Καθισμένη ακόμα μια φορά μπροστά από το αγαπημένο της παράθυρο, εκεί που πάντα απο μικρή της άρεσε να κάθεται με τις ώρες και να χαζεύει το δρόμο. Εκεί που η ζέστη απο το καλοριφέρ ανέβαινε στο πρόσωπό της και την έκαιγε. Σε αυτή την αγαπημένη της θέση από όπου χανόταν στα πιο μοναχικά της ταξίδια. Μιά θέση στο παράθυρο, όπως άλλωστε επέλεγε πάντοτε σε όλα της τα ταξίδια είτε αυτά γινόντουσαν με αμάξι, με τρένο ή με αεροπλάνο. Ένα παράθυρο ήταν πάντοτε το μέσο που την έφερνε κοντά στις δικές της σκέψεις, στα δικά της όνειρα.
Στέκεται σχεδόν ημίγυμνη μπροστά στον δικό της κόσμο με μια λεπτή κουβέρτα να σκεπάζει το κορμί της. Η ημέρα βροχερή και θλιμμένη, όμως για κάποιο λόγο εκείνη καταφέρνει και εντοπίζει μια ανεξήγητη ομορφιά στο τοπίο που ξεδιπλώνεται στα μάτια της. Όλα της μοιάζουν τόσο ζωντανά, τόσο όμορφα. Το χρώμα από τα δέντρα, οι δρόμοι, το ίδιο της το μπαλκόνι. Είναι η πρώτη φορά που αυτή η βροχή δεν την τρομάζει, δεν της προκαλεί θλίψη και την κάνει να νιώθει πως θα μπορούσε με τις ώρες να τρέξει έξω και να περπατήσει χωρίς να νευριάζει για την ομπρέλα που δεν ανοίγει και για τα λασπόνερα που μουσκεύουν τα πατζάκια της. Η επιθυμία αυτή μέσα της γίνεται ολοένα και εντονότερη και η καρδιά της αρχίζει ξαφνικά να χτυπάει δυνατά. Όμορφα συναισθήματα την κατακλύζουν.
Τα μάτια της μισοκλείνουν και η ανάσα της βαραίνει.Αρχίζει να αφήνεται σε όλο αυτό το μεθύσι της στιγμής και ο νους της για μια ακόμα φορά αρχίζει το ταξίδι του σε μέρη γνώριμα. Μόλις σε λίγα λεπτά μεταμορφώνεται σε μια σύγχρονη Πυθία που μέσα απο τα δικά της αρώματα βυθίζεται σε σκέψεις και σε όνειρα, σε εικόνες του παρελθόντος μα όχι του μέλλοντος, όσο και αν αυτό θα το ήθελε πολύ. Αυτή την στιγμή τίποτα δεν την αγγίζει, τίποτα δεν είναι ικανό να την ξυπνήσει, όχι γιατί δεν γίνεται αλλα γιατί δεν το θέλει η ίδια. Τουλάχιστον έτσι νιώθει.
Η αμαξοστοιχία του μυαλού της δεν ταξιδεύει πολύ μακριά, μόλις μερικά χρόνια πριν. Στις ημέρες εκείνες που καθόταν στο ίδιο παράθυρο με τα ίδια όμορφα συναισθήματα και καρτερούσε τον γνώριμο ήχο απο το μηχανάκι του. Ήξερε οτι ήταν εκείνος πριν καν πλησιάσει το σπίτι της και έτρεχε στο μπαλκόνι να τον προλάβει για να του ρίξει το πιο όμορφο χαμόγελό της. Η άφιξή του σήμαινε ζωή για εκείνη. Το να μοιράζεται την ημέρα της μαζί του, απο το πιο απλό έως το πιο σύνθετο κομμάτι της, αυτό σήμαινε ανάσα ζωής για εκείνη. Όλες τις άλλες ώρες απλά ανάπνεε καρτερόντας την άφιξή του για να πετάξει ακόμα μια φορά στα σύννεφα. Εκείνη την περίοδο ένιωθε και η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο. Τίποτα δεν της έλειπε και για τίποτα δεν παραπονιόταν. Είχε όλα όσα ήθελε.. ή μήπως όχι?
