Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Αδέσποτες σκύλες - Dahlia de la Cerda

Image

Γεννημένη το 1985, η Ντάλια δε λα Σέρδα είδε τις Αδέσποτες σκύλες της, μια συλλογή διηγημάτων, να μεταφράζονται, να διαβάζονται, να συζητιούνται, να αποκτούν ένα hype στο διαδίκτυο, να προτείνονται για βράβευση, πρόσφατα κυκλοφόρησαν και στα ελληνικά, σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη, από τις εκδόσεις Carnívora, με το εστιασμένο ενδιαφέρον της κίτρινης σειράς, σε γυναικείες (κυρίως) ισπανόφωνες συγγραφείς.

Δεκατρία διηγήματα μεσαίας έκτασης, όλα σε πρώτο θηλυκό πρόσωπο, με ευθεία δευτεροπρόσωπη απεύθυνση σε ένα άλαλο, αμέτοχο εσύ, ένα μπουκέτο από διάφορες φωνές, πότε ηλικιωμένες, πότε νεκρές, πότε προνομιούχες, πάντοτε ωστόσο με έναν θυμό, λιγότερο ή περισσότερο εμφανή, με μια διάθεση να ακουστούν, να πουν την ιστορία τους τώρα που τους δόθηκε η ευκαιρία, πριν σωπάσουν οριστικά, να στρέψουν το βλέμμα σε εκείνη την πρότερη ζωή, σε όσα την προσδιόρισαν και, αργά ή γρήγορα την καθόρισαν, όσα εκείνες υπήρξαν, ενάντια σε όσα οι άλλοι θεωρούσαν πως βλέπουν, πως έχουν απέναντί τους, όσα οι άλλοι καταδίκασαν.

Η συνοχή μιας συλλογής διηγημάτων, το χτύπημα απέναντι στην τυχαία συνύπαρξη πλάι πλάι, είναι καθοριστική για την αναγνωστική πρόσληψη. Κάποια μικρά νήματα ενώνουν κάποιες ιστορίες μεταξύ τους, ένας δεύτερος ρόλος σε κάποια γίνεται πρώτος, όμως αυτό δεν είναι το καθοριστικό νήμα, ο απαραίτητος άξονας περιστροφής. Ούτε η γλώσσα, μεγάλη εδώ η συνεισφορά της μεταφράστριας, είναι ομόφωνη, συναισθήματα κοινά υπάρχουν, το γλωσσικό πλαίσιο είναι σύγχρονο, η αμεσότητα και η παντελής έλλειψη λογοτεχνικού ραφιναρίσματος, επίσης, ωστόσο είναι διακριτές, όπως διακριτή είναι και η ζωή τους, το πλαίσιο ύπαρξης, μόνο με πολλές υποχωρήσεις και συμβιβασμούς μπορούμε να μιλήσουμε για μια κοινή γυναικεία εμπειρία. Το νήμα, λοιπόν, είναι ακριβώς αυτή η διακριτότητα μεταξύ των αφηγηματικών υποκειμένων, αυτές οι δεκατρείς, που θα μπορούσαν να είναι ακόμα περισσότερες, αφηγήτριες που εξιστορούν πώς συνέβησαν τα πράγματα, ποια ήταν η καθοριστική στιγμή που με τον τρόπο της η καθεμία πήρε την απόφαση, την κρίσιμη απόφαση, επωμίστηκε δια παντός τον ρόλο του θύτη ή του θύματος, έκλαψε όταν πια οι δακρυϊκοί αδένες απορρυθμίστηκαν.

Για μένα, το σοκαριστικό δεν είναι οι αφηγήσεις αυτές, αλλά το γεγονός πως ακούγονται σπάνια, σχεδόν ποτέ από τις ίδιες τις αφηγήτριες, τα ίδια τα υποκείμενα, αλλά ετεροκαθορίζονται, ετεροαφηγούνται. Σοκαριστικό, για μένα επίσης, είναι αυτή η αντανακλαστική σκέψη περί της πιθανότητας υπερβολής, αυτή η απόπειρα να εντοπιστεί και να καυτηριαστεί η αιμορραγούσα πληγή, να υποτιμηθεί, η ευκολία με την οποία το προνόμιο λέει: τα παραλές. Θυμός, οργή και θλίψη. Κυρίως, ωστόσο, αμεσότητα και στεγνότητα, χωρίς καλολογικά στοιχεία, χωρίς φιοριτούρες. Ακόμα και σήμερα, που μπορούμε να πούμε πως οι γυναίκες πια ακούγονται περισσότερο από παλιά, το στερεότυπο της γλυκούλας αφηγήτριας δεν έχει κατατροπωθεί, όχι πλήρως, θέλουμε στυλ, θέλουμε υπαινιγμό, θέλουμε σκέρτσο και νάζι, θέλουμε μια επιβεβαίωση από μεριάς τους πως τα πράγματα είναι καλύτερα, πως λίγη χαριτωμενιά χωράει. Όμως, πώς αλλιώς μπορούν τα υποκείμενα να αφηγηθούν;

Η βιοποικιλότητα των διηγημάτων επιτρέπει στο φάσμα να αποκαλύψει τα μήκη κύματος ή τη συχνότητα της ακτινοβολίας, η γυναικεία στενωπός διαρρηγνύεται, η συγκολλητική ουσία διαλύεται, το περισσεύον υλικό είναι ικανό να αποδείξει την ασφυξία, στερεοτυπική και εργαλειοποιημένη, κατά πώς βολεύει το προνόμιο, τσουβάλιασμα άκριτο. Επιτρέπεται στο προνόμιο να επεκταθεί πέρα του φύλου, πέρα του σεξουαλικού προσανατολισμού, πέρα της ηλικίας, να επεκταθεί στο οικονομικοκοινωνικό στάτους, στο προνόμιο της τάξης, όχι αποκλειστικά και μόνο για να εξαιρέσει ή να διαχωρίσει, να απορρίψει κάποιες από τις γυναίκες, αλλά για να δείξει πώς το προνόμιο που φέρει δύναμη επιβολής δύναται να χρησιμοποιηθεί, ίσως ακόμα πώς ο κόσμος, έτσι όπως πορεύεται, μια ζούγκλα που προσβάλει τη ζούγκλα, εκεί που ο δυνατός επιβάλλεται, λειτουργεί.

Η εκφραστική λιτότητα, ακόμα και σήμερα, έχουμε πια 2026, συγχέεται με την ανικανότητα στη χρήση του λόγου, δεν της προσφέρεται ο χώρος που της αναλογεί, ο χώρος της επιλογής, της κατάλληλης χρήσης των εκφραστικών μέσων, της αμεσότητας, του θυμού, του στεγνού και γειωμένου ρεαλισμού, της καθημερινότητας και της αποφοράς της. Η ομορφιά συγχέεται με το μακιγιάρισμα, με τον αναχωρητισμό, υπαινιγμό απαιτούν, απαιτούμε, σχηματικές αφηγήσεις, δυσδιάκριτες αναλογίες με το πραγματικό. Η λογοτεχνία της Σέρδα έχει θυμό, οργή και θλίψη σε μεγάλες ποσότητες. Δεν έχει σημασία αν οι ιστορίες είναι βασισμένες σε πραγματικά γεγονότα, είναι πραγματικές γιατί είναι πιθανές, γιατί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συμβαίνουν καθημερινά. Η λογοτεχνία της Σέρδα μάλλον δεν θα διαβαστεί από εκείνους που συντελούν στο μακελειό, εκείνοι, ακόμα και αν διαβάσουν τις ιστορίες αυτές, θα επιχειρήσουν να μετριάσουν, να πλήξουν, να επισημάνουν, να προσθέσουν διάφορα αλλά, να αντιγυρίσουν και να στρεβλώσουν, να πετάξουν τη μπάλα στην κερκίδα, να μιλήσουν εν ονόματι μιας λογοτεχνίας, ιερής και αγίας, αποστειρωμένης, να επισημάνουν φορώντας τον φιλολογικό μανδύα, έχουνε μεγάλη γκαρνταρόμπα, ανάλογα με την περίσταση ντύνονται.

Η λογοτεχνία, η έκφραση του ανθρώπινου εν γένει, υπάγεται σίγουρα στο προσωπικό γούστο, είναι και αυτό ένα προνόμιο, ένα μπούνκερ αναχωρητισμού, η επιλογή συνολικά έχει χαρακτηριστικά ελιτισμού, ακόμα και αν τα απαρνείται σαν σκυλί που σκούζει. Και δεν εξαντλείται μόνο στην τέχνη η ατάκα θέλω να περάσω καλά, να ξεχαστώ. Κοιτάξτε την πρόσληψη της πραγματικότητας, της φρίκης, λίγες στιγμές μετά, ολοένα και πιο δυνατά ακούγονται οι φωνές που δηλώνουν πως βαρέθηκαν να ακούνε για το ένα ή το άλλο, λες και είναι μια τηλεοπτική σειρά και δεν σκοπεύουν να δουν το επόμενο επεισόδιο. Και ίσως το γεγονός πως η Σέρδα καταφεύγει, παρά τις όποιες επιρροές από την πραγματικότητα, στη μυθοπλασία να επισημαίνει ακόμα περισσότερο αυτή την επικράτεια αντιδράσεων, σαν να αποτελεί ένα άσσο στο μανίκι όσων λένε πως έχουν βαρεθεί τα ίδια και τα ίδια, απλά, μικρή διαφορά, το να βαριέσαι κάτι είναι προνόμιο, δηλώνει μια δυνατότητα επιλογής, εκεί που μεγάλο ποσοστό της θηλυκότητας, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει πρόσβαση, ο ζυγός του όποια θέλει μπορεί, όποια προσπαθήσει μπορεί, του λύσεις υπάρχουν και τα δηλωμένα αδιέξοδα δεν είναι παρά δικαιολογίες, είναι ο τρόπος του προνομίου να σκέφτεται και να ετεροκαθορίζει άπαντες, εγώ θα έκανα αυτό, ναι, θα το έκανες γιατί μπορείς, τι διάολο σου είναι δύσκολο να καταλάβεις.

Τα δώδεκα πρώτα διηγήματα προετοιμάζουν το έδαφος για το δέκατο τρίτο, εκεί που όλοι οι παραπόταμοι της φρίκης έρχονται να συναντηθούν και να ενωθούν, παρέα με τις αφηγήσεις που δεν χώρεσαν στη συλλογή αυτή, πεπερασμένη η επιφάνεια και τόση η φρίκη, εδώ η όποια μυθοπλαστική αμφίεση ξηλώνεται για να αποκαλύψει τη γυμνή αλήθεια, είτε από το δοκίμιο, την έρευνα, τα στατιστικά δεδομένα, είτε από τη μυθοπλασία, από όπου και να κινήσει κανείς εδώ στη μεγάλη δύσοσμη γούρνα του κόσμου πέφτει και παλεύει να επιπλεύσει, να αναπνεύσει, να κοιτάξει τον ουρανό.

Ακόμα μια φορά. Τα διηγήματα της Σέρδα δεν σοκάρουν για αυτά που αφηγούνται, στη θεωρία, όσο ψεύτης και υποκριτής και αν είναι κανείς, τα γνωρίζουμε, όσο και αν εθελοτυφλούμε γιατί βαριόμαστε και δεν έχουμε όρεξη για τέτοια, μια ζωή την έχουμε και τα λοιπά και τα λοιπά, αλλά, τα διηγήματα αυτά σοκάρουν, ακριβώς γιατί πατάνε πάνω στην άρνησή μας να αντικρίσουμε τον κόσμο που μας περιβάλλει, να στρέψουμε το βλέμμα πέρα και μακριά από το οικόπεδο που περιφράξαμε για να ζήσουμε ήσυχοι και καθησυχασμένοι, αυτό το τριγκάρισμα που ενεργοποιεί την αντανακλαστική κουβέντα: υπερβολές, έλα τώρα.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora 

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Ο πετρίτης - J. A. Baker

Image

Όταν έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο αυτό, ένιωσα μια αμφιθυμία έντονη, διάβασα δυο φορές το οπισθόφυλλο για να βεβαιωθώ πως όντως το βιβλίο αυτό ήταν η ημερολογιακή καταγραφή ενός πετρίτη, είδος γερακιού, στην αγγλική ύπαιθρο τη δεκαετία του '60, κατά τη διάρκεια της παραμονής των πουλιών αυτών σε εκείνα τα μέρη. Η αμφιθυμία, ως εκκρεμές σε κίνηση, στη μια άκρη της ταλάντωσης συναντούσε την επικράτεια της δεδομένης επιθυμίας μου για δοκιμή αναγνωσμάτων έξω από την όποια ζώνη άνεσης, στην άλλη άκρη το ερώτημα: τι με ενδιαφέρει εμένα ένα τέτοιο βιβλίο, με τόσα επιθυμητά αδιάβαστα να με περιμένουν; Τελικά, η απόφαση για ανάγνωση υποβοηθήθηκε, μάλλον υποσυνείδητα, από τη λαχτάρα μου να διαβάζω/ακούω αφηγήσεις εμμονής ή/και μονομανίας με έντονο το στοιχείο του πάθους.

