Το Χάδι (Alfonso Zurro)

image

Ένας άντρας και μια γυναίκα στο ασανσέρ, εκείνη κουβαλάει μια βαλίτσα.

Με συγχωρείτε, θα ήθελα να σας ζητήσω μια χάρη…

Πείτε μου…

Δε με γνωρίζετε… και… παρατήρησα τα χέρια σας… σκέφτηκα… θα με περάσετε για τρελή, αλλά δεν είμαι καθόλου… θα ήθελα… θα ήθελα να βάλετε, πολύ αργά, το χέρι σας πάνω στο στήθος μου… (αποκαλύπτει τον ένα της μαστό)

Κυρία μου…

Σας παρακαλώ, μην τρομάζετε, ακούστε με… εδώ και μερικές μέρες δεν καταφέρνω να απαλλαχθώ από τις αναμνήσεις των ανδρικών χεριών που πέρασαν από το κορμί μου… γνώρισα χέρια δυνατά, που μου φέρθηκαν σαν αρπαχτικά, που ρίχτηκαν πάνω μου να με καταβροχθίσουν λάγνα, κολασμένα, πεινασμένα θεριά που έπιασαν το θήραμα τους… χέρια που κουβάριασαν και μάδησαν τα στήθη μου σαν κουρέλια… χέρια οργανωμένα που βυθίστηκαν στο κορμί μου, αναμοχλεύοντας το προς όλα τα σημεία του ορίζοντα, και το χαρακωσαν δίχως να μου πουν τι ψάχνουν… χέρια υγρά, πολύ υγρά, δέκα, εκατοντάδες δάχτυλα να έρπουν, να αφήνουν τα χνάρια τους σα φίδια πάνω στη σάρκα μου… υγρασία…, χέρια που μου τράβηξαν τα μαλλιά, που με μαστίγωσαν τάχα από ηδονή, χέρια τραχιά που με έγδαραν… ένας άλλος με χτύπησε με χέρια σα σφυριά, και μου χε πει πως δε θα πάθαινα κακό, και ξύπνησα στο νοσοκομείο… χέρια αντρικά, άγρια, χέρια που επιτέθηκαν στο φύλλο μου με αναίδεια φτιαριού που πέφτει πάνω στη γη και αποκάλυψαν τα πιο απόκρυφα σημεία μου ανυπόμονα, βιαστικά, με την απόγνωση του διψασμένου που σκάβει στην έρημο να βρει μια σταγόνα νερο… μα ήταν μόνο το φύλλο μου… ακόμα θυμάμαι εκείνα τα αντρικά χέρια που πασπατεψαν το κορμί μου αφήνοντας σημάδια πόνου, που με πλήγωσαν στους λαβυρίνθους της ψυχής, εκεί όπου οι χαρακιές είναι αιώνιες και δεν εξαφανίζονται… χέρια λιπαρά, γλοιώδη, που παραμένουν στα σωθικά μου…

Σιωπή

Η ζωή κολλάει στη σάρκα, πολλά ειναι τα κομμάτια που έμειναν πάνω της στο πέρασμα των χρόνων…, η σάρκα είναι το διαβατήριο της ύπαρξης μας, το βιβλίο των εμπειριών μας… η ζωή είναι γραμμένη στη σάρκα, ζωγραφισμένη σαν χάρτης πολύχρωμα χαραγμένος… έχω απαλό δέρμα, τόσο απαλό σαν το πρώτο φως που ξυπνάει την πλάση…, τόσο ευάλωτο σαν την παπαρούνα, ή τη δροσοσταλια…, τόσο αβοήθητο σαν το στερνό βλέμμα του ετοιμοθάνατου…, θα θελα να ξεχάσω αυτα που δεν μπορώ, αλλα υπάρχουν αναμνήσεις που δε γνωρίζουν το δρόμο της λήθης.

Σιωπή

Για όλα αυτά έχω την ανάγκη να σας ζητήσω να βάλετε το χέρι σας πάνω στο στήθος μου, αλλά αργά, χωρίς βιασύνες… σας παρακαλώ, να είναι τόσο απαλό σαν τη νυφαδα που πέφτει στο στρώμα του χιονιού, τόσο τρυφερό σαν την πεταλούδα όταν ακουμπά πάνω στον ανθό του κακτου και τοσο γλυκό σαν το καναρίνι που κάθεται πάνω στα μικρά του… σας παρακαλώ…

Εκείνος το κάνει

Σας ευχαριστώ κύριε μου, εσείς είστε… ιδιαίτερος. Είχα ανάγκη το χέρι ενός τέτοιου άντρα…, ήμουν σίγουρη πως κάπου θα υπήρχαν, πως θα έβρισκα κάποιον διαφορετικό…, με το χερι έτσι πάνω στο στήθος μου…, ένα άγγιγμα ανάλαφρο…

Όχι, μην πείτε τίποτα, σας παρακαλώ… και συγχωρέστε μου την απρέπεια, αλλά ήταν επείγον, πάω στο Νοσοκομείο…, θα μου ακρωτηριάσουν το στήθος…, είναι όγκος, και οι γιατροί λένε πως δεν υπάρχει άλλη λύση… αύριο όταν πια δε θα χω αυτό το μέρος του δέρματος μου… θέλω στην αποσκευή μου να μην βρίσκονται μονάχα εκεινα τα αδιάκριτα, ανυπόμονα, επιθετικά χέρια…, θέλω η πρώτη μου ανάμνηση να είναι για εσάς, για αυτή τη γλυκιά στιγμή, και όχι για εκείνα τα χέρια που δεν κατάλαβαν πως είμαι απλά μια γυναίκα…, μια γυναίκα…

Το χέρι είναι ακόμη πάνω στο στήθος της γυναίκας…, εκείνη έχει μια γαλήνια όψη…, ο άντρας κλαίει σιωπηλά…, και το ασανσέρ ακόμη κατεβαίνει…

(Απόσπασμα απο τη συλλογή μικροδιηγημάτων «Εκατό ταξίδια σε ασανσέρ» του Alfonso Zurro)

© Alfonso Zurro, «Cien Viajes En Ascensor», La Jácara 2014, Sevilla (pag.87-88)

Απόδοση στα Ελληνικά:
Χρήστος Κωτσακόπουλος

Fidel Castro

image

Χρόνια τώρα με απασχολούσε, με δίχαζε το πρόσωπο του Φιντέλ Κάστρο. Προσωπικότητες της τέχνης και του πολιτισμού, που σέβομαι και η γνώμη τους μετράει, κρατούσαν και κρατούν πολύ αντιφατική στάση απέναντι στο πρόσωπο του. Φανατική διχογνωμία.

