Ο παπα-Συναδινός ήταν ιερέας. Γεννήθηκε σε ένα χωριό έξω από τις Σέρρες, το Μελενικίτσι, το 1600, παπαδοπαίδι. Έμαθε υφαντουργία από έναν εκχριστιανισμένο Εβραίο. Παντρεύτηκε 17 ετών. Χειροτονήθηκε ιερέας το 1622. Το όνομά του, Συναδινός, είναι βαφτιστικό και ήταν αρκετά συχνό στην εποχή (και συγκεκομμένο: Συνάδης) ενώ βέβαια απαντά και ως επίθετο.
Άφησε ένα πολυ ενδιαφέρον Χρονικό των Σερρών, πολύτιμο επειδή περιγράφει τη ζωή στις Σέρρες στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα -η τελευταία εγγραφή του είναι το 1646 θαρρώ. Το κείμενο το βρήκε ο Σπυρίδων Λάμπρος το 1881 στη Μονή Κουτλουμουσίου. Έχει εκδοθεί από τον Paolo Odorico με γαλλική μετάφραση, και σε συνεργασια με τους Σπύρο Ασδραχά, Τάσο Καραναστάση, Κ. Κωστή και Σωκράτη Πετμεζά.
Είναι έργο πολύτιμο επειδή είναι γραμμένο σε δημώδη γλώσσα, σε ρωμαϊκά όπως τη λέει ο ίδιος αντιδιαστέλλοντας από τα ελληνικά (δηλ. τα αρχαία). Στο 4ο μέρος του βιβλίου, που έχει κατά τα άλλα ηθικοπλαστικές συμβουλές, ο συγγραφέας γράφει ότι προτιμά τη ρωμαϊκή για να τον καταλαβαίνουν όλοι, ενώ αν κάτι είναι γραμμένο στα ελληνικά ο πολύς κόσμος το διαβάζει αλλά δεν το καταλαβαίνει:
Ἤξευρε καὶ τοῦτο, ὦ ἀδελφέ, τὸ πὼς αὐτὸ τὸ βιβλίον σὲ τὸ ἔγραψα πολλὰ ἁπλὰ ἤγουν ῥωμαϊκὴν γλῶτταν διὰ νὰ καταλάβῃς πάντα τὸ σύντομον καὶ νὰ μὴν χρειαστῇς ἄλλον τινὰν νὰ σὲ τὸ ἐξηγήσῃ. Διότι πολλοί τινες γράφουσι βιβλία καὶ συντυχαίνουν Ἑλληνικὰ καὶ δεινά, καὶ ὅποιος εἶναι διδάσκαλος ἢ μαθηματικὸς τὰ ἠξεύρει τί λέγουν, ἀμὴ οἱ ἄλλοι ὁποὺ ἠξεύρουν τὰ κοινὰ γράμματα, ἠξεύρουν καὶ τὸ διαβάζουν, ἀμὴ δὲν ἠξεύρουν τί λέγει μέσα καὶ τί ἔννοια εἶναι. Ὁμοίως καὶ ἄλλοι ἀμαθεῖς ὡς ἐμὲ γράφουσι βιβλία καὶ συντυχαίνουν μέσα καὶ Ἑλληνικὰ καὶ ῥωμαϊκά, ὅπερ ἐστὶν ἄτοπον καὶ ἀνάρμοστον καὶ ὅποιος μαθηματικὸς τὸ ἀνεγνώσῃ, στέκει καὶ τὸν ἀναγελᾷ καὶ τὸν λέγει· «Ἑλλήνισεν ὁ βάρβαρος», διότι ὅταν συντυχαίνῃ τινὰς ἢ ὅτι ὅλα νὰ εἶναι Ἑλληνικὰ εἰς τὴν τάξιν τους, ἢ ὅτι νὰ συντυχαίνῃ ὅλα ῥωμαϊκὰ καὶ μία γλῶσσα.