Η οικολογοτεχνία δεν είναι σε καμία περίπτωση καταχώρηση στο αγαπημένο μου μενού. Παρότι ολοένα και πιο επίκαιρη, εγώ αναζητώ κυρίως αστικά περιβάλλοντα στη λογοτεχνία. Υπάρχει, βέβαια, όπως σε κάθε υπό διαμόρφωση αλλά και αίρεση κανόνα, μια, τουλάχιστον, εξαίρεση. Στην περίπτωση αυτή το Walden ή Η ζωή στο δάσος του Θορώ. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες της ανάγνωσης το είχα το βιβλίο αυτό κατά νου, το ημερολόγιο καταγραφής της σποράς πατάτας, ο διαρκής υπολογισμός του κόστους, η θέα του γαλανού ουρανού από θέση ύπτια στο νερό της λίμνης, η άρνηση του συγγραφέα να πληρώσει φόρους που θα πήγαιναν σε έναν ακόμα πόλεμο, η αβίαστη απόλαυση που η ανθρώπινη μοναξιά του προσέφερε.

Αν δεν υπήρχε το πάθος του Μπέικερ, λίγες σελίδες θα άντεχα, ίσως, αν δεν υπήρχε το πάθος αυτό, να μην είχε εκδοθεί ποτέ Ο πετρίτης. Το πάθος υπερκαλύπτει τις όποιες αρετές στη γραφή του ή, για την ακρίβεια, το πάθος του μετασχηματίζεται μέσα από τις λέξεις και τις περιγραφές, μια γλώσσα δουλεμένη αλλά όχι προσποιητή, μια ποιητικότητα γλυκιά και όχι γλυκερή, πάθος εμμονικό, αυτό που γυρεύω καθημερινά. Και άπαξ και η αμφιθυμία καταλάγιασε, και η ανάγνωση μπήκε στις ράγες μιας αργής και νωχελικής περιδιάβασης στο πλευρό του συγγραφέα/αφηγητή/παρατηρητή, η παράδοση υπήρξε άνευ όρων, ένιωθα κι εγώ να είμαι σε εκείνες τις υγρές και τεράστιες εκτάσεις που ακόμα δεν είχα αποτελέσει θήρα της αστικοποίησης, της εξάπλωσης του Λονδίνου, της επίμονης και επίφοβης επέλασης του ανθρώπινου στο φυσικό περιβάλλον.

Η παρατήρηση και η καταγραφή δεν είναι μέρος της ζωής του συγγραφέα εντός των γραμμών του βιβλίου αυτού, ελάχιστα, ως και τίποτα, μαθαίνουμε για εκείνον, ποιος είναι, από πού έρχεται, πού μένει, πώς κερδίζει τον επιούσιο. Μόνο η παρατήρηση του πετρίτη. Δεν μαθαίνουμε επίσης τίποτα για το τι συμβαίνει μερικά χιλιόμετρα μακριά σε μια περίοδο που μετά το τέλος του πολέμου βρίσκει την Αγγλία σε φάση πλήρους ανάπτυξης. Δεν μπορώ να ξέρω πόσο δύσκολο ή εύκολο ήταν για τον Μπέικερ να τα κρατήσει όλα αυτά εκτός, να παραμείνει προσηλωμένος στη γραφή στον ίδιο βαθμό που υπήρξε στην παρατήρηση του πετρίτη. Αυτή η μονομανία λειτούργησε περίφημα, δεν ήταν κάποια παράπλευρη δραστηριότητα της καθημερινότητάς του, αλλά η καθημερινότητά του ήταν εκείνη που πορευόταν παραπλεύρως και στα σκοτεινά τού κυρίου ενδιαφέροντός του.

Ο πετρίτης, σχετικά πρόσφατα, γνώρισε ένα νέο κύμα ενδιαφέροντος. Δεν μου προκαλεί εντύπωση αυτό, έχουμε απομακρυνθεί τόσο από τον φυσικό κόσμο, παρότι τον αλώσαμε και τον καταλάβαμε, σχήμα οξύμωρο η απομάκρυνση δια του πλησιάσματος, που μια κοντινή στο αστικό κέντρο παρατήρηση ενός πουλιού αποπνέει έναν εξωτισμό, σαν να επρόκειτο για την παρατήρηση κάποιου άγριου ζώου σε κάποια δυσπρόσιτη αφρικανική σαβάνα. Επίσης, η προσήλωση σε ένα πάθος, η μη διάσπαση της προσοχής, το μη ανικανοποιητό συναίσθημα, ο θόρυβος, ο όποιος θόρυβος, που προέρχεται από τη φύση και όχι από τον άνθρωπο και τις μηχανές, το δέος που η παρατήρηση ενός ζώου προκαλεί εξαιτίας της μη ματαιότητας της ύπαρξης, της μη βαρεμάρας, όπως παρατηρούσε εύστοχα ο πάσχων από ανίατη βαρεμάρα και ματαιότητα Λεοπάρντι. Όλα αυτά είναι ικανά να προκαλέσουν εντύπωση, ίσως και τότε, τη δεκαετία του '60 να συνέβαινε το ίδιο, αναλογικά πάντα, ίσως και τότε η απόσταση να ήταν ευδιάκριτη. Όπως, ταυτόχρονα, δεν μου προκαλεί εντύπωση η αρνητική, χωρίς να δοκιμάσει να περπατήσει στο πλευρό τού συγγραφέα, στάση του σημερινού αναγνώστη, η ανοικειότητα που νιώθει να τον κατακλύζει και να του γεννά απροθυμία. Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Ένα δείγμα, μία παράγραφος, ίσως σας προσανατολίσει καλύτερα:

Άφηνε νωχελικά τον άνεμο να την παρασέρνει· απόμακρη, απειλητική. Ισορροπούσε στα 700 μέτρα ύψος, ενώ το άσπρο σύννεφο πίσω της πέρασε και τράβηξε για τη νότια όχθη του ποταμόκολπου. Αργά-αργά οι φτερούγες της μαζεύτηκαν πίσω. Γλιστρούσε στον αέρα τόσο ήρεμα που ήταν σαν να κρεμόταν από τεντωμένο καλώδιο. Αυτή η επικράτηση επί του ανέμου που μούγκριζε, αυτή η μεγαλοπρέπεια κι η ευγενής δύναμη του πετάγματός της μ' έκαναν να βγάλω μια φωνή και να χοροπηδήσω από ενθουσιασμό. Μόλις είχα δει ό,τι ωραιότερο μπορεί να δει κανείς από τους πετρίτες, σκέφτηκα. Δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσω· δεν θα θελήσω ποτέ να την αναζητήσω ξανά. Φυσικά, δεν ήταν καθόλου έτσι. Ποτέ δεν χορταίνεις.

Ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους φανς του Πετρίτη, ένας από εκείνους που συνέβαλαν στην επιστροφή του στο προσκήνιο, πενήντα χρόνια μετά, εν μέσω οικολογικής ανησυχίας –όχι όλων σίγουρα αλλά τι σημασία έχει αυτό– υπήρξε ο Ρόμπερτ Μακφάρλεϊν. Πριν από τέσσερα χρόνια διάβασα το βιβλίο του, Υπογαία (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδόσεις Μεταίχμιο). Ολοκλήρωνα το τότε κείμενο λέγοντας: Ένα βιβλίο διαφορετικό από ό,τι άλλο είχα διαβάσει. Αυτό το σχόλιο δεν έχει να κάνει με το μη μυθοπλαστικό, αλλά με το περιεχόμενό του. Ο συγγραφέας είχε επισκεφθεί διάφορα μέρη στον πλανήτη, από τους πάγους στον Βόρειο Πόλο μέχρι τις κατακόμβες του Παρισιού, και είχε καταγράψει την οριακή –τουλάχιστον, για εμάς τους μη ριψοκίνδυνους ταξιδευτές– εμπειρία του. Αν κάτι τότε με είχε ενοχλήσει, αυτό ήταν η κάπως γλυκερή ενίοτε γλώσσα που χρησιμοποιούσε, είχα, τότε, σκεφτεί πως ίσως ήταν θέμα της μετάφρασης. Διαβάζοντας τον Πετρίτη, μια ξεκάθαρη, ομολογημένη επιπλέον από τον ίδιο, επιρροή, μπορώ να υποθέσω πως και το πρωτότυπο κείμενο έπασχε από τη γλυκερή γεύση που εκείνη η ανάγνωση άφησε στον ουρανίσκο μου.

Ένα ακόμα νήμα ξεπετάχθηκε μπροστά μου: η Μαρία Ξυλούρη και Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου, το πάθος με το οποίο μιλούσε για βιβλία που είχαν να κάνουν με πουλιά και την παρατήρησή τους, η συμβολή της στην έκδοση της Υπογαίας, δεν το θυμάμαι αλλά είμαι σίγουρος πως θα είχε αναφερθεί, ανάμεσα σε άλλα, και στον Πετρίτη.

Επιστρέφοντας στο βιβλίο και κλείνοντας το κείμενο αυτό, νιώθω την επιθυμία να αναφερθώ στο πάθος του Μπέικερ για να διευκρινίσω, αν όντως χρειάζεται, πως είναι καθάριο και απαλλαγμένο από διάθεση για διδαχή, για προσηλυτισμό, για επίδειξη. Ανόθευτος και πηγαίος ο ενθουσιασμός του, η προσήλωσή του όμοια με εκείνη κάθε ενός που έχει ένα ειδικό ενδιαφέρον, για εκείνον καθοριστικό και προφανές, και αφήνεται σε αυτό, αντλώντας πρώτιστα ο ίδιος ικανοποίηση από την παρατήρηση και εν συνεχεία από τη γραφή, που λειτουργεί ως ολοκλήρωση της εμπειρίας, το είδος του ερασιτέχνη που τόσο μοιάζει να εκλείπει στις μέρες μας, εκείνου που έλκεται από το πάθος του όπως τα έντομα από το φως. Και αυτό υπήρξε για μένα ο συνδετικός ιστός με το βιβλίο, το πάθος για κάτι που ποσοτικά δεν μπορεί να καταστεί σημαντικό, ειδικά σε μια εποχή όπως η σημερινή, όπου οι αγορές ρυθμίζουν τα δήθεν πάθη και ενδιαφέροντα, και όμως είναι.

Χωρίς να έχω διαβάσει το πρωτότυπο, νιώθω πως η μετάφραση της Ζαχαριάδου υπήρξε υποδειγματική παρά την προφανή δυσκολία να πατήσει κανείς ταυτόχρονα στη βάρκα του μη μυθοπλαστικού και τεχνικού και σε εκείνη της λεπτής λογοτεχνικής αποτύπωσής τους.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για την Υπογαία περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το πολύ καλό και αδικημένο μάλλον μυθιστόρημα της Ξυλούρη, Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Το στάδιο του Ουίμπλεντον - Daniele del Giudice

Image

Βρισκόμαστε στο 1983, δύο χρόνια πριν τον θάνατό του, ο Ίταλο Καλβίνο διαβάζει ένα πρωτόλειο έργο με έναν παράξενο τίτλο, Το στάδιο του Ουίμπλεντον, ενός νεαρού συγγραφέα με το όνομα Ντανιέλε ντελ Τζούντιτσε, με θέμα, όχι το τένις, αν εκεί πήγε το μυαλό σας, αλλά την αναζήτηση ενός νεκρού από χρόνια, κάπου ανάμεσα στη Βενετία και το Λονδίνο, ενός νεκρού συγγραφέα που δεν έγραψε ούτε μια γραμμή στη ζωή του και αυτό το γιατί προσπαθεί να καταλάβει το αφηγηματικό υποκείμενο, αφιερώνει γραμμές επί γραμμών σ' ένα βιβλίο, που θα κυκλοφορήσει με πρόλογο του Καλβίνο, για έναν συγγραφέα που δεν έγραψε ούτε μια γραμμή.

Ένα αφηγηματικό παιχνίδι, μια μεταμοντέρνα κατασκευή, η συγγραφή στον πυρήνα, διαρκώς παρούσα, πολύ του γούστου του Καλβίνο, παιχνίδια και πειράματα γραφής έκανε κατά κόρον και ο ίδιος, η λογοτεχνία πάντοτε στο επίκεντρο, σ' έναν βωμό τοποθετημένη, δεν υπήρξε ένας βέβηλος, αλλά ένας φανατικός πιστός, που εκεί, στη λογοτεχνία, βρήκε μια επικράτεια σωτηρίας σε έναν κόσμο χωρίς αφήγηση βαρετό και μονότονο, όπως τα παιδιά, πριν υποστούν την απομαγευτική ενηλικίωση, βρίσκουν μια διέξοδο στο παιχνίδι, να πετάνε και να υποδέχονται τη μπάλα, να παρακολουθούν τον αγώνα και να συζητούν, να παθιάζονται· κάπως έτσι συμβαίνει και με τη λογοτεχνία.

