Δευτέρα, Ιανουαρίου 30, 2006

Η μάγισσα Μπαρόνγκα (Κεφάλαιο 4)

Η Γκουάνχ σύρθηκε μαχμουρλού μέχρι το μαύρο γρανιτένιο νεροχύτη, να ρίξει λίγο νερό στα πλαδαρά της μάγουλα και να καθαρίσει τα παχύδερμα αυτιά της. Ηταν μια καλλονή μεταξύ των ομοίων της, αλλά δεν είχε καθρέφτη να το επιβεβαιώσει. Πάνω που σκεφτόταν πώς να γινόταν να αποκτούσε κι εκείνη κάποτε αυτό το μικρό κομματάκι από γυαλί, κάτι που δεν έλειπε από τη τσάντα της μητέρας της, ακούστηκε ένα βουητό «βββββββββββββουμχχχ» κι ένας αέρας σα να φύσηξε ξαφνικά στο φτωχικό της.

Φοβήθηκε η Γκουάνχ να στρέψει το πρόσωπό της, αλλά, όταν άκουσε μια ιδιότυπη λαλιά να την καλεί με το όνομά της, γύρισε να δει. Ηταν η μάγισσα Μπαρόνγκα η απρόσμενη επισκέπτρια, που αράδιαζε διάφορους ήχους με την τσιριχτή φωνή της:

«?st???e? ?a??µe????? a???p??sa???? s?????, p?? t?????? sta ?ef???a µa? ?a? ??t??? d????d? ape???sµ??a» έλεγε, που σήμαινε «Κάνε μια ευχή Γκουάνχ και θα πραγματοποιηθεί αμέσως!»

Η Γκουάνχ, μαθημένη στη γλώσσα των μαγισσών, κατάλαβε το νόημα και με κόπο συγκρατήθηκε να μη πετάξει άσκεφτα «Θέλω ένα καθρέφτη!» Αντί γι αυτό, καλωσόρισε τη Μπαρόνγκα και της σέρβιρε ζεστό νερό με παξιμάδι ζάλεν και αστρόδοντα κρεμμυδάκια με σάλτσα φρέσκου πάγουρα χωρίς δαγκάνες. Η μάγισσα, ξαφνιασμένη από την τόσο καλή υποδοχή, άφησε τη σκούπα της στο πλάι του πέτρινου ντιβανιού, άπλωσε τα ποδάρια της να ξεκουραστεί, και άφησε κατά μέρος τις μαγικές εξυπνάδες, αποφασισμένη να μιλά πλέον στη γλώσσα της Γκουάνχ -για να καταλαβαίνουμε κι εμείς.

Ευχαριστήθηκε τόσο η μάγισσα που ξαναείπε την πρόταση για την ευχή και η Γκουάνχ, χωρίς να διστάσει, είπε:

«Θέλω να δω πού βρίσκεται ο καλός μου ο Τζέοφγκ!»

«Αμέσως κοπέλα μου», απάντησε η Μπαρόνγκα κι έβγαλε απο το σακούλι της ένα καθρεφτάκι.

«Αχ! Ενας καθρέφτης!» Θαύμασε η Γκουάνχ κι άπλωσε τα χέρια να τον πάρει.

«Αυτός είναι ένας μαγικός καθρέφτης και μόνο μια μάγισσα πρέπει να τον αγγίζει για να κάνει τη δουλειά του, να δείχνει τι συμβαίνει οπουδήποτε στο σύμπαν. Αν τον πιάσουν άλλα χέρια, χάνει τις μαγικές του ιδιότητες, για τούτο πρόσεχε καλή μου αν θέλεις να δεις πράγματι πού βρίσκεται ο Τζέοφγκ σου», είπε η μάγισσα κι έβγαλε ένα πρασινωπό πανί να καθαρίσει τον μαγικό καθρέφτη.

Μετά, άπλωσε το πανί στο πέτρινο ντιβάνι, τοποθέτησε πάνω του τον καθρέφτη, έκανε με τα χέρια της κάποιες κινήσεις σα να μαζεύει δεμάτια σανό, φύσηξε τρεις φορές και κάλεσε τη Γκουάνχ να δουν μαζί. Η εικόνα ήταν θολή στην αρχή, όσο όμως κοίταζαν άρχισε να ξακαθαρίζει το τοπίο. Ο Τζέοφγκ φαινόταν πεντακάθαρα να βρίσκεται κρεμασμένος ανάποδα πάνω από ένα καζάνι. Το παράξενο ήταν ότι ο τόπος που βρισκόταν ήταν ένας τόπος χρωματιστός αλλά και ανάποδος. Ο ουρανός ήταν κάτω και το χώμα πάνω. Το καζάνι λοιπόν βρισκόταν στον ουρανό και γύρω του χόρευαν κάτι μικρόσωμα πλάσματα με το κεφάλι κάτω και τα χέρια στο ουράνιο έδαφος, με φριχτά μικρούτσικα ποδαράκια σηκωμένα στον αέρα. Λίγο πιο πέρα, πάνω σε ένα κομμένο δέντρο, μια χοντρή φιγούρα ακόνιζε ένα πλατύ μαχαίρι.