Φυσικά, η γλώσσα του παπαΣυναδινού περιέχει αρκετούς τουρκισμούς. Άλλωστε, οι Σέρρες της εποχής κατοικούνταν κυρίως από Χριστιανούς-Έλληνες και Τούρκους, περίπου σε ίσες μερίδες, με λιγοστούς Εβραίους και Τσιγγάνους. Ο Συναδινός περιγράφει τις αυθαιρεσίες των Τούρκων και τα βάσανα των Χριστιανών αλλά αναγνωρίζει τον βασιλιά, τον σουλτάνο δηλαδή, σαν νόμιμη εξουσία, που κάποτε προστατεύει τον λαό από τις υπερβάσεις των τοπικών αξιωματούχων. Ο Συναδινός περιγράφει δύο παιδομαζώματα αλλά και κάποιες εθελοντικές αλλαξοπιστίες, όπως του λάγνου Παπασκαρλάτου:
Τῷ αὐτῷ χρόνῳ ἐτούρκεψεν ὁ Παπασκαρλάτος ἀπὸ τοὺς Προσινίκους, αὐτοθελήτως καὶ αὐτοπροαιρέτως, καὶ ἐγίνην καπιτζής. Καὶ ἦτον ἄνθρωπος ὡς μη’ χρονῶν,ψηλός, λιγνός, μαῦρος, φοβερὸν τὸ βλέμμα του, μαυρογένης, κατζαρὰ τὰ μαλλιά του, διαβαστής, φιλόξενος. Ἀμὴ μὲ τὸ νὰ ἔχῃ τὴν λύσσαν τῆς πορνείας ἄφησεν τὴν παπαδία του καὶ ἐπῆρεν τὴν μοιχαλίδα, καὶ τόσον μετὰ ταῦτα ἐπτώχυνεν ὅτι δὲν εἶχεν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Καὶ εἰς τόσον τὸν ἔσυρεν ὁ διάβολος εἰς τὴν ἀσέβειαν ὅτι ὅταν ἐψυχομάχαν ἔκραξεν δύο χότζηδες καὶ τοὺς λέγει ὅτι «νὰ εἶστε μάρτυρες καὶ ἐδῶ εἰς τὴν γῆν καὶ ὀμπρὸς εἰς τὸν Θεὸν ὅτι ἐγὼ Τοῦρκος εἶμαι καὶ καθολικὸς Τοῦρκος πεθαίνω. Καὶ νὰ μὴν μὲ θάψετε εἰς μνήματα τούρκικα οὐδὲ εἰς ῥωμαίκα, μόνον χώρια εἰς τὸν τρίστρατον τόπον σιμὰ εἰς τὴν Μπελίτζα». Καὶ ἔτζι ἔκαμαν κατὰ τὸ ζήτημά του καὶ τὸν ἔκοψεν ὁ Θεὸς καὶ ἐκληρονόμησεν τὴν αἰώνιον κόλασιν. Ὦ ἀλί σε ἄνθρωπε καὶ τρεῖς ἀλί σε· κάλλιον ἦτον νὰ μὴν εἶχες γεννηθῆ. Τί ἐκέρδισες, ταλαίπωρε ἄνθρωπε, καὶ ἔχασες τὴν πίστιν σου καὶ ἐκόλασες τὴν ψυχήν σου; Διὰ τοῦτο, ὦ ἀδελφέ μου, φύγωμε τὴν πορνείαν καὶ τὴν μοιχείαν καὶ πρὸ πάντων τὴν ἀσέβειαν, ἵνα μὴ πάθωμε τὰ ὅμοια καὶ κληρονομήσωμε τὴν αἰώνιον κόλασιν.
Αυτά γίνονται κατά το έτος ζρλ, δηλαδή 7130, από κτίσεως κόσμου εννοείται. Αφαιρούμε 5508, άρα είναι το 1622, απλά πράγματα (όχι και τόσο απλά, δείτε το τρίτο σχόλιο). Και ο Παπασκαρλάτος τα έκανε αυτά «ετών μη'», δηλαδή 48, έτσι αναφέρει τις ηλικίες ο Συναδινός. Έγινε καπιτζής, παναπεί πορτιέρης, θυρωρός -ή φύλακας της πύλης. Οι Προσινίκοι, το χωριό του, λέγεται σήμερα Σκοτούσα, η Μπελίτσα είναι ποτάμι.
Προσέξτε ότι ο Συναδινός βάζει τελικό -ν στο τρίτο πρόσωπο του αορίστου π.χ. εγίνην αντί εγίνη.
