Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια
Σώστε τις φώκιες έξω οι ξένοι
Σώστε τις φώκιες, έξω οι ξένοι

Με αφορμή το θάνατο της Μπριζίτ Μπαρντό, άνοιξε μια διαμάχη για το χαρακτήρα της, τις πολιτικές της απόψεις και τοποθετήσεις, τη φιλοζωία της, το ταλέντο της κ.α. Για την συγκεκριμένη ηθοποιό και περσόνα δεν ήξερα τίποτα, πλέον έχω μάθει πέντε πράγματα για τις σχεδόν ναζιστικές της ιδέες, που επικαλούνται όσοι την κατηγορούν και την φιλοζωία της, που επικαλούνται όσοι την εκθειάζουν. Όλο αυτό γεννά ένα σημαντικό ερώτημα γενικότερα και ανεξάρτητα από την Μπριζίτ και κάθε Μπριζίτ, μπορεί η φιλοζωία να συνυπάρχει με ακροδεξιές και αντικοινωνικές αντιλήψεις και αν ναι, σε ποια πλαίσια.

Γενικότερα, και ορθώς, η φιλοζωία θεωρείται ένα χαρακτηριστικό του “εξημερωμένου” ή πιο σωστά του “πολιτισμένου” ανθρώπου. Το να θέλει κάποιος να βλάψει ένα ζώο, ιδιαίτερα όταν αυτό δεν σχετίζεται με την κάλυψη βασικών του ανθρωπίνων αναγκών, όπως είναι η πείνα ή η ανάγκη να ζει σε ένα καθαρό περιβάλλον, αντιμετωπίζεται και θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται σε μια “πολιτισμένη” κοινωνία ως κάτι αποτρόπαιο. Το να απολαμβάνει κάποιος το βασανισμό ενός σκυλιού ή ενός γατιού, αλλά ακόμη και ενός ζώου που προορίζεται να γίνει τροφή, δεν είναι από τα χαρακτηριστικά εκείνα που θα πρέπει να ενθαρρύνονται στην κοινωνία μας και μάλλον θα έπρεπε να εξετάζεται η σχέση τέτοιων συμπεριφορών με ψυχοκοινωνικές ανωμαλίες.

Εμφανίζεται όμως ένα φαινόμενο που μάλιστα βρίσκει αρκετή εξάπλωση στις μέρες μας, η φιλοζωία (εντός ή εκτός εισαγωγικών), να συμβαδίζει με τάσεις μισανθρωπισμού, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο έντονες. Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν λέω ότι αυτό χαρακτηρίζει όλους τους φιλόζωους, αλλά ότι υπάρχει μια αρκετά υπολογίσιμη μερίδα ανθρώπων, που αυτοπροσδιορίζονται ως φιλόζωοι, και οι οποίοι εκφράζουν μισανθρωπικές ή αντικοινωνικές απόψεις. Αυτού του τύπου οι ομάδες βρίσκουν συνήθως πεδίο έκφρασης στα social media, ειδικότερα με αφορμή τον θάνατο της Μπριζίτ εμφανίστηκαν πολλοί τέτοιοι. Πχ σε σχόλια πού σημείωναν πως η Μπριζίτ Μπαρντό μπορεί να έλεγε πως αγαπούσε τα ζώα αλλά είχε εκφράσει ρατσιστικές και μισανθρωπικές απόψεις, υπήρχαν σχόλια του τύπου “και εγώ δεν γουστράρω τα δίποδα” ή “καλά έκανε και που είναι το πρόβλημα” ή “οι άνθρωποι είναι μάστιγα και καταστρέφουν ότι ακουμπούν” κλπ κλπ κλπ. Φυσικά άνθρωποι ήταν και εκείνοι που τα έγραφαν αυτά, αλλά ίσως να θεωρούσαν τον εαυτό τους διαφορετικό από άλλους ανθρώπους, δεν ξέρω. Αυτή όμως η μανία να χρεώνεται στον άνθρωπο κάποιο προπατορικό αμάρτημα, νομίζω ότι δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική και παραβλέπει τα θετικά στοιχεία εκείνα που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο ή αυτό -που έλεγε ο Ρούσσο νομίζω- ότι ο άνθρωπος είναι ικανός για τα καλύτερα και για τα χειρότερα. Και επειδή ο άνθρωπος είναι ον κοινωνικό, τότε το προς τα ποια πλευρά θα διαμορφωθεί ο χαρακτήρας του κάθε ανθρώπου, εξαρτάται και από το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει.

Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που περιγράφω πιο πάνω, αντιλαμβάνονται τον συνάνθρωπο τους σαν την προσωποποίηση του κακού στον κόσμο ενώ τα ζώα ως πανάγαθες υπάρξεις. Στην πραγματικότητα και τα ζώα είναι ιδιαίτερα βίαια, μια αλεπού μπορεί να σφάξει όλες τις κότες στο κοτέτσι, ενώ μια αρσενική γάτα μπορεί να αποκεφαλίσει όλα τα γατάκια της, όμως αυτό που διαφοροποιεί κατ εμέ αποφασιστικά τα ζώα από τον άνθρωπο, είναι ο μεγάλος βαθμός κατανόησης των ανθρώπινων πράξεων, του νοήματος και του σκοπού τους, χωρίς να σημαίνει ότι και οι άνθρωποι δεν πράττουν παρά την βούληση τους κάτω από πίεση ή από σύγχυση. Επίσης πολλές από τις ανθρώπινες πράξεις που στο σήμερα μπορούν να θεωρηθούν κακές, μπορεί την ώρα που διαπράττονταν να ήταν στο πλαίσιο κανονικότητας, δηλαδή οι δρώντες να μην είχαν στο μυαλό τους ότι έπρατταν κάτι κακό. Στο βαθμό ιδιαίτερα που είναι δύσκολο να ορίσεις μια εξωιστορική έννοια περί καλού και κακού, πρέπει ως ένα βαθμό να συνυπολογίζουμε και το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα μία πράξη. Όμως ας μην επεκταθούμε άλλο προς τα εκεί, ας μείνουμε ότι δεν μπορούμε να επιρρίπτουμε τις ίδιες ευθύνες σε εναν άνθρωπο και σε ένα ζωο για τις συμπεριφορές τους.

Ο άνθρωπος λοιπόν ως εξ αρχής μιαρό ον, σε σχέση με τα ζώα που είναι υποτίθεται φυσικές αναπαραστάσεις του καλού, μάλλον δεν γίνεται να σωθεί και επιβιώνει ως αναγκαίο κακό καταστρέφοντας τον πλανήτη. Ακολουθώντας αυτόν τον συλλογισμό και φτάνοντας τον στα άκρα, ίσως θα ήταν καλύτερα ο άνθρωπος να εκλείψει για να απελευθερωθεί από αυτόν ο πλανήτης. Ο άνθρωπός βέβαια δεν είναι η μόνη μορφή ζωής που έγινε αιτία να εξαφανιστούν άλλες μορφές ζωής με την επικράτηση του, θα μπορούσαμε να πούμε όμως ότι ο άνθρωπος είναι ικανός μέσα σε λίγο χρόνο να αλλάξει το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει σε αντίθεση με άλλες φυσικές διαδικασίες οι οποίες παίρνουν πολύ χρόνο. Όμως ποιος άνθρωπος; Είμαστε όλοι εξ ίσου υπεύθυνοι για τις περιβαλλοντικές καταστροφές; Υπάρχει συλλογική ευθύνη; Είναι ο καθημερινός άνθρωπος εκείνος που αποφασίζει τους πολέμους, εκείνος που αποψιλώνει τα δάση, εκείνος που υπεραλλιεύει τις θάλασσες, εκείνος που πετάει τα απόβλητα; Χωρίς να σημαίνει ότι ο κάθε ένας από εμάς δεν έχει μερίδιο ευθύνης, εμείς γεννιόμαστε σε ένα λίγο πολύ δεδομένο κόσμο που καλούμαστε να ακολουθήσουμε τους κανόνες του. Ο κόσμος αυτός, επειδή είναι διαμορφωμένος έτσι ώστε κάποιοι με μεγάλη δύναμη να ευνοούνται από το πως λειτουργεί, αντιστέκεται στις αλλαγές, πόσο μάλλον στους ατομικούς δρώντες που αναγκαστικά υποτάσσονται για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Το να θεωρήσουμε τον άνθρωπο στην αφηρημένη του μορφή ως καρκινικό κύτταρο, προσωπικά μου φέρνε στο μυαλό την ναζιστική καμπάνια για τους ανάπηρους, που θεωρούσε ότι αυτοί θα έπρεπε να στειρωθούν ή να εξοντωθούν επειδή η ύπαρξη τους κοστίζει στην κοινωνία. Εγώ είμαι περισσότερο της άποψης ότι θα πρέπει να φτιάξουμε μια κοινωνία που να είναι κατάλληλη για να ζουν και οι ανάπηροι και όχι να τους θεωρήσουμε βάρος. Αντίστοιχα, θα μπορούσαμε να διαμορφώσουμε μια κοινωνία τέτοια που να μην καταστρέφει το φυσικό περιβάλλον πέρα από τις δυνατότητες αναγέννησης του. Διαφορετικά τι; Να ευχόμαστε την εξαφάνιση μας από τον πλανήτη; Μήπως να την επιδιώκουμε κιόλας. Αυτές οι απόψεις είναι μαλθουσιανές και φλερτάρουν με τον οικο-φασισμό, ότι τάχα είμαστε πολλοί και θα πρέπει να μειωνόμαστε. Έτσι και αλλιώς, όσο σκατά και αν τα κάνουμε, νομίζω ότι στην γή είμαστε απλά μια μικρή παρένθεση, ούτε θα ξεκινήσει ολύτε θα τελειώσει με εμάς η ζωή. Επίσης όσοι θεωρούν τον άνθρωπο δεδομένα μιαρό, είναι σαν να αρνούνται την ροπή του ανθρώπου και προς θετικές συμπεριφορές, είτε ατομικά είτε κοινωνικά. Η αντίληψη ότι υπάρχει μόνο η καταστροφική φύση του ανθρώπου ή ότι κατ ανάγκη αυτή πάντα επικρατεί είναι μηδενιστική και απάνθρωπη. Θεωρώ δε, ότι όσοι άνθρωποι εκφράζουν μεν αγάπη προς τα ζώα αλλά μίσος προς τον άνθρωπο, ίσως να βρίσκουν ως δικαιολογία τα υποτιθέμενη αγάπη τους για τα ζώα, προκειμένου να αιτιολογήσουν τον μισανθρωπισμό τους με τον ίδιο τρόπο που κάποιος το παίζει πατριώτης όχι επειδή αγαπάει την πατρίδα του και τους συμπατριώτες του, αλλά για να αιτιολογήσει το μίσος του για τους ξένους.

Ακούγεται συχνά και το επιχείρημα ότι οι ανθρώποι στις σχέσεις πληγώνουν ενώ τα ζώα προσφέρουν ανιδιοτελή αγάπη. Αυτό συμβαίνει για πολλούς λόγους και κυρίως με τα σκυλιά διότι τα έχουμε αναπτύξει από τους λύκους ως ζώα συντροφιάς, οπότε και έχουν προσαρμοστεί σε αυτό τους το ρόλο. Οι άνθρωποι από την άλλη, με τους οποίους ερχόμαστε σε πολύ πιο σύνθετες και με πολύ περισσότερο νόημα σχέσεις, από την μια δεν είναι κτήματα μας, άρα δύναται να μας αφήσουν, και από την άλλη η διατάραξη της σχέσης με έναν άνθρωπο κοστίζει τόσο πολύ, ακριβώς επειδή είναι τόσο σύνθετη και απαραίτητη για εμάς. Δενόμαστε εννοείται και με τα ζωάκια, όμως κατά τη γνώμη μου πρόκειται για άλλου είδους σχέση που είναι και αυτή σημαντικη. Προσωπικά, δεν νομίζω ότι μπορώ να υποκαταστήσω την ανθρώπινη σχέση (δεν εννοώ ερωτική) με την επαφή μου με τα ζώα, νομίζω θα ήμουν ένας πολύ πιο δυστυχισμένος άνθρωπος σε έναν κόσμο χωρίς άλλους ανθρώπους, χωρίς διάλογο, χωρίς ανταλλαγή ιδεών κλπ κλπ.

Πέρα από το ότι δεν μπορώ να αφορίσω με διανοητικά ακροβατικά την ίδια μου την ύπαρξη ως ανθρώπινο ον, μου φαίνεται επίσης αδιανόητο να θεωρώ ιδανικό κόσμο έναν κόσμο χωρίς ανθρώπους γιατί θεωρώ ότι ο άνθρωπος είναι η μορφή, στον πλανήτη μας τουλάχιστον, που συλλαμβάνει τον κόσμο συνειδητά στη μεγαλύτερη δυνατή συνθετότητα του σε σχέση με άλλα πλάσματα. Αποτελούμε τον πιο σύνθετο τρόπο να βιωθεί ο κόσμος και νομίζω ότι αυτό έχει σημασία. Είμαστε όμως πιο σημαντικοί από τα άλλα πλάσματα; Στο γνωστό συλλογισμό του τρένου, αν έπρεπε να βάλω το τρένο είτε σε μια γραμμή που θα πατούσε έναν τυχαίο άνθρωπο ή μια γάτα, θα το έβαζα στη γραμμή εκείνη που θα πατούσε τη γάτα. Δεν μπορώ να το τεκμηριώσω αυτό φτιάχνοντας μια πυραμίδα και βάζοντας τα σημαντικά ζώα και τα λιγότερο σημαντικά, αν και οι περισσότεροι από εμάς σίγουρα βάζουμε τις κατσαρίδες χαμηλότερα από τα σκυλιά φαντάζομαι.

