Η «Γέφυρα των Βυζιών»

Στη Βενετία υπάρχει η «Γέφυρα των Βυζιών». Δεν κάνω πλάκα. Ακριβώς έτσι λέγεται (Ponte delle tette, στα ιταλικά) και βρίσκεται στη Σαν Πόλο, την κεντρική και πιο μικρή σε έκταση από τις έξι συνοικίες που συνθέτουν αυτήν την πόλη-μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς.

Η «Γέφυρα των Βυζιών» είναι μάλλον μικρή. Από κάτω της κυλά ο ποταμός του Αγίου Κασσιανού (Ρίο ντι Σαν Καντσιάνο). Το όνομά της το πήρε στα χρόνια του Μεσαίωνα, από τη θάλασσα γυναικείων βυζιών που βρισκόταν συνεχώς επάνω και τριγύρω της.

Image
Η Ponte delle tette

Το 1412, η Γαληνότατη Δημοκρατία της Βενετίας, όπως ονομαζόταν το ανεξάρτητο κράτος που είχε για πρωτεύουσά του την πόλη και τη διαφέντευε, έβγαλε έναν νόμο, όχι τόσο δημοκρατικό και σίγουρα καθόλου φεμινιστικό. «Οι πόρνες της πόλης μας», διέταξε, «θα ασκούν το επάγγελμά τους μόνο στο Ριάλτο και δεν θα βγαίνουν ποτέ παραέξω, μόνο το Σάββατο». Κοντά στην περιοχή ήταν η μικρή γέφυρα, όπως και τα διπλανά κτίρια στα οποία έμεναν και δούλευαν οι πόρνες.

Ο ίδιος νόμος όριζε, επίσης, ότι οι πόρνες θα κινούνταν και θα συμπεριφέρονταν με συγκεκριμένο τρόπο, ενώ όταν θα άφηναν την περιοχή που τις είχαν εξορίσει θα έπρεπε να φορούν υποχρεωτικά ένα κίτρινο μαντήλι, για να τις ξεχωρίζει ο κόσμος (τα κορίτσια για σπίτι είχαν λευκό μαντήλι). Παραβίαση των απαράβατων αυτών κανόνων σήμαινε μαστίγωμα.

Τον επόμενο αιώνα, όμως, η μοίρα τα ‘φερε έτσι ώστε οι άμωμοι και άσπιλοι υπηρέτες του Θεού και της Πόλης στράφηκαν για βοήθεια στις εργάτριες του έρωτα. Στόχος τους, ήταν οι ομοφυλόφιλοι. Αυτοί που διέπρατταν ένα έγκλημα κατά της φύσης, όπως έλεγαν οι ηγέτες της Γαληνότατης και, πεντακόσια τόσα χρόνια αργότερα, αρκετοί μορφωμένοι και μη συμπολίτες μας.

Η ομοφυλοφιλία ήταν πάρα πολύ διαδεδομένη στην πόλη και αυτό τσάντιζε τη Δημοκρατία (που ήταν μεν Γαληνότατη αλλά όλα έχουν ένα όριο, εντάξει;). Οι ομοφυλόφιλοι θεωρούνταν ως ένα μείζον κοινωνικό πρόβλημα και, γι’ αυτό, η Δημοκρατία τους κυνηγούσε δίχως έλεος. Ας μην τα βάζετε μαζί της, δεν φταίει αυτή, εκείνοι ήταν ομοφυλόφιλοι.

Οι αρχές, λοιπόν, σε μία προσπάθεια να καταπολεμήσουν το μιαρό αυτό φαινόμενο, που είναι τόσο αφύσικο (γι’ αυτό έχει παρατηρηθεί σε πάνω από 1.500 είδη του ζωικού βασιλείου και έχει τεκμηριωθεί για 500 από αυτά), επέτρεψαν στις πόρνες να κάθονται επάνω στη μικρή τους γέφυρα και στα παράθυρα των τριγύρω κτιρίων με τα βυζιά τους έξω, για να δελεάζουν με αυτά τους περαστικούς άνδρες.

Πίστευαν εκείνοι οι σοφοί (όπως άλλωστε και αρκετοί μορφωμένοι και μη συμπολίτες μας, πεντακόσια τόσα χρόνια αργότερα) ότι ένα ζευγάρι βυζιά, θέλγητρο ακαταμάχητο, θα μεταμόρφωνε τον ομοφυλόφιλο που θα τα έβλεπε ολόγυμνα μπροστά του σε έναν κανονικό άνδρα με τα όλα του. Έτσι ακριβώς λειτουργεί το πράγμα, γνωστά είναι αυτά.

Είχαν βάλει το χέρι τους και οι ίδιες οι πόρνες, βέβαια, για να γίνεται όλο αυτό, καθώς ενίοτε τους… έκλεβαν τη δουλειά οι ομοφυλόφιλοι, αρκετοί εκ των οποίων μεταμφιέζονταν σε γυναίκες και πήγαιναν κι αυτοί στην περιοχή θέλοντας να βγάλουν το κατιτίς τους. Είπαμε, ζήτηση υπήρχε, εκείνοι φρόντιζαν για την προσφορά. Όπως παραδίδεται, για να λύσουν αυτό τους το πρόβλημα οι πόρνες πήγαν γραμμή στον ίδιο τον Δόγη, του ζήτησαν να βγάζουν έξω τα στήθη τους και εκείνος συγκατένευσε στο αίτημά τους έχοντας, όπως είπαμε και παραπάνω, τους δικούς του σκοπούς κι αυτός. Όλες οι πόρνες μπορούσαν πια να εργάζονται γυμνόστηθες και τους ήταν πανεύκολο να πάρουν είδηση τους αρσενικούς παρείσακτους.

Έτσι, κάθε μέρα, επάνω από το ποτάμι μία θάλασσα βυζιά πλημμύριζε τη μικρή γέφυρα. Στα παράθυρα των γύρω σπιτιών, έβλεπε κανείς το ίδιο θέαμα, το οποίο ήταν ορατό και τη νύχτα, καθώς οι πόρνες φώτιζαν με το φανάρι τα βυζιά τους.

Έτσι πήρε το όνομά της η «Γέφυρα των Βυζιών». Τώρα ξέρετε.

Image

Μην ενοχλείτε (τους νεκρούς)

Μετρούσα πια αρκετές εβδομάδες στο Χωριό, μακριά πολύ από την Αθήνα. Είχα αλλάξει δουλειά, σελίδα, ζωή, όπως ήθελα. Μέσω γνωστού με προσέλαβε ένα ξενοδοχείο που δούλευε όλον τον χρόνο και βρισκόταν στο Δίπλα Χωριό.

Το Χωριό δεν ήταν μεγάλο. Μία εκκλησία, ένα καφενείο (με μία σημαία του Ολυμπιακού στον τοίχο), ένα μίνι μάρκετ, τα σπίτια των περίπου 200 κατοίκων και τέλος. Γέροι ήταν οι περισσότεροι κάτοικοι. Εγώ ήλθα χειμώνα εκεί. Κρύο πολύ και τσουχτερό. Μου είπαν ότι είχε να έλθει νέο παιδί στον τόπο τους εδώ και δεκαετίες. Με καλοδέχθηκαν.

Στην αρχή την έβγαζα κυρίως στο σπίτι που νοίκιαζα – ξεκουραζόμουν, διάβαζα, έπαιζα games. Με τους κατοίκους ερχόμουν σε επαφή στο μίνι μάρκετ, λέγαμε τα νέα μας. Κουβεντιάζαμε και στην εκκλησία (όχι ότι πιστεύω, πιο πολύ για να δω λίγο κόσμο πάω). Με συμπάθησαν.

Δεν είχα, όμως, δικό μου αυτοκίνητο. Οπότε, κάθε πρωί, για να πάω στη δουλειά, έκανα οτοστόπ. Όλο και κάποιος περνούσε για να πάει να κάνει τις δικές του δουλειές και με κατέβαζε στο Δίπλα Χωριό. Το απόγευμα που σχολούσα, η ίδια ιστορία – έβγαινα στον κεντρικό δρόμο και κάποιος με έπαιρνε. Τότε ήταν που το πρόσεξα.

Στο έμπα του Χωριού ήταν το νεκροταφείο του. Μικρό, λιτό, απέριττο, αλλά πάντοτε φροντισμένο. Εάν το αυτοκίνητο που με μετέφερε έπαιζε μουσική, μόλις ο οδηγός πλησίαζε στο νεκροταφείο έκλεινε αμέσως και γρήγορα τα παράθυρα, αν τα είχε κατεβασμένα. Αφού το όχημα είχε πια απομακρυνθεί από το νεκροταφείο, ο οδηγός κατέβαζε ξανά τα παράθυρα. Εάν το αυτοκίνητο δεν έπαιζε μουσική, τα παράθυρα έμεναν ανοιχτά. Πρωί, βράδυ, μέρα, νύχτα, η ίδια και απαράλλακτη συμπεριφορά.

Όταν γλύκανε πια ο καιρός άρχισα να ξεμυτίζω πιο πολύ. Πήγαινα στο καφενείο. Έβλεπα ποδόσφαιρο, μπάσκετ και άλλα σπορ (μόνο τα παιχνίδια του Ολυμπιακού φυσικά), έκανα πλάκες, έπαιζα χαρτιά και τάβλι. Δεν ήμουν πια ξένος και μακρινός. Μου άρεσε αυτό. Τότε βρήκα το θάρρος να ρωτήσω για το νεκροταφείο, τη μουσική και τα τζάμια που ανεβοκατέβαιναν.

Ρώτησα πρώτα τον Σίμο, έναν αγρότη με δύο χέρια σαν κορμούς δέντρων, που με είχε πάει και με είχε φέρει καναδυό φορές με το αυτοκίνητό του. «Ρώτα τον Αλέκο, τον φιλόλογο», μου είπε κοφτά, σηκώθηκε και πήγε να κάτσει σε ένα τραπέζι πιο μπροστά.

Ο Αλέκος ο φιλόλογος ήταν και αυτός στο καφενείο. «Σε συμπαθώ!», μου είχε πει το πολύ λίγο που είχαμε μιλήσει, όταν του είπα πόσο μου άρεσε η ζωή στο Χωριό. Στα νιάτα του ήταν όντως φιλόλογος και είχε διδάξει σε σχολεία της περιοχής, από την οποία δεν έφυγε ποτέ. Όταν πήρε σύνταξη ξεκίνησε να συλλέγει τους μύθους του τόπου και ήθελε να τους εκδώσει σε βιβλίο κάποια στιγμή.

Τον ρώτησα. Φάνηκε να αισθάνεται άβολα και αυτός. Αλλά, μου εξήγησε, χαμηλόφωνα. «Ο μύθος λέει, μικρέ, ότι από το σημείο που χτίστηκε το Χωριό πέρασε ο Ορφέας. Όταν έχασε για πάντα την Ευρυδίκη του, θρηνώντας περιπλανιόταν. Όταν βρέθηκε εδώ, έκανε μία ευχή. Με την υπέροχη μουσική της λύρας του είχε προσπαθήσει να απαλύνει την καρδιά του Άδη για να του δώσει πίσω τη γυναίκα του. Έτσι, ευχήθηκε να ανοίγουν οι πύλες του Κάτω Κόσμου και να βγαίνουν έξω οι νεκροί, κάθε φορά που θα ακουγόταν μουσική κοντά στους τάφους τους, μήπως ανάμεσά τους φανεί η γυναίκα του και την κλέψει».

Ήταν σειρά μου να αισθανθώ άβολα. «Δηλαδή, όταν ακούγεται μουσική έξω από το νεκροταφείο, οι νεκροί βγαίνουν από τους τάφους τους;», ρώτησα. «Ναι», απάντησε, τόσο φυσικά σαν να τον είχα ρωτήσει εάν έχει ομαδάρα ο Ολυμπιακός. Χαμογέλασα, δύσπιστος. «Μη γελάς», μου είπε κοφτά.

«Εάν τυχόν βγουν από τους τάφους τους οι νεκροί, τι κάνουν;», ρώτησα. «Παίρνουν μαζί τους στον Κάτω Κόσμο αυτούς που τους σήκωσαν από τον αιώνιο ύπνο τους με τις μουσικές. Ο Ορφέας ήθελε ξανά την αγάπη του κοντά του, μα δεν υπολόγισε ότι στους νεκρούς δεν αρέσει η φασαρία, ούτε να τους ξυπνούν».

«Συνέβη να πάρουν οι νεκροί κάποιον στο παρελθόν;», ρώτησα απτόητος. «Από εδώ, μικρέ, πέρασαν Ρωμαίοι, Σλάβοι, Οθωμανοί, Ναζί και πόσοι ακόμα. Όλοι τους έμαθαν την ιστορία, κανείς δεν την πίστεψε. Αρκετοί στρατιώτες πήγαιναν κοντά στο νεκροταφείο και έπαιζαν μουσική, χόρευαν, έκαναν χαβαλέ, που λέτε κι εσείς οι νέοι. Την άλλη μέρα, στην αναφορά, ποτέ δεν έβγαιναν τα νούμερα. Πάντα οι φαντάροι ήταν λιγότεροι», απάντησε ο Αλέκος.

Τον ευχαρίστησα και σηκώθηκα να φύγω. Δεν αισθανόμουν τόσο καλά.

Image

Μην τους ηρωοποιείτε

Θεό τον έχετε κάνει, βλέπω, αυτόν τον «Λεξ». Κατακλύσατε, λέει, το ΟΑΚΑ για τη συναυλία του.

Θεό τον έχετε κάνει αυτόν τον «Λεξ», τον «ποιητή» της «θυμωμένης γενιάς» και «του περιθωρίου», όπως τον αποκαλέσατε. Τον έχετε πει, επίσης, «σύμβολο» (βαριά λέξη, διάολε) τωννέων για «τη ζωή μέσα στην καταπίεση» και τα όνειρα που είναι «σακατεμένα», για «την υποστήριξη όσων πλήττονται από την κοινωνική ανισότητα» και άλλα πολλά.

Θεό τον έχετε κάνει αυτόν τον «Λεξ». Ρε σεις, ο ίδιος «Λεξ» που συνεργάστηκε πρόσφατα με τον Light δεν είναι; Τον ίδιο Light που εσείς οι ίδιοι κανσελάρατε την ίδια περίοδο επειδή ένα τραγούδι του «απέπνεε μισαναπηρισμό, σεξισμό και προτροπή στη βία», όπως λέγατε. Διάβασα ότι ο «Λεξ» ένιωσε «δυσαρέσκεια» για τους στίχους του εν λόγω τραγουδιού του συνεργάτη του, ωστόσο, παρά την ενόχλησή του, την (σίγουρα εμπορικά προσοδοφόρα, αφού και οι δύο είναι μεγάλα ονόματα στη μουσική) συνεργασία τους, διορθώστε με εάν κάνω λάθος, δεν την διέκοψε.

Θεό τον έχετε κάνει αυτόν τον «Λεξ». Τον «ποιητή» σας «του περιθωρίου» και των «καταπιεσμένων» και εκείνων «που πλήττονται από την άδικη κοινωνία», ο οποίος, πάντως, απ’ ό,τι διάβασα, τόσην ώρα συναυλία έδωσε τις προάλλες και δεν ψέλλισε μία (μία, έστω) κουβέντα για τους (αδικημένους, καταπιεσμένους, βαλλόμενους πανταχόθεν, υφιστάμενους γενοκτονία κανονική) Παλαιστίνιους. 🇵🇸 Ελευθερία στην Παλαιστίνη, παρεμπιπτόντως!

Σας θυμάμαι και πιο παλιά. Πόσους και πόσους είχατε κάνει θεούς, πριν απ’ τον «Λεξ» – τον Διονύση Σαββόπουλο, τη Γλυκερία, τον Χρήστο Θηβαίο, για να αναφέρω μερικούς μονάχα. Καταξίωση. Αποθέωση. Θαυμασμός. Σεβασμός. Σε υπέρμετρο, ενίοτε, βαθμό. Αργότερα, όλοι τους ανεξαιρέτως οι προαναφερθέντες, με πράγματα που είπαν και έκαναν, αποδείχθηκαν τόσο μικροί, που πέρασαν ακριβώς κάτω από τις προσδοκίες που είχατε φτιάξει για εκείνους και τη λατρεία σας, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό σας απογοήτευσαν και τους κάνατε επίσης κάνσελ, λυπημένοι.

Θυμάστε; Τότε που ο (έντεχνος, ποιητικός, τροβαδούρος) Θηβαίος είχε κάποτε γίνει χυδαίος και είχε πει ότι «μία οικογένεια μπορεί να επιβιώσει με 15 ευρώ τη μέρα και να φάει πέντε παξιμάδια, τρεις ελιές και μια ντομάτα»; Θυμάστε που η έντεχνη, μεγάλη ερμηνεύτρια, Γλυκερία αποδείχθηκε προ ημερών ότι είναι και υπεράνω, καθώς ξεκαθάρισε πως πάει για συναυλία όπου την καλέσουν, ακόμα και στο (γενοκτόνο) Ισραήλ; Θυμάστε τον Σαββόπουλο, που προέτρεπε προ ετών «να στείλουμε τους μετανάστες σε νησιά»; Ας μην μιλήσουμε για άλλους καλλιτέχνες που έχετε κατά καιρούς κάνει θεούς, γιατί δεν θα τελειώσουν οι… υπενθυμίσεις ποτέ!

Ξέρω, ξέρω. Σε αυτόν τον φρικτό, απαίσιο, απαράδεκτο, κτηνώδη, αιμοβόρο, άθλιο, «κόσμο ανάποδα» που ζούμε, έχουμε ανάγκη από κάπου να πιαστούμε. Έχουμε ανάγκη κάτι να μιλήσει στις ψυχές μας. Έχουμε ανάγκη την ομορφιά, στον αηδιαστικό βούρκο που τσαλαβουτάμε. Έχουμε, επιπροσθέτως, την ανάγκη να νιώσουμε ότι κάποιος μας ακούει, να σιγουρευτούμε κάποιες φορές ότι δεν είμαστε τρελοί, καθώς, είπαμε, είναι «ανάποδα» αυτός ο κόσμος (όπως έγραψε, βέβαια, ο πατριάρχης της επιστημονικής φαντασίας, Φίλιπ Κ. Ντικ, κάποιες φορές η καλύτερη αντίδραση στην πραγματικότητα είναι, ακριβώς, το να τρελαθείς).

Έχουμε ανάγκη να πιστέψουμε σε κάτι. Κάποτε πιστεύουμε σε έναν στίχο. Οι στίχοι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Άνθρωποι αμέτρητοι πέθαναν επειδή πίστεψαν σε στίχους, σε λέξεις, στα νοήματά τους («Ελευθερία ή θάνατος», για παράδειγμα). Μαζί με τον στίχο, πιστεύουμε και σε αυτόν που τον έγραψε. Είναι ανθρώπινο και σεβαστό.

Μην ξεχνάτε, όμως. Πρώτον, ετεροπροσδιορίζεσαι όταν ταυτίζεσαι (κάτι που, όπως έχω γράψει ξανά σε αυτό το blog, δεν μου αρέσει). Δεύτερον, «άλλο ο καλλιτέχνης, άλλο το έργο του», όπως λένε (και μάλλον έτσι πρέπει και να είναι). Είναι δυνατόν ένας μαλάκας να δημιουργήσει αριστουργήματα, τόσο απλά. Οι τρεις που ανέφερα παραπάνω, τρανταχτά παραδείγματα.

Οπότε, η δική μου (ασήμαντη) προτροπή, είναι η εξής: μην ηρωοποιείτε. Μην αποθεώνετε. Κανέναν. Μπορεί στην πορεία να απογοητευθείτε (και θα είναι πολύ μεγάλη η στενοχώρια σας, πιστέψτε με – τόσο μεγάλη, όση και η αγάπη που είχατε για αυτούς τους λατρεμένους σας θεούς).

Βασικά, είναι πολύ πιθανό να απογοητευθείτε – εκεί ψηλά στο βάθρο που τους τοποθετείτε, οι ήρωές σας φαντάζουν τέλειοι, αλλά δεν είναι. Είναι άνθρωποι. Δεν υπάρχει τίποτε του ανθρώπου που να είναι «τέλειο», επειδή ο ίδιος ο άνθρωπος δεν είναι τέτοιος. Είναι ένα ον ελαττωματικό, μικρονοϊκό, μικρό, μικρόψυχο, αιμοδιψές, κακό, βλαμμένο, που κοιτάζει το συμφέρον του, άπτερο και αχάριστο. «Οι πλείστοι άνθρωποι κακοί».

Απολαύστε, λοιπόν, το έργο, αλλά με τον δημιουργό του… ας είστε πάντα επιφυλακτικοί! Λέω τώρα εγώ, έτσι;

Ένα Top-5 μου για τη φετινή Eurovision

Ολοκληρώθηκε, λοιπόν και η 69η διοργάνωση της Eurovision, με νικήτρια την Αυστρία (και την Ελλάδα, με την Klavdia και την «Αστερομάτα» της, να κατατάσσεται στη, διόλου ευκαταφρόνητη, 6η θέση).

Το έχω ξαναγράψει στο blog (εδώ), ότι παρακολουθώ πολλά χρόνια τώρα τον θεσμό, ως ένα θέαμα και τηλεοπτικό πρόγραμμα το οποίο θα ξεκουράσει τον νου μου και δίχως να τον παίρνω και τόσο πολύ στα σοβαρά – εδώ, ενίοτε, δεν τον παίρνουν στα σοβαρά οι ίδιοι οι… συμμετέχοντες σε αυτόν (στέλνοντας τραγούδια όπως, λ.χ, το λιθουανικό «We are the winners» του 2006 και το φετινό εσθονικό «Espresso Macchiato») και θα τον πάρω εγώ;

Ενημερώνω, επίσης, πως κάθε χρόνο ψηφίζω κιόλας στη Eurovision (σ.σ. μόνο στον μεγάλο τελικό και όχι στους ημιτελικούς – είναι τα μόνα αληθινά πεταμένα λεφτά που επιτρέπω στον εαυτό μου σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς)!

Φέτος, λοιπόν, που (εννοείται ότι) παρακολούθησα και πάλι τον μεγάλο τελικό του διαγωνισμού, είπα να κάνω κάτι διαφορετικό: να δημοσιεύσω στο blog μου ένα πολύ σπέσιαλ Top-5 που θα αφορά σε αυτόν! Για πάμε!

Το τραγούδι που ψήφισα

Ιταλία, Λούτσιο Κόρσι και «Ήθελα να ‘μαι ένας άνθρωπος σκληρός» (ιταλιστί, «Volevo essere un duro»). Το τραγούδι, το οποίο, μάλιστα, βγήκε εν τέλει πέμπτο, είπε πράγματα τα οποία έχω και εγώ σκεφτεί και νιώσει πολλές φορές. Όλοι μας, εκτός φυσικά από εκείνους που κατόρθωσαν να είναι «σκληροί», δεν θα θέλαμε να είμαστε «σκληροί» και εμείς, για να αντέξουμε τον κόσμο αυτόν; Ωραίο το νόημα, ωραία η σκηνική παρουσία, ωραία η όλη προσπάθεια, το επιβράβευσα με την ψήφο μου!

Το τραγούδι που θα ψήφιζα, εάν δεν ψήφιζα αυτό που ψήφισα

Λουξεμβούργο και «La poupée monte le son» («Η κούκλα δυναμώνει τον ήχο»)! Γλυκύτατο και «κολλητικό»! Κρίμα που πάτωσε (22ο στα 26)!

Το τραγούδι που οπωσδήποτε δεν ήθελα να κερδίσει

Το «New Day Will Rise», του Ισραήλ. Άνευ ουδενός άλλου σχολίου.

Το κρυφό «διαμαντάκι» που μου έκλεψε την καρδιά

Το «Baller» της Γερμανίας. Τα τελευταία χρόνια οι Γερμανοί έστελναν στη Eurovision τραγούδια, κατά κανόνα, επιεικώς μέτρια – ίσως γι’ αυτό και να τερμάτιζαν χαμηλά. Ε, φέτος, έστειλαν ένα σαφώς καλό τραγούδι, σπιντάτο, μπιτάτο, «κολλητικό» και αυτό! Δεν τα πήγε καλύτερα από το περυσινό τους στη βαθμολογία, αλλά εμένα μου άρεσε πολύ περισσότερο!

Το τραγούδι που δεν μου άρεσε έστω και ελάχιστα

Το «Survivor», η συμμετοχή της Αρμενίας.

Γιουροβιζιονικό ραντεβού, τώρα, του χρόνου στην Αυστρία, να ‘μαστε καλά!

Μ’ αρέσει – Δεν μ’ αρέσει (27/04/2025)

Μ’ αρέσει

Η βροχή. Πάντα. Το έχω γράψει πολλές φορές σε αυτό το blog.

Δεν μ’ αρέσει

Ο παραλογισμός που πρέπει να ανέχομαι.

Το τραγούδι της εβδομάδας:

(Τέλεια εκτέλεση, αν και live! Εν τω μεταξύ, στη φωτογραφία, αυτός με το κλαρίνο… ο Ντάστιν Χόφμαν είναι;)

Image

Μ’ αρέσει – Δεν μ’ αρέσει (20/04/2025)

Χρόνια πολλά! Χριστός Ανέστη!

Μ’ αρέσει

Το φιστικοβούτυρο με αλμυρή καραμέλα, που διατίθεται από γνωστή ελληνική εταιρεία τροφίμων. Όνειρο (και η νέα μεγάλη μου αγάπη)!

Δεν μ’ αρέσει

Που θα παίξουμε (σ.σ. ο Ολυμπιακός εννοώ) με τη Ρεάλ Μαδρίτης στα πλέι οφ για την πρόκριση στο Final-4 της φετινής Ευρωλίγκα. Δύσκολα, πολύ δύσκολα, τα πράγματα!…

Το βίντεο της εβδομάδας:

Image

Μ’ αρέσει – Δεν μ’ αρέσει (13/04/2025)

Άιντε, λίγο έμεινε για να έλθει και το Πάσχα! Χαχαχα! Έτσι έχουμε φθάσει να μετράμε τον χρόνο μας. Από «στάση» σε «στάση», από «όαση» σε «όαση», μέσα σε αυτήν την απέραντη έρημο που ζούμε, ελπίζοντας ότι θα καταφέρουμε σε αυτές τις μικρές ανάπαυλες να ηρεμήσουμε έστω και για λίγο και να «γεμίσουμε τις μπαταρίες μας» (προτού ζαλωθούμε το φορτίο μας για να ξεκινήσουμε για την επόμενη «στάση»)…

Μ’ αρέσει

Που πολλοί είναι οι συνάδελφοι δημοσιογράφοι οι οποίοι δεν εργάζονται όταν έχει απεργία ο κλάδος, δίνοντας νόημα σε αυτού του είδους τις κινήσεις. Τους θαυμάζω!

Δεν μ’ αρέσει

Το ότι οι τύχες του πλανήτη μας βρίσκονται, δυστυχώς, στα χέρια ενός Ντόναλντ Τραμπ (και ενός Ίλον Μασκ, ενός Βλάντιμιρ Πούτιν, μιας Τζόρτζια Μελόνι, ενός Εμανουέλ Μακρόν και τόσων άλλων αποκρουστικών, επικίνδυνων, γελοίων ηλιθίων)…

Το τραγούδι της εβδομάδας:

(Πού το θυμήθηκα κι αυτό το τραγούδι!)

Image

Μ’ αρέσει – Δεν μ’ αρέσει (06/04/2025)

Σας είπαν εσάς κανένα… ψέμα φέτος την Πρωταπριλιά; Εμένα όχι. Ούτ’ εγώ είπα ψέματα, δεν έκανα φάρσα σε κάποιον, για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια. Ήμουν πάρα πολύ απασχολημένος με τη δουλειά μου. «Θέλει τρέλα η ζωή μας και νοστιμιά», ωστόσο, ενώ all work and no play, makes Jack a dull boy!

Μ’ αρέσει

Οι φωτογραφίες, τα memes, κλπ, σε στυλ Studio Ghibli, που τις προηγούμενες ημέρες δημιουργήθηκαν σωρηδόν στο ChatGPT και κατέκλυσαν τα social media (ενώ συνεχίζουν ως και τώρα να «ανεβαίνουν» στο Internet, αν και με κάπως μειωμένο ρυθμό, θεωρώ).

Ένοχη απόλαυση, στην οποία, θα το πω, υπέκυψα και εγώ και έκανα… Ghibli style ορισμένες φωτογραφίες μου! Ψέματα θα λέμε;

Το… ghiblification ορισμένων πολύ γνωστών memes παραδέχομαι ότι το βρήκα πάρα πολύ πετυχημένο και γέλασα.

Ήταν, νομίζω, το ξεχωριστό, τόσο χαρακτηριστικό και υπέροχο στυλ του στούντιο του μεγαλύτερου εν ζωή animator του κόσμου, του εμβληματικού Ιάπωνα Χαγιάο Μιγιαζάκι, με τα ζεστά χρώματα και την καταπληκτική αισθητική, αυτό που έκανε πολύ κόσμο να λατρέψει (και να υποκύψει σε) αυτό το trend (και όχι μόνο το κλασικό «το έκαναν όλοι, ας το κάνω κι εγώ»).

Δεν μ’ αρέσει

Οι φωτογραφίες, τα memes, κλπ, σε στυλ Studio Ghibli.

Κατ’ αρχάς, σκέψου πόσο χαζό και γελοίο είναι που τόσος πολύς κόσμος ξεφτίλισε το στυλ ενός καταπληκτικού δημιουργού απλώς για να φτιάξει στο στυλ αυτό ένα ηλίθιο μιμίδιο και να χαχανίσει κοιτώντας το ή για να κάνει πιο γλυκούλικη τη φωτογραφία του στο Facebook το προφίλ «Nikos Yiota Kapnidis Keramidou».

Κατά δεύτερον, μέσα στην τούρλα της viral τρέλας οι χιλιάδες που έστειλαν στο ChatGPT προσωπικές τους φωτογραφίες για να τις αλλάξει Ghibli style ξέχασαν ότι αναρτούσαν οι ίδιοι προσωπικά δεδομένα τους στο διαδίκτυο. Πολλοί από αυτούς θα κάνουν, όμως, στην πρώτη ευκαιρία copy paste το κατεβατό-μπούρδα με το οποίο θα δηλώνουν ότι «απαγορεύουν στο Facebook να χρησιμοποιεί τα προσωπικά τους δεδομένα», κλπ. Ξέχασαν ότι τα πολύτιμα προσωπικά τους δεδομένα οι ίδιοι τα έδωσαν απλόχερα στο Internet, αναμένοντας με ανυπομονησία να τους φτιάξει μία Ghibli Style φωτογραφία του μικρού τους παιδιού, ας πούμε…

Κατά τρίτον, ευτυχώς πολλοί ήταν εκείνοι που εξέφρασαν τις, πολλές και πάρα πολύ σοβαρές, ηθικές ανησυχίες που υπάρχουν και αφορούν στα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία «εκπαιδεύονται» (από εμάς τους ίδιους, μην ξεχνάμε, καθώς εμείς τα τροφοδοτούμε με γνώση και πληροφορίες μέσω των αιτημάτων που τους καταθέτουμε) επάνω σε έργα τέχνης που πάνω απ’ όλα βγήκαν μέσα απ’ την ψυχή και τη φαντασία κάποιων σπουδαίων παραμυθάδων και, φυσικά, έχουν και πνευματικά δικαιώματα που βάναυσα καταπατώνται.

Για σκεφτείτε το. Εάν η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί, π.χ., να δημιουργεί (δωρεάν) τέχνη μιμούμενη το στυλ του τάδε ή του δείνα δημιουργού και στούντιο (καθώς η ίδια, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν δύναται να παράξει τέχνη, μονάχα μιμείται), τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τους καλλιτέχνες και τα μέσα διαβίωσής τους στο μέλλον;

Από εκεί και πέρα υπάρχουν, ωστόσο και άλλα παραδείγματα στα οποία η υπέρμετρη και δίχως τα απαραίτητα όρια χρήση της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να αποδειχθεί βλαπτική. Λόγου χάρη, εάν η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γράψει (δωρεάν) ένα ολόκληρο ρεπορτάζ και ένα άρθρο το οποίο ύστερα θα αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του τάδε Μέσου, ποιος ο λόγος ο εκδότης να έχει στη δούλεψή του δημοσιογράφους; (Παρεμπιπτόντως, γνωρίζω συναδέλφους δημοσιογράφους που ήδη «γράφουν» ρεπορτάζ και άρθρα με τον τρόπο αυτό…)

Επιπλέον, εάν η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να σου φτιάξει στο άψε σβήσε (και δωρεάν) ένα εταιρικό βίντεο (σ.σ. το έχω δει να συμβαίνει) ή ένα λογότυπο, π.χ., για το γραφείο σου, ποιος ο λόγος να υπάρχουν γραφίστες; Ακόμη, δεδομένου του ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να σου μεταφράζει, γρήγορα και άκοπα (και δωρεάν), ένα κείμενο από τη μία γλώσσα στην άλλη, για ποιον λόγο να υπάρχουν πια μεταφραστές;

Το χειρότερο απ’ όλα είναι, όπως έγραψα και παραπάνω, το ότι όλες αυτές τις θαυμαστές ικανότητες εμείς οι ίδιοι τις δώσαμε στην τεχνητή νοημοσύνη που δημιουργήσαμε. Εμείς την κάνουμε κάθε μέρα, με κάθε νέο αίτημα, με κάθε νέα προσθήκη, με κάθε νέα πληροφορία που της δίνουμε, πιο δυνατή, πιο ικανή. Πολλοί φοβούνται, δικαίως, ότι από τη μία οι μηχανές γίνονται πιο έξυπνες και από την άλλη εμείς πιο ανόητοι και κάποτε θα… μας αφήσουν όλους άνεργους, θα μας καταστρέψουν.

Να πω την αλήθεια, αυτό φοβάμαι και εγώ.

Το τραγούδι της εβδομάδας:

(Υπέροχο!)

Image

Μ’ αρέσει – Δεν μ’ αρέσει (30/03/2025)

Πάει και ο Μάρτιος. Πρόσω ολοταχώς για τον Απρίλη, που ως γνωστόν είναι ξανθός και έστησε με τον Έρωτα χορό!

Μ’ αρέσει

Δύο καταπληκτικές σειρές που είδα στο Netflix και τις οποίες σας συστήνω ανεπιφύλακτα, καθώς θεωρώ ότι αξίζουν όλα τα λεπτά που θα τους αφιερώσετε. Η μία είναι το (περιβόητο) «Adolescence», το οποίο θα σας κάνει να σκεφτείτε πολλά και επιβεβαιώνω ότι σαφώς αξίζει τα διθυραμβικά που πολλοί έχουν πει και γράψει για αυτό. Η άλλη είναι το «The Residence», μια ντετεκτιβική ιστορία… όχι σαν όλες τις άλλες του είδους της, που θα σας διασκεδάσει και θα σας κάνει να ανυπομονείτε για το επόμενο επεισόδιο!

Δεν μ’ αρέσει

Το ότι ξεχνάμε πως, όταν αναπαράγουμε (στον δημόσιο λόγο, στα social media, κλπ) ηλιθιότητες που είπαν ορισμένοι, κατά κύριο λόγο για να τις ακυρώσουμε και να τις αποδομήσουμε με τα λογικά και ατράνταχτα επιχειρήματά μας, μεταξύ άλλων καταφέρνουμε αυτές να ακούγονται όλο και περισσότερο και να φθάνουν στα αυτιά τόσο πιο πολλών ανθρώπων. Δηλαδή, μήπως να μην αναπαράγουμε τις βλακείες του καθένα, ακόμα και αν ο σκοπός μας είναι να τις συνθλίψουμε και να πατάμε το mute περισσότερο, να μην ασχολούμαστε καν; Δεν ξέρω, αναρωτιέμαι και ρωτάω.

Το τραγούδι της εβδομάδας:

Image

Γιατί οι ταινίες έχουν καλό τέλος;

Για ποιον λόγο ο Άνθρωπος κάνει τις ταινίες του να έχουν ευτυχισμένο (happy) τέλος (end); Κατά την ταπεινή άποψή μου, βασικό ρόλο σε αυτό παίζει το γεγονός ότι, στη σκληρή (όπως τη λένε) πραγματικότητα, οι «ταινίες» που «παίζονται» (και οι οποίες δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι ζωές μας οι ίδιες) έχουν, πάρα πολλές φορές, κακό, πολύ κακό, πάρα πολύ κακό, τέλος.

Στην ταινία, στη σύσκεψη με παρόν το αφεντικό, όλες τις ιδέες και τις προτάσεις που καταθέτει ο πρωταγωνιστής μας τις λοιδορεί ο horrible ανώτερός του και, μία εβδομάδα μετά, στην επόμενη σύσκεψη, τις παρουσιάζει όλες ως δικές του και παίρνει τα εύσημα (και την προαγωγή και το μπόνους). Στο τέλος, όμως, θα τον βρει τον δάσκαλό του, τον ευρηματικό, επίμονο, ευγενή ήρωά μας. Στην αληθινή ζωή, ο μαλάκας ανώτερος κλέβει τις ιδέες σου και όλη τη δόξα, παίρνει προαγωγή και μπόνους και σε απειλεί κιόλας ότι αν πεις το οτιδήποτε εναντίον του θα κάνει τα πάντα για να σε συντρίψει κι εσύ, πιο μικρός και από μυρμήγκι μπροστά του, που έχεις τόσο μεγάλη ανάγκη τη δουλειά, δεν βγάζεις μιλιά…

Στην ταινία, το μαλακισμένο που κάνει κάθε μέρα bullying μαζί με την παρέα του στον ήρωά μας στο σχολείο στο τέλος θα «ταπωθεί» επικά από εκείνον και δεν θα τον πειράξει ποτέ ξανά, ενώ ενδέχεται να γίνει και φίλος του ή να του δώσει, έστω, τον παντοτινό του σεβασμό. Στην αληθινή ζωή, τα παιδιά συνθλίβουν, ανελέητα και πολλές φορές ατιμώρητα, το διαφορετικό, το αδύναμο, το αυτόφωτο, με ολέθριες ενίοτε συνέπειες. Έχουμε διαβάσει και διαβάζουμε (αγανακτώντας) πολλά σχετικά ρεπορτάζ.

Στην αληθινή ζωή, ο γιος ενός πανίσχυρου πατέρα πιάστηκε να αντιγράφει σε διαγώνισμα στο σχολείο και η καθηγήτριά του μονόγραψε την κόλλα του, για να ακολουθήσει τις επόμενες ημέρες η εκδικητική απόλυσή της από τη δουλειά της. Ο γιος του πανίσχυρου πατέρα έζησε και βασίλεψε, η καθηγήτρια έζησε το, όπως αποδείχθηκε, λίγο που της απέμενε με την πίκρα για την καταχρηστική της απόλυση. Στην ταινία, ένας τέτοιος ελεεινός, κακομαθημένος μπούλης θα ερχόταν, είτε αργά είτε γρήγορα (και σίγουρα μέσα από επίπονες εξωτερικές και εσωτερικές διεργασίες), αντιμέτωπος με τον εαυτό του και τις συνέπειες των πράξεών του και, ποιος ξέρει, ίσως να γινόταν και καλύτερος άνθρωπος (σε ένα character arc το οποίο αναμφίβολα θα είχε ενδιαφέρον).

Στις ταινίες, στην Τέχνη, εν αντιθέσει με ό,τι συμβαίνει στη ζωή, στο τέλος το δίκαιο θα θριαμβεύσει, η αλήθεια θα λάμψει, το μαχαίρι θα φτάσει και θα μπηχτεί βαθιά στο κόκαλο, οι «καλοί» θα νικήσουν (κι αν τυχόν δεν νικήσουν, θα βγει το… σίκουελ, μην ανησυχείτε!).

Μάλιστα, θεωρώ πως ακριβώς το ότι πολλές (αν όχι τις περισσότερες) φορές τα πράγματα στη ζωή πάνε όχι όπως τα θέλουμε αλλά κατά διαόλου, είναι και ο λόγος για τον οποίο αρέσουν σε πολύ κόσμο οι ταινίες οι οποίες δεν έχουν καλό τέλος. Εκείνες οι ταινίες στις οποίες ο «κακός» νικά τον «καλό» μας, κατακτά τη Γη και μας κάνει σκλάβους του. Εκείνες οι ταινίες στις οποίες ο ορειβάτης, που δύο ώρες τώρα τον παρακολουθούμε να ξεπερνά τον εαυτό του προσπαθώντας να βγει από το αχανές σπήλαιο που κατά λάθος έπεσε, θάβεται για πάντα μέσα εκεί και δεν θα τον ξαναδεί ανθρώπου μάτι. Εκείνες οι ταινίες στις οποίες το Αγόρι και το Κορίτσι, που έσμιξαν νιώθοντας όλη την αγάπη του κόσμου, βίωσαν μαζί τόσα και τόσα και θα έφτιαχναν μία υπέροχη ζωή, τελικά χωρίζουν. Οι ταινίες αυτές μας θυμίζουν τις πίκρες που μας τυχαίνουν στη ζωή και τις οποίες θα πρέπει να βρίσκουμε κάθε φορά τον τρόπο να ξεπεράσουμε (κάποιοι δεν τα καταφέρνουν).

Γι’ αυτό είναι το τέλος στις ταινίες τόσο γλυκό σαν τις φράουλες. Γιατί η ζωή μας είναι σκατά.