Μετά από πολύ διάβασμα, ατελείωτες κουβέντες και διαφωνίες κατέληξα στο εξής συμπέρασμα: Ο Φιντέλ Κάστρο, ο,τι κι αν του προσάπτουν, κατάφερε να δώσει σε όλους τους Κουβανούς δωρεάν και ποιοτικότατες Υγεία και Παιδεία, «σε μια Ήπειρο που, για την πλειονότητα των ανθρώπων, μοναδικός δάσκαλος είναι ο δρόμος και μόνος γιατρός ο θάνατος» [Eduardo Galeano, «A pesar de los Pesares]

Και έρχομαι να προσθέσω την παρακάτω σκέψη, μιας και την τρέχουσα βδομάδα είχαμε μεγάλες κινητοποιήσεις εκπαιδευτικών και άλλων επαγγελματιών για το ασφαλιστικό:

Τι πιο μεγάλο αγαθό και ελευθερία να προσφέρεις στον πολίτη από την πνευματική διαύγεια να διακρίνει ποιότητες και τη σωματική ικανότητα να τις διεκδικεί;

Πως μπορούμε λοιπόν να κατηγορούμε για τυραννική και ανελεύθερη πολιτική τον Κάστρο, όταν στην ελεύθερη και δημοκρατική Ευρώπη του Σόιμπλε, αυτά τα δύο βασικά ανθρώπινα δικαιώματα είναι κάθε μερα όλο και πιο ακριβά και δυσπρόσιτα;

El monólogo de Agrado (Todo sobre mi madre, P. Almodóvar)

image

«Για λόγους ανωτέρας βίας, δύο από τις ηθοποιούς που καθημερινά θριαμβεύουν σε αυτή τη σκηνή σήμερα δεν μπορούν να είναι εδώ, οι κακόμοιρες. Οπότε αναβάλλεται η παράταση.

Όσοι θέλετε, θα σας επιστραφούν τα χρήματα του εισιτηρίου. Αλλά όσοι δεν έχετε τίποτα καλύτερο να κάνετε, και μιας κι είπατε νά ‘ρθετε θέατρο, είναι κρίμα να φύγετε. Αν κάτσετε εγώ σας υπόσχομαι να σας διασκεδάσω λέγοντάς σας την ιστορία της ζωής μου.

Αν σας κάνω να βαρεθείτε κάντε πως ροχαλίζετε, και εγώ θα το πάρω αμέσως χαμπάρι και διόλου δε θα προσβληθώ. Αλήθεια!

Με λένε Agrado* γιατί όλη μου τη ζωή το μόνο που ήθελα είναι να κάνω ευχάριστη τη ζωή των άλλων. Εκτός από ευχάριστη, είμαι κι αυθεντική. Κοιτάξτε κορμί, καθόλα μετρημένο: σκίσιμο ματιών 80.000 πεσέτες. Μύτη 200, αλλά πεταμένα λεφτά, γιατί ένα χρόνο μετά μου την ξανάκαναν έτσι με μια μπουνιά… ξέρω, βέβαια, ότι μου προσδίδει πολύ χαρακτήρα, αν τό ξερα δε θα την είχα πειράξει.

Βυζιά δύο, γιατί δεν είμαι κάνα τέρας, εβδομήντα το καθένα, αλλά τώρα πια τα έχω πέτρα. Σιλικόνη στα χείλη, μέτωπο, ζυγωματικά, γοφούς και κώλο. Το λίτρο κοστίζει καμία κατοστή χιλιάρικα, οπότε κάντε τη σούμα γιατί εγώ πια έχω χάσει το μέτρημα.

Λιμάρισμα γνάθου 75.000, ολική αποτρίχωση με λέιζερ, γιατί και η γυναίκα από τον πίθηκο προέρχεται, τόσο ή και περισσότερο από τον άντρα! 60.000 τη φορά. Εξαρτάται πόσο μουσάτη είσαι, συνήθως δυο με τέσσερεις φορές, αλλά αν είσαι σκληροπυρηνική θες παραπάνω φυσικά.

Λοιπόν τι έλεγα, α ναι, το να είσαι αυθεντική κοστίζει, κυρίες μου, και σε αυτα τα πράματα δεν πρέπει να είμαστε τσιφούτες, γιατί στο κάτω κάτω είσαι πιο αυθεντική όταν περισσότερο μοιάζεις σε αυτό που έχεις ονειρευτεί για τον εαυτό σου.»

[Μονόλογος της τρανσέξουαλ πόρνης Agrado από την ταινία «Όλα για τη μητέρα μου» του Pedro Almodóvar.]

*ΣτΜ το όνομα Agrado στα ισπανικά είναι αντίστοιχο του Χαρά.

Sophia de Mello Breyner Andersen: Ποίηση στην όχθη

Image
Προτομή της Sophia M.B.Andersen στο παρατηρητήριο Graça της Λισαβόνας.

Μια μεγάλη γυναίκα, λάτρης της Μεσογείου και φιλέλλην της Πορτογαλίας. Ήθελα να της αφιερώσω ένα άρθρο σε αυτό τον ιστολόγιο σήμερα ως διεθνή μέρα της ποίησης:

 

Poesia

‘Ο Ποίηση ονειρεύτηκα ότι τα πάντα ήσουν
Και να μαι στον μάταιο όρμο μονάχη
Ένα ένα το κύμα δίχως ψεγάδι
σπάει την γαλάζια από αφρό αγκαλιά του
Και θαρρεί πως ένα ποίημα τίποτα δεν είναι 

 

Minotauro

Στης Κρήτης τα νερά βυθίστηκα
όπου ο Μινώταυρος δεσπόζει

Ένας γρήγορος χορός στήνεται εμπρός τον ταύρο
στην αρχαιότατη της μέρας νιότη

Καμιά ουσία δεν με μέθυσε μ’ έκρυψε μ’ αγκάλιασε
παρά μονάχα ρετσίνα γεύτηκα
στο χώμα χύνοντας των θεών το μερτικό […]

 

25 de Abril 1974
(Επανάσταση των Γαριφάλων)

Τούτο το ξημέρωμα περίμενα
μέρα αρχής, πλήρης, καθάρια
που απ το σκότος αναδυόμαστε και τη σιωπή
κι ελεύθεροι θε να κατοικήσουμε του χρόνου την ουσία

 

Labirinto

Μονάχη μου βάδιζα σε ένα λαβύρινθο
Το πρόσωπο μου προσέγγισα στο έρεβος και τη σιωπή
αναζητώντας το φως μιας καθάριας μέρας

«Όταν πεθάνω, θα γυρίσω να αναζητήσω τις στιγμές που δεν έζησα πλάι στη θάλασσα.»

«Θέρισαν τα στάχυα. Τώρα, φαντάζει πιότερη η μοναξιά μου.»

 

Sophia de Mello Breyner Andersen

 

[Ελεύθερη απόδοση]

 

Χ.Κ.

 

 

Άδεια Creative Commons
Αυτό το έργο χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .

Caruso: Ο θάνατος δεν είναι παρά το τέλος της πρώτης πράξης

Image
Lucio Dalla 1943 - 2012

Εχθές έπεσε ένας ακόμα διάττοντας αστέρας, μα η απόχρωση του φωτός του θε να μείνει ανεξίτηλη στην ιστορία των Ανθρώπων. Όχι, δεν πρόκειται για έναν επιτύμβιο, ούτε για έναν θρήνο, καθώς όπως είπε και ο ίδιος πριν λίγες μέρες, «ο θάνατος δεν είναι παρά το τέλος της πρώτης πράξης». Μονάχα να διηγηθώ μια ιστορία ήθελα:

Ένας άνδρας κάθεται στο μπαρ ενός μεγάλου ξενοδοχείου. Είναι ολίγον τι κουρασμένος και εκνευρισμένος. «Δεν σου χαλάει το σκάφος κάθε μέρα, πόσο μάλλον όταν ευχαριστιέσαι τις διακοπές σου» σκέφτεται με παράπονο.
Στην άλλη άκρη της μεγάλης άδειας αίθουσας ένα πιάνο. Φαίνεται παλιό αλλά σε καλή κατάσταση. Σηκώνεται και δειλά κάθεται και παίζει δυο-τρεις νότες. Ο βαρύς και ξεκουρδισμένος ήχος του ταράζει τη σιωπή της νύχτας και τραβά την προσοχή του γκαρσονιού που εκείνη τη στιγμή έκλεινε ταμείο. Άντζελο νομίζω τον έλεγαν. Κοιτάει τότε τον άνδρα και του λέει:
– Αν ξέρατε κυρ Λούτσιο την ιστορία αυτού του πιάνου… εκεί έδωσε τη στερνή του παράσταση ο μεγάλος τενόρος Enrico Caruso, με ένα μοναδικό κοινό: τη θάλασσα, τ’αστέρια, τους ψαράδες, τις ψαρόβαρκες να φωτίζουν και τα μάτια της αγαπημένης του να γίνονται μάρτυρες ενός κύκνειου άσματος.

Ήταν μια ζεστή καλοκαιρινή βραδιά, και εκείνος ήξερε ότι επρόκειτο για μια από τις τελευταίες του -βλέπετε, άτιμη αρρώστια ο καρκίνος, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τις χορδές ενός τενόρου. Παρ’ ολ’ αυτά δεν το έβαζε κάτω και συνέχιζε να παραδίδει μαθήματα φωνητικής σε μια νεαρή κοπέλα, με την οποία μάλιστα λέγανε ότι ήταν πολύ ερωτευμένος. Τότε εκείνη του ζήτησε να της τραγουδήσει. Αυτός, μολονότι δεν ένιωθε καλά, δεν μπορούσε να χαλάσει χατίρι σε δυο τόσο όμορφα μάτια που τον κοιτούσαν με θαυμασμό. Ζήτησε, τότε, να βγάλουν το πιάνο στο μεγάλο  μπαλκόνι που είχε θέα στο λιμάνι, και με την κοπέλα να στηρίζεται πάνω του, εκείνος άρχισε να τραγουδά τον έρωτα του, τον πόνο του για τις σκιές του παρελθόντος, πολεμώντας μάταια το θάνατο και ψάχνοντας στα μάτια του κοριτσιού μια ζωή που δεν υπάρχει.

Λένε πως τόσο δυνατή ήταν η φωνή του που όλες οι ψαρόβαρκες που αρμένιζαν κάτω από την πανσέληνο πλησίασαν όσο πιο κοντά μπορούσαν στο μπαλκόνι σαν να προσπαθούσαν να κρεμαστούν για να ακούσουν την αγγελική ψαλμωδία.
Τόσες βάρκες μαζεύτηκαν, που έμοιαζαν σαν τα αστέρια του ουρανού να αντανακλώνται στη θάλασσα, σαν τους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης να υψώνονται στον κόλπο του Σορρέντο… και εκείνος, στο βλέμμα της αγαπημένης του, δεν έχανε τη δύναμη και ξεκινούσε πάλι από την αρχή…

Εκείνη τη νύχτα η υγεία του χειροτέρεψε… δύο μέρες αργότερα ξεψύχησε στη Νάπολη.

Ακούγοντας αυτή την τρυφερή και συνάμα τραγική ιστορία, ο Λούτσιο έγραψε αυτό το τραγούδι:

 

Caruso

Εκεί που θάλασσα φωτίζει και φυσά δυνατά ο αγέρας
σε μια παλιά ταράτσα μπροστά στον κόλπο του Σορρεντο
ένας άνδρας αγκαλιάζει μια κοπέλα με δάκρυα στα μάτια
Μετά καθαρίζει τη φωνή του και πιάνει ένα σκοπό

«Πόσο σε αγαπώ, το ξέρεις,
τόσο μα τόσο πολύ, το ξέρεις
που αλυσίδα γίνεται και
σαν το αίμα στις φλέβες λιώνει»

Είδε τα φώτα της θάλασσας, τις νύχτες της Αμερικής του θύμησαν
μα δεν ήταν παρά η λάμψη από τις βάρκες και τα απόνερα τους
Ένιωσε πόνο καθώς έπαιζε, και σηκώθηκε απ το πιάνο
μα μόλις είδε το φεγγάρι να ξεπροβάλει πίσω από ‘να σύννεφο
γλυκός του φάνηκε κι ο θάνατος ακόμα
Κοίταξε την κοπέλα στα μάτια, μάτια πράσινα σαν θάλασσα
και ξάφνου έσταξε ένα δάκρυ, και εκείνος ένιωσε να πνίγεται.

 «Πόσο σε αγαπώ, το ξέρεις,
τόσο μα τόσο πολύ, το ξέρεις
που αλυσίδα γίνεται και
σαν το αίμα στις φλέβες λιώνει»

Η δύναμη της όπερας δράματα προσποιείται
με στολές και χρώματα, μ’ άλλον μπορείς να μοιάσεις
μα δυο μάτια που ειλικρινή που σε κοιτάζουν
σε κάνουν τις ατάκες να ξεχνάς, το μυαλό σου παίρνουν
Έτσι, όλα μικρά θαρρείς πως είναι, όπως κι οι νύχτες στην Αμερική
κοιτάς πίσω, και τη ζωή σου βλέπεις σαν της βάρκας τ’απόνερα
Ναι, είναι η ζωή που στερεύει, μα εκείνος δεν το ‘βλεπε έτσι
πως ήταν ευτυχής ένιωθε και το σκοπό ξανάπιασε

«Πόσο σε αγαπώ, το ξέρεις,
τόσο μα τόσο πολύ, το ξέρεις
που αλυσίδα γίνεται και
σαν το αίμα στις φλέβες λιώνει»

«Α ρε χρόνε αλήτη, που ανθρώπους και αγάπες σκορπάς»
Αν μπορούσα, θα έπαιρνα μπογιά να το ‘γραφα σε τοίχο…

 

Άδεια Creative Commons
Αυτό το έργο χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .

Το Σονέτο του Γλυκού Καημού – F. G. Lorca

Image
Το Σονέτο του Γλυκού Καημού

Φοβάμαι να χάσω το μαρμαρωμένο θαύμα
των ματιών σου, και της νύχτας την ηχώ
σαν ακουμπά το μέτωπό μου
ο μοναχικός της ανάσας σου ανθός

Λυπάμαι που μαι σε τούτη την όχθη
κορμός δίχως κλαδιά, και πιο πολύ ακόμη
να μην έχω άνθος, αμβροσία ή λάσπη
για του καημού μου το σαράκι

Αν είσαι συ ο κρυφός μου θησαυρός
αν είσαι ο σταυρός κι ο μουσκεμένος μου καημός
αν είμαι της αφεντιά σου ο δέσμιος

μην μ’ αφήνεις όσα κέρδισα να χάσω
και στόλισε τα ποταμίσια σου νερά
με φύλλα του ξενικού μου φθινοπώρου.

«El Soneto de la Dulce Queja»
Ελεύθερη Απόδοση
Χ.Κ.

Άδεια Creative Commons
Αυτό το έργο χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .

Εφημερίδων ανάγνωσις – Fernando Pessoa

Image
Graffiti του Φερνάντο Πεσσόα στη Λισαβόνα

15/01/2012: Γερουσιαστής δολοφονείται λίγο πριν αναλάβει η νέα Κυβέρνηση στη Γουατεμάλα. Γάλλος ρεπόρτερ δολοφονείται στη Συρία. Αμερικανοί φαντάροι ούρησαν σορό Αφγανών. Πολιτικοί και τραπεζίτες να καθορίζουν τα όνειρα και τις τύχες των λαών….

Πριν κάμποσες δεκαετίες ο Φερνάντο Πεσσόα, ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές και διανοούμενους της Πορτογαλίας, αναφέρθηκε στα προαναφερθέντα:

«Οι πόλεμοι και οι επαναστάσεις -καθώς πάντα θα υπάρχουν το να ή τ’ άλλο- καταλήγουν, κατά την ανάγνωση των εκβάσεών τους, να προκαλούν όχι φρίκη αλλά ανία.
Δεν είναι η βαρβαρότητα όλων αυτών που σκοτώνονται ή τραυματίζονται, η θυσία όλων εκείνων που δολοφονούνται, ή πεθαίνουν δίχως να δολοφονούνται, που κάνει την ψυχή να βαραίνει: είναι η ηλιθιότητα που θυσιάζει ζωές και υπάρχοντα για κάτι αναπόφευκτα μάταιο. Κανένα ιδανικό, φιλοδοξία, ή Αυτοκρατορία δεν αξίζουν για χάρη τους να σπάσει μια παιδική κούκλα, ένα πλαστικό τρενάκι…
Το παν είναι η ανθρωπότητα, και η ανθρωπότητα θα είναι πάντα η ίδια -αλλάζει μα δεν τελειοποιείται, διακειμένεται μα δεν εξελίσσεται. Mπρός στην ανελέητη ροή των πραγμάτων, της ζωή που λάβαμε δίχως να ξέρουμε πώς και θα χάσουμε χωρίς να μάθουμε πότε, της παρτίδας χιλιάδων σκακιών που δεν είναι παρά η ζωή από κοινού και εναντίων, η ανία του να αγναντεύεις μάταια αυτό που δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ- τί άλλο δύναται να κάνει ένας σοφός από το να ζητήσει καταφύγιο κάπου που να μην έχει να σκεφτεί τη ζωή, παρά μονάχα να τη ζήσει, μια γωνιά κάτω από τον ήλιο και τ’ αγέρι και να μπορεί να ονειρεύεται τουλάχιστον ότι υπάρχει ειρήνη στην άλλη πλευρά των λόφων.»

«A Leitura dos Jornais» – Livro do Desassossego
Ελεύθερη Απόδοση
Χ.Κ.

Άδεια Creative Commons
Αυτό το έργο χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .

Pablo Neruda: Ο Μέγας Ερωτικός και Πολιτικός

Image
Pablo Neruda

Ο Πάβλο Νερούδα, ψευδώνυμο του Νεφταλί Ρικάρντο Ρέγιες Μπασοάλτο, γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου του 1904, στην πόλη Παράλ της Χιλής. ήταν γιος ενός σιδηροδρομικού υπαλλήλου και μιας δασκάλας. Η μητέρα του Ρόσα πέθανε από φυματίωση έναν περίπου μήνα μετά την πρόωρη γέννηση του μικρού Νεφταλί και έτσι, δύο χρόνια μετά, ο πατέρας του Χοσέ αποφάσισε να μετακομίσουν στο Τεμούκο, μια μικρή πόλη στον Νότο της Χιλής, όπου ξαναπαντρεύτηκε την Τρινιδάδ, τον «φύλακα άγγελο της παιδικής μου ηλικίας», σύμφωνα με τον ίδιο τον Νερούδα.

Ο κατά γενική ομολογία σημαντικότερος ποιητής του 20ού στη Λατινική Αμερική αιώνα, ξεκίνησε να γράφει ποίηση σε ηλικία 10 ετών. Ο πατέρας του αδιαφορούσε πλήρως για τις λογοτεχνικές ανησυχίες του και προσπάθησε μάλιστα επανειλημμένα, και με διάφορους τρόπους, να τον αποθαρρύνει. Ισως αυτός ήταν και ο λόγος που ο νεαρός ποιητής άρχισε να υπογράφει, και αργότερα να εκδίδει, τα πονήματά του με το ψευδώνυμο Πάβλο Νερούδα, το οποίο υιοθέτησε και ως πραγματικό του όνομα το 1946. Ο ψηλός, ντροπαλός στις συναναστροφές του και εσωστρεφής Πάμπλο πέρασε τα μαθητικά του χρόνια στο Τεμούκο καταβροχθίζοντας αναρίθμητα βιβλία και γράφοντας ποιήματα, τα οποία δημοσίευε σε τοπικές εφημερίδες και περιοδικά, με την έντονη ενθάρρυνση της διευθύντριας του σχολείου θηλέων και μετέπειτα κάτοχο του Νομπέλ Λογοτεχνίας Γκαμπριέλα Μιστράλ.

Το 1921 μετακομίζει στην πρωτεύουσα Σαντιάγο για να σπουδάσει Γαλλική Φιλολογία. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, παρ’ όλα τα προβλήματα που του δημιουργεί η οικονομική ανέχεια και η μοναξιά του επαρχιώτη, καταφέρνει να εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, την Crepusculario το 1923 και την Veinte poemas de amor y una canción desesperada το 1924, με την οποία μάλιστα γνωρίζει μια αναπάντεχη αναγνώριση.

