Θυμάμαι ότι ο Δούναβης είναι ο πιο κρύος ποταμός της Ευρώπης, τον έζησα στην Πράγα, μείον δέκα με το καλημέρα. Από αυτή την εκδρομή θυμάμαι τα βρετανικά κάτουρα στην γέφυρα του Καρόλου (ήταν πριν το Μπρέξιτ) και τα βλέμματα μίσους των ντόπιων – σαν να έσκαγαν 50 Ινδοί εκδρομή στο Λονδίνο το 1890. Ούτε εγώ τους συμπάθησα πολύ αλλά το άφησα πίσω μου – είχε και γαμώ τις σκηνές κάποτε η Τσεχία…
Ξαναδιαβάζω στο μυαλό μου τη συζήτηση Μπρέζνιεφ – Ντούμτσεκ, και χασκογελάω έχοντας κατά νου έναν πρόλογο του Κούντερα για τον Χίτλερ και τα άλμπουμ με οικογενειακές φωτογραφίες. Τί έλεγα… α, ναι… Δούναβης και εθνικιστές…Άλλον ποταμό είχα στο νου μου, αλλά έπιασε κρύο καθώς γύρναγα σπίτι…ναι, ναι, τον Δνείπερο… και κει θα χει κρύο (Βορυσθένη τον έλεγε ο Ηρόδοτος) αλλά, εγώ έμαθα, ήδη απ’ τα έντεκά μου, όταν είδα το Αποκάλυψη Τώρα, ότι μια βόμβα μπορεί να διαταράξει την ατμοσφαιρική ισορροπία – και έτσι, να μην έχει πάντα κρύο.
Δεν μπορώ πλέον την μυρωδιά της βόκτας, ακόμη κι’ αν είναι Beluga, και τα βαριά ποτά με χτυπάνε ελάχιστα, έχει φύγει η ένταση. Πρόλαβα γρήγορα να βγάλω λεφτά απ’ το ΑΤΜ, αν και δύο πιτσιρίκια μου είπαν Σλάβα Ουκραΐνι και μου ζήτησαν λεφτά για τον στρατό. Είχα ήδη ανοίξει την μπίρα και παρατήρησα στο κουτί αυτή την τρίαινα που έχω φάει στη μάπα 3 χρόνια τώρα. Πρέπει να την τέλειωσα γρήγορα γιατί ο δρόμος που είχε πριν 5-6 φαντάσματα, τώρα ήταν άδειος και χωρίς φως.
Θυμήθηκα ένα πείραμα που έκαναν οι ναζί σε αιχμαλώτους του Κόκκινου Στρατού, όπου τους μάζευαν σε ένα δωμάτιο, πολλούς, και πέταγαν μέσα μια χειροβομβίδα. Μου έρχεται να ξεράσω πάω να κρατηθώ απ’ έναν τοίχο. Το χέρι μου γλιστράει απ’ την γλίτσα και με πιάνει αναγούλα. Κοιτάω και βλέπω μια αφίσα για τον εορτασμό της 9ης Μάη, στο Κίεβο. Δεν έχω πιεί τόσο – δεν γίνεται. Έχω αϋπνίες, και η στέρηση ύπνου είναι βασανιστήριο, ό,τι κι’ αν λέει η Αυτοκρατορία. Εγώ αυτό το βασανιστήριο το επιβάλλω στον εαυτό μου, είναι η ποινή μου για το περιβαλλοντικό μου αποτύπωμα και επειδή μάλλον η γενιά μου δεν θα φθάσει τα σαράντα.
Ξάφνου μια βόμβα σκάει στον Δνείπερο και θυμάμαι τον Ντουβάλ στα νιάτα του, με καπέλο ιππικού. Έχω χάσει το μέτρημα στις μπίρες και στα βόλφσάνγκελ στους τοίχους. Θυμάμαι την Γαλικία, τα Ες Ες και την πουστιά που έπαιξε ο Αδόλφος στους Ουκρανούς, για να μην δώσει υποσχέσεις για κράτος – γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος υποθέτω.
70 χρόνια μετά τα κατάφεραν – σκέφτομαι το Μαϊντάν και το πρώτο μου έτος, μετά σκέφτομαι το δεύτερό μου έτος και τον πρώτο μου εμφύλιο (τουλάχιστον, τον πρώτο που παρακολούθησα συνειδητά απ’ την αρχή του).
Όλα αυτά δεν τα ξεχνάω και τα έχω ταξινομήσει σαν τέτρις μέσα στο μυαλό μου, που όταν κλειδώνουν οριζόντια, γκρεμίζουν μια άλλη ανάμνηση εκείνης της περιόδου – όποια να ναι.
Γυρνάω στο ξενοδοχείο και προσπαθώ να πατήσω το κουμπί του ασανσέρ. Δύο Πολωνοί με κοιτάνε, εγκρίνουν τη μπλούζα που φορούσα (έχουν και γαμώ τις σκηνές) και μου πατάνε το κουμπί. Σλάβα Ουκρ..πάει να πει ο ένας αλλά τους πιάνουν και τους δύο τα γέλια και μετά ξερνάνε στο μπλε χαλί.
Είχα αφήσει το λαπτοπ στην πρίζα ; Δεν έχει σημασία, το ρεύμα πέφτει κάθε τρεις και λίγο. Τσεκάρω το κινητό μου από συνήθεια, αν και είναι ΝΟΚΙΑ και δεν έχω δεδομένα. Δεν με πήρε κανείς, και αυτό είναι καλό. Ησυχία.
Κάνω ένα ντουζ και ξαναβγαίνω έξω. Παρά το μπλακ άουτ έχει πανσέληνο και μπορείς να δεις καναν μεθυσμένο στον δρόμο να το παίζει ανάπηρος για να μην τον μαζέψουν τα βανάκια της στρατονομίας. Ενστικτωδώς, με πιάνει και μένα, και κουτσαίνω σαν τον Σπέισι στο Συνήθεις Ύποπτοι. Πανσέληνος, Βέρβολφ, και δεν συμμαζεύεται.
Χτυπάει το κινητό μου αλλά ήδη άνοιξα μια μπίρα και σκέφτομαι πόσο για τον πούτσο είναι να πεθάνεις λίγα λεπτά πριν από μια εκεχειρία. Α, ναι… εδώ κόλλαγε ο Κούντερα…
Δε θυμόταν πότε άρχισε να μεθάει – μάλλον ήταν αφού πέρασαν το Μέτσοβο. Της είχε πει ότι μπορεί να οδηγήσει αλλά η Δ. δεν δεχόταν ποτέ. Του είπε όχι κοφτά χαμογελώντας προς το τέλος. Την είδε να πιάνει κότσο τα μαλλιά της και μετά να φορτώνει τα πράγματά της στο πορτ μπαγκάζ. Ακούστηκαν τα μπουκάλια που χτυπούσαν μεταξύ τους. Είχε σηκωθεί και αυτή βαριεστημένα σήμερα και παρακαλούσε ο Μ. να μην την ρωτούσε για το σημάδι στο λαιμό της. Το Δεκαπενταύγουστο έπεφτε Δευτέρα, οπότε αποφάσισαν να πάνε στον Βοϊδομάτη λίγες μέρες πριν, μη και πετύχουν άνθρωπο.
Η ζέστη στα Γιάννενα είναι διεστραμμένη και του φάνταζε μια ζωή αφύσικη. Η Δ. σιχαινότανε το καλοκαίρι πιότερο. Απλά το κρατούσε για τον εαυτό της. Ο ίδιος δεν είχε προσέξει εάν της πήγαιναν ποτέ τα καλοκαιρινά. Στο μυαλό του ερχότανε πάντοτε με μάλλινες, πολύχρωμες ριγέ κάλτσες, και όταν οι τύψεις τον γέμιζαν και έπρεπε να τις διώξει, φανταζότανε το κασκόλ της. Τα κασκόλ της.
Του έδωσε ένα φιλί που τον μάτωσε στο κάτω χείλος πριν ξεκινήσουν και αυτός της έδειξε το μπουκάλι με το ουίσκι μέσα στο φορητό ψυγείο. Η αφύσικη ζέστη σε κάνει και σένα αφύσικο.
Για φαγητό δεν είχαν πάρει πολλά. Φρούτα, σίγουρα, ψωμί, τυρί και κρύο κρέας που είχαν ψήσει εχθές στους Λιγκιάδες. Δεν επέμενε να οδηγήσει γιατί ήθελε να χαθεί για λίγο στη χθεσινή κουβέντα.
………..
Ξεκίνησαν κατά τις επτά το απόγευμα. Με το που βγήκαν από τα Γιάννενα, η Δ. ανέβασε την ένταση στη μουσική που ο Μ. ανεχόταν και εκείνος χασκογέλασε. Την αγαπούσε επειδή δεν ήθελε να μιλάει όσο οδηγούσε.
Ανακάλεσε το χθεσινό ψήσιμο – όσο μπορούσε. Το σπίτι του φίλου τους άντεξε πολλά λίτρα από αλκοόλ και μαλακίες – και δε του φαινόταν, ξύλινο ήταν κοντά σαράντα χρόνια στη πλάτη του. Ήταν κοντά σε βουνό, δε θ’ άντεχε την πράσινη Χιροσίμα του ελληνικού καλοκαιριού.
Όσο ψήνανε, ο Ν., που μόλις είχε γυρίσει από Σαραγόσα ήρθε και ακούμπησε ένα μπέρμπον στο τραπέζι δίπλα στη σχάρα. Ο Μ. γούρλωσε τα μάτια του – τελευταία φορά είδε τέτοιο στο αεροδρόμιο στο Λονδίνο. Το είδε να γεμίζει τα ποτήρια τους και μετά να ακούει την ερώτηση για τα διεθνή.
Γελάσανε δυο -τρεις φορές με τις ατάκες τους – η Δ. λιγότερο γιατί πλέον ζούσε εξωτερικό. Την κοίταξε ξανά και, μετά από μια γουλιά, είπε πως ό,τι διαβάζει το διαβάζει για να πουλάει μούρη, όχι γιατί είναι χρήσιμο. Σιγά σιγά φθάνουμε προς τη λήξη, δεν υπάρχει χρήσιμο.
Λίγο ακόμα μπέρμπον από τον Ν. που του άρεσαν πάντα τέτοια για συζήτηση, και περάσανε στο φαγητό.
Δεν είχε πανσέληνο, αλλά είχε ξαστεριά και στην Ήπειρο δεν έχει φωτορύπανση.
Μέθυσαν όλοι αφού μάλωσαν για μια γενοκτονία και έναν βομβαρδισμό.
…………………….
Τις σκέψεις του διέκοψε μια απότομη στροφή. Σταμάτησαν απότομα. Η Δ. έτρεμε. Της έδωσε αμέσως λίγο απ’ το ουίσκι, και κοιταχτήκανε για λίγο πριν γυρίσουν αυτόματα προς τον δρόμο.
