Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Γιάννης Κοντός, "Ανωνύμου μοναχού"


Image


Το φαρμακείο


Είμαι ευτυχισμένος όταν ακούω μουσική και κατοικώ στο παλιό φαρμακείο, με τις πορσελάνες, τα φάρμακα, το λίγο φως. Κάθομαι και ζυγίζω ποσότητες φαρμάκων και λέξεων −εκτελώ πολλές φορές ανύπαρκτες συνταγές− όμως δουλεύω με συνέπεια και υπομονή υποδειγματική. Ακίνητος κοιτάζω πίσω από το θαμπό τζάμι τους περαστικούς. Περιμένω να ανοίξει η πόρτα, να ακουστεί το κουδουνάκι, να σηκώσω με κόπο το ημίπληκτο πόδι μου, να το σύρω μέχρι την είσοδο και να χαμογελάσω στον πελάτη. Όπως ανοίγει η πόρτα μπαίνουν μέσα άλλες εποχές – προηγούμενες και επόμενες− και χάνω για λίγο την ισορροπία μου. Τη βρίσκω αμέσως. Αρχίζω να παιδεύω πάλι τη ζυγαριά και το σώμα μου. Χρόνια διανυκτερεύω. Έχω να κοιμηθώ χιλιάδες ώρες. Πίνω όλα τα φάρμακα (ποιήματα) που φτιάχνω και δε λέω να πεθάνω. Μάλλον δυναμώνω. Φοράω το μαύρο παλτό, το μαύρο κεφάλι. Έξω χιονίζει, δεν ακούει κανείς.





Ο ηλεκτρολόγος του ποιήματος


Βρέχει στο τηλέφωνο και δε σ’ ακούω καλά. Βήχει ο καιρός στ’ αυτί μου. Σήμερα μιλούσες γαλλικά. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Είτε γαλλικά όμως, είτε ελληνικά, τα φρούτα σάπισαν, η μουσική ξεράθηκε όπως την ξετύλιγες από το στόμα. Την άκρη της μουσικής κρατούσες, την τριχιά. Προχώραγες, χανόσουνα στον κόσμο. Έκανες κόμπους, έβαζες σημάδια −για να με θυμάσαι−. Έσπαγες το φεγγάρι-αυγό, έκανες ομελέτα: «τα τηγανητά πειράζουν το στομάχι». Εδώ φάγαμε όλα τα σίδερα της ζωής και για ένα φεγγάρι- ομελέτα θα βαρυστομαχιάσουμε; Ο άλλος εαυτός μου ο τυφλός σκοντάφτει στο σιελ χρώμα, στο όνομα Άννα. Αυτά σκέφτομαι και δεν αντιλαμβάνομαι τον κλέφτη με τα λαστιχένια παπούτσια, τον ηλεκτρολόγο που μπαίνει στην ιστορία και γίνεται βραχυκύκλωμα. Καίγονται οι ασφάλειες. Ένα τσαφ ακούστηκε, μύρισε κάτι καμένο, έπεσε το ατσάλι της νύχτας. Ψάχνω για κερί, ψηλαφώ τους τοίχους να βρω ένα πρόσωπο –έστω ένα ομοίωμα– να μοιάζει με άνθρωπο, να μιλήσουμε, να περάσει η νύχτα. Αν ποτέ περάσει αυτή η νύχτα με τα μεγάλα λευκά ποντίκια.





Η ξηρασία των εποχών


Το μελαχρινό σου πρόσωπο ακουμπάει στο χώμα. Ο ουρανός πολλές φορές είναι μέσα στη γη, προσποιείται το σπόρο, τη ρίζα· από κει βγαίνουν παλιά τραγούδια και αγκαλιές −ας λένε ό,τι θέλουν οι μουσικολόγοι−. Άσπρο του δωματίου, άσπρο του ματιού. Σαν να μην είμαι εγώ, που τρίβω χρόνια την πλάτη μου στο φεγγάρι και ο καρυοθραύστης της νύχτας σου τσακίζει τις εικόνες και τα μάτια. Πόσο θα αντέξουν οι φλέβες τον πολιτισμό − τον τροχό; Φαντάσου να μην ήμουνα εντοιχισμένος, με το φαρμάκι στο στόμα, αλλά ελεύθερος όπως τα ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού −ο ίδιος δεν το ήξερε και έλιωνε μες στα μαύρα ρούχα του−.

(Μετράω τα δάχτυλά μου και τα βρίσκω παρά πέντε.)





Μιλάει ο δράκος στον Άγιο Γεώργιο


Όλες οι αγιογραφίες δείχνουν ότι θα με σκοτώσεις. Είναι απόγευμα, τα λέπια μου λάμπουν. Τρώω μόνο χορτάρι του φεγγαριού. Αίμα δεν είδα ποτέ. Ζεσταίνω τα αυγά της πολιτείας, βλέπουν οι κάτοικοι μερικούς εφιάλτες. Αυτά είναι όλα που κάνω −τα άλλα είναι ψέματα−. Όσο για την κοπέλα και τα νερά που έχω φυλακισμένα, δες και μόνος σου: εδώ είναι κήπος με κοντές μηλιές και φράουλες που δε δοκίμασα. Τώρα μόνοι και αντικριστά. Είναι Παρασκευή, οι πορσελάνες των προσώπων μας νυχτώνουν απότομα. Βλέπω τη σκέψη σου αγκάθι στον ουρανό. Βλέπω ακόμα τη μαύρη μπέρτα σου να ανοίγει και να με σκεπάζει, όπως σηκώνεις το χέρι με το κοντάρι. Αν ήτανε διαφορετικά τα πράγματα, μπορεί να ήμουνα σκύλος στην αυλή σου. Στις ζωγραφιές έχω φτερά με πράσινες μεμβράνες. Δεν πέταξα ποτέ. Σέρνομαι με πρησμένη την κοιλιά στο χώμα μετατοπίζοντας τη θάλασσα προς το βουνό. Εκείνη τη στιγμή έσπασε στο τζάμι της φωνής σου μπήγοντας το κοντάρι στα πλεμόνια μου, φτάνοντας μέχρι την καρδιά. Πηχτό αίμα τινάχτηκε, έβαψε τα ασημένια παπούτσια των αγγέλων που στέκονταν πίσω από σένα σε δυο σειρές και γέλαγαν. Έβγαλα το τελευταίο σφύριγμα –σύρμα νίκελ του τρόμου−. Ωρίμασαν τα μήλα του κήπου και έπεσαν στα πόδια σου. Σήκωσες τα μάτια στον ουρανό και έγινες άγιος. Τα νύχια μου γαντζωμένα στο χώμα αναδίδουν μουσική και μύρο. Έκλεισα τα μάτια και είδα.





