Maybe I won’t sign off tonight June 17, 2023
Posted by RaZzMaTaZz in Everyday Blues, Mp3 Scripta.2 comments
Comrade Mirni, άλλο ένα για τη λίστα σου.
Cuttlecunt October 16, 2021
Posted by RaZzMaTaZz in Bits and pieces of my world.1 comment so far
Ή αλλιώς, καλά μου bastard fairies, μουνί σουπιά.
Ήταν δεν ήταν μια βδομάδα μετά που σηκώθηκα, ωσάν τον Λάζαρο, από 15νθήμερη αναρρωτική (γιατί είμαι άμπαλη και τσακίστηκα) για να πάω στον μουνοδόχτωρ. Κι άλλα πλοκάμια, και στη μέση το motherlode Σπλόργκ 9 εκατοστών να καταπίνει ο,τι έβρισκε στο διάβα του, μαύρο κατάμαυρο -σαν το μελάνι της σουπιάς, καλή ώρα.
Στράφηκα ξανά στο χιουμοράκι της δεκάρας. Δεν είναι μουνί αυτό ρε γιατρέ, η ψαροταβέρνα “τα τρια αδέρφια” είναι. Και πάλι θα φορέσω αυτές τις σέξι (νοτ) αντιθρομβωτικές καλτσούλες μες στο κατακαλόκαιρο; Ποιος τη χάρη μου.
Το χειρουργείο κανονίστηκε στο άψε σβήσε. Μου έβαλαν τον προεγχειρητικό έλεγχο μεσημέρι, εγώ επέμενα για πρωί, εκείνοι επέμεναν πως δεν γίνεται, εξήγησα κι εγώ οτι αν δεν έχω ξεμπερδέψει πριν τις 12, έχοντας πάρει το καθαρτικό στις 9, θα τους χέσω σαν πετρελαιοπηγή ολούθε, και μαγικά βρέθηκε ώρα να με βολέψουν. Καρδιοχτύπι με την ανεμβολίαστη μάνα που ήθελε να ρθει μαζί, καρδιοχτύπι γενικότερο γιατί δεν ήταν κι όλας πως όλα πήγαιναν ρολόι και, να, μωρέ, ήρθε αυτό το μικρό στραβοπάτημα να μας αποσυντονίσει -ήμουν ήδη σε πυρηνικό fallout και ένα βήμα πριν πω στον δόχτωρα, μιας και μπαίνει, να τα βγάλει όλα να τελειώνουμε. Και το έλεγα και γελούσα και μετρούσα τις τζούρες απ’ τα τσιγάρα που δεν έπρεπε να καπνίζω, ακούγοντας Pentatonix και Κόρε Ύδρο.
Και φτάνουμε στην επίμαχη μέρα, όπου πέντε λεπτά πριν με πιάσει η νάρκωση, ο δόχτωρ μου ανακοίνωσε ατάραχος οτι “α, θα αφαιρέσουμε και το εξάρτημα”. Κάποια μαλακία πρέπει να είπα μες στην φοβισμένη μου προμαστούρα, ζάντες ή μπουζί, έχει κλείσει και η αντιπροσωπεία και που να τρέχεις τώρα, “την ωοθήκη εννοώ”, διευκρίνησε εκείνος. Ατάραχος. Στην καραπουτσακλάρα του που αυτό όχι δεν το είχε συζητήσει, ούτε καν το είχε αναφέρει πριν βρεθώ ημιναρκωμένη, με τα πόδια πάνω και το μουνί ορθάνοιχτο. Κι εκεί μου τέλειωσε το χιουμοράκι και το βούλωσα για να μην αρχίσω να ουρλιάζω, και την κατάπια τόσο καλά την κραυγή μου, που μετά δεν έβγαινε ούτε ψίθυρος.
Η ανάρρωση ήταν εκατό φορές καλύτερη από την προηγούμενη φορά. Science, byotches, it works. Είχαν πολύ δίκιο όσοι μου λέγαν οτι η λαπαροσκόπηση σήμερα δεν έχει σχέση με αυτή προ δεκαετίας. Κρατήσαμε και την ωοθήκη τελικά. Το Σπλόργκ δεν είχε προλάβει να την ισοπεδώσει. Οι βιοψίες βγήκαν σε δυο βδομάδες και ήταν όλα καθαρά. Αυτή τη φορά δεν ρώτησα ποσοστά. Ούτε πανκ άκουγα. Ούτε την αγάπη. Μόνο τις σκέψεις μου κι αυτό το εκκωφαντικό βουητό που κάνει η πραγματικότητα όταν κατουράει στη μάπα σου μπας και συνέλθεις.
Τις προάλλες πήγα για τον μετεγχειρητικό έλεγχο. Όλα καλύτερα από καλά, οι ωοθήκες πήραν μπρος κι ωορρυγνύουν like it’s 1999. Του χρόνου πάλι.
Δεν χάρηκα. Βασικά, δεν ένιωσα τίποτα. Αστείο δεν είναι; Ούτε καν ανακούφιση. Κενό και λευκός θόρυβος. Τουλάχιστον μέχρι να συνειδητοποιήσω -ξανά και ξανά και ξανά- την ανακούφιση και τη χαρά των ανθρώπων μου, της αγέλης μου, όσων αγαπάω τόσο γαμημένα πολύ και, κοίτα να δεις, μ’ αγαπούν και κείνα άλλο τόσο.
Tότε μόνο κάπως κόπασε αυτός ο λευκός θόρυβος (λευκός σαν σάβανο, σαν αυτό που τυλίξε παράτυπα ο κηδειατζής την καημένη τη γιαγιά, που ενδιάμεσα κόλλησε κοβιντ και πέθανε, και οι οδηγίες λέγαν πως έπρεπε να τη θάψουμε σε σακούλα). Κι όταν ξαναδυνάμωσε, όπως κάνει πάντα ο καργιόλης, η αγέλη των αμέτρητων λίγων μαζεύτηκε γύρω μου και τα ουρλιαχτά μας τον σκέπασαν μέχρι επιτέλους να σβήσει.
a list you can play #10 [le temps perdu] August 17, 2020
Posted by RaZzMaTaZz in a list you can play.3 comments

Πότε πέρασαν τέσσερα χρόνια ρε παιδιά;
Μουνί χταπόδι August 5, 2020
Posted by RaZzMaTaZz in Bits and pieces of my world.4 comments
[απαραίτητο disclaimer για να μην πάθουν καρδιακό οι αμέτρητα λίγοι που μ’ αγαπάνε και περνάνε που και που από δω -είμαστε και σε επικίνδυνες ηλικίες να πάρει ο δγιάλος. ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ. Αυτό δεν αναιρεί το πόσο εύκολα θα μπορούσα να μην ήμουν, και κατ’ επέκταση τη χρησιμότητα του παρακάτω ποστ-PSA]
Τα καλύτερα I TOLD YOU SO τα λέμε εμείς στους εαυτούς μας.