Συνεχίζει να γράφει και να εκδίδει συλλογές, οι πωλήσεις των οποίων όμως δεν αρκούν τελικά για να τον συντηρούν. Έτσι προσπαθεί και καταφέρνει να επιτύχει τον διορισμό του στο Διπλωματικό Σώμα. Από το 1927 ως το 1935 υπηρέτησε τη χώρα του ως πρόξενος στη Βιρμανία, στην Κεϋλάνη, στην Ιάβα, στη Σινγκαπούρη, στο Μπουένος Αϊρες, στη Βαρκελώνη και στη Μαδρίτη.

Οι εμπειρίες του από τις εξαθλιωμένες ανθρώπινες μάζες στις χώρες της Ασίας που υπηρέτησε, τα αντιδημοκρατικά καθεστώτα αλλά κυρίως η φιλία του με τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ισπανία (για τον οποίο μάλιστα είπε το θρυλικό «Για το Φεδερίκο συγχωρώ τους Ισπανούς για ότι μας έκαναν») τον οδήγησαν ακόμη πιο κοντά στον κομμουνισμό. Τα έργα του άρχισαν να γίνονται πιο πολιτικοποιημένα, με αποκορύφωμα το θρυλικό Canto General, όπου αποτυπώνονται τα πιστεύω του.  Για τους πολιτικούς του αγώνες και την ιδεολογία του θα διωχθεί επανειλημμένα και θα ζήσει στην εξορία από το 1948 ως το 1952. Μετά το τέλος της δικτατορίας του Βιδέλα επιστρέφει στη Χιλή, διάσημος πια και πλούσιος, καθώς τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε πολλές ξένες γλώσσες. Γράφει ασταμάτητα, παράλληλα με την πολιτική του δράση. Είκοσι οκτώ βιβλία του θα τυπωθούν από το 1958 ως και το 1974, ένα χρόνο μετά τον θάνατό του. Αρρωστος από καρκίνο πηγαίνει το 1971 στη Στοκχόλμη να παραλάβει το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας και επιστρέφει, παρά την άσχημη κατάσταση της υγείας του, για να βοηθήσει στην προεκλογική εκστρατεία του φίλου Σαλβαδόρ Αγέντε (θείος της γνωστής συγγραφέα). Πεθαίνει στις 24 Δεκεμβρίου του 1973, λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία του φίλου του από τη στρατιωτική χούντα που τον ανέτρεψε.

Για το έργο του είναι καλύτερα να μιλήσει ο ίδιος: «Εχω για τη ζωή μιαν αντίληψη δραματική και ρομαντική. Ο,τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου δεν με ενδιαφέρει. Οσον αφορά την ποίηση, στην πραγματικότητα καταλαβαίνω πολύ λίγα πράγματα. Γι’ αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Ισως απ’ αυτά τα φυτά, τη μοναξιά, τη σκληρή ζωή, βγαίνουν οι μυστικές, αληθινά βαθιές “Ποιητικές Πραμάτειες” που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί κανείς δεν τις έγραψε. Η ποίηση διδάσκεται βήμα βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης».

Ένα όμορφο δείγμα της ερωτικής του ποίησης είναι το εξής:

Quiénes se amaron como nosotros (Soneto XVC)

 Πόσοι αγαπήθηκαν όπως και μεις; Ας ψάξουμε
στις αρχέγονες στάχτες της καμμένης μας καρδιάς
Και ας πέσουν χάμω ένα ένα τα φιλιά μας
ώσπου να αναστηθεί το ερημωμένο άνθος

Ας λατρέψουμε τον έρωτα που στέρεψε ο καρπός του
και κατέβηκε στη γη με βια και όψη

Εγώ και συ είμαστε το φως που αντέχει
της αφθαρσίας το εύθραυστο στάχυ

Τον έρωτα θαμμένο στην κακοκαιριά
σε χιόνι κι άνοιξη, σε φθινόπωρο και λήθη,
κι ας φτάσουμε το φως του νέου σπόρου
μες από την ανοιχτή δροσιά μιας καινούργιας πληγής
όπως ο γερο-έρωτας σιωπηλός πορεύεται
σε μια αιωνιότητα από θαμμένα λόγια

(απόδοση Χ. Κ.)

Πηγές

Διόρθωση και σχόλια: Χρήστος Κωτσακόπουλος

Άδεια Creative Commons
Αυτό το έργο χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .

Almodóvar Β’ : Η ωρίμανση και οι μεγάλες ερμηνεύτριες

Η Marisa Paredes δίνοντας μια από τις μεγαλύτερες ερμηνείες της, στην ταινία "Ψηλά Τακούνια"

Μια δημοτική σύμβουλος εισβάλει στο σπίτι της φίλης της με μια βαλίτσα γεμάτη κοκαΐνη και της ζητά να την κρύψει. Μάλιστα η βαλίτσα αυτή ανήκει σε έναν άγνωστο άνδρα που έτυχε να γνωρίσει έξω από το σπίτι της και πέρασε μαζί του μια νύχτα πάθους… Ξέχασα να αναφέρω πως όλα αυτά έγιναν την ίδια νύχτα που την παράτησε ο άντρας της.

Μια τόσο πρωτότυπη ιστορία, που φυσικά δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό το γεγονός, αποτελεί ένα από τα πλέον γνωστότερα έργα του μεγάλου Δασκάλου και έχει αφήσει ιστορία στην κινηματογραφία. Φέρει τον τίτλο «Γυναίκες στα Όρια Νευρικής Κρίσης».

Το έργο αυτό είναι μια  από τις χαρακτηριστικότερες δουλειές του Αλμοδόβαρ στην περίοδο ωρίμανσης της τεχνοτροπίας αλλά και του περιεχομένου των σεναρίων του. Για την ακρίβεια, η περίοδος αυτή θα έλεγα (δεν το βάζω απρόσωπο καθώς είναι καθαρά δική μου γνώμη, διότι δεν υπάρχει επίσημος διαχωρισμός), ξεκινάει με την πρώτη «σοβαρή» και προσεγμένα δουλεμένη ταινία εν ονόματι «Ματαδόρ». Χαρακτηριστικά τούτης της περιόδου είναι, πρώτο και κύριο, ότι εισάγει στα σενάρια του το δράμα και την τραγοκωμωδία, φλερτάροντας στο μεταίχμιο του μεγαλειώδους δράματος και της πεζότερης γελοιότητας . Αυτό είναι και ένα από τις μεγάλες συνεισφορές της Αλμοδοβαρικής κοσμοθεωρίας: Στον κινηματογράφο, όπως και στη ζωή, το τραγικό και το γελοίο, το υψηλό και το πεζό, η λεπτότις αλλά και ο «χονδροειδισμός» αναμειγνύονται  και σχηματίζουν ένα περίεργο αμάλγαμα που δίνει χρώμα και ποιητικότητα στις ζωές των ανθρώπων.