Το χρονικό περιέχει πολλές αναφορές σε θανάτους, ιερέων αλλά και λαϊκών. Ο Συναδινός συνηθίζει να δίνει επιγραμματικά μια περιγραφή του εκλιπόντος, τόσο τα σωματικά του γνωρίσματα όσο και τον χαρακτήρα του, χωρίς να κρύβει τα ψεγάδια. Παραδείγματα:
͵ζρλδ’ — Ἀπέθανεν ὁ παπὰ κὺρ Μπατζὴς ὁ Ζιχνιώτης καὶ ἐνορίτης τοὺς Ἁγίους Θεοδώρους, ἄνθρωπος ὡς νʹ χρονῶν, ἐπτωχαδάκι, ταπεινός, ἥσυχος, πρᾶος, ἄκακος, ἁπλοῦς, φιλοκκλήσιος· ἀμὴ ἦτον πολλὰ ἀγράμματος.
Τῷ αὐτῷ χρόνῳ ἀπέθανεν ὁ Ἀσάνης ὁ χρυσοχὸς καὶ χαρτοφύλαξ, ὡς π’ χρονῶν ἄνθρωπος, ψηλός, λιγνός, μωροσπανός, ἄκακος, ἀπονήρευτος, ἐλεήμων, τοὺς καλογέρους κατὰ πολλὰ ἀγάπαν, ὁμοίως καὶ τὰ μοναστήρια. Ἀμή, ὡς ἀκούετον
παρὰ πάντας, τὰ τόσα δὲν ἦτον καθάριος ἀπὸ τὴν πορνείαν καὶ μοιχείαν. Κρίμα εἰς αὐτόν.
(…)
͵ζρλη΄ — Ἀπέθανεν ὁ παπὰ κὺρ Ἀργυρὸς τοῦ Μποσταντζόγλη καὶ εἶχεν ἐνορίαν τὸν Ἀθάνατον καὶ τὸν Ἅγιον Παντελεήμονα, ὡς μ’ χρονῶν ἄνθρωπος, μαυρουδερός, αὐστηρός, προπέτης, μωροπτωχός, εἰς τὰ γράμματα ὀλίγος.
Τῷ αὐτῷ χρόνῳ ἀπέθανεν καὶ ὁ Παπαγιάγαρης εἰς τὴν ξενητίαν εἰς τὰ Σιδεροκάψια ὡς λη’ χρονῶν ἄνθρωπος· ἐπτωχὸς κατὰ πολλά, μωροσπανὸς καὶ ἀγράμματος καὶ ἀχαμνῆς φύσεως ἄνθρωπος ἦτον.
Τῷ αὐτῷ χρόνῳ, Ἰουνουαρίῳ, ἀπέθανεν ἡ θυγατέρα μου ἡ Ἀσάνω, μηνῶν ζ’.
Τῷ αὐτῷ χρόνῳ, Ἰουλίῳ ζ’, ἀπέθανεν ἡ πεθερά μου ἡ Ῥωξάνη εἰς τὸ χωρίον Μελικίτζι καὶ ἐκεῖ τὴν ἐθάψαμε· καὶ ἦτον ὡς μδʹ χρονῶν ἄνθρωπος, δουλεύτρια καταπολλὰ καὶ ἐγκρατής.
Τὸν αὐτὸν μῆναν καὶ τὸν Αὔγουστον ἐγίνην μερικὸ θανατικὸ εἰς τὰς Σέρρας.
Τὸν αὐτὸν μῆναν τὸν Αὔγουστον ἀπέθανεν ὁ Θεοδωρὴς τοῦ Οἰκονόμου ὁ υἱὸς καὶ ἦτον ὡς κϛ’ χρονῶν ἄνθρωπος,καὶ ἦτον κατὰ πολλὰ ἔμορφος, ψηλός, λιγνός, γραμματικός, πρωτοκαλανάρχος, γλυκόλογος, μέτωρος. Ἀμὴ μὲ τὸ νὰ εἶναι κατὰ πολλὰ ἔμορφος εἶχεν τὴν ἔπαρσιν καὶ ὀλιγούτζικη κενοδοξία.