Φτάσανε πιο νωρίς απ’ ότι υπολόγιζαν. Λίγος ήλιος αρκούσε για να καταλάβουν πως ήταν μόνοι. Την σιωπή του ποταμιού έσπασαν τα κουτάκια που άνοιξαν. Στήσανε γρήγορα τη σκηνή και ξάπλωσαν στην πετσέτα.
Μπρος τους, η σχισμή της Αϊδεύας. Έσκιζε στα δύο έναν μεγάλο βράχο της απέναντι όχθης, και φαινόταν σα μια νερόγλωσσα που χυνόταν στο ποτάμι. Το βάπτισε, του είπε, ο παππούς της που αυτοκτόνησε εκεί αφού έπνιξε τη γιαγιά της, απ’ τον Αΐδη και την Εύα, και μαθεύτηκε στην Κατοχή. Εκεί είχανε πνίξει οι Edelweiss όσες γυναίκες απ’ τις Λιγκιάδες τους είχανε ξεφύγει.
Αφού βούτηξαν γυμνοί στο νερό, δοκίμασαν να φθάσουν στην άλλη όχθη, μα το ρεύμα σα να τους γύριζε πίσω, στα πιο ρηχά. Παρά το πολύ πιοτό, δεν ένιωθαν ζαλάδα και πήραν θάρρος.
Είχε νυκτώσει για τα καλά όταν βγήκαν απ’ το πρώτη βουτιά και γέμισαν τις μεταλλικές κούπες. Ηδονίστηκαν με το κάψιμο στο λαιμό και ο Μ, έμεινε να κοιτάει τις πετσέτες που είχαν απλώσει κάτω. Τις έπιασε, τις τύλιξε, τις έδεσε και τις πέταξε με δύναμη, για να φθάσουν απέναντι, πάνω στο βράχο που τους κοίταζε ειρωνικά τόσην ώρα.
Η Δ. χασκογέλασε για λίγο κι’ έπειτα πέταξε την τσάντα της – προσγειώθηκε λίγο πιο δίπλα. Το μπουκάλι που έριξαν πέτυχε έναν θάμνο και μετά βίας δε γλίστρησε για να πέσει μέσα στα νερά.
Έπειτα, κάτσανε στην όχθη με τα πόδια τους να βρέχονται. Έφαγαν λίγο κρέας και συνέχισαν να πίνουν μέχρι που τους πήρε ο ύπνος, με τα βιβλία στο χέρι. Ξύπνησαν λίγο μετά τις έντεκα το βράδυ.
………….
Ο ύπνος και η μπίρα τους ξεζάλισαν και κολύμπησαν γρήγορα προς την άλλη όχθη, για να βρουν τα πράματά τους. Όταν έφθασαν, κατακτητές πλέον σε μολυσμένη γη, βρήκαν τον αναπτήρα στην τσάντα της Δ. και άναψαν φωτιά.
Ο Μ. σηκώθηκε κάποια στιγμή απότομα, για να κατουρήσει. Τον έπιασε βήχας – τον έπιανε συχνά βήχας – και τελικά ξέρασε. Ο εμετός του κάλυψε ένα κρανίο θρυμματισμένο.
Την κοίταξε και της το έδειξε χαμογελώντας. Αυτή γέλασε υστερικά και άναψε το τσιγάρο της.
-Πάω και γω να κατουρήσω, του’ πε και χάθηκε.
………………………
Όσο αυτός έπαιζε με τα θραύσματα του κρανίου – γιατί το ‘σπασε κι’ άλλο, και, για να έχουμε καλό ερώτημα, γιατί να μην το έσπαγε – και έπινε κάθε φορά που του’ πεφτε στο χώμα ένα, μια αηδία σε μορφή ήχου ταξίδευε μέσ’ απ’ τις φυλλωσιές. Μεθυσμένος ακουγόταν, και μάλλον έκλαιγε. Ο Μ. πέταξε μια πέτρα προς την κατεύθυνση που μάντευε πως ήταν, μα εκείνος ξάφνου καθόταν δίπλα στη φωτιά, τρέμοντας.
-Μην…εγώ…δεν..ποτέ δεν….
Ο Μ. πήγε να τον κλωτσήσει μα μετά ήρθε στα συγκαλά του. Έβαλε μια φωνή στη Δ., θα έλειπε τώρα κανά δεκάλεπτο. Η φωνή του έφερε το αλκοόλ απ’ το στομάχι στο στόμα και ξαναξέρασε.
Του φώναξε σκάσε και αυτή την φορά τον άκουσαν όλοι – και ο ξένος, και οι δύο κάτωχροι φαντάροι που κρατούσαν την Δ. Ξεσκισμένα τα ρούχα της, και αίματα απ’ το λαιμό και κάτω. Ένας τρίτος ήρθε, την έγδυσε τελείως και άρχισε να της ρίχνει σναπς για να την καθαρίσει. Έπειτα έριξε μια στο δόξα πατρί στον ξένο, και τα μυαλά του έσβησαν την φωτίτσα που, σα μάρτυρας φοβισμένος, τρεμόπαιζε και κοίταγε όσα δεν έπρεπε να γίνουν.
– Bis später ! του είπε ο ένας, με τον αγκυλωτό στο κούτελο. Οι άλλοι γέλασαν. Του πέταξαν ένα δαχτυλίδι κι’ έφυγαν.
………….
Έβγαλε το κασετόφωνο απ’ την τσάντα της Δ. και το ‘βαλε να παίζει. Είχε άλλο ένα μπουκάλι στη τσάντα της, αυτό με περισσότερο αλκοόλ. Αυτό είχε πιεί κι’ εκείνη, τη νύχτα που πήδηξε απ’ το παράθυρο στο Όσλο. Ξερίζωσε κάτι αγριολούλουδα και τα πέταξε στις φλόγες.
Ήπιε τρεις γερές γουλιές.
Μέχρι τη μέση άντεξε, μετά την είδε, απέναντι, δίπλα στη σκηνή τους. Είχε δέσει θηλιά το γαλαζοκίτρινο κασκόλ της και σκαρφάλωνε στο δέντρο. Τα πόδια της τα πρόσεχε πολύ κι’ ας τα ‘χε σπάσει δυό φορές στο χορό.
Μ’ ένα σάλτο, του έγνεψε, γυμνή και κρεμασμένη.
Αυτός ρούφηξε μια γερή γουλιά, πήγε να πηδήξει μα γλίστρησε. Χτύπησε το κεφάλι του σε μια πέτρα και έμεινε εκεί.
Παρακολουθώντας από μια απόσταση πλέον το τί (δεν) συμβαίνει στο διαδίκτυο, κατέληξα ότι έχουν αλλάξει πολλά στις λέξεις.
Ήδη από τότε που διάβαζα μουσικά περιοδικά και «κλασσικοί» δίσκοι έβγαιναν κάθε μήνα. Κλασσικοί κατά φαντασίαν. Δεν άκουσα το νέο Rotting Christ, και ούτε πρόκειται. Με λυπεί που κατέντησε εκεί αυτό το συγκρότημα, και εκεί κλείνει η κουβέντα. Τα ψέματα τα κρατάω για τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρέφομαι, δεν τα λέω στον εαυτό μου.
Δεν έχω κάποια πρόθεση να αναφερθώ στην συνολική παραγωγή του ήχου που παρακολουθώ – η χρονιά είναι κάτι πολύ παραπάνω από καλή. Το ζήτημα είναι η ορθή κατανομή του χρόνου. Με βάση την υπερπαραγωγή του εκάστοτε ιδιώματος, είναι σίγουρο πως θα βρεις τον δίσκο που θα σε συνοδεύσει όλη την χρονιά – είναι επίσης βέβαιο ότι θα βρεις κι’ άλλους δυό τρεις, τέσσερις πέντε που θα μπορούσαν να σε συνοδεύσουν, εάν δεν χάνονταν μέσα στο σωρό, εάν είχες παραπάνω χρόνο, εάν το τυχαίο κομμάτι που έβαλες να ακούσεις ήταν άλλο από το filler κοκ. Οι Crippling Alcoholism (διάολε, τί όνομα) είναι μια τέτοια περίπτωση.
Η περίπτωση που ένα συγκρότημα θα χτυπήσει ακριβώς στην φάση που είσαι είναι μια στο εκατομμύριο. Πέρυσι το έκαναν οι Dodheimsgard. Φέτος, ο δίσκος που αξίζει να ακουστεί περισσότερο είναι goth, είναι μίζερος – έχει και την γλυκιά του μελαγχολία, αλλά κυρίως είναι ό,τι λέει το όνομα. Για την αμεσότητα των τραγουδιών, κατορθώνουν κάτι παραπάνω. Περισσότερο απαισιόδοξο και ρεαλιστικό, παρά φορέας κάθαρσης, το With Love in a Padded Room αγγίζει την οριακή φάση αλκοολικής αποσύνθεσης που διαλαλεί το όνομα του καλλιτέχνη.
Η άρτια παραγωγή, τα hooks, οι εναλλαγές στα φωνητικά μα πάνω απ’ όλα οι στίχοι τους, βιωματική περιγραφή της απόγνωσης που φέρνει η μέθη μαζί με την ηδονή. Πιστοί στην ποπ τραγουδοποιία, παράγουν έναν δίσκο για να βγάλεις ένα καρκίνωμα από μέσα σου. Ροκ σε σημεία, noise σε άλλα. Ερωτικό μόνο στα πλαίσια της αμερικάνικης λογικής, ενοχλητικό όπως σκηνές του σκανδιναβικού σινεμά, αγχωτικό ως οφείλει. Δίσκος που προκαλεί αίσθηση δακρύων, ανακυκλώνοντας μνήμες που ψαχουλεύουν οι στίχοι του μες το μυαλό σου.
Η βασική αρχή/συλλογιστική που διέπει αυτό το κείμενο, επί της ουσίας είναι μία αλλά διττή : η δίκη προθέσεων είναι ικανή, αναγκαία και επαρκής συνθήκη για να τεκμηριώσουμε το βασικό μας επιχείρημα, ότι δηλαδή δεν υπάρχουν αξιακές τοποθετήσεις και κατ’ επέκταση (ή τούμπαλιν) δεν είναι – ούτε θα έπρεπε να είναι – όλες οι απόψεις σεβαστές.
Το εάν όλες οι απόψεις εκφράζονται ή όχι, αφορά την ποιότητα δημοκρατίας που (δεν) απολαμβάνει ο εκάστοτε κοινωνικός σχηματισμός, σε συνδυασμό με το πολιτικό του σύστημα την κουλτούρα που έχει διαμορφωθεί εντός του κοκ. Εξαρχής, η δυνατότητα έκφρασης όλων των απόψεων αποτελεί κεκτημένο των κατώτερων στρωμάτων, για αυτό και απαγορεύσεις στην έκφραση (προσοχή, στην έκφραση) των απόψεων είναι δώρο στον ταξικό αντίπαλο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι απόψεις είναι σεβαστές. Δεν είναι και δεν θα έπρεπε να είναι. Δυστυχώς, δεν είναι σεβαστές αυτές που προσεγγίζουν το ζήτημα με έναν νηφάλιο τρόπο – ενώ χαίρουν οριακά βιβλικής αποδοχής/προβολής απόψεις κυρίως στρατηγικά τοποθετημένες σε ζητήματα αισθητικής.
Σε ταξική κοινωνία ζούμε, δεν πρέπει να είναι όλες οι απόψεις σεβαστές, απλώς στην παρούσα φάση, (επειδή ζούμε σε ταξική κοινωνία) δεν είναι σεβαστές οι απόψεις του δικούμας μετεριζιού. Είναι όμως σεβαστές οι απόψεις ενός γενικόλογου χυλού.
Για τις ανάγκες του κειμένου αυτού, θα επαναλάβουμε αρκετές φορές πολλά πράγματα και θα ζητήσουμε από τον αναγνώστη να χαμηλώσει λίγο τις νοητικές του ικανότητες.
Η τέχνη δεν είναι για όλους. Δυστυχώς, μια λαθεμένη ανάγνωση του «υλισμού» λέει πως τα πάντα είναι υποκειμενικά. Λάθος. Υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα. Υπάρχει, προφανώς, και η υποκειμενική πρόσληψή της, αλλά αυτό δε σημαίνει κατ’ ανάγκη πως υπερισχύει πάντοτε της αντικειμενικής.
Αναφέρομαι, προφανώς, στην σχέση βιώματος/πραγματικότητας.
Το βίωμα :
Έχω δακρύσει με Μότσαρτ. Δεν θυμάμαι με ποια συγκεκριμένη σύνθεση, θυμάμαι ωστόσο ότι αυτό που βίωσα ήταν πολύ κοντά στη νιτσεϊκή περιγραφή της τέχνης, με όλη της την υπερβατικότητα, την επαφή με κάτι άλλο κ.ο.κ. Κανείς δεν θα μου το πάρει αυτό το βίωμα. Είναι κάτι υποκειμενικό μεν, αντικειμενικό δε (όντως μου παρήγαγε αυτές τις βιολογικές διεργασίες στον εγκέφαλο και στο σώμα, όντως ανατρίχιασα κλπ).
Κανείς δεν θα μου το πάρει αυτό. Ποτέ.
Τι σχέση έχει αυτό με τις συνθέσεις του Μότσαρτ ; Μάλλον μικρή. Αυτές, πιθανότητα, γράφτηκαν για να τιμήσουν κάποιον σφαγέα αριστοκράτη – με ό,τι συνεπάγεται αυτό για το ποιόν του συγκεκριμένου τύπου. Αναιρεί αυτή η αντικειμενική πραγματικότητα την δική μου αντικειμενική πραγματικότητα (και τον υποκειμενισμό της) ; Θα ‘θελε.
Επανέρχομαι, για να μην αφήσουμε τίποτε να πέσει κάτω, στη σχέση αντικειμενικού – υποκειμενικού. Ένα από τα συμπτώματα της απομόρφωσης και της νεοφιλελεύθερης επέλασης (σε όλα τα επίπεδα) είναι η νέκρωση στο «ψυχικό». Το θέτω ωμά, αλλά ωμή είναι η πραγματικότητα. Δεν λέω πως δεν βγαίνουν συγκλονιστικά έργα τέχνης – είμαι σίγουρος πως βγαίνουν. Διάολε, πολλά τα απολαμβάνω σε καθημερινή βάση και δεν θα μπορούσα να διανοηθώ τη ζωή μου χωρίς αυτά. Αυτό που θέλω να αναφέρω είναι πως ένα τεράστιο κομμάτι του κοινωνικού μέσου όρου καταναλώνει συγκεκριμένο χυλό (βλ. τραπ) ο οποίος παράγει συγκεκριμένα αποτελέσματα. Το εάν τον συγκινεί αυτό είναι άλλο πράγμα. Γιατί ; Μα γιατί μπορώ να φανταστώ Γερμανούς να συγκινούνται με το Έρικα, αφού μόλις έκαψαν χωριά και κόσμο. Μπορεί να βίωσαν κάτι, διάολε, αλλά αυτό δεν το καθιστά, αντικειμενικά, λιγότερο σάπιο. Το ίδιο να ακούς και όλες αυτές τις πίπες.
Η τέχνη δεν είναι για όλους. Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να ακούν μια λούπα, πασπαλισμένη με ντεμεκ εκρήξεις έντασης. Υπάρχουμε και κάποιοι άλλοι.
Το εάν κάποιος συγκινείται (υποκειμενικό) σε κωλόμπαρα δεν θα με κάνει να ψάξω (πόσο μάλλον να βρω) μια «αντικειμενική» ομορφιά σε αυτά – γιατί δεν υπάρχει. Σε ταξική κοινωνία ζούμε. Και μάλιστα, σε μια ταξική κοινωνία που παράγει αισθητική/συναισθηματική νέκρωση (πόσα πιτσιρίκια έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με το σεξ μέσα από πορνογραφία ; και πώς αυτό επηρεάζει το μυαλό τους και την υποκειμενική τους πρόσληψη ; υπάρχει αντικειμενική ομορφιά εκεί ; ή μιλάμε για κάτι αντικειμενικάσάπιο ; )
Η σχέση αιτιολόγησης – δικαιολόγησης και η δίκη προθέσεων
Για την αποδόμηση της οποιασδήποτε επιχειρηματολογίας, είναι χρήσιμο να σκεφτούμε ότι οι προθέσεις του συνομιλητή είναι ειλικρινείς και καλοπροαίρετες – εν προκειμένω, ότι το χ.ψ. κείμενο για τον Καραγάτση επιχειρεί να συμβάλλει στην συζήτηση για την έμφυλη καταπίεση στην Ελλάδα του 2024. Εάν όχι, τότε επιχειρεί απλώς να μας επισημάνει τον (υπαρκτό) μισογυνισμό, αντικομμουνισμό και ρατσισμό του Καραγάτση ; Ή να μας αναφέρει πως σε επίπεδο βιώματος, οι συγκινήσεις που (δεν) προκλήθηκαν είναι χαμηλές σε ένταση ;
Το θέμα είναι πως η αιτιολόγηση και η δικαιολόγηση είναι δύο διακριτά πράγματα. Άλλο η αιτία του Ολοκαυτώματος (η επέκταση, δηλαδή, του γερμανικού καπιταλισμού με επιθετικούς όρους) και άλλο η δικαιολόγησή του (φυλετική ανωτερότητα κ.ο.κ.). Η αποδόμηση της δικαιολόγησης είναι διαφορετική από την αποδόμηση της αιτίας (ήτοι, της πραγματικότητας). Η πραγματικότητα είναι μία.
Δυστυχώς, δεν μπορώ να εξετάσω καλόπιστα την συντριπτική πλειοψηφία των κειμένων για τον Καραγάτση, στην Ελλαδίτσα μας το 2024.
Η τεκμηρίωση των (ορθών) κατηγοριών για μισογυνισμό είναι πανεύκολη. Η αιτία του κειμένου ποια είναι ; Ο στόχος (Ziel) του κειμένου, ποιος είναι ; Ο στόχος είναι η ντεμέκ κοσμοπολίτικη έκφραση μιας δήθεν ριζοσπαστικής, βαθιά κομφορμιστικής και εντελώς επιφανειακής «κριτικής» (επί της ουσίας, σχολιασμού) στο έργο ενός (δυστυχώς) ιερού τέρατος της ελληνικής λογοτεχνίας.
Περισσότερο νόημα έχει πάντοτε η ανάγνωση των αιτιών που οδήγησαν στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό πάνθεον, με τη συγκεκριμένη σύνθεση. Για ποιόν λόγο, π.χ., είναι ο Ελύτης «πιο πάνω» από τον Λειβαδίτη κ.ο.κ. Αυτό θα ήταν πράγματι και ριζοσπαστικό και κοινωνικά (πολιτικά) χρήσιμο για να κατανοήσουμε τάσεις, σταθερές, δεδομένα, μοτίβα συμπεριφοράς κ.ο.κ. στην ελληνική κοινωνία. Γιατί συγκινείται από τους τάδε ήρωες και όχι από τους άλλους. Να φθάσουμε, ίσως, στον Όμηρο και να αναρωτηθούμε τί απολαμβάνει το (αποτελούμενο από λαπάδες) κοινό του σήμερα στα έργα «του». Εάν επικροτεί ή όχι τον βιασμό της Κασσάνδρας, την σκύλευση του πτώματος του Έκτορα, ή, για να επανέλθω στον (κάθε) Μότσαρτ, εάν έχει κάνει το έργο κτήμα του με έναν ιδιότυπο, όμορφο τρόπο.
Ο στόχος εδώ είναι η πρόκληση εντυπώσεων. Η μόστρα μιας βαθιά επιφανειακής, κομφορμιστικής τοποθέτησης, με ντεμέκ προκλητικό περιτύλιγμα που εν τέλει δικαιώνει τον «στόχο» ακριβώς επειδή αδυνατεί να τον αποδομήσει (αφού, άλλωστε, ποτέ δεν προσπάθησε κάτι τέτοιο).
Πόσο εύκολο είναι να βρει κανείς γεονοκτονικά μηνύματα στο έργο του Τόλκιν, το οποίο γράφτηκε την ίδια περίοδο με την πρώτη, ιστορική εμφάνιση αυτής της πτυχής του ιμπεριαλισμού ; Και πόσο πιο επικίνδυνος είναι έτσι αυτός ο Αγγλοσάξονας από τον (κάθε) Καραγάτση ;
Πολύ, και πολύ είναι η απάντηση.
Δυστυχώς, στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού (παραδόξως, και η Ελλάδα εκεί ανήκει) τα μεσοστρώματα που δεν επιθυμούν να καταστρέψουν την σκάλα με την οποία ανέρχονται, τείνουν να συγκροτούν μια ακίνδυνη μεν, εμφανή δε, «ριζοσπαστική» ταυτότητα διαμέσου μιας υποτιθέμενης σύγκρουσης με το status quo. Το status quo όμως έχει κάποιες κόκκινες γραμμές – και ο σεξισμός του Καραγάτση δεν είναι μια από αυτές. Άλλες είναι, και αυτές προφανώς δεν θίγονται γιατί η ταξική θέση λειτουργεί επικαθοριστικά.
Μια όμορφη σύνδεση του μισογυνισμού του Καραγάτση με την συγκρότηση της ελληνικής οικονομίας την δεκαετία του ’20 και, αν μη τι άλλο, του ’30 και του ’40, θα είχε σαφώς νόημα. Νόημα, έναντι μιας προσπάθειας αποδόμησης ενός βιώματος ; Τόσο μαζικού μάλιστα ;
Η δίκη προθέσεων εδώ είναι ικανή, αναγκαία και επαρκής συνθήκη για να πούμε πως όχι, δεν είναι όλες οι απόψεις «σεβαστές», τουλάχιστον εάν θέλουν να εγείρουν αξιώσεις περί κοινωνικής χρησιμότητας.
Και κάτι τελευταίο.
Ως οπαδός του ακραίου ήχου, δεν έχω κανένα θέμα να μην ταυτίζομαι ούτε στο ελάχιστο με τους καλλιτέχνες που ακούω. Το να αναγνωρίζω μισογυνισμό στον Καραγάτση, αλλά όχι στον Μόρρισον (F.O.A.D.) είναι μια εύκολη επιλογή. Είναι μια ευχάριστη επιλογή. Άρα, μια άποψη που δεν είναι σεβαστή.
Την πιο επίπονη διάλυση διαπροσωπικής μου σχέσης, την βίωσα με τους DeathspellOmegaκαι τους Kriegsmaschine. Ποιος θα μου το πάρει αυτό ;
Αυτό το αφιέρωμα ξεκίνησε σαν ιδέα στο μυαλό μου το (πάρα πολύ) μακρινό 2020. Εν αναμονή του (αν μη τί άλλο, εξαιρετικού) Stare Into Death And Be Still, με πολύ διαφορετικά μυαλά μα παρεμφερή αισθητική αντίληψη, είχα αρχίσει να γράφω κάτι σαν μίζερη βιογραφία για ένα συγκρότημα που δεν αξίζει κάτι τέτοιο. Μια σκέψη μου ήταν να εντάξω σε αυτό το κείμενο, όσες σελίδες είχα γράψει πριν από τέσσερα χρόνια – η αρχική όμως μορφή αυτού του αφιερώματος δεν υπάρχει πλέον. Χάθηκε, μετά από τις αλλεπάλληλες εκκαθαρίσεις του υπολογιστή μου.
Ήταν μια προσπάθεια περιγραφής του ήχου των Ulcerate, πιο κοντινά στο αφιέρωμα που ανέβασα για τους FuneralMist. Έκτοτε, πολλά έχουν αλλάξει στον τρόπο που γράφω – όχι όμως, η σχέση μου με το συγκρότημα. Αυτή μόνο επηρεάστηκε, μετά το φετινό CuttingtheThroatofGod.
Εξηγούμαι.
Το να προσπαθείς να βάλεις σε τάξη την πραγματικότητα, σημαίνει να αρνείσαι την φυσιολογική, ανάκατη ροή της. Για εμένα, δεν υπήρχε κάποια συγκροτημένη σειρά με την οποία «ανακάλυπτα» τα συγκροτήματα. Το άλμα από τους Nirvanaστους Slayer έγινε τόσο γρήγορα, που δεν άκουσα ποτέ ολοκληρωμένα Maiden, π.χ.
Το γρήγορο αυτό άλμα, κάλυψε την ανάγκη μου για μουσική εφηβείας. Η απελευθέρωσή μου όμως εκείνη, άρρηκτα συνδεδεμένη με το διαδίκτυο, την ροή της πληροφορίας αλλά και το σνομπάρισμα σε πιο «δύσκολα»/προοδευτικά ακούσματα, σήμαινε πως οι πρώτες επαφές με τα χ.ψ. συγκροτήματα, λειτουργούσαν σαν μόνιμο έγκαυμα. Ξεκίνησα να ακούω Ulcerate το 2011, όπως, άλλωστε, όλοι μας – σε αυτή την ήπειρο τουλάχιστον. Αυτό σημαίνει πως η αισθητική μου αντίληψη είναι περισσότερο επηρεασμένη απ’ τις κιθάρες τους, απ’ ότι από τις ενορχηστρώσεις των Floyd. Από κάθε άποψη. Οι Floyd άργησαν να ριζώσουν μέσα μου. Το Burning Skies, όχι. Τα σημαντικά γεγονότα στον χώρο που μας αφορά, εάν τα βιώσεις την στιγμή που συνέβαιναν, τα εκτιμάς στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Εκείνη την περίοδο, στα 15-16 μου, είχα εγκατασταθεί στην death και στην black καλύβα μου. Στην πρώτη, μόνιμα τα ηχεία έπαιζαν είτε Entombed/Dismember, είτε τα 4 πρώτα των Morbid Angel και των Obituary – που, μαζί με τους Nocturnus, παραμένουν οι αγαπημένες μου μπάντες αυτής της ιστορικής συγκυρίας. Την περίοδο της νόθευσης αυτού του ιδιώματος με τεχνικούς αυνανισμούς και γενοκτονία συναισθήματος, όταν δηλαδή μεσουρανούσαν οι Cannibal Corpse (ως σχολή, όχι κατ’ ανάγκη ως συγκρότημα/brand) την έχω διαγράψει από τη μνήμη μου. Είχα κάποιες προσδοκίες να βιώσω, με κάποιον έστω τρόπο, όσα με διαμόρφωσαν στο σόλο του Left Hand Path ή στον βραδύ σουρεαλισμό του Clandestine. Οι παραγωγές στις οποίες επένδυσε το death ιδίωμα, δεν ήταν τέτοιου τύπου.
Δεν νιώθω πως υπάρχει κάποιο νόημα πλέον να αναφερθώ σε ό,τι ηχογράφησε αυτή η μπάντα πριν το EverythingisFire. Στο μυαλό μου, το πρότερο στυλ τους ήταν ακριβώς αυτό που με απομάκρυνε από το death και με οδήγησε στο black. Πιστεύω εν μέρει πως το κατανόησαν και οι ίδιοι, ακόμη και εάν μόλις μετέτρεψα την επιθυμία σε εκτίμηση – τεράστιο σφάλμα, στην πολιτική συγκυρία που βιώνουμε.
Στο μυαλό μου, οι Ulcerate πάντα θα είναι ένα κείμενο : Πρωτίστως, θα τους συνδέω με όσα κείμενα διάβασα, για την πολιτική συγκυρία, τεκμηριωμένα, με μια δόση ειρωνείας, απαισιόδοξου ρεαλισμού αλλά και περιορισμένης αισιοδοξίας, στα πλαίσια ορισμένων καθηκόντων. Είναι μια δήλωση, αυτά τα κείμενα, απέναντι στις τάσεις των καιρών για σχόλια έναντι δηλώσεων και για δηλώσεις έναντι αναλύσεων.
Σε μια συνέντευξη του M. από τους Mgla – παραδόξως, θα αναφερθούμε 2-3 φορές σε αυτό το συγκρότημα στο κείμενο αυτό – αναφέρει πως η υπαρξιακή κρίση στην οποία βυθίζεται η ανθρωπότητα είναι αποτέλεσμα μιας βιολογικής αδυναμίας του είδους να καταναλώσει/ευθυγραμμιστεί με όλην αυτή την ροή της πληροφορίας, τα social κ.ο.κ. Η εξέλιξη από τις κοινωνίες των 50-60 ατόμων σε αυτές των δισεκατομμυρίων (τέτοιες είναι, αφού βλέπεις live τι συμβαίνει στην Γάζα και στην Αφρική) έγινε απότομα.
Δεν αναφέρει εάν είναι έργο των κρατικών μηχανισμών ή όχι, και, για να είμαι ειλικρινής, δεν χρειάζεται. Το αποτέλεσμα, εν προκειμένω, είναι που μετράει. Το δυτικό κοινό αδυνατεί να καταναλώσει την πολιτισμική παραγωγή για την οποία υπερηφανεύεται η ηγεσία του (το ίδιο, κατά πάσα πιθανότητα, την αγνοεί). Το δυτικό κοινό δεν έχει κάποια σχέση με το παρελθόν της Δύσης – σε επίπεδο πολιτισμικής παραγωγής και κατανάλωσης, πάντοτε. Σε ένα ερμηνευτικό σχήμα όπως αυτό του Sprengler, η Δύση αυτή τη στιγμή βγάζει αίμα απ’ το στόμα και πνίγεται, ενώ είναι πεσμένη κάτω. Η διάσπαση προσοχής και η αδυναμία αξιολόγησης της πληροφορίας, της τέχνης κ.ο.κ. έχει οδηγήσει σε μια απομόρφωση και ένα χάωμα το οποίο δεν μπορεί να υπερβεί εύκολα – ελλείψει πολιτικού υποκειμένου, ριζοσπαστικών πρακτικών κ.ο.κ.
Οι Ulcerate συνυπάρχουν με αυτή τη συνθήκη και ταυτόχρονα κατόρθωσαν σε έναν βαθμό να πάνε «ενάντια» στις βασικές της προσλαμβάνουσες. Το Everything is Fire αποτέλεσε την αρχή, άσχετα εάν είναι καταδικασμένο να ζει στη σκιά του διαδόχου του. Δεν έχει κάποιο νόημα να αναφέρουμε πως το συγκεκριμένο έργο είναι «κρυφό διαμάντι» – κατ’ εμέ, δεν είναι. Εάν το ακούσεις αναδρομικά, μετά δηλαδή τα μετέπειτα έργα τους, θα καταλάβεις την τομή – αλλά, μέχρι εκεί. Διαφαίνεται η επιρροή των δύο ογκόλιθων που τους διαμόρφωσαν : DeathspellOmega– δηλαδή των VedBuensEnde – και Neurosis. Διαφαίνεται ο συναισθηματισμός τους και η προσπάθεια μετασχηματισμού του ευρύτερου ακραίου ήχου, σε μια κατεύθυνση αντίστοιχη με αυτή που αποφάσισαν και επέβαλλαν οι Kickback στο No Surrender.
Η ακρότητα αυτών των κυκλοφοριών είναι αμιγώς βιωματική/συναισθηματική. Ευθυγραμμίζεται με τους βασικούς σου προβληματισμούς και, κυρίως, με μια υπαρξιακή απόγνωση που βιώνεις επειδή, το τελεολογικό στοιχείο που κάποιοι, παλιότερα, ανέφεραν με κομικάδικο τρόπο, εσύ το ζεις ήδη.
Ο μετασχηματισμός του ακραίου ήχου εκκινούσε από αυτές τις διεργασίες. Τον καθιστούσε επίκαιρο – όχι «προφητικό». Το TheDestroyersofAll – ένας από τους δίσκους που με στιγμάτισαν όσο λίγοι στη ζωή μου, με πέτυχε ακριβώς στην στιγμή που αναρωτιώμουν εάν το death σταμάτησε να υπάρχει μετά το Covenant. Η απάντηση ήταν «όχι ακριβώς» – μιας και, την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, το ιδίωμα έζησε μια αναβίωση σε αυστηρά underground πλαίσια – ωστόσο, αυτά τα ανακάλυψα εκ των υστέρων. Επί της ουσίας, βέβαια, ο δίσκος δεν έχει ακριβώς σχέση με το death. Όπως και οι δυσαρμονίες των DsO (και όσο βρίσιμο έφαγαν) δεν έχουν σχέση ακριβώς με τους blackαδες.
Όλα, μα όλα, ξεκινάνε και τελειώνουν σε όσα αποφάσισε και υλοποίησε ο Vicotnik το 1995, το 1998 και το 1999 – και τιμωρήθηκε πολύ για αυτά, ειδικά για το Written. Τους καρπούς του, δεν τους έδρεψε ποτέ. Αυτή την πιασάρικη δυσαρμονία, την αρχικά αφιλόξενη αλλά υπόγεια εθιστική που επανέρχεται συχνά, αυτή την εκρηκτική ενέργεια και την απελευθέρωση της Munch-ικής κραυγής που σαν καρκίνος κάνει μετάσταση στον ψυχισμό σου και όχι μόνο στην βιολογική σου ηλικία – γιατί οι Ulcerate είναι συγκρότημα μιας κρίσης – όλα αυτά, δεν τα ανακεφαλαίωσαν στις μετοχές τους οι Ved Buens Ende, οι Dodheimsgard και οι Virus. Αυτούς τους καρπούς τους έδρεψαν κάτι γαλλοφινλανδοί (ακατανόμαστοι) και μετέπειτα, οι Νεο-Ζηλανδοί.
Τίποτε το κακό με αυτό, πέραν της μη-απονομής δικαιοσύνης. Επειδή όμως, αυτή η κρίση είναι πλέον πραγματικότητα και όχι εκτίμηση, οι αισθητικοί μετασχηματισμοί είναι πιο αναγκαίο από ποτέ. Σε αυτό το κομμάτι, το συγκρότημα πάντα ήταν ένα βήμα μπροστά (αποκορύφωμα, για εμένα, το Stare Into Death).
Όσα μαγικά έκαναν οι Ulcerate στο Destroyers, εισήγαγαν ξανά το ισοζύγιο συναλλαγών ανάμεσα σε ακροατή και καλλιτέχνη. Πιασάρικες στιγμές υπήρχαν – πάντα θα υπάρχουν. Αλλά ήταν τοποθετημένες έτσι ώστε να μοχθήσεις πριν το ξέσπασμα. Το ξέσπασμα αυτής της φωνής, αυτής της κιθάρας και αυτών των τυμπάνων, στο μυαλό μου πάντοτε θα είναι ο μοναδικός άξιος συνεχιστής των ισοπεδωτικών ηδονών του RebelExtravaganzza.
Δεν θα αναλωθώ στα τετριμμένα σχόλια, για το τί απαιτεί ο καλλιτέχνης από εσένα κοκ. Η ευχαρίστηση υπάρχει εκεί που τη βρίσκεις εσύ. Οι Ulcerate αυτό που κατάφεραν είναι να επιβάλλουν ένα διαφορετικό καταναλωτικό μοντέλο, στο κουρασμένο και πνευματικά ανενεργό κοινό που εκμεταλλεύονταν εταιρειάρχες και τοτέμ. Δεν πρόκειται για μανιχαϊσμό. Για να κατανοήσεις τις εξάρσεις και τις υδάτινες ατμόσφαιρές τους – δηλαδή, την deathεκδοχή του Comeasyouare – έπρεπε απλώς να ευθυγραμμιστείς για λίγο με τα vibes τους. Να αποδεχθείς την ηγεμονία του καλλιτέχνη, την αφήγησή του (το ξεχνάμε πολύ συχνά, ότι εδώ έχουμε αφηγήσεις) και το κλείσιμο που επιβάλλει αυτός.
Ίσως το πιο χαρακτηριστικό τέτοιο κομμάτι τους, να είναι το ομότιτλο από το Vermis. Λίγο μετά την μέση, αυτό το τόσο riff-ατο ξέσπασμα, που τόσο αργά και τόσο επίμονα χτίζουν, και χτίζουν, και χτίζουν σε όλο το κομμάτι. Όσα σπουδαία έκαναν οι Neurosis στο ThroughSilverinBlood και στο TimesofGrace, πλέον εδώ επιβάλλονται στον ακροατή με έναν πιο άμεσο τρόπο. Για αυτό άλλωστε και το Vermis παραμένει ο πιο δύσκολος δίσκος τους – ατμόσφαιρες, ναι, riffs, ναι. Αλλά χωρίς καθόλου νερό. Σαν να κοράκιασε το συγκρότημα και οι ατμόσφαιρες να έχουν γίνει σκόνη. Το μουντό, μαύρο εξώφυλλο ντύνει κατάλληλα τον πιο απαιτητικό δίσκο τους.
1.4.0-23B-MJMHCLPNAPWDRSPM3VWIPDRFEA.0.2-8
Αυτόν τον χαρακτηρισμό τον διεκδικούσε και το Shrines of Paralysis, το οποίο, στο μυαλό μου, είναι πάντοτε απόν. Χαμένο, όπως και εγώ την περίοδο που βγήκε, το εκτίμησα πολύ αργότερα, στο πρώτο lock down. Επιστροφή στην αισθητική του Destroyers, πολύ περισσότερη μελωδία και μια παραγωγή – ωδή στο μπάσο του Kelland. Προφητικά, αυτός ο δίσκος είναι το alter ego του “Cutting…”. Εδώ έχουμε τις πρώτες επιτηδευμένες δυσαρμονίες, το «χάος για το χάος και όχι για την ηδονή». Μου είχε προκαλέσει έναν έντονο εκνευρισμό αυτός ο δίσκος, είχα απορήσει τί προσπαθούσαν να αποδείξουν. Το συνέδεσα με το The Synarchy of Molten Bones, μια τεράστια απογοήτευση από το τοτέμ των DsO. Όταν η δυσαρμονία έγινε σκοπός και όχι μέσο.
Οι νεοζηλανδοί το κατάφεραν καλύτερα, ωστόσο το καμπανάκι είχε χτυπήσει.
Για το πρώτο lockdown, τα έχω γράψει αμέτρητες φορές εδώ. Αποτελεί μια στιγμή συλλεκτική και καθοριστική για πολύ κόσμο. Όταν έσκασε το StareIntoDeathandBeStill ήμουν στον κόσμο μου. Το εκτίμησα με τον καιρό, όταν δηλαδή ξανά βίωσα την ανάγκη για ατμοσφαιρικά ακούσματα. Το εκτίμησα όταν ξανά άκουσα Mgla, Kriegsmaschine και όταν ανακάλυψα τους Panzerfaust. Όταν, δηλαδή, όλη η κληρονομιά των Ulcerate, με την κοινωνική διάσταση μιας μηδενιστικής φθοράς, έσκασε στη μάπα μου. Δεν έχω αποτιμήσει ακόμη, προσωπικά τουλάχιστον, την συνεισφορά αυτών των ακουσμάτων. Αποτελούν ένα τεράστιο κεφάλαιο για εμένα αλλά ακόμη σκέφτομαι την διεργασία αποκοινωνικοποίησης που εκκίνησαν, επέβαλλαν και εν τέλει εδραίωσαν μέσα μου.
Στον προτελευταίο τους δίσκο έκαναν όλα, μα όλα, όσα ήλπιζα να κάνουν. Και τα έκαναν σωστά. Έκοψαν τον ομφάλιο λώρο τους, έκοψαν ακόμα και αυτό το σκουριασμένο συρματόπλεγμα ανάμεσα στο death και το black και μέθυσαν από το Times of Grace. Αλλά αυτό το «κακό» μεθύσι, που ξεκινάει πρωί, διατηρεί μια ενεργητικότητα και μια εφορία, μέχρι να «σπάσει» το βράδυ. Όπως σπάσει. Ο αγαπημένος μου δίσκος τους απαιτεί πολλά, δίνει περισσότερα, αλλά κυρίως είναι η καλύτερη δυνατή εξισσορόπηση ανάμεσα στο συναίσθημα και την βία. Η κρίση του νεοφιλελευθερισμού, η διάψευση των προσδοκιών αλλά και η κατάρρευση της δυτικής ηγεμονίας που σκιαγραφείται στον ορίζοντα (με όποιον τρόπο γίνει) σε αναγκάζουν να επισκεφτείς σχέσεις, ανθρώπους και πιστεύω. Το Stare… αντικειμενικά σε συγκροτεί για να αποκοπείς αποτελεσματικά από τα δύο πρώτα και να αλλοιώσεις σημαντικά τις τελευταίες. Οι δυναμικές του δεν πέφτουν συχνά, οι εξάρσεις φαίνονται πιο «αργές» ακόμη και εάν στα τύμπανα είναι ο καλύτερος drummer των καιρών μας (μαζί με τον Darkside). Ίσως είναι πιο κοντά στην «ατμόσφαιρα» που βρίσκαμε στο Blessed Are The Sick και στην εξαιρετική του παραγωγή. Αλλά πάνω απ’ όλα, είναι κοντά στους Neurosis του Given to the Rising. Η δυναμική στις κιθάρες αλλάζει. Σπάνε στα δύο, με τα leads να έχουν αμιγώς μελωδικό προσανατολισμό και να αυτονομούνται αναλόγως. Σε αυτά χρεώνεται η ήττα που φέρνουν τα ξεσπάσματα (θριαμβευτικά στην αρχή). Για εμένα είναι ο αγαπημένος μου ακριβώς επειδή κατάλαβαν τι μπορούν να κάνουν. Ναι. Τότε το κατάλαβαν. Τότε ενηλικιώθηκαν πραγματικά.
Ήταν ο πιο προσβάσιμος δίσκος τους, μέχρι το σοκ που μας ήρθε κάπου αρχές Μάρτη.
Δεν θυμάμαι ποιο κομμάτι από το CuttingtheThroatofGod (και γαμώ τους τίτλους) είχα ακούσει πρώτο, αλλά θυμάμαι ότι μετά από μια ακρόαση, έμεινα να αναρωτιέμαι τί είχαν πάθει οι Ulcerate και έβγαζαν ψευτοατμοσφαιρικά άσματα για κόσμο που βαριόταν να ακούσει Ulcerate.
Όταν έσκασε εν τέλει το αρχείο στον υπολογιστή μου, έχοντας ηρεμήσει κάπως αλλά έχοντας σίγουρα και ανάγκη για αποφόρτιση, άκουσα τον πιο ποπ death-black δίσκο της χρονιάς. Και μου άρεσε.
Οι Ulcerate πήραν το VisceralEnds του προηγούμενου δίσκου και το έκαναν δίσκο. Ορθώς. Δεν ξέρω τι συζήτησαν πριν μπουν στο studio, ξέρω ότι δεν θα τους συγχωρούσα εάν συνέχιζαν στο μοτίβο του Shrines. Από εσάς περιμένω το τέλος του κόσμου. Όχι τεχνικές εκδοχές νεκρών ήχων. Ο μακράν πιο εύκολος και βατός δίσκος τους έχει ρεφραίν (ναι). Έχει κανονικές μελωδίες να χρωματίζουν σαν θέμα ολόκληρο το κομμάτι. Επανέρχεται η υδάτινη ατμόσφαιρα και πλέον, όλα είναι εκεί από την αρχή. Τουλάχιστον, έτσι νιώθω. Δεν κόπιασα για να δακρύσω στα μισά του TheDawnisHollow, στο σημείο που θυμούνται τα νιάτα τους, χτίζουν, χτίζουν, χτίζουν για να ξεσπάσουν. 3-4 ριφς είναι όλο το κομμάτι. Και δεν ήθελα τίποτε παραπάνω. Απλώς, δεν κόπιασα. Δεν μόχθησα. Και αυτό το φοβάμαι.
Η κυκλοφορία είναι εξαιρετική, προσεγμένη σε κάθε άποψη (ακόμη και το εξώφυλλο το συγχώρησα). Στιχουργικά θα βρεις το νόημα που θες – έτσι είναι οι καλοδουλεμένοι στίχοι. Απλώς, πλέον έβγαλαν το δικό τους «SupervillainOutcast» (ή, για να είμαστε πιο προκλητικοί, το δικό τους Powertrip). O αγαπημένος μου DHG δίσκος, σαφώς, αλλά αυτός που λόγω εθισμού στις κορυφές του, κινδυνεύεις να πάψεις να τον απολαμβάνεις τόσο. Όσα βιώνονται εύκολα, κάποιες φορές (όχι πάντα) ξεχνιούνταιεύκολα. Αυτό με ανησύχησε εκ πρώτης όψεως σε έναν τόσο άμεσο δίσκο, που άλλωστε δεν απευθύνεται σε αμιγώς death metal κοινό. Μόνο κερδισμένος θα βγει κόσμος που δεν έχει επαφή με το συγκρότημα, για να γνωρίσει πρότερα έργα του.
Η πιο συναισθηματική στιγμή των Ulcerate, στα πλαίσια ευρύτερων αλλαγών παντού, είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη. Ευθυγραμμίζεται με τις ανάγκες ολονών μας (ελπίζω και τις δικές τους). Επικεντρώνεται στο ξέσπασμα, επιταχύνει την ηδονή και το συναίσθημα της τραγικότητας που εισήγαγαν λαθραία στο «Shrines…». Το Paracletus τους, θα πω. Άψογα.
Για τον ανοιξιάτικο χαρακτήρα της μουσικής που μας απασχολεί, έχουν ειπωθεί λίγα. Προσωπικά, την άνοιξη εδώ και τέσσερα χρόνια την περνάω με Ghost, Devil’sBlood, Mazoha (φυσικά) και τις electroκυκλοφορίες των Lost. Είναι η δική μου έννοια μιας ευφορίας που απαιτεί ηλιοφάνεια. Ο δικός μου αισιόδοξος σοβιετικός ρεαλισμός. Παρότι πλέον η ευφορία απαιτεί από μένα ενέργεια που δεν έχω το βράδυ (την στιγμή, δηλαδή, που απολαμβάνω τις περισσότερες ακροάσεις μου), οι στιγμές που θα βγω για μια βόλτα με ήλιο είναι κρίσιμες. Μεταφέρομαι σε περιόδους α-χρονικές (πρώτο lockdown, συγκεκριμένα). Εάν μνημονεύω τόσο αυτούς τους δύομιση περίπου μήνες, πέραν της ευχαρίστησης που μου προσέφεραν δηλαδή εκείνη την περίοδο, είναι επειδή εκείνη την περίοδο θυμάμαι να βιώνω για τελευταία, μάλλον, φορά, μια περίεργη αίσθηση αισιοδοξίας, ευφορίας, ενέργειας, να νιώθω δηλαδή για πρώτη φορά στην ζωή μου την άνοιξη στην «ποιητική» ή «κυριολεκτική» εκδοχή της. Για αυτό και το ισοζύγιο έχει μέσα και το 666 International, τους Kriegsmaschine (πάντοτε μου έβγαζαν ενέργεια και ίσως οργή), τους NeoInferno 262 και ίσως τους Mysticum.
Αυτή η περίεργη αίσθηση ενέργειας και ζωντάνιας που θα ξοδέψεις ηθελημένα, μέχρι την νύχτα να αλλάξεις τελείως την ρότα και να αναζητάς κάτι πιο κοντά στα συναισθηματικά ξεσπάσματα των Joy Division (τα οποία, όπως σε κάθε καλλιτέχνη που σέβεται τον εαυτό του, πρέπει να αποστασιοποιηθείς, για να τα βιώσεις κατάλληλα) ευνοεί τις ευφορικές πτυχές, τις ανοιξιάτικες, όπως προείπα, του ήχου που μας απασχολεί. Αυτή την ενέργεια θέλεις εκείνη τη στιγμή να την ξοδέψεις και μια διέξοδος είναι σίγουρα αυτή η ένταση που πάντα μου έβγαζαν όλες αυτές οι μουσικές επιλογές. Ακόμα και στις καταστροφικές – μισανθρωπικές/μηδενιστικές οριακά – πτυχές που ορισμένες είχαν, υπήρχε πάντοτε μια ικανοποίηση, εν είδει κρυφού πανηγυρισμού ή υπόγειου ξεσπάσματος. Κοινώς, το ατμοσφαιρικό για εκείνες τις (λίγες) ώρες, έφευγε απ’ το παράθυρο.
Το βράδυ, επανερχόταν, και ακριβώς σε μια τέτοια περίοδο εδραιώθηκε στην δισκοθήκη μου το dark/synthwave. Ξεκούραστα βράδια. Βράδια με ενέργεια. Κυρίως όμως, ανοιξιάτικα βράδια, όπου η αίσθηση της «απαισιοδοξίας» περισσότερο αισθητική είναι, παρά ουσιαστική – η ενέργεια που προανέφερα μας (με) μεθάει, μας (με) κάνει (έκανε) να πιστεύουμε πως ορισμένα πράγματα είναι εφικτά.
Στο μυαλό μου, όλη αυτή η ενέργεια που απελευθερώνεται με τέτοιες μουσικές κυκλοφορίες, περισσότερο σχετίζεται με την αισιοδοξία παρά με τον μηδενισμό που συνήθως πουλάνε διάφοροι αρκετά αισιόδοξοι έμποροι. Αμιγώς παγανιστική, αυτή η αισιοδοξία είναι πιστή στον κύκλο της ζωής. Αναγεννάται σχεδόν καθημερινά – η στιγμή του θανάτου της είναι το βράδυ, η νιότη της κατά το μεσημέρι.
Η συγκεκριμένη κυκλοφορία, που ήρθε κυριολεκτικά απ’ το πουθενά για ανυποψίαστους σα και του λόγου μου, προφανώς φέρει πολλά κοινά με τις κυκλοφορίες των (του) ξόρκι – στην περσινή είχα αναφερθεί και εδώ. Η περιγραφή που επέλεξαν (ντίσκο μπλακ μέταλ) πέραν του πόσο εκστατικά τέλεια είναι (θες να προωθήσεις μόνο σου το υλικό παντού), προσεγγίζει κάπως όσα προανέφερα περί ευφορίας.
Είναι μπλακ ; Εξαρτάται, αλλά δεν με αφορά προσωπικά. Ορισμένα σημεία εδώ, παιγμένα με τον κατάλληλο εξοπλισμό θα έκλειναν ύμνους του μαυρομεταλλικού ιδιώματος. Υπάρχουν εδώ μελωδίες και «σιδηροδρομικό» drum machine που περισσότερο θυμίζουν τα ζωντανά σημεία του TransylvanianHunger παρά τις synthwave κυκλοφορίες με τις οποίες μόνο εξωτερικά συνορεύουν. Μια αύρα από CelticFrost συστήνεται, στην φλέβα πειραματισμού που χτυπάνε διάφοροι (λίγοι με επιτυχία).
Δεν ξέρω πόσο «επαρχιώτικο» άκουσμα είναι η Παγανή Κυριακή – δεν έχω καταφέρει ακόμη να δοκιμάσω κάτι αντίστοιχο. Για το πεδίο που με αφορά και που βιώνω άμεσα, αυτές οι κυκλοφορίες ισορροπούν άψογα στις δύο στιγμές που ξεχωρίζω πλέον στην ημέρα μου – την ανοιξιάτικη ημέρα μου, για να είμαι πιο σαφής. Όσα συμβαίνουν στο ομότιλο και στο Συλλυπητήριο Γεύμα (χριστέ μου, τί τίτλος) είναι ενδεικτικά και συνοψίζουν όσα μαγικά παρουσιάζουν σε αυτή την κυκλοφορία οι δύο δημιουργοί της. Αμιγώς μπλακ υλικό, στα ξεσπάσματά του κλείνει το μάτι στις εκρήξεις ζωντάνιας που ένας Ινδός εισήγαγε μαστουρωμένος και μεθυσμένος στον ήχο μας, λίγο πριν κλείσει η χιλιετία.
Η Παγανή Κυριακή απευθύνεται αμιγώς σε όσους κάνουν βόλτες μόνοι. Όχι από σνομπάρισμα, αλλά επειδή το μπαρ που ο καθένας ανοίγει μέσα στο κεφάλι του (πόσα παρέμειναν ανοιχτά μετά το lock-down) έχει συγκεκριμένη πολιτική ως προς τους πελάτες. Έχω ακυρώσει έξοδο, ξεστομίζοντας το αμίμητο και εκπληκτικά αγενές «εάν έπινα θα ερχόμουν», μόνο και μόνο για να βγω μετά από κανά δίωρο, με τα ακουστικά και το προαναφερθέν soundtrack.
Χρειαζόμαστε τέτοιες κυκλοφορίες επειδή περνάνε ορισμένους Ρουβίκωνες για εμάς, προσφέροντάς μας μια ευφορική αρμονία την στιγμή που τα πάντα τριγύρω αλλοιώνουν την αίσθηση του χρόνου. Η ψυχεδέλεια της σταδιακής αποσύνθεσης απαιτεί από μέρους μας ψυχραιμία. Σαν σε πανηγύρι στην νορμανδική Σικελία (όπως φαίνεται από ένα εκπληκτικό εξώφυλλο), η γιορτή στο δικό μας μπαρ τεμαχίζει για λίγο τον χωροχρόνο, για να επανέλθουμε στα χαρακώματα.
Έχουν κλείσει σίγουρα δέκα χρόνια από τότε που διάβασα αυτές τις λέξεις σε κάποια αφίσα στη Θεσσαλονίκη. Δεν μπήκα καν στον κόπο τότε να ψάξω εάν πρόκειται για στίχους, εάν ανήκουν σε κάποιον, σε τί αναφέρονται – δεν είχε καμία σημασία. Στο μυαλό μου, τότε αυτό λειτούργησε ως μια απαισιόδοξη παρατήρηση για την συγκυρία που εγώ βίωνα κάπως διαφορετικά.
Δεν είχα ακριβώς επίγνωση των αλλαγών στην ελληνική κοινωνία γιατί τότε ανακάλυπτα πολλά πράγματα που για μια μεγάλη χρονική περίοδο ήταν δεδομένα, αλλά τώρα, το 2024 έχουν χαθεί. Τότε όμως, αυτά τα πράγματα, αυτές οι σχέσεις, αυτές οι πρακτικές, οι νόρμες, οι αντινόρμες, όπως θέλετε πείτε το, μπορεί να δέχονταν χτυπήματα, μπορεί (ορισμένες) να έπνεαν τα λοίσθια, αλλά δεν ήταν παρελθόν.
Έζησα την αρχή της μετάβασης, και συνεπώς αυτή ακριβώς η παρατήρηση περί θανάτου – επιθανάτιου ρόγχου, επί της ουσίας – μου φαίνεται τώρα τόσο προφητική αλλά τότε ήταν απλώς ενδιαφέρουσα.
Πολλά έχουν αλλάξει έκτοτε. Τότε, όντως ήμασταν στην μετάβαση, πλέον βλέπουμε τα αποτελέσματα, και για πολλά από αυτά δεν ήμασταν έτοιμοι. Το πώς τα διαχειριζόμαστε είναι μια κουβέντα σχετική με αυτή την κυκλοφορία των Kvadrat. Η χριστιανικού τύπου μεμψιμοιρία δεν προσφέρει κάτι το χρήσιμο και αυτός ο δίσκος είναι χρήσιμος (και, υπό μια έννοια, κρίσιμος, εάν νιώθετε ευθυγραμμισμένοι μαζί του).
Η μουσική συνοδεία εκείνων των στιγμών της ζωής μου πλέον έχει εγκατασταθεί μόνιμα στην καθημερινότητά μου. Όπως και οι λέξεις που προανέφερα, έτσι και αυτά τα μουσικά μονοπάτια αποδείχθηκαν προφητικά, αναγνώρισαν ότι πλέον τα ψυχικά μου πνευμόνια δεν αντέχουν πολύ αέρα και άρα προσαρμόστηκαν αμφότερα αναλόγως.
Εάν διαβάζουμε Τσίρκα και Μπέκετ, είναι επειδή αμφότεροι περιγράφουν μια διέξοδο. Αναφέρω τα δύο ονόματα αυτά επειδή ο ρεαλισμός τους είναι παραγωγικός. Υπάρχει παραγωγική απαισιοδοξία, όπως και μίσος, οργή κ.ο.κ. Η συμφιλίωση που περιγράφει η μουσική των (του) Kvadrat με αυτές τις όψεις του ψυχισμού μας, χρωστάει σαφώς πολλά στους Ulcerate, αλλά στο μυαλό μου αδελφή κυκλοφορία αυτού εδώ του εξαιρετικού (από κάθε άποψη) ντεμπούτου δεν είναι άλλη από το ντεμπούτο των Λήθη.
Η αισθητική του λεκτικού μαχαιρώματος είτε σε black είτε σε death σοκάκια είναι αποτελεσματική και πειστική για αυτό που ζητάω σαν ακροατής, από την μουσική υπόκρουση της συγκυρίας. Μελωδίες ναι, οι «δικές» μας. Οργή όπως τα ξεσπάσματα των νεοζηλανδών που επίσης αναλαμβάνουν να ντύσουν ηχητικά την συγκυρία. Ορισμένες φορές, η τέχνη μετατρέπεται σε εργαλείο ή καύσιμο, φέροντας πάνω της την σφραγίδα μιας συγκυρίας που δυστυχώς την γέννησε. Λέω δυστυχώς γιατί η κούραση της Σηπτικής Ανυπαρξίας (μην αρχίσουμε για στίχους/τίτλους, δεν θα τελειώσουμε ποτέ) δεν μπορεί να γίνει κατανοητή από μια κοινωνία στην «εφηβεία» της.
Ένα τέλος απλωμένο σε δεκαετίες, αντικειμενικά ενέχει μια μορφή μιθριδατισμού. Μια συνήθεια, μια ανηδονία. Νομίζω η κατάλληλη φράση για την ηδονή που φέρνει η ακρότητα της Φρικτής Δυσαρμονίας, είναι η «αναταραχή μιας ανηδονίας». Περίπλοκο, αλλά μάλλον εξαιρετικά ανθρώπινο, μέσα στα δάκρυά του.
(Ο τίτλος που προηγήθηκε – δεν θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστός- καθώς και το εξαιρετικό και αμιγώς «εσωτερικό» κείμενο που ακολουθεί αποτελεί ανταπόκριση του φίλτατου Κωστή, που έκανε αυτό που δεν έκανε το blog. Έβαλε στην άκρη τα γεράματα και ακολούθησε τις λατρευτικές πρακτικές που μας κρατάνε ακόμα ζωντανούς. Τον ευχαριστώ πραγματικά για την ανταπόκριση.)
Τι είναι Μεγαλοπρέπεια; Μεγαλοπρέπεια αποπνέει η εικόνα του γερο-Θέοντεν όταν καλεί κοντά του για μια τελευταία φορά τους ελεύθερους ανθρώπους του Ρόχαν, μπροστά από τα τείχη της πολιορκούμενης Μίνας Τίριθ. Αποτελεί μια έννοια που εμπεριέχει την έντονη έκφραση συναισθημάτων δέους και συγκίνησης, συναισθήματα τα οποία σε (σπάνιες) περιπτώσεις προσθέτουν αριστοτεχνικά, μια νέα διάσταση στην υπνωτιστική, δραματική και (πάντοτε) εσωστρεφή φύση του blackmetal.
Τα στεγανά αυτού του ιδιώματος δεν μπορούν να συγκρατήσουν (ευτυχώς) το ποτάμι που είναι η μουσική των Emperor. Εδώ δεν θα βρεις μόνο πρόκες, νεκροταφεία και τσεκούρια, όλα στοιχεία της χειμαρρώδους γένεσης του ήχου, αλλά κυρίως στιγμές όπου απορείς. Απορείς πώς γίνεται στα 18 του ένας άνθρωπος να συλλάβει ένα δίσκο όπως το InTheNightsideEclipse, ενώ ο μέσος μεταλλάς στην ίδια ηλικία μαθαίνει να κατουράει εντός της λεκάνης. Αυτοί οι όχι και τόσο χαμογελαστοί Σκανδιναβοί λοιπόν, μας επισκέφτηκαν το περασμένο Σάββατο, 27 χρόνια (!) μετά την τελευταία τους εμφάνιση στην Ελλάδα. Η ζωντανή απόδοση του επιβλητικού ενορχηστρωμένου χάους των Emperor ήταν δίκαιη και έγινε πράξη.
Δεν θα αναλωθώ σε εκτενή σχόλια που αφορούν το χώρο διεξαγωγής, ο οποίος ήταν άρτιος σε θέμα ήχου και φωτισμού, θα επιμείνω όμως σε ορισμένα χρώματα από εκείνο το βράδυ. Όχι αγαπητοί φίλοι μου, δεν αναφέρομαι στο χρώμα της κιθάρας του κύριου Tveitan, που έμοιαζε με περιτύλιγμα σοκολάτας Lila Pause. Τα χρώματα τα οποία στοιχειώνουν τα δικά μου όνειρα τα τελευταία βράδια, είναι δύο. Το πρώτο είναι το χαρακτηριστικό μπλε, με το οποίο φιλοτέχνησε ο Kristian Wåhlin το εξώφυλλο του μνημειώδους InTheNightsideEclipse.Ένα ερεβώδες μπλε το οποίο έλουζε τη σκηνή καθ’ όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης του «Into The Infinity Of Thoughts». Μια επική σύνθεση με διάρκεια κάτι παραπάνω από 8 λεπτά – η πρώτη μου επαφή με τη μπάντα σαν έφηβος, στο τέλος της οποίας θυμάμαι να ρωτάω τον κολλητό μου:
« Τα παίζουν ολόκληρα τα κομμάτια; »
Δεν μπορούσα να αντιληφθώ πώς είναι δυνατόν αυτές οι μακροσκελείς συνθέσεις να ξεδιπλώνονται τόσο μαεστρικά μπροστά μας και ταυτόχρονα να αφήνουν τη γεύση ενός απόηχου μεσαιωνικών (grim) παραμυθιών με αρχή, μέση και Επικό Τέλος. Η κορώνα στο κεφάλι των Emperor, το σημείο που ξεκινάει η μαγεία, βρίσκεται πάντα λίγο πριν το τέλος. Σαν να μην φτάνει η χιονοθύελλα από riffs, blastbeats και έξυπνα τοποθετημένα πλήκτρα, θα φροντίσω να σου τραγουδήσω καθαρά στο κλείσιμο, να σου αφήσω κάτι ακόμα να θυμάσαι. Θέλω να ταυτιστείς μαζί μου όταν καλώ σπαρακτικά το Πνεύμα της Νύχτας να παραλάβει την Ψυχή μου. Βαθύ πράσινο βγαλμένο από τα σωθικά του Θηρίου που ακούει στο όνομαAnthemsToTheWelkinAtDusk. Όταν η σκοτεινή φιγούρα στη μέση της σκηνής αναφώνησε «Ye Entrancemperium!», ήταν πλέον αργά. Το ταξίδι της Αναζήτησης έφτασε στο τέλος του, είτε βρήκες την απάντηση, είτε όχι. Τότε θυμήθηκα το χρώμα με το οποίο « ντύθηκε » η Μίνας Ίθιλ όταν την σκέπασε η Νύχτα.
Οι Emperor δεν παίζουν black metal, παίζουν Μεγαλοπρεπές Χάος.
Πιάνοντας (και, συνάμα, αφήνοντας αμέσως) το νήμα από το προηγούμενο κείμενο, επανέρχομαι σε όσα είπαμε περί υπαρξιακού τρόμου. Εάν κάτι λειτουργεί εκεί με όρους σοκ (εξωγενούς/εσωγενούς), αυτό δεν είναι άλλο από τον τοίχο που αντιβαίνει την λογική σου : αδυνατείς να συλλάβεις το τίποτα γιατί, στην μέχρι τώρα ζωή σου, έχεις μάθει σε αφηγήσεις που απολήγουν κάπου. Όλα, ακόμη και τα πλέον παρανοϊκά, έχουν ένα εσωτερικό νόημα. Έτσι απαιτείς να είναι και με τα υπόλοιπα πράγματα που σε περιτριγυρίζουν (απολήγοντας εν τέλει σε μια τελεολογική οπτική, ακόμη και υποσυνείδητα). Τίποτε το πρωτόγνωρο σε όλα αυτά, ωστόσο αυτή η αφαίρεση του «πρέπει», αυτή η εκ των έσω αποσύνθεση της «πλοκής» που οφείλει να έχει η ζωή σου δεν μπορεί να συμβεί εν μια νυκτί.
Διαβάζοντας Ντε Σαντ, όπου η έννοια του ασφυκτικά κλειστού χώρου είναι πάντα παρούσα, όπου η πλοκή δεν χρειάζεται να απολήγει σε κάτι το θετικό (στην εκδίκηση ή στην λύτρωση), αναγκαστικά ανακάλεσα όλες τα «ρεαλιστικά» προϊόντα τέχνης που έχω γευθεί στο παρελθόν (ο Ντε Σαντ δεν ανήκει ασφαλώς σε κάποιο «ρεαλιστικό» ρεύμα), και που, αποδεχόμενα και εκείνα την προαναφερθείσα συνθήκη, σταματούν να βασανίζουν το κοινό και ενεργοποιούν την έννοια της «θείας δίκης». Ακόμη και όταν αυτή έρχεται με την μορφή αντιβίας, όπου μάλιστα ενεργοποιούνται μέσα σου διάφορα αντιφατικά μεταξύ τους αισθήματα. Ο αριστερός άνθρωπος απεχθάνεται τη βία, και είναι για αυτό μια τραγική φυσιογνωμία, αλλά μπορώ σίγουρα να σκεφτώ ορισμένες σκηνές δικαίωσης/λύτρωσης όπου η αηδία ούτε που μου πέρασε απ’ το μυαλό.
Το ερώτημα ασφαλώς έχει πολλαπλές προεκτάσεις και η απόλαυση βρίσκεται εκεί που εσύ τη βρίσκεις. Δίσκοι, ταινίες, σειρές, όλα ανακατεύονται αλλά εν τέλει το DNA σου δεν έχει αλλάξει. Ακόμη καταναλώνω τέχνη σαν να πρόκειται για το Dark Side of the Moon. Αρχή, μέση, Τέλος (με την αρχαιοελληνική έννοια κυρίως). Λύτρωση, πλοκή, εσωτερική λογική. Αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ και ούτε θα έπρεπε. Ωστόσο, η φυσική ροή της καθημερινότητας είναι ανάκατη. Το ότι εμείς προσπαθούμε να της βάλουμε τάξη είναι μια άλλη, λυπηρή στην παρούσα συγκυρία, κουβέντα.
Οι «Άποικοι» έχουν την πλέον αψεγάδιαστη ροή, σεβόμενη το Τρίπτυχο με στόχο ένα ορθό Τέλος. Ίσως το πιο ιστορικά ακριβές «Τέλος». Τοποθετούμενο χρονικά στις αρχές του 20ου αιώνα, στην Χιλή, συγχωνεύει την γενοκτονία και την εθνογένεση. Βάζει μια ακόμη ταφόπλακα (ελπίζω αυτή να αντέξει) στο ίσως/μάλλον πιο απεχθές είδος «τέχνης» που γέννησε ο ιμπεριαλισμός, το «γουέστερν». Το αισθητικό κομμάτι είναι απερίγραπτο – η φωτογραφία είναι καταπληκτική αλλά ο ήχος είναι το κλειδί για να σε φυλακίσει στον κινηματογραφικό χωροχρόνο. Δανείζεται στοιχεία από την Καρδιά του Σκότους, αλλά επιλέγει να σταματήσει και να δηλώσει προς το κοινό πώς η πλοκή ωχριά μπροστά στην πραγματικότητα. Ένας λευκός θα σκηνοθετούσε αλλιώς αυτή τη ταινία. Θα εμβάθυνε στον γενοκτόνο Βρετανό και το παρελθόν του, θα μας έδινε ορισμένες χαζές ατάκες από τον αμερικάνο καουμπόι, θα έδινε χώρο στον έρωτα να αναπνεύσει. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν συμβαίνει. Τα δύο πρώτα κτήνη δεν είναι άνθρωποι και άρα δεν τους αξίζει να κατανοήσεις τους «προσωπικούς» λόγους πίσω απ’ την τρέλα – η αποικιοκρατία και το ταξικό συμφέρον αρκούν. Όσον αφορά τώρα, τους ιθαγενείς που καλούνται να επιβιώσουν ενάντια στους ευρωπαίους λαθρομετανάστες και τους απογόνους τους, ο έρωτας είναι μάλλον κάτι που η αυταπάτη που προανέφερα στην αρχή εισάγει στο μυαλό μας, αλλά όχι στο δικό τους.
Το Τέλος εδώ είναι μια κλιμάκωση δίχως εκρήξεις. Λίγο πριν σπάσει το πρόσωπο που τα συνοψίζει όλα, επανερχόμαστε στην αρχή. Δεν υποχρεώνει κανείς την ροή της πραγματικότητας να έχει χαρακτήρα έργου. Δεν υπάρχει Δικαίωση. Το Τέλος είναι εδώ μια δήλωση. Όσα έγιναν δεν θα αλλάξουν ποτέ. Κάποιοι θα πουν ότι η ταινία σε αφήνει με ένα ερωτηματικό. Λάθος, μεγάλο λάθος.
Το ζήτημα της ταύτισης στην λογοτεχνία είναι μάλλον αρκετά προβληματικό. Βιάστηκα, όμως. Το ζήτημα της «ταύτισης» στην τέχνη είναι αρκετά προβληματικό. Η συζήτηση – όχι δυστυχώς σε όλες της τις εκφάνσεις – έχει απασχολήσει τα έντυπα που διάβαζα/διαβάζω, αλλά για μια «ορθή» απάντηση αντικειμενικά πρέπει να ακολουθήσουμε έναν αμιγώς χρονικό μίτο – μια μορφή αφήγησης που καταλήγει στο «γιατί» ο χ,ψ ηχογράφησε, σκηνοθέτησε, έγραψε κ.ο.κ. Ορισμένοι δισκογραφούν επειδή θέλουν (άσχετα εάν αυτός που θα γευθεί το προϊόν εν τέλει ευθυγραμμιστεί με αυτό), άλλοι με προσδοκία να εκφράσουν κάτι που ίσως βρει ανταπόκριση διαμέσου ταύτισης, άλλοι απλώς για να βγάλουν κάτι από μέσα τους.
Προσωπικά, όποτε διαβάζω κάτι – το ίδιο ισχύει φαντάζομαι για τους περισσότερους – θα πρέπει να τοποθετήσω τον εαυτό μου κάπουεντός του έργου. Η ταύτιση με έναν από τους χαρακτήρες είναι αντιφατική πάντα : άλλο ποιός είσαι, άλλο ποιος θα ήθελες να είσαι. Για αυτό και πάντοτε θα γελάμε με όσους εν τέλει τείνουν να θεωρούν πως είναι οι ίδιοι ντοστογιεφσκικοί χαρακτήρες που χάθηκαν σε ένα παιχνίδι του χωροχρόνου.
Με την λογοτεχνία του «φανταστικού» (αλήθεια, πόσο απεχθής μετάφραση) ή του τρόμου, το ζήτημα είναι διακριτό. Για να φθάσει κανείς σε μια διονυσιακού τύπου έξαψη/έκσταση με ένα λογοτεχνικό έργο, απαιτούνται τελετουργίες που μετατρέπουν την αφήγηση σε εμπειρία. Τρεις τέτοιες στιγμές κρατώ προσωπικά, το κλείσιμο του «Έγκλημα και Τιμωρία», τις παραισθήσεις στο τέλος του «Λύκου τις Στέππας» και την εντελώς παράφορη έκσταση που βίωσα, όταν δεν το περίμενα καθόλου, διαβάζοντας για ένα μάθημα σχολής ένα απόκομμα από την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη, ακούγοντας το soundtrack του Only Lovers Left Alive – εκεί όντως, επικοινώνησα με κάτι άλλο.
Για να επανέλθουμε στο θέμα μας. Η πλοκή του υπερφυσικού οφείλει να ακολουθεί την πατέντα του Lovecraft για να μπορέσει να είναι ανθρώπινη. Προσοχή. Όχι για να είναι «αποτελεσματική» – για να είναι ανθρώπινη. Ο υπαρξιακός τρόμος, όσο «πολυτέλεια» κι’ αν είναι σε καιρούς που η τσέπη αγγίζει επίπεδα μεσοπολέμου, δεν παύει να συνιστά (για εμένα προσωπικά) την ενσάρκωση του Απόλυτου και το κλειδί για πολλές εσωτερικές εμπειρίες. Μπορείς να ταυτιστείς, η αλήθεια είναι, με τους χαρακτήρες του Τόλκιν – αλλά μόνον με έναν πολύ αφαιρετικό τρόπο, και πάντοτε σε τελική ανάλυση. Ακόμα και στις πιο ανθρώπινες στιγμές τους, (τις Τρεις Αδελφοκτονίες που περιγράφονται στο Σιλμαρίλλιον), οι χαρακτήρες διατηρούν κάτι που δεν μπορείς να αγγίξεις στην ολότητά του – ή, νιώθεις ολίγον τι σαν τους τσαρλατάνους που περιέγραψα παραπάνω.
Η ανθρώπινη διάσταση ενός έργου δεν έγκειται στην πρακτική αλλά στη σκέψη που αυτό περιγράφει. Η φθορά και η απόγνωση δεν έχουν χαρακτήρα πάντοτε εκρηκτικό – μπορούν να απλώνονται σε χιλιόμετρα καθημερινότητας, να διαλύονται στις πιο απλές πρακτικές και να αλλοιώνουν τον εσωτερικό τους χρόνο. Με τον Λιγκότι δεν είχα καμία επαφή, μέχρι τη στιγμή που δημοσιεύτηκε το Teatro Grottesco από τους Αντίποδες.
Η μετάφραση είναι επί της ουσίας συγγραφή/δημιουργία, για αυτό και η δουλειά του Χρυσόστομου Τσαπραḯλη είναι εξαιρετική και δημιουργεί μια ζεστασιά και κυρίως μια ατμόσφαιρα απαραίτητη για να μπορέσεις να βιώσεις τις αφηγήσεις του Λιγκότι. Αφηγήσεις ανθρώπινες γιατί ο τρόμος λειτουργεί ως οδός για την απόληξη – την απόληξη σε πεδίο σκέψης και αισθήματος. Το κλείσιμο κάθε ιστορίας λειτουργεί ως καύσιμο μη – ικανοποίησης, μιας και θα επανέρχεσαι σε αυτό ξανά και ξανά με όρους ανήσυχης θαλπωρής. Αντιφατικό έργο, σαφώς, απαιτητικό μόνον εάν το βλέπεις σαν θέρετρο. Τίποτε το κακό με αυτό, εάν και το επίμετρο του μεταφραστή είναι εν τέλει περισσότερο αναγκαίο παρά χρήσιμο. Νομίζω πρόκειται για την καλύτερη αποτύπωση του νεοφιλελεύθερου, αγγλοσαξονικού καπιταλισμού (αυτού του κτήνους που δολοφόνησε τόσους και τόσους), σε λογοτεχνία τρόμου, ακριβώς επειδή αναγκαστικά επιστρέφει σε πιο πρωτόγονες μορφές αντίστασης στην φρίκη. Η αδυναμία εδώ έχει κάτι από την παιδική σου αφέλεια, που στα πλαίσια της ενηλικίωσης σε μια εντελώς διαφορετική συγκυρία από αυτή που σου περιέγραφαν μικρός, θέλεις να ξαναβιώσεις.
Πρέπει να αναφέρω πως είναι βαρύ έργο, για λόγους που σχετίζονται ακριβώς με τον επίκαιρο χαρακτήρα του, ειδικά στην φάση που βρίσκεται ο Μεγάλος Νεοφιλελεύθερος Μετασχηματισμός διεθνώς, αλλά και στην Ελλάδα. Είναι όμως εθιστικό, και κυρίως, με έναν πολύ περίεργο τρόπο, ευχάριστο και εν τέλει, σε σημεία, υλιστικάαισιόδοξο.
Ξεχάσαμε κάτι : soundtrack ανάγνωσης. Είτε Lurker of Chalice/Leviathan, είτε Swans (Children of God). Δουλεύει.