιμωρίες, οι «δράσεις» και οι διαγωνισμοί, όλα αναπαράγουν την κυρίαρχη ιδεολογία με τρόπο που μοιάζει φυσικός και αυτονόητος. Ακριβώς γι’αυτό, για να συνεχίσει να μοιάζει αυτονόητος και φυσικός, πρέπει να μην αμφισβητείται με κανέναν τρόπο. Αυτός είναι ο λόγος που κάθε προοδευτική παιδαγωγική πράξη αντιμετωπίζεται πάντα από ένα σκηνοθετημένο ηθικό πανικό, από φωνές καταδίκης των εκπαιδευτικών, από την απαίτηση «σκάστε και ΚΑΝΤΕ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΑΣ!». Ποια είναι αυτή η δουλειά; Η κρατική κατήχηση. Κάθε παρέκκλιση από αυτή είναι ανεπίτρεπτη. Ο στόχος της προπαγάνδας τύπου Χαντζόπουλου, λοιπόν, είναι τούτος: η παρουσίαση μιας προβληματικής για το κράτος πτυχής της προσωπικότητας των εκπαιδευτικών ως απειλή για τα ίδια τα παιδιά. «Προσοχή, Έλληνες! Οι αριστεροί εκπαιδευτικοί κάνουν κατήχηση στα παιδιά σας!». Τι κι αν η πραγματικότητα είναι άλλη; Τι κι αν είναι ακριβώς το έργο των μάχιμων εκπαιδευτικών μέσα στις ρωγμές της κρατικής κατήχησης που μπορεί να ανοίξει δρόμους στα παιδιά; Τίποτα. Οι Χαντζόπουλοι βλέπουν ως χαρά, μάθηση και δημιουργικότητα την προσευχή, τις γραμμές, την έπαρση σημαίας και τις διήμερες αποβολές, και κατήχηση οτιδήποτε προωθεί, έστω και χλιαρά,την κριτική εξέταση του υπάρχοντος.

Ας είναι. Υπάρχουν κι αυτοί. Τι υπηρετούν;

Μπροστά στην απεργία της Τετάρτης

Μπροστά στην απεργία της Τετάρτης, ενάντια στην Αξιολόγηση, χρειάζεται μόνο ένα πράμα να πούμε: η Αξιολόγηση των εκπαιδευτικών είναι μέρος μιας μεγάλης εργαλειοθήκης (μαζί με την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, την Τράπεζα Θεμάτων, την αυτονομία της σχολικής μονάδας, τη διάλυση του Αναλυτικού Προγράμματος σε «δράσεις», την «τηλεκπαίδευση κλπ), που αλλάζει το χαρακτήρα του Δημόσιου Σχολείου από ειδικό χώρο κοινωνικοποιημένης μάθησης σε γενικό χώρο παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Αυτό το νέο μοντέλο δεν μπορεί να υπηρετηθεί παρά από υπαλλήλους με την πιο στεγνή έννοια της λέξης. Έτσι, η Αξιολόγηση χτυπά την ελευθερία της παιδαγωγού να αντιμετωπίσει με υπευθυνότητα τις ιδιαίτερες ανάγκες των παιδιών της μέσα στην ομάδα και στα πλαίσια του ενιαίου προγράμματος, και την αντικαθιστά με ένα κυνήγι τυπικών επιδόσεων (βαθμοί των παιδιών, «χαρτιά» από σεμινάρια, συμμετοχή σε προγράμματα κλπ). Την ίδια στιγμή χτίζει ένα απόλυτα ομογενοποιημένο πλαίσιο ελέγχου, που όποιος δεν μπορεί να το περάσει -«τι να κάνουμε! δεν υπάρχει ισότητα στη Φύση!»- θα πετιέται έξω. Οι εκπαιδευτικοί στο Δημόσιο Σχολείο βασιζόταν πάντα στη δυνατότητά του να δίνει συνεχώς ευκαιρίες, δεύτερες, τρίτες και εκατοστές, στα παιδιά. Αυτό ο μέσος νεοφιλελεύθερος κανίβαλος το θεωρεί «ασυδοσία», μια παθογένεια που πρέπει να λήξει και με το άγριο αν χρειαστεί (στην πραγματικότητα μιλάει από το βάθρο αυτού που η ζωή του εξασφάλισε ως προνόμιο… ή νομίζει πως του εξασφάλισε). Η Αξιολόγηση έρχεται χαϊδεύοντας τα αυτιά όσων (δικαιολογημένα, αλλά όχι πάντα για τους σωστούς λόγους) βλέπουν το Δημόσιο Σχολείο ως ανεπαρκές, αλλά όχι για να διορθώσει οτιδήποτε (εάν αυτή ήταν η πραγματική πρόθεση υπάρχουν τόνοι προτάσεων από τα συνέδρια των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών, των ενώσεων γονέων και κηδεμόνων, του μαθητικού κινήματος, που θα μπορούσαν επιτέλους να συζητηθούν), μα για να καταργήσει το ίδιο το Δημόσιο Σχολείο στην ουσία του.