Κάπου αλλού, λίγο δυτικά και βόρεια, ένας άλλος σπουδαίος βρισκόταν εν ζωή και δεν θα πέθαινε παρά πριν περάσουν είκοσι ακόμα χρόνια, ο Μορίς Μπλανσό, παρότι δεν έζησε ποτέ στο φως, αλλά στο σκοτάδι, της γραφής και του συλλογισμού της, ίσως εκείνος που περισσότερο απ' όλους τους συγγραφείς κυνήγησε να ζήσει και εν τέλει έζησε με τον τρόπο που η θεωρία της λογοτεχνίας επέτασσε, θεωρία στην οποία συνέβαλε και εκείνος, να αναζητήσετε τον Χώρο της λογοτεχνίας, ένας απομονωμένος παρατηρητής, παίρνω όλο το θάρρος να πω πως αυτό το βιβλίο, Το στάδιο του Ουίμπλεντον, πολύ του γούστου του θα ήτανε, η ιδιότυπη αυτή απόπειρα σύνθεσης μιας απούσας εργογραφίας ενός συγγραφέα νεκρού από χρόνια, ίσως, συνεχίζω να παίρνω όλο το θάρρος, πως, όπως στο έργο του ποτέ δεν ήταν ξεκάθαρο ποιο πρόσωπο είναι ποιο, όχι αν είναι ο Γιάννης ή ο Γιώργος, αλλά αν είναι το υποκείμενο της παρατήρησης, ο παρατηρητής αφηγητής, ο παρατηρούμενος αφηγητής, το αντικείμενο της παρατήρησης, ή αν όλα αυτά είναι ένα κοινό πρόσωπο σε ένα δωμάτιο γεμάτο με καθρέφτες, είδωλα και παιχνίδια του φωτός και της αντανάκλασής του, έτσι και εδώ, ο αναγνώστης, εγώ είμαι αυτός, από κάποιο σημείο και ύστερα θα σκεφτεί, μήπως αυτό το βιβλίο δεν έχει γραφτεί ακόμα, μήπως πρόκειται ένας νεαρός συγγραφέας να το γράψει δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Τζούντιτσε, ενός συγγραφέα που δεν έγραψε ούτε μια γραμμή, παρότι τριγυρνούσε ακατάπαυστα στη χώρα εκείνη της γραφής και της ανάγνωσης, τριγυρνούσε και αναρωτιόταν αν υπάρχει χώρος και για εκείνον πέρα από το να θεωρητικολογεί και να κρίνει, να διαβάζει και να βυθίζεται ολοένα και βαθύτερα στο σώμα της λογοτεχνίας, να αναρωτιέται αν υπάρχει κάτι ακόμα να ειπωθεί ή αν όλες οι ιστορίες, ακόμα και εκείνες για συγγραφείς που δεν έγραψαν ούτε μια γραμμή, έχουν ειπωθεί.

Είναι αναφανδόν γελοιότητα η συχνή δήλωση κατά δήλωση συγγραφέων πως δεν διαβάζουν για να μην επηρεαστούν, απόδειξη ίσως της θείας απουσίας, αφού κανείς κεραυνός δεν σχίζει τη στιγμή εκείνη τον ουρανό, παράλληλα όμως είναι και μια μεγάλη αλήθεια με τον τρόπο της, γιατί, αν διάβαζαν ίσως και να μην έγραφαν έχοντας αποκτήσει μια ελάχιστη ιδέα της λογοτεχνικής ποιότητας και ποσότητας που κυκλοφορεί εκεί έξω, κάπως θα αντιλαμβάνονταν το μέγεθός τους, το μη μέγεθος, αν θέλω να είμαι ακριβής, και είναι ταυτόχρονα αληθές, διόλου παράδοξα, πως οι συγγραφείς εκείνοι που εν τέλει έγραψαν και γράφουν και πρόσθεσαν και προσθέτουν ένα λιθαράκι ή μία πλίνθο ολόκληρη στο οικοδόμημα είχαν διαβάσει πολύ και δεν σταμάτησαν να διαβάζουν πολύ, και αυτό δεν είναι παράδοξο γιατί λειτουργεί με τον τρόπο της πρώτης κατηγορίας, η λογοτεχνία, η πρόσληψη και ο μεταβολισμός της, τους υπέδειξε τη ρωγμή, τον ελάχιστο πια χώρο που όμως, όπως μια χαραμάδα ελάχιστη μπορεί να αποτελεί την είσοδο σε μια, πέρα από κάθε φαντασία, ευρύχωρη σπηλιά. 

Αν κάποιος με ρωτούσε, ποιο είναι το αγαπημένο μου λογοτεχνικό είδος, θα απαντούσα, αν και δεν θα ήμουν σίγουρος πως μπορεί να οριστεί ως είδος, πως είναι εκείνο που έχει στο επίκεντρό του τη λογοτεχνία, τη συγγραφή και την ανάγνωση, επειδή εκεί, εκτός από τα νήματα διακειμενικότητας τα οποία αχόρταγα σκύβω, κόβω και μαζεύω στο σακούλι μου, είναι και τα ερωτήματα, αλλά κυρίως οι απαντήσεις στα γιατί της γραφής και της ανάγνωσης, ερωτήματα και απαντήσεις που πολυποίκιλες καθώς είναι επιμένουν να θρυμματίζουν το είδωλο ενός μονοσήμαντων εξηγήσεων και ερμηνειών κόσμου, και αυτό το βιβλίο, που τυχαία εντόπισα και πολύ απόλαυσα, ανήκει στη λογοτεχνία που περισσότερο αγαπώ. Αποκολλώ και επικολλώ ένα σχετικό απόσπασμα:

«Κι ύστερα –ξανάρχισε– το να διαβάζεις επαγγελματικά για τους εκδότες, όπως εκείνος... Βλέπετε, στο μέτρο των δικών μου ασήμαντων δυνατοτήτων, από τότε που έγινα κάπως γνωστός εδώ, λαμβάνω πολλά βιβλία που άλλοτε δεν ελάμβανα. Όλα αυτά με αποθαρρύνουν απ' τη συγγραφή. Εγώ πλέον δεν γράφω τίποτα, το μόνο που κάνω είναι απλώς να διαχειρίζομαι τα λίγα που έχω γράψει κι αυτό ακόμα με δυσκολία. Όμως τα κοιτάζω, και κάποια είναι και καλά, αλλά, κυρίως, είναι τόσο πολλά και σκέφτομαι: γιατί να προσθέσω κι εγώ ακόμα ένα; Ίσως να συνέβη το ίδιο και με κείνον, εν μέρει τουλάχιστον...».

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Ιωάννα Παππά
Εκδόσεις Τραυλός 

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Ανοίξτε, ουρανοί - Seán Hewitt

Image

Απόφαση με την πρώτη ματιά, να διαβάσω τώρα το βιβλίο αυτό, χωρίς να ξέρω πολλά, κάπου είχε πάρει το μάτι μου κάτι για μια ερωτική ιστορία που συνέβη χρόνια πριν, κάπως στο μυαλό μου έγινε η σύνδεση, παντελώς αυθαίρετη αρχικά, αν και στη συνέχεια ως δια μαγείας επιβεβαιώθηκε, με τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα, αλλά και Το αγόρι από τη θάλασσα, το Ανοίξτε, ουρανοί είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Αγγλοϊρλανδού Σον Χιούιτ, που είχε στις αποσκευές του δύο ποιητικές συλλογές, ένα πρωτόλειο, λοιπόν, από μια επικράτεια που παραδοσιακά δίνει καλές ιστορίες αγάπης, από αυτές που όσες και να ειπωθούν, πάντα θα υπάρχει επιπλέον χώρος για μερικές ακόμα.

Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, είκοσι χρόνια μετά, θα βρει μια αγγελία για ένα σπίτι προς πώληση στο χωριό που μεγάλωσε, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς να δώσει χώρο στη λογική να αναπτύξει τα όποια επιχειρήματά της, θα κλείσει ραντεβού με τη μεσίτρια, θα οδηγήσει ως εκεί, θα τη συναντήσει, θα περιπλανηθεί μαζί της στους χώρους, δεν θα δώσει ιδιαίτερη προσοχή στα όσα εκείνη λέει για να τον πείσει. Το αφηγηματικό παρόν, οι σκόρπιες σκέψεις του αφηγητή, πράγματα για εκείνον γνωστά, βιωμένα, για τον αναγνώστη ακόμα άγνωστη γη, παρότι μπορεί να υποψιαστεί με ευκολία πως κάτι υπήρξε εκεί, κάτι συνέβη σε εκείνο το σπίτι, τότε παλιά, το αφηγηματικό παρόν, λοιπόν, θα το διαδεχθεί μια εκτενής ανάληψη από το παρελθόν, ο αφηγητής θα πιάσει το νήμα από την αρχή, θα συνοδεύσει τον αναγνώστη σε εκείνο το μονοπάτι.

Δεν υπάρχει τίποτα το πρωτότυπο ούτε ως προς το περιεχόμενο ούτε ως προς την κατασκευή, η ανάληψη μιας ερωτικής ιστορίας δύο εφήβων, του Τζέιμς, όπως ονομάζεται ο αφηγητής, που κάποια στιγμή συνειδητοποίησε την έλξη του για το ίδιο φύλο, συνειδητοποίηση που καθόρισε εν πολλοίς τη ζωή του σε εκείνη τη μικρή επαρχία, με τους δικούς της νόμους και κανόνες, εκεί που όλοι γνωρίζουν όλους, εκεί που το μυστικό είναι απλά κάτι που οι άλλοι δεν συζητάνε μπροστά σου, παρότι ξέρεις, το ξέρεις καλά, πως γνωρίζουν και κρίνουν και γελούν στα κρυφά, και του Λουκ, που ζει με μια οικογένεια αναδοχής, μετά τον χωρισμό των γονιών του, μια συνθήκη προσωρινή, αφού πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο ο πραγματικός του πατέρας να εμφανισθεί και να τον πάρει μαζί του. 

Μια ερωτική ιστορία που στιγμάτισε τον Τζέιμς, παρότι ένας εφηβικός έρωτας πάντοτε έχει κάτι το αφελές για τους ενήλικες, που υποτιμούν ως παιδιαρίσματα και σαχλαμάρες όλα αυτά, το μυαλό και η καρδιά των εφήβων, λένε, έχει τρομακτική ροπή προς το μελόδραμα και την υπερβολή, σαν εκείνοι ποτέ να μην υπήρξαν έφηβοι, ποτέ ερωτευμένοι έφηβοι, σαν να μην ένιωσαν ποτέ πως βρίσκονται στο τέλος του κόσμου. Η ένταση του στίγματος αυτού είναι διάχυτη στην αφήγηση, στην ανάληψη της παλιάς αυτής ιστορίας, και αυτή η διάχυτη ένταση είναι που βάζει πλάτες στο μάλλον χαζό αλλά συχνό ερώτημα του γιατί κάποιος να διηγηθεί μια ιστορία γνώριμη μέσες άκρες, όσο και αν ο τόπος, ο χρόνος και τα πρόσωπα είναι διαφορετικά, στον πυρήνα της δεν παύει να είναι γνώριμη και οικεία. Ο Χιούιτ πετυχαίνει να παραμείνει σε υψηλές εντάσεις, να μη φοβηθεί ο αφηγητής το συναίσθημά του, να μη φοβηθεί τα πλήγματα της αναπόλησης, της αναβίωσης εκείνων των μηνών.

Οι κουήρ ιστορίες ενηλικίωσης, αρκετές τα τελευταία χρόνια, που συνήθως περιλαμβάνουν και ένα στοιχείο ερωτικής ιστορίας, έχουν την τάση να κινούνται στις επικράτειες του θυμού, ενός θυμού ολοκληρωτικού, ενάντια σε όσους και όσα τους συμπεριφέρθηκαν με άσχημο τρόπο εξαιτίας της σεξουαλικότητάς τους, θυμός απέναντι στην οικογένεια και τη μικρή επαρχία, στη στενομυαλιά των συντοπιτών, την ανακούφιση που ακολουθεί τον θυμό, την ανακούφιση της φυγής, οριστικής συνήθως, για μια μεγαλύτερη πόλη εκεί όπου ένα νέο ξεκίνημα μοιάζει να είναι εφικτό, παρότι το παρελθόν είναι μια αποσκευή που δεν μπορούμε απλώς να ξεχάσουμε στον χώρο υποδοχής ενός σταθμού. Εδώ, στο Ανοίξτε, ουρανοί αυτός ο θυμός υποβόσκει, σίγουρα υπάρχει αλλά δεν κυριαρχεί, αυτό είναι κάτι το οποίο με απασχόλησε, αρχικά μου έκανε εντύπωση, σαν κάτι να έλειπε, προσπάθησα να το παρατηρήσω κατά την προώθηση της πλοκής, να το επιβεβαιώσω, έχει ενδιαφέρον πώς ο θυμός έχει ταυτιστεί μέσα μου με την ειλικρίνεια και την αληθοφάνεια κάθε ιστορίας όπως αυτή, σε τέτοιο βαθμό που πια δεν τη θεωρώ κάποιου είδους συναισθηματική καθοδήγηση, πόσο μάλλον εκβιασμό, αλλά αποτελεί ένα ζητούμενο, κάτι που έχει κυρίαρχη θέση στον εκάστοτε αυθαίρετα υψωμένο ορίζοντα προσδοκιών.

Σκέφτηκα πως ίσως αυτό έχει να κάνει με το ποιητικό υπόβαθρο του Χιούιτ, με τον τρόπο ενός ποιητή να αποτυπώνει το ρεαλιστικό στοιχείο, κάτι τέτοιο εκτίμησα πολύ στο δεύτερο μυθιστόρημα του Όσεαν Βουονκ, τον τρόπο με τον οποίο αποτύπωνε τον σκληρό ρεαλισμό εκείνης της αμερικανικής γωνιάς, χωρίς να απολύει την ποιητική του ταυτότητα, προσφέροντας έτσι μια διαφορετική ματιά σε κάτι που θεωρείται γνώριμο. Στην πορεία, σκέφτηκα επίσης πως αυτή η απόφαση εξυπηρετεί και την εξιστόρηση του εφηβικού εκείνου έρωτα, την ένταση και τον ολοκληρωτικό της χαρακτήρα για τον αφηγητή, εκείνο το κλισέ που λέει πως από όταν τον αντίκρισε τίποτα άλλο δεν είχε σημασία παρά το να είναι μαζί του. Και ενώ η ποιητικότητα, τόσο άσχημα χρησιμοποιημένη κατά καιρούς και τόπους, που συχνά αφήνει ένα λίγωμα ως επίγευση, εδώ λειτούργησε περίφημα, ακριβώς γιατί ήρθε και κούμπωσε αρμονικά με την ένταση του συναισθήματος και της αναπόλησής του, δημιουργώντας ένα αντιστικτικό ώρες και στιγμές ζεύγος, που καθόρισε το σύνολο της κατασκευής, που την έκανε να ξεχωρίσει, να αναδυθεί με το δικό της αποτύπωμα παρότι το χωράφι και ο σπόρος έμοιαζαν να είναι εκ των προτέρων γνωστοί.

Η αναλυτική ανάληψη του παρελθόντος που ακολουθεί την παρορμητική και έντονα συναισθηματική απόφαση του αφηγητή να ταξιδέψει πίσω σε εκείνο το χωριά της Βόρειας Αγγλίας ώστε να δει το προς πώληση σπίτι, στο οποίο άλλοτε έμενε ο Λουκ, η άνιση έκταση της ανάληψης σε σχέση με το παρόν της αφήγησης, για το οποίο μόλις στο τέλος μαθαίνουμε δύο πράγματα, λειτουργεί επίσης σαν ένα ανάστροφο παγόβουνο. Ο Χιούιτ ποντάρει στην ένταση της τότε ιστορίας, καθόλου δεν τον ενδιαφέρει να πείσει, ωστόσο η αφήγηση χρειάζεται πειστικότητα, σε αυτό το μάλλον οξύμωρο σχήμα, δεν προβαίνει σε αναλογίες ένα προς ένα, δεν έρχεται να απλώσει το παρόν και το παρελθόν δίπλα δίπλα για να συγκρίνει, δεν λεπτολογεί στον τρόπο με τον οποίο έκτοτε η ζωή του καθορίστηκε από εκείνη την ιστορία, απόφαση, κατά τη γνώμη μου, καθοριστική, ως προς τη συνολική λειτουργία της πλοκής, που κρατά το αναγνωστικό βλέμμα προσηλωμένο στην ερωτική ιστορία, επιλέγοντας να αφήσει να εννοηθεί το μετά παρά το τότε. Έτσι, είναι στο χέρι του αναγνώστη αν θα πειστεί πως η ιστορία εκείνη θα μπορούσε να είναι τόσο καταλυτική ή όχι και η στάση απέναντι σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί, κάτι θα λέει για εκείνον τον αναγνώστη, η μυθοπλασία, άλλωστε, άλλο δεν είναι παρά μια σύμβαση με τις δικές της ιδιαιτερότητες, σε έναν κόσμο πλήρους απομάγευσης και σαρώματος της αυστηρής λογικής.

Συμπερασματικά, το Ανοίξτε, ουρανοί είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο με κάποιες πρόδηλες αρετές, που δεν προκαλεί τη δυσφορία της επανάληψης ενός γνώριμου αφηγηματικού μοντέλου. Ο Χιούιτ, στο πρωτόλειό του, συνεχίζει να κρατά την ποιητική σκευή του, μετατρέποντάς την σε πρόζα που ισορροπεί με σχετική άνεση στον λυρισμό και δεν προκαλεί λίγωμα στον ουρανίσκο, έχει μια καλή ιστορία να αφηγηθεί και το κάνει.

υγ. Για τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, για το βιβλίο του Βουόνγκ, Ο Aυτοκράτορας της Xαράς, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Στερέωμα

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Ξεφυλλίζοντας το '25, μέρος Γ', τα ιδιαίτερα εκείνα βιβλία

Η ανάγνωση είναι ο τρόπος μου να διασχίζω, να κατανοώ, να γνωρίζω, να μετράω τον κόσμο. Κάθε χρονιά σημαδεύεται από ωραία βιβλία, που έρχονται να προστεθούν στο αναγνωστικό ποτάμι που με τα χρόνια σχηματίστηκε και ρέει, με μια διάθεση απολογισμού, ταμείου όπως θα έλεγε ο οικονομολόγος μέσα μου, τα σταχυολογώ και συνηθίζω να τα χωρίζω σε μεταφρασμένα και ελληνικά, γιατί η γλώσσα γραφής είναι μια σημαντική διαφορά ως προς την αναγνωστική πρόσληψη. Υπάρχουν όμως και κάποια άλλα βιβλία κάθε χρονιά, που, αν κοιτάξω καλύτερα, αυτονομούνται, δίνοντας με τον τρόπο τους ένα στίγμα, ιπτάμενα αντικείμενα πάνω από μια εν πολλοίς αχαρτογράφητη/υπό χαρτογράφηση επικράτεια του εαυτού, βιβλία που τόσο η επιλογή, όσο και το αποτύπωμα που άφησαν, είναι μάλλον λανθασμένο να αποδοθεί στην απλή τυχαιότητα, είναι τα βιβλία εκείνα που συνωστίζονται σε ένα κομμάτι μύχιο, γεμάτο φόβους, ενοχές και άγνοια, είναι βιβλία που διατηρούνται με τον τρόπο τους στη μνήμη, στη σωματική μνήμη, μιλώ κάπως αδόκιμα, το ξέρω.

Φέτος, τα βιβλία αυτά σχηματίζουν ένα τρίγωνο, στις κορυφές βρίσκονται:

- Άτλαντας επούλωσης - Βάλια Τσιριγώτη (εκδόσεις 3.1). Το υποκείμενο της ανάγνωσης, τώρα που το άθροισμα των λέξεων διέφυγε οριστικά του ελέγχου τού υποκειμένου της γραφής, με τα δικά του γαμημένα που αντί να βγουν στο στόμα του σκαλώνουν στον αυχένα, στέκει απέναντι από τις λέξεις, τη μία μετά την άλλη, προτάσεις και περίοδοι, σελίδες επί σελίδων, κεφάλαια και ενότητες, συντεταγμένες χώρου σε ένα παροντικό χρονικό πλαίσιο, το υποκείμενο της ανάγνωσης, στην αρχή διστακτικά, εν συνεχεία ολοένα και περισσότερο, αφήνεται στις φροντίδες επούλωσης του υποκειμένου της καταγραφής του άτλαντα, η Τσιριγώτη, σ' αυτό το υβριδικό χρονογράφημα, διευκρίνηση της ίδιας στο εξώφυλλο, πάνω και αριστερά από μια καρδιά στο φούξια εξώφυλλο, περιδιαβαίνει τις γειτονιές, τα πόδια που πάνε και έρχονται, κοντοστέκονται σε τοπόσημα της πόλης και ανοίγουν το βήμα πριν τη σκοτεινή γωνιά, ξέρουν πως όλα είναι μέσα σε όλα, η ασφάλεια στην ανασφάλεια, η επούλωση στον πόνο, το τραύμα στο χάδι, όλα μαζί και όλα ταυτόχρονα συμβαίνουν σε αυτή την πόλη, αυτή τη στιγμή, σε κάθε πόλη και κάθε στιγμή, προνόμια που κινούνται άλλοτε με αυτοπεποίθηση, χαρισμένη από μια τυχαιότητα, και άλλοτε με ενοχή, τύψεις για έναν κόσμο άδικα φτιαγμένο, τις προάλλες έμαθα την έννοια της δυσθεΐας, δεν είναι πανάγαθος και γαμάτος τύπος ο εκεί ψηλά, αλλά γεμάτος από χαιρεκακία, ένας κακός. Και επειδή όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα, όλα μέσα σε όλα, την ίδια στιγμή, η Τσιριγώτη το αποτυπώνει αυτό, δεν ξέρω αν προγραμματικά ή διαισθητικά, στον χώρο που φύεται η έμπνευση, η αφήγηση και η ποίηση, αλλά καταφέρνει να μη λιγώσει τον καταπιόνα, να μη λυγίσει τα πόδια, να μην πλανέψει το μυαλό, να μην ξεματώσει την καρδιά, να μην αναχωρήσει από το εδώ και το τώρα με προορισμό μια υπερβατική ανυπαρξία, αλλά και να μην αποτυπώσει ψίχουλο ψίχουλο τον ζόφο, εκείνο ταυτόχρονα με το άλλο, εσύ αλλά και οι άλλοι, να μη νιώσει κανείς εκτός, ακόμα και εκείνος με το μεγαλύτερο φαινομενικά προνόμιο, ακόμα και εκείνος να νιώσει, το βάρος και το μερίδιο που του αναλογεί, να αναπνεύσει μακριά από εκείνο που του έλεγαν όταν ήταν μικρό παιδί και δεν έτρωγε τις μπάμιες πως τα παιδιά στην Αφρική δεν έχουν να φάνε και ύστερα, όταν ξάπλωνε χορτασμένο εν τέλει από κάποια εναλλακτική, παρά τις απειλές, νηστικός θα μείνεις, χορτασμένο ξάπλωνε και έβλεπε κλείνοντας τα μάτια παιδιά με την κοιλιά τούμπανο, τα πλευρά μετρήσιμα, τα μάτια ένα λευκό που ολοένα κοκκινίζει, ερυθρώνεται, δεν ξέρω αν υπάρχει αυτό το νόσημα, αυτός ο θάνατος, ακόμα και εκείνο το προνόμιο, έλεγα, ενσωματώνεται, το καθένα μας έχει κάποιο προνόμιο, ατέρμονο είναι το μέτρημα του ποιο το έχει μικρότερο. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα - Cristina Rivera Garza (μτφρ. Ασπασία Καμπύλη, Χριστίνα Φιλήμονος, εκδόσεις Carnívora). Μια προκαταβολική ενοχή, η πιθανότητα να μου αρέσει το βιβλίο αυτό και ας έλεγα μετά σε ένα κείμενο όπως αυτό πως γίνεται να πεις μου άρεσε για ένα βιβλίο όπως αυτό. Προσθέστε και το προφανές αντρικό προνόμιο του αναγνωστικού υποκειμένου, τώρα θα έχετε μια εικόνα σχετικά πλήρη για όσα πριν με κρατούσαν μακριά, για όσα φοβόμουν να δω να αναδύονται στην επιφάνεια, πλήγματα, πιθανά καίρια, στη γαματοσύνη του εαυτού, ποιος δεν θέλει να νιώθει γαμάτος και ξεχωριστός, ας μην είμαστε υποκριτές. Γύρισα σπίτι και ξεκίνησα την ανάγνωση το ίδιο βράδυ. Επιστρέφω στην ένοχη απόλαυση της ανάγνωσης. Με το στομάχι κόμπο, με το μυαλό να προσπαθεί διαρκώς να κρυφτεί πίσω από μια επιθυμητή μυθοπλασία και, όσο οι σελίδες περνούν και οδηγούμαστε στο σκληρό και ήδη γνωστό τέλος, να επιχειρεί να πείσει πως ένα εναλλακτικό τέλος, ένα έζησε αυτή καλά και εμείς καλύτερα, είναι εφικτό, με όλα αυτά σφηνωμένα κάπου στον αυχένα, η ανάγνωση υπήρξε απολαυστική, ναι, απολαυστική, η Λιλιάνα ήταν εκεί. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

Η μητέρα μου γελάει - Chantal Akerman (μτφρ. Μυρτώ Ταπεινού, εκδόσεις Πλήθος). Ένας από τους λόγους που νιώθω πως κάνω την καλύτερη δουλειά του κόσμου είναι η επαφή με ανθρώπους που διαβάζουν. Η λάμψη στα μάτια τους όταν μου λένε για ένα βιβλίο που διάβασαν, τότε εγώ σημειώνω. Η λάμψη στα μάτια είναι το ακλόνητο πειστήριο. Διαθέτει βαθμίδες, επίσης, οι μεμονωμένες φωνές κάποιες φορές συναντιούνται, επικαλύπτονται, συγκλίνουν, συμφωνούν. Θα κυκλοφορήσει το βιβλίο της Άκερμαν για τη μητέρα της, άρχισαν να λένε. Και καλά έκαναν και έλεγαν. Και αν κάπως νιώθω σίγουρος για τις συναισθηματικές λακκούβες, εκείνες στις οποίες ένιωσα να τσαλαβουτώ κι εγώ από σπόντα, πάντοτε στο τέλος μιας ανάγνωσης επικρέμαται η ανάγκη να γίνει κατανοητή και χειροπιαστή η συνολική εμπειρία, η αναζήτηση, συχνά απεγνωσμένη, της αντικειμενικότητας, της αιτιοκρατίας, το γιατί μου άρεσε αυτό το βιβλίο ή τι διαφορετικό είχε αυτό το βιβλίο ή γιατί από κάποιους θεωρείται σημαντικό αυτό το βιβλίο αν του αφαιρεθεί το συναίσθημα και η παρεπόμενη υποψία χειραγώγησης και εκβιασμού. Δεν ξέρω. Δοκίμασα με την αναφορά στην παιδικότητα. Δεν ξέρω πώς να το πω διαφορετικά, πώς να κατευθυνθώ στον πυρήνα της αναγνωστικής διαδικασίας, άχρηστη φιλολογική, και ανεπαρκής, σκευή. Δεν ξέρω και αυτή η άγνοια με ζεσταίνει. Αυτό το άγνωστο, γεμάτο μαγεία. Σαν τα κόλπα ενός ταχυδακτυλουργού που ποτέ δεν θέλω να βλέπω πίσω από το πέπλο. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη να λέω πόσο μου άρεσε το βιβλίο αυτό, πόσο σημαντικό το θεωρώ, διακρίνω μια λάμψη, πόσο σημαντικό το θεωρώ για μένα, χωρίς να ξέρω να το τεκμηριώσω επαρκώς, και όσο λιγότερα τεκμήρια φέρνω, τόσο το βλέμμα ενδύεται λάμψη. Παράδοξο ή και όχι. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

Επί των πλευρών και της επιφάνειας του τριγώνου, στέκουν επίσης:

Νεκρά κορίτσια - Selva Almada (μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδόσεις Κλειδάριθμος). 

Θα κάνω μνεία στην Κατερίνα Σεργίδου που, στην παρουσίαση του βιβλίου Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, είπε πόσο πολύ της κόστισε να ησυχάσει τις τύψεις που η ομορφιά της αφήγησης της γεννούσε κατά την ανάγνωση ενός τέτοιου φρικώδους συμβάντος. Είναι κάπως, η αλήθεια είναι, παράξενο να επιχειρήσεις μια χειρουργική διάκριση ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο, στο πώς και το τι της αφήγησης, σε περιπτώσεις όπως αυτή, ακόμα περισσότερο, είναι κάτι το οποίο συναντά διάφορες αγκυλώσεις, είναι μια ακόμα διαδικασία που επιβεβαιώνει τον ενεργητικό χαρακτήρα της ανάγνωσης, τη διάχυτη δυναμική της. Να μπορείς να κρίνεις κάτι ως λογοτεχνικό αποτέλεσμα, πέρα από το συναίσθημα ή το προνόμιο, να διαχωρίσεις, να σταχυολογήσεις μέσα σου, να βρεις το κουράγιο να είσαι εξίσου αυστηρός κριτής απέναντι στο δικό σου συναίσθημα. Όταν διάβαζα Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, μπορούσα να διακρίνω τη λογοτεχνική ομορφιά, τις λέξεις, τη δομή, τις χρονικές παρεκβάσεις, την αρτιότητα του συνόλου, ίσως αυτό να με κρατούσε επί ώρες συνεχόμενες στην ανάγνωση, να λειτουργούσε ως ένα ιδιότυπο προστατευτικό στομάχου, ένα μαλόξ σε λέξεις, και στο τέλος, όταν ένιωσα ένα σπάνιο συναίσθημα κάθαρσης να με κατακλύζει, συνειδητοποίησα πως το βιβλίο άλλο δεν ήταν παρά ένα μαυσωλείο που επιβεβαίωνε πως η Λιλιάνα υπήρξε σε αυτό τον κόσμο. Στα Νεκρά κορίτσια συνέβη κάτι αντίστοιχο, παρότι η Σέλβα, σε αντίθεση με την αδερφή τής Κριστίνα, την αδερφή τής δολοφονημένης Λιλιάνα, δεν σχετίζεται με τα νεκρά κορίτσια, ή ίσως συνέβη κάτι αντίστοιχο, και όχι παρόμοιο, ακριβώς επειδή η Σέλβα δεν σχετιζόταν άμεσα με τα νεκρά κορίτσια, παρά μόνο ως μια ανάμνηση των παιδικών της χρόνων, όταν οι κοινότητες, ακόμα και οι πλέον κοντινές χιλιομετρικά, ζούσαν απομονωμένες και οι ειδήσεις, όταν και όπως έφταναν, ασκούσαν άλλη επίδραση στη ζωή των ανθρώπων. Η Αλμάδα αντιμετωπίζει τον εαυτό της με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και στα μυθιστορήματά της, δεν του επιτρέπει να φανεί παραπάνω από την αναγκαία συμμετοχή στην αφήγηση, έτσι ώστε να μην επισκιάσει η παρουσία της ως αφηγηματικό υποκείμενο την ίδια την αφήγηση, έτσι και εδώ, σε κανένα σημείο, ακόμα και όταν μιλάει για τον ίδιο της τον εαυτό δεν προβάλει την εαυτή της, ακόμα και τότε την κατατάσσει στο πλήθος των τυχερών, εκείνων που επιβίωσαν, που το κακό πέρασε ξυστά από δίπλα τους, και, θα πρόσθετα, έχει ένα επιπλέον ενδιαφέρον να σκεφτούμε/υποθέσουμε ποιο θα μπορούσε να είναι το συναίσθημα πίσω από τη συγγραφή, εγώ, όπως και στην περίπτωση της Κριστίνα, το ένιωσα ως ενοχή, και αν η Κριστίνα ένιωθε πως κάτι θα μπορούσε να έχει κάνει για να προστατεύσει την αδερφή της, η Σέλβα νιώθει πως αυτός ο φόρος τιμής, η κατάθεση έναντι στη λήθη, είναι το ελάχιστο που εκείνη μπορεί από αυτό το μετερίζι να προσφέρει, να συμβάλλει, να συνταχθεί με τις φωνές, να πει αρκετά ως εδώ, και το γεγονός πως το κάνει με όρους καλής λογοτεχνίας ενισχύει τη φωνή, basta ya.

Image

 

- Ο κηπουρός και ο θάνατος - Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδόσεις Ίκαρος). Είναι απλό, γενικόλογο και ασφαλές επίσης, να ισχυρίζεται κανείς πως επιθυμεί να αποφεύγει τα έργα εκείνα που διέπονται από συναισθηματικό εκβιασμό, που τον τοποθετούν απέναντί τους και του φωνάζουν: κλάψε· αλλιώς, τι σόι άνθρωπος είσαι εσύ; Είναι επίσης απλό να ισχυρίζεται κανείς πως το θέμα γιος συγγραφέας γράφει για τη σχέση με τον πατέρα του, συνήθως πια νεκρό, είναι ένα ζήτημα που έχει εξαντληθεί, πως όλα τα σχετικά έχουν ειπωθεί. Αν όμως ταυτόχρονα ισχυριζόμαστε κάποιοι πως η λογοτεχνία είναι ένα μονοπάτι πέρα και έξω από τις στενωπούς του μονοσήμαντου κόσμου, τότε ίσως οι παραπάνω ισχυρισμοί να είναι τελικά πιο ανοιχτοί σε εξαιρέσεις, και ίσως, οι εξαιρέσεις αυτές να διέπονται από την αρχή: δεν έχει σημασία ποια ιστορία θα επιλέξει κάποιος να αφηγηθεί, σημασία έχει ο τρόπος· σημασία έχει επίσης το πότε και το πώς της ανάγνωσης. Δεν υπάρχει σωστό ή λάθος στο πένθος, δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Χωρίς καμία φιλοδοξία αντικειμενικής πρόσληψης του βιβλίου να με βαραίνει, θα μπορούσα να γράψω ένα μετακείμενο προσωπικής ανάγνωσης, να μιλήσω για τον πατέρα μου, να μην αναφερθώ στο βιβλίο του Γκοσποντίνοφ παρά μόνο ως μια αφορμή για να αγγίξω τα όρια μιας καταχωνιασμένης περιοχής εντός μου, το αναπόφευκτο της απώλειας. Αν θέλω να είμαι ειλικρινής απέναντί μου, όσο και αν αυτό ίσως είναι ένα βαρύ πλήγμα στη γαματοσύνη μου, πρέπει να ομολογήσω πως δεν συναισθάνθηκα τον πόνο της απώλειας του συγγραφέα, σε κάθε γωνιά, ακόμα και της πλέον προσωπικής αναφοράς, κάτι δικό μου αντίστοιχο εντόπιζα, κάτι μέσα μου κινιόταν, σάλευε, κόμποι αναδύονταν, δικά μου ήταν και τα δάκρυα εδώ και εκεί. Όλα αυτά, αν είχα υποδεχτεί το βιβλίο αυτό με ένα: και τι με νοιάζει εμένα που πέθανε ο μπαμπάς του και έκατσε και έγραψε γι' αυτό· δεν θα τα είχα νιώσει. Αν γενικότερα σκεφτόμουν με αυτόν τον τρόπο, μάλλον, δεν θα διάβαζα λογοτεχνία. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

Ο Μεγάλος Ρέι - Michael Kimball (μτφρ. Άκης Παπαντώνης, εκδόσεις Κίχλη). Θα κλέψω. Θα συμπεριλάβω στα ιδιαίτερα εκείνα βιβλία που διάβασα το '25 το βιβλίο που διάβασα πρώτο το '26. Θα αφήσω την καταχώρηση αυτή λειψή, το βιβλίο και η κλεψιά, ένα μικρό απόσπασμα μόνο: «Η ζωή του πατέρα μου ήταν συνηθισμένη με πάρα πολλούς τρόπους. Αναρωτιέμαι αν τον μετατρέπω σε κάτι περισσότερο από αυτό που ήταν μόνο και μόνο επειδή ήταν πατέρας μου».

Image

 

Αδειάζοντας το σπίτι των γονιών μου - Lydia Flem (μτφρ. Ματίνα Μαυρονικόλα, εκδόσεις Μελάνι). Είναι ο τρόπος μου να αντιλαμβάνομαι, να γνωρίζω, να παίρνω τη θέση μου, να (με) μαθαίνω, η λογοτεχνία, η ανάγνωση, (και) γι' αυτό διαβάζω, έτσι έχω μάθει να διασχίζω τον κόσμο. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να σημειώσω γιατί θέλησα να διαβάσω το βιβλίο αυτό, όσα χρόνια και αν περάσουν θα το ξέρω καλά. Ωστόσο, δεν γύρευα ένα εγχειρίδιο. Πρόσφατα διάβασα ένα βιβλίο, στο όριο της αυτοβιογραφίας και της αυτομυθοπλασίας, με θέμα τον γάμο και τον χωρισμό, επειδή διαβάζω για να κατανοήσω την ανθρώπινη εμπειρία και όχι για να διδαχτώ και να απομνημονεύσω, ευτυχώς τελείωσε η περίοδος σχολείο-σχολή, με ενόχλησε το σχόλιο μιας αναγνώστριας με υψηλές βλέψεις ως προς τη θέση της απέναντι στη λογοτεχνία, η οποία χωρίς να ασχοληθεί διόλου με το τεχνικό κομμάτι της κατασκευής, έμεινε απλώς στη σύγκριση της εμπειρίας τής συγγραφέως με τη δική της, έχω παντρευτεί και χωρίσει και ξέρω και δεν είναι έτσι όπως τα λέει εκείνη, είπε εν ολίγοις, άρα μάπα το καρπούζι, απεφάνθη. Και προφανώς καθένας μπορεί να έχει τη γνώμη του, αλλά και αντίστοιχα προφανώς καθένας μπορεί να εκφράζει την αντίρρησή του σ' αυτή κ.ο.κ. Αναφέρω αυτή την όχληση όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά για να θέσω (και για μένα τον ίδιο) ένα ελάχιστο πλαίσιο, ενοχλήθηκα ίσως γιατί θεωρούσα το πλαίσιο αυτό δεδομένο ή, μάλλον καλύτερα, ήθελα τέτοιο να το θεωρώ. Η ανάγνωση, η επαφή με την άλλη εμπειρία, σκέφτομαι, καταργεί τη μονοσημαντότητα του κόσμου τριγύρω, είναι μια από τις κύριες πολιτικές λειτουργίες της γραφής και επερχόμενα της ανάγνωσης. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

Περί γάμου και χωρισμού - Rachel Cusk (μτφρ. Θεοδώρα Δαρβίρη, εκδόσεις Gutenberg). Το βιβλίο στο οποίο αναφερόμουν παραπάνω. Η Κασκ είναι μια δεινή αφηγήτρια γιατί η πρόζα της έχει κάτι το πειστικό και ταυτόχρονα χειρουργικό, έτσι όπως ανασύρει, συνθέτει, συνδυάζει, επεξεργάζεται και αφήνει στο χαρτί ένα πυκνό υλικό καταγραφής και επεξεργασίας της δικής της ανθρώπινης εμπειρίας. Και αυτό δίνει λογοτεχνική υπηκοότητα στο αποτέλεσμα, την ώρα που του αφαιρείται η αντίστοιχη δοκιμιακή. Έχουμε έναν δέκτη με πολλά κανάλια, με διάφορα επίπεδα καταγραφής της καθημερινής εμπειρίας και έναν μίκτη επεξεργασίας των δεδομένων πριν από την έξοδο στα ηχεία. Είναι ο τρόπος με τον οποίο συνθέτει το βίωμα αυτό που ταυτόχρονα ενισχύει αλλά και υπονομεύει το αληθοφανές του τελικού αποτελέσματος, αυτό που το καθιστά, κατά τη γνώμη μου, μυθοπλασία, με μια πύκνωση που ίσως δεν διακρίνεται σε μια επιφανειακή και γρήγορη ανάγνωση. Μου έχει κολλήσει μια παρομοίωση: Ο τρόπος της Κασκ, της καλής αυτομυθοπλασίας εν γένει, είναι σαν κάποιος να περιγράφει τα δόντια του, τη μασητική εμπειρία, ένα κομματάκι κρέας που σκάλωσε και η οδοντογλυφίδα δεν τα κατάφερνε, ένα ελάχιστο φύλλο μαρουλιού κολλημένο ανάμεσα στα μπροστινά δόντια, τις επώδυνες επισκέψεις στον οδοντίατρο κτλ κτλ και όσο διαβάζεις αυτό το μάλλον αδιάφορο άθροισμα από οδοντικές εμπειρίες, ξαφνικά και αδιόρατα εμφανίζονται πυκνές ρίζες, κρυφές κύστες που δεν προειδοποιούν δια του πόνου, και φτάνει ίσως μέχρι το πρώτο ξέσκισμα του ούλου για την κάθοδο του πρώτου νεογιλού δοντιού και του μη κατανοητού και αβάσταχτου πόνου χωμένου βαθιά στη ντουλάπα της ζωής πριν τη μνήμη. Και καθόλου δεν θα βοηθήσει η οδοντική εμπειρία κάποιου, ακόμα και αν είναι ο πλέον επιμελής φροντιστής. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

Αυτό που δεν έχει όνομα -Piedad Bonnet (μτφρ. Καλυψώ Αγγελοπούλου, εκδόσεις Κυψέλη).  Πέρα από την (ενοχική) απόλαυση της ανάγνωσης, τις διακειμενικές αναφορές που κάποιες υπήρξαν κοινές (ο Όστερ ή ο Μαρίας για παράδειγμα) και άλλες σημειώθηκαν για περαιτέρω διερεύνηση, το έντονο συναίσθημα που η βιωματική γραφή της Μπονέτ μου γέννησε, υπήρξε και κάτι ακόμα που έκανε αυτή την ανάγνωση σημαντική και έχει να κάνει με τη διαπραγμάτευση του ζητήματος της ψυχικής υγείας με όρους θεραπείας. Ο Ντανιέλ είχε πάντοτε πρόσβαση σε ειδικούς με ισχυρή σύσταση, ένα προνόμιο οικονομικό και κοινωνικό το οποίο η πλειοψηφία δεν διαθέτει, επίσης, με βάση την αφήγηση της Μπονέτ, ο γιος της είχε και την υποστήριξη από τον οικογενειακό πυρήνα, ωστόσο δεν τα κατάφερε να υποτάξει τους δαίμονές του. Η αορατότητα της ψυχικής νόσου, παρά τις όποιες καμπύλες και νέες βιβλιογραφικές καταχωρήσεις, πέρασε κάτω από όλα τα ραντάρ, μεταμορφώθηκε, έδειξε να νικιέται, λούφαξε, αυτό που δεν έχει όνομα είχε τον τελευταίο λόγο. Το δεν υπάρχουν ασθένειες αλλά ασθενείς έμεινε απλώς ένα ευφυολόγημα, μια ευχή σε έναν θεό που δεν υπάρχει ή είναι κωφός. Η αυτοχειρία, η πράξη ή ο ιδεασμός της, ειδικά για τους ορθολογιστές δίχως μεταφυσικές ανησυχίες, υψώνει ακόμα ένα φιλοσοφικό ερώτημα, δοκιμάζοντας τα όρια της ηθικής/ορθής επιλογής της επιθυμίας για ζωή απέναντι στην επιθυμία για θάνατο, ερώτημα αντιμέτωπο με τον μονόλογο των ζωντανών και τη σιωπή των αυτόχειρων. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

Κάπως έτσι ολοκληρώνεται η απότιση τιμών και μνημών στο παρελθόν έτος. Καλή χρονιά να έχουμε.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Ξεφυλλίζοντας το '25, μέρος Β', τα ελληνικά

Πέρυσι, τεχνικά σωστό, συναισθηματικά παράξενο, τουλάχιστον ακόμα, διάβασα πολύ καλή ελληνική λογοτεχνία, που σε πείσμα πολλών δίνει καρπούς ζουμερούς και εύγευστους, σίγουρα όχι αναλογικά με την εκδιδόμενη ποσότητα, αλλά αυτό δεν είναι και τόσο σημαντικό, γενικά η στατιστική στη δημιουργία και την πρόσληψή της, ελάχιστα με απασχολεί. Εκείνο που ωστόσο με απασχολεί, εκείνο, να το θέσω καλύτερα, που με ευχαριστεί είναι η συγχρονία και η συγχωρία χωρίς το μεταφραστικό φίλτρο στο ενδιάμεσο, με το πολιτισμικό πλαίσιο διακριτό και γνώριμο, εδώ τριγύρω στα πέριξ, όχι κάπου αλλού.

Ας ξεκινήσω με τις δύο εκπλήξεις της χρονιάς, βιβλία που χωρίς να το περιμένω με ενθουσίασαν, χωρίς να έχω προλάβει να χτίσω έναν υποσχόμενο ορίζοντα προσδοκιών από τα πριν.

Η δεξιά ερωμένη - Πάνος Θεοδωρίδης (εκδόσεις Κείμενα). Εκ των υστέρων αντιλήφθηκα πως ο εκλιπών Θεοδωρίδης ήταν ιδιαιτέρως γνωστός, εγώ τον αγνοούσα, τι και αν το βασικό πεδίο έκφρασης ήταν για εκείνον αυτό που κάποτε αποκαλούταν μπλογκόσφαιρα. Δεν ήξερα τι να περιμένω, είχα εμπιστοσύνη στις εκδόσεις Κείμενα και τις επιλογές τους, το βιβλίο έφτασε στο βιβλιοπωλείο ένα απόγευμα καλοκαιρινό και βροχερό, ύστερα από λίγο άρχισα να το διαβάζω, κάποιες σελίδες μόνο, ήταν αρκετές. Γραμμένο το 1999, όταν πολλά απ' όσα σήμερα θεωρούμε λογοτεχνικά δεδομένα και σύγχρονα ήταν ακόμα σε στάδιο κύησης, όταν η αυτομυθοπλασία δεν είχε ακόμα ονοματιστεί, με μια γλώσσα τρομακτικά και ταιριαστά ωστόσο, φυσικά και όχι επιδεικτικά, πλούσια και πλουραλιστική, από την πιο στενή αργκό μέχρι τους βυζαντινούς χρόνους. Μια τεράστια έκπληξη, αναγνωστικά καθοριστική. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

- Πώς φιλιούνται οι αχινοί - Αλεξάνδρα Κ. (εκδόσεις Πατάκη). Αν είναι μια φορά σημαντικό (για μένα) να απαντηθεί το ερώτημα γιατί διάβασα ένα βιβλίο, άλλο τόσο σημαντικό (για μένα) είναι να απαντηθεί το γιατί δεν διάβασα ένα βιβλίο. Το Πώς φιλιούνται οι αχινοί κυκλοφόρησε το 2017, το είχα πιάσει αρκετές φορές στα χέρια μου για να το βάλω/κατεβάσω στο ράφι, ένα βιβλίο που διαβάστηκε αρκετά, που ακόμα συνεχίζει να διαβάζεται, και όμως ποτέ δεν άνοιξα την πρώτη σελίδα, να διαβάσω την πρώτη αράδα, αυτή την τόσο καθοριστική λίθο πριν από την ανέγερση του ορίζοντα προσδοκιών, του αυθαίρετου ορίζοντα προσδοκιών. Το καλοκαίρι (των εκπλήξεων) ήταν (και) αυτό (το βιβλίο). Είναι εδώ η στιγμή που θα μπορούσα να περιαυτολογήσω, να ανέλθω του βιβλίου και να αραδιάσω φράσεις/ατάκες όπως: έδωσα μια ευκαιρία, επέμεινα, θέλησα να είμαι σωστός και τίμιος κ.τ.λ· ενώ η αλήθεια είναι πως ζεσταινόμουν και είχα βολευτεί και το πιο εύκολο ήταν απλά να πιάσω να διαβάσω το βιβλίο που ήταν πιο κοντά μου και συνέχισα και πιάστηκα και ξέχασα πως ζεσταινόμουν και εκείνο το κεφάλαιο, τελικά, σαν ελατήριο λειτούργησε, σαν βατήρας, έτσι όπως το σύνολο του αμυντικού μηχανισμού χαλάρωσε, και πια οι προσδοκίες είχαν αποχωρήσει, οι ορίζοντες είχαν απομακρυνθεί και δεν υπόσχονταν εντυπωσιακά αιματοβαμμένα δειλινά, και έτσι χαλαρό, η συνέχεια με βρήκε μπόσικο με πήρε και με σήκωσε, δεν ήξερα από πού μου έσκασε. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

Βιβλία που πρόσμενα και δεν με απογοήτευσαν. Δύο μυθιστορήματα, η μεγάλη φόρμα είναι η αδυναμία μου, ίσως και η αχίλλειος πτέρνα της ελληνικής πεζογραφίας εκεί που το διήγημα και η νουβέλα βασιλεύουν.

Θα πέσει η νύχτα - Κωνσταντίνος Τζαμιώτης (εκδόσεις Μεταίχμιο). Ακολουθώ το έργο του Τζαμιώτη εδώ και χρόνια, από τα πρώτα του βήματα στις εκδόσεις Ίνδικτος. Πέρασαν πέντε χρόνια από το τελευταίο του βιβλίο, η αναμονή κορυφωνόταν, κάποιος μου είπε πως ετοίμαζε ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, το περίμενα πώς και τι. Κυκλοφόρησε το Θα πέσει η νύχτα και δεν άφησα στιγμή να περάσει, το ίδιο βράδυ άρχισα να το διαβάζω, πέρασα ώρες μαζί του, μια τενοντίτιδα ήταν το εμφανές σωματικό κατάλοιπο, απόρροια της βύθισης. Η γραφή του Τζαμιώτη, με το ενδιαφέρον για την ιστορία και την οξυδέρκεια στην παρατήρηση του κόσμου τριγύρω, συνδυάζει δύο χαρακτηριστικά, την αφηγηματική άνεση και το χτίσιμο στέρεων χαρακτήρων, των οποίων για μένα ηγείται ο Τρίκορφος (βλ. Η πόλη και η σιωπή). Ο Τζαμιώτης υπογράφει με έμπνευση, τεχνική και οξυδέρκεια ένα σημαντικό μυθιστόρημα, σε μια κορυφαία στιγμή της εργογραφίας του, αλλά και της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, πετυχαίνοντας να συγκεράσει λογιών λογιών φαινομενικά ετερόκλητα χαρακτηριστικά, να καταστήσει λειτουργικές και απαραίτητες ακόμα και τις όποιες αδυναμίες η μεγάλη φόρμα παρουσιάζει στο εξαντλητικής ταχύτητας και ερεθισμάτων σήμερα, δοκιμάζοντας να πάει κόντρα στο ρεύμα της μικρής και αποσπασματικής φόρμας που δείχνει να επικρατεί. Ωστόσο, η καταβύθιση στις σελίδες ενός καλού μυθιστορήματος είναι ένα από τα πλέον ασφαλή μπούνκερ καταφυγής και το Θα πέσει η νύχτα, πέρα από τις λοιπές αρετές του, είναι ένα χορταστικό μυθιστόρημα. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

Απάρνηση - Άρης Μαραγκόπουλος (εκδόσεις Τόπος). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν περίμενα απλώς και μόνο ένα ακόμα βιβλίο δια χειρός του δημιουργού, με το τόσο ευρύ και πολυσχιδές έργο στις αποσκευές του, αλλά και την ολοκλήρωση της τριλογίας «Οι κολυμπητές». Της Απάρνησης προηγήθηκαν το φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ και το Ω! Τι υπέροχη εκδρομή. Ήθελα να συναντήσω ξανά τα πρόσωπα, να αντικρίσω την καθημερινότητά τους, ήθελα όμως και να βρεθώ ξανά στη λογοτεχνική επικράτεια του Μαραγκόπουλου, και ήταν ωραία εκεί, ωραία παρά τις απώλειες και τον τριγύρω ζόφο, παρά την ολοένα και εντονότερη διολίσθηση στην απομάγευση του κόσμου. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

Έχοντας (και εδώ) διατρανώσει την προτίμησή μου για τη μεγάλη φόρμα, είναι η στιγμή να αναφέρω δύο πολύ καλές συλλογές διηγημάτων. Μια παρένθεση. Κάποτε, όταν ήμουν πολύ μικρός, άρχισα να ακούω μουσική, να αγοράζω cd, ήμουν μικρός και βάδιζα στα σκοτεινά, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ήταν μια προφανής επιλογή, για ένα μεγάλο διάστημα πίστευα πως όλοι οι δίσκοι ήταν φτιαγμένοι με αδιάφορα τραγούδια να συμπληρώνουν τα ένα δύο ωραία κομμάτια του δίσκου, τα χιτ. Ύστερα μεγάλωσα. Πέρασα την παρατήρηση αυτή και στα διηγήματα. Ένα που ξεχώριζε, αρκετά αδιάφορα/κακά για να συμπληρώσουν τις σελίδες, συλλογές διηγημάτων αλά Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Κλείνω την παρένθεση αυτή.

Τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά - Χρηστίνα Καλλιρρόη Γαρμπή (εκδόσεις Κείμενα). Το πρώτο διήγημα το διάβασα στη δουλειά. Σκάρτες δύο σελίδες, μιλάει για ένα χταπόδι στα χέρια ενός τουρίστα, το κοπανάει στον βράχο, πλατς, πλατς και πάλι πλατς, προλαβαίνω να υπογραμμίσω: «Άραγε πονάς όταν δεν έχεις κόκαλα; Τι είναι αυτό που συνθλίβεται πρώτο μέσα στο σώμα; Πλατς. Οι τρεις του καρδιές. Πλατς. Η πρώτη. Πλατς. Η δεύτερη. Πλατς. Η τρίτη. Ένας κομήτης ίσως μετέφερε τα πρώτα αυγά χταποδιού στη Γη. Πολύ θα ήθελα να ισχύει αυτό, κοιτάζω κι άλλο το μικρό αγόρι. Ένας κομήτης που έπεσε στη γη». Κλείνω το βιβλίο βιαστικά, το αφήνω στην άκρη, ήξερα αρκετά κιόλας, οι αδρές γραμμές του ορίζοντα προσδοκιών είχαν χαραχτεί, αυτού του βιβλίου τού έπρεπε ανάγνωση αδιάσπαστη, όσο το δυνατόν. Εν τέλει, τα διηγήματα της συλλογής, που κανένα δεν έχει το όνομα της συλλογής, δεν ξέρω γιατί πάντοτε αυτό μου κάνει εντύπωση, δεν συγκοινωνούν απλώς μεταξύ τους, δεν μοιράζονται την ίδια σκηνή δράσης, προσαρμοσμένη ανάλογα κάθε φορά, τα διηγήματα της συλλογής διαθέτουν και ένα άλλο χαρακτηριστικό, χωρίς να είναι μπουκωμένα, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το επίθετο συμπυκνωμένο είναι από μόνο του ένα κομπλιμέντο, διαθέτουν πριν και μετά, σαν αίσθηση, ο αναγνώστης νιώθει πως τα πρόσωπα κάπου ήταν πριν εμφανιστούν και κάπου πάνε μόλις αποχωρήσουν από τη σκηνή, αναρωτιέμαι αν η ενασχόληση της συγγραφέως με το σινεμά ευθύνεται γι' αυτού το είδος το μοντάζ, μικρές αδιόρατες ουρές φιλμ που εξέχουν στις άκρες των στιγμιοτύπων, και κάπως έτσι, εκτός από τη συγκατοίκηση, επιτυγχάνεται και η περαιτέρω παραμονή κάποιων προσώπων στο μυαλό και τη μνήμη του αναγνώστη, ειδικά κάποιων, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη Μ. στο Οι Δευτέρες, οι Τετάρτες και οι Παρασκευές, πρόσωπα που γνωρίσαμε και πού και πού σκεφτόμαστε, ακόμα και αν έχουμε καιρό να τα συναντήσουμε στον δρόμο τυχαία. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

Η κορυφή του κόσμου - Ηλίας Μπιστολάς (εκδόσεις Τόπος). Το περίμενα το δεύτερο βήμα του Μπιστολά, κάπως απογοητεύτηκα που δεν θα ήταν μυθιστόρημα αλλά μία συλλογή διηγημάτων, καθένας με τις ορέξεις του, όμως. Στη χώρα μας, με τα τόσα στραβά, από λογοτεχνική παραγωγή, συγγραφή ή μετάφραση, πάμε καλά, ζούμε πολύ πάνω από τις δυνατότητές μας, όσοι γκρινιάζουν το έχουν στη φύση τους. Τι και αν η αναλογία ανάγνωσης είναι συντριπτικά υπέρ της μεταφρασμένης λογοτεχνίας, λογικό και αναμενόμενο το θεωρώ, το αίσθημα ανάγνωσης χωρίς γλωσσική διαμεσολάβηση είναι κάτι το ιδιαίτερο, ειδικά όταν, προσωπική άποψη, οι χρονικές συντεταγμένες, γραφής και ανάγνωσης, συγκλίνουν, όταν πρόκειται για συγχρονισμένο ντουέτο, τότε και ο τόπος, οι ιδιαιτερότητες, οι αναφορές, οι διασυνδέσεις, τα πρόσωπα, επίσης, εμφανίζονται γνώριμα επί σκηνής. Και αν αναφέρθηκα στη θετική πλευρά μιας τέτοιας αναγνωστικής σχέσης, θα έπρεπε επίσης να αναφέρω και τη δυσκολία να απολαύσεις/εκτιμήσεις κάτι για το οποίο πιστεύεις πως ξέρεις πολλά, όταν η απόσταση δεν είναι πανίσχυρη ώστε να καλύψει τις όποιες λακκούβες πίσω από ένα πέπλο συχνά εξωτικό. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

Ο πειραματισμός, το παιχνίδι, αν προτιμάτε, είναι κάτι που (μου) λείπει από την ελληνική λογοτεχνία. Μια ειδική σήμανση στη λίστα αυτή του πρέπει.

Γλυκέ μου δεινόσαυρε - Γεωργία Διάκου (εκδόσεις Πλήθος). Της Διάκου είχε προηγηθεί η γοητευτικά σκοτεινή νουβέλα Λαβίνια Σουλτς, πρόταση του Θ. πριν κάποιους μήνες, ποιήτρια με σπουδές στο θέατρο, το Γλυκέ μου δεινόσαυρε ήταν ένα βιβλίο που περίμενα να βγει, χάρηκα όταν βρήκε στέγη στις καλές εκδόσεις Πλήθος, περίμενα να φθινοπωριάσει λίγο, από ένστικτο, πολλά συντελούν στην οικοδόμηση του ορίζοντα προσδοκιών. Με λίγα λόγια, ειδολογικά, η σύνθεση αυτών των κειμένων, με απεύθυνση στον δεινόσαυρο, θα μπορούσε να ταξινομηθεί στην ημερολογιακή γραφή, και ας λείπουν οι συγκεκριμένες μέρες, κάθε αριθμημένο απόσπασμα, δύο, το πολύ τριών σελίδων, αναφέρεται σε μια καινούργια χρονική στιγμή. Ξεκινώ από την ειδολογική κατάταξη γιατί πιστεύω πως αυτή η αναρώτηση, διαρκώς παρούσα κατά την ανάγνωση, εν τέλει την επηρεάζει καθοριστικά. Την επηρεάζει σε ρυθμό, σίγουρα, πώς διαβάζεται ένα βιβλίο όπως αυτό, από την αρχή ως το τέλος; πού μπαίνουν οι παύσεις, μπαίνουν; είναι ένα ενιαίο σώμα; υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος άξονας περιστροφής; η συγγραφή προηγήθηκε της σκέψης να ενταχθούν το ένα μετά το άλλο και να συνθέσουν μια συλλογή; διηγήματα σίγουρα δεν είναι, μυθιστόρημα, αν είναι, παραείναι αποσπασματικό, ποιητική σύνθεση θα μπορούσε να είναι, αλλά και πάλι, μάλλον όχι, επιστρέφω στα λίγα λόγια και αχνογράφω ημερολογιακή γραφή, αφήνω τον νου κάπως ευχαριστημένο με αυτή την κίνηση. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

Κασκαντέρ - Ιορδάνης Παπαδόπουλος (εκδόσεις Ίκαρος). Ένα ζήτημα ειδολογικής κατάταξης προκύπτει, πού ανήκει το Κασκαντέρ, ποιητικό δοκίμιο θα δοκίμαζα να αχνογράψω υπότιτλο στο εξώφυλλο. Η συνοχή της κατασκευής αποτελεί στόχο, μοιάζει να αποτελεί συγγραφική επιδίωξη, ωστόσο το έδαφος επί του οποίου εκτείνεται παραμένει υπόθεση πιο υποκειμενική, εύπλαστη πρώτη ύλη στα χέρια του αναγνώστη, το ποιητικό φαντάζει έτσι υπαρκτό, το δοκιμιακό δοκιμάζεται, αν θεωρήσει κανείς πως η ποίηση ελευθερώνει και το δοκίμιο κατευθύνει, πως το αφηρημένο συγκρούεται με το συγκεκριμένο, στη σχάση αυτή επιβιώνει ο κασκαντέρ, δοκιμάζει να επιβιώσει για την ακρίβεια, ούτε ο ίδιος ξέρει αν τα καταφέρνει, για να μην αναφερθούμε στο πώς. Τέτοιες επίφοβες κατασκευές αποκτούν, αν αποκτήσουν, τα θεμέλια τους στην πορεία της ανάγνωσης, αρχικά χάσκουν επικίνδυνα, το έδαφος δεν φαντάζει στέρεο, άλλωστε οι προσδοκίες δεν θα μπορούσαν να επιβεβαιωθούν, ο,τι και αν περίμενες, η ανάγνωση θα το πλήξει, εκτός ίσως από εκείνο το αόριστο συναίσθημα/επιθυμία να διαβάσεις κάτι αποσπασματικό, δεκάδες σωματίδια να περιστρέφονται γύρω από ένα σημείο ισορροπίας αντιθετικών δυνάμεων, στο οριακό μηδέν έλξης/απώθησης, στην αρχή είναι η γλώσσα εκείνη που σε υποδέχεται, εκείνη οφείλει να κάνει καλή εντύπωση στον σαστισμένο επισκέπτη. Ο κασκαντέρ ξέρει πως κανένας δεν θα τον θυμάται μετά την έξοδο από την αίθουσα, τι και αν εκτέλεσε το πλέον οριακό πλάνο, τι και αν έβαλε τα χέρια του στη φωτιά έναντι της ατσαλάκωτης και απαστράπτουσας φίρμας, πρωτοσέλιδο στον τύπο και αφίσα στα δωμάτια, δεν τον νοιάζει, όσο περνάει ο καιρός όλο και λιγότερο, δεν δέχεται την πρόκληση για τη δόξα, αλλά για την πρόκληση να περάσει από εκεί που οι άλλοι λένε: επικίνδυνο, τρελό. Ο κασκαντέρ είναι ένας ποιητής που σηκώνει το βλέμμα μας από το έδαφος, το πάντα ίδιο, γνώριμα ανώμαλο έδαφος, για λίγο δεν νιώθουμε το βάρος κάτω από τα πόδια μας και αυτό το λίγο είναι πολύ, υπερβολικά πολύ, τον ευχαριστούμε, είναι ένα νήμα ακόμα να πιαστούμε. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

