24.4.17



Image



Μα εγώ μίλησα για κείνους με την πρόδηλη ματιά
Για τα χέρια μίλησα τ’ ακλόνητα στα ουρλιαχτά τ’ ανέμου
Για τα λόγια που δρασκέλισαν τα ερείπια του χρόνου
δίχως να ξεθωριάσουν
Για τον ακραιφνή άνθρωπο μίλησα με  την απαραποίητη αλήθεια
Πως, από τις αποθήκες της μνήμης ξεχύθηκαν φαύλες φιγούρες
κραδαίνοντας ουτιδανές συνειδήσεις ;
                                                
Σε παλιές αυταπάτες στρέφεται ο έσω χρόνος
ο ήρωας ντύνεται 
προετοιμάζεται για την παράσταση
το τρίτο κουδούνι σήμανε
κροτάλισε το ντέφι αντίλαλους όρκους
χαμογελώντας στροβιλίστηκε η μπαλαρίνα 
οκτώ φορές το τσακάλι γρύλισε
τα προφανή έρπουν 
στα σκοτεινά η σκηνή επαναλαμβάνεται 
κι η προσευχή ματώνει στα ασαφή σκέλη των ρόλων.

Κατακτώ διαφυγή την απαραποίητη αλήθεια θωρώντας.  


α.κ.


27.12.16




Image



Το όνομα μιας ξεπεσμένης πόρνης ντύθηκα
κι ήρθα στο κατόπι σου
να μετρήσω  τα βογγητά σου
παίζοντας τις παρεκτροπές
και τις αναβολές
σημαδεμένα ζάρια στη χούφτα μου
κι απόψε
στην παρτίδα μας
θα σε κλέψω
και θα νικήσω 

α.κ.

25.8.16





Image




Ξεβράζει η θάλασσα
λέξεις άκαμπτες
λεηλατημένες
εφήμερων εραστών.
Λέξεις αταξίδευτες
φεγγάρια άδεια
μονόλογοι μιας βραδιάς
σβήνουν με το κύμα στ' ακρογιάλι.
Δεν είχαν ρότα
δεν είχαν πυξίδα
μήτε φάροι τους φώτισαν το σκοτάδι.

Ξεβράζει η θάλασσα
λέξεις αναίτιες
υπερφίαλες
εξαγνίζοντας το αιώνιο μπλε της.


α.κ.

16.7.16



Image



Έκλαψαν οι ιτιές στο φευγιό σου
έλυσαν  στον άνεμο την κόμη τους και θρήνησαν
-όχι για τον χαμό σου-
για τ’ ανεπίστρεπτο του χρόνου.
Κι αν κάποια βράδια ο άνεμος  
επέστρεφε
βουίζοντας κάτι απ’ τ’ όνομά σου,
τίποτα εδώ δεν στάθηκε ίδιο.

Τα εξεγερμένα όνειρα
μιας πατρίδας μακρινής
-που ξενιτεύτηκαν ένα βράδυ-
τελμάτωσαν σ’ αδειανά χέρια
όταν οι άνθρωποι με τα πολλά πρόσωπα
έσμιξαν σ’ ένα.


α.κ.

11.7.16



Image



Ιδανικές μορφές
περίτεχνες
ανθρώπων απομιμήσεις,
λέξεις ηχηρές
στης ασάφειας το πέλαγος,
ψυχές αδιόρατες στο φως
φορτωμένες ίσκιους.

Παράλληλοι βίοι
ζωής μικρής
βουλιάζουν στη θάλασσα της αλήθειας
που επίπλαστα θέσπισαν.


α.κ.

30.6.16



Image



Πετρώνουν κάποτε οι μνήμες
γίνονται αγάλματα,
σβήνει η νοσταλγία 
των αποδημητικών ανθρώπων 
απόηχοι οι φωνές τους
μιας άλλης ζωής εξανεμισμένης
ξένης.


α.κ. 

25.6.16




Image





Όταν πέσει σκοτάδι
κι ερημώσουν από ονειρέματα
οι δρόμοι σου
έλα να με βρεις.

Για το νοτισμένο σου πρόσωπο μην ντραπείς,
τις τσακισμένες σου λέξεις μην κρύψεις,
πάρε κόκκινα μολύβια 
κι έλα να με βρεις
να χρωματίσουμε
το πούσι της νύχτας,
την υγρασία των τοίχων,
το θλιμμένο βλέμμα των προσόψεων
της βραδινής σου πόλης.

Έλα να με βρεις
σε πεζοδρόμια άγρυπνα,
φανοστάτες θαμπούς
και στα παγκάκια του πάρκου
που άδειασε από πουλιά
έλα να με βρεις
σε σκιές νοσταλγίας 
μ' όλους τους ήχους π’ αγάπησες,
τραγούδι να γενούν 
την νύχτα να πλανέψουν
να περάσει

έλα να με βρεις.


α.κ.

18.6.16




Image




Σαν άγρια κύματα καλπάζουν
των μικρών ανθρώπων  οι πεθυμιές,
στις σάρκες τους μαίνονται
πόθοι αφρισμένοι
ρηχοί
βυθό κανέναν δεν κατοίκησαν
ζουν και πεθαίνουν
με κραυγές οργασμών
σε στείρα βράχια πάνω.



α.κ.