Σε κάθε περίπτωση η αγάπη για τα ζώα (που αφορά κυρίως τα κατοικίδια για να λέμε την αλήθεια, κάτι που δείχνει ότι προτιμούμε τα εξημερωμένα ζώα δηλαδή τα ζώα που έχουν ενταχθεί και κυρίως όσα έχουμε εντάξει συνειδητά στα μέρη που ζουν οι άνθρωποι… γιατί και τα ποντίκια υπάρχουν εκεί που υπάρχουν άνθρωποι αλλά δεν τα βλέπουμε με φοβερή συμπάθεια) νομίζω ότι μπορεί άνετα να συνυπάρχει με την μη απόρριψη του είδους μας. Περιπτώσεις σαν αυτές της Μπαρντό δεν μπορώ παρά να τις θεωρήσω αντικοινωνικές και προβληματικές, το μίσος που εξέφραζε για άλλους ανθρώπους που δεν της έφταιγαν σε τίποτα δεν νομίζω ότι μπορεί να ισορροπήσει σε μια ζυγαριά που από την άλλη πλευρά θα έχει την αγάπη της για τα ζώα. Και φυσικά το πρόβλημα δεν είναι η Μπαρντό, αλλά ότι αυτές οι συμπεριφορές συναντώνται και σε άλλους ανθρώπους και τείνουν να ή/και έχουν γίνει ιδεολογία που μοιάζει να έχει όλο και περισσότερους αποδέκτες.

Image

Κάνω Copy/Paste από το Facebook μερικά πράγματα που έγραψα για τον Καποδίστρια, μιας και έχει βγεί στην επικαιρότητα λόγω της γνωστής ταινίας του Σμαραγδή. Δεν έχω βάλει τόνους και συγνώμη, αλλά αρχικά δεν είχα σκοπό να το δημοσιεύσω εδώ.

Παντως ο Καποδιστριας, οσο η επανάσταση του 21 δεν ειχε νικήσει, φροντισε να κραταει τις αποστασεις του και αρνηθηκε να γινει αρχηγος της φιλικης εταιριας. Βλεπετε το Τσαρικο κρατος, του οποιου ηταν αξιωματουχος ο ιδιος, δεν ηθελε να ρισκαρει να ταυτιστει με την ελληνικη επανάσταση. Όταν ανελαβε τη διακυβερνηση του τοπου και εφοσον ηταν βέβαιο οτι η Ελλαδα θα εφτιαχνε κρατος (κατι που ίσως δεν ήθελε να δεχθει ο Μετερνιχ που έβλεπε με καχυποψια οποιαδήποτε αλλαγή του κόσμου μετά την ήττα του Ναπολέοντα και την επαναφορα του «Παλαιου Καθεστωτως»), και αυτο το κρατος «επρεπε» να έχει «πάτρωνες» τις μεγάλες δυνάμεις τις εποχης (αγγλια, γαλλια, ρωσια). Αυτες ανταγωνοζονταν για το ποια θα έχει την περισσότερη επιρροή στην υπο διαμορφωση ακόμα κρατική οντότητα. Η γεωγραφική θέση της χώρας, βλέπετε, ήταν σημαντική για το εμπόριο της Αγγλίας και σημαντική για τη Ρωσια ώστε να έχει θαλάσσιες εξόδους στην περιοχή. Η απόφαση λοιπον, από τον καποδιστρια αλλά και από την τσαρική Ρωσία, πάρθηκε όταν βρέθηκαν προ τετελεσμένου, μιας και ο «μεγάλος ασθενής», που αποκαλούνταν η οθωμανική αυτοκρατορία, είχε υποκύψει στα τραυματα του. Οταν δηλαδή τα ισχυρα κράτη κλήθηκαν να προλάβουν να βάλουν χέρι στην περιοχή, αφού το παλιο αφεντικό, η Υψηλη Πύλη, ειχε υποχωρήσει απο τον ηδη δυσκολο ελεγχο των κατακτημενων εδαφων της. Τωρα αν ο Καποδιστριας ηταν περισσοτερο πιονι του Τσαρου ή περισσότερο κυβερνητης των ελλήνων (και ποιων ελλήνων) έχει και αυτο τη σημασια του. Σημασία όμως έχει και ο τρόπος με τον οποίο κυβέρνησε, που με τα μετρα και τα σταθμά του πνεύματος του διαφωτισμού που διακατείχαν τους πρωτεργάτες και εμπνευστες της ελληνικής επανάστασης, θα λέγαμε οτι η διακυβέρνηση του απειχε πολύ απο τέτοια ιδεωδη.

Εχοντας πει τα παραπάνω δεν θα έλεγα οτι ηρθε να κυβερνησει εκ του ασφαλούς (κατι που μαρτυράται και απο τη δολοφονία του). Έπρεπε να πετύχει στο στοιχημα να καταφέρει να δαμάσει ολα εκεινα τα διαφορετικών συμφερόντων κοινωνικά στρώματα που είχαν πρωταγωνιστήσει την προηγούμενη περίοδο, κάτι που για πολλούς λόγους απέτυχε να κάνει. Δεν ηταν ομως στους πρωτεργάτες της απελευθέρωσης, αντίθετα κράτησε τις αποστάσεις του μέχρι να πάρει το πράσινο φως από τον Τσαρο και σιγουρα η πολιτικη του δεν ήταν φιλολαικη, πως θα μπορουσε να ηταν άλλωστε έχοντας τις καταβολές που είχε.

Σκοπος μου δεν ειναι ομως να δαιμονοποιησω τον Καποδιστρια, αλλα να σημειωσω πως ήταν ενα προσωπο της εποχης του το οποιο εφερε κυριως ιδεες συντηρητικες και οχι προοδευτικες για το μελλον της χωρας. Φυσικα η προσπαθεια αστικου εκσυγχρονισμου ενος κρατους που προερχονταν απο μια κοινωνια που ειχε μεινει τοσο πισω μπορει να εμοιαζε προοδευτικο, ήταν βλέπετε κατάλοιπο της καθυστερημένης οθωμανικης αυτοκρατοριας. Όμως σε σχεση με τις πιο προοδευτικες ιδεες που ειχε φερει στην ευρωπη η γαλλικη επανάσταση και ο διαφωτισμος και οι οποίες σε μεγάλο βαθμό ενέπνευσαν την ελληνική επανάσταση, υπήρχε μεγάλη απόσταση. Έτσι και αλλιως και εκείνες έδιναν τη δική τους μάχη με το «Ancient Regime» από καιρό.

Ένα ακόμα άρθρο του φίλου του Blog Μιχάλη Αθανασάκη που έχω την χαρά να φιλοξενήσω. Τροφή για σκέψη και για διάλογο σε κάθε του παράγραφο.

Από το τέχνη ως γεγονός στο content ως ροή (ή αλλιώς reel!): Μνήμη, κοινότητα και ηθική σε έναν κόσμο που τρέχει

In one of the key scenes in Alfonso Cuarón’s 2006 lm Children of Men, Clive Owen’s character, Theo, visits a friend at Battersea Power Station, which is now some combination of government building and private collection. Cultural treasures – Michelangelo’s David, Picasso’s Guernica, Pink Floyd’s inatable pig – are preserved in a building that is itself a refurbished heritage artifact. This is our only glimpse into the lives of the elite, holed up against the effects of a catastrophe which has caused mass sterility: no children have been born for a generation. Theo asks the question, ‘how all this can matter if there will be no-one to see it?’ The alibi can no longer be future generations, since there will be none. The response is nihilistic hedonism: ‘I try not to think about it’.

                                                                                                             Mark Fisher, Capitalist Realism

Ας ξεκινήσουμε από κάτι απλό και καθημερινό, σχεδόν ασήμαντο — από αυτά που, ακριβώς επειδή είναι καθημερινά, περνούν κάτω από το ραντάρ της συνείδησης.

Είναι βράδυ. Το κινητό στο χέρι. Ένα ατέλειωτο κύλισμα εικόνων: ένα δεκαπενταδεύτερο βίντεο με ένα “ρεφρέν” που σε χτυπάει αμέσως, ένα “αστείο” που θέλει να σε κάνει να γελάσεις χωρίς να σκεφτείς, ένα κομμάτι πολιτικού λόγου κομμένο έτσι ώστε να είναι είτε σκανδαλώδες είτε εξοργιστικό, και μετά πάλι μουσική, πάλι εικόνα, πάλι σχόλια, πάλι αντίδραση. Κι όσο συνεχίζεις, τόσο δυσκολεύεσαι να σταθείς σε κάτι. Σαν να μην έχεις χρόνο να κατοικήσεις μέσα σε μια ιδέα, μέσα σε ένα συναίσθημα, μέσα σε μια μνήμη.

Και τότε γεννιέται ένα ερώτημα που ίσως είναι το πιο σοβαρό της εποχής μας: μήπως δεν ζούμε απλώς μια περίοδο “ψυχαγωγικής υπερκατανάλωσης”, αλλά μια ιστορική φάση όπου ο πολιτισμός αλλάζει λειτουργία και σκοπό; Μήπως ο πολιτισμός, ήτοι η μουσική, το θέατρο, ο κινηματογράφος, η λογοτεχνία, η ποίηση,  μετακινείται από κοινωνικό γεγονός σε προϊόν; Από κοινή γλώσσα νοήματος σε ροή περιεχομένου; Ίσως να είναι ρητορικό το ερώτημα μιας και διαφαίνεται ότι η απάντηση είναι πασιφανής.

Το λέω έτσι, ωμά, γιατί η ωμότητα εδώ είναι χρήσιμη: δεν με απασχολεί αν “χάλασε η τέχνη”. Με απασχολεί κάτι βαθύτερο, ότι αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία παράγει νόημα, μνήμη και κοινότητα. Κι αν αυτά αρχίσουν να υποχωρούν, τότε υποχωρεί και η ηθική βάση – όχι ως κήρυγμα, όχι ως υπόδειξη αλλά ως πρακτική ανθρωπιάς.

Υπάρχει μια παρεξήγηση που βολεύει πολύ το σύγχρονο καθεστώς: ότι ο πολιτισμός είναι κάτι σαν διακόσμηση ή διασκέδαση. Ένα “άλλο” πεδίο, παράλληλο προς την οικονομία και την πολιτική. Κάτι που κάνει τη ζωή πιο ανεκτή, πιο όμορφη, πιο υποφερτή. Ένα συμπλήρωμα, ένα xanax.

Όμως ο πολιτισμός ιστορικά ήταν κάτι άλλο: ήταν ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία έδινε μορφή στο συλλογικό της Είναι. Και το συλλογικό Είναι δεν είναι μια μεταφυσική ουσία που επιβάλλεται στα άτομα. Προκύπτει από το ατομικό, από τις κοινές συνισταμένες εκείνες που, ενώ εξατομικεύονται, παραμένουν αναγνωρίσιμες: πόνος, έρωτας, θνητότητα, φόβος, ελπίδα, ανάγκη για ρυθμό, ανάγκη για τελετουργία, ανάγκη για αφήγηση.

Η τέχνη, όταν λειτουργεί κοινωνικά, κάνει το ιδιωτικό βίωμα κοινότοπο χωρίς να το ακυρώνει. Σε κάνει να νιώσεις ότι δεν είσαι μόνος. Κι αυτή η δυνατότητα, η μετατροπή της μοναξιάς σε κοινό νόημα, είναι ο πυρήνας της κληρονομιάς. Όχι η “ποιότητα” με όρους γούστου αλλά η λειτουργία της.

Όταν η κουλτούρα μετουσιώνεται σε βιομηχανικά αγαθά εμπορικά διαθέσιμα, το βάθος δεν εξαφανίζεται, απλώς ηττάται συστηματικά και αυτή η “εμπορευματοποίησησ” της κουλτούρας δεν είναι απλώς το ότι υπάρχουν εμπορικά έργα. Αυτό υπήρχε πάντα. Η εμπορευματοποίηση είναι κάτι πιο δομικό: είναι η εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος όπου το βασικό κριτήριο αξίας γίνεται η κλίμακα, η ταχύτητα, η αναγνωρισιμότητα, η αδιάκοπη παραγωγή, το μετρήσιμο αποτέλεσμα.