Στην ερώτηση αυτή τα μάτια της έσφιξαν δυνατά. Το μυαλό ήθελε να συνεχίσει να ταξιδεύει εκεί, στο τότε, στις άπειρες όμορφες εικόνες που έπεφταν σαν λυτρωτική καταιγίδα μπρός στα μάτια της, όμως οι αναμνήσεις του σήμερα δεν της το επέτρεπαν. Μία άνιση μάχη άρχισε να εκτυλίσσεται ξαφνικά μέσα της. Οι όμορφες εικόνες του χθές δεν είχαν την δύναμη να υπερνικήσουν τις άσχημες του σήμερα. Ένας κόμπος έφτασε στον λαιμό της και τα μάτια της βούρκωσαν. Προσπάθησε με όση δύναμη είχε να συγκρατήσει τον χείμαρρο που καρτερούσε στις άκρες των ματιών της για να ξεχυθεί στα μάγουλά της. Δεν μπορούσε να το δεχτεί μέσα της το γεγονός πως έμειναν μόνο στάχτες να της μαυρίζουν την ίδια καρδιά που κάποτε χτυπούσε με τόση αγάπη. Δεν μπορούσε να δεχτεί μέσα της το πόσο εύκολα όλα έσβησαν σαν να ήταν γραφές με κιμωλία στον πράσινο πίνακα της ζωής της και εκείνος κρατούσε το σφουγγάρι. Τα τελευταία λόγια από το στόμα του βαριά που ηχούσαν ξανά και ξανά στα αυτιά της προσπαθώντας να φτάσουν ακόμα μια φορά ώς το βάθος της καρδιάς της για να την πληγώσουν.
Άνοιξε τα μάτια της με δυσκολία και ξαφνικά όλο το τοπίο της φάνηκε γκρίζο και μουντό. Μισούσε μέχρι και τον αέρα που ανάπνεε. Το δωμάτιο που κάποτε την γέμιζε ζεστασιά και αγάπη ξαφνικά την έπνιγε. Ήθελε να φωνάξει δυνατά αλλά κανείς δεν θα την καταλάβαινε, κανένας δεν θα την άκουγε. Ο δρόμος που κάποτε καρτερούσε με χαμόγελο στεκόταν ακόμα μπροστά της και έβγαζε απειλητικά μαχαίρι για να την κομματιάσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα και σκούπισε τα δάκρυά της. Έπρεπε πλέον να αποδεχτεί πως αυτή είναι η πραγματικότητα όσο και αν την πονάει μέσα της. Το ταξίδι στο οποίο είχε μόλις αφεθεί τελικά δεν της έκανε καθόλου καλό. Ήξερε πως δεν ήταν στο χέρι της να επιλέξει την διαδρομή. Ήξερε πως το μυαλό και η καρδιά της επέλεγαν αυτόβουλα την διαδρομή που τους ήταν γνώριμη, εκεί που τόσα χρόνια είχαν μάθει απο μόνα τους να βαδίζουν. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανε το ίδιο ταξίδι, δεν ήταν η πρώτη φορά που επέστρεφε απο αυτό με πόνο και με δάκρυα.
Τυλίχτηκε περισσότερο στην κουβέρτα της για να ζεστάνει το κορμί της που τώρα έτρεμε. Δεν άντεχε άλλο αυτό τον πόνο, όλο αυτό το μαρτύριο από τις αναμνήσεις που τρύπωναν με το έτσι θέλω στο μυαλό της και την μαστίγωναν στην καρδιά της. Πώς να το σταματήσει όλο αυτό, πώς να το αποτρέψει ξανά, άραγε να υπάρξει ποτέ τρόπος? Θυμάται την γιαγιά της να της λεει πως ο χρόνος γιατρεύει τις πληγές.. Πώς γίνεται όμως να πονάει ολοένα και περισσότερο με το πέρασμα του χρόνου? Πώς γίνεται εκείνος να την πλήγωνε τόσο πολύ όσο την είχε δίπλα του και όμως να συνεχίζει να την πληγώνει ακόμα και αν έφυγε μακριά της?