Επιπλέον, αξίζει αναφοράς το γεγονός πως τα έργα του Αλμοδόβαρ δεν είναι ανεξάρτητα, ούτε πηγάζουν από τυχαία εναύσματα  η συγκυρίες, αλλά είναι αποτέλεσμα πολυετών  διεργασιών και μελέτης που αποδεικνύεται από την «διακειμενικότητα» αυτών, τόσο εξωτερική όσο και εσωτερική: Με τον όρο εξωτερική, εννοείται το γεγονός ότι οι ταινίες του Δασκάλου μας παρουσιάζουν μια μεγάλη γκάμα μουσικών, λογοτεχνικών αλλά και γενικότερα καλλιτεχνικών δειγμάτων που σχετίζονται με το θέμα του έργου. Σε κάθε μια από τις ταινίες ανακαλύπτουμε ένα νέο τραγουδιστή, μια νέα εκτέλεση ενός κλασσικού τραγουδιού που σκόρπισε η λήθη και ο χρόνος, ένα πίνακα, ένα βιβλίο που ίσως να αποτέλεσε και την έμπνευση του έργου. Ακόμη και η διακόσμηση του περιβάλλοντος  (πίνακες, σπίτια, τοπία) αποτελούν μια πολύ καλή πρόταση του Αλμοδόβαρ προς το κοινό του. (Δεν θα επεκταθώ σε παραδείγματα για λόγους οικονομίας. Αρκεί κανείς να δει τις ταινίες για να το διαπιστώσει). Όσον αφορά την εσωτερική διακειμενικότητα, θεωρώ εκπληκτικό το γεγονός ότι τα έργα είναι αλληλένδετα θεματικά. Μπορεί κανείς να παρατηρήσει μια φράση, έναν διάλογο, μια απλή αναφορά σε ένα θέμα-ιστορία η οποία αργότερα γίνεται ολόκληρη ταινία (‘Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα βρίσκουμε στην ταινία «Το μυστικό μου λουλούδι» όπου η πρωταγωνίστρια, συγγραφέας ερωτικών μυθιστορημάτων, προτείνει στον εκδότη της ένα προσχέδιο βιβλίου που ετοίμαζε, στο οποίο μια γυναίκα ανακαλύπτει πως η κόρη της έχει σκοτώσει τον πατέρα επειδή εκείνος προσπάθησε να τη βιάσει, και η μάνα κρύβει πτώμα σε ένα ψυγείο για να το ξεφορτωθεί. Μήπως σας θυμίζει μια ταινία, είκοσι χρόνια μετά, που φέρει τον τίτλο «Volver»; Επίσης, η ταινία «Γυναίκες στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης» ξανακάνει την εμφάνιση της στην ταινία «Ραγισμένες Αγκαλιές»  ως την ταινία που γυρίζουν οι πρωταγωνιστές, ένας σκηνοθέτης και μια ηθοποιός. Στην ταινία «Κακή εκπαίδευση» ένα από τα σενάρια που επεξεργάζεται ο πρωταγωνιστής σχετίζεται με την εξαφάνιση μιας ηλικιωμένης που εμφανίζεται στην κόρη της μέσα από το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου ολοζώντανη, το οποίο έγινε βασικός άξονας στην ταινία «Volver». Ένα ακόμη παράδειγμα πολύ ενδιαφέρον είναι ή εμφάνιση της Chus Lampeavre στις ταινίες «Μια ζωή ταλαιπωρία» και Το Μυστικό μου Λουλούδι» που ερμηνεύει μια μεσήλικα που μονίμως λέει ότι θέλει να επιστρέψει στο χωριό της. Στην ταινία «Volver» η ίδια ηθοποιός ενσαρκώνει μια ηλικιωμένη πια γιαγιά/θεία που η οικογένεια επισκέπτεται στο χωριό και δεν δέχεται με κανένα τρόπο να την πάρουν στην πόλη!).

Ένα τελευταίο στοιχείο που δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε, όσον αφορά την αισθητική είναι και τα χρώματα, που τόσο χαρακτηρίζουν τον κινηματογράφο του Αλμοδόβαρ. Τόσο η ισπανική αισθητική όσο και το προσωπικό στυλ του σκηνοθέτη τείνουν στη χρήση έντονων και φωτεινών χρωμάτων που σε πολλές περιπτώσεις προκαλούν εντύπωση ακόμα και στον συνδυασμό τους. Όπως αναφέραμε και πριν, η όλη ιδιοσυγκρασία του Δασκάλου γυρνά γύρω από την εκκεντρικότητα, το μεταίχμιο μεταξύ του υψηλού και του υπερβολικού, αλλά στην περίπτωση αυτή, ακόμη περισσότερο, θέλει να τονίσει την σημασία που έχουν οι αισθήσεις στην αντίληψη του ανθρώπου. Για το λόγω αυτό και όσα προαναφέρθηκαν, πολλοί έχουν επαινέσει τον Ισπανό σκηνοθέτη για το προσωπικό του γούστο και διακόσμηση και τον θεωρούν κορυφαίο στο χώρο του.

Κάνοντας ένα σύντομο πέρασμα από τις βασικές ταινίες που άφησαν εποχή θα ξεκινήσουμε από την πρώτη της περιόδου αυτής, «Ματαδόρ» Η προαναφερθείσα ταινία, μια φροϋδική ιστορία μεταξύ έρωτος και θανάτου, στήνεται με πολύ ποιητικό τρόπο γύρω από το μοτίβο της ταυρομαχίας. (Όπως αναφέρθηκε στο προηγούμενο άρθρο, ο Αλμοδόβαρ σε όλα του τα έργα αντιπαραθέτει το καθαρά ισπανικό στοιχείο σε αρμονία με το ξενόφερτο, το σύγχρονο και το εκκεντρικό.) Άλλες ταινίες ιδιαίτερου ενδιαφέροντος της εποχής είναι το «Νόμο του Πόθου» (όπου για πρώτη φορά γίνεται αναφορά στην ομοφυλοφιλία με τόσο άμεσο τρόπο), τα «Ψηλά Τακούνια»  (η τραγική ιστορία κόρης και μάνας που το πεπρωμένο και οι άνδρες τις χωρίζουν αλλά και τις ενώνουν παράλληλα), «Το Μυστικό μου Λουλούδι» (ένα από τα αριστουργήματα του κατά τη γνώμη μου, μια γυναίκα στα όρια του παραλογισμού για έναν έρωτα προσπαθεί να ορθοποδήσει και να βρει τη θέση της στην κοινωνία αλλά και στη ζωή) και φυσικά η «Καυτή Σάρκα» (μία ταινία αφιερωμένη στον έρωτα κάθε είδους, ξαφνικό, παράνομο, πλατωνικό, σαρκικό κτλπ). Στο ενδιάμεσο, μεσολαβούν και άλλοι τίτλοι μικρότερης σημασίας. Το νήμα όμως που διαπερνά και δίνει μια συνοχή στο έργο του μεγάλου σκηνοθέτη, πέραν από τα πρωτότυπα μοτίβα και ιστορίες, είναι ο ανθρωπιστικός χαρακτήρας που διέπει αυτά τα έργα. Το πάθος, ο πόθος, ο έρωτας, ο θάνατος και η τρέλα, για πρώτη φορά απομυθοποιούνται, παίρνουν τα μεγέθη και την ένταση του κάθε χαρακτήρα, και στο τέλος, ο Αλμοδόβαρ καταφέρνει να μας πείσει ότι δεν μιλάμε για κάτι το κατακριτέο ή το δακτυλοδεικτούμενο, αλλά ένα κομμάτι μιας πραγματικότητας που όλοι ζούμε απλά δεν τολμάμε να το εξωτερικεύσουμε.