Κι εδώ εμφανίζεται μια σχεδόν νομοτελειακή συνέπεια: η επιφάνεια ευνοείται. Όχι επειδή “οι άνθρωποι έγιναν χαζοί”, αλλά επειδή το σύστημα ανταμοιβής επιβραβεύει την άμεση πρόσληψη. Το “hook”, το “reel”, το “quote” που θα αναπαραχθεί. Το συναίσθημα που δεν χρειάζεται να ζυμωθεί, να αναρωτηθεί. Τη συγκίνηση που δεν απαιτεί σιωπή.

Το βάθος, αντιθέτως, είναι αργό. Θέλει χρόνο, δεύτερη ανάγνωση, υπομονή, επιστροφή. Θα έλεγα ότι θέλει μια μορφή εσωτερικής πειθαρχίας και υπομονής. Αλλά πώς να υπάρξει πειθαρχία όταν το καθημερινό βίωμα έχει γίνει ροή; Όταν η ίδια η προσοχή σπάει σε μικρά κομμάτια, σαν να εκπαιδεύεται να μην αντέχει τη διάρκεια; Νιώθουμε να τρέχουμε διαρκώς χωρίς να φτάνουμε πουθενά.

Ίσως η πολιτιστική οπισθοδρόμηση δεν είναι θέμα πχ “κακής μουσικής” ή “κακού σινεμά”, αλλά θέμα διάλυσης της δυνατότητας για διάρκεια.

Πλατφόρμες & ΜΜΕ

Οι πλατφόρμες δεν είναι ουδέτερες, είναι επιχειρήσεις μέσα στο ίδιο πλαίσιοκαι εδώ συχνά γίνεται ένα λάθος: να μιλάμε για πλατφόρμες και ΜΜΕ σαν να είναι αυτόνομες “πολιτισμικές δυνάμεις”, σχεδόν μεταφυσικές. Όμως είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις. Κι ως τέτοιες έχουν μια συγκεκριμένη δομή κινήτρων: θα αξιοποιήσουν την ισχύ τους κατά τρόπο που διασφαλίζει ή αυξάνει τα κέρδη τους.

Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε συνωμοσίες. Αρκεί να κατανοήσουμε την απλή λογική: αν το κέρδος εξαρτάται από τον χρόνο που μένεις, από την ένταση της αντίδρασής σου, από την επαναληπτική σου επιστροφή, τότε η πλατφόρμα θα οργανώσει τον κόσμο σου έτσι ώστε να αντιδράς, να επιστρέφεις, να μένεις. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κουλτούρα γίνεται καύσιμο. Η αισθητική γίνεται μηχανισμός.

Και εδώ δένει το ζήτημα με κάτι ακόμη πιο σκληρό: την ανισότητα.

Ταξική Ανισότητα

Η καπιταλιστική επέκταση δεν είναι απλώς γεωγραφική. Είναι επέκταση σε σφαίρες ζωής που άλλοτε δεν οργανώνονταν αποκλειστικά από την αγορά (αξίζει να διαβάσεις το βιβλίο The Age of Surveillance Capitalism της Shoshana Zuboff). Και όσο αυτή η επέκταση οξύνεται, τόσο οξύνονται και οι ανισότητες. Και όσο οξύνονται οι ανισότητες, τόσο οι αξίες μετατοπίζονται.

Γιατί η ανισότητα δεν είναι αριθμός. Είναι εμπειρία. Είναι ανασφάλεια. Είναι φόβος. Είναι η αίσθηση ότι η ζωή είναι αγώνας δρόμου χωρίς γραμμή τερματισμού. Και μέσα σε τέτοιες συνθήκες, ο άνθρωπος σπρώχνεται (όχι πάντα συνειδητά) προς μια ηθική επιβίωσης. Προς τον κυνισμό ως άμυνα. Προς τον ανταγωνισμό ως “ρεαλισμό”. Προς το “ο καθένας μόνος του” ως φυσικό νόμο.

Άρα η πολιτιστική επιφάνεια και η ηθική μετατόπιση δεν είναι δύο ξεχωριστά πράγματα, αλλά δύο όψεις της ίδιας υλικής κίνησης.

Μνήμη, κοινότητα, ηθική: μια αλυσίδα που σπάει

Εδώ είναι που το πρόβλημα παίρνει υπαρξιακή μορφή. Γιατί δεν μιλάμε απλώς για “γούστα”. Μιλάμε για το αν μια κοινωνία μπορεί να παραμείνει κοινωνία.

Μνήμη: Δεν πρόκειται μόνο για λήθη. Πρόκειται για αποσπασματοποίηση. Η ιστορία γίνεται στιγμιότυπο. Γίνεται αφήγημα που επιλέγεται εργαλειακά, είτε για να αυτοδικαιωθούμε είτε για να μισήσουμε. Κι όταν η μνήμη χάνει τη συνέχεια, χάνει και τη δύναμή της ως φρένο. Πχ «η Μεταπολίτευση μας κατέστρεψε», «όλοι ίδιοι είναι», «οι πολιτικοί φταίνε για όλα», μια τεράστια ιστορική περίοδος επομένως γίνεται ένα “κουμπί” συναισθήματος (θυμός/αηδία).

Κοινότητα: Ποτέ δεν ήμασταν τόσο “συνδεδεμένοι” και ποτέ δεν ήμασταν τόσο μόνοι. Η κοινότητα θέλει διάρκεια, ευθύνη, τριβή, συγχώρεση. Θέλει ενσώματη σχέση. Τα social media όμως συχνά παράγουν ταύτιση χωρίς κοινή ζωή. Και όταν δεν υπάρχει κοινή ζωή, το “ανήκειν” γίνεται εύκολο να αντικατασταθεί από αφηρημένες ταυτότητες που υπόσχονται ζεστασιά αλλά παράγουν πόλωση. Το βλέπεις όταν γίνεται ένα περιστατικό (μια πολιτική δήλωση, ένα έγκλημα, ένα σκάνδαλο, μια κρίση). Μέσα σε λίγες ώρες σχηματίζονται δύο “στρατόπεδα”, αλλάζεις φωτογραφία προφίλ/βάζεις hashtag, κάνεις repost, γράφεις οργισμένο σχόλιο, νιώθεις ότι “ανήκεις” σε κάτι γιατί χιλιάδες άνθρωποι λένε τα ίδια πράγματα, την ίδια στιγμή.

Ηθική βάση: Η απανθρωποποίηση δεν έρχεται με κεραυνό. Έρχεται με μικρές «δόσεις». Με τη γλώσσα που υποτιμά. Με το “έλα μωρέ, αστείο είναι”. Με τη συνήθεια να βλέπουμε ανθρώπους ως κατηγορίες, ως πρόβλημα, ως απειλή, ως αριθμούς. Χωρίς μνήμη που να θυμίζει πού οδηγεί αυτό, και χωρίς κοινότητα που να επιβάλλει όρια στην πράξη, η μετατόπιση γίνεται κανονικότητα. Βλέπε για παράδειγμα την τρέχουσα επικαιρότητα όπου οι μετανάστες/πρόσφυγες αντιμετωπίζονται ως «νούμερα» και «εισβολείς», ξεκινάει από τη γλώσσα στον δημόσιο λόγο (και σε καθημερινές κουβέντες) ακούγεται: «λαθρομετανάστες» (ο άνθρωπος γίνεται παρανομία), «κύματα», «ορδές», «εισβολή» (ο άνθρωπος γίνεται φυσικό φαινόμενο ή απειλή). Εδώ έρχεται η πρώτη “δόση”: να μη μιλάμε για πρόσωπα, αλλά για μάζα. Μετά έρχεται το “έλα μωρέ”, κάποιος λέει ένα “αστείο” ή ένα σκληρό σχόλιο («να τους στείλουν πίσω με όποιο τρόπο», «να τους βουλιάξουν» κλπ), Μετά γίνεται στατιστική, η συζήτηση μετατρέπεται σε «πόσοι είναι», «τι κοστίζουν», «τι επιβαρύνουν». Τέλος, η μετατόπιση περνά στην πράξη, όταν μετά συμβεί κάτι σκληρό (π.χ. κακή μεταχείριση, απώθηση, απάνθρωπες συνθήκες), ο κόσμος δεν σοκάρεται όσο θα σοκαριζόταν παλιότερα «έτσι είναι… τι να κάνουμε…», «είναι υπάνθρωποι…».

Και τότε, ίσως τότε, η πολιτική γίνεται θέαμα. Η ηθική γίνεται αισθητική. Και η ανθρωπιά γίνεται επιλογή, όχι το αυτονόητο.

Άμυνα χωρίς “επίσημη ταυτότητα”

Εδώ χρειάζεται προσοχή, για να μη διολισθήσουμε στο αντίθετο άκρο: η προστασία της πολιτισμικής κληρονομιάς δεν πρέπει να γίνει κρατική κατασκευή του Είναι. Μια κοινωνία που “ορίζει” από τα πάνω τι είναι και τι δεν είναι, κινδυνεύει να παράξει επίσημο κανόνα, άρα και αποκλεισμούς.

Η πραγματική προστασία είναι πιο ταπεινή και πιο ριζική: είναι η διατήρηση της δυνατότητας να υπάρξει λαϊκή μνήμη, εμπειρίες, κοινότητα, κριτική σκέψη, πολλαπλές φωνές. Είναι η διατήρηση ενός οικοσυστήματος μέσα στο οποίο το νόημα μπορεί να παράγεται συλλογικά και όχι να επιβάλλεται αλλά να ζυμώνεται ώστε να προκύπτει κάτι νέο, κάτι φρέσκο (θέση + αντίθεση = σύνθεση),  που ταυτίζεται με την κοινωνία η οποία νιώθει ταυτόχρονα ότι εκπροσωπείται από αυτό (άσχετα αν συμφωνεί ή διαφωνεί) και το κατανοεί.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το κεντρικό ερώτημα: σε έναν κόσμο όπου ο πολιτισμός τείνει να γίνεται προϊόν και η προσοχή νόμισμα, πώς θα κρατήσουμε την ανθρωπιά ως κοινό γεγονός; Πώς θα κρατήσουμε ζωντανό το δικαίωμα να θυμόμαστε, να συναντιόμαστε, να ντρεπόμαστε εκεί που πρέπει, και να λέμε – χωρίς υπεκφυγές – ότι κανένας άνθρωπος δεν περισσεύει;

 (για περαιτέρω ανάγνωση)

Shoshana Zuboff, The Age of Surveillance Capitalism

Theodor W. Adorno & Max Horkheimer, Dialectic of Enlightenment (κεφ. “The Culture Industry”)

Guy Debord, Η κοινωνία του θεάματος

Mark Fisher, Capitalist Realism

Zygmunt Bauman, Liquid Modernity

Η ανάποδη πυραμίδα

.

Βρίσκεσαι κάτω από τη σκιά της

βυθισμένος σε μια αιώνια νύχτα

η ανάποδη πυραμίδα βλέπεις,

ενσωματώνει όλες σου τις επιθυμίες

τις ελπίδες σου

Η ακμή της, τόσο κοφτερή

σαν έτοιμη να τρυπήσει τη σάρκα σου

ορίζει ένα σημείο μηδέν

από το οποίο ξεκινάνε όλα και όλα εκεί καταλήγουν

Και αναρωτιέσαι όπως αναρωτιόνταν κάποτε οι σοφοί

“πόσοι άγγελοι να χωράνε άραγε στο κεφάλι μιας καρφίτσας;”

την ώρα που παρακαλάς για ένα έξτρα ώμο, να μοιραστείτε το άχθος

όλων σου των πόθων

Μοιάζει με θεμέλιο, και συνάμα με τον ακρογωνιαίο λίθο

ενός μεγαλιθικού μνημείου ή σαν ένα δέντρο που έχει φυτρώσει ανάστροφα

Όμως αρνείσαι να αποχωριστείς όλο ετούτο το βάρος

σαν το παιδί που έχει βάλει το χέρι στο βάζο με τις καραμέλες και έχει γεμίσει τη χούφτα του

μην αφήνοντας την επιθυμία από τη σφιγμένη του απαλάμη,

αλλά και μη μπορώντας να τη γευτεί

Και η σκιά όλο μεγαλώνει

Καθώς το παρόν γίνεται παρελθόν και το μέλλον λιγοστεύει

Ακολουθεί κάτι που έγραψα πριν λιγο στο Facebook, ειναι προχειρογραμμένο και χωρίς τόνους αλλά για να πω την αλήθεια βαριέμαι να το ξαναγράφω και να το διορθώνω, ναι είμαι τεμπέλης:). Το ανεβάζω και εδω κυρίως για αρχειακούς λόγους.

Μας πρηξατε ολοι αυτες τις μερες με τον μαλακα… να σας πρηξω και εγω λιγο με μερικες σκεψεις που εκανα.

Για εμενα, ατομα σαν αυτον τον σκατοφασιστα που πυροβολησαν, καταφερνουν να εχουν επιτυχια και ακολουθους επειδη ακριβως δεν ειναι τιμιοι απεναντι σε αυτους με τους οποιους ερχονται σε αντιπαραθεση και οχι επειδη αυτα που λενε ειναι και τοσο ψαγμενα πόσο μάλλον σωστα. Θελω λόιπον να αναφερθω σε μερικα απο τα τεχνασματα τα οποια εχω παρατηρησει οτι καταφευγουν προκειμενου να κερδισουν τις εντυπωσεις.