Όσο χανόταν σε ερωτήματα και σκέψεις και απορίες ούτε που συνειδητοποιούσε το πέρασμα της ημέρας. Ξαφνικά σαν απο μηχανής θεός ήρθε να την βγάλει απο τον λαβύρινθό της ο ήχος απο το κινητό της. Γύρισε και κοίταξε το γραφείο όπου το κινητό χοροπηδούσε σαν μεθυσμένο. Ήξερε πως αυτός ο ήχος δεν παρέπεμπε στο παρελθόν της αλλα στο μέλλον της και αυτό δεν χρειαζόταν να πάει κοντά για να το διαπιστώσει. Ήταν το μέλλον της που την καρτερούσε υπομονετικά όλο αυτό τον καιρό που εκείνη έσβηνε κάθε φορά στις αναμνήσεις του χθές. Που της άπλωνε το χέρι και της χάριζε χαμόγελα κάθε φορά που εκείνη λύγιζε στις αδυναμίες του μυαλού και της καρδιάς της. Σκούπισε τα τελευταία δάκρυά της και περπάτησε γοργά πρός το γραφείο για να απαντήσει. Είδε το όνομα στην οθόνη και χωρίς να το προσπαθήσει καν ένα χαμόγελο ήρθε και φώτισε το πρόσωπό της. Η φωνή του ήρθε να ζεστάνει την καρδιά που τόση ώρα είχε παγώσει για να μπορέσει και πάλι να αρχίσει να χτυπάει.
Μέσα της ήξερε καλά πως το μόνο που της έμενε να κάνει ήταν να χαμογελάσει στο μέλλον και να τα αφήσει όλα πίσω της. Όσο και αν την πόνεσε το χθές, όσο και αν την τρόμαζε το αύριο, όσο και αν φοβόταν να ξανανιώσει όπως ένιωθε κάποτε, ήξερε πως η πορεία της ζωής είναι μπροστά και όχι πίσω. Μπορεί έως σήμερα να κρατούσε άλλος το σφουγγάρι αλλά αυτός ο πίνακας της ζωής της είναι ακόμα μια φορά καθαρός για να γραφτεί μια καινούργια ιστορία και την κιμωλία την κρατούσε και πάλι εκείνη. Στο εξής πρέπει να αφεθεί σε ταξίδια που οδηγούν σε νέα μονοπάτια. Ακόμα και αν αυτα τα ταξίδια γίνουν από το ίδιο παράθυρο που σήμερα της έδωσε ακόμα μια φορά τόση θλίψη.
Στέκεται σχεδόν ημίγυμνη μπροστά στον δικό της κόσμο με μια λεπτή κουβέρτα να σκεπάζει το κορμί της. Η ημέρα βροχερή και θλιμμένη, όμως για κάποιο λόγο εκείνη καταφέρνει και εντοπίζει μια ανεξήγητη ομορφιά στο τοπίο που ξεδιπλώνεται στα μάτια της. Όλα της μοιάζουν τόσο ζωντανά, τόσο όμορφα. Το χρώμα από τα δέντρα, οι δρόμοι, το ίδιο της το μπαλκόνι. Είναι η πρώτη φορά που αυτή η βροχή δεν την τρομάζει, δεν της προκαλεί θλίψη και την κάνει να νιώθει πως θα μπορούσε με τις ώρες να τρέξει έξω και να περπατήσει χωρίς να νευριάζει για την ομπρέλα που δεν ανοίγει και για τα λασπόνερα που μουσκεύουν τα πατζάκια της. Η επιθυμία αυτή μέσα της γίνεται ολοένα και εντονότερη και η καρδιά της αρχίζει ξαφνικά να χτυπάει δυνατά. Όμορφα συναισθήματα την κατακλύζουν.