Για να κλείσουμε και με αυτήν την εποχή, ένα πολύ βασικό χαρακτηριστικό αλλά και μεγαλείο που αποκτά ο κινηματογράφος του Αλμοδόβαρ, καθώς το προδίδει και ο τίτλος είναι οι μεγάλοι ερμηνευτές: Ηθοποιοί αλλά και τραγουδιστές.

Τα έργα αυτά, με πρώτο να παρελαύνει το «Ματαδόρ», περιέχουν μερικούς από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες παγκοσμίως: Η Μίνα, η μεγαλύτερη καλλιτέχνης που έβγαλε η Ιταλία μέχρι σήμερα, τραγουδά στα ισπανικά τον τίτλο «Espérame en el cielo». Η Luz Casal, έρχεται λίγα χρόνια αργότερα να κάνει την εμφάνιση και ταυτόχρονα την αποθέωση της στο στερέωμα της ισπανικής μουσικής τραγουδώντας τους πασίγνωστους τίτλους «Piensa en mí» και «Un año de amor». Αργότερα, στην ταινία «Το μυστικό μου λουλούδι» κάνει την πρώτη του μεγάλη εμφάνιση ο γνωστός χορευτής φλαμένκο Joaquín Cortés. Ένα κόμη μεγάλο αστέρι που έφερε στο φως μετά από δεκαετίες αφάνειας και παρακμής είναι η μεγάλη Chavela Vargas που ερμήνευσε για τον σκηνοθέτη, σε διαφορετικές περιστάσεις τα τραγούδια «Luz de luna» και το «Somos». Και φυσικά τα φωτεινά αστέρια στον Αλμοδοβαρικό ουρανό αποτελούν οι μεγάλες ερμηνεύτριες και ερμηνευτές που έδωσαν σάρκα και οστά στα έργα του. Η Marisa Paredes, η Carmen Maura, η Victoria Abril, Antonio Banderas, Rossy de Palma, είναι μερικοί από τους μεγάλους καλλιτέχνες που πολύ αργότερα κατέκτησαν την κορυφή του ισπανικού και διεθνούς κινηματογράφου. Ο κάθε ένας από αυτούς, αλλά και από εκείνους που δεν αναφέρω, ενέπνευσαν και ενσάρκωσαν τους ρόλους και τους χαρακτήρες του Δασκάλου με τέτοιο τρόπο που η αναγνώριση τους υπήρξε άμεση. Μάλιστα η Marisa Paredes έφτασε να γίνει και Διευθύντρια της Ισπανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου και σήμερα να θεωρείται η μεγαλύτερη ηθοποιός που είχε η χώρα.

Με αυτά, λοιπόν, τα λίγα (που λέει ο λόγος) λόγια κλείνουμε και την δεύτερη περίοδο του έργου του μεγάλου σκηνοθέτη. Στο επόμενο και τελευταίο άρθρο θα δούμε την πορεία του μέχρι και σήμερα.

Χ.Κ.

Άδεια Creative Commons
Αυτό το έργο χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .

Almodóvar Α’: Ο άνθρωπος & Τα πρώτα του βήματα

Image
Σκηνή από τη νέα ταινία "Το Δέρμα που Κατοικώ", με πρωταγωνιστές τους Antonio Banderas και Elena Anaya

Σε μια γωνιά της Μάντσα, της οποίας το όνομα να θυμηθώ δεν θέλω, γεννήθηκε κάπου στα μέσα του αιώνα ένα ακόμη μεγάλο αστέρι του Ισπανικού πολιτισμού που έμελλε να σημαδέψει, όχι μόνο τον κινηματογράφο, αλλά και όλες τις άλλες τέχνες της Ισπανίας των τελευταίων δεκαετιών του 20 αιώνα. Σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ηθοποιός και πάνω από όλα «τέρας» μορφώσεως και ήθους. Τιμήθηκε με τις μεγαλύτερες διακρίσεις όπως Όσκαρ, Γκόγια, Φοίνικες κτλπ όπως επίσης κατέχει τίτλους Επίτιμου Διδάκτορος του Πανεπιστημίου του Χάρβαντ και είναι μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας τεχνών και γραμμάτων.

Γεννημένος σε μια εποχή δύσκολη για τα ελεύθερα πνεύματα, και σε μια περιοχή της Ισπανίας όπου ο φρανκισμός επισκίαζε κάθε τι το οποίο δεν ακολουθούσε το τρίπτυχο «Οικογένεια, Καθολικισμός, και Φολκλόρ», o μικρός  Pedro Almodóvar Caballero φοίτησε σε ένα καθολικό σχολείο της γενέτειρας του το οποίο επρόκειτο να τον σημαδέψει περισσότερο απ’ ότι και ο ίδιος θα περίμενε. Σε ένα παραδοσιακό περίγυρο που αποτελείτο κυρίως από γυναίκες, μαζί με τις δυσκολίες που πέρασε αποτέλεσαν και έμπνευση για την αυτοβιογραφική του ταινία «Κακή εκπαίδευση» ή το αριστούργημα του «Γύρνα Πίσω». Στα δεκαέξι του χρόνια μεταφέρθηκε με τη μητέρα του, άνθρωπο που αποτέλεσε μεγάλη έμπνευση για το μετέπειτα έργο του, στην ισπανική πρωτεύουσα όπου ασχολήθηκε με δουλειές του ποδαριού, καθώς το καθεστώς του Φράνκο δεν επέτρεπε την άνθηση του κινηματογράφου. Εκεί, γνώρισε ανθρώπους της δικιάς του ιδιοσυγκρασίας, ανθρώπους που ήξεραν ότι η κατάσταση αυτή δεν θα κρατούσε για πολύ ακόμη. Αυτοί αποτέλεσαν και τους πρωτεργάτες της λεγόμενης «Movida Madrileña».