Πού τελειώνει το τσιγάρο


Όλα αρχίζουν με ένα φυτό, που σε φτάνει μέχρι το γόνατο. Στην αρχή το περνάς για μια ήσυχη μπαμπακιά, όπως χαϊδεύεται στα πόδια σου. Αμέσως όμως καταλαβαίνεις την απάτη. Γιατί σκύβοντας να το δεις πιο καλά σε δαγκώνει και κιτρινίζουν τα μαλλιά. Σ’ εκείνο το χρώμα ξεχάστηκες. Καίγεται αργά το θαυμαστικό στα δάχτυλα, με την κόκκινη τελεία της καύτρας και τη στάχτη της μέρας να γεμίζει τα νευρασθενικά σταχτοδοχεία. Το λευκό σιγαρόχαρτο ρυτιδώνει, χάνεται με τριγμούς, όπως το τρώει η ύπουλη φωτιά. Έχει μείνει το μισό. Τα πουλιά και τα μικρά ζώα του δάσους φεύγουν προς την τυπωμένη μάρκα, τη φίρμα του εργοστασίου, που παράγει την απόλαυσή σου. Δεν τα σώζει τίποτα. Πέφτουν στο φράχτη του φίλτρου όπου ψήνονται. Εσύ κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Τραβάς μερικές ρουφηξιές ακόμη και το σβήνεις. Κοιτάζεις την ώρα. Είναι εφτά παρά πέντε. Με παίρνεις τηλέφωνο. Έχω ήδη ξεκινήσει για να σε βρω. Ανάβεις άλλο, ξαπλώνεις και περιμένεις. Το ποίημα προβάλλεται αργά στο ταβάνι και ο καπνός παίζει το ρόλο της μουσικής.





Από τη συλλογή «Ανωνύμου μοναχού», Κέδρος 1985.
Πηγή: «Γιάννης Κοντός, Τα ποιήματα (1970-2010)», Τόπος 2013.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ, "Ωραία έρημος η σάρκα"


Image



Η ΠΕΔΙΑΔΑ


Σε τέλεια άπνοια έρωτα εγώ
σκεφτική η πεδιάδα απλωμένη στη βροχή.
Άχνιζαν τα γαλακτερά πρασινωπά νερά της
σα να μούγκριζαν οι λακκούβες της
πλημμυρισμένες ανεπίτρεπτα πάθη.
Ένας ορίζοντας όλα θαμπά καμπαναριά
ακουμπούσε στην κοιλιά της
μαζί κι ο κλειδωμένος ουρανός
τέλειος κάτοχος της δύσκολης
φιλοσοφίας της καταχνιάς:
η μετρημένη απεραντοσύνη της μουσκεμένης γης
περιέχει τη σιωπηλή συναίνεση των όντων
στο θάνατο.





Η ΑΛΛΗ ΠΗΝΕΛΟΠΗ


Μέσ’ απ’ τις ελιές έρχεται η Πηνελόπη
με τα μαλλάκια της όπως όπως μαζεμένα.
κι ένα φουστάνι απ’ τη Λαϊκή,
μπλε μαρέν με άσπρα λουλουδάκια.
Μας εξηγεί πως δεν ήταν από προσήλωση
στην ιδέα «Οδυσσέας»
που άφηνε τους μνηστήρες χρόνια
να περιμένουν στο προαύλιο
των μυστικών συνηθειών του κορμιού της.
Εκεί στο παλάτι του νησιού
με τους φτιαχτούς ορίζοντες
μιας γλυκερής αγάπης
και το πουλί απ’ το παράθυρο
να συλλαμβάνει μόνον αυτό, το άπειρο
είχε ζωγραφίσει εκείνη με τα χρώματα της φύσης
την προσωπογραφία του έρωτα.
Καθιστός, το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο
βαστώντας μια κούπα καφέ
πρωινός, λίγο μουτρωμένος, λίγο χαμογελαστός
να βγαίνει ζεστός απ’ τα πούπουλα του ύπνου.
Η σκιά του στον τοίχο
σημάδι από έπιπλο που μόλις το σηκώσαν
αίμα από αρχαίο φόνο
μοναχική παράσταση του Καραγκιόζη
στο πανί, πίσω του πάντα ο πόνος.
Αχώριστοι ο έρωτας κι ο πόνος
όπως το κουβαδάκι κι ο μικρός στην αμμουδιά
το αχ! κι ένα κρύσταλλο που γλίστρησε απ’ τα χέρια
η πράσινη μύγα και το σκοτωμένο ζώο
το χώμα και το φτυάρι
το γυμνό σώμα και το σεντόνι τον Ιούλιο.

Κι η Πηνελόπη, που ακούει τώρα
την υποβλητική μουσική του φόβου
τα κρουστά της παραίτησης
το γλυκό άσμα μιας ήσυχης μέρας
χωρίς απότομες αλλαγές καιρού και τόνου
τις περίπλοκες συγχορδίες
μιας άπειρης ευγνωμοσύνης
για ό,τι δεν έγινε, δεν ειπώθηκε, δε λέγεται
νεύει όχι, όχι, όχι άλλο έρωτα
όχι άλλο μιλιές και ψιθυρίσματα
αγγίγματα και δαγκώματα
φωνούλες στα σκοτάδια
μυρωδιά από σάρκα που καίγεται στο φως.
Ο πόνος ήταν ο μνηστήρας ο πιο εκλεκτός
και του ’κλεισε την πόρτα.





ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΜΑΣ ΗΤΑΝ ΚΑΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ…

                          Στη Λιάνα Σακελλίου-Schults


Οι εραστές μας ήταν κακοί ποιητές
το ξέραμε και τότε.
Όμως σάρωνε ο αέρας
του κάθε σερνικού τοπίου
τους στίχους «εκείνου»
και τους ξανάφερνε αλλαγμένους
λες και μια άγια θεά
τους είχε περιχύσει νόημα.
Πρόφεραν οι άντρες τις συνηχήσεις τους
κι ήταν σαν ένα ζωύφιο γραφικό
να πετούσε γύρω απ’ το λαιμό μας,
ενώ οι περιπτύξεις του φεγγαριού
έκαναν τις επιφανειακές στροφές
να μοιάζουν με βαθιά πράξη.

Και τα μαλλιά, ο σβέρκος,
διόρθωναν δυναμικά
την κοινοτοπία των επιθέτων
η ματιά είχε γιομίσει
τόση σημασία
που τι σημασία είχε
αν το ποίημα τελείωνε
πριν καλά καλά αρχίσει...
Α! κι ήταν ωραία η εποχή
που μας σκέπαζαν τα ποιήματα-σεντόνια
ενώ οι δί-στιχες καρδιές μας
είχαν πάρει για Όμηρο το κορμί
και για αναπνοή του έρωτα
το ποίημα.