1) Διαλεγουν προσεχτικα τον αντιπαλο τους, συνηθως επιλεγουν φοιτητες ή influencers ή γενικότερα άτομα τα οποία θεωρούν ότι ειναι πιο ευκολο να εχουν του χεριού τους και οχι ατομα εμπειρα στο πεδιο το οποιο αφορα η συζητηση. Δεν θα πιασουν δηλαδη εναν βιολογο να μιλησουν για την θεωρια του δημιουργισμου.

2) Επιλέγουν ποια βιντεο θα δημοσιευσουν, δεν θα ανεβασουν ενα βιντεο στο οποιο φαίνεται να αποκρούονται τα επιχειρηματα τους αλλα εκεινο στο οποιο ο αντιπαρατιθεμενος θα τα χασει ή θα βρουν τροπο να τον μπερδεψουν, να τον εκνευρισουν ή να τον κατευθυνουν.

3) Εχουν ακολουθους που σχολιαζουν και αλλους που αναπαραγουν τα βιντεο τους. Το να φαινεται σαν να συμφωνουν μαζι σου πολλοι ειναι δυνατον να επηρεασει το πως θα αντιμετωπισει ο αλλος αυτα που λες. Αυτος ειναι και ο λογος που πολλα κομματα, και οχι μονο, διατηρουν στρατους απο μποτακια ή επαγγελματιες σχολιαστες που παρεμβαινουν στοχευμενα κατω απο δημοσιευσεις.

4) Διαλεγουν προσεχτικα εκεινα στα οποια θα επιτεθουν. Για παραδειγμα προτιμουν να περιλλαμβανουν στε μενου τους οσα σχετιζονται με τις θεωριες ταυτοτητων, οι οποιες στην προεκταση τους εισαγαγουν μεσα πολλες μεταφυσικες παραδοχες που ειναι ευκολο να προσβληθουν. Το μεταμοντερνο αφηγημα ειναι διαλεκτικα διατρητο και αυτο οι alt right το γνωριζουν και το εκμεταλλευονται. Υπο μια εννοια ειναι και οι ιδιοι παραγωγα του, αλλα δεν θα το εξηγησω εδω αυτο.

5) Απαντανε με ερωτησεις και πιανονται απο λεξεις για να ξεφυγουν απο την υποχρεωση να ακολουθησουν μια συνεκτικη πορεια στην κουβεντα και να κανουν εναν τιμιο διαλογο. Αντιθετως, προσπαθουν να αποπροσανατολισουν, μεταφερονται απο θεμα σε θεμα χωρις να εχουν απαντησει καν αυτο που τους ρωτανε ή οταν ο αλλος απανταει επαρκως στην δικη τους ερωτηση επανερχονται με νεα αμφισβητηση που μπορει να μην εχει καμια σχεση με αυτο που αρχικα ηταν το επιδικο. Πχ σου λεει καποιος πως οσοι ζουσαν στον υπαρκτο σοσιαλισμο μισουν εκεινη την περιοδο, του δινεις τα στατιστικα στοιχεια οτι οι περισσοτεροι λενε οτι τοτε ζουσαν καλυτερα και μετα αυτος αντι να πει ημουν λαθος σου λεει «ναι αλλα δεν μπορουσαν να βγουν απο τη χωρα», κατι που δεν ειχε καμια σχεση με τον αρχικο του ισχυρισμο.

6) Προσπαθουν να βρουν ασυνεπειες στα επιχειρηματα σου για να προσβαλλουν την ρητορικη σου στο ονομα του ορθου λογου, ομως η δικη τους τακτικη ειναι ακριβως η διαστροφη της αληθειας και της λογικης, προκειμενου να υπερασπιστουν την θεση τους.

7) Συνδυαστικα με το απο πανω, κανουν οτι μπορουν ετσι ωστε στην κουβεντα να ειναι αυτοι ο aggressor, δηλαδη αυτος που εχει το πανω χερι και ετσι να την κατευθυνουν σε πεδια βολικα για αυτους, πεδια που εχουν προβαρει και ξαναπροβαρει. Επιπροσθετως, εμφανιζουν τον εαυτο τους με αυτον τον τροπο σαν αυθεντιες, οι οποιοι διαλεγουν να εντοπισονυ το παραμικρο δικο σου λαθος ή παραπατημα, ενω οι ιδιοι καταφευγουν σε ενα σωρο τεχνασματα χωρις να χρειαζεται να λογοδοτουν, ακριβως επειδη αναλαμβανουν και το ρολο του δικαστη/κριτη. Πχ, οταν πεσεις εσυ σε αντιφαση θα το εντοπισουν και θα στο πουν, την ιδια στιγμη οι ιδιοι μπορει να σου παρουσιαζουν ως θεσφατα πραγματα που λεγονται στη βιβλο, τα οποια ειναι αντιφατικα με αλλα πραγματα που λεγονται στη βιβλο. Όμως οταν καποιος κατευθυνει τον διαλογο και εχει καταφερει και εσενα να το εσωτερικευσεις αυτο, ειναι πιο ευκολο να μην αφησει χωρο για αμφισβητηση της συνεπειας των οσων λεει.

8) Προυποτιθεται και απο τα παραπανω αλλα το γραφω και ξεχωριστα. Χρησιμοποιουν τεχνικες οπως η μαιευτικη, προκειμενου να εχουν τον συνομιλητη τους σε μια συνεχη σταση απολογιας. Πρεπει με οποιοδηποτε τροπο ο ενας να θετει ερωτησεις, ει δυνατον σε υφος ανακριτη και ο αλλος να απανταει εν ειδει απολογιας. Αυτο καθοριζει το επιπεδο της σχεσης μεταξυ των δυο, ειναι πολυ βασικο αυτο, να νιωθεις δηλαδη μη ισοτιμος οταν του απαντας.

9) Και πιο ειδικα. Απαντανε με ερωτησεις. Αυτο που θα πω παρακατω ειναι βγαλμενο απο πραγματικο συμβαν. Τον ρωταει καποια «ποια νομιζεις οτι θα πρεπει να ειναι η θεση της γυναικας σε μια συγχρονη κοινωνια;»(ή κάτι τετοιο, δεν θυμαμαι τωρα ακριβως). Αυτος αντι να απαντησει σε αυτο που τον ρωτησαν, επειδη μαλλον το να πει οτι η γυναικα πρεπει να ειναι στην κουζινα της (οπως πραγματικα πιστευει) δεν θα παει καλα ως απαντηση, απανταει με ερωτηση και λεει «ας ορισουμε πρωτα τι σημαινει γυναικα», προκειμενου να παει η κουβεντα στην θεωρια των ταυτοτητων που εκει μπορει ευκολοτερα να οδηγησει τον αλλο σε λογικες πλανες και ήττα.

10) Γενικοτερα προσπαθουν να εμφανιζονται ως θεματοφυλακες της λογικης και της αντικειμενικοτητας, φυσικα αυτο μπορουν να το κανουν μονο οσο οι ιδιοι διαλεγουν το περιεχομενο της αντιπαραθεσης. Γιατι ποσο θεματοφυλακας της λογικης και της αντικειμενικοτητας να μπορει να ειναι καποιος οταν αποδεχεται τον δημιουργισμο σαν θεωρια κοσμογονιας; Αν ολοι αυτοι καλουνταν να απαντησουν μια σειρα απο ερωτησεις χωρις να καταφυγουν στα κολπα τους, θα μπορουσε καποιος να τους κανει να ξερασουν το γαλα της μανας τους. Ομως το ταλεντο τους ειναι να καταφερνουν σε μια κουβεντα να βγαινουν απο πανω εν τελει, ελεγχοντας την κατασταση με ταχυδακτυλουργικα (all smoke and mirrors που λενε και στο αμερικα).

11) Το να μπορεις να εισαι εσυ που κατα κύριο λογο θετεις τις ερωτησεις η καθοριζεις το θεμα, αυτο απο μονο του σε βαζει σε πλεονεκτικη θεση. Εβλεπα προχθες, για παραδειγμα, μια δημοσιευση του Βελοπουλου που με αφορμη το ανοιγμα των σχολειων υποστηριζε οτι στα σχολεια θα πρεπει να επανελθουν οι ποδιες. Απο κατω «αριστεροι» και «δεξιοι» μαχονταν υπερ ή κατα της σχολικης στολης χωρις η κουβεντα να εχει τελος ουτε και λογο υπαρξης. Στην πραγματικοτητα, αυτο που ειναι ουσιαστικο για τα σχολεια δεν συζητηθηκε καθολου. Το αν δηλαδη θα ειναι καταλληλες οι σχολικες αιθουσες, αν τα βιβλια θα τα παρουν τα παιδια εγκαιρως, αν θα υπαρχουν δασκαλοι, αν τα τμηματα δεν θα εχουν παραπανω απο οσους πρεπει μαθητες και πολλα ακομα που ειναι πολυ πιο ουσιαστικα και πιο σχετικα με την τωρινη πραγματικοτητα.

12) Στην τελικη ολοι ετουτοι, μπορουν να κανουν πολλα ακροβατικα γιατι δεν τους ενδιαφερει ουτε η αληθεια, ουτε η συνεπεια, ουτε ο ορθος λογος, ειναι και αυτα εργαλεια τα οποια μεταχειριζονται μονο οταν τους συμφερει. Αυτο που περισσοτερο τους ενδιαφερει ειναι οχι το να εχουν δικιο αλλα το να φαινεται σαν να κερδιζουν, κατι που αιρει καποιους περιορισμους που μπαινουν σε οποιον προσπαθει να κανει εναν τιμιο ειλικρινη διαλογο. Το να φαινεται σαν να κερδιζεις μπορει να επιτευχθει συνδυαστικα και εξω απο το περιεχομενο των οσων λες. Δηλαδη με το ντυσιμο, τη σταση του σωματος, τις εκφρασεις, την ανεση και γενικοτερα το να εχεις εμπειρια σε καταστασεις που για τον αλλο ειναι πρωτογνωρες. Μαλιστα με αυτη σου την προσποιουμενη αυθεντια ειναι δυνατον να κομπλαρεις τον συνομιλητη σου κατι στο οποιο πονταρουν ολοι αυτοι οι τσαρλατανοι. Θα ελεγε κανεις οτι μοιαζουν λιγο με πλασιε, προσπαθουν και εκεινοι κατι να πουλησουν, ενω εχουν φορεσει καποιο ρολο σαν κοστουμι και εχουν προβαρει τις ατακες τους χιλιαδες φορες μεχρι να εκτεθουν στο κοινο. Αυτο που ισως φαινεται ως αυθορμητο και φυσικο στην συμπεριφορα τους, ειναι στην πραγματικοτητα προγραμματισμενο και μεθοδευμενο. Το να μοιαζει φυσικο και αυθορμητο ειναι και αυτο μερος της παραστασης. Κατι σαν τους stand up comedian, που οσο λιγοτερο φαινεται οτι ακολουθουν ενα σεναριο, τοσο πιο αποτελεσματικοι μπορουν να ειναι στο να σε κανουν να γελασεις.

Τεσπα αυτα χωρις φυσικα να το εχω εξαντλησει το ζητημα

Image


Γράφω το παρακάτω κείμενο, ως απάντηση στην επιστολή του κ. Alessio De Giorgi με τίτλο “Ανοιχτή επιστολή προς τον δήμαρχο Χανίων”, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, στις 12 Αυγούστου 2025. Στην εν λόγω επιστολή, ο κύριος Alessio, ζητάει από τον δήμαρχο να κατεβάσει ένα πανό από το λιμάνι που γράφει “Σιωνιστές Δολοφόνοι δεν είστε καλοδεχούμενοι”. Ο κύριος αυτός, που δηλώνει επισκέπτης στην πόλη, εξηγεί πως αυτό το πανό είναι ρατσιστικό επειδή βάζει στο ίδιο τσουβάλι όλους τους σιωνιστές. Ας εξηγήσει κάποιος στον κύριο, πως ο σιωνισμός δεν είναι κάποια φυλή αλλά είναι ιδεολογία, όπως ιδεολογία είναι για παράδειγμα και ο φασισμός. Είναι μάλιστα μια ιδεολογία που εκφράζει αλυτρωτικές, ρατσιστικές, ελιτίστικες και επεκτατικές ιδέες. Όποιος είναι ενάντιος σε αυτές τις ιδέες, δεν στρέφεται οριζόντια απέναντι στους Εβραίους, αλλά απέναντι στην ιδεολογία του Σιωνισμού και τα παρελκόμενα της, όπως είναι για παράδειγμα η σφαγή των παιδιών που εκτελείται τώρα στα παλαιστινιακά εδάφη. Καλό είναι να το μάθει αυτό ο κύριος Alessio, ώστε να μην ταυτίζει μια φυλή με μια ιδεολογία, διότι έτσι ο ίδιος αδικεί την εν λόγω φυλή, μέλη της οποίας απεχθάνονται και αντιπαλεύουν τον σιωνισμό.