Τώρα, ενδεικτικό των διαθέσεων των περί Αξιολόγησης είναι ο χυδαίος εκβιασμός προς τους/τις νεοδιόριστους συναδέλφους και συναδέλφισσες. Φτάσαμε να ανακαλούνται με το έτσι θέλω οι μονιμοποιήσεις τους για να ξανακριθούν με βάση το αν θα αξιολογηθούν. Παιδιά που δοκιμάστηκαν για χρόνια στην αναπλήρωση, που σκίστηκαν να μαζέψουν τα «χαρτιά» που τους ζήτησε ο Γαβρόγλου, εκβιάζονται τώρα να λειτουργήσουν σαν Δούρειος Ίππος για έναν ολόκληρο κλάδο. Αυτούς τους ανθρώπους δεν πρέπει κανείς να τους αφήσει μόνους. Δεν πρέπει να τους αφήσουμε στην αγωνία του να πρέπει να κάνουν κάτι ολοφάνερα λάθος προκειμένου να βρουν μια εργασιακή σιγουριά(;). Δεν πρέπει να τους αφήσουμε απροστάτευτους και μετά να τους κατηγορούμε βολικά ότι άνοιξαν το δρόμο για τους υπόλοιπους. Οι εκπαιδευτικές ομοσπονδίες προκήρυξαν όπως προκήρυξαν την απεργία: βαριεστημένα, με το βλέμμα στις εκλογές, με το μυαλό τους μόνιμα δεσμευμένο στις κομματικές και υλικές εξαρτήσεις τους και δεν συμμαζεύεται. Εμείς έχουμε καθήκον να πάρουμε αυτή την απεργία και να την κάνουμε υπόθεση ολόκληρου του κλάδου. Να ξαναχτίσουμε μέσα από την υπόθεση αυτή μια νέα ενότητα σε έναν κλάδο πολυδιασπασμένο, με εσωτερικές κόντρες, διαφοροποιημένα πια συμφέροντα και επιδιώξεις. Εμείς, που ακόμη μπορούμε, να κρατήσουμε ανοιχτό το δρόμο. Όχι για μας, μα για όλους. Εδώ θα κριθείς, δάσκαλε και δασκάλα. Εδώ θα δείξεις αν ο Ρίτσος σου, ο Θουκυδίδης σου, οι Αϊνστάιν και οι Κιουρί σου, οι εξισώσεις και τα συντακτικά σου, οι Αντιγόνες και όλοι οι διαβόλοι σου έχουν έστω και κάποια μικρή σημασία. Αυτό είναι το μάθημα των μαθημάτων.

Παλιές αγάπες

Μια αντίληψη που ποτέ δεν τεκμηριώθηκε, αλλά δουλεύτηκε συστηματικά μέσα στην κοινωνία (τελευταία κερδίζει έδαφος και σε ανθρώπους της Αριστεράς, αν και συνήθως την εκφράζουν προσεκτικότερα) είναι ότι το βασικό πρόβλημα της Εκπαίδευσης στην Ελλάδα είναι η «ασυδοσία».

Σύμφωνα με το μύθο, εκεί γύρω στα 1982, και παρά τη λυσσαλέα αντίσταση του εθνικού κορμού, το μαρξιστικό παρακράτος με ηγέτη τον Ανδρέα Παπανδρέου κατέλαβε ΚΑΙ την Εκπαίδευση και έδωσε το σύνθημα «κάντε ό,τι γουστάρετε!».