Τι έλεγα 11 χρόνια πριν; Κάντε προληπτικές εξετάσεις, σώζουν κώλους και ζωές, όχι φασίστες και πλαστικά σε θάλασσες και ακτές. Το έκανα κι εγώ και βρήκα το ποντίκι στο βυζί μου -πλέον φύτρωσα κι άλλα δυο να του κρατάν συντροφιά. Μέχρι που είπα “δε γαμιέται” και είχα ξεχάσει από πότε είχα να κάνω ΠΑΠ ή να πάω στον μουνοδόχτωρ, ο οποίος σημειωτέον έπρεπε να με υπερηχογραφεί κάθε χρόνο γιατί όπως κάθε horror B-movie που σέβεται τον εαυτό της, έτσι και το Splorg μπορούσε ανά πάσα στιγμή να κάνει comeback.
Κι έλεγα “δε γαμιέται” ακόμα κι όταν η περίοδός μου έφτασε να θυμίζει όντως εποχές Σπλόργκ και να έρχεται σχεδόν δυο φορές το μήνα. Μου ‘χε πει την τελευταία φορά ο μουνοδόχτωρ οτι αλλαζουν οι κύκλοι, μεγαλώνουμε, καθαρή είσαι, όλα κομπλέ. Κι έτσι πέρασαν τρία χρόνια μέχρι να διπλωθώ απ’ τους πόνους σε δυο συνεχόμενους κύκλους σε ένα μήνα και να ξαναπάω σερνομενη στον δόχτωρ Μυθριδάτη. Μου έχωσε το ματσούκι και λο και μπηχόλντ, η μήτρα μου είχε παρέα. Όχι Σπλόργκ, αλλά κάτι άλλα που έχουν όντως πλοκάμια. Και κρίνοντας απ’ το μέγεθός τους, σίγουρα δεν μου φύτρωσαν χτες. Ο δόχτωρ με κανόνισε με συνοπτικές διαδικασίες μέσα σε μια βδομάδα. Υστεροσκόπηση αυτή τη φορά, ήτοι μέθη-μαστούρα, sci-fi σκηνικά με κάμερες, καλώδια, υγρά απ’ το Erlenmeyer flask και εισαγωγή-εξιτήριο την ίδια μέρα, οπότε μιλάμε για σαφώς μικρότερη ταλαιπωρία απ’ το έπος του Σπλόργκ. Ίσως κάποια στιγμή τα εξιστορήσω όλα αυτά με λεπτομέρειες, μιας και ξέρετε καλά πως ελκύω τα ο,τι να ‘ναι σκηνικά όπως η λάμπα κάμπινγκ τα κουνούπια-γκοτζίλες (Ανοίγει παρένθεση: υπόσχομαι να μοιραστώ και το πρώτο health scare που με βρήκε το 2020, περισσότερο κωμικό παρά τραγικό, στο οποίο πρωταγωνιστούν ένα αδημοσίευτο paper, ένα μάλλον-ανεύρυσμα, κάτι ελατήρια στο κεφάλι μου και ο δόκτωρ Μπισκοτάκιας-Πατουσάκιας. Κλείνει η παρένθεση).
Δεν είναι όμως αυτή η στιγμή.
Η πιθανότητα για κακοήθεια στα χταπόδια ήταν περίπου 10%. Μην ακούσω κανέναν να λεει οτι “α, οκ, μικρό είναι, σιγά μη σου κάτσει”, καθώς κι αυτοί που πέσαν στο 10% τα ίδια λέγανε. Ζάρια είναι ρε, τα ρίχνεις κι όπως πέσουν. Κι έτσι πέρασα 8 υπέροχες μέρες ακούγοντας μόνο πανκ, όπου καταριόμουν το ξερό μου το κεφάλι, θρηνούσα τις ευκαιρίες που άφησα να περάσουν και σκεφτόμουν πόσο όμορφος είναι ο ήλιος, ο ουρανός και τ’ αστέρια και πόσο ΔΕN ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ ΡΕ ΜΑΛΑΚΕΣ.
Κι έπειτα η βιοψία βγήκε. Δεν είχα καρκίνο. So there you go. Ήμουν στο 90%. Το χάρηκα, το γλέντησα κι έπειτα η συνειδητοποίηση πως τυχαία η ζωή μου δεν χωρίστηκε σε ένα αμείλικτο πριν και μετά, με επανέφερε στην πραγματικότητα.
Η οποία είναι, καλά μου bastard fairies, οτι αν δεν μας φροντίσουμε εμείς, ΔΕΝ ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΑΛΛΟΣ ΓΙΑ ΜΑΣ. Ποτέ δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει κι όπως είπαν και οι Maiden, you never miss it ’till it’s gone away.
Φροντίστε τις εαυτές σας. Στείλτε στο δγιάλο όσους σας τρώνε την ψυχή. Μην αμελείτε τις εξετάσεις σας. Να σας προσέχετε και να σας αγαπάτε. Και ζήστε γαμώ το μπρίκι μου, πιάστε το εδώ και τώρα απ’ τα μαλλιά και ζήστε.
In botch we trust… [part XXI] June 13, 2020
Posted by RaZzMaTaZz in In botch we trust.1 comment so far
Όποιος ψάχνει, βρίσκει. Κι όποιος δεν ψάχνει, πάλι βρίσκει. Πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου ένα σημειωματάριο, στα έγκατα του οποίου υπήρχαν… ναι, το μαντέψατε, διάσπαρτες botch-o-ατάκες από διάφορα σέσσια. Δε θα μπορούσα παρά να τις μοιραστώ με το σύμπαν.