«Είναι στο δάσος των Γκόγκολον» είπε η μάγισσα, που αναγνώρισε αμέσως την τοποθεσία με τα πράσινα δέντρα. «Πουθενά στο σύμπαν δεν βρίσκονται πράσινα δέντρα παρά μονάχα εκεί πέρα, όπου ο κόσμος ρέει ανάποδα» συνέχισε η μάγισσα «και οι Γκόγκολον είναι κρεατοφάγοι ξέρεις, καλή μου. Ο Τζέοφγκ την έχει δύσκολα» ολοκλήρωσε την πληροφόρηση.

Η Γκουάνχ έβγαλε μια κραυγή σα βρυχηθμό κι έπεσε ανάσκελα χτυπώντας χέρια και πατούσες στο έδαφος. «Τι να κάνω η καψερή! Και τού 'λεγα να προσέχει με αυτό το μηχάνημα του διαόλου!» έλεγε και ξανάλεγε τονθορίζοντας.

«Ποιο μηχάνημα;» ενδιαφέρθηκε να μάθει η Μπαρόνγκα, κι η Γκουάνχ της εξήγησε για τη μηχανή πτήσεων που είχε εφεύρει ο Τζέοφγκ. «Αχά!» έκανε η μάγισσα, «αυτό με ενδιαφέρει πάρα πολύ!» αναλογιζόμενη πόσο πιο ξεκούραστα θα ήταν τα ταξίδια της με ένα τέτοιο μηχάνημα απ' όσο με την πανάρχαια ιπτάμενη σκούπα της.

«Να πάμε να τον σώσουμε!» φώναξε δυνατά η Μπαρόνγκα και σήκωσε τα χέρια της ψηλά σα να χαιρετάει τον ήλιο και «πούζγκλα, πούζγκλα, πούζγκλα» ψιθύρισε σιγανά πάνω από τον καθρέφτη. Τότε, αμέσως τα πάντα κοκάλωσαν εκεί μέσα. Ο ακονιστής του μαχαιριού έμεινε σε μια αφύσικη στάση, οι χορευτές με το ένα χέρι στον αέρα -χόρευαν με τα χέρια κάτω και τα πόδια ψηλά. Ο Τζέοφγκ έμενε κρεμασμένος αλλά εντελώς ακίνητος πάνω απο το καζάνι.

«Τι έκανες τώρα;» ρώτησε η Γκουάνχ.

«Τους πάγωσα στο χρόνο για τρεις ώρες, έχουμε τρεις ώρες να προλάβουμε να σώσουμε τον εφευρέτη» είπε η μάγισσα.

«Μα πώς; Δυο αδύναμες γυναίκες είμαστε κι εγώ είμαι δεμένη... » είπε η Γκουάνχ.

«Μην ανησυχείς, έχω τα ξαδέρφια μου, τους Ζουρμπάλιγκαν, που εχθρεύονται τους Γκόγκολον και άλλο που δεν θέλουν να τους επιτεθούν» είπε η Μπαρόνγκα και μ' ένα -σκρατς!- έκοψε όλα τα δεσμά της Γκουάνχ, βγάζοντας ταυτοχρόνως ένα σωληνάκι απο το σακούλι της, μέσα στο οποίο φύσηξε εφτά ψίχουλα από παξιμάδι ζάλεν, καθώς και μερικά λόγια που δεν ακούστηκαν καθόλου.

«Μόλις τους ειδοποίησα και, σε μισή ωρίτσα, εφτά από αυτούς θα βρίσκονται επιτόπου. Ελα τώρα να μπούμε στον καθρέφτη, ελπίζω να μην αργήσουμε περισσότερο» είπε η μάγισσα και, τραβώντας τη Γκουάνχ από το χέρι, καβάλησε τη σκούπα της και όρμησε μέσα στον καθρέφτη και χάθηκαν μαζί. Η Γκουάνχ η καημένη δεν ένοιωθε και τόσο ασφάλεια να κρέμεται στον αέρα και προσπάθησε να γραπωθεί από τη σκούπα χρησιμοποιώντας το άλλο της χέρι, αλλά η σκούπα της Μπαρόνγκα πετούσε τόσο άτσαλα κι έφερνε γύρους μια πάνω και μια κάτω, που παραιτήθηκε απο κάθε προσπάθεια και αφέθηκε εντελώς να χτυπιέται σα φθινοπωρινό ξερόφυλλο στον άνεμο.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 23, 2006

Τζέοφγκ και Γκουάνχ (Κεφάλαιο 2ο)

Τα αστράκια δεν ήταν άλλα από τα μάτια της Γκουάνχ που αλλοιθώριζαν ελαφρώς.
Αστραφτερά σαν πέταλα αλόγου κροτάλιζαν τις χάλκινες βλεφαρίδες τους και η Γκουάνχ περίμενε τον καλό της να γυρίσει επιτέλους στο σπιτάκι τους, έστω και με τη μηχανή του.