Το αποτέλεσμα, όπως το βλέπουν οι συντηρητικοί μας ήταν ότι «χάθηκε η πειθαρχία», «χάθηκαν οι αξίες και ο σεβασμός», «κυριάρχησε η λογική της μικρότερης προσπάθειας». Ενδεικτικό της εποχής μας είναι ότι η προεκλογική καμπάνια της Κεραμέως στηρίχθηκε αποκλειστικά στις τέτοιες κοινοτοπίες.

Φυσικά, κανένας τους τόσα χρόνια δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να μας εξηγήσει τι ακριβώς εννοεί, πώς έγινε αυτό που έγινε, γιατί είχε αυτές τις επιπτώσεις, γιατί αποτελεί τον κύριο παράγοντα προβλημάτων του εκπαιδευτικού μας συστήματος κλπ.

Αυτό που κάνουν είναι να επαναλαμβάνουν αλήθειες στέρεες μόνο στο μυαλό της συντηρητικής συνήθειας. «Είναι καλύτερο να υπάρχει πειθαρχία παρά να μην υπάρχει», «νεολαία που αντιμιλά στους εκπαιδευτικούς αύριο θα πετάει μολότωφ», «χρειαζόμαστε 30 ώρες την εβδομάδα αρχαία και μαθηματικά για να στρώσουν οι κώλοι» και άλλα τέτοια.

Οι άμεσες λύσεις που πρότειναν πάντα οι συντηρητικοί μας (αλλά και οι συριζαίοι μας, πασπαλισμένο με γιαλαντζί μαρξισμό) ήταν δύο: α) σφίξιμο των βαθμών των παιδιών, εξετάσεις και ανώτερες βαθμολογικές βάσεις παντού, και β) αξιολόγηση των εκπαιδευτικών.

Και οι δύο αυτές λύσεις, όπως είναι φανερό, στόχευαν και στοχεύουν όχι στο εκπαιδευτικό σύστημα, όχι στα κίνητρα, όχι στην κοινωνική συνθήκη των μαθητών, μα αποκλειστικά στα ζωντανά υποκείμενα της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Στο κάτω-κάτω, ο μέσος δεξιός μας πρέπει να έχει κάτι να βρίσει∙ αν δεν είναι τα κωλόπαιδα θα είναι οι τεμπέληδες.

Για κακή τους τύχη, οι αντιστάσεις των εκπαιδευτικών και των μαθητών, καθώς και οι πολιτικές παρακαταθήκες σε ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας, ούτε τους επέτρεψαν να προχωρήσουν το πρόγραμμά τους κατά πως είχαν τάξει στα αστικά επιτελεία, ούτε έκανε τον τέτοιο λόγο γενικά ελκυστικό.

Έτσι, όλα αυτά τα χρόνια προσπαθούσαν ντροπαλά να ζυμώσουν στην κοινωνία, να δηλητηριάσουν κάθε ζωντανό της κομμάτι, την άποψή τους σε μια εκδοχή «εκσυγχρονισμού», και με καλοπιάσματα τόσο των μαθητών όσο και των εκπαιδευτικών: «είναι για το καλό σας!». Ακόμη και οι αριστεροί μας το υπηρέτησαν αυτό με την περιβόητη αλλαγή της λέξης «αξιολόγηση» με την «αποτίμηση».

Όλα αυτά τελείωσαν χθες, λίγο πριν ανοίξει ο εκλογικός καρνάβαλος. Ο πρωθυπουργός, στην προσπάθειά του να δείξει τη σπουδαιότητα της νέας του επίθεσης στην Εκπαίδευση με την Αξιολόγηση, μας χάρισε ένα φροϋδεξιό ολίσθημα: η Αξιολόγηση, μας είπε, είναι «κάτι που είχε να συμβεί από 1982».
Τι συνέβη το 1982; Σε τι αναφέρθηκε ο πρωθυπουργός; Μα στην κατάργηση του μισητού θεσμού του Επιθεωρητή, ενός θεσμού που χρησιμοποιήθηκε για το κοσκίνισμα και τη χειραγώγηση των εκπαιδευτικών, για την καθήλωση της Εκπαίδευσης στην Ελλάδα στα επίπεδα από τα οποία θέλουν να μας ξεσκαλώσουν οι σημερινοί σωτήρες.