Τα μάτια της μισοκλείνουν και η ανάσα της βαραίνει.Αρχίζει να αφήνεται σε όλο αυτό το μεθύσι της στιγμής και ο νους της για μια ακόμα φορά αρχίζει το ταξίδι του σε μέρη γνώριμα. Μόλις σε λίγα λεπτά μεταμορφώνεται σε μια σύγχρονη Πυθία που μέσα απο τα δικά της αρώματα βυθίζεται σε σκέψεις και σε όνειρα, σε εικόνες του παρελθόντος μα όχι του μέλλοντος, όσο και αν αυτό θα το ήθελε πολύ. Αυτή την στιγμή τίποτα δεν την αγγίζει, τίποτα δεν είναι ικανό να την ξυπνήσει, όχι γιατί δεν γίνεται αλλα γιατί δεν το θέλει η ίδια. Τουλάχιστον έτσι νιώθει.
Η αμαξοστοιχία του μυαλού της δεν ταξιδεύει πολύ μακριά, μόλις μερικά χρόνια πριν. Στις ημέρες εκείνες που καθόταν στο ίδιο παράθυρο με τα ίδια όμορφα συναισθήματα και καρτερούσε τον γνώριμο ήχο απο το μηχανάκι του. Ήξερε οτι ήταν εκείνος πριν καν πλησιάσει το σπίτι της και έτρεχε στο μπαλκόνι να τον προλάβει για να του ρίξει το πιο όμορφο χαμόγελό της. Η άφιξή του σήμαινε ζωή για εκείνη. Το να μοιράζεται την ημέρα της μαζί του, απο το πιο απλό έως το πιο σύνθετο κομμάτι της, αυτό σήμαινε ανάσα ζωής για εκείνη. Όλες τις άλλες ώρες απλά ανάπνεε καρτερόντας την άφιξή του για να πετάξει ακόμα μια φορά στα σύννεφα. Εκείνη την περίοδο ένιωθε και η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο. Τίποτα δεν της έλειπε και για τίποτα δεν παραπονιόταν. Είχε όλα όσα ήθελε.. ή μήπως όχι?
Στην ερώτηση αυτή τα μάτια της έσφιξαν δυνατά. Το μυαλό ήθελε να συνεχίσει να ταξιδεύει εκεί, στο τότε, στις άπειρες όμορφες εικόνες που έπεφταν σαν λυτρωτική καταιγίδα μπρός στα μάτια της, όμως οι αναμνήσεις του σήμερα δεν της το επέτρεπαν. Μία άνιση μάχη άρχισε να εκτυλίσσεται ξαφνικά μέσα της. Οι όμορφες εικόνες του χθές δεν είχαν την δύναμη να υπερνικήσουν τις άσχημες του σήμερα. Ένας κόμπος έφτασε στον λαιμό της και τα μάτια της βούρκωσαν. Προσπάθησε με όση δύναμη είχε να συγκρατήσει τον χείμαρρο που καρτερούσε στις άκρες των ματιών της για να ξεχυθεί στα μάγουλά της. Δεν μπορούσε να το δεχτεί μέσα της το γεγονός πως έμειναν μόνο στάχτες να της μαυρίζουν την ίδια καρδιά που κάποτε χτυπούσε με τόση αγάπη. Δεν μπορούσε να δεχτεί μέσα της το πόσο εύκολα όλα έσβησαν σαν να ήταν γραφές με κιμωλία στον πράσινο πίνακα της ζωής της και εκείνος κρατούσε το σφουγγάρι. Τα τελευταία λόγια από το στόμα του βαριά που ηχούσαν ξανά και ξανά στα αυτιά της προσπαθώντας να φτάσουν ακόμα μια φορά ώς το βάθος της καρδιάς της για να την πληγώσουν.
Άνοιξε τα μάτια της με δυσκολία και ξαφνικά όλο το τοπίο της φάνηκε γκρίζο και μουντό. Μισούσε μέχρι και τον αέρα που ανάπνεε. Το δωμάτιο που κάποτε την γέμιζε ζεστασιά και αγάπη ξαφνικά την έπνιγε. Ήθελε να φωνάξει δυνατά αλλά κανείς δεν θα την καταλάβαινε, κανένας δεν θα την άκουγε. Ο δρόμος που κάποτε καρτερούσε με χαμόγελο στεκόταν ακόμα μπροστά της και έβγαζε απειλητικά μαχαίρι για να την κομματιάσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα και σκούπισε τα δάκρυά της. Έπρεπε πλέον να αποδεχτεί πως αυτή είναι η πραγματικότητα όσο και αν την πονάει μέσα της. Το ταξίδι στο οποίο είχε μόλις αφεθεί τελικά δεν της έκανε καθόλου καλό. Ήξερε πως δεν ήταν στο χέρι της να επιλέξει την διαδρομή. Ήξερε πως το μυαλό και η καρδιά της επέλεγαν αυτόβουλα την διαδρομή που τους ήταν γνώριμη, εκεί που τόσα χρόνια είχαν μάθει απο μόνα τους να βαδίζουν. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανε το ίδιο ταξίδι, δεν ήταν η πρώτη φορά που επέστρεφε απο αυτό με πόνο και με δάκρυα.
Τυλίχτηκε περισσότερο στην κουβέρτα της για να ζεστάνει το κορμί της που τώρα έτρεμε. Δεν άντεχε άλλο αυτό τον πόνο, όλο αυτό το μαρτύριο από τις αναμνήσεις που τρύπωναν με το έτσι θέλω στο μυαλό της και την μαστίγωναν στην καρδιά της. Πώς να το σταματήσει όλο αυτό, πώς να το αποτρέψει ξανά, άραγε να υπάρξει ποτέ τρόπος? Θυμάται την γιαγιά της να της λεει πως ο χρόνος γιατρεύει τις πληγές.. Πώς γίνεται όμως να πονάει ολοένα και περισσότερο με το πέρασμα του χρόνου? Πώς γίνεται εκείνος να την πλήγωνε τόσο πολύ όσο την είχε δίπλα του και όμως να συνεχίζει να την πληγώνει ακόμα και αν έφυγε μακριά της?
Όσο χανόταν σε ερωτήματα και σκέψεις και απορίες ούτε που συνειδητοποιούσε το πέρασμα της ημέρας. Ξαφνικά σαν απο μηχανής θεός ήρθε να την βγάλει απο τον λαβύρινθό της ο ήχος απο το κινητό της. Γύρισε και κοίταξε το γραφείο όπου το κινητό χοροπηδούσε σαν μεθυσμένο. Ήξερε πως αυτός ο ήχος δεν παρέπεμπε στο παρελθόν της αλλα στο μέλλον της και αυτό δεν χρειαζόταν να πάει κοντά για να το διαπιστώσει. Ήταν το μέλλον της που την καρτερούσε υπομονετικά όλο αυτό τον καιρό που εκείνη έσβηνε κάθε φορά στις αναμνήσεις του χθές. Που της άπλωνε το χέρι και της χάριζε χαμόγελα κάθε φορά που εκείνη λύγιζε στις αδυναμίες του μυαλού και της καρδιάς της. Σκούπισε τα τελευταία δάκρυά της και περπάτησε γοργά πρός το γραφείο για να απαντήσει. Είδε το όνομα στην οθόνη και χωρίς να το προσπαθήσει καν ένα χαμόγελο ήρθε και φώτισε το πρόσωπό της. Η φωνή του ήρθε να ζεστάνει την καρδιά που τόση ώρα είχε παγώσει για να μπορέσει και πάλι να αρχίσει να χτυπάει.
Μέσα της ήξερε καλά πως το μόνο που της έμενε να κάνει ήταν να χαμογελάσει στο μέλλον και να τα αφήσει όλα πίσω της. Όσο και αν την πόνεσε το χθές, όσο και αν την τρόμαζε το αύριο, όσο και αν φοβόταν να ξανανιώσει όπως ένιωθε κάποτε, ήξερε πως η πορεία της ζωής είναι μπροστά και όχι πίσω. Μπορεί έως σήμερα να κρατούσε άλλος το σφουγγάρι αλλά αυτός ο πίνακας της ζωής της είναι ακόμα μια φορά καθαρός για να γραφτεί μια καινούργια ιστορία και την κιμωλία την κρατούσε και πάλι εκείνη. Στο εξής πρέπει να αφεθεί σε ταξίδια που οδηγούν σε νέα μονοπάτια. Ακόμα και αν αυτα τα ταξίδια γίνουν από το ίδιο παράθυρο που σήμερα της έδωσε ακόμα μια φορά τόση θλίψη.











