Ετικέτες
Ένα αρχείο με αναφορές στα τροχαία εγκλήματα – συγκρούσεις που έχει καταγράψει ο κινηματογραφικός φακός και έχει αποτυπώσει η ελληνική και ξένη λογοτεχνία είναι διαθέσιμος από το σύλλογος μας SOSTE και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για φοιτητές φιλολογίας, φιλοσοφίας, δημοσιογραφίας, κινηματογράφου και για οποιαδήποτε άλλη έρευνα ή ψυχολογική βοήθεια και στήριξη (γιατί το σινεμά και η λογοτεχνία εκτός των άλλων είναι και φάρμακα για τη ανθρώπινη ψυχή)
Περιέχει 1. Τα τροχαία εγκλήματα και κυριαρχία του αυτοκίνητου στο σινεμά με 90 αναφορές σε ξένες ταινίες μυθοπλασίας μικρού και μεγάλου μήκους σειρές και ντοκιμαντέρ και 20 αναφορές σε ελληνικές ταινίες μυθοπλασίας μικρού και μεγάλου μήκους και ντοκιμαντέρ
- Το αυτοκίνητο ως προέκταση του εγώ, ράλλυ κλπ. με 30 ταινίες μυθοπλασίας ξένου κινηματογράφου.
- Τα τροχαία εγκλήματα στην ελληνική και ξένη λογοτεχνία 40 αναφορές από Έλληνες λογοτέχνες 10 από Έλληνες ποιητές και 20 από ξένους συγγράφεις
Το αρχείο είναι σε εξέλιξη ανοιχτό σε συνεργασίες στο μέλλον και στη διάθεση του SOSTE Η συλλογή αυτή είναι στη μνήμη της κόρης μου Ματίνας το μικρότερο θύμα τροχαίων στο τοίχο μνήμης του SOSTE
ΕΝΑ ΔΕΙΓΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΤΡΟΥΜΑΝ ΚΑΠΟΤΕ «ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΤΟΥΣ»
Ο Τρούμαν Καπότε (1924-1984) είναι γνωστός για το μυθιστόρημα του Εν Ψυχρώ που έγινε και μεγάλη κινηματογραφική επιτυχία. Όμως έγραψε και αριστουργηματικά διηγήματα όπως το «Παιδιά στα Γενέθλια τους» Από το βιβλίο Όλα τα διηγήματα του Τρούμαν Καπότε (εκδ. Καστανιώτη 2006) σε μετάφραση Μιχάλη Μακρόπουλου αναδημοσιεύουμε τρία χαρακτηριστικά αποσπάσματα του διηγήματος αυτού από την αρχή, μέση και τέλος.
Εχθές το απόγευμα το λεωφορείο των έξι πάτησε την δεσποινίδα Μπόμπιτ. Δεν είμαι σίγουρος για το τι πρέπει να ειπωθεί γι’ αυτό τελικά, ήταν μόλις δέκα χρόνων, κι ωστόσο δεν ξέρω κανέναν στην πόλη μας που θα την ξεχάσει. Κατ’ αρχάς, τίποτε απ’ όσα έκανε δεν ήταν συνηθισμένο, από την πρώτη κιόλας φορά που την είδαμε, πριν από ένα χρόνο. Η δεσποινίς Μπόμπιτ και η μητέρα της έφτασαν μ’ εκείνο το ίδιο λεωφορείο των έξι αυτό που έρχεται από το Μομπάι. Έτυχε να είναι τα γενέθλια του εξαδέλφου μου του Μπίλυ Μπομπιτ, έτσι τα περισσότερα παιδιά της πόλης ήταν εδώ, στο σπίτι μας. Ήμασταν καθισμένοι όπως τύχει» στην μπροστινή βεράντα και τρώγαμε παγωτά παρφέ και κέικ σοκολάτα, όταν το λεωφορείο ξεπρόβαλε από τη Στροφή του Νεκρού. Ήταν το καλοκαίρι που δεν έβρεχε ποτέ, σκόνη που ’χε το χρώμα της σκουριάς σκέπαζε τα πάντα, μερικές φορές, όταν ένα αμάξι περνούσε από το δρόμο, η σκόνη που σηκωνόταν αιωρούνταν στον ασάλευτο αέρα για καμιά ώρα ή και περισσότερο[…]
[…]Από τη Δευτέρα ρίχνει αλέγρα καλοκαιρινή βροχή με διαστήματα ήλιου, αλλά η νύχτα είναι σκοτεινή και γεμάτη θορύβους φύλλα που στάζουν, μελωδίες του νερού, άυπνα τρεχαλητά Ο Μπίλυ Μπομπ ξαγρυπνά, αδάκρυτος, αν κι ό,τι κάνει είναι λιγάκι παγωμένο και η γλώσσα του είναι κοκκαλωμένη σαν γλωσσίδι καμπάνας. Δεν είναι εύκολο γι’ αυτόν το ότι η δεσποινίς Μπόμπιτ φεύγει. Γιατί, γι’ αυτόν, σήμαινε περισσότερα. Περισσότερα από ποιο πράγμα; Από το ότι ο Μπίλυ Μπομπ είναι δεκατριών χρόνων και τρελά ερωτευμένος. Ήταν όλα τα αλλόκοτα πράγματα μέσα του, πράγματα όπως η καρυδιά και το να του αρέσουν τα βιβλία και το να νοιάζεται αρκετά για τους ανθρώπους ώστε να τους άφήνει να τον πληγώσουν. Ήταν τα πράγματα που φοβόταν αυτός να δείξει σε οποιονδήποτε άλλον. Και, στο σκοτάδι, η μουσική πλεκόταν με τη βροχή· δε θα ’ρθουν νύχτες που θα την ακούμε σαν να υπάρχει αληθινά; Κι απογεύματα που οι σκιές θα μπλέκονται ξάφνου όλες κι εκείνη θα περνά μπροστά μας, θα ξετυλίγεται απάνω στο γρασίδι σαν όμορφη κορδέλα; Γελούσε στον Μπίλυ Μπομπ του κρατούσε το χέρι, μέχρι που τον φιλούσε. «Δεν να πρόκειται να πεθάνω», του είπε […]
[…]Ο Μπίλυ Μπομπ ήταν ακόμη στον κήπο και μάζευε τριαντάφυλλα· πια, είχε αρκετά για να ανάψει μ’ αυτά φωτιά, και η μυρωδιά τους ήταν βαριά σαν τον αγέρα. Ο Πρίτσερ στύλωσε τα μάτια του επάνω του, μέχρι που ο Μπίλυ Μπομπ σήκωσε το κεφάλι του. Καθώς κοιτιόνταν, η βροχής ξανάρχισε, ψιλή σαν θαλασσινές ψιχάλες και χρωματισμένη από ένα ουράνιο τόξο. Δίχως να πει κουβέντα, ο Πρίτσερ πήγε κι άρχισε να βοηθά τον Μπίλυ Μπομπ να χωρίσει τα τριαντάφυλλα σε δύο γιγάντιες ανθοδέσμες και μαζί βγήκαν στο πεζοδρόμιο κρατώντας τα. Στην αντικρινή μεριά του δρόμου ακούστηκαν ομιλίες σαν βουητό μελισσών, αλλ’ όταν η δεσποινίς Μπόμπιτ τους είδε, δύο αγόρια που τα κρυμμένα από λουλούδια πρόσωπά τους ήταν σαν κίτρινα φεγγάρια, κατέβηκε τρεχάτη τα σκαλιά, μ’ απλωμένα. χέρια. Είδαμε τι θα συνέβαινε και φωνάξαμε δυνατά, οι φωνές μας σαν κεραυνοί μες στη βροχή, αλλά η δεσποινίς Μπόμπιτ, τρέχοντας προς εκείνα τα φεγγάρια από τριαντάφυλλα, δεν άκουσε. Τότε ήταν που την πάτησε το λεωφορείο των έξι.

