Αυτό ήταν, λοιπόν. Ούτε γλυκόλογα, ούτε περιστροφές. Τον Επιθεωρητή και τον επιθεωρητισμό είχαν και έχουν στο νου τους οι άνθρωποι. Ούτε το «καλό» (τι σημαίνει αυτό; Πώς ορίζεται;) της Εκπαίδευσης, ούτε τίποτα. Ένα όργανο καθολικού ελέγχου στήνουν, γιατί οι πολιτικές τους και το απαιτούν και δεν εφαρμόζονται χωρίς έλεγχο.

Το είπαμε και παραπάνω: το πρόγραμμά τους έχει καθυστερήσει. Οι διάφοροι υπηρέτες του, πράσινοι, γαλάζιοι και ροζ δεν έχουν δώσει μέχρι τώρα στην Αγορά αυτό που θέλει με τους ρυθμούς που το θέλει. Το φωνάζουν με αγωνία στις εκθέσεις τους, το λένε στις συσκέψεις τους.

Ε, ήρθε η ώρα να τους ξαναθυμίσουμε τι είναι αυτό που φοβούνται τόσο.

Image

Το ποδήλατο

Σκέφτομαι όλα αυτά τα χρόνια το φόνο του Λουκμάν. Γιατί αυτό το παιδί; Γιατί ειδικά αυτό; Θα μου πεις, στη θέση του θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε μετανάστης∙ οι ναζί φονιάδες (μάλλον) δεν τον γνώριζαν προσωπικά. Αν δεν είχαν σκοτώσει το Λουκμάν, πιθανά θα είχαν σκοτώσει κάποιον άλλο μετανάστη εκείνο το βράδυ. Όμως γιατί το Λουκμάν; Προσπαθώ κι εγώ, τώρα, σαν ηλίθιος να βρω μια λογική στη ναζιστική πράξη που να μην περικλείεται ήδη στην έννοια «ναζισμός»; Δεν ξέρω. Ένα πράγμα, όμως, μου έρχεται ξανά και ξανά στο μυαλό. Το ποδήλατο. Το ποδήλατο του Λουκμάν. Όλα τα χρόνια που ακολούθησαν δεν έπαψα να παρατηρώ τα ποδήλατα των μεταναστών και τις αντιδράσεις των συμπολιτών μου. Ε, δεν λέω ότι είναι όλοι αυτοί ναζί, αλλά δεν μπορώ να μην σχολιάσω αυτό το θέμα. Γίνονται κάποιοι πραγματικά θηρία στη θέα ενός μετανάστη με ποδήλατο. Τι τους συμβαίνει; Ίσως ενστικτώδικα αντιδρούν στη σκέψη ενός μετανάστη που έχει κατακτήσει κάποια ανεξαρτησία. Κάθε μέρα πηγαινοέρχονται στα στρατόπεδα έξω από την πόλη εκατοντάδες μετανάστες και μετανάστριες με τα πόδια. Στο μυαλό του αποκτηνωμένου Έλληνα είναι αυτό που τους πρέπει: η ταλαιπωρία. Μόλις, όμως δει κάποιον με ποδήλατο, αρχίζει «κοίτα τους! Ό,τι θέλουν κάνουν πια!». Η σκέψη ότι ο μετανάστης μπορεί να κινείται στο «δικό τους» χώρο ελεύθερα όσο κι εκείνοι τους αναστατώνει αφάνταστα. «Ας περπατήσουν όσο θέλουν, αρκεί να ξέρω ότι κάθε μετακίνηση ματώνει τα πέλματά τους∙ η διαφορά πρέπει να είναι διαφορά!». Θυμάμαι τους Αλβανούς, εκεί πίσω στο ’90. Θυμάμαι (ταξίδευα πάρα πολύ με το λεωφορείο τότε) την ικανοποίηση κάποιων Ελλήνων σαν έμπαιναν οι συνοριακοί και κατέβαζαν τους Αλβανούς από το λεωφορείο. Αν ήθελαν να πάνε από τα Γιάννινα στην Αθήνα ας πήγαιναν με τα πόδια. Αυτή η εικόνα, παράδοξα δεν ενοχλούσε τόσο τον κομπλεξικό Έλληνα, δεν αισθανόταν άσχημα που στη χώρα του υπήρχαν άνθρωποι που πήγαιναν στην Αθήνα με τα πόδια, αισθανόταν όμως αναστάτωση εάν αυτοί οι άνθρωποι μπορούσαν να κινηθούν στο χώρο όπως κι εκείνος. Όταν δε άρχισαν να κυκλοφορούν με αυτοκίνητα (και ειδικά με αυτοκίνητα που με τους ελληνικούς μισθούς ήταν απλησίαστα), τότε μερικοί έχασαν τον ύπνο τους. Ξαναγυρίζω στο Λουκμάν. Σκέφτομαι το φόνο του. Σκέφτομαι το ποδήλατό του∙ το μοναδικό πράγμα εκείνη την αχάραγη ώρα, που πήγαινε στη δουλειά του, που τον συνέδεε με μια ζωή που θα μπορούσε να έχει. Σκέφτομαι αν αυτό μέτρησε στην απόφαση των ναζί να του πάρουν ακόμη και τη ζωή που είχε. Ξαναλέω. Μπορεί όλα αυτά να είναι ανοησίες. Το να προσπαθείς να βρεις κάποια λογική στη ναζιστική πράξη είναι κατά ένα βαθμό αθώωσή της, μιας και τη φέρνει στα μέτρα κάθε άλλης πράξης. Ε, δεν υπάρχει άλλο μέτρο γι’αυτή την επιλογή. Θυμάμαι σήμερα το Σαχζάτ Λουκμάν∙ έναν άνθρωπο που ξεκίνησε να πάει στη δουλειά με το ποδήλατό του.