Το κίνημα αυτό, από το οποίο ο ίδιος επηρεάστηκε αλλά και επηρέασε, ξέσπασε στα τέλη της δεκαετίας του 70, μετά το θάνατο του δικτάτορα και την μεταβατική περίοδο της Ισπανικής μεταπολίτευσης. Η καταπίεση που είχε προκαλέσει ο ισπανικός εμφύλιος (1936-39) κατασπαράζοντας τη χώρα και πνίγοντας το αίσθημα των Ισπανών στον φόβο και την καχυποψία, είχε ως αποτέλεσμα, μετά το πέρας του καθεστώτος, το ξέσπασμα των ανήσυχων πνευμάτων, το άνοιγμα της χώρας και της κοινωνίας σε νέες ιδέες και αισθητική, καθώς και τη δημιουργία νέων τρόπων έκφρασης. Αναδύθηκαν, λοιπόν, τότε τα «κωλόπαιδα» της εποχής όπου σήμερα αποτελούν τα μεγαλύτερα ονόματα της ισπανικής τέχνης: Luz Casal, Joaquín Sabina, Los Secretos, Ana Belén κτλ.

Καρποί και γόνοι της εποχής εκείνης αποτέλεσαν και η πρώτες ταινίες του μεγάλου σκηνοθέτη, όπως «Η Πέπη, η Λούση, η Μπομ και τ’ άλλα Κορίτσια», «Αμαρτωλές Καλόγριες», «Λαβύρινθος του Πάθους», «Μια Ζωή Ταλαιπωρία». Αυτές αποτελούν την πρώτη περίοδο της καλλιτεχνική του δραστηριότητας η οποία χαρακτηρίζεται, εκατό τοις εκατό, από τα ιδιαίτερα στοιχεία του Κινήματος της Μαδρίτης. Ιδεολογικά, βλέπουμε τους πρωταγωνιστές να επιδίδονται στις πιο ακραίες ελευθεριακές πράξεις και συμπεριφορές, τα πιο ακραία και ριζοσπαστικά στοιχεία μιας κοινωνίας, που αρχικά κρυβόταν από τον εαυτό της, να βγάζουν προς τα έξω τις πιο «αμαρτωλές», πιο  βαθιές και πιο ανισόρροπες σκέψεις και αντιδράσεις. Βλέπουμε ανθρώπους να αυνανίζονται απροκάλυπτα και δημοσίως, γυναίκες που πάνω στην έξαρση των ναρκωτικών και του αλκοόλ να κάνουν έρωτα με τους πιο περίεργους και ανορθόδοξους τρόπους, σε τέτοιο σημείο όπου ακόμη και τα πιο φιλελεύθερα μυαλά της εποχής μας να σοκάρονται η να τους προκαλούν απέχθεια πολλές από τις σκηνές αυτές. Επίσης παρατηρούμε τις κοινωνικές συμπεριφορές των ανθρώπων, οδηγημένους στα άκρα, να εκφράζονται με τον πιο παράδοξο τρόπο, όπως βιασμοί κατά τους οποίους το θύμα να το παίρνει ο ύπνος κτλ (αυτό το στοιχείο το συναντούμε και σε μεταγενέστερα έργα.) Ακόμη και η αισθητική των έργων αυτών, αν και σκιαγραφώντας τα βασικά στοιχεία του Αλμοδοβαρικού γούστου, κάποιες φορές καταλήγει να είναι «αντιαισθητική» στα μάτια του θεατή. Επιπλέον, βλέπουμε για πρώτη φορά στην ιστορία της ισπανικής τέχνης να εισβάλλουν ξενόφερτα στοιχεία όπως το Punk, Artistic Kitsch, οι Trans και οι Drag Queen, και φυσικά όλα αυτές οι θεματικές να συνδυάζονται άλλοτε αρμονικά με την παραδοσιακή ισπανική αισθητική, και άλλοτε λιγότερο (και κάποιες φορές βέβαια να έρχονται σε απόλυτη σύγκρουση).

Δεν είναι όμως να απορεί κανείς, και πολύ λιγότερο να κατηγορεί τα έργα αυτά για την υπερβολική τους επιδειξιμανία . Είναι, θα τολμούσε κανείς να πει, μια φυσιολογική αντίδραση μιας κοινωνίας που προσπαθεί να πετάξει από επάνω της την καταπίεση και τις προκαταλήψεις οκτώ αιώνων Ιεράς εξέτασης, τριών χρόνων φρικτού εμφυλίου (που σκότωσε το Λόρκα και εξόρισε τον Αλμπέρτι), και τέλος τεσσάρων δεκαετιών φόβου και καχυποψίας προς κάθε τι το καινοτόμο ή και απλώς διαφορετικό. Για τον ίδιο λόγο και ο σεναριογράφος-σκηνοθέτης έχει την πρόθεση περισσότερο να «σοκάρει», να σείσει και τέλος να γκρεμίσει τα κοινωνικά θεμέλια ενός λαού, τόσο παραδοσιακού όσο είναι οι Ισπανοί, παρά να διδάξει ή να ψυχαγωγήσει. Στα έργα του αυτά βλέπουμε την ανθρώπινη ανάγκη για επικοινωνία, την εξωτερίκευση του συναισθήματος και του πόθου δίχως ταμπού και εγκράτεια. Προσωπικά, πιστεύω ότι το βασικό χαρακτηριστικό του μεγάλου καλλιτέχνη είναι αυτή του η τάση να σκιαγραφεί μέσα από τα έργα του και να μελετά την ανθρώπινη φύση σε όλες της τις εκφάνσεις με βασικό άξονα τους πιο βαθείς πόθους και τα πιο καταχωνιασμένα πάθη της. Στα έργα του αυτά, όπως και στα επόμενα, δεν προσπαθεί να δικαιολογήσει τις ακραίες αυτές συμπεριφορές ή αντιδράσεις, αλλά, σαν απλώς παρατηρητής μας τα περνάει ως μια κρυμμένη πτυχή της ισπανικής πραγματικότητας. Όπως θα δούμε σε επόμενο άρθρο, σε ένα μεταγενέστερο επίπεδο μπαίνει στην ψυχολογία των χαρακτήρων του, τους ζει, και τους κατανοεί.

Για πρώτη φορά, λοιπόν, η Ισπανία κάθεται στο ντιβάνι του ψυχολόγου και βγάζει ό,τι πιο σκοτεινό και απεχθές κρύβει μέσα της, για να βρει τον εαυτό της και να ισορροπήσει μέσα από αυτήν την διαδικασία και να βρει τον πραγματικό της εαυτό. Αυτή, λοιπόν η πρώτη περίοδος είναι που σφυρηλάτησε την μετέπειτα πορεία του Αλμοδόβαρ.

 Χ.Κ.

Άδεια Creative Commons
Αυτό το έργο χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .