Ο κακός λύκος
Περίμενε ήδη τουλάχιστον είκοσι λεπτά τα “όργανα” να φτάσουν, δεν του άρεσε να τον στήνουν, ο ίδιος ήταν πάντα τυπικός. “Είναι ήδη 10.20 η ώρα και έχω τρεις υποθέσεις να διεκπεραιώσω”, μουρμούρησε μέσα απ τα δόντια. “Είναι και αυτή η αναθεματισμένη η ζέστη, έπρεπε να είχα αγοράσει μπουκαλάκι νερό… Δεν ξεκίνησε καλά η μέρα”.
Πήγε 10.30, αναρωτήθηκε πόσο ακόμα θα τον καθυστερούσαν; Θα έπρεπε να είναι πίσω στην υπηρεσία το αργότερο μέχρι τις 3, άλλαξε βλέπετε το καθεστώς και δεν προβλέπονταν οι υπερωρίες. Ο μισθός του είχε ξεφουσκώσει αρκετά μετά από αυτό, όμως ποιος ήταν για να αμφισβητήσει τους κανόνες; Τους όποιους κανόνες προτιμούσε να τους δέχεται αντί για να τους αμφισβητεί. Πίστευε ότι ο κόσμος θα ήταν καλύτερος αν όλοι ήταν το ίδιο με αυτόν τυπικοί, αντί να κάνουν του κεφαλιού τους και από πάνω να αργούν και στα ραντεβού τους.
Ήταν έντεκα παρά είκοσι όταν επιτέλους είδε το περιπολικό να πλησιάζει. Ο ιδρωμένος κύριος με το εκνευρισμένο βλέμμα, το φτηνιάρικο κοστούμι και τον χαρτοφύλακα ήταν γνώριμος στα όργανα της τάξης. Το όνομα του ήταν Νίκος Μάρκου και ήταν δικαστικός επιμελητής, δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που τον συνόδευαν στο άχαρο έργο του. “Καφεδάκι πίνατε, καφεδάκι;”, τους ρώτησε φανερά αγανακτισμένος. Ο οδηγός αστυνομικός έχει τον αγκώνα έξω από το παράθυρο σαν ταξιτζής, ενώ ο συνοδηγός, που έμοιαζε λες και μόλις βγήκε από την ακαδημία, τσέκαρε το κινητό του απορροφημένος. “Τι βιάζεστε κύριε Μάρκου”, αποκρίθηκε ο οδηγός, “σάμπως θα φύγουν από εκεί τα σπίτια;”. “Όχι, τα σπίτια δεν θα φύγουν, αλλά μπορεί να προλάβουν να έρθουν εκείνοι…”. Ο αστυνομικός χαμογέλασε δείχνοντας ότι καταλάβαινε ποιοι ήταν “εκείνοι”, ο νεαρός δίπλα συνέχιζε το χαβά του και ήταν αμφίβολο αν είχε ακούσει έστω και μια λέξη.
Ο φαλακρός κυριούλης με το κοστούμι άνοιξε την πόρτα, έκατσε στην δεξιά πίσω θέση του περιπολικού και έβαλε στα πόδια του τον χαρτοφύλακα που μέχρι τότε κράταγε σφιχτά. Όταν το όχημα έβαλε μπρος, φόρεσε τα γυαλιά της πρεσβυωπίας και άνοιξε το χαρτοφύλακα μουρμουρίζοντας “η επανάληψη είναι μήτηρ πάσης μαθήσεως”, ύστερα βάλθηκε να μελετά τα έγγραφα που αυτός περιείχε. Συνήθιζε να σκέφτεται φωναχτά, ή πιο σωστά ψιθυριστά, αυτό ήταν κάτι που παραξένευε τους γύρω του, όμως ο ίδιος δεν έδειχνε να το συνειδητοποιεί. “Μάλιστα, έχουμε τρεις υποθέσεις, καλά είναι, 150 ευρώ έξτρα…αρκεί να μην εμφανιστούν οι ταραξίες”, αναφέρονταν στο bonus 50 ευρώ που του έδινε η υπηρεσία για κάθε πετυχημένη “εκτέλεση”. Είχε το καλύτερο ποσοστό επιτυχίας στο γραφείο, κατάφερνε να ολοκληρώσει το 80/100 των εξώσεων με την πρώτη επίσκεψη, ήταν ιδιαίτερα υπερήφανος για τον εαυτό του ως προς αυτό. “Λοιπόν, πρώτη στάση Σαρπιστράτου 7”, αυτό το είπε δυνατότερα για να τον ακούσουν οι αστυνομικοί και να βάλλουν πλώρη προς το σημείο. Όταν θα έφταναν εκεί, έπρεπε να βγάλει από το σπίτι έναν ιδιωτικό υπάλληλο που είχε χάσει τη σύζυγο του και μεγάλωνε μόνος 3 παιδιά. Ύστερα σειρά είχε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι και τέλος ένας απόστρατος αξιωματικός του μηχανικού. Όλα αυτά δεν ήταν τίποτα περισσότερο από πληροφορίες για τον Μάρκου, πίστευε έτσι και αλλιώς ότι το υψηλό επίπεδο αποστασιοποίησης του ήταν η κύρια αιτία της αποτελεσματικότητας του. Αν δεν το έκανε ο ίδιος θα το έκανε κάποιος άλλος, και μάλιστα όχι με την ίδια χειρουργική ακρίβεια.
Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι έσκαγε από τη ζέστη σαν το γουρούνι και διαμαρτυρήθηκε στους αστυνομικούς. “Κλείστε τα παράθυρα και ανοίξτε το κλιματιστικό, τι περιμένετε, να πάει στους 40 βαθμούς το θερμόμετρο;”. “Ατυχήσατε…”, του είπε ο οδηγός, “…μας έλαχε πάλι το όχημα 108 που το κλιματιστικό δεν λειτουργεί τα τελευταία 2 χρόνια, έχουμε κάνει 3 φορές αίτηση για επισκευή αλλά δεν προχωράει”. Στην περίπτωση που δεν ήταν και ο ίδιος μέσα, ο Μάρκου θα χαιρόταν με δυο αστυνομικούς που ιδροκοπούν. Δεν τους πήγαινε καθόλου τους μπάτσους, γιατί μπορεί στο τέλος της μέρας να έκαναν τη δουλειά που είχαν κληθεί να κάνουν, όμως πολλές φορές οι κινήσεις τους φανέρωναν συναισθηματισμό. Δεν μπορούσαν, φαίνεται, να καταλάβουν πως αν κάποιος δεν πλήρωνε τις δόσεις του και του έπαιρναν το σπίτι για χρέη, ήταν υπεύθυνος ο ίδιος και μόνο, οι άλλοι που πληρώνουν κανονικά δηλαδή τι είναι, χαζοί;
Είχαν δεν είχαν περάσει 10 λεπτά όταν το περιπολικό πάρκαρε κάτω από την πολυκατοικία που βρίσκονταν το διαμέρισμα που έπρεπε να εκτελεστεί η έξωση. Βγήκαν από το αυτοκίνητο και ο μεγαλύτερος αστυνομικός άναψε αμέσως τσιγάρο. Γενικότερα συνήθιζε να καπνίζει και μέσα στο όχημα, όμως γνώριζε πως ο Μάρκου θα γίνονταν έξω φρενών για αυτό και προτίμησε να το αποφύγει. Ο νεαρότερος αστυνομικός έβαλε το κινητό στην τσέπη του, όχι ότι θα έμενε εκεί για πολύ, και χαιρέτησε τον Μάρκου σαν να αντιλήφθηκε την παρουσία του μόλις εκείνη τη στιγμή. “Όροφος;”, ρώτησε ο οδηγός του περιπολικού τον Μάρκου. “Τέταρτος όροφος” απάντησε εκείνος με σηκωμένα τα φρύδια’ “Ελπίζω να έχει ασανσέρ”, συμπλήρωσε. Δεν είχε…
Αυτός που έφτασε πάνω τελευταίος και καταϊδρωμένος ήταν ο Μεγαλύτερος αστυνομικός, ήταν κάπως υπέρβαρος και είχε περάσει τα πενήντα. Ο επιμελητής δεν πήγαινε πίσω στον ιδρώτα, όμως αν μπορούσε θα ανέβαινε τα σκαλιά τρία τρία, είχε βλέπετε πάθος για την δουλειά του και ανυπομονούσε για την αυτοψία του διαμερίσματος. Μπήκε μπροστά και χτύπησε την πόρτα με τρία χτυπήματα. Είχε πρώτα ζητήσει από τους αστυνομικούς να είναι σε γωνία που να μην φαίνονται από το ματάκι. Αν οι υπό έξωση ιδιοκτήτες τους έπαιρναν χαμπάρι θα καταλάβαιναν και δεν επρόκειτο να ανοίξουν. Στην ανάγκη βέβαια θα παραβίαζαν την πόρτα, αλλά αυτό θα καθυστερούσε την όλη διαδικασία και καλό θα ήταν να αποφευχθεί. Δεν πήρε άμεση απόκριση και για αυτό και κόλλησε το αυτί του στην στην πόρτα για να αφουγκραστεί. Κάτι ακούγονταν σιγανά, σαν αυτοί που βρίσκονταν εντός του σπιτιού να προσπαθούσαν να κάνουν ησυχία. Χτύπησε ξανά και ξανά χωρίς να πάρει απάντηση, γνώριζε πως αφού δεν του άνοιξαν από μόνοι τους μέχρι τώρα, δεν θα την γλίτωναν την παραβίαση της κλειδαριάς. Δίχως να χρονοτριβεί περαιτέρω, έβγαλε το τηλέφωνο του και κάλεσε τον συμβεβλημένο κλειδαρά. “Αν δεν είμαι σε δέκα λεπτάκια εκεί να μην με λένε Μπάμπη”, του απάντησε εκείνος. Έκανε 17 λεπτά στην πραγματικότητα μέχρι να φτάσει και παρά τις βαρύγδουπες δηλώσεις του τον έλεγαν ακόμα Μπάμπη. Μα επιτέλους, γιατί δεν μπορούσε κανείς να καταλάβει ότι ο χρόνος είναι πολύτιμος όταν θέλεις μια έξωση να γίνει σωστά, σκέφτηκε ο Μάρκου.
Με το που ανέβηκε ο Μπάμπης τη σκάλα ρώτησε “χτυπήσατε;”, “εμ’ τι νόμιζες, εσένα θα περιμέναμε, άντε ξεκίνα”, είπε ο Μάρκου. Οι αστυνομικοί ως τόσο είχαν κάτσει στα σκαλοπάτια, ο μεγαλύτερος κράταγε το κεφάλι το και ο μικρότερος ήταν απορροφημένος στο κινητό. Στον κλειδαρά δεν πήρε πάνω από πέντε λεπτά να παραβιάσει την κλειδαριά, άφησε όμως στον Μάρκου την τιμή να την ανοίξει. Εκείνος της έσπρωξε κρατώντας τα απαραίτητα έγγραφα στο χέρι, μόνο και μόνο για να αντικρίσει στο εσωτερικό του σπιτιού δυο νεαρά άτομα που τον κοίταζαν με τρόμο. Ήταν ένα αγόρι και ένα κορίτσι, το κορίτσι, που ήταν και το μεγαλύτερο, ήταν δεν ήταν 15. “Θα έπρεπε να είχατε αδειάσει ήδη το οίκημα τους είπε αυστηρά, έχετε ειδοποιηθεί τρεις φορές όπως ορίζει ο νόμος και είσαστε ακόμη εδώ. Σας δίνω 15 λεπτά για να εκκενώσετε το χώρο, έχετε το δικαίωμα να πάρετε μαζί σας δυο σακίδια με προσωπικά σας αντικείμενα, τα υπόλοιπα κατάσχονται εφόσον δεν μεριμνήσατε να τα μεταφέρετε κάπου αλλού όλο αυτό το διάστημα”. Είχε πει αυτά τα λόγια τόσες και τόσες φορές που του έβγαιναν μηχανικά. Τα παιδιά, καθώς είδαν τους αστυνομικούς που είχαν τώρα σηκωθεί και στέκονταν πίσω από τον μάρκου, έτρεξαν και κλείστηκαν στο δωμάτιο τους. “Δεν θα σας γλιτώσει αυτό…” πρόλαβε να πει ο Μάρκου, εκείνη τη στιγμή ακριβώς ακούστηκαν πολλά ποδοβολητά να ανεβαίνουν τη σκάλα. Αυτό δεν ήταν καλό σημάδι, αναθεμάτισε από μέσα του τους αστυνομικούς και τον κλειδαρά για την ασυνέπεια τους και την καθυστέρηση.
Μέσα σε ένα λεπτό το πολύ, περίπου 15 άτομα είχαν φτάσει στον τέταρτο με αποτέλεσμα να γεμίσει ο διάδρομος με κόσμο. Επρόκειτο για τον πατέρα των παιδιών που ήταν αλαφιασμένος, είχαν προλάβει να τον ειδοποιήσουν από το τηλέφωνο στη δουλειά και είχε φύγει όπως όπως. Οι άλλοι ήταν εκπρόσωποι εργατικών σωματείων και μέλη μιας επιτροπής ενάντια στις εξώσεις μαζί με τον ειδικό δικηγόρο. Αυτούς, του είχε ειδοποιήσει με τη σειρά του, ο πατέρας των παιδιών καθ οδών για το σπίτι. Μέσα σε δευτερόλεπτα δημιουργήθηκε ακραία ένταση.
“Ήρθες ρε να πετάξεις τα παιδιά μου από το σπίτι τους!!!”, φώναξε ο πατέρας δείχνοντας τον Μάρκου με το δάχτυλο. “Δεν τα πετάω εγώ τα παιδιά σου, εσύ τα πετάς που δεν πλήρωνες”, απάντησε αυτός. “Βρωμιάρη το έχω πληρώσει δυο φορές το σπίτι με τους τόκους και πλήρωνα πάντα στην ώρα μου μέχρι πριν δυο χρόνια που μου ήρθαν τα πάνω κάτω”. “Δεν με ενδιαφέρουν τα προσωπικά σας”, απάντησε ο Μάρκου, αν και ήξερε καλά ότι ο άνθρωπος που διαμαρτύρονταν είχε χάσει πριν δυο χρόνια τη γυναίκα του αλλά και την εργασία του για έξι μήνες μέχρι να ισορροπήσει τις οικογενειακές του υποχρεώσεις σαν μοναδικός γονέας. Ο υπό έξωση ιδιοκτήτης πετάχτηκε μπροστά με άγριες διαθέσεις αλλά εκείνη τη στιγμή μπήκαν μπροστά οι αστυνομικοί και τον σταμάτησαν. Αυτό κινητοποίησε τους συγκεντρωμένους που άρχισαν πολύ δυναμικά να φωνάζουν το σύνθημα “κανένα σπίτι σε χέρια τραπεζίτη!”. Όταν σταμάτησαν, ο δικηγόρος πήρε τον μάρκου πιο πέρα και άρχισε να τον ενημερώνει για τις παρατυπίες στην διαδικασία, όπως ήταν για παράδειγμα το σπάσιμο της κλειδαριάς χωρίς την παρουσία εισαγγελέα. Ο Μάρκου τα ήξερε όλα αυτά, άλλα ο εισαγγελέας σήκωνε τον κώλο του από την καρέκλα μόνο όταν τα πράγματα έφταναν στο αμήν και δεν γίνονταν διαφορετικά. Οι ίδιοι οι εισαγγελείς τους άφηναν να ενεργούν έτσι, για να γλιτώσουν όσο είναι δυνατόν από μπελάδες. Όσο περνούσε η ώρα μαζεύονταν ολοένα και περισσότερος κόσμος, τώρα ο διάδρομος δεν τους έβανε για αυτό και άρχισαν να στέκουν στο κλιμακοστάσιο φωνάζοντας κάθε λίγο συνθήματα. Σαν να μην έφτανε αυτό, πολλοί γείτονες άνοιγαν τις πόρτες τους από περιέργεια και ύστερα γίνονταν ένα με το υπόλοιπό πλήθος.
Μετά από λίγη ώρα και αφού οι συνεννοήσεις δεν έδειχναν να οδηγούν πουθενά, ο μεγαλύτερος σε ηλικία αστυνομικός πήρε το κινητό του και κάλεσε τον αξιωματικό υπηρεσίας για να του περιγράψει την κατάσταση. Όταν το έκλεισε, ειδοποίησε τον Μάρκου ότι είχε δοθεί διαταγή να αποχωρήσουν. Ο Μάρκου από την εμπειρία του, γνώριζε ότι δεν θα ολοκληρώνονταν η έξωση υπό αυτές τις συνθήκες και ξεφυσώντας έδειξε με βαριά καρδιά στους αστυνόμους ότι έπρεπε να ανοίξουν δρόμο για να περάσει. Θα επέστρεφε όμως, και ήταν σίγουρος ότι αυτή τη φορά δεν θα τον έπιαναν απροετοίμαστο. Υπήρχαν ειδικές μονάδες της αστυνομίας που στην ανάγκη θα επιστρατεύονταν για να ολοκληρωθεί η διαδικασία, θα έφερνε και μια και δυο κλούβες στην ανάγκη και θα επέμενε στην παρουσία εισαγγελέα.
Όταν έφτασε στο ισόγειο, κακήν κακώς και μέσα από μια θάλασσα συνθημάτων και γιουχαΐσματος, μπήκε βιαστικά στο περιπολικό και έδωσε στα όργανα την επόμενη διεύθυνση, φρόντισε να τους ακολουθήσει εκεί και ο κλειδαράς. Ήταν αποφασισμένος να κάνει και εκείνη την αναθεματισμένη αναφορά στην υπηρεσία τους για την ασυνέπεια τους, αυτοί έφταιγαν που χάθηκε τόσος πολύτιμος χρόνος. “Έχετε ακούσει για τον αστραπιαίο πόλεμο”, ρώτησε νευριασμένος τους αστυνομικούς. Εκείνοι γύρισαν και τον κοίταξαν απορημένοι. “Είναι το αντίθετο από αυτό που κάναμε σήμερα εμείς, καλό είναι να διαβάζετε και κανένα βιβλίο που και που”. Οι δυο τους άφησαν το κακεντρεχές σχόλιο του Μάρκου ασχολίαστο, γνώριζαν πως ήταν στραβόξυλο και δεν είχαν καμία όρεξη να τον προκαλέσουν.
Αυτή τη φορά σταμάτησαν μπροστά από ένα παλιό σπίτι στα προάστια της πόλης, εκεί τους περίμενε και ο κλειδαράς που είχε φτάσει νωρίτερα με το μοτοποδήλατο. “Ωραίος κήπος”, παρατήρησε ο νεαρός αστυνομικός. Αν και το σπίτι δεν είχε εκμοντερνιστεί με αλουμινένια κουφώματα και άλλους νεωτερισμούς, ήταν πολύ φροντισμένο με κατάλευκες αστραφτερές κουρτίνες πίσω από τα παράθυρα και καθαρό. Ο κήπος του ήταν όντως ιδιαίτερα εντυπωσιακός, με κάθε χρώματος τριαντάφυλλα και άλλα καλλωπιστικά φυτά. “Αν είχαν τόσα λεφτά να φτιάξουν τον κήπο τους ας μην άφηναν και το χρέος από την πιστωτική να φτάσει σε αυτά τα ύψη”, απάντησε ο Μάρκου στο όργανο. Πέρασαν την αυλόπορτα ανοίγοντας το σύρτη και αφού διέσχισαν ένα πετρόχτιστο μονοπατάκι, στάθηκαν κάτω από τη βεράντα. Ήταν επιπλωμένη με ένα ξύλινο τραπεζάκι και δυο καρέκλες σκηνοθέτη. Στο τραπεζάκι ήταν τοποθετημένο ένα ανθοδοχείο με φρέσκα λουλούδια και ακουμπισμένη δίπλα του η χθεσινή εφημερίδα. Απάνω στην εφημερίδα ήταν ένα ζευγάρι γυαλιά πρεσβυωπίας με ασημί σκελετό.
Ο Μάρκου χτύπησε το κουδούνι έχοντας τους αστυνομικούς αριστερά του και δεξιά του. Δεν υπήρχε νόημα στο να προσπαθήσει να τους κρύψει αφού το παράθυρο του σπιτιού είχε πλήρη οπτική οπτική επαφή την αυλή. “Έρχομαι…”, ακούστηκε από μέσα μια γερασμένη γυναικεία φωνή, μετά από μερικά δευτερόλεπτα η πόρτα άνοιξε. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε ο Μάρκου η ηλικιωμένη που τους άνοιξε ήταν η κυρία Κλειώ, 73 ετών συνταξιούχος, πρώην ιδιοκτήτρια ανθοπωλείου. Συνιδιοκτήτρια δηλαδή, μιας και το δούλευαν μαζί με τον κύριο Λουκά, τον άντρα της.
“Γεια σας νεαροί, συνέβη κάτι;”, ρώτησε με απορημένο βλέμμα η κυρία Κλειώ βλέποντας τους αστυνομικούς. “Δεν λάβατε τις ειδοποιήσεις;” Ρώτησε ο Μάρκου, που κάθε άλλο παρά νεαρός ήταν. “Όχι, ποιες ειδοποιήσεις; Έπαθε κάτι ο Αντώνης;”. “Όχι, δεν αφορά το γιό σας αλλά εσάς και την πιστωτική που είχατε εκδώσει πριν από επτά χρόνια, γνωρίζετε σε τι ποσό ανέρχεται το χρέος σας κυρία μου;” είπε αυστηρά ο Μάρκου. “Αυτήν την πιστωτική την είχαμε βγάλει για τον Αντώνη, για να φύγει στο εξωτερικό, βλέπετε στη χώρα μας δεν είναι εύκολο κάποιος να προκόψει και δεν ήθελε να αναλάβει το μαγαζί, δεν με σπουδάσατε γιατρό για να γίνω ανθοπώλης, μας έλεγε”. “Αυτές οι λεπτομέρειες δεν είναι απαραίτητες κυρία μου, εμάς μας ενδιαφέρουν τα σκληρά δεδομένα και τα σκληρά δεδομένα είναι ότι χρωστάτε στην τράπεζα 27.455 ευρώ από την πιστωτική. Επομένως, μετά από τόσα χρόνια και επειδή δεν κάνατε κάποια προσπάθεια για αποπληρωμή, έχει εκδοθεί κατασχετήριο για το παρόν οίκημα, έχει εκτελεστεί δημοπρασία και τώρα έχει περάσει στα χέρια άλλου ιδιοκτήτη”, είπε ο Μάρκου, και συμπλήρωσε, “Μα καλά, δεν λάβατε τα σχετικά email;”. “Όχι παιδί μου, εμείς δεν ξέρουμε από αυτά, νομίζαμε ότι τα είχε τακτοποιήσει ο Αντώνης … ”, για λίγο η ηλικιωμένη κυρία έχασε τα λόγια της. “Ποιοι είναι οι κύριοι;”, ήταν ο κύριος Λουκάς αυτός που έκανε την ερώτηση. Είχε απορήσει με την απρόσμενη επίσκεψη και είχε έρθει και εκείνος στην πόρτα, είχε σταθεί πίσω ακριβώς από τη σύζυγο του έτσι που έμοιαζε σαν μικρό παιδί που κρύβονταν πίσω απ τη μάνα του. “Όπως εξηγούσα και στην κυρία Αναξίμανδρου, η πιστωτι…”, η κυρία Κλειώ δεν άφησε τον Μάρκου να ολοκληρώσει το “ποιηματάκι” του, τον διέκοψε λέγοντας “Ο Λουκάς μου ξεχνάει…” και κλείνοντας τους το μάτι, υπονόησε ότι ΄έπασχε από γεροντική άνοια. Ύστερα, απευθυνόμενη σε εκείνον είπε, “Πήγαινε μέσα να ξεκουραστείς καλέ μου, οι κύριοι θα φύγουν σε λίγο”. “Εντάξει, πάω, θα έρθει για φαγητό σήμερα ο Αντώνης;”; “Ναι καλέ μου, θα έρθει”, είπε στα ψέματα η κυρία Κλειώ, ακόμα και να του έλεγε ότι ο Αντώνης είναι εδώ και πολλά χρόνια στην Αμερική σε λίγα δευτερόλεπτα θα το είχε πάλι ξεχάσει.
“Καταλαβαίνω την κατάσταση, αλλά εδώ έχουμε και μια δουλειά να κάνουμε, πάντως να γνωρίζετε ότι δύναμαι να σας δώσω το τηλέφωνο της ειδικής γραμμής υποστήριξης όπου μπορείτε μέσω αυτής να προσεγγίσετε ειδικά ιδρύματα φιλοξενίας ηλικιωμένων, μερικά από αυτά είναι ιδιαίτερα οικονομικά!” είπε κάπως μαλακά ο Μάρκου, αυτά ήταν και τα ανώτερα επίπεδα ενσυναίσθησης που μπορούσε να φτάσει. “Και πόσο χρόνο έχουμε ακόμα;” ρώτησε η κυρία Κλειώ με τρεμάμενη φωνή. “Δεν με καταλάβατε, είμαι εδώ για να εκτελέσω την εντολή έξωσης, σας είχαν σταλεί τουλάχιστον τρία email σχετικά με την ημερομηνία”. Εκείνη τη στιγμή οι αστυνομικοί κοίταξαν ο ένας τον άλλο χωρίς να πουν λέξη, δεν είχαν καμία όρεξη να φτάσει η κατάσταση στο σημείο που θα έβγαζαν με τη βια το ζευγάρι Αναξίμανδρου από το σπίτι του, όμως είχαν μάθει να εκτελούν εντολές και όχι να τις απορρίπτουν.
“Μα δεν μπορεί να είναι αλήθεια αυτό, δώστε μου τουλάχιστον μια βδομάδα και θα το τακτοποιήσω” ζήτησε ικετευτικά η κυρία Κλειώ. “Φοβάμαι ότι αυτό δεν γίνεται, έχετε όμως μισή ώρα την οποία μπορείτε να την αξιοποιήσετε για να πάρετε μαζί σας δυο σακίδια με τα αντικείμενα που θεωρείτε απαραίτητα, τα υπόλοιπα είναι ιδιοκτησία της τράπεζας” απάντησε χωρίς ίχνος συμπόνοιας στη φωνή του ο Μάρκου. Έκανε τη δουλειά που του είχαν αναθέσει καλύτερα και από ρομπότ και ήταν περήφανος για τον εαυτό του. “Μισό λεπτό να πάρω τον Αντώνη, αυτός θα μου πει τι θα κάνω”. Την ώρα που η κυρία Κλειώ έλεγε αυτά τα λόγια επέστρεψε ο κύριος Λουκάς, “ποιοι είναι οι κύριοι;”, ρώτησε σαν να τους έβλεπε τώρα για πρώτη φορά. Η κυρία Κλειώ τον πήρε από το χέρι και τον πήγε στο δίπλα δωμάτιο, ύστερα επέστρεψε στο διάδρομο και έπιασε το εντοιχισμένο τηλέφωνο για να πάρει τον Γιο τους. Δυστυχώς το κινητό του ήταν απενεργοποιημένο κάτι όχι παράλογο, αφού στην περιοχή των ΗΠΑ που έμενε, ήταν τώρα περασμένα μεσάνυχτα.
“Αχ σας παρακαλώ, περάστε αύριο, είμαι σίγουρη ότι θα λυθεί η παρεξήγηση…” ικέτευσε η κυρία Κλειώ με δάκρυα στα μάτια. “Μα σας είπα δεν γίνεται, έχω εδώ την εντολή έξωσης, δείτε την ημερομηνία” και λέγοντας το αυτό έβγαλε το σχετικό έγγραφο από το χαρτοφύλακα του λες και αυτό θα ηρεμούσε την ηλικιωμένη γυναίκα. Αυτή όπως ήταν φυσικό, δεν έδωσε καμία σημασία στα κιτάπια του Μάρκου και μην έχοντας κάτι καλύτερο να κάνει πλησίασε την τηλεφωνική συσκευή και προσπάθησε για ακόμη μια φορά να καλέσει το γιό της. Χωρίς να περιμένει κάποια πρόσκληση, ο μάρκου κρατώντας τα έγγραφα της έξωσης ανά χείρας και με το χέρι σε οριζόντια θέση, όρμησε μέσα στο σπίτι κάνοντας ταυτόχρονα νεύμα στους αστυνομικούς να τον ακολουθήσουν. Από την πόρτα του σαλονιού είχε βγάλει το κεφάλι του ο κύριος Λουκάς και τους κοιτούσε τρομοκρατημένος. “Αχ είναι κλειστό…”, είπε η κυρία Κλειώ, “ελάτε σας παρακαλώ αύριο, σας υπόσχομαι ότι θα τακτοποιηθούν όλα, ο Αντώνης μας θα ξέρει να μας πει τι να κάνουμε”. “Δεν υπάρχει περίπτωση, μα καλά δεν βλέπετε την ημερομηνία στο έγγραφο, είναι η σημερινή!”, αποκρίθηκε αυστηρά ο Μάρκου. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία αστυνομικός, παραμέρισε για λίγο τον Μάρκου και πλησίασε την αναστατωμένη γυναίκα που έμοιαζε στα όρια να πάθει κάποιο εγκεφαλικό και όπως φαίνεται, δεν ήθελε να φορτώσει κάτι τέτοιο στη συνείδηση του. “Δεν έχετε κάποιο κοντινό συγγενή να κανονίσετε να μείνετε εκεί για σήμερα;”, της είπε ακουμπώντας την ελαφρά στον ώμο. Εκείνη, που κρατούσε ακόμη στο χέρι της το ακουστικό, άρχισε να σχηματίζει έναν αριθμό χωρίς να απαντήσει στην ερώτηση του αστυνομικού. Όποιος ήταν στην άλλη πλευρά της γραμμής αυτή τη φορά της απάντησε. “Έλα Κώστα”, είπε η κυρία Κλειώ, και συνέχισε, “…Επειδή έχουμε μάστορες στο σπίτι, μήπως είναι εύκολο για μια δυο μέρες εγώ με τον Λουκά να έρθουμε να μείνουμε σε σένα”, ήταν ο αδερφός της και του απέκρυψε την αλήθεια για να μην τον αγχώσει, είχε περάσει τα 80 και είχε αδύναμη καρδιά. Θα του το έφερνε στα μαλακά αν και εφόσον χρειάζονταν μιας και ήταν σχεδόν σίγουρη πως ο Αντώνης θα την έλυνε την παρεξήγηση. “Ήταν ο αδερφός μου”, είπε στο όργανο όταν ολοκλήρωσε την κλήση.
“Πρέπει όμως και να τελειώνουμε κάποια στιγμή, μπορείτε να πάρετε μαζί σας δυο αποσκευές με τα απαραίτητα, έχετε ένα τέταρτο, αν δεν έχετε τελειώσετε μέχρι τότε θα αναγκαστούμε να εκκενώσουμε το χώρο με όλες τις απαραίτητες διαδικασίες.”, είπε φωναχτά ο Μάρκου. Εκείνη τη στιγμή σήκωσε το βλέμμα του και αντίκρισε τον κύριο Λουκά , με το που συναντήθηκαν τα βλέμματα τους ο γεράκος κρύφτηκε φοβισμένος στο σαλόνι. Η σύζυγος του, πήρε δυο σακίδια και άρχισε να πηγαίνει από δωμάτιο σε δωμάτιο για να τα γεμίσει. Πρώτα έβαλε δυο αλλαξιές από ρούχα για τον καθένα τους, ύστερα ένα μινιόν κασελάκι που κατά πάσα πιθανότητα φύλαγε τα κοσμήματα της σε αυτό. Δεν αμέλησε να πάρει και τα φάρμακα τους καθώς επίσης και κάποια πράγματα από το ψυγείο. Στο τέλος μάζεψε από τα έπιπλα του σπιτιού μερικά μικρά καδράκια με φωτογραφίες. Στο ένα από αυτά ήταν η ίδια και ο κύριος Λουκάς τη μέρα του γάμου τους, σε ένα άλλο ο Αντώνης μπροστά σε ένα θρανίο με ένα μολύβι στο χέρι, ήταν το αναμνηστικό από την αποφοίτηση του στο δημοτικό, ενώ στο τρίτο ο Αντώνης παραλάμβανε το πτυχίο του ντυμένος με ακαδημαϊκή τήβεννο. Το γεγονός ότι μάζεψε τα καδράκια, μαρτυρούσε ότι εστω και σε υποσυνείδητο επίπεδο, κάθε άλλο παρά σίγουρη σίγουρη ήταν ότι τελικά ότι θα επέστρεφαν τις επόμενες μέρες. Τελείωσε με το μάζεμα και κάλεσε ένα ταξί να έρθει να τους πάρει. Όταν αυτό έφτασε, βοήθησε τον κύριο Λουκά να φορέσει ένα ζευγάρι παπούτσια και του ανακοίνωσε ότι θα πήγαιναν επίσκεψη στον Κώστα που είχαν καιρό να τον δούνε. Εκείνος την κάρφωσε για λίγο με βλέμμα μισοάδειο και μισοαπορημένο, ύστερα τον πήρε αγκαζέ και βγήκαν από το σπίτι κρατώντας ο κάθε ένας τους και από ένα σακίδιο. Κοντά στην αυλόπορτα, η κυρία Κλειώ γύρισε να κοιτάξει πίσω απ τον ώμο της για μερικά δευτερόλεπτα και χωρίς να πει λέξη την άνοιξε και βγήκαν για τελευταία φορά από το σπίτι το οποίο τους φιλοξενούσε εδώ και 40 χρόνια.
Ο Μάρκου, ικανοποιημένος πια, κάλεσε τον κλειδαρά, που μέχρι τότε τους περίμενε στο πεζοδρόμιο, και του ζήτησε να αλλάξει την κλειδαριά, όπως και έκανε. Ύστερα κόλλησε ένα αντίγραφο της απόφασης της έξωσης στην πόρτα και επέστρεψε, μαζί με τους αστυνομικούς, στο περιπολικό. Αν όλα πήγαιναν ομαλά, σε μια ώρα το πολύ θα είχε ξεμπλέξει. Έδωσε στους αστυνομικούς την τελευταία διεύθυνση και εκείνοι ξεκίνησαν το αμάξι. Καθ όλη τη διάρκεια της διαδρομής δεν αντάλλαξαν ούτε μια λέξη, ακόμα και όταν ο Μάρκου μουρμούριζε διάφορα πράγματα σε έναν πυρετώδη μονόλογο στο πίσω κάθισμα.
Τους έπιασε λίγο η κίνηση και τους πήρε κάπου είκοσι λεπτά για να φτάσουν στο σημείο. Τώρα είχε μεσημεριάσει για τα καλά και η θερμοκρασία είχε φτάσει τους 39 βαθμούς. Το πουκάμισο του μάρκου ήταν καταϊδρωμένο, όχι μόνο κάτω από τις μασχάλες αλλά και στην πλάτη και κάτω από το λαιμό, το σακάκι το είχε πια αφαιρέσει και βρίσκονταν διπλωμένο στο πλάι του. Η ανάσα του τώρα ήταν πολύ κοπιώδης και απορούσε πως οι αστυνομικοί δεν έμοιαζαν τόσο ταλαιπωρημένοι όσο ο ίδιος, ούτε καν ο χοντρομπαλάς. Η ευχή του να διαθέτει ανελκυστήρα η συγκεκριμένη πολυκατοικία έπιασε, αν και το υπό έξωση διαμέρισμα ήταν μόλις στον δεύτερο όροφο. Επειδή το ασανσέρ ήταν μικροσκοπικό σαν φέρετρο, βιάστηκε να το χρησιμοποιήσει ο ίδιος και άφησε τους άλλους να ανέβουν από τις σκάλες. Αν για οποιοδήποτε λόγο έπρεπε να μείνει εκεί μέσα έστω και ένα λεπτό παραπάνω θα τον έπιανε πανικός, τόσο στενάχωρα ήταν.
Οι τρεις τους τον περίμεναν στο διάδρομο κατά σειρά ύψους σαν τους Ντάλτον, αν στέκονταν και αυτός δίπλα τους, πράγμα που δεν έκανε, θα ήταν ο Τζόε. Αναζήτησε την πόρτα του διαμερίσματος του συνταξιούχου στρατιωτικού και εκεί τον περίμενε μια ακόμη ευχάριστη έκπληξη, το κλειδί βρίσκονταν απάνω στην πόρτα, σημάδι πως ο πρώην ιδιοκτήτης είχε από μόνος του εγκαταλείψει το οίκημα. Αυτό ήταν κάτι που συνέβαινε σε σπάνιες περιπτώσεις, η συντριπτική πλειοψηφία προσπαθούσε να αντισταθεί και χρειάζονταν ανάλογες δόσεις πειθούς ή βίας προκειμένου να υποχωρήσουν. Χωρίς να περιμένει κανέναν, γύρισε μισή φορά το κλειδί ίσα για να ανοίξει η γλώσσα της πόρτας και την έσπρωξε. Το εσωτερικό του σπιτιού ήταν όπως ακριβώς το περίμενε, άδειο. Ζήτησε καλού κακού από τον Μπάμπη τον κλειδαρά να αλλάξει τις κλειδαριές και όσο εκείνος καταπιάνονταν με αυτό, ο Μάρκου αποφάσισε να εξερευνήσει λιγάκι το σπίτι. Το διαμέρισμα ήταν απλό, η κύρια είσοδος οδηγούσε στο καθιστικό όπου χωρίζονταν με έναν πάγκο με την κουζίνα. Απέναντι υπήρχε ένας διάδρομος με δυο πόρτες που ήταν κλειστές. Ο Μάρκου υπέθεσε ότι η μια θα ήταν η πόρτα του μπάνιου και η άλλη της κρεβατοκάμαρας και περπάτησε προς τα εκεί προκειμένου να το επιβεβαιώσει. Άνοιξε πρώτα την αριστερή πόρτα που ήταν του μπάνιου. Μπήκε μέσα και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο του για να δροσιστεί, ύστερα σηκώνοντας το κεφάλι από το νιπτήρα είδε για λίγο την αντανάκλαση του στον καθρέφτη. Έμοιαζε τουλάχιστον δέκα χρόνια μεγαλύτερος από την ηλικία του και δεν ήταν μόνο η φαλάκρα του. Τα πρώτα του μαλλιά έτσι και αλλιώς είχε αρχίσει να τα χάνει λίγο μετά την εφηβεία. Είχε μαυρίλες κάτω από τα μάτια που τον έκαναν να μοιάζει σαν ρακούν. Είχε ρυτίδες στο μέτωπο και αλλού, ενώ τα άλλοτε τροφαντά μάγουλα του, τώρα τον έκαναν να μοιάζει με Bull Dog, έτσι όπως είχαν κρεμάσει.
Απέστρεψε γρήγορα το βλέμμα του ενοχλημένος, γύρισε την πλάτη στον καθρέπτη και κατευθύνθηκε προς την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Εκείνη την ώρα ο μάστορας άρχισε να δουλεύει τον βιδολόγο, κάτι που αντανακλούσε άσχημα στο άδειο σπίτι και ο Μάρκου ένιωθε λες και του τρυπούσε το κρανίο. Έπιασε για λίγο το κεφάλι του με δύο δάχτυλα πάνω από τα μάτια και αφού είδε ότι δεν βοηθούσε ιδιαίτερα, γύρισε το χερούλι και άνοιξε την πόρτα του δωματίου που δυστυχώς δεν ήταν άδειο. Όχι, δεν υπήρχαν έπιπλα, αν εξαιρέσεις δηλαδή το σκαμπό που είχε χρησιμοποιήσει ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος για να ανέβει πάνω και να κρεμαστεί από τη ζώνη του παντελονιού του. Το πτώμα βρίσκονταν ακόμη εκεί και στον Μάρκου φάνηκε σαν να ταλαντεύονταν ελαφρώς σε κίνηση εκκρεμούς. Ο αυτόχειρας, αν και απόστρατος, ήταν ντυμένος με την στολή εξόδου της υπηρεσίας του. Ο Μάρκου έβγαλε μια ξεπνοημένη κραυγή η οποία όμως καλύφθηκε από το θόρυβο του ηλεκτρικού εργαλείου. Αντιστάθηκε στην παρόρμηση να τρέξει προς την έξοδο και έμεινε να περιεργάζεται το πτώμα με τα μάτια του. Η αγκράφα της ζώνης είχε περαστεί από έναν κρίκο που είχε βιδωθεί στο ταβάνι. “Μια τέτοια ζώνη πρέπει να αγοράσω να είναι γερή”, μουρμούρησε ο Μάρκου τώρα που του είχε περάσει το πρώτο σοκ. Παρατήρησε ότι απάνω στη στολή του κρεμασμένου, ήταν καρφιτσωμένος ένας φάκελος. Ο Μάρκου επιστράτευσε, όπως όπως, ότι θάρρος μπορούσε να επιστρατεύσει και αφού τον πλησίασε, σήκωσε το χέρι και τράβηξε το φάκελο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να πέσει καρφίτσα στο πάτωμα. Άνοιξε το φάκελο γεμάτος περιέργεια για να διαβάσει τα τελευταία λόγια του αυτόχειρα, να δει αν αποχαιρετούσε κάποιον, αν έβγαζε πικρία, αν είχε κάποια τελευταία επιθυμία, αν εξομολογούνταν κάποια αμαρτία του, οτιδήποτε. Στο καρτελάκι που περιέχονταν μέσα στο φακελο ήταν γραμμένη μοναχά μια λέξη με κεφαλαία γράμματα και ένα θαυμαστικό στο τέλος, ΜΠΟΥΜ! Αυτή η εξέλιξη δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό του, αν και είχε ως αποτέλεσμα να το σκορπίσει σε ολόκληρο το δωμάτιο.
Από το φύλλο της τοπικής εφημερίδας της επόμενης μέρας
“Τραγικό θάνατο βρήκε δικαστικός επιμελητής σε παγιδευμένο με εκρηκτικά διαμέρισμα στην οδό …. Ο ιδιοκτήτης, ο οποίος είχε δώσει προηγουμένως τέλος στη ζωή του, ήταν ειδικός πυροτεχνουργός και θεωρείται υπεύθυνος για την παγίδευση του δωματίου. Πιο αναλυτικό ρεπορτάζ στην σελίδα 3”
Blitzkrieg: Μέθοδος αστραπιαίου πολέμου που εφάρμοζαν οι ναζί προκειμένου να πιάσουν τον αντίπαλο απροετοίμαστο και να τον μπερδέψουν.