Elementary
[παίκτης τηλεφωνεί σε vampire τρεις τα ξημερώματα]
Παίκτης: Συγνώμη για το αργό της ώρας.
Vampire: Ξέρω ‘γω, λες να κοιμόμουν;!
A Storyteller’s frustration
ST: To Auspex δεν είναι ραντάρ!!!
My way or…
Παίκτης 1: [τσαντισμένος] ΥΠΑΡΧΕΙ Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΔΡΟΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ Ο ΔΡΟΜΟΣ!
Παίκτης 2: Ο Πασχάλης Τερζής είσαι;
Not that kind of blood
NPC: Τον καλούσε το αίμα.
Παίκτης: Πίεση στα γεράματα;
Listen fail
Παίκτης 1: …πλην εμού.
Παίκτης 2: Τι να σου πλύνω;!;
Diplomacy for the win
NPC: Έχετε κάποιο πρόβλημα με την clan Lasombra?
Παίκτης: Με παρεξηγήσατε, δεν έχω απολύτως κανένα πρόβλημα με την clan.
NPC: Ωραία.
Παίκτης: Μόνο με τα μέλη της.
Once more with feeling
Παίκτης: Τον πυροβολώ.
GM: Βλέπεις πως οι σφαίρες τον πετυχαίνουν αλλά δεν τον σταματούν.
Παίκτης: Πυροβολώ ξανά, αλλά αυτή τη φορά με πάθος.
Feminism for dummies
NPC: Γυναίκα χωρίς άντρα, ψάρι χωρίς ποδήλατο.
Παίκτης: Θαλάσσης;
Αβρότητες
Αν είναι κυνική; Αυτή μυρίζει λουλούδια και ψάχνει την κηδεία.
Tailor-made
Παίκτης 1: Ήταν καλοντυμένος, ραφινάτος.
Παίκτης 2: Αμφιβάλλω, στη Ραφήνα σαν λέτσοι ντύνονται.
Cheeky monkeys #3: Hunting for brain cells
* Κάτι έχει ακούσει το μάτι μου.
* Το ιδεώδες ιδεατό.
* Του κάνω intimidation χωρίς να τον τρομάξω.
* Η βλακεία είναι εθελοντική.
* Αν διατάξω ένα περιστέρι να πετάξει πάνω απ’ τα ερείπια και να μου πει τι βλέπει, πιάνεται για αεροφωτογραφία;
Because we’re not dead yet March 31, 2020
Posted by RaZzMaTaZz in Bits and pieces of my world, Retrospective.1 comment so far
[το ποστ είναι παλιό. είχε ανέβει σε ένα φέησμπουκ ακκάου που δεν υπάρχει πια. το ανεβάζω κι εδώ γιατί ακόμα κι αν αλλάζουν πρόσωπα και καταστάσεις, κάποια πράματα δεν σταματάς ποτέ να τα πιστεύεις.]
Γνώρισα τον Μ δυόμιση χρόνια πριν. Τα προσωρινά χαρτιά του έλεγαν ότι ήταν 24. “Καλέ, αυτό είναι αμούστακο” ήταν το διεπιστημονικό μας συμπέρασμα. Ρε Μ, πόσο είσαι παλικάρι μου; 24. Ρε Μ, σου μοιάζω για μπάτσος; Πες μας την αλήθεια γιατί όσο είσαι εσύ 24, άλλο τόσο είμαι εγώ η βασίλισσα της Αγγλίας. Τίποτα αυτός. Εν τέλει πήγε και καταγράφηκε και ντροπαλά μας έφερε τη νέα του κάρτα. Ρε Μ, τι γράφει εδώ; Γέλασε κοιτάζοντας το πάτωμα. 16 ο Μ. Σουήτ σιξτίν που λεν και στα ξένα. Τα δεκαεφτά τα πάτησε κάπου σε κάποια γείτονα χώρα, έχοντας κάνει κι ένα κωμικοτραγικό τουρ εντός συνόρων στο μεταξύ. Μαθαίναμε νέα του όταν έφτασε στη χώρα προορισμού -είχε βρει κάτι συγγενείς και μου στελνε φωτογραφίες στο βάημπερ όπου αυτός και τα ξαδέρφια ποζαραν α λα Snoop Dog με γυαλιά Oakley, κατευθείαν από 90s διαφήμιση για rave party. Και κάπου εκεί τον χάσαμε κ αναρωτιόμασταν συχνά πυκνά τι να κάνει, όπως αναρωτιόμαστε συχνά πυκνά που να ζει τώρα ο κύριος Ντ, αν ο κύριος Μπ βρήκε την οικογένειά του, αν ο Σ έμαθε τι απέγινε ο αδερφός του και αν η Π είναι ασφαλής κι ευτυχισμένη.
Σήμερα ο Μ με βρήκε στο γουατσάππ. Είναι καλά, δουλεύει -μου στειλε και βίντεο να τον καμαρώσουμε εν ώρα εργασίας- και σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο. Δεν θα μας ξεχάσει, είπε.
Ούτε εμείς, καλό μου.
ΥΓ. Και μετά σκέφτηκα τον κύριο Α και την κηδεία του, το χαμόγελο της Σ, τα υπέρηχα που γίναν ανθρωπάκια και με φωνάζουν auntie, κάθε δημόσια υπηρεσία που μπορώ πλέον να διασχίσω με κλειστά μάτια κραδαίνοντας εγκυκλίους και ΦΕΚ σαν φωτόσπαθα jedi κι όλους εσάς που έχουμε μοιραστεί τόσα, έχουμε γελάσει, έχουμε κλάψει, έχουμε θυμώσει κι έχουμε θρηνήσει, έχουμε γιορτάσει κι έχουμε κρατήσει το φως που καίει ακόμα και κάτω από βροχή καταρρακτώδη κι ακόμα, ακόμα κι αν δεν συνυπάρχουμε πια 9 με 5 στο γραφείο η τις Πέμπτες σε κάποιο meeting, ακόμα κι αν μας χωρίζουν θάλασσες και χώρες ολόκληρες, με βοηθάτε να συνεχίζω να πιστεύω σε έναν καλύτερο κόσμο.