Φιλία/Ένα λήμμα σε θραύσματα - Αλ Τερ (εκδόσεις Periplaneta). Όταν έπιασα στα χέρια μου το λεπτό αυτό βιβλίο διπλής εισόδου, μία στην ελληνική και μία στην αγγλική, στάθηκα λίγο στη λέξη φιλία που υπερίπταται ταπεινότερη του έντονα κεφαλαίου υπότιτλου ΕΝΑ ΛΗΜΜΑ ΣΕ Θ Ρ Α Υ Σ Μ Α Τ Α, λες και αυτό είναι το σημαντικό, το καθοριστικό, ένα ζήτημα ταυτότητας προθέσεων, μια ιδιότυπη δέσμευση, μια επιτέλεση κάτι συγκεκριμένου, πριν συνεχίσω με το όνομα του δημιουργού, Αλ Τερ. Από τα δεδομένα του εξωφύλλου, εκείνο με το οποίο απασχόλησα τη σκέψη μου κατά την προαναγνωστική περίοδο ήταν το ζήτημα της ανωνυμίας, της χρήσης ενός ψευδώνυμου, σκέψη που συχνά πυκνά με απασχολεί και με ιντριγκάρει, και τα πράγματα που μας απασχολούν και μας ιντριγκάρουν, όσο και αν κάνουμε πως δεν το καταλαβαίνουμε, είναι πράγματα που μας απασχολούν προσωπικά, ας πούμε, στην περίπτωσή μας/μου, πώς θα είχε ξετυλιχτεί το κουβάρι των χρόνων, αν με κάθε κόστος δεν οικοδομούσα τη γέφυρα ανάμεσα στο όνομα χρήστη της google και στο όνομα ληξιαρχικής πράξης, αν δεν ήμουν εγώ αυτός αλλά κάποιο άγνωστο ψηφιακό υποκείμενο γραφής και ανάγνωσης, ύστερα αναπόφευκτα σκέφτηκα τον Πεσσόα στη σημερινή εποχή, πόσο θα το γλεντούσε, κατέληξα σε τετριμμένες σκέψεις, ύστερα, η ανωνυμία σε μια εποχή όπως η σημερινή κ.τ.λ. βαρετά και όμοια πάντα. Διάβασα δύο φορές το λήμμα αυτό, όχι δεν τόλμησα την αγγλική εκδοχή του, και η τομή ανάμεσα στο συναίσθημα και τη σκέψη υπήρξε μια χαράδρα τρομακτικής ομορφιάς, οριακής επίσης ίσως. Και κάποιες στιγμές ψάχνουμε ή είμαστε έτοιμοι να διαβάσουμε κάτι που θα συμπυκνώνει με τον δικό του τρόπο κάτι πιο χαοτικά διάχυτο εντός μας. Και εδώ αυτό ήταν η χαράδρα αυτή ανάμεσα στο συναίσθημα, για το οποίο λίγα (πιστεύουμε πως) μπορούμε να κάνουμε, μια διαδρομή (αμιγώς) βιωματική, και τη γνώση για την οποία πολλά (πιστεύουμε πως) μπορούμε να κάνουμε, μια διαδρομή (αμιγώς) συνειδητή. Κάθε χαράδρα τείνει στα βάθη της να καταλύει το ενδιάμεσο κενό. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

Βάθος πεδίου - Χρήστος Χρυσόπουλος (εκδόσεις Οκτώ). Όταν κάποιος, ο Χρυσόπουλος στην προκειμένη περίπτωση, μετέρχεται την εμπειρία του ως δέκτης για να δημιουργήσει, για να παράξει λέξεις και φράσεις και σελίδες, για να επιχειρήσει όχι μόνο να απαντήσει αλλά και να ρωτήσει, ίσως κυρίως αυτό, τότε αυτό σημαίνει μια υποβολή προσφοράς, την εναπόθεση ενός στεφάνου στο μνημείο της λογοτεχνίας και αυτή η πράξη, ατομική, προσωπική, υποκειμενική απεγκλωβίζεται του εγωκεντρισμού, δεν αποκολλάται αλλά συγκολλάται στον κόσμο, γίνεται ένα ακόμα κανάλι απόπειρας κατανόησης της ανθρώπινης εμπειρίας. Και τότε πια οι χαρακτηρισμοί επαναπροσδιορίζονται, απολύουν πέπλα και στολίδια και ενδύονται άλλα, τότε μπορεί κανείς ακόμα–ακόμα χωρίς να δαγκώσει τη γλώσσα του να αποκαλέσει αυτό το μυθιστόρημα εγχειρίδιο αυτοβοήθειας και παρά την όποια παιγνιώδη ή σαρκαστική προδιάθεση, να το εννοεί, να είναι. Και αυτού του είδους η διαμεσολαβημένη εμπειρία, όταν συμβαίνει με τον τρόπο που ο Χρυσόπουλος την αποτυπώνει, μετατρέπεται σε αναγνωστική απόλαυση, σε ένα ελάχιστο υποείδος γραφής με το οποίο νιώθω συγγένεια. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

- Άγνωστες λέξεις - Σοφία Αυγερινού (εκδόσεις Πόλις). Στις αρχές της χρονιάς κυκλοφόρησε η νουβέλα της Σοφίας Αυγερινού, Άγνωστες λέξεις, από τις εκδόσεις Πόλις. Η αλήθεια είναι πως δεν γνώριζα τη συγγραφική πλευρά της Αυγερινού παρά μόνο τη μεταφραστική· Μπροχ, Ντοστογιέφσκι και Μπέρνχαρντ, μεταξύ άλλων. Σκέφτομαι πως μετά το πέρας των Χριστουγέννων, της κορύφωσης μιας περιόδου έντονης κινητικότητας στον χώρο του βιβλίου, εκεί, κάπου τον Φλεβάρη, ίσως μια έκδοση να καταφέρει να τραβήξει το βλέμμα, να μην χαθεί στις ντάνες με τις νέες εκδόσεις, να διαβαστεί και να σχολιαστεί, και ίσως, αν το βιβλίο είναι καλό, σύντομα να ξεφύγει από το πρώτο δίχτυ υποδοχής και να ανοιχτεί σε πιο μεγάλες θάλασσες. Βέβαια, ταυτόχρονα, μετά από τόσα χρόνια πέριξ των εκδοτικών και αναγνωστικών πραγμάτων, δυσκολεύομαι να αποτινάξω ορθολογικά από πάνω μου τον μεταφυσικό νόμο στον οποίο η μοίρα κάθε βιβλίου μοιάζει να υπόκειται, καλά βιβλία που δεν γνωρίζουν τους αναγνώστες που τους αξίζουν, μέτρια βιβλία που θριαμβεύουν, κακά βιβλία με τα οποία αρκετοί ασχολούνται, έστω και για να πουν ακριβώς αυτό, πως πρόκειται για κακά βιβλία. Η Αυγερινού πετυχαίνει να χαρίσει στη νουβέλα της μια αυτονομία, χωρίς να της στερεί μέσω μιας βιασμένης συσκότισης την απόλαυση καθιστώντας την προβληματική. Συνδυάζει δύο αρετές, σχετικά σπάνιες στην εγχώρια λογοτεχνία: το πρωτότυπο θέμα, τουλάχιστον ως σημείο εκκίνησης, απομακρυσμένο από τις γνώριμες πηγές άντλησης, και τη χρήση της γλώσσας. Και αν η πρωτοτυπία του θέματος μπορεί να αναζητηθεί χωρίς ιδιαίτερες θυσίες και στη μεταφρασμένη λογοτεχνία, η χρήση της γλώσσας καθιστά τις Άγνωστες λέξεις ένα σημαντικό ανάγνωσμα, ένα επίτευγμα για τους έχοντες μητρική γλώσσα την ελληνική. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image


Το πρωτόλειο έργο ενός δημιουργού, με το οποίο συστήνεται στον εκδοτικό κόσμο, είναι πάντα κάτι που μου κινεί το ενδιαφέρον. Ακόμα μια υποκατηγορία στη λίστα με τα καλύτερα ελληνικά βιβλία που διάβασα φέτος.

Ρεπεράζ - Μαρίνα Αγαθαγγελίδου (εκδόσεις Πατάκη). Για το βιβλίο, το Ρεπεράζ της Μαρίνας Αγαθαγγελίδου, πρώτος μου μίλησε ο Α., αρκετά πριν από τη μόλις πρόσφατη κυκλοφορία του, είχε διαβάσει το χειρόγραφο, το ψηφιακό χειρόγραφο, για να είμαι ακριβής, ποιος γράφει με το χέρι πια, και αν το κάνει, ποιος δεν δακτυλογραφεί σε περιβάλλον επεξεργασίας κειμένου, διορθώσεις και προσχέδια, σύναψη και αποστολή, ένα μικρό συνοδευτικό κείμενο, θα χαρώ να μου πεις μια γνώμη, όταν μπορέσεις, μη βιαστείς, να μου πεις την αλήθεια, αν έχεις κάποια παρατήρηση, επίσης να μου πεις. Ο Α. είναι ακριβός στον ενθουσιασμό του, φοβερό μου φάνηκε, μου είπε, δεν χρειαζόταν να πει τις λέξεις, η χροιά της φωνής του αρκούσε. Το περίμενα το βιβλίο αυτό. Το βιβλίο αυτό εξ αρχής με έπιασε από τον ώμο, δέχτηκα το άγγιγμα, δεν φοβόμουν, και ας μην ήξερα τις προθέσεις του, κάπως, σκέφτομαι, θεωρούμε πια δεδομένη την ταύτιση της αναγνωστικής απόλαυσης με τη συναισθηματική επέλαση εντός μας, η ισοπέδωση, ο ρεαλισμός, παρότι συχνά ατομικός και θεωρητικά ξένος, πλησιάζει να συναντήσει να επικαθήσει να επικαλύψει ένα λήμμα από το λεξικό που άλλοτε με σύνεση χρησιμοποιούσαμε, μας έλεγαν υπερβολικούς, όταν αναφέραμε τη λέξη ζόφος και το προσδιοριστικό παράγωγο ζοφερός, μόνο ο Ντίνκενς θαρρείς είχε το δικαίωμα μέχρι πρότινος στα του οίκου του, ο ρεαλισμός όλο και τον σιμώνει. Δεν ήξερα και όμως δέχτηκα το άγγιγμα, ένα πλήγμα καθοριστικό στην αδιαφορία, οι κόρες κάπως διεστάλησαν ακόμα λίγο, το μπούνκερ πήρε σχήμα και μέγεθος, οι εργασίες οπτικών ινών έμειναν έξω, να ακούγονται κάπου στο βάθος. Και είχα και τις προσδοκίες που μου είχε φορτώσει ο Α., ένα βαρίδι καθοριστικό στην επαφή με ένα παράγωγο τέχνης. Δέχτηκα το άγγιγμα. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

Πέρα από τη συναίνεση - Ευάρεστος Πιμπλής (εκδόσεις Πόλις). Το Πέρα από τη συναίνεση είναι ένα μυθιστόρημα δοκιμιακού χαρακτήρα, η πλοκή μοιάζει να είναι η αφορμή για τη διερεύνηση της ανθρώπινης μυχιότητας, εστιάζοντας στο άτομο και μέσω αυτού στο κοινωνικό σύνολο, επιτρέποντας στον σύνθετο καμβά των πολλαπλών εκδοχών τού ανθρώπινου να αποκαλυφθεί, κόντρα σε αυτό που για αιώνες αποτέλεσε ένα δυαδικό ζεύγος, άντρας-γυναίκα, ενώ ταυτόχρονα, με το ενδιάμεσο μέρος, δίνει τον απαραίτητο χώρο να αποτυπωθεί η κοινή γνώμη, μια αντανάκλαση των κοινωνικών ζυμώσεων. Ωστόσο, θα ήταν άστοχο να περιοριστεί σε αυτό το Πέρα από τη συναίνεση. Και περισσότερο από οτιδήποτε άλλο σε αυτό το μυθιστόρημα εκείνο που με ενθουσίασε ήταν, όχι το εύκολα εντοπίσιμο εύρος της θεωρητικής σκευής και σκέψης τού συγγραφέα ή οι πρόδηλες λογοτεχνικές του αρετές, αλλά η διάθεσή του να μην εγκλωβιστεί, να συνεχίσει, μέχρι τέλους να συνδιαλέγεται, να στοχάζεται, να αναρωτιέται και να το κάνει αυτό με όρους καλής λογοτεχνίας, κρύβοντας επιμελώς το συγγραφικό υποκείμενο, επιτρέποντας στη φρεσκάδα της παρατήρησης να παρασύρει συνολικά το μυθιστόρημα, χωρίς άγονο διδακτισμό και αδιάφορη πρόκληση, χωρίς να διαλαλεί πως κάνει κάτι σπουδαίο, κάτι που δεν έχει γίνει ποτέ ξανά, χωρίς να γυρεύει μια τέτοιου είδους αντιμετώπιση για το βιβλίο του. Περισσότερα για το βιβλίο θα διαβάσετε εδώ.

Image

 

Κάπου εδώ η λίστα τελειώνει. Αύριο η συνέχεια στην περασμένη αναγνωστική χρονιά, Ξεφυλλίζοντας το '25, μέρος Γ', τα ιδιαίτερα εκείνα βιβλία.