Και η εν λόγω επιστολή

Βομβαρδισμένες αράδες

Φόρεσε την σάρκα του και πήγε στον πόλεμο
αυτή είναι και η μόνη πανοπλία του
το μόνο του όπλο είναι το ασθενοφόρο
να μαζεύει τους τραυματίες

Πάνε πολλοί μήνες που δεν παίρνει μισθό
ποιός θα τον πληρώσει και με τι;
Θρύμματα έχουν μόνο στον τραπεζικό τους λογαριασμό
και αγωνίζονται πιο πολύ να δώσουν παρά να πάρουν

Ξυπνάνε και πάνε στον πόλεμο
δεν έχουν όπλα, δεν είναι στρατιώτες
πολεμάνε για να είναι γιατροί για να είναι νοσοκόμοι
πολεμάνε για να απεγκλωβίζουν ανθρώπους από τα ερείπια

Δεν τους σπάνε οι βόμβες που τους σκοτώνουν
δεν τους σπάνε οι βόμβες που τους ρίχνουν τα σπίτια
δεν τους σπάνε οι βόμβες που τους παίρνουν τα παιδιά
δεν τους σπάνε οι βόμβες που τους χαλάνε τα νοσοκομεία

Θα έλεγε κανείς ότι θα μείνουν εκεί ως τον τελευταίο
να μην κάνουν την χάρη στους δυνάστες
να μην κάνουν εύκολο το έργο τους
να μην πει κανείς ότι έσβησαν σκυφτοί και υποταγμένοι

Κάτι μας διδάσκουν και κάτι προσπαθούν να μας θυμίσουν
χωρίς να το ξέρουν ούτε οι ίδιοι
πως έχουμε και εμείς μέσα μας έναν Παλαιστίνιο
υπήρξαμε και εμείς έτσι θαρραλέοι και αλύγιστοι, και αυτοί πάλι πρέπει να γίνουμε.

Ο κακός λύκος

Περίμενε ήδη τουλάχιστον είκοσι λεπτά τα “όργανα” να φτάσουν, δεν του άρεσε να τον στήνουν, ο ίδιος ήταν πάντα τυπικός. “Είναι ήδη 10.20 η ώρα και έχω τρεις υποθέσεις να διεκπεραιώσω”, μουρμούρησε μέσα απ τα δόντια. “Είναι και αυτή η αναθεματισμένη η ζέστη, έπρεπε να είχα αγοράσει μπουκαλάκι νερό… Δεν ξεκίνησε καλά η μέρα”.

Πήγε 10.30, αναρωτήθηκε πόσο ακόμα θα τον καθυστερούσαν; Θα έπρεπε να είναι πίσω στην υπηρεσία το αργότερο μέχρι τις 3, άλλαξε βλέπετε το καθεστώς και δεν προβλέπονταν οι υπερωρίες. Ο μισθός του είχε ξεφουσκώσει αρκετά μετά από αυτό, όμως ποιος ήταν για να αμφισβητήσει τους κανόνες; Τους όποιους κανόνες προτιμούσε να τους δέχεται αντί για να τους αμφισβητεί. Πίστευε ότι ο κόσμος θα ήταν καλύτερος αν όλοι ήταν το ίδιο με αυτόν τυπικοί, αντί να κάνουν του κεφαλιού τους και από πάνω να αργούν και στα ραντεβού τους.

Ήταν έντεκα παρά είκοσι όταν επιτέλους είδε το περιπολικό να πλησιάζει. Ο ιδρωμένος κύριος με το εκνευρισμένο βλέμμα, το φτηνιάρικο κοστούμι και τον χαρτοφύλακα ήταν γνώριμος στα όργανα της τάξης. Το όνομα του ήταν Νίκος Μάρκου και ήταν δικαστικός επιμελητής, δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που τον συνόδευαν στο άχαρο έργο του. “Καφεδάκι πίνατε, καφεδάκι;”, τους ρώτησε φανερά αγανακτισμένος. Ο οδηγός αστυνομικός έχει τον αγκώνα έξω από το παράθυρο σαν ταξιτζής, ενώ ο συνοδηγός, που έμοιαζε λες και μόλις βγήκε από την ακαδημία, τσέκαρε το κινητό του απορροφημένος. “Τι βιάζεστε κύριε Μάρκου”, αποκρίθηκε ο οδηγός, “σάμπως θα φύγουν από εκεί τα σπίτια;”. “Όχι, τα σπίτια δεν θα φύγουν, αλλά μπορεί να προλάβουν να έρθουν εκείνοι…”. Ο αστυνομικός χαμογέλασε δείχνοντας ότι καταλάβαινε ποιοι ήταν “εκείνοι”, ο νεαρός δίπλα συνέχιζε το χαβά του και ήταν αμφίβολο αν είχε ακούσει έστω και μια λέξη.

Ο φαλακρός κυριούλης με το κοστούμι άνοιξε την πόρτα, έκατσε στην δεξιά πίσω θέση του περιπολικού και έβαλε στα πόδια του τον χαρτοφύλακα που μέχρι τότε κράταγε σφιχτά. Όταν το όχημα έβαλε μπρος, φόρεσε τα γυαλιά της πρεσβυωπίας και άνοιξε το χαρτοφύλακα μουρμουρίζοντας “η επανάληψη είναι μήτηρ πάσης μαθήσεως”, ύστερα βάλθηκε να μελετά τα έγγραφα που αυτός περιείχε. Συνήθιζε να σκέφτεται φωναχτά, ή πιο σωστά ψιθυριστά, αυτό ήταν κάτι που παραξένευε τους γύρω του, όμως ο ίδιος δεν έδειχνε να το συνειδητοποιεί. “Μάλιστα, έχουμε τρεις υποθέσεις, καλά είναι, 150 ευρώ έξτρα…αρκεί να μην εμφανιστούν οι ταραξίες”, αναφέρονταν στο bonus 50 ευρώ που του έδινε η υπηρεσία για κάθε πετυχημένη “εκτέλεση”. Είχε το καλύτερο ποσοστό επιτυχίας στο γραφείο, κατάφερνε να ολοκληρώσει το 80/100 των εξώσεων με την πρώτη επίσκεψη, ήταν ιδιαίτερα υπερήφανος για τον εαυτό του ως προς αυτό. “Λοιπόν, πρώτη στάση Σαρπιστράτου 7”, αυτό το είπε δυνατότερα για να τον ακούσουν οι αστυνομικοί και να βάλλουν πλώρη προς το σημείο. Όταν θα έφταναν εκεί, έπρεπε να βγάλει από το σπίτι έναν ιδιωτικό υπάλληλο που είχε χάσει τη σύζυγο του και μεγάλωνε μόνος 3 παιδιά. Ύστερα σειρά είχε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι και τέλος ένας απόστρατος αξιωματικός του μηχανικού. Όλα αυτά δεν ήταν τίποτα περισσότερο από πληροφορίες για τον Μάρκου, πίστευε έτσι και αλλιώς ότι το υψηλό επίπεδο αποστασιοποίησης του ήταν η κύρια αιτία της αποτελεσματικότητας του. Αν δεν το έκανε ο ίδιος θα το έκανε κάποιος άλλος, και μάλιστα όχι με την ίδια χειρουργική ακρίβεια.

Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι έσκαγε από τη ζέστη σαν το γουρούνι και διαμαρτυρήθηκε στους αστυνομικούς. “Κλείστε τα παράθυρα και ανοίξτε το κλιματιστικό, τι περιμένετε, να πάει στους 40 βαθμούς το θερμόμετρο;”. “Ατυχήσατε…”, του είπε ο οδηγός, “…μας έλαχε πάλι το όχημα 108 που το κλιματιστικό δεν λειτουργεί τα τελευταία 2 χρόνια, έχουμε κάνει 3 φορές αίτηση για επισκευή αλλά δεν προχωράει”. Στην περίπτωση που δεν ήταν και ο ίδιος μέσα, ο Μάρκου θα χαιρόταν με δυο αστυνομικούς που ιδροκοπούν. Δεν τους πήγαινε καθόλου τους μπάτσους, γιατί μπορεί στο τέλος της μέρας να έκαναν τη δουλειά που είχαν κληθεί να κάνουν, όμως πολλές φορές οι κινήσεις τους φανέρωναν συναισθηματισμό. Δεν μπορούσαν, φαίνεται, να καταλάβουν πως αν κάποιος δεν πλήρωνε τις δόσεις του και του έπαιρναν το σπίτι για χρέη, ήταν υπεύθυνος ο ίδιος και μόνο, οι άλλοι που πληρώνουν κανονικά δηλαδή τι είναι, χαζοί;

Είχαν δεν είχαν περάσει 10 λεπτά όταν το περιπολικό πάρκαρε κάτω από την πολυκατοικία που βρίσκονταν το διαμέρισμα που έπρεπε να εκτελεστεί η έξωση. Βγήκαν από το αυτοκίνητο και ο μεγαλύτερος αστυνομικός άναψε αμέσως τσιγάρο. Γενικότερα συνήθιζε να καπνίζει και μέσα στο όχημα, όμως γνώριζε πως ο Μάρκου θα γίνονταν έξω φρενών για αυτό και προτίμησε να το αποφύγει. Ο νεαρότερος αστυνομικός έβαλε το κινητό στην τσέπη του, όχι ότι θα έμενε εκεί για πολύ, και χαιρέτησε τον Μάρκου σαν να αντιλήφθηκε την παρουσία του μόλις εκείνη τη στιγμή. “Όροφος;”, ρώτησε ο οδηγός του περιπολικού τον Μάρκου. “Τέταρτος όροφος” απάντησε εκείνος με σηκωμένα τα φρύδια’ “Ελπίζω να έχει ασανσέρ”, συμπλήρωσε. Δεν είχε…

Αυτός που έφτασε πάνω τελευταίος και καταϊδρωμένος ήταν ο Μεγαλύτερος αστυνομικός, ήταν κάπως υπέρβαρος και είχε περάσει τα πενήντα. Ο επιμελητής δεν πήγαινε πίσω στον ιδρώτα, όμως αν μπορούσε θα ανέβαινε τα σκαλιά τρία τρία, είχε βλέπετε πάθος για την δουλειά του και ανυπομονούσε για την αυτοψία του διαμερίσματος. Μπήκε μπροστά και χτύπησε την πόρτα με τρία χτυπήματα. Είχε πρώτα ζητήσει από τους αστυνομικούς να είναι σε γωνία που να μην φαίνονται από το ματάκι. Αν οι υπό έξωση ιδιοκτήτες τους έπαιρναν χαμπάρι θα καταλάβαιναν και δεν επρόκειτο να ανοίξουν. Στην ανάγκη βέβαια θα παραβίαζαν την πόρτα, αλλά αυτό θα καθυστερούσε την όλη διαδικασία και καλό θα ήταν να αποφευχθεί. Δεν πήρε άμεση απόκριση και για αυτό και κόλλησε το αυτί του στην στην πόρτα για να αφουγκραστεί. Κάτι ακούγονταν σιγανά, σαν αυτοί που βρίσκονταν εντός του σπιτιού να προσπαθούσαν να κάνουν ησυχία. Χτύπησε ξανά και ξανά χωρίς να πάρει απάντηση, γνώριζε πως αφού δεν του άνοιξαν από μόνοι τους μέχρι τώρα, δεν θα την γλίτωναν την παραβίαση της κλειδαριάς. Δίχως να χρονοτριβεί περαιτέρω, έβγαλε το τηλέφωνο του και κάλεσε τον συμβεβλημένο κλειδαρά. “Αν δεν είμαι σε δέκα λεπτάκια εκεί να μην με λένε Μπάμπη”, του απάντησε εκείνος. Έκανε 17 λεπτά στην πραγματικότητα μέχρι να φτάσει και παρά τις βαρύγδουπες δηλώσεις του τον έλεγαν ακόμα Μπάμπη. Μα επιτέλους, γιατί δεν μπορούσε κανείς να καταλάβει ότι ο χρόνος είναι πολύτιμος όταν θέλεις μια έξωση να γίνει σωστά, σκέφτηκε ο Μάρκου.

Με το που ανέβηκε ο Μπάμπης τη σκάλα ρώτησε “χτυπήσατε;”, “εμ’ τι νόμιζες, εσένα θα περιμέναμε, άντε ξεκίνα”, είπε ο Μάρκου. Οι αστυνομικοί ως τόσο είχαν κάτσει στα σκαλοπάτια, ο μεγαλύτερος κράταγε το κεφάλι το και ο μικρότερος ήταν απορροφημένος στο κινητό. Στον κλειδαρά δεν πήρε πάνω από πέντε λεπτά να παραβιάσει την κλειδαριά, άφησε όμως στον Μάρκου την τιμή να την ανοίξει. Εκείνος της έσπρωξε κρατώντας τα απαραίτητα έγγραφα στο χέρι, μόνο και μόνο για να αντικρίσει στο εσωτερικό του σπιτιού δυο νεαρά άτομα που τον κοίταζαν με τρόμο. Ήταν ένα αγόρι και ένα κορίτσι, το κορίτσι, που ήταν και το μεγαλύτερο, ήταν δεν ήταν 15. “Θα έπρεπε να είχατε αδειάσει ήδη το οίκημα τους είπε αυστηρά, έχετε ειδοποιηθεί τρεις φορές όπως ορίζει ο νόμος και είσαστε ακόμη εδώ. Σας δίνω 15 λεπτά για να εκκενώσετε το χώρο, έχετε το δικαίωμα να πάρετε μαζί σας δυο σακίδια με προσωπικά σας αντικείμενα, τα υπόλοιπα κατάσχονται εφόσον δεν μεριμνήσατε να τα μεταφέρετε κάπου αλλού όλο αυτό το διάστημα”. Είχε πει αυτά τα λόγια τόσες και τόσες φορές που του έβγαιναν μηχανικά. Τα παιδιά, καθώς είδαν τους αστυνομικούς που είχαν τώρα σηκωθεί και στέκονταν πίσω από τον μάρκου, έτρεξαν και κλείστηκαν στο δωμάτιο τους. “Δεν θα σας γλιτώσει αυτό…” πρόλαβε να πει ο Μάρκου, εκείνη τη στιγμή ακριβώς ακούστηκαν πολλά ποδοβολητά να ανεβαίνουν τη σκάλα. Αυτό δεν ήταν καλό σημάδι, αναθεμάτισε από μέσα του τους αστυνομικούς και τον κλειδαρά για την ασυνέπεια τους και την καθυστέρηση.

Μέσα σε ένα λεπτό το πολύ, περίπου 15 άτομα είχαν φτάσει στον τέταρτο με αποτέλεσμα να γεμίσει ο διάδρομος με κόσμο. Επρόκειτο για τον πατέρα των παιδιών που ήταν αλαφιασμένος, είχαν προλάβει να τον ειδοποιήσουν από το τηλέφωνο στη δουλειά και είχε φύγει όπως όπως. Οι άλλοι ήταν εκπρόσωποι εργατικών σωματείων και μέλη μιας επιτροπής ενάντια στις εξώσεις μαζί με τον ειδικό δικηγόρο. Αυτούς, του είχε ειδοποιήσει με τη σειρά του, ο πατέρας των παιδιών καθ οδών για το σπίτι. Μέσα σε δευτερόλεπτα δημιουργήθηκε ακραία ένταση.

“Ήρθες ρε να πετάξεις τα παιδιά μου από το σπίτι τους!!!”, φώναξε ο πατέρας δείχνοντας τον Μάρκου με το δάχτυλο. “Δεν τα πετάω εγώ τα παιδιά σου, εσύ τα πετάς που δεν πλήρωνες”, απάντησε αυτός. “Βρωμιάρη το έχω πληρώσει δυο φορές το σπίτι με τους τόκους και πλήρωνα πάντα στην ώρα μου μέχρι πριν δυο χρόνια που μου ήρθαν τα πάνω κάτω”. “Δεν με ενδιαφέρουν τα προσωπικά σας”, απάντησε ο Μάρκου, αν και ήξερε καλά ότι ο άνθρωπος που διαμαρτύρονταν είχε χάσει πριν δυο χρόνια τη γυναίκα του αλλά και την εργασία του για έξι μήνες μέχρι να ισορροπήσει τις οικογενειακές του υποχρεώσεις σαν μοναδικός γονέας. Ο υπό έξωση ιδιοκτήτης πετάχτηκε μπροστά με άγριες διαθέσεις αλλά εκείνη τη στιγμή μπήκαν μπροστά οι αστυνομικοί και τον σταμάτησαν. Αυτό κινητοποίησε τους συγκεντρωμένους που άρχισαν πολύ δυναμικά να φωνάζουν το σύνθημα “κανένα σπίτι σε χέρια τραπεζίτη!”. Όταν σταμάτησαν, ο δικηγόρος πήρε τον μάρκου πιο πέρα και άρχισε να τον ενημερώνει για τις παρατυπίες στην διαδικασία, όπως ήταν για παράδειγμα το σπάσιμο της κλειδαριάς χωρίς την παρουσία εισαγγελέα. Ο Μάρκου τα ήξερε όλα αυτά, άλλα ο εισαγγελέας σήκωνε τον κώλο του από την καρέκλα μόνο όταν τα πράγματα έφταναν στο αμήν και δεν γίνονταν διαφορετικά. Οι ίδιοι οι εισαγγελείς τους άφηναν να ενεργούν έτσι, για να γλιτώσουν όσο είναι δυνατόν από μπελάδες. Όσο περνούσε η ώρα μαζεύονταν ολοένα και περισσότερος κόσμος, τώρα ο διάδρομος δεν τους έβανε για αυτό και άρχισαν να στέκουν στο κλιμακοστάσιο φωνάζοντας κάθε λίγο συνθήματα. Σαν να μην έφτανε αυτό, πολλοί γείτονες άνοιγαν τις πόρτες τους από περιέργεια και ύστερα γίνονταν ένα με το υπόλοιπό πλήθος.

Μετά από λίγη ώρα και αφού οι συνεννοήσεις δεν έδειχναν να οδηγούν πουθενά, ο μεγαλύτερος σε ηλικία αστυνομικός πήρε το κινητό του και κάλεσε τον αξιωματικό υπηρεσίας για να του περιγράψει την κατάσταση. Όταν το έκλεισε, ειδοποίησε τον Μάρκου ότι είχε δοθεί διαταγή να αποχωρήσουν. Ο Μάρκου από την εμπειρία του, γνώριζε ότι δεν θα ολοκληρώνονταν η έξωση υπό αυτές τις συνθήκες και ξεφυσώντας έδειξε με βαριά καρδιά στους αστυνόμους ότι έπρεπε να ανοίξουν δρόμο για να περάσει. Θα επέστρεφε όμως, και ήταν σίγουρος ότι αυτή τη φορά δεν θα τον έπιαναν απροετοίμαστο. Υπήρχαν ειδικές μονάδες της αστυνομίας που στην ανάγκη θα επιστρατεύονταν για να ολοκληρωθεί η διαδικασία, θα έφερνε και μια και δυο κλούβες στην ανάγκη και θα επέμενε στην παρουσία εισαγγελέα.

Όταν έφτασε στο ισόγειο, κακήν κακώς και μέσα από μια θάλασσα συνθημάτων και γιουχαΐσματος, μπήκε βιαστικά στο περιπολικό και έδωσε στα όργανα την επόμενη διεύθυνση, φρόντισε να τους ακολουθήσει εκεί και ο κλειδαράς. Ήταν αποφασισμένος να κάνει και εκείνη την αναθεματισμένη αναφορά στην υπηρεσία τους για την ασυνέπεια τους, αυτοί έφταιγαν που χάθηκε τόσος πολύτιμος χρόνος. “Έχετε ακούσει για τον αστραπιαίο πόλεμο1”, ρώτησε νευριασμένος τους αστυνομικούς. Εκείνοι γύρισαν και τον κοίταξαν απορημένοι. “Είναι το αντίθετο από αυτό που κάναμε σήμερα εμείς, καλό είναι να διαβάζετε και κανένα βιβλίο που και που”. Οι δυο τους άφησαν το κακεντρεχές σχόλιο του Μάρκου ασχολίαστο, γνώριζαν πως ήταν στραβόξυλο και δεν είχαν καμία όρεξη να τον προκαλέσουν.

Αυτή τη φορά σταμάτησαν μπροστά από ένα παλιό σπίτι στα προάστια της πόλης, εκεί τους περίμενε και ο κλειδαράς που είχε φτάσει νωρίτερα με το μοτοποδήλατο. “Ωραίος κήπος”, παρατήρησε ο νεαρός αστυνομικός. Αν και το σπίτι δεν είχε εκμοντερνιστεί με αλουμινένια κουφώματα και άλλους νεωτερισμούς, ήταν πολύ φροντισμένο με κατάλευκες αστραφτερές κουρτίνες πίσω από τα παράθυρα και καθαρό. Ο κήπος του ήταν όντως ιδιαίτερα εντυπωσιακός, με κάθε χρώματος τριαντάφυλλα και άλλα καλλωπιστικά φυτά. “Αν είχαν τόσα λεφτά να φτιάξουν τον κήπο τους ας μην άφηναν και το χρέος από την πιστωτική να φτάσει σε αυτά τα ύψη”, απάντησε ο Μάρκου στο όργανο. Πέρασαν την αυλόπορτα ανοίγοντας το σύρτη και αφού διέσχισαν ένα πετρόχτιστο μονοπατάκι, στάθηκαν κάτω από τη βεράντα. Ήταν επιπλωμένη με ένα ξύλινο τραπεζάκι και δυο καρέκλες σκηνοθέτη. Στο τραπεζάκι ήταν τοποθετημένο ένα ανθοδοχείο με φρέσκα λουλούδια και ακουμπισμένη δίπλα του η χθεσινή εφημερίδα. Απάνω στην εφημερίδα ήταν ένα ζευγάρι γυαλιά πρεσβυωπίας με ασημί σκελετό.

Ο Μάρκου χτύπησε το κουδούνι έχοντας τους αστυνομικούς αριστερά του και δεξιά του. Δεν υπήρχε νόημα στο να προσπαθήσει να τους κρύψει αφού το παράθυρο του σπιτιού είχε πλήρη οπτική οπτική επαφή την αυλή. “Έρχομαι…”, ακούστηκε από μέσα μια γερασμένη γυναικεία φωνή, μετά από μερικά δευτερόλεπτα η πόρτα άνοιξε. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε ο Μάρκου η ηλικιωμένη που τους άνοιξε ήταν η κυρία Κλειώ, 73 ετών συνταξιούχος, πρώην ιδιοκτήτρια ανθοπωλείου. Συνιδιοκτήτρια δηλαδή, μιας και το δούλευαν μαζί με τον κύριο Λουκά, τον άντρα της.

“Γεια σας νεαροί, συνέβη κάτι;”, ρώτησε με απορημένο βλέμμα η κυρία Κλειώ βλέποντας τους αστυνομικούς. “Δεν λάβατε τις ειδοποιήσεις;” Ρώτησε ο Μάρκου, που κάθε άλλο παρά νεαρός ήταν. “Όχι, ποιες ειδοποιήσεις; Έπαθε κάτι ο Αντώνης;”. “Όχι, δεν αφορά το γιό σας αλλά εσάς και την πιστωτική που είχατε εκδώσει πριν από επτά χρόνια, γνωρίζετε σε τι ποσό ανέρχεται το χρέος σας κυρία μου;” είπε αυστηρά ο Μάρκου. “Αυτήν την πιστωτική την είχαμε βγάλει για τον Αντώνη, για να φύγει στο εξωτερικό, βλέπετε στη χώρα μας δεν είναι εύκολο κάποιος να προκόψει και δεν ήθελε να αναλάβει το μαγαζί, δεν με σπουδάσατε γιατρό για να γίνω ανθοπώλης, μας έλεγε”. “Αυτές οι λεπτομέρειες δεν είναι απαραίτητες κυρία μου, εμάς μας ενδιαφέρουν τα σκληρά δεδομένα και τα σκληρά δεδομένα είναι ότι χρωστάτε στην τράπεζα 27.455 ευρώ από την πιστωτική. Επομένως, μετά από τόσα χρόνια και επειδή δεν κάνατε κάποια προσπάθεια για αποπληρωμή, έχει εκδοθεί κατασχετήριο για το παρόν οίκημα, έχει εκτελεστεί δημοπρασία και τώρα έχει περάσει στα χέρια άλλου ιδιοκτήτη”, είπε ο Μάρκου, και συμπλήρωσε, “Μα καλά, δεν λάβατε τα σχετικά email;”. “Όχι παιδί μου, εμείς δεν ξέρουμε από αυτά, νομίζαμε ότι τα είχε τακτοποιήσει ο Αντώνης … ”, για λίγο η ηλικιωμένη κυρία έχασε τα λόγια της. “Ποιοι είναι οι κύριοι;”, ήταν ο κύριος Λουκάς αυτός που έκανε την ερώτηση. Είχε απορήσει με την απρόσμενη επίσκεψη και είχε έρθει και εκείνος στην πόρτα, είχε σταθεί πίσω ακριβώς από τη σύζυγο του έτσι που έμοιαζε σαν μικρό παιδί που κρύβονταν πίσω απ τη μάνα του. “Όπως εξηγούσα και στην κυρία Αναξίμανδρου, η πιστωτι…”, η κυρία Κλειώ δεν άφησε τον Μάρκου να ολοκληρώσει το “ποιηματάκι” του, τον διέκοψε λέγοντας “Ο Λουκάς μου ξεχνάει…” και κλείνοντας τους το μάτι, υπονόησε ότι ΄έπασχε από γεροντική άνοια. Ύστερα, απευθυνόμενη σε εκείνον είπε, “Πήγαινε μέσα να ξεκουραστείς καλέ μου, οι κύριοι θα φύγουν σε λίγο”. “Εντάξει, πάω, θα έρθει για φαγητό σήμερα ο Αντώνης;”; “Ναι καλέ μου, θα έρθει”, είπε στα ψέματα η κυρία Κλειώ, ακόμα και να του έλεγε ότι ο Αντώνης είναι εδώ και πολλά χρόνια στην Αμερική σε λίγα δευτερόλεπτα θα το είχε πάλι ξεχάσει.

“Καταλαβαίνω την κατάσταση, αλλά εδώ έχουμε και μια δουλειά να κάνουμε, πάντως να γνωρίζετε ότι δύναμαι να σας δώσω το τηλέφωνο της ειδικής γραμμής υποστήριξης όπου μπορείτε μέσω αυτής να προσεγγίσετε ειδικά ιδρύματα φιλοξενίας ηλικιωμένων, μερικά από αυτά είναι ιδιαίτερα οικονομικά!” είπε κάπως μαλακά ο Μάρκου, αυτά ήταν και τα ανώτερα επίπεδα ενσυναίσθησης που μπορούσε να φτάσει. “Και πόσο χρόνο έχουμε ακόμα;” ρώτησε η κυρία Κλειώ με τρεμάμενη φωνή. “Δεν με καταλάβατε, είμαι εδώ για να εκτελέσω την εντολή έξωσης, σας είχαν σταλεί τουλάχιστον τρία email σχετικά με την ημερομηνία”. Εκείνη τη στιγμή οι αστυνομικοί κοίταξαν ο ένας τον άλλο χωρίς να πουν λέξη, δεν είχαν καμία όρεξη να φτάσει η κατάσταση στο σημείο που θα έβγαζαν με τη βια το ζευγάρι Αναξίμανδρου από το σπίτι του, όμως είχαν μάθει να εκτελούν εντολές και όχι να τις απορρίπτουν.

“Μα δεν μπορεί να είναι αλήθεια αυτό, δώστε μου τουλάχιστον μια βδομάδα και θα το τακτοποιήσω” ζήτησε ικετευτικά η κυρία Κλειώ. “Φοβάμαι ότι αυτό δεν γίνεται, έχετε όμως μισή ώρα την οποία μπορείτε να την αξιοποιήσετε για να πάρετε μαζί σας δυο σακίδια με τα αντικείμενα που θεωρείτε απαραίτητα, τα υπόλοιπα είναι ιδιοκτησία της τράπεζας” απάντησε χωρίς ίχνος συμπόνοιας στη φωνή του ο Μάρκου. Έκανε τη δουλειά που του είχαν αναθέσει καλύτερα και από ρομπότ και ήταν περήφανος για τον εαυτό του. “Μισό λεπτό να πάρω τον Αντώνη, αυτός θα μου πει τι θα κάνω”. Την ώρα που η κυρία Κλειώ έλεγε αυτά τα λόγια επέστρεψε ο κύριος Λουκάς, “ποιοι είναι οι κύριοι;”, ρώτησε σαν να τους έβλεπε τώρα για πρώτη φορά. Η κυρία Κλειώ τον πήρε από το χέρι και τον πήγε στο δίπλα δωμάτιο, ύστερα επέστρεψε στο διάδρομο και έπιασε το εντοιχισμένο τηλέφωνο για να πάρει τον Γιο τους. Δυστυχώς το κινητό του ήταν απενεργοποιημένο κάτι όχι παράλογο, αφού στην περιοχή των ΗΠΑ που έμενε, ήταν τώρα περασμένα μεσάνυχτα.

“Αχ σας παρακαλώ, περάστε αύριο, είμαι σίγουρη ότι θα λυθεί η παρεξήγηση…” ικέτευσε η κυρία Κλειώ με δάκρυα στα μάτια. “Μα σας είπα δεν γίνεται, έχω εδώ την εντολή έξωσης, δείτε την ημερομηνία” και λέγοντας το αυτό έβγαλε το σχετικό έγγραφο από το χαρτοφύλακα του λες και αυτό θα ηρεμούσε την ηλικιωμένη γυναίκα. Αυτή όπως ήταν φυσικό, δεν έδωσε καμία σημασία στα κιτάπια του Μάρκου και μην έχοντας κάτι καλύτερο να κάνει πλησίασε την τηλεφωνική συσκευή και προσπάθησε για ακόμη μια φορά να καλέσει το γιό της. Χωρίς να περιμένει κάποια πρόσκληση, ο μάρκου κρατώντας τα έγγραφα της έξωσης ανά χείρας και με το χέρι σε οριζόντια θέση, όρμησε μέσα στο σπίτι κάνοντας ταυτόχρονα νεύμα στους αστυνομικούς να τον ακολουθήσουν. Από την πόρτα του σαλονιού είχε βγάλει το κεφάλι του ο κύριος Λουκάς και τους κοιτούσε τρομοκρατημένος. “Αχ είναι κλειστό…”, είπε η κυρία Κλειώ, “ελάτε σας παρακαλώ αύριο, σας υπόσχομαι ότι θα τακτοποιηθούν όλα, ο Αντώνης μας θα ξέρει να μας πει τι να κάνουμε”. “Δεν υπάρχει περίπτωση, μα καλά δεν βλέπετε την ημερομηνία στο έγγραφο, είναι η σημερινή!”, αποκρίθηκε αυστηρά ο Μάρκου. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία αστυνομικός, παραμέρισε για λίγο τον Μάρκου και πλησίασε την αναστατωμένη γυναίκα που έμοιαζε στα όρια να πάθει κάποιο εγκεφαλικό και όπως φαίνεται, δεν ήθελε να φορτώσει κάτι τέτοιο στη συνείδηση του. “Δεν έχετε κάποιο κοντινό συγγενή να κανονίσετε να μείνετε εκεί για σήμερα;”, της είπε ακουμπώντας την ελαφρά στον ώμο. Εκείνη, που κρατούσε ακόμη στο χέρι της το ακουστικό, άρχισε να σχηματίζει έναν αριθμό χωρίς να απαντήσει στην ερώτηση του αστυνομικού. Όποιος ήταν στην άλλη πλευρά της γραμμής αυτή τη φορά της απάντησε. “Έλα Κώστα”, είπε η κυρία Κλειώ, και συνέχισε, “…Επειδή έχουμε μάστορες στο σπίτι, μήπως είναι εύκολο για μια δυο μέρες εγώ με τον Λουκά να έρθουμε να μείνουμε σε σένα”, ήταν ο αδερφός της και του απέκρυψε την αλήθεια για να μην τον αγχώσει, είχε περάσει τα 80 και είχε αδύναμη καρδιά. Θα του το έφερνε στα μαλακά αν και εφόσον χρειάζονταν μιας και ήταν σχεδόν σίγουρη πως ο Αντώνης θα την έλυνε την παρεξήγηση. “Ήταν ο αδερφός μου”, είπε στο όργανο όταν ολοκλήρωσε την κλήση.

“Πρέπει όμως και να τελειώνουμε κάποια στιγμή, μπορείτε να πάρετε μαζί σας δυο αποσκευές με τα απαραίτητα, έχετε ένα τέταρτο, αν δεν έχετε τελειώσετε μέχρι τότε θα αναγκαστούμε να εκκενώσουμε το χώρο με όλες τις απαραίτητες διαδικασίες.”, είπε φωναχτά ο Μάρκου. Εκείνη τη στιγμή σήκωσε το βλέμμα του και αντίκρισε τον κύριο Λουκά , με το που συναντήθηκαν τα βλέμματα τους ο γεράκος κρύφτηκε φοβισμένος στο σαλόνι. Η σύζυγος του, πήρε δυο σακίδια και άρχισε να πηγαίνει από δωμάτιο σε δωμάτιο για να τα γεμίσει. Πρώτα έβαλε δυο αλλαξιές από ρούχα για τον καθένα τους, ύστερα ένα μινιόν κασελάκι που κατά πάσα πιθανότητα φύλαγε τα κοσμήματα της σε αυτό. Δεν αμέλησε να πάρει και τα φάρμακα τους καθώς επίσης και κάποια πράγματα από το ψυγείο. Στο τέλος μάζεψε από τα έπιπλα του σπιτιού μερικά μικρά καδράκια με φωτογραφίες. Στο ένα από αυτά ήταν η ίδια και ο κύριος Λουκάς τη μέρα του γάμου τους, σε ένα άλλο ο Αντώνης μπροστά σε ένα θρανίο με ένα μολύβι στο χέρι, ήταν το αναμνηστικό από την αποφοίτηση του στο δημοτικό, ενώ στο τρίτο ο Αντώνης παραλάμβανε το πτυχίο του ντυμένος με ακαδημαϊκή τήβεννο. Το γεγονός ότι μάζεψε τα καδράκια, μαρτυρούσε ότι εστω και σε υποσυνείδητο επίπεδο, κάθε άλλο παρά σίγουρη σίγουρη ήταν ότι τελικά ότι θα επέστρεφαν τις επόμενες μέρες. Τελείωσε με το μάζεμα και κάλεσε ένα ταξί να έρθει να τους πάρει. Όταν αυτό έφτασε, βοήθησε τον κύριο Λουκά να φορέσει ένα ζευγάρι παπούτσια και του ανακοίνωσε ότι θα πήγαιναν επίσκεψη στον Κώστα που είχαν καιρό να τον δούνε. Εκείνος την κάρφωσε για λίγο με βλέμμα μισοάδειο και μισοαπορημένο, ύστερα τον πήρε αγκαζέ και βγήκαν από το σπίτι κρατώντας ο κάθε ένας τους και από ένα σακίδιο. Κοντά στην αυλόπορτα, η κυρία Κλειώ γύρισε να κοιτάξει πίσω απ τον ώμο της για μερικά δευτερόλεπτα και χωρίς να πει λέξη την άνοιξε και βγήκαν για τελευταία φορά από το σπίτι το οποίο τους φιλοξενούσε εδώ και 40 χρόνια.

Ο Μάρκου, ικανοποιημένος πια, κάλεσε τον κλειδαρά, που μέχρι τότε τους περίμενε στο πεζοδρόμιο, και του ζήτησε να αλλάξει την κλειδαριά, όπως και έκανε. Ύστερα κόλλησε ένα αντίγραφο της απόφασης της έξωσης στην πόρτα και επέστρεψε, μαζί με τους αστυνομικούς, στο περιπολικό. Αν όλα πήγαιναν ομαλά, σε μια ώρα το πολύ θα είχε ξεμπλέξει. Έδωσε στους αστυνομικούς την τελευταία διεύθυνση και εκείνοι ξεκίνησαν το αμάξι. Καθ όλη τη διάρκεια της διαδρομής δεν αντάλλαξαν ούτε μια λέξη, ακόμα και όταν ο Μάρκου μουρμούριζε διάφορα πράγματα σε έναν πυρετώδη μονόλογο στο πίσω κάθισμα.

Τους έπιασε λίγο η κίνηση και τους πήρε κάπου είκοσι λεπτά για να φτάσουν στο σημείο. Τώρα είχε μεσημεριάσει για τα καλά και η θερμοκρασία είχε φτάσει τους 39 βαθμούς. Το πουκάμισο του μάρκου ήταν καταϊδρωμένο, όχι μόνο κάτω από τις μασχάλες αλλά και στην πλάτη και κάτω από το λαιμό, το σακάκι το είχε πια αφαιρέσει και βρίσκονταν διπλωμένο στο πλάι του. Η ανάσα του τώρα ήταν πολύ κοπιώδης και απορούσε πως οι αστυνομικοί δεν έμοιαζαν τόσο ταλαιπωρημένοι όσο ο ίδιος, ούτε καν ο χοντρομπαλάς. Η ευχή του να διαθέτει ανελκυστήρα η συγκεκριμένη πολυκατοικία έπιασε, αν και το υπό έξωση διαμέρισμα ήταν μόλις στον δεύτερο όροφο. Επειδή το ασανσέρ ήταν μικροσκοπικό σαν φέρετρο, βιάστηκε να το χρησιμοποιήσει ο ίδιος και άφησε τους άλλους να ανέβουν από τις σκάλες. Αν για οποιοδήποτε λόγο έπρεπε να μείνει εκεί μέσα έστω και ένα λεπτό παραπάνω θα τον έπιανε πανικός, τόσο στενάχωρα ήταν.

Οι τρεις τους τον περίμεναν στο διάδρομο κατά σειρά ύψους σαν τους Ντάλτον, αν στέκονταν και αυτός δίπλα τους, πράγμα που δεν έκανε, θα ήταν ο Τζόε. Αναζήτησε την πόρτα του διαμερίσματος του συνταξιούχου στρατιωτικού και εκεί τον περίμενε μια ακόμη ευχάριστη έκπληξη, το κλειδί βρίσκονταν απάνω στην πόρτα, σημάδι πως ο πρώην ιδιοκτήτης είχε από μόνος του εγκαταλείψει το οίκημα. Αυτό ήταν κάτι που συνέβαινε σε σπάνιες περιπτώσεις, η συντριπτική πλειοψηφία προσπαθούσε να αντισταθεί και χρειάζονταν ανάλογες δόσεις πειθούς ή βίας προκειμένου να υποχωρήσουν. Χωρίς να περιμένει κανέναν, γύρισε μισή φορά το κλειδί ίσα για να ανοίξει η γλώσσα της πόρτας και την έσπρωξε. Το εσωτερικό του σπιτιού ήταν όπως ακριβώς το περίμενε, άδειο. Ζήτησε καλού κακού από τον Μπάμπη τον κλειδαρά να αλλάξει τις κλειδαριές και όσο εκείνος καταπιάνονταν με αυτό, ο Μάρκου αποφάσισε να εξερευνήσει λιγάκι το σπίτι. Το διαμέρισμα ήταν απλό, η κύρια είσοδος οδηγούσε στο καθιστικό όπου χωρίζονταν με έναν πάγκο με την κουζίνα. Απέναντι υπήρχε ένας διάδρομος με δυο πόρτες που ήταν κλειστές. Ο Μάρκου υπέθεσε ότι η μια θα ήταν η πόρτα του μπάνιου και η άλλη της κρεβατοκάμαρας και περπάτησε προς τα εκεί προκειμένου να το επιβεβαιώσει. Άνοιξε πρώτα την αριστερή πόρτα που ήταν του μπάνιου. Μπήκε μέσα και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο του για να δροσιστεί, ύστερα σηκώνοντας το κεφάλι από το νιπτήρα είδε για λίγο την αντανάκλαση του στον καθρέφτη. Έμοιαζε τουλάχιστον δέκα χρόνια μεγαλύτερος από την ηλικία του και δεν ήταν μόνο η φαλάκρα του. Τα πρώτα του μαλλιά έτσι και αλλιώς είχε αρχίσει να τα χάνει λίγο μετά την εφηβεία. Είχε μαυρίλες κάτω από τα μάτια που τον έκαναν να μοιάζει σαν ρακούν. Είχε ρυτίδες στο μέτωπο και αλλού, ενώ τα άλλοτε τροφαντά μάγουλα του, τώρα τον έκαναν να μοιάζει με Bull Dog, έτσι όπως είχαν κρεμάσει.

Απέστρεψε γρήγορα το βλέμμα του ενοχλημένος, γύρισε την πλάτη στον καθρέπτη και κατευθύνθηκε προς την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Εκείνη την ώρα ο μάστορας άρχισε να δουλεύει τον βιδολόγο, κάτι που αντανακλούσε άσχημα στο άδειο σπίτι και ο Μάρκου ένιωθε λες και του τρυπούσε το κρανίο. Έπιασε για λίγο το κεφάλι του με δύο δάχτυλα πάνω από τα μάτια και αφού είδε ότι δεν βοηθούσε ιδιαίτερα, γύρισε το χερούλι και άνοιξε την πόρτα του δωματίου που δυστυχώς δεν ήταν άδειο. Όχι, δεν υπήρχαν έπιπλα, αν εξαιρέσεις δηλαδή το σκαμπό που είχε χρησιμοποιήσει ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος για να ανέβει πάνω και να κρεμαστεί από τη ζώνη του παντελονιού του. Το πτώμα βρίσκονταν ακόμη εκεί και στον Μάρκου φάνηκε σαν να ταλαντεύονταν ελαφρώς σε κίνηση εκκρεμούς. Ο αυτόχειρας, αν και απόστρατος, ήταν ντυμένος με την στολή εξόδου της υπηρεσίας του. Ο Μάρκου έβγαλε μια ξεπνοημένη κραυγή η οποία όμως καλύφθηκε από το θόρυβο του ηλεκτρικού εργαλείου. Αντιστάθηκε στην παρόρμηση να τρέξει προς την έξοδο και έμεινε να περιεργάζεται το πτώμα με τα μάτια του. Η αγκράφα της ζώνης είχε περαστεί από έναν κρίκο που είχε βιδωθεί στο ταβάνι. “Μια τέτοια ζώνη πρέπει να αγοράσω να είναι γερή”, μουρμούρησε ο Μάρκου τώρα που του είχε περάσει το πρώτο σοκ. Παρατήρησε ότι απάνω στη στολή του κρεμασμένου, ήταν καρφιτσωμένος ένας φάκελος. Ο Μάρκου επιστράτευσε, όπως όπως, ότι θάρρος μπορούσε να επιστρατεύσει και αφού τον πλησίασε, σήκωσε το χέρι και τράβηξε το φάκελο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να πέσει καρφίτσα στο πάτωμα. Άνοιξε το φάκελο γεμάτος περιέργεια για να διαβάσει τα τελευταία λόγια του αυτόχειρα, να δει αν αποχαιρετούσε κάποιον, αν έβγαζε πικρία, αν είχε κάποια τελευταία επιθυμία, αν εξομολογούνταν κάποια αμαρτία του, οτιδήποτε. Στο καρτελάκι που περιέχονταν μέσα στο φακελο ήταν γραμμένη μοναχά μια λέξη με κεφαλαία γράμματα και ένα θαυμαστικό στο τέλος, ΜΠΟΥΜ! Αυτή η εξέλιξη δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό του, αν και είχε ως αποτέλεσμα να το σκορπίσει σε ολόκληρο το δωμάτιο.

Από το φύλλο της τοπικής εφημερίδας της επόμενης μέρας

Τραγικό θάνατο βρήκε δικαστικός επιμελητής σε παγιδευμένο με εκρηκτικά διαμέρισμα στην οδό …. Ο ιδιοκτήτης, ο οποίος είχε δώσει προηγουμένως τέλος στη ζωή του, ήταν ειδικός πυροτεχνουργός και θεωρείται υπεύθυνος για την παγίδευση του δωματίου. Πιο αναλυτικό ρεπορτάζ στην σελίδα 3”

1Blitzkrieg: Μέθοδος αστραπιαίου πολέμου που εφάρμοζαν οι ναζί προκειμένου να πιάσουν τον αντίπαλο απροετοίμαστο και να τον μπερδέψουν.

Το ενδιαφέρον άρθρο που ακολουθεί το έχει γράψει αναγνώστης του blog και με χαρά το δημοσιεύω.

Κείμενο: Μιχάλης Αθανασάκης

Image

“I have successfully privatized world peace. What more do you want?”

− Tony Stark, Iron Man 2

Δεν είναι ούτε περίεργο ούτε και άνευ σημασίας όταν κάποιος προσπαθεί να εξάγει συμπεράσματα για την εικόνα του παγκόσμιου σινεμά σήμερα, λαμβάνοντας υπόψη του τη μεταβλητή των υπερηρωικών ταινιών. Η παρουσία τους στο κέντρο της μαζικής κινηματογραφικής παραγωγής δεν είναι απλώς αισθητή — είναι καθοριστική. Η κυριαρχία αυτής της τάσης, ιδιαίτερα την τελευταία δεκαπενταετία, έχει διαμορφώσει σε τέτοιο βαθμό τις προσδοκίες του μέσου θεατή, ώστε οι υπερηρωικές ταινίες να έχουν καταστεί σχεδόν συνώνυμες με την κινηματογραφική εμπειρία καθαυτή.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν έγκειται μόνο στην εμπορική υπεροχή τους, αλλά κυρίως στο πώς αυτή η υπεροχή επηρεάζει την αισθητική και νοηματική πρόσληψη του σινεμά. Ο θεατής έχει εκπαιδευτεί να προσδοκά επιφανειακές συγκινήσεις: ειδικά εφέ, φαντασμαγορία, θορυβώδη δράση και συναισθηματικά απλοϊκές αφηγήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της ταύτισης με τον ήρωα παίρνει διαστάσεις σχεδόν μεταφυσικές: οι ήρωες είναι θεοί, υπεράνθρωποι, πλάσματα που υπερβαίνουν τα όρια του εφικτού. Και οι θεατές, αντί να αναγνωρίζουν τη δική τους σύνθεση αδυναμιών και δυνατοτήτων, επιλέγουν να προβάλλουν τον εαυτό τους σε ένα ιδεώδες ανέφικτο — κάτι που δεν θα είναι ποτέ, αλλά το θαυμάζουν ακριβώς γι’ αυτό.

Μήπως, λοιπόν, πρόκειται για μια μαζική ψυχολογική μηχανική άμυνα; Μια αδυναμία αποδοχής των περιορισμένων δυνατοτήτων μας ως είδος, των αντιφάσεων, των ατελειών και της θνητότητάς μας; Μήπως η έλξη προς το υπεράνθρωπο είναι απόρροια μιας συλλογικής απώθησης απέναντι στην ίδια μας τη φύση; Οι υπερηρωικές αφηγήσεις δεν προτείνουν μόνο τι μπορεί να είναι ο άνθρωπος — αλλά υπονοούν τι δεν είναι, και ίσως τι δεν μπορεί να γίνει. Είναι ο θαυμασμός προς ένα φαντασιακό είδωλο, παράλληλα με μια σιωπηλή υποτίμηση του πραγματικού.

Όταν όμως αυτό το φαντασιακό κυριαρχεί, αρχίζει να μετασχηματίζει και την ίδια την έννοια του εφικτού. Αν ο κόσμος ταυτίζεται με το υπερφυσικό, είναι γιατί το «πραγματικά εφικτό» έχει γίνει απογοητευτικά φτωχό ή απρόσιτο. Μέσα σε μια κοινωνία όπου οι πάλαι ποτέ εφικτοί στόχοι — οικονομική σταθερότητα, κοινωνική κινητικότητα, συλλογική συμμετοχή κλπ — φαντάζουν πλέον ανέφικτοι, η αναζήτηση καταφύγιου στο ανέφικτο γίνεται παράλογα λογική. Ο θεατής προτιμά τον υπερήρωα όχι γιατί θέλει να του μοιάσει, αλλά γιατί κανείς άλλος δεν φαίνεται να μπορεί να αλλάξει τίποτα.

Ίσως, λοιπόν, η κυριαρχία των υπερηρωικών ταινιών να μην είναι απλώς ένα αισθητικό ή εμπορικό φαινόμενο, αλλά μια συμπτωματική αντανάκλαση της συλλογικής συνείδησης. Μια τέτοια προσέγγιση έχει και διαλεκτική βάση, καθώς υπαινίσσεται ότι το πολιτισμικό φαινόμενο των υπερηρωικών αφηγήσεων δεν είναι αυθύπαρκτο, αλλά αντανακλά βαθύτερες κοινωνικές αντιφάσεις και υλικές συνθήκες. Η αντίθεση ανάμεσα στο ιδανικό του υπερήρωα και την πραγματικότητα της ιστορικής παθητικότητας υποδεικνύει μια εσωτερική σύγκρουση στο φαντασιακό του θεατή, η οποία δεν είναι τυχαία αλλά δομική. Ένας πολιτισμός που έχει πάρει διαζύγιο από την ιστορική του αυτοσυνείδηση — δηλαδή από τον ρόλο του ως ενεργό υποκείμενο αλλαγής — καθρεφτίζεται σε αφηγήσεις όπου η αλλαγή έρχεται «απ’ έξω», από το υπερβατικό, από το άλλο. Ο υπερήρωας είναι αυτός που αντικαθιστά την απούσα συλλογικότητα, την ανύπαρκτη πολιτική δράση, το φάντασμα της επανάστασης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι κινηματογραφικές προτιμήσεις αποκτούν υπαρξιακή και κοινωνική σημασία. Όπως σημειώνει ο Alan Moore, δημιουργός του «Watchmen», η εμμονή με τους υπερήρωες αποτελεί ένδειξη μιας κουλτούρας που έχει εγκαταλείψει την πολιτική σκέψη και έχει παραδώσει την ευθύνη της αλλαγής σε μυθοπλαστικούς σωτήρες. Παρόμοια, ο Ramzi Fawaz επισημαίνει ότι οι υπερηρωικές αφηγήσεις λειτουργούν ως καμβάς για τις φαντασιακές και πολιτικές επιθυμίες μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε κρίση ταυτότητας. Η ανάλυση του Peter J. Bruno δείχνει πως οι υπερήρωες μετά την 11η Σεπτεμβρίου εκφράζουν μια βαθιά ανάγκη συντήρησης του status quo, παρουσιάζοντας την αυτοκρατορική εξουσία ως μοναδική εγγύηση ασφάλειας. Δεν είναι λοιπόν απλώς μια αισθητική επιλογή — είναι ένας τρόπος θέασης του κόσμου. Και η προτίμηση του πλήθους προς το ανέφικτο ίσως να μαρτυρά ότι το εφικτό, για την εποχή μας, έχει πάψει να συγκινεί.

Ramzi Fawaz – The New Mutants: Superheroes and the Radical Imagination of American Comics

Peter J. Bruno – Infinity Wars: Post 9/11 Superhero Films and American Empire

Alan Moore – «The Superhero Dream Is Essentially Fascism»: Alan Moore Eviscerates Superheroes & Fixes Pop Culture in In-Depth Interview

Φωταψίες

Ήλιος πάνω απ’ την Ακρόπολη
Μη ψάχνεις λογότυπο
Δεν έχει τιμή μόνο αξία
Ήλιος πάνω απ’ την Ακρόπολη
Και φεγγάρι και αστέρια
Χωρίς άδεια απ’ το υπουργείο
Αδιάφορα για την προσφορά και τη ζήτηση
Και για το αόρατο χέρι της αγοράς
Και οποιοδήποτε χέρι εδώ που τα λέμε