When there’s a will, part IV January 20, 2020
Posted by RaZzMaTaZz in Bits and pieces of my world, The Whalebone Chronicles.2 comments
Θα μπορούσα να πω πολλά για τους τελευταίους 12 μήνες, αλλά η παρακάτω εικόνα νομίζω πως με καλύπτει πλήρως.

Nous étions formidables November 28, 2019
Posted by RaZzMaTaZz in Stranger than fiction.2 comments
«Το δέντρο μου μίλησε»
«Το δέντρο…» επανέλαβα, σχεδόν μηχανικά.
«Δεν με πιστεύεις, έτσι δεν είναι;»
Ήπια λίγο καφέ και διάλεξα προσεκτικά την απάντησή μου.
«Προσπαθώ να καταλάβω τι εννοείς»
«Το δέντρο με ρώτησε αν ήθελα να πεθάνω. Εγώ του είπα όχι, απλά δεν άντεχα να ζω άλλο έτσι. Εκείνο μου είπε εντάξει και το ξύλο έσπασε. Έπεσα κάτω. Ήμουν ζαλισμένος, πνιγόμουν, δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε. Ήρθαν και με βρήκαν. Μου είπαν οτι με είδαν απ’ τον κάμπο και έτρεξαν. Ήταν σίγουροι πως δεν θα με προλάβαιναν ζωντανό.»
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Τίτο μου μιλούσε για την απόπειρα που έκανε στο νησί. Προσπάθησε να κρεμαστεί σε μια ελιά. Τον έσωσε ο συνδυασμός της άτεχνης θηλιάς και του κλαδιού που δεν άντεξε το βάρος του. Ήταν όμως η πρώτη φορά που ισχυριζόταν πως το δέντρο του μίλησε.
«Νομίζεις πως είμαι τρελός» Έσφιξε προστατευτικά την τσάντα στην αγκαλιά του, την τσάντα που δεν αποχωριζόταν ποτέ και που περιείχε τα πολύτιμότερα πράγματα που είχε στην κατοχή του -τα χαρτιά του κι ένα κομμάτι από εκείνο το κλαδί.
«Δεν είπα ποτέ τέτοιο πράγμα, Τίτο.»
«Το δέντρο με έσωσε. Του είπα ευχαριστώ, αλλά…» Κόμπιασε, κοίταξε ολόγυρα στο δωμάτιο κι έπειτα έστρεψε το βλέμμα του σε μένα. «Αλλά είναι αρκετό; Μου έσωσε τη ζωή»
Ο κύριος Σαμίρ είχε φέρει μαζί τους χάρτες του.
«Το σκέφτηκα καλύτερα. Είμαι σίγουρος οτι είχαμε περάσει τα σύνορα. Την άλλη μέρα είδαμε το ποτάμι, άρα ήμασταν κάπου…» Χωρίς να με ρωτήσει, με τη σιγουριά του ανθρώπου που έχει κάνει το ίδιο ακριβώς πράγμα πολλές φορές, παραμέρισε τα λιγοστά χαρτιά και τη μολυβοθήκη στο γραφείο μου και άπλωσε τον μικρότερο απ’ τους χάρτες μπροστά μου. «…εδώ.» Μου έδειξε μια τοποθεσία κάπου στην άκρη, περιτριγυρισμένη από γραμμές και σημειώσεις. «Θα μου δώσουν βίζα; Αν τους εξηγήσω, θα μου τη δώσουν;»
«Λένε πως ορφανεύεις πραγματικά μόνο όταν χάσεις τη μητέρα σου», επαναλάμβανε ο κύριος Ετιέν ενώ έκλαιγε με λυγμούς. Είχε μόλις χτες μάθει πως έχασε τη δική του. Είχε να την δει απ’ όταν έφυγε -κοντά δυο χρόνια. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως δεν θα την ξανάβλεπε. Πέρασε από την εκκλησία στην πλατεία να της ανάψει ένα κερί αλλά δεν είχε ούτε δέκα λεπτά να ρίξει στο παγκάρι. Είχε κόσμο, τον κοιτούσαν. Ντράπηκε κι έφυγε.
Έστριβε τσιγάρο με το ένα χέρι. Οι κινήσεις των δαχτύλων της ήταν μαγευτικές και ακατανόητες. Ένιωθα σαν να κρυφοκοιτούσα τον καλύτερο ταχυδακτυλουργό του κόσμου. Θα αρκούσε αυτό για να την ξεχωρίσω μέσα στο χάος του μαγαζιού, ακόμα κι αν δεν μου είχε ήδη τραβήξει την προσοχή το χαρακωμένο από ουλές κολόβωμα στον αριστερό της ώμο. Δεν το έκρυβε -το αντίθετο. Οι μακριές της τζίβες έπεφταν απ’ τη δεξιά μεριά του κεφαλιού της, αφήνοντας ο,τι είχε μείνει απ’ το χέρι της σε κοινή θέα. Παρατήρησα τους μύες σ΄εκείνο το σημείο να συσπώνται, ξανά και ξανά, όσο το δεξί της χέρι έκανε τα μαγικά του. Κι έτσι, τελείως ανεξήγητα, αναρωτήθηκα πως θα ήταν αν την άγγιζα -αν θα ένιωθα αυτόν τον παλμό που κάπως, με κάποιο τρόπο, ήμουν σίγουρη πως μπορούσα να διακρίνω, παρά το μισοσκόταδο γεμάτο καπνούς και μωβ φώτα. Με το τσιγάρο έτοιμο και τέλειο ανάμεσα στα κόκκινα χείλη της, γύρισε αργά προς το μέρος μου. Τράβηξε μια βαθιά τζούρα, χαμογέλασε και μου έκανε νόημα να πλησιάσω. Κανονικά θα έπρεπε να γυρίσω να κοιτάξω πίσω μου -σίγουρα δεν απευθυνόταν σε μένα- ή να γίνω τελείως ρεζίλι κάνοντας κάποιο νόημα τύπου «τι, εγώ;». Κι όμως, κατάπια την αμηχανία μου και πλησίασα.
Την έλεγαν Λορένα και ήταν απ’ την Ισπανία. Ήταν στην Ελλάδα περίπου τρια χρόνια, πρώτα στα νησιά και τώρα στην Αθήνα. Την άφησα να με κεράσει το τρίτο ποτό της βραδιάς -δεν έπρεπε να πιω άλλο, πραγματικά. Ήταν όμως η μέρα παράξενη, εκείνη πανέμορφη και ο θυμός μου ακόμα φλεγόμενος -για τον σκατένιο κόσμο που ζούμε, για κάθε χίπη σαν και του λόγου της που έρχεται εδώ να κάνει ανθρωπιστικό τουρισμό, για όλα όσα δεν μπορώ να βάλω σε λέξεις αλλά σέρνω σαν αόρατη ουρά όπου κι αν παω, ο,τι κι αν κάνω. Το ποτό ήρθε και ενάντια σε κάθε ένστικτο αυτοσυντήρησης το ήπια λαίμαργα, σχεδόν μονορούφι, λες κι έτσι θα έσβηνε η φωτιά μέσα μου.
Δέχτηκα κι άλλο κέρασμα όσο η Λορένα μου μιλούσε για μια κατάληψη που ετοιμαζόταν στα βόρεια. Κοίταξα τριγύρω για τον συνάδελφο που είχε αμάξι -πολύ σύντομα δεν θα ήμουν σε κατάσταση να περιμένω λεωφορείο. Ή θα μπορούσα να φύγω μαζί της. Το δεξί της χέρι, όταν δεν έστριβε αριστοτεχνικά τσιγάρα που αψηφούσαν τη λογική, έβρισκε, δήθεν τυχαία, το δικό μου. Ήταν μια πρόσκληση που ξεκάθαρα περίμενε απάντηση.
«Δεν θα με ρωτήσεις;» μου είπε ξαφνικά.
«Να σε ρωτήσω τι;»
«Πως έχασα το χέρι μου»
Κανονικά θα έπρεπε να της εξηγήσω οτι δεν είμαι ούτε τόσο αγενής, ούτε τόσο αδιάκριτη. Ήμουν όμως στο τέταρτο ποτό και ο κόσμος είχε πάρει μια ευχάριστη κλίση περίπου ογδόντα μοίρες.
«Θα ήθελες να σε ρωτήσω;»
Χωρίς να περιμένω απάντηση και χωρίς στ’ αλήθεια να το θέλω, κάρφωσα το βλέμμα μου ξανά εκεί, όσο αδιάκριτα με προκάλεσε να κάνω. Τότε συνειδητοποίησα πως αυτά που είχα περάσει για ουλές ήταν ένα τατουάζ -αμέτρητα κλαδιά και φύλλα που κάλυπταν ολόκληρο το κολόβωμα και συνέχιζαν να κατεβαίνουν στην πλάτη και τον θώρακά της. Δεν χρειάστηκε να διακρίνω τους μαύρους καρπούς μέσα απ’ τα φυλλώματα για να καταλάβω πως ήταν λιόδεντρο -τόσο ζωντανό, σχεδόν ανάγλυφο, τρισδιάστατο μπροστά μου. Και ήμουν πια σίγουρη, πέρα από κάθε αμφιβολία, πως αν την άγγιζα θα ένιωθα όχι μόνο εκείνον τον παλμό, αλλά και τον τραχύ κορμό με τα λεπτά φύλλα ενός πραγματικού δέντρου.
Δεν θυμάμαι αν της είπα κάτι. Θυμάμαι το χαμόγελό της κι έπειτα τον δρόμο κάτω απ’ τα πόδια μου, θυμάμαι να περιπλανιέμαι στα στενά της Κυψέλης μέχρι που έφτασα στην πλατεία.
«Ετοιμάσου για τα χειρότερα», μου είχε πει ο γιατρός ένα χρόνο πριν όσο την κατέβαζαν για τον υπέρηχο. Δεν μπορούσα να παω μαζί της γιατί έπρεπε να τακτοποιηθούν τα γραφειοκρατικά της εισαγωγής. «Μιας που θα κατέβεις, φτιάξε και το εξιτήριο της κυρα-Σταυρούλας να μην τρέχει ο γιος της», με είχε διατάξει η μάνα μου πριν απλωθεί στο φορείο. Η κυρία Σταυρούλα ήταν η καλοκάγαθη γιαγιά στο διπλανό κρεβάτι. Θα ερχόταν το μεσημέρι ο γιος της να την πάρει -δεν μπορούσε νωρίτερα, δεν του έδιναν άδεια από τη δουλειά του- αλλά το εξιτήριο έπρεπε να έχει ήδη βγει. Με τα βιβλιάρια ανά χείρας αναζήτησα το πρωτόκολλο. Ήταν σε άλλο κτήριο και έπρεπε να διασχίσω το προαύλιο. Έκανε ζέστη και ο ήλιος, ο ήλιος ήταν τόσο ανελέητα εκτυφλωτικός που τα πάντα έμοιαζαν ν’ ακτινοβολούν. Σκέφτηκα τότε –«κι άμα πεθάνει η μάνα μου, θα συνεχίσει άραγε ο ήλιος να ανατέλλει;»
Η μάνα μου δεν πέθανε και ο ήλιος είναι ακόμα στη θέση του.
Ίσως κάπου υπάρχουν κοπέλες που γίνονται δέντρα. Ίσως βοηθάει να πιστεύεις σε κάτι περισσότερο ανεξήγητο απ’ τον πόνο και την οδύνη. Σ’ έναν άλλο κόσμο που δεν βλέπουμε με ανοιχτά μάτια, αλλά είναι εκεί όταν τον χρειαζόμαστε.
Αυτά σκεφτόμουν, χωρίς να το θέλω, όσο άναβα και τοποθετούσα προσεκτικά ένα κερί στο καντηλέρι της εκκλησίας. Κι ας μην πιστεύω σε τίποτα -θεούς, ψυχές, μοίρες και γραμμένα- πέρα απ’ την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο. Ένα κερί -για τη μάνα που πέθανε πριν ξαναδεί τον γιό της; Για τον πατέρα που δεν ξέρει καν σε ποια χώρα έθαψε το μωρό του; Για όσους ψάχνουν να δώσουν νόημα στο οτι ζουν ακόμα; Για όλους; Για κανέναν;
Για την επόμενη μέρα, μάλλον, και τον ήλιο που θα συνεχίσει ν’ ανατέλλει όσο εμείς παλεύουμε με το σκοτάδι.
Αγάπη μόνο July 9, 2019
Posted by RaZzMaTaZz in Everyday Blues, Retrospective, Villabafianoi kai alloi.2 comments
[επειδή ο magneto ρώτησε κι εγώ άφησα υποσχέσεις, it’s time I delivered]
Από τις ερωτήσεις που πάντα με κάνουν να τα χάνω είναι το αν έχω αδέρφια.
Ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορώ να δώσω πολλές διαφορετικές απαντήσεις. Ανάλογα με την ερμηνεία, μπορούν να είναι όλες, ταυτόχρονα, σωστές.
Μετράμε μόνο τους κοινούς γεννήτορες; Την κοινή ζωή; Τη σχέση; Την αγάπη; Την απόσταση; Αυτό που κάποτε υπήρξε, αλλά δεν υπάρχει πια; Και η αγάπη, η ρημάδα η αγάπη, πότε αρχίζει και πότε τελειώνει; Ναι, εκεί γυρίζω πάλι, συμπαθάτε με, αλλά μόνο αυτό μένει στο τέλος.
Κάποιος που όχι αγάπη δεν σου έδωσε ποτέ, αλλά ούτε καν ένα στοιχειώδες ενδιαφέρον για τους τύπους, για το -έστω – τι θα πει ο κόσμος, αξίζει να λέγεται αδερφός; Κάποιος που σου έχει κάνει σκόπιμα κακό, αξίζει να τον υπολογίσεις; Κι αν το κάνεις, τι θα κάνεις μετά με το κενό -το τεράστιο, αδηφάγο κενό- που θα έχει πάρει τη θέση του στη ζωή σου; Θα λες, έχω μάνα, πατέρα και μια μαύρη τρύπα; Ξερωγω; Μπορείς. Το έκανα για χρόνια. Σε καλό, μια φορά, δεν μου βγήκε.
Όταν αφήσεις πίσω σου τις συμβάσεις και συγκεντρωθείς σ’ αυτά που μετράνε στ’ αλήθεια, βουλώνεις ευκολότερα τα κενά που ποτέ δεν γέμισαν. Η αγάπη όμως, το ζεστό, ειλικρινές νοιάξιμο -αυτή η ισοπεδωτική οικειότητα που είναι ίσως το μοναδικό πράγμα σ’ αυτόν τον ατελή κόσμο που μπορεί να σπάσει το φράγμα του χρόνου- το να έχεις μεγαλώσει μαζί με έναν άνθρωπο, να έχετε περπατήσει μαζί, να έχετε γίνει από μωρά παιδιά κι από παιδιά αυθάδικα εφηβάκια που λιγουρεύονταν piercing, ζόρικα γκομενάκια, παγωτά με μηδέν λιπαρά και λίγο Σάκη Ρουβά, κι απ’ αυτό ενήλικες και μετά- και μετά; Μπορεί ν’ αντέξει στο χρόνο, την απόσταση, τις διαμετρικά αντίθετες ζωές; Το πείσμα, τον εγωισμό, τον θάνατο ολόγυρα; Κι αυτό που θα μείνει, ο,τι κι αν είναι αυτό, με τι όνομα θα το φωνάξεις;
Είμαι τριανταφεύγα και η ζωή που μου έμεινε δεν χωράει μαύρες τρύπες. Η συγγένεια; Να παει στο διάολο κι ακόμα παραπέρα. Αυτά τα αναμενόμενα χρωστούμενα του αίματος είναι που θα μας φάνε. Πέρασα τόσο πολύ καιρό να τα καταπίνω αμάσητα, να τα κλαίω, να τα θρηνώ, να τα νοσταλγώ κι ας μην τα είχα ζήσει ποτέ, χρόνια ολόκληρα που βαριέμαι πια ακόμα και ν’ ανακαλέσω.
Μια μαύρη τρύπα έκλεισε. Δεν έχω αδέρφια, θα μπορούσα να πω. Αλλά δεν ξέρω αν είναι αλήθεια. Γιατί κάπου, κάπως, δυο χρόνια πριν, against all odds, μια χαράδρα κατάφερε να γίνει λεπτή γραμμή κι έπειτα να εξαφανιστεί ολότελα, αφήνοντας το πεδίο ανοιχτό απλά για να υπάρξουμε μαζί ξανά. Όπως πριν. Όπως πάντα.
When there’s a will, part III March 17, 2019
Posted by RaZzMaTaZz in Bits and pieces of my world, Retrospective, Villabafianoi kai alloi.1 comment so far
Κοίταζα το χτεσινό ποστ και σκεφτόμουν πως κάτι έλειπε. Το νόημα ήταν εκεί, όχι όμως όλα τα κομμάτια του παζλ. And then it hit me. Μίλησα για το φόβο της αποτυχίας και για μπερνάου -τι σκατά όμως σημαίνει αυτό στ’ αλήθεια;
Περίπου οχτώ μήνες στην εν λόγω δουλειά, έφαγα το πρώτο. Γερά. Το οτι είχα και κατάθλιψη σίγουρα δεν βοήθησε. Ήταν η κοτα με το αυγό, ένας κύκλος που δεν ξέρεις πως ξεκίνησε έτσι ώστε να τον σπάσεις. Έτοιμη να τα βροντήξω όλα και να την κάνω, κυριολεκτικά και μεταφορικά, είχα γράψει αυτό.
Ο Nam3l3ss άφησε το ένα και μοναδικό σχολιο-σεντόνι, στήνοντας έναν ωραιότατο καθρέφτη σε όσα έλεγα και γράφοντας αυτά ακριβώς που δεν μπορούσα σ’ εκείνη τη φάση ν’ ακούσω. Δεν απάντησα τότε -εδώ δεν ήξερα τι να κάνω, θα ήξερα τι να πω; Κατάφερε όμως να σπάσει -έστω για λίγο- εκείνον τον λευκό θόρυβο που κάλυπτε τα πάντα.
Η ανάδυση πήρε καιρό. Πάντα παίρνει, μικρά μου bastard fairies, κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Κάθε ένας μας πρέπει να βρει τον δικό του χρόνο, τον δικό του ρυθμό. Κι έπειτα να τον επαναπροσδιορίσει, όσες φορές χρειαστεί. Γιατί κανένας άλλος δεν θα ζήσει τη δική σου ζωή. Και κάποια στιγμή -στο υπογράφω- θα νιώσεις αυτή την αλήθεια λιγότερο σαν καταδίκη και περισσότερο σαν έξτρα μπουκάλα οξυγόνου όταν έχεις μείνει ξέπνοος δεκατρείς όροφους κάτω απ’ τα κύματα.
When there’s a will, part II March 16, 2019
Posted by RaZzMaTaZz in Bits and pieces of my world, Retrospective.2 comments
Και να που μετά από 10 χρόνια, ξαναπιάνω βιβλία και βιβλιογραφίες και άρθρα και έρευνες και μνημονεύω τα όσα με έμαθε το Καταραμένο Νησί με ατέλειωτη αγάπη. Και να που ξαναστέκομαι, tongue-tied and starry-eyed, μπροστά σε κάτι συναρπαστικά ενδιαφέρον, αμείλικτα απαιτητικό κι ολότελα καινούργιο. Και να που θυμάμαι τι έγραφα 5 χρόνια πριν (τρεις μέρες μόνο στην καινούρια μου δουλειά και χεσμένη απ’ το φόβο μου μην αποτύχω), αναπολώντας την πρώτη μου εργασία στο μεταπτυχιακό.
Τώρα, η δοκιμασία κείνη μου φαίνεται αστεία. Τότε, έμοιαζε βουνό. Φαντάζομαι -ελπίζω- πως σε άλλα 6 χρόνια, αυτό που ετοιμάζομαι ν’ αναλαβω τώρα και τρέμει προκαταβολικά το φυλλοκάρδι μου, θα μου φαίνεται εξίσου doable.
Έτσι έγινε, φίλες και φίλοι. Κάπως, με κάποιο τρόπο, τα κατάφερα -όχι απλά να μην αποτύχω (που κι αυτό -μετά από τρια-τέσσερα μπερνάου- έμαθα πως είναι μια πολύ αμφιλεγόμενη έννοια), αλλά να αφοσιωθώ σε κάτι που αγαπάω.
Νομίζω πια πως αυτό θα σκέφτομαι πάντοτε, ο,τι κι αν συμβεί, κάθε φορά που θα σκαει μπροστά μου το επόμενο απιστευταπίθανο οτιδήποτε κι εγώ, tongue-tied and starry-eyed, θ’ αναρωτιέμαι αν θα μου φτάσει η ανάσα για το μακροβούτι μέχρι την άκρη του.
When there’s a will
There’s a way to go
You never know
Circadian Rhythm September 9, 2018
Posted by RaZzMaTaZz in Love, Demystification and the struggle in between.3 comments
Η αγάπη είναι αυτό το μυστήριο πράμα που χτυπάει την πόρτα σου όταν δεν το περιμένεις.
Ένα νιαούρισμα πίσω απ’ το στραβοπαρκαρισμένο ζάσταβα, ένα δισεκατομμύριο τράκες τσιγάρα, μια σκέψη που έγινε πράξη πριν καν την συνειδητοποιήσεις, δυο χείλη δροσερά σ’ ένα μέτωπο που καίει, δυο χέρια που κρατούν σφιχτά τα δικά σου στο σκοτάδι, μια αγκαλιά που χωράει όλα τα δάκρυα του κόσμου, τρεις λέξεις σε μια γλώσσα που έχεις ν’ ακούσεις χρόνια, ένα φιλί στο στόμα, η ακλόνητη σιγουριά πως κάποιος, κάπως, ακόμα κι αν το σύμπαν γυρίσει ανάποδα, θα είναι εκεί για σένα, μια ιστορία χωρίς τέλος και αρχή, ένα τραγούδι, μια παρέα που δεν χρειάζεται κανείς τους να μιλάει, εκείνο το σημείο που οι ζωές μας συναντιούνται και μπλέκονται και γίνονται ένα, σκέψεις και καρδιές μια ενιαία, απαστράπτουσα άβυσσος όσο οι ωκεανοί της νύχτας λυσσομανούν και τα κτίρια καταρρέουν και τα χελιδόνια σκίζουν τις σάρκες σου κάθε βράδυ που κλαις και δεν ξέρεις γιατί, η κάθε πολύχρωμη μέρα που γελάς και μισείς γιατί είναι εύκολο, εύκολο σαν το ιδρωμένο στήθος πάνω στο δικό σου και το πρόθυμό στόμα έτοιμο να ρουφήξει κάθε σου ιστορία όσο τα χέρια σου χαρτογραφούν το αλμυρό σώμα που ‘χεις κολλήσει στον τοίχο, εκείνη η συντριπτική δύναμη που χρειάζονται η καλοσύνη και η τρυφερότητα για ν’ ανθίσουν -αυτή που δεν ξέρεις πια αν αντέχει να σηκώσει το κορμί σου, ο χρόνος που περνάει αμείλικτα και οι ουλές που αφήνει πάνω σου, οι ίδιες ουλές που κάποια άλλα δάχτυλα -κάπου, κάποτε- θα διαγράψουν με κάθε λεπτομέρεια, η αποτύπωση της αφής στη μνήμη, το πως έτρεμες στην αγκαλιά μου και δεν ήθελα να κλάψω γιατί ήξερα οτι τελείωνε, το χώμα κάτω απ’ τις γυμνές μας πλάτες, οι τσουκνίδες κάτω απ’ τα γόνατά σου, ένα μωβ απόγευμα που κάτι εκεί πάνω έδυε με το πάσο του, ένα σκυλί, ένα ζευγάρι, οι ερωτήσεις χωρίς απάντηση και τα ξυράφια που φοβούνται το αίμα, μια κούπα πράσινο τσάι μ’ έναν κύβο ζάχαρης να στροβιλίζεται αργά μέσα του, μέσα μου, μέσα σου, μέσα μας, σε όλους εμάς τους αμέτρητα λίγους, τους αβάσταχτα μόνους στη μέση ενός πλήθους που ξέρει που ακριβώς πονάει για να χτυπήσει, με δύναμη, γυμνές αρθρώσεις και σκισμένο δέρμα, φίδια που τρώνε την ουρά τους, αλεξίθραυστοι κύκλοι κι αλεξίπτωτες καρδιές, ένας ψίθυρος το ξημέρωμα, “I’ve fallen for you”, η πτώση και η πτήση με μια ήττα διαφορά, εγώ που επαναλαμβάνομαι και δεν ξέρω γιατί -επειδή δεν έχω πια κάτι άλλο να πω, ή επειδή μια είναι η απάντηση και την ήξερα ήδη, από πάντα, ακόμα κι όταν την αμφισβητούσα με κάθε ανάσα;
Η αγάπη είναι αυτό το αναπάντεχο πράμα που γκρεμίζει ο,τι αγγίζει για να το χτίσει απ’ την αρχή.
It could be the sea August 19, 2018
Posted by RaZzMaTaZz in Bits and pieces of my world, Mp3 Scripta.4 comments
Σηκώνω στιγμιαία το σάβανο για να δηλώσω οτι μπορεί η καρδιά μου ν’ ανήκει στον Morrissey, αλλά η αλήθεια βρίσκεται στον Bruce Springsteen.
Running on fumes March 22, 2017
Posted by RaZzMaTaZz in Everyday Blues.1 comment so far
Φυσικά και θα είχε όνομα. Πως αλλιώς; Είναι ανακουφιστικό να το βάζεις σε λέξεις. Τουβλάκια jenga δυο διαστάσεων, το ένα να κουμπώνει τέλεια με το άλλο, πάνω στο παζλ της νοηματοδότησης, για να ενώσω τις τελίτσες και να βγει η αναπλαισίωση. Περίμενε. Σουέι σουέι. Πάρε μια ανάσα. Δυο. Τρεις. Μπορείς να κλάψεις. Κι άσε τον Έρικ να κάνει παρκούρ πάνω από ταράτσες, μαύρα σύρματα κι ομιχλώδη νεκροταφεία. Όχι επειδή είχε άδικο -δεν γίνεται να βρέχει συνέχεια. Αν, όμως, το για πάντα μπορεί να κρατήσει μια στιγμή, γιατί μια στιγμή να μην μπορεί να κρατήσει για πάντα;
Συνέχεια. Για πάντα. Μια στιγμή. A moment in time. A dream for the blind. Mais j’ espère, j’espère que je comprends.
Fade in to green January 8, 2017
Posted by RaZzMaTaZz in Bits and pieces of my world, Mp3 Scripta.1 comment so far
I’ve got the blues and the giggles; two cats and a ring on my finger; a torrent of words on the tip of my mouth, waiting to explode like faulty fireworks.
It’s time to de-haunt this place.
Inertia, my reflection November 6, 2016
Posted by RaZzMaTaZz in Bits and pieces of my world, Mp3 Scripta.1 comment so far
a three letter name July 15, 2016
Posted by RaZzMaTaZz in Villabafianoi kai alloi.6 comments
Δέκα χρόνια πριν, στη μέρα μιας κηδείας, σ’ έβγαλα οριστικά απ’ τη ζωή μου.
Το γράφω κι αμέσως κοκκινίζουν και τα ντουβάρια απ’ το ψέμα. Αρχίδια σ’ έβγαλα. Λυσσαλέα ήθελα να μείνεις. Τότε όμως ήταν που μου σκασε στα μούτρα, σαν βιοχλαπάτσα, η συνειδητοποίηση οτι μόνη σου είχες βγει, τη στιγμή που σε χρειαζόμουν περισσότερο από ποτέ. Και πέρασαν τα χρόνια, και το κενό που άφησες έγινε από χαράδρα κρατήρας, κι από κρατήρας τρύπα έργων οδοποιίας, κι όσο πήγαινε κι επουλωνόταν –γιαβάς γιαβάς– μέχρι που ‘μεινε μόνο μια λεπτή γραμμή, αόρατη για όποιον δεν ήξερε πως κάποτε κάτι υπήρξε εκεί.
Δέκα χρόνια μετά, στην παραμονή μιας άλλης κηδείας, στέκομαι πάνω στη γραμμή και περιμένω.
Δεν ξέρω τι σκοπεύεις να κάνεις με το τηλέφωνό μου. Δεν ξέρω κι αν έχουμε κάτι να πούμε πλέον. Είμαι όμως σίγουρη πως, αν με θες, είμαι εδώ. Να κάνω τι; Ιδέα δεν έχω. Ξέρω ν’ ακούω, στρίβω ωραία τσιγάρα και λίαν προσφάτως έμαθα ν’ αλλάζω πάνες. Έχω ατέλειωτες ιστορίες απ’ τη ζώνη του λυκόφωτος και μια πλευρά μου πάντα λειτουργεί ως μεσαιωνικός τζουτζές παλατιού. Στη μουσική δεν θα τα βρούμε -εδώ δεν τα βρίσκαμε όταν ήταν η μια προέκταση της άλλης- αλλά κάπως θα γεφυρώσουμε το χάσμα. Αν θέλεις.
Το παρελθόν -είτε το θυμόμαστε, είτε το αφήνουμε να βυθιστεί στη λήθη- δεν αλλάζει. Η ζωή, για όσους μένουν πίσω, συνεχίζεται. Και η γραμμή, όπως όλα τα ζόρικα σημάδια, παραμένει στη θέση της. Θα εξακολουθήσει άραγε να ξεθωριάζει –σουέι σουέι– ώσπου να σβήσει οριστικά, ή θ’ ανοίξει διάπλατα και θα με καταπιεί;
Είμαι επιτέλους έτοιμη για ο,τι κι αν συμβεί.
Days go by March 31, 2016
Posted by RaZzMaTaZz in Bits and pieces of my world.1 comment so far

I said I don’t think I can take it much longer
She said maybe your tablets should be stronger
Get some serious drugs
Get some serious drugs