Image

«παλιά ήταν καλύτερα»

Η δήλωση της εθνικής ιστορικού, που αναπαράγει ο ιδρυτής της Ελληνικής Αγωγής, αποτελεί με μια πρώτη ματιά μια τερατολογία. Είναι προφανές ότι δεν μπορούν να συγκριθούν ως προς τις γνώσεις τους ένας απόφοιτος Δημοτικού του 1981 με μια απόφοιτο Λυκείου του 2021. Στην πραγματικότητα, όμως, οι τέτοιες συζητήσεις είναι από την αρχή καταδικασμένες. Ο συνομιλητής/ρια μπορεί να βγάλει από το καπέλο του όσους λαγούς θέλει και από το μανίκι της όσους άσους χρειάζονται. Εάν απαιτήσεις ενός τύπου κριτήρια (πχ «μάθαιναν πληροφορική, μοριακή βιολογία, κβαντική μηχανική τότε τα παιδιά;») η απάντηση μπορεί να βασίζεται σε άλλου τύπου κριτήρια (πχ «όχι, αλλά μάθαιναν το Σεβασμό»). Εάν ζητήσεις να μάθεις γιατί είναι καλό το να σου τσακίζει τη βίτσα στο χέρι ο δάσκαλος, σου απαντούν «μαθαίναμε καλλιγραφία». Εάν μιλήσεις για τη δημοκρατία στο σχολείο σού πετούν στα μούτρα το ότι ήξεραν ολόκληρα κομμάτια από την Ιλιάδα απ’έξω. Τι αναδείχνεται εδώ; (κάνω μια παραδοχή ότι όλα αυτά λέγονται με ειλικρίνεια και όχι με κουτοπονηριά) Αυτό που είναι μπροστά στα μάτια μας, μα κανείς δεν το θίγει: η Εκπαίδευση δεν είναι ουδέτερη διαδικασία, και αυτό αφορά σε ΚΑΘΕ πτυχή της. Η φράση «μια καλύτερη Εκπαίδευση» αποτελεί ασάφεια. Κανείς πρέπει να ορίσει με ακρίβεια τα κριτήριά του, πράγμα που αποφεύγουν με μαεστρία οι γαλανόλευκοι πνευματικοί καθοδηγητές και καθοδηγήτριές μας. Γιατί, αν μιλήσουν για τα κριτήριά τους, τότε θα φανερωθεί η απλή αλήθεια: οι άνθρωποι αυτοί δεν μιλούν για τίποτε άλλο πέραν μιας εκπαίδευσης που τα διδακτικά αντικείμενα αποτελούν μέσα επικύρωσης του ΠΡΟΝΟΜΙΟΥ ή καταδίκη στη γήινη κόλαση. Ας ανοίξουν τα χαρτιά τους, ας μιλήσουμε για το τι Εκπαίδευση θέλουμε (δηλαδή, στην πραγματικότητα ας μιλήσουμε για το σε ποιον κόσμο θέλουμε να ζήσουμε) και ας μετρηθούμε. Αυτά.