Ο Συναδινός χρησιμοποιεί ως πρώτο συνθετικό το μωρο- που έχει τη σημασία «λίγο», ψιλο-, -ούτσικος. Εδώ μωροσπανός, λίγο σπανός και μωροπτωχός, λίγο φτωχός, φτωχούτσικος. Μέτωρος είναι ο χωρατατζής.
Τα Σιδεροκάψια όπου απέθανε ο Παπαγιάγαρης είναι τα βυζαντινά Σιδηροκαύσια, στη Χαλικιδική, κοντά στο Στρατώνι. Σημαντικό μεταλλευτικό κέντρο της πρώιμης τουρκοκρατίας, με ορυχεία ασημιού, είχε ως και 6000 κατοίκους ενώ σήμερα έχει ερημώσει.
Και μια μοιχεία:
Τῷ αὐτῷ χρόνῳ ηὗρεν ὁ Χατζὴ Κάμαρης τὴν γυναίκα του μὲ τὸν Ἀβράμπακη τοῦ Καράπατζη τὸν υἱὸν ἐν μοιχείᾳ, ὡς τὸ ἔλεγεν ἀτός του· καὶ ἐπαράδωσεν αὐτὴν εἰς τὸν βοϊβότα, καὶ ηὗρεν καὶ μαγίες, καμώματα εἰς τὸ κατέφλιον τῆς πόρτας του, καὶ ἔγιναν πολλὰ κριτήρια. Τέλος πάντων, διὰ νὰ μὴν πολυλογῶ, ἐχώρισεν αὐτὴν νομίμως
καὶ ἔλαβεν ἄλλην γυναίκα νόμιμην.
Το όνομα Αβράμπακης ήταν συχνό στην εποχή εκείνη. Η γυναίκα του Συναδινού λεγόταν Αβραμπακίνα.
Τέλος, μια επίσκεψη στο Αγιονόρος:
Καὶ ἔτζι ἐπήγαμε πρῶτα εἰς τὸ Χελαντάρι τὸ μοναστήρι καὶ ἐπροσκυνήσαμε εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ εἶναι Σέρβικον, ἀμὴ εἶναι καλὰ σωζάτο. Καὶ ἀπ’ αὐτοῦ ἐπήγαμε εἰς τὸ Σιγμένου τὸ μοναστήρι καὶ εἶναι μικρὸ καὶ ἡ θάλασσα κρούει εἰς τὴν πόρταν τοῦ μοναστηρίου καὶ εἶναι καὶ ἐπτωχό· ἀμὴ ἔχουν καλὴ φιάλη. Καὶ ἀπ’ αὐτοῦ ἐπήγαμε εἰς τὸ Βατοπέδι καὶ εἶναι πολλὰ τρανὸ μοναστήρι, ἀμὴ εἶναι χρεωμένο καὶ εἶναισιμὰ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἔχουν πολλὰ καλὸν λιμνιῶνα καὶ ἔχουν κυνήγι καλὸ εἰς τὴν θάλασσαν. Καὶ ἀπ’ αὐτοῦ ἐπήγαμε εἰς τὸν Παντοκράτορα, συμμαζιχτικὸν μοναστήρι καὶ μωροσωζάτο· ἀμὴ ἀνθρώπους καλοὺς δὲν εἶχαν. Καὶ ἀπ’ αὐτοῦ ἐπήγαμε εἰς τὸν Σταυρονικήτα καὶ αὐτοῦ μᾶς ἐδιάλεξαν τὰ ἄσπρα ὁποὺ τοὺς ἐδώσαμε. Καὶ ἔπειτα ἤλθαμε εἰς τὸν Ἰβῆρον καὶ μᾶς ἐπροϋπάντησαν οἱ ἱερομονάχοι καὶ πολλὰ μᾶς ἐκοίταξαν καὶ ἐμᾶς καὶ τὰ ἄλογά μας, καὶ καλὰ φαγητὰ μᾶς ἐφίλευσαν καὶ δωρεὲς καλὲς μᾶς ἔδωσαν. Καὶ αὐτοῦ εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας ἡ Πορταΐτισσα, θαυματουργή· καὶ εἶναι πολλὰ καλὰ σωζάτο μοναστήριν. Καὶ ἀπ’ αὐτοῦ ἐπήγαμεν εἰς τὴν Λαύραν καὶ μᾶς ἐφίλευσαν ἕναν μέγαν τράγον καὶ πρῶτα μᾶς ἤφεραν νὰ φᾶμεν τὴν
τζιγέρην τοῦ τράγου καὶ τόση ἦτον τρανὴ ὅτι ἐχόρταναν εἴκοσι ἄλλοι.
Καὶ ἀπ’ αὐτοῦ ἐπήγαμε κατὰ τὴν Ἁγίαν Ἄνναν καὶ ἐκατεβήκαμε κάτου πρὸς τὴν σκήτην τοῦ παπᾶ κὺρ Λεοντίου τοῦ ἀσκητοῦ, καὶ ἐκεῖνος ὁ ἁγιώτατος μᾶς προϋπάντησεν ὡς δύο μίλια καὶ μᾶς ἐδέχτην καλὰ καὶ μᾶς ἔδωσεν τὸν ἀνασπασμὸν τὸ «Χριστὸς ἀνέστη»· καὶ εἶχεν εἰς τὴν ἄσχησιν χρόνους μζʹ, ἄνθρωπος πολλὰ ξηρός, κοντός, μωροσπανὸς καὶ μουστακάτος, καλὸς καὶ ἅγιος ἄνθρωπος, τὴν εὐχήν του νὰ ἔχωμε.
Καὶ ἀπ’ αὐτοῦ ἐγυρίσαμε εἰς τὰ ὀπίσου καὶ ἤλθαμε πάλιν εἰς τὴν Λαύραν, πολλὰ τρανὸ μοναστήρι, καὶ ἐπήραμε τὴν κατούνα μας καὶ ἐπεράσαμε πάλιν ἀπὸ τοῦ Νιβήρου καὶ οἱ πατέρες στανέο μᾶς ἐπῆραν μέσα εἰς τὸ μοναστήρι καὶ ἐμείναμε ἐκεῖ. Καὶ τὸ ταχὺ ἐπήγαμε εἰς τὸ Κουτλουμούσι, μικρὸ μοναστήρι, ἀμὴ καλὸ καὶ μᾶς ἐκοίταξαν πολλὰ καλὰ καὶ χαβαρικὰ περισσὰ καὶ δωρεὲς καλὲς μᾶς ἔδωσαν. Ἔπειτα ἐπήγαμε καὶ εἰς τὸ Πορτάτο εἰς τὸ παζάρι τῶν καλογέρων καὶ ἐκάμαμε σεριάνι. Ἔπειτα ἐπήγαμε εἰς τὸ Δοχειαρίου καὶ ἔχουν καλὸν λιμνιῶνα καὶ καλὴ ἐκκλησία. Καὶ ἀπ’ αὐτοῦ ἐπήγαμε εἰς τὸ Σγουράφου, μικρὸ καὶ ἐπτωχό. Ἔπειτα ἤλθαμε πάλιν εἰς τὸ Χελαντάρι καὶ μετὰ ταῦτα ἤλθαμε εἰς τὸ Κάστρον καὶ εἰς τὰ σπίτιά μας, καλὰ καὶ ὡσὰν Θεὸς θέλει.
Σωζάτο μοναστήρι είναι το πλούσιο. Η φιάλη είναι κυκλικό περίστυλο κτίσμα με αναβρυτήριο και λεκάνη, για την τέλεση του αγιασμού των υδάτων. Σιγμένου είναι λαϊκός τύπος για το Εσφιγμένου. Συμμαζηχτικό εννοεί πυκνοχτισμένο. Τον Ιβήρον και πιο κάτω του Νιβήρου, λαϊκοί τύποι για τη μονή Ιβήρων. Η τζιγέρη του τράγου, η συκωταριά του. Στανέο με το ζόρι. Χαβαρικά, διάφορα εδώδιμα όστρακα. Σγουράφου, του Ζωγράφου.
Στον ιστότοπο αυτόν βρίσκετε κι άλλα αποσπάσματα από το Χρονικό του παπαΣυναδινού, ίσως πιο ενδιαφέροντα.