Αυτή η μηχανή πετάγματος τους είχε κάνει μαλλιά κουβάρια τον τελευταίο καιρό. Σίγουρα προτιμούσε η Γκουάνχ το ψάρεμα, γιατί κάπου-κάπου ο Τζέοφγκ την έπαιρνε μαζί του σέρνοντάς τη δεμένη με το σκοινί της μπουγάδας. Δεν ήθελε να τη χάσει κι έτσι την έσερνε δεμένη πάντα και παντού όταν την έβγαζε έξω. Η Γουάνχ δεν δυσανασχετούσε καθόλου, επειδή όπου αλλού ήταν καλύτερα, φτάνει να έφευγε απο το Γκαγκάρινγκεν.

Αυτό το κολονήσι της έσπαγε τα νεύρα με τη μαυρίλα του. Ολα μαύρα ένα γύρω, τα βράχια, τα βραχοπούλια, τα ψάρια και τα φύκια. Μαύρη κι αυτή η ίδια, μαύρος και ο Τζέοφγκ, σαν να καταπίνονταν απο το νησιώτικο όγκο. Τώρα με τη μηχανή θα πήγαιναν παντού, θα ταξίδευαν στ' αστέρια, πολύ μακριά, ακόμα και στο Γαλαξία του Σάντερεντ θα φτάνανε κάποτε, ποιος ξέρει.

«Πάλι φύκια;» μουρμούρισε ο Τζέοφγκ κατεβάζοντας μούτρα, μόλις αντίκρυσε τα μαύρα καύκαλα γεμάτα ένα πηχτό πολτό, κατάμαυρο κι αυτόν.

«Ε, αγαπούλι μου, βλέπεις πως δεν μπορώ να ψαρεύω έτσι δεμένη που μ' έχεις» απάντησε η Γκουάνχ γέρνοντας το κεφάλι, τινάζοντας χαριτωμένα την κατάμαυρη χαίτη της, προσθέτοντας με κάποια διστακτικότητα «Πότε θα μου φτιάξεις κι εμένα μια μηχανή να πετάω;»

«Ποτέ!» ήρθε η απάντηση του Τζέοφγκ απόλυτη όπως απόλυτα εκφραζόταν ανέκαθεν «οι γυναίκες δεν πετούν, ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ να πετούν» τόνισε και, απλώνοντας τις πλατύποδες πατούσες του στο χαμηλό πέτρινο ντιβάνι με το κατάμαυρο σκέπασμα, άρπαξε το καύκαλο με τα φύκια και ρούφηξε με βουλιμία όλο το περιεχόμενο. Μετά, άφησε μια κραυγή ικανοποίησης κι έγλυψε τα χείλια του, μαύρα και αυτά.

«Α, σου άρεσε λοιπόν» πέταξε ελαφρώς χαιρέκακα η Γκουάνχ και πήρε το καύκαλο να το καθαρίσει με μαύρη άμμο.

«Το δικό σου δε θα το φας;» ρώτησε ο Τζέοφγκ.

«Εφαγα πριν έρθεις και δεν πεινάω άλλο, αν θες φάτο κι αυτό» είπε η Γκουάνχ κι άλλο που δεν ήθελε ν' ακούσει ο Τζέοφγκ, άρπαξε και καταβρόχθισε στα γρήγορα και το δεύτερο και πέταξε το καύκαλο στον αέρα για να προσγειωθεί απαλά στην άμμο.

Ο σκοτεινόχρωμος ήλιος κόντευε να δύσει, το φως λιγόστευε όλο και περισσότερο, και τα πέντε φεγγάρια αργούσαν να φανούν.

«Λύσε με να ξεκουράσω λίγο τα πόδια μου» παρακάλεσε η Γκουάνχ, αλλά ο Τζέοφγκ ροχάλιζε κιόλας ξαπλωμένος στο πλευρό πάνω στο κοχυλένιο στρώμα, κατάμαυρο κι αυτό, που άφηνε τσιριχτούς ήχους -τα κοχύλια έτριζαν κάτω από το βάρος του.