Α! Θυμήθηκα ότι σχεδόν πριν 40 χρόνια πανηγύριζα την κατάργηση του μεγαλύτερου σχολικού εφιάλτη μου μετά τη βίτσα: του γελοίου πολυτονικού συστήματος, που μας το κουνάνε στη μούρη σήμερα κάτι απερίγραπτοι δεξιοί (και αριστεροί) σαν απόδειξη του ότι έμαθαν γράμματα.

Εικόνα

Για το μορφωτικό απαρτχάιντ

Οι ιδέες δεν μένουν ποτέ μετέωρες. Τελικά, ανεξάρτητα από την πεποίθηση του φορέα τους, θα υπηρετήσουν την πιο ταιριαστή τους διεργασία. Σαν λέγαμε ότι η φλυαρία περί αριστείας τελικά λειτουργεί κατά το λόγο νομιμοποιητικά για το ξέκαμα των μορφωτικών δικαιωμάτων των μη προνομιούχων παιδιών, φυσικά δεν εννοούσαμε ότι αυτό θα σταματήσει στο αίσχος «κάθε πόλη και γήπεδο, κάθε νομός και πρότυπο» (φυσικά, και τα λεγόμενα «πρότυπα» στην ίδια πορεία εντάσσονται, κι όποιος δεν το καταλαβαίνει, αναμασά γλυκανάλατες φλυαρίες). Ήρθε, λοιπόν, η ώρα να χτιστεί ως υλική πραγματικότητα αυτό που ο εκτεταμένος, διάχυτος -δεξιός κι αριστερός- δαπιτισμός προετοίμαζε όλα αυτά τα χρόνια: η θεσμοθέτηση του μορφωτικού απαρτχάιντ. Ξέρω πως κάθε φορά που κάνουμε αυτή την κουβέντα, κάποιος θα θέσει καλοπροαίρετα το ζήτημα αν όλα αυτά υπήρχαν σκόρπια μέχρι τώρα ως νοοτροπία, και η απάντηση είναι πως όλη αυτή η αρρώστια φυσικά και δεν είναι σημερινή, όμως φαντάζομαι πως καταλαβαίνουμε τη διαφορά της διάχυτης νοοτροπίας και της θεσμοθέτησης, της υλικής αποκρυστάλλωσης. Σ’αυτή τη φάση, λοιπόν, των απανωτών νομοσχεδίων της Κεραμέως για την Εκπαίδευση (περιφρονούσα από την αρχή -οι φίλοι/ες θα το θυμούνται, ασφαλώς- την κριτική στην Κεραμέως ως «θεούσα», και έλεγα ότι θα είναι το ελαφρύτερο που θα θυμόμαστε από δαύτη), θεσμοθετείται η δυνατότητα κατάρτισης τμημάτων με βάση τις επιδόσεις, δηλαδή ο διαχωρισμός σε τμήματα μαθητών με «καλές» επιδόσεις και τμήματα μαθητών με «κακές». Αυτό που στην προηγούμενη φάση είδαμε να συμβαίνει με τα λεγόμενα «πρότυπα» και τα υπόλοιπα (τα «όχι και τόσο καλά» ή απλά «για τα παιδιά που προορίζονται για μετριότητες») απλώνεται τώρα στο εσωτερικό μιας σχολικής μονάδας. Είναι αυτό κάτι το τρομερό; Μήπως άραγε, να είναι και προς όφελος των παιδιών; Να ξέρουμε με τι έχουμε να κάνουμε, βρε αδερφέ! Ας αναρωτηθούμε για λίγο ποια είναι η ειδοποιός διαφορά του δημόσιου σχολείου. Είναι ένα ερώτημα που πρέπει να τίθεται∙ η σύγχυση πάνω σ’αυτό πρέπει να διαλυθεί άμεσα. Λοιπόν, το κεντρικό του στοιχείο, ο πυρήνας της ύπαρξής του είναι το «σχολείο για όλα τα παιδιά». Οποιαδήποτε διεργασία θίγει αυτόν τον πυρήνα είναι απορριπτέα. Ένας από τους τρόπους που υπηρετείται αυτό το «για όλα τα παιδιά» είναι η έννοια του σχολείου της γειτονιάς, η αλφαβητική (δηλαδή από την άποψη της επίδοσης αδιάφορη) κατανομή σε τμήματα και ο τρόπος τοποθέτησης των εκπαιδευτικών σ’αυτά. Με λίγα λόγια, κανείς δεν διαλέγει ούτε μαθητές ούτε εκπαιδευτικούς. Κι αν αυτό καμιά φορά φαντάζει «άδικο» («δεν είμαι με τους φίλους μου» ή «δεν έχω καλή επαφή με τούτον τον καθηγητή της Χημείας»), τα γενικά οφέλη είναι αδιαμφισβήτητα. Η πολυμορφία στα ενδιαφέροντα, τις προσλαμβάνουσες, την εκφορά του λόγου, τις ιδέες, τις προσεγγίσεις, η κοινωνικοποίηση (που είναι ο βασικός στόχος του σχολείου, κι ας το ξεχάσαμε αυτά τα χρόνια του δαπιτισμού) που περιλαμβάνει όλα αυτά είναι το μεγάλο κέρδος που το δημόσιο -το «τυχαίο»- σχολείο παράγει. Δάσκαλοι και δασκάλες με εμπειρία μπορούν να βεβαιώσουν τις αρετές αυτής της τοποθέτησης, ανεξάρτητα από το εάν και οι ίδιοι καμιά φορά παρασύρθηκαν στην ολότελα λαθεμένη σκέψη να επιχειρήσουν να διαλέξουν ένα «καλύτερο» τμήμα για να είναι τα πράγματα λίγο πιο «ομαλά». Γενικά, σε όσα σχολεία με πλάγιους τρόπους έφτιαξαν τμήματα «αρίστων» και τμήματα «λοιπών», τα αποτελέσματα είναι τραγικά, παρά την όποια ρεκλάμα (είπαμε∙ τα κριτήρια πια της κοινωνίας είναι οι κολαούζοι της φασιστικής προπαρασκευής).