                                         Σεπτέμβριος 1995





ΦΑΝΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Ποτέ μου δεν κατάλαβα την άνοιξη
−φάνηκε και από άλλα ποιήματα−
γι' αυτό κι όλες οι παρεξηγήσεις με τη σάρκα
την ελπίδα, την αυτογνωσία μέσα στο χρόνο.
Ποτέ μου δεν κατάφερα να ισορροπήσω
το ετήσιο θαύμα
με την αιώνια σιωπή·
την αλήθεια του ανανεούμενου άνθους
με τον έναν και μόνο θάνατο.
Μελέτησα πάλι σήμερα το καινούριο πράσινο
και πώς ο παγωμένος αέρας έκπληκτος
μπρος στις διαχύσεις της φύσης
κάνει ένα βήμα πίσω.
Το φως ακκίζεται σε μισοκρυμμένες κορφές
κι εγώ βρέθηκα πάλι
εκτός θέματος.
Το θέμα είναι ένα:
το προσωπικό σώμα
κι ο απρόσωπος χαμός του.





ΣΑΝ ΜΙΑ ΣΚΙΑ ΧΕΙΜΕΡΙΝΗ


Σιάζομαι στη σκιά μου·
καρφιτσώνω τα τσουλούφια του χρόνου
που ξεφεύγουν απ’ το σκούρο οβάλ μου
ενώ από πίσω ένα φως ανεξήγητo
με φωτίζει στη σεμνή αυτή τουαλέτα.
Έπειτα, ακίνητη για μια στιγμή
πριν πατήσω το πετάλι
και γυρίσουν οι δυο ρόδες
–μια για τη ζωή, μια για το θάνατο–
εναποθέτω την εμπιστοσύνη μου
στο δρομάκι του σπιτιού μου
όπου γενιές παιδιών ξεπετάγονται το δείλι
και σαν τον ανυποψίαστο σκαντζόχοιρο
διασχίζουνε το χρόνο·
όσο το πέρασμα του βελονωτού ζώου απέναντι
τόσο βαστάει κι η ζωή των παιδικών ανθρώπων.
Τα πρόσωπα τ’ αναγνωρίζω
γιατί ήξερα τη γιαγιά τους
και οι φωνές –της μικρής «όχι!»
της μάνας της «οχιά!»–
ηχούν σαν τότε… Πότε;
πριν απ’ το φόβο για ό,τι είναι νά ’ρθει
πριν απ’ τον τρόμο για ό,τι είναι ήδη εδώ
πριν απ’ αυτό το «εγώ», μια σκιά χωρίς καθρέφτη.





Από τη συλλογή «Ωραία έρημος η σάρκα», Καστανιώτης, 1995.
Πηγή: «Κατερίνα Αγγελάκη Ρούκ - Ποίηση [1963-2011]», Καστανιώτης 2014.

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Επιλήσμονες" & "Ο καιρός των ρόδων πέρασε"


Image



ΕΠΙΛΗΣΜΟΝΕΣ


Ανοιχτός λογαριασμός η Ομορφιά.

Δεν είμαστε ποιητές
επειδή γράφουμε ποιήματα
παρά γιατί σαν άγγελοι
μας όρισεν ο Ουρανός ένα διακόνημα:
να κατέβουμε στη γη,
να φανερώσουμε την Ομορφιά στους ανθρώπους.

Μα εμείς
σφετεριστήκαμε την Ομορφιά.
Σ’ έναν καθρέφτη
τη δική μας αντικρύσαμε μορφή.

Αυτή φανερώσαμε.
Το είδωλό μας προσκυνήσαμε.

Μένει
να σπάσουμε τον καθρέφτη,
να θυμηθούμε το παλιό εκείνο
ανεκτέλεστο
                       διακόνημα.

Τότε
         −μόνον τότε−
θα’ ναι οι στίχοι μας παιδιά της Ομορφιάς.
Κι εμείς
     −επί τέλους−
πατέρες άξιοι
                         των παιδιών αυτών.

Η ποίηση εκκρεμεί.
Οφειλή που δεν πληρώθηκεν ακόμη.


                                                 21.1.2012





Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΩΝ ΡΟΔΩΝ ΠΕΡΑΣΕ

    (αποσπάσματα από ένα ημερολόγιο)


Κοιτάζω ψηλά την αράχνη καθώς
υφαίνει τον ιστό της
− Πηνελόπη της ερήμωσης.
Στα δίχτυα της μικρές ζωούλες
                     ξεψυχούν.

Εδώ
δεν κατοικεί πια ο Έρωτας,
κι ο οίκτος ταπεινώνει.
Τί χτίζεις κάθε μέρα με το ψέμα;
Το σπίτι λίγο λίγο βουλιάζει.
Κλαίει στα θεμέλια ο κόκκορας.
Ό,τι απομένει
                οίκτος και κούραση.

Τρως δουλεύεις κοιμάσαι.
Στο κομοδίνο τα χάπια για τη θλίψη.
Γάμοι βαφτίσια κηδείες.
Κι έν’ αεράκι πού και πού
να παίρνει τα σαρίδια της ψυχής σου.

Έντιμος νεκρός ή τίμια θύελλα;

Νιώθω θηρίο
παραμονεύοντας το θήραμα.
Η φυλακή,
                    ο σιωπηλός δεσμοφύλακας,
κελλιά
που ανοίγουν, κελλιά
                              που κλείνουν.
Κι ο άγγελος αναταράζει το νερό.
                                       Θα προφτάσω;

Αν η Ευτυχία
είναι μια όμορφη δολοφόνος
θ’ ακολουθήσεις την Ευτυχία;
θα τολμήσεις να σκοτώσεις;

--------------------------------------------

Ξανθό μου ξωτικό
τρύπωσε στο ρέπιο σπιτικό,
          βόηθα με να δραπετεύσω,
να διαβώ το συρματόπλεγμα...

--------------------------------------------

Τί όνειρο το χθεσινό!

Θύμιζε κοιμητήριο η Ανάγκη.
Φύλλα στροβιλίζονταν στον άνεμο,
μες στην αλέα όπου
μάρμαρα υψώνονταν
                       και πάνω τους σταυροί.

Ήμουν γυμνός.
           Γύρεψα ένα ρούχο να φορέσω
                                 μα δεν βρήκα.
Μέσα στις τρέμουσες του δάσους φυλλωσιές
ψίθυροι πως ο Άγιος ήταν εγγύς.
                                                     Γύρισα να ιδώ
και είχες φύγει, Καλή μου.
                                           Πού πήγαν όλοι;


Το ξύπνημα με γέμισε χαρά
                  σκορπίζοντας τη θλίψη του ονείρου.

--------------------------------------------

Σε σκέφτομαι στο φως των κεριών
ανάμεσα σε τόσους φύλακες και πλάσματα
                                          του δισταγμού.

Έσβησε η φωτιά στο παραγώνι.
Έξω αστράφτει.

Ψηλά το μαύρο σύννεφο
έκοψε στα δύο το κίτρο της σελήνης.
                                                             Κρυώνω
μέσα σε τούτο το Κελλί.

Δεν θα σμίξουμε
κι όμως τρέχω να σε συναντήσω, Καλή μου.

--------------------------------------------

Έτσι
μες στον συρμό της νύχτας
                     μονάχος ταξιδεύοντας
τώρα που είσαι μακριά
κι η βροχή θραύει τα κρύσταλλα
δεν αφήνω
−ούτε στιγμή− τη μουσική να πλαγιάσει
μήτε τον ύπνο να λυγίσει τα βλέφαρα
                 μην κοιμηθώ       και μείνεις μόνη,
                                             Καλή μου.

--------------------------------------------

Κι ωστόσο
δεν περιμένω τριαντάφυλλα.
 
Ο καιρός των ρόδων πέρασε.
                                 Δεν πρόλαβα.

Τα σάρωσε το Φως
αυτό που ξεγυμνώνει τους νεκρούς
απ’ τα φτιασίδια τους.

Κανένα θήραμα στα νύχια του,
κανένα χτυποκάρδι.
Διπλώνεις λυπημένος τα φτερά σου.

Μειδιάς
καθώς κοιτάς τη σήραγγα
(την υπόγεια διαφυγή σου)
αυτή που από παιδί φαντάζεσαι πως σκάβεις.


                                  Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2013

                        Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Nikolai Yaroshenko, «The Prisoner» (1878).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.





Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Περιοδικό Σταφυλή, 8ο τεύχος, Δεκέμβριος 2025


Image


ΣΤΑΦΥΛΗ
ΜΕΘΗ ΣΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ

ΤΕΥΧΟΣ 8
Δεκέμβριος 2025


ΕΚΔΟΣΗ:
Εκδόσεις Κουκκίδα

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ:
Διώνη Δημητριάδου
Κώστας Θ. Ριζάκης

ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΚΔΟΣΗΣ:
Γιώργος Γώτης
Δημήτρης Κόκορης
Ισιδώρα Μάλαμα
Δήμητρα Μήττα
Συμεών Γρ. Σταμπουλού

ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΥΛΗΣ:
Γιώργος Δελιόπουλος
Ευσταθία Δήμου

ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ: Μαρίζα Γαλάνη, Αναστασία Γκίτση, Έφη Ζερβού
Βέρα Κονιδάρη, Ειρήνη Μαργαρίτη, Λίλια Τσούβα

ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Φωτεινή Χαμιδιελή

ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ 8ου ΤΕΥΧΟΥΣ: Στέφανος Δασκαλάκης

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ – ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Εύη Κώτσου



«Περί ήθους σήμερα ο λόγος. Το ερώτημα αν η Τέχνη έχει τη δύναμη να διαμορφώσει ήθος −χωρίς κατ’ ανάγκη να σνδέσουμε το ήθος με το έθος, κατά την αριστοτελική ρήση− είναι στην ουσία το ερώτημα αν η αισθητική συνδέεται με την ηθική, ή ακόμα αν δυνητικά ταυτίζονται οι δύο έννοιες· «στο έσχατο βάθος, η αισθητική και η ηθική συμπίπτουν», κατά τον Βιττγκεστάιν, που ερευνά το απώτατο σημείο στο οποίο η αίσθηση του ωραίου ανακαλεί μέσα της το ήθος ως γενεσιουργό αφετηρία της, κι αυτό με τη σειρά του, φυσικά, ενισχύει, ανυψώνει και καταξιώνει την αισθητική πρόσληψη των πραγμάτων, με άλλα λόγια, δυο έννοιες διαλεκτικά συνδεδεμένες και αλληλοτροφοδοτούμενες. […]»
Διώνη Δημητριάδου (απόσπασμα από το «Σταφυλής Απόσταγμα»)



Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε ΝΑ


ΣΤΑΦΥΛΗΣ ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ

Η ΚΥΡΙΩΣ ΜΕΘΗ

ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΙΟ ΧΑΚΚΑ
(Επιμέλεια: Κώστας Θ. Ριζάκης)

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ: Ο ήρωας και το νόημα της «τοιχογραφίας», Με αφορμή ένα διήγημα του Μάριου Χάκκα
ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΑΡΑΚΗΣ: Αγιωργίτικο
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ: Το κοινόβιο της γραφής
ΙΩΑΝΝΑ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ: Η αναζήτηση της ουτοπίας, Μια κριτική «ανάγνωση» στον θεατρικό Μάριο Χάκκα
ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ: Ο Μάριος Χάκκας ζει στην καρδιά μου
ΒΑΛΙΑ ΓΚΕΝΤΣΟΥ: Ποίηση «τραυματοδεμένη», Σκέψεις για το ποιητικό έργο του Μάριου Χάκκα Όμορφο καλοκαίρι [1965]

ΔΟΚΙΜΙΟ
ΜΑΡΙΑ ΔΑΛΑΜΗΤΡΟΥ: Χέρμαν Μέλβιλ, Ο Μόμπι Ντικ και το κυνήγι της μεγάλης εθνικής ταυτότητας
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ: Ζωή και φιλολογία, Οι δύο όψεις της μορφής του Συνταγματάρχη Λιάπκιν
ΙΣΙΔΩΡΑ ΜΑΛΑΜΑ: Ένα μυθιστόρημα για την τραγική ευλογία της προόδου, Για τον Σκελετόβραχο της Εύας Βλάμη
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ: Η Αργώ του Γιώργου Θεοτοκά και οι «Αργοναύτες» του Γιώργου Σεφέρη
ΜΑΡΙΖΑ ΓΑΛΑΝΗ: Αναμονή χωρίς προσδοκία, Καντάν του Γιούκιο Μίσιμα

ΠΟΙΗΣΗ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΙΟΠΟΥΛΟΣ: Οκτώ μικρές αποδράσεις
ΝΕΦΕΛΗ ΓΚΑΤΣΟΥ: «Παντιέρα ρόσα»
ΕΛΕΝΗ Δ. ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΥ: Τρία ποιήματα
ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ: «Φωτογραφίες»
ΣΤΕΛΛΑ ΔΟΥΜΟΥ: Δύο ποιήματα
ΕΙΡΗΝΗ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ: Δύο πεζοποιήματα
ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Δύο ποιήματα
ΘΑΝΑΣΗΣ Γ. ΜΙΧΟΣ: Λάθος τόπος λάθος εποχή
ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ: κίνημα τω(ν) γραφών

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ: Τζέιν Κένιον, Ποιήματα ακηδίας και φροντίδας
ΕΦΗ ΖΕΡΒΟΥ: Μαριάντζελα Γκουαλτιέρι, Ποιήματα
ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ: Ρόμπερτ Φροστ, «Κάποτε δίπλα στον Ειρηνικό»
ΘΑΛΕΙΑ ΠΑΥΛΟΥ: Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, Στίχοι στο τζάμι
ΝΕΦΕΛΗ ΓΚΑΤΣΟΥ: Στεφάν Μαλλαρμέ, «Δώρο του ποιήματος»
ΝΑΤΑΣΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ: Κέιτ Σοπέν, «Ένα ζευγάρι μεταξωτές κάλτσες»
ΠΑΥΛΟΣ Δ. ΠΕΖΑΡΟΣ: Λώρενς Ντάρελ, Επτά ποιήματα

ΠΕΖΟ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ: Δύο διηγήματα

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Με τον Παντελή Μπουκάλα συνομιλεί η Χριστίνα Καραντώνη

ΣΤΟ ΠΑΤΗΤΗΡΙ
ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ: Αγγίζοντας τα όρια, Με τον τρόπο του Όσιαν Βουόνγκ

ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ
ΦΩΤΕΙΝΗ ΧΑΜΙΔΙΕΛΗ: Ο ζωγράφος Στέφανος Δασκαλάκης και οι φιγούρες του − Μια σιωπηλή επικοινωνία



Εκδόσεις Κουκκίδα
Θεμιστοκλέους 37, 106 77 Αθήνα
Τηλέφωνο: 210 3802644
e-mail: [email protected]
Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Θεμιστοκλέους 37
106 83 Αθήνα
Τηλ: 210 3802644

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Μαρίκα Συμεωνίδου, "2026"


Image


2026


Έρχονται στιγμές, φωνές, εικόνες, τραγούδια, γέλια, χοροί
Αναμνήσεις τις λένε
Εγώ τις λέω στίχους
Γενέθλια, γιορτές, απώλειες
Μία παρέα σε ένα κέντρο στην Αθήνα
το πρωί μόλις βγαίνουν να πέφτει χιόνι
κι η παρέα να λέει "καλή χρονιά" με μία χιονόμπαλα
Ένα ζεϊμπέκικο η ζωή
Και δώρα οι αναμνήσεις
Όπως οι ευχές σας που μετατρέπονται κάθε χρόνο σε αναμνήσεις!



Μαρίκα Συμεωνίδου



Πρώτη δημοσίευση



Η Μαρίκα Συμεωνίδου γεννήθηκε στον Πειραιά, είναι πτυχιούχος του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Πατρών. Έχει δύο μεταπτυχιακούς τίτλους στην Ψυχολογία από το Πανεπιστήμιο του Σάρεϊ και την Εξέλιξη του παιδιού από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Εργάζεται στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Έχει γράψει τις ποιητικές συλλογές Με τα μάτια των άλλων (Γαβριηλίδης 2010), Πλάνη 18 (Μανδραγόρας 2014), Παράξενη εξήγηση 22 (Γαβριηλίδης 2018), Ξέρεις πού οδηγεί (ΑΩ Εκδόσεις 2020) και Βεντέμα (ΑΩ Εκδόσεις, 2024). Έχει γράψει επίσης τη συλλογή διηγημάτων Ζωή (Γαβριηλίδης 2014). Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά όπως «Ποιητική», «Φρέαρ», «Παρέμβαση» και μεταφράσεις της, όπως και ποιήματά της, στο «Unfollow» και στο «Οροπέδιο».

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Θερμές ευχές για το 2026



Image



Τα μέλη και η συντακτική ομάδα

του ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΠΥΡΗΝΑ

σας εύχονται ολόψυχα


Χ Ρ Ο Ν Ι Α  Π Ο Λ Λ Α

και

Ευτυχισμένο  το  2026 !




Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Κασσιανή Μαρτινάκη − Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, "Στη γη του ανέμου"

 
Image



Ο άνεμος λέει…

Πνοή πρώτη


Μ’ έχει γεννήσει το πανί σ’ ένα τρικάταρτο
το κρώξιμο του γλάρου και τ’ αλάτι
βροχή που έραινε θολό το μπλε, το μοβ
ο γδούπος ο βαρύς, φύκια γεμάτος
κι όλα στον δρόμο μου αφρός, καρίνα μάχιμη
όλα τα ύφαλα κοράλλια, πεταλίδες

κι ας λένε όσοι τη ζωή
καλά δε γνώρισαν.

Τον άνεμο γεννάει το ταξίδι!




Η γη λέει…

Πνοή πρώτη


Ζάρι στο χέρι ενός αμούστακου θεού
μ’ ένα καπρίτσιο ρίχτηκα
στο προαιώνιο τίποτα.
Καυτό λιωμένο μέταλλο στα σπλάχνα μου
άλλο δε γνώρισα απ’ τη βία και το θειάφι.

Γύρω μου άστρα ατέλειωτα να παίζουνε στη νύχτα
γύρω μου σκόνη λαμπερή, και στην παλάμη μου ένα φως.

Κι έφτιαξα χέρια πέτρινα,
για να βρει νύχτα ο καιρός να ξαποστάσει.



*    *    *





Ο άνεμος λέει…

Πνοή δέκατη


Βαθιά οργωμένη ως το κόκαλο, ως τον θάνατο
με τα σπιτάκια θαλασσιά στο κύμα πάνω,
με πολιτείες και χωριά στην άγρια ράχη σου
με τις πληγές σου ανοιχτές −μα πώς αντέχεις−
βαθιές γεμάτη χαρακιές δαρμού στο σώμα σου
άκου με, άκου να σου πω,
τι σου ζητάω!

Μίλια καλώδια πισθάγκωνα αν σε δένουνε,
και δηλητήρια βαριά αν σε μεθάνε,
δίχως μισόλογα, προσχήματα, «αλήθεια μου»

να μου ταΐσεις τα παιδιά μου που πεινάνε!

(Σ’ έναν κατώτερο Θεό, μαύρο πιστεύουνε
ψάλλουν τα τύμπανα στα δάση
να τον βρούνε.
Όμως για δες,
εδώ το χρήμα κυβερνά

κι οι προσευχές πέφτουν νεκρές
δίχως ελπίδα.)




Η γη λέει…

Πνοή δέκατη


Ο ήχος, οι ήχοι, το χώμα, η λάσπη
νύχια να μπήγουν βαθιά μες στη σάρκα
μέταλλο αστράφτει χάσκω τρεμάμενη
τσιμέντο και σίδερο γυαλί και ατσάλι
καρφιά ρυθμικά, σταγόνες, σταγόνες
το βάρος στο στήθος σκληρή φυλακή.

Μ’ αντέχω, αντέχω, φυτρώνω κι ανθίζω.
Αιώνια εφήμερη, αιώνια πηλός.
Γελάω και φλέγομαι, Θεούς τιθασεύω

Βλεφάρων πετάρισμα όλοι οι δρόμοι.



*    *    *





Ο άνεμος αποχαιρετά…


Τα μεσημέρια σας, κουρνιάζω στις σκιές
ήλιος μονάχος πυρπολεί τα κεραμίδια
μήτε πουλιά μήτε φευγάτα άσπρα σύννεφα
τζιτζίκια μόνο τραγουδούν στα μέσα κλωνιά.

Το κάδρο γέρνει μες στο φως
βαραίνει στ’ όνειρο
μένει για πάντα στο μυαλό
με μια ζωντάνια,
που σε τρομάζει ώρες-ώρες σαν βυθίζεσαι:

Το όνομά σου μουρμουρίζει·
σε προσμένει.




Η γη αποχαιρετά...


Αρπάζεσαι από τα μαλλιά μου, στροβιλίζεσαι
σιδηροδέσμιος της δίνης μου, της μοίρας
στις χίλιες γλώσσες των πουλιών χρησμούς αφήνεις
στο φως στο βλέμμα ενός προφήτη γυρολόγου:

«Στάζει Θεός σε κάθε ανατολή, σε κάθε δείλι
Θεός σε κάθε συνοχή, σε κάθε βράχο
κρατιέται η ύλη και το φως με μιαν αγάπη
κι όταν αηδόνια τραγουδούν
κι όταν λουλούδια ξεδιπλώνονται στον ήλιο,
κι όταν γεννιούνται και πεθαίνουν οι εποχές,
το Θέλημά Του».

Και στη σταγόνα του νερού
μήτε στεριά μήτε πνοή, η Θεία Χάρη:

λίγο από σένα κι από μένα και ζωή.





Από τη συλλογή «Στη γη του ανέμου (πνοές − φωνές της ποίησης)», Εκδόσεις Κυβέρτι, 2025.





Η Κασσιανή Μαρτινάκη γεννήθηκε το 1976 στη Θεσσαλονίκη όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε στο Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου και ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στην Αγγλική Λογοτεχνία και τη Θεωρία Λογοτεχνίας. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση από το 2005 και ζει τα τελευταία χρόνια με την οικογένειά της στην Πτολεμαΐδα. Το 2022 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή, «Του έρωτα και της σιωπής». Ποιήματα, κριτικά σημειώματα και μεταφράσεις της, έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες. Το 2024 εκδόθηκε η δίγλωσση ποιητική συλλογή του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου «Στους φεγγίτες η έξοδος (σπουδή στο φως σου)» σε δική της μετάφραση στην αγγλική γλώσσα από τις Εκδόσεις Κυβέρτι. Την Άνοιξη του 2025 εκδόθηκε η δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Ριπή ανοδική» Εκδόσεις Κυβέρτι και, λίγο αργότερα, από τις ίδιες εκδόσεις, η συλλογή «Στη γη του ανέμου», από κοινού με τον Δημήτρη Παπακωνσταντίνου.



Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε το 1967 στη Λάρισα, όμως ζει με την οικογένειά του μόνιμα στην Κοζάνη, όπου εργάζεται ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης. Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί δέκα ποιητικές συλλογές και δύο πεζογραφήματά του. Ποιήματά του φιλοξενούνται σε συλλογικούς τόμους και σε διάφορα έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά. Κάποια από αυτά απέσπασαν βραβεία και διακρίσεις σε Πανελλήνιους Διαγωνισμούς. Μερικά έχουν μεταφραστεί στην αγγλική, τη γαλλική και την ισπανική γλώσσα. Από τον Νοέμβριο του 2022 συνδιευθύνει το περιοδικό «ΝΟΗΜΑ», τον «Εξαμηνιαίο Πυρήνα Νόησης και Λόγου» που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη. Τον Νοέμβριο του 2022, εκδόθηκε στη Σεβίλλη και κυκλοφόρησε στα ισπανικά από τον εκδοτικό οίκο Padilla Libros το βιβλίο του “Εn mi barro los labios” («Στον πηλό μου τα χείλη»), σε μετάφραση του διακεκριμένου ελληνιστή Jose Antonio Moreno Jurado.
Εργογραφία:
Πεζογραφία:
1. Νυχτοπερπατήματα, νουβέλα (24 γράμματα, Αθήνα 2017)
2. Η τροχιά του βέλους (Όστρια, Αθήνα 2018)
Ποίηση:
1.   Μικρή Περιήγηση (Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1996/ Εντύποις, Αθήνα 2017)
2.   Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος (Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016)
3.   Αχαρτογράφητα (24 γράμματα, Αθήνα 2017)
4.   Ο Μέσα Ήλιος (Εντύποις, Αθήνα 2018)
5.   Μνήμες της ρίζας (Κουκκίδα, Αθήνα 2020)
6.   Δρόμοι στη σκόνη (Κουκκίδα, Αθήνα 2021)
7.   Διαλέγω το λευκό (Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2022)
8.   Λιωμένος Χρόνος (Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2023)
9.   Στους φεγγίτες η έξοδος (Κυβέρτι, Αθήνα 2024)
10. Στη γη του ανέμου (Κυβέρτι, Αθήνα 2025)


Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

Διώνη Δημητριάδου, "Αδώνιδος κήποι"


Image



ΠΟΙΗΤΟΥ ΤΟ ΗΘΟΣ


Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι
από φωτιά ν’ αστράφτει και να ξερνάει λυγμό
τα τρίσβαθα που μέσα τους κρυμμένο
ώς το μεδούλι σε κατατρώει σαράκι

Μόνο αυτό θα έχεις
των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή
πικρό να γράφεις και να γεύεσαι το αλάτι

Ευχή κι όχι κατάρα
με μια ελάχιστη φωνή
το πιο βαρύ στα ποιήματα
φορτίο που σηκώνεις

Ήθος του ποιητή
το άχθος του ανθρώπου





*   *   *

                  Καθώς σιγόσβηνε το θαύμα μέσα μου
                              απατηλές ελπίδες εξαντλώντας
         σαν μια βαριά αλυσίδα εκούσιας υποταγής
                        να σύρθηκε αργά ελευθερώνοντας
                                                   τα τσακισμένα μέλη

   Μόνο που τώρα να βρω σφυρί κι αμόνι πρέπει
   απ’ την αρχή σφυρήλατα να φτιάξω νέα δεσμά





ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ


Θήραμα και κυνηγός
θύμα και θύτης
το παίγνιο της ζωής
το άλλοθι του θανάτου
καθώς σε προαιώνια επιταγή
διαρκώς τη φύση εναλλάσσουν
ώς να τελέψει η ανάσα
κάτι ακόμα να γραφεί
σχήμα καθορισμένο
ώς να τελέψει η ανάγνωση
του βίου το παραμύθι

[εκεί στα όρια της αντοχής η αρπάγη ξετυλίγεται το θήραμα να πιάσει μαύρο κεφάλι ο κυνηγός σαν λεοντή τη λεία του να ντυθεί κι εκείνο στις λέξεις αφημένο να σπαρταράει ακόμα ώσπου να κλείσει δικαιωματικά την ύστερη σελίδα της απόγνωσης παρείσακτος του δράματος ο αναγνώστης]





ΣΗΜΑ ΤΑΠΕΙΝΟ


Έχουν από παλιά πεθάνει οι θεοί
αφήνοντας τα ίχνη τους
λαμπρά σημάδια για τους ταπεινούς
που μάταια ψάχνουν
με τα κλειστά τους μάτια
να λιγοστέψει ο κόσμος – να σωθούν
το χάος τους φοβίζει – δεν στέργουν ν’ απλωθούν
μόνη τους τόλμη ένα σήμα τόσο δα
ταιριάζοντας τη φύση τους με δύο μέτρα χώμα
κάτι να μείνει – όχι γι’ αυτούς
μα για τους άλλους που έρχονται
να το πιστέψουν έτοιμοι
ανίδεοι στη θέα του κενού





ΚΑΠΟΙΑ ΜΙΚΡΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ


Μια μνήμη ορφανή
σ’ ένα περβάζι παραθύρου
εκεί που ξεπετά τα πρώτα πράσινά της
σ’ ένα πιατάκι μια χλωρή φακή
με εφήμερο το κοίταγμα
κατά τον κάμπο αγναντεύοντας
την ξεχασμένη όπως κι αυτή
περιφορά του Επιταφίου

Του Αδώνιδος οι κήποι
στα αποξηραμένα πια
για να καούν όπως τους πρέπει
στη φωτιά
μαζί με όσα γιγάντωσαν
σε χρόνια αναμονής
κι έπειτα χρόνια θλίψης
κι ακόμη τώρα απόγνωσης

Κι ύστερα
πάλι σε μια στενοπορία
μαζί με όσα μάζεψε
κι όσα χωρούν ακόμη
χλωρά, ξερά κι αφρόντιστα
ρημάδια της ζωής
σε μιαν ανέλπιστη προσπάθεια
αναμονής για ανάσταση

Μόνο που η κάθε νέα αναμονή
την απελπίζει πιότερο κι από την ίδια την εικόνα
στο έρημο ξωκλήσι
κάποιο απόγευμα μικρής Παρασκευής
τότε που πλεύρισε τον θάνατο
κι απόκαμε να τον κοιτά

Μια εικόνα της ταφής
ξυσμένο είχε το χρώμα της
με μια γενναία δόση ώχρας
στα ίχνη του καιρού

Κι ύστερα σκέφτηκε τον ποιητή
που αντίκρισε το απόλυτο σκοτάδι
κι έμεινε να θαυμάζει
το μαύρο θαύμα μέσα του

Κι ησύχασε λιγάκι
καθώς ένιωσε τη σκιά
βαριά να πέφτει πάνω της
κι άρχισε να χωρίζει
στα δυο τα σκοτεινά κομμάτια
αφήνοντας το πιο βαθύ στην άκρη του μυαλού
και ντύνοντας το πρόσωπο με τ’ άλλο το ανοιχτότερο
να μην τη δούνε και σκιαχτούν
όσοι ακόμη ελπίζουν





ΤΟ ΜΕΡΤΙΚΟ


Εκείνος, λυτρωμένος, βάδιζε μέσα στο φως
και πίσω ακολουθούσε ένα πλήθος αλλοπρόσαλλο
κάποιοι τον χλεύαζαν, άλλοι τον λοιδορούσαν
λίγοι τον κοίταζαν με ελπίδα

Ίσως κι εμείς; ρωτούσαν
κι η σκέψη τους ήταν στο σάρκινο και ευτελές του κόσμου τους

Μόνο ένας, λίγο πιο πίσω αυτός
δεν έτρεχε κοντά του ούτε σκορπούσε τα λόγια του εδώ κι εκεί
μόνο αναρωτιόταν
αν είναι έτσι που μας λες
τότε πού είναι το δικό του μερτικό αθανασίας;

Κρατώντας από το χέρι τον δικό του άγγελο
που έσβηνε ώρα την ώρα
μικρός και άδοξος





Από τη συλλογή «Αδώνιδος κήποι», ΑΩ Εκδόσεις, 2025.
Έργο εξωφύλλου: Φωτεινή Χαμιδιελή, «Βυθός» (μεικτή τεχνική).




Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1956. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας και δίδαξε για πολλά χρόνια σε δημόσια Λύκεια. Ποιήματά της και πεζά, καθώς και κριτικά δοκίμια δημοσιεύονται τακτικά σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά. Έχει εκδώσει βιβλία πεζογραφίας, ποίησης, δοκιμιογραφίας και μετάφρασης και έχει συμμετάσχει σε συλλογικές εκδόσεις. Μαζί με τον ποιητή Βαγγέλη Αλεξόπουλο μετέφρασαν την Αμερικανίδα ποιήτρια Άι Ογκάουα (Ai Ogawa) καθώς και τον Αμερικανό ποιητή Έντουαρντ Χιρς (Edward Hirsch). Είναι ειδική συνεργάτις του έντυπου λογοτεχνικού περιοδικού Καρυοθραύστις, επιμελείται στο περιοδικό Οδός Πανός τη στήλη «Διαβάζοντας τους ποιητές» και διευθύνει μαζί με τον ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη το έντυπο περιοδικό Λόγου και Τέχνης Σταφυλή. Συντονίζει, μαζί με τη Δήμητρα Καραχάλιου, τη Λέσχη Ανάγνωσης Ενηλίκων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής. Διατηρεί στο διαδίκτυο το λογοτεχνικό ιστολόγιο (blog) «Με ανοιχτά βιβλία». Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών.

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

Αργύρης Χιόνης, "Ο ακίνητος δρομέας"


Image



Από την ενότητα
ΑΘΛΗΜΑΤΑ



ΕΙΝΑΙ ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ Ο ΔΡΟΜΕΑΣ που τρέχει μόνος και διανύει μεγάλες αποστάσεις δίχως κοινό και δίχως αντιπάλους.
Είναι θλιμμένος ο δρομέας που δεν τρέχει για να φτάσει πρώτος, που δεν τρέχει για να φτάσει καν.
Είναι θλιμμένος ο μοναχικός δρομέας και σχεδόν ακίνητος.





ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ πίστευε ότι γύρισε ο οδοιπόρος και, ξαφνικά, ανακαλύπτει ότι γύρω γύρω απ’ τον εαυτό του γύριζε. Γι’ αυτό αποφασίζει τον κόσμο να γυρίσει πάλι, χωρίς να κάνει λάθος ετούτη τη φορά. Βέβαια, το αποτέλεσμα είναι ίδιο, αλλά ο οδοιπόρος δεν το βάζει κάτω κι επιχειρεί, πάλι και πάλι, την ίδια επώδυνη πορεία. Αυτό είναι, άλλωστε, που τον ξεχωρίζει από τον οποιονδήποτε άλλον οδοιπόρο και που τον καθιστά αθλητή.





ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΕΜΙ στο ’να χέρι και το βαρύ σφυρί στο άλλο, λυτρώνει λίγο λίγο, ο γλύπτης, από τον μονοκόμματο όγκο του μαρμάρου, το ολοζώντανο κορμί ενός αθλητή, κι όπως φουσκώνουν οι δικές του φλέβες, οι δικοί του μύες, από την πνευματική χειρωναξία, έτσι φουσκώνουν και στο μάρμαρο οι φλέβες και οι μύες του αθλητή. Συναθλητές, λοιπόν, γλυπτό και γλύπτης, με μια ωστόσο διαφορά· του γλύπτη, μοναχά, το μέτωπο είναι κάθιδρο.





ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ, EΝΑ ΠΡΩΙ (πως του ’ρθε;), αποφάσισε να ξεπεράσει τον εαυτό του. Άρχισε, λοιπόν, να τρέχει, μέχρι εξαντλήσεως, δρόμους ταχύτητας, άλματα εις μήκος, και εις ύψος να πηδά. Επί ματαίω· πάντοτε, πίσω ή κάτω απ’ τον εαυτό του ήτανε.
Αφού είδε και απόειδε, σκέφτηκε πως έπρεπε ν’ αλλάξει άθλημα κι έγινε ποιητής. Βέβαια, ούτε έτσι τα κατάφερε (ο εαυτός του ήταν και σε τούτο αξεπέραστος), αλλά το άθλημα αυτό του άρεσε και συνεχίζει να ’ναι ποιητής με μέτριες, έστω, επιδόσεις.





Από την ενότητα
ΑΚΙΝΗΤΟΣ ΣΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΤΗΝ ΚΟΙΤΗ



ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΠΕΡΝΟΥΝ δίχως να έρχονται. Αυτός, ωστόσο, είν’ εκεί και τις προσμένει· έν’ αδειανό ορίζοντα κοιτώντας, καρτερεί να υποδεχτεί τις μέρες που, χωρίς να φτάνουν, έχουν κιόλας φύγει.
Το παρελθόν αυξάνει ιλιγγιωδώς, το παρελθόν ενός αβίωτου παρόντος· οι αναμνήσεις μίας άζωης ζωής σωρεύονται, αδιάκοπα, και τον συνθλίβουν.





«ΠΟΥ ΠΑΤΕ, ΜΕΡΕΣ ΜΟΥ», ρωτά, «μικρά πουλιά, γιατί πετάτε, για πού τραβάτε βιαστικά;».
«Εμείς δεν πάμε πουθενά, εμείς δεν είμαστε πουλιά, στεφάνι επτάφυλλο είμαστε πέτρινο κιονόκρανο στου χρόνου την αμετακίνητη κολόνα. Εσύ πετάς αδιάκοπα, εσύ αποδημείς προς μια εποχή πιο παγερή, προς ένα ατέλειωτο χειμώνα».





ΜΟΝΟ Η ΣΙΩΠΗ, η απόλυτη σιωπή προσφέρεται για τη χαμηλόφωνη συνομιλία των πραγμάτων που, κάτω από άλλες, ηχηρές συνθήκες, ούτ’ ένα νεύμα δεν μπορούν να ανταλλάξουν, γιατ’ είν’ ευαίσθητα τα πράγματα στον ήχο και δεν αποκαλύπτουν την ψυχή τους εν μέσω οιουδήποτε θορύβου.
Σφαλνά τις πόρτες, τα παράθυρα, τα μάτια, εξώνει από το χώρο ήχο και φως. Ακίνητος, σε μια γωνιά, και σιωπηλός, γίνεται κοινωνός των μυστικών τους, γίνεται κι αυτός πράγμα δικό τους· καλόγερος με λίγα ρούχα κρεμασμένα πάνω του.





ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΟΥ, απαθής, βλέπει να πνίγονται· με τα χέρια στις τσέπες, παρακολουθεί τον καταποντισμό τους. Σκοινί δεν έχει να τους ρίξει, να πιαστούν, ούτε σωσίβιο, αλλ' ούτε καν σανίδα σωτηρίας. Στέκετ’ εκεί, ακίνητος, και βλέπει σχεδόν ευτυχισμένος, τον πνιγμό τους. Στο βάθος βάθος, είναι ανακούφιση, είναι παρηγοριά να μένεις, επιτέλους, δίχως όνειρα, καθότι, ως γνωστόν, τα όνειρα έχουν την τάση αδιάκοπα να ναυαγούν και πρέπει εσύ αδιάκοπα να τα διασώζεις.





ΣΠΙΘΕΣ, σπίθες, σπίθες… Ελάχιστοι, οι στίχοι του, διάττοντες αστέρες που σβήνουν πριν προλάβουν να συνθέσουν φωτεινό στερέωμα.






Από τη συλλογή «Ο ακίνητος δρομέας», 1996.
Πηγή, η συγκεντρωτική έκδοση «Η φωνή της σιωπής [Ποιήματα 1966-2010]», εκδ. Κίχλη, 2025.

Πηγή για την εικόνα: Εκδόσεις Κίχλη.