Ήρθε, λοιπόν, η εποχή που τα αφεντικά θεωρούν ότι μπορούν να λήξουν τον αναχρονισμό που πράματι υπήρξε το ελληνικό σχολείο σε σχέση με την πρόοδο σε άλλες χώρες του ΟΟΣΑ. Τέρμα οι ευαισθησίες, τέρμα η κοινωνικοποίηση, τέρμα η κριτική σκέψη. Δεν πρόκειται για μια περιστασιακή ένταση των ταξικών φραγμών (μιλώ για τα τελευταία νομοσχέδια συνολικά), αλλά για μια αλλαγή του πυρήνα της δημόσιας εκπαίδευσης που θεμελιώθηκε ήδη από το 2016 (για όποιον είχε μάτια να δει, και δεν είναι απλά κομματικός χειροκροτητής). Το λέω αυτό απαντώντας σε κριτική που μου έγινε τότε περί «καταστροφολογίας», κριτική που επέμενε ότι μιλάμε για μια «νορμάλ» διελκυστίνδα της ταξικής πάλης και την αντανάκλασή της στην Εκπαίδευση. Ένας παρατεταμένος αγώνας διελκυστίνδας, όμως (ειδικά τέτοιος που το αποτέλεσμα είναι απελπιστικά επαναλαμβανόμενο), μεταβάλλει και το έδαφος στο οποίο διεξάγεται, μαζί φυσικά και τις προσδοκίες των αντιπάλων. Αυτό, ένας κλάδος (και οι παρατάξεις του -δεξιές και αριστερές) που έχει μάθει στα συνδικαλιστικά τζαρτζαρίσματα και την πολιτική των διαδρόμων, δεν μπορεί να το δει. Θα το δει όταν θα είναι πολύ αργά.

Image

Θα σταθεί κανείς απέναντι σε όλο αυτό; Δυστυχώς όχι. Και ο λόγος δεν είναι ούτε απλά η αλλαγή στη νοοτροπία των εκπαιδευτικών, που θα κοιτάξουν -και μέσα από την πίεση της Αξιολόγησης- να το βουλώσουν και να σώσουν το τομάρι τους, ούτε απλά η πρακτόρικη δράση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Ο βασικός λόγος είναι ότι αυτοί που είναι για ξέκαμα δεν έχουν φωνή στην κοινωνία. Αυτοί που είναι για ξέκαμα είναι ήδη ξεκαμένοι. Τα παιδιά που θα πεταχτούν έξω από το λύκειο μέσω της τράπεζας θεμάτων, εκείνα που θα στοιβαχτούν σε τμήματα β’ κατηγορίας με δασκάλους «μη ικανοποιητικούς», εκείνα που φέτος κιόλας θα μείνουν έξω από τα Πανεπιστήμια (~30 χιλιάδες!), δεν έχουν φωνή. Σ’αυτή τη χώρα, φωνή πια έχει μόνο το προνόμιο. Αυτό είναι, το προνόμιο, που ήδη μιλά μέσα από τα κανάλια, τις εφημερίδες, τις σχολικές μαζώξεις, τους καφέδες των γονέων, και αποθεώνει το ξήλωμα του σχολείου που μισούσε (αλλά ντρεπόταν να πει ανοιχτά), όχι για το ένα ή το άλλο κακό του, αλλά γιατί αναγκαζόταν να συνυπάρχει εκεί με το παιδί του εργάτη, το προσφυγόπουλο ή το Ρομά, το παιδί που μισούσε το σχολείο (ή και όλους μας), το παιδί που δεν θέλησε να γίνει γιατρός αλλά μπαλαδόρος, μουσικός ή και τίποτα ιδιαίτερα, το παιδί το δικό μου και το δικό σου, με λίγα λόγια. Έτσι. Τώρα το προνόμιο θα χειροκροτήσει. Και θα ακουστεί. Οι υπόλοιποι, όχι μόνο δεν θα ακουστούν, μα δεν έχουν καν γλώσσα να μιλήσουν.

Πίσω από την απεργοσπασία της ΟΛΜΕ

Με την υπόθεση της γενικής απεργοσπασίας της ΟΛΜΕ «για το καλό των παιδιών» ήρθε στην επιφάνεια η μεγάλη θεωρία του κράτους. Το κράτος, ανεξάρτητα από πολιτικές κατευθύνσεις, εγγυάται ό,τι κι αν γίνει το «καλό των παιδιών». Απέναντι σ’αυτό, ακόμη και μπροστά στην κοινή εμπειρία ότι δύο χρόνια τώρα το κράτος μόνο ψαλιδίζει δυνατότητες των παιδιών, η κριτική παραλύει. Η συντριβή της νεολαίας, η οποία νομιμοποιείται από την αποδοχή της απόλυτης κρατικής δικαιοδοσίας στην «αγωγή», κομματιάζεται σε στιγμές, σε περιστάσεις που επιδέχονται αντίστοιχα περιστασιακή κριτική, ενώ το κρατικό ενδιαφέρον υψώνεται πάνω από αυτές ως ο μεγάλος ενοποιητής στον οποίον πάντα θα ξαναγυρνάς και θα υποτάσσεσαι, όπως ακριβώς η γονεϊκή κακοποίηση -ακόμη και η καθημερινή- κομματιάζεται και εκλογικεύεται σε «κακές στιγμές» ενός ανθρώπου που «όμως σ’αγαπάει». Δεν μπορεί να υπάρχει ριζοσπαστική κριτική για την Εκπαίδευση που να μην ξεκινά από τη στιγμή που οι ανάγκες της κρατικής γραφειοκρατίας εμφανίζονται ως γενική διδακτέα ηθική.

Previous Older Entries

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε