Αντιγράφω από …

ΠΛΑΤΩΝ Πολιτεία 473b–474c

Μτφρ. Ι.Ν. Γρυπάρης. χ.χ. Πλάτων. Πολιτεία. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Πρόλογος Ε. Παπανούτσος. Ι–ΙΙ. Αθήνα: Ζαχαρόπουλος.

Image

Σωκράτης

– Ας προσπαθήσωμε λοιπόν τώρα να βρούμε και ν’ αποδείξωμε τι τάχα ελάττωμα να υπάρχη σήμερα στις πόλεις που εξ αιτίας του δεν κυβερνούνται καλά, και ποια μικρότατη μεταβολή θα μπορούσε να γίνη για να ‘φτανε μια πόλη σ’ αυτή την τελειότητα που έχει το δικό μας πολίτευμα, μόνο που να είναι μια μονάχα αυτή η μεταβολή, ειδεμή δυο, ειδεμή όσο μπορεί λιγώτερης και μικρότερης σημασίας.

– Εξάπαντος έτσι.

– Μια λοιπόν μονάχα μεταβολή αν γίνη, μου φαίνεται πως μπορούμε ν’ αποδείξωμε ότι θ’ αλλάξη ολότελα η σημερινή κατάσταση, αν κι αυτή η μεταβολή δε θα είναι ούτε μικρή, ούτε εύκολη, δυνατή όμως οπωσδήποτε.

– Και ποια λοιπόν είναι αυτή;

– Τώρα ίσα ίσα θα ‘ρθω σ’ αυτό που το παρομοιάζαμε πριν με το μεγαλύτερο κύμα· όμως θα το πω, κι αν ακόμα πρόκειται, σαν κύμα που ξεσπά σε γέλοια, να με πάρη από κάτω του και να με παρουσιάση έτσι καταγέλαστο και πομπιασμένο· άκου λοιπόν τι θα πω.

– Λέγε το.

Αν οι φιλόσοφοι δεν γίνουν βασιλείς στις πόλεις, ή αυτοί που ονομάζονται σήμερα βασιλείς και δυνάστες, δεν φιλοσοφήσουν γνήσια κι όσο χρειάζεται, σε τρόπο που να συμπέση στο ίδιο πρόσωπο και δύναμη και φιλοσοφία, και δεν αποκλειστούν αναγκαστικά οι πολλές και διάφορες φύσεις ανθρώπων, που τραβούν σήμερα χωριστά τον ένα ή τον άλλο απ’ αυτούς τους δυο δρόμους, είναι αδύνατο, φίλε μου Γλαύκων, να σταματήση το κακό στις πόλεις και σ’ όλο, νομίζω, το ανθρώπινο γένος, ουδέ να ξεφυτρώση όσο είναι κατορθωτό και να δη το φως του ήλιου και αυτή η πολιτεία που εμείς τώρα χαράξαμε το σχέδιό της. Αλλ’ αυτό είναι που τόσην ώρα τώρα δίσταζα να το βγάλω από το στόμα μου, επειδή το ‘βλεπα πόσο πολύ παράδοξο θα φανή στην κοινή γνώμη· γιατί είναι πραγματικώς δύσκολο να το νοιώση κανείς, πως με κανέναν άλλο τρόπο δεν μπορεί να υπάρξη ευδαιμονία ούτε για τα άτομα ούτε για τις πολιτείες.

– Πρέπει πραγματικώς να περιμένης, Σωκράτη, μ’ αυτή τη γνώμη και το λόγο πού ‘πες, να δης να ξεσηκώνουνται πάρα πολλοί κι όχι οι χειρότεροι καταπάνω σου, να πετούν έτσι τα φορέματα τους και γυμνοί ν’ αρπάζουν για όπλο ό,τι πρωτοβρεθή μπρος τους και μ’ όλη τη φόρα τους να σου ριχτούν για να σε διορθώσουν μια χαρά· που αν δεν τους αποκρούσης με τούς λόγους σου και ξεφύγης, έχεις ν’ ακούσης των παθών σου τον τάραχο για τιμωρία σου.

– Μα δεν είσαι εσύ η αιτία για όλ’ αυτά;

– Κ’ έκαμα πολύ καλά· δε θα σε παρατήσω μ’ όλα ταύτα στη τύχη σου, μα θα σε βοηθήσω μ’ όποια μέσα διαθέτω: με το ενδιαφέρο μου και με το θάρρος που θα σου δίνω και ίσως με το να είμαι σε θέση ν’ απαντώ πιο αρμονισμένα από κάθε άλλον στις ερωτήσεις σου. Μ’ ένα λοιπόν τέτοιο βοηθό που έχεις, προσπάθησε ν’ αποδείξης στους άπιστους, πως έτσι είν’ αυτά όπως τα λες εσύ.

– Ας προσπαθήσω λοιπόν, αφού μου εξασφαλίζεις και συ την τόσο πολύτιμη συμμαχία σου· μου φαίνεται όμως πως είναι ανάγκη, αν θέλωμε να γλυτώσωμε οπωσδήποτε απ’ αυτούς που λες, να εξηγηθούμε μαζί τους, ποιοι είναι αυτοί οι φιλόσοφοι, που τολμούμε να λέμε πως σ’ αυτούς πρέπει ν’ ανατεθή η εξουσία, για να μπορέση κανείς, αφού ξεκαθαριστή αυτό το ζήτημα, να υπερασπίση την ιδέα του αποδείχνοντας ότι οι τέτοιοι μόνο έχουν από τη φύση το δικαίωμα και να φιλοσοφούν και να κυβερνούν την πολιτεία, και όλοι οι άλλοι μήτε ν’ ανακατώνουνται με τη φιλοσοφία και ν’ ακολουθούν τους αρχηγούς εκείνους.

Αντιγράφω από την …

Πλάτωνος Z επιστολή b324

Μτφρ. Σ. Τσέλικας. 2006. Στο Ανθολόγιο Αρχαίων Ελληνικών Κειμένων. Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.

Image

Πλάτων

Την εποχή που ήμουν νέος, μου συνέβη το ίδιο που συμβαίνει και σε πολλούς άλλους νέους· σκεφτόμουν πως, αμέσως μόλις γίνω αυτεξούσιος, θα ασχοληθώ με την πολιτική. Ήρθα τότε αντιμέτωπος με την εξής πολιτική κατάσταση στην πόλη μας: επειδή πολλοί κατέκριναν το τότε πολίτευμα, γίνεται πολιτειακή μεταβολή, και επικεφαλής του νέου πολιτεύματος τέθηκαν πενήντα ένας άνδρες ως άρχοντες, ένδεκα στην πόλη και δέκα στον Πειραιά (τα δύο αυτά σώματα αρχόντων έπρεπε να ρυθμίζουν τα θέματα της αγοράς και να διεκπεραιώνουν τα διοικητικά ζητήματα στις δύο πόλεις), ενώ τριάντα άνδρες έγιναν άρχοντες με απόλυτη εξουσία πάνω στο σύνολο της πολιτικής ζωής. Μερικοί από αυτούς έτυχε να είναι συγγενείς και γνωστοί μου· με παρακινούσαν, λοιπόν, εξαρχής να συμμετέχω στις ενέργειές τους, με τον ισχυρισμό ότι πρόκειται για πράγματα που μου ταιριάζουν. Κι αυτό που μου συνέβη τότε δεν είναι καθόλου παράξενο για έναν νέο άνθρωπο· πίστεψα, δηλαδή, ότι αυτοί θα διοικήσουν την πόλη οδηγώντας την από έναν άδικο σε έναν δίκαιο τρόπο ζωής και γι’ αυτό είχα έντονα στραμμένη την προσοχή μου σ’ αυτούς, για να δω τις μελλοντικές ενέργειές τους. Βλέποντας, λοιπόν, ότι οι συγκεκριμένοι άνδρες, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, έκαναν να φαίνεται χρυσάφι η προηγούμενη μορφή πολιτεύματος ―εκτός των άλλων, και τον φίλο μου, τον αρκετά ηλικιωμένο Σωκράτη, για τον οποίο εγώ δεν θα δίσταζα να πω κατηγορηματικά ότι ήταν ο πιο δίκαιος από τους τότε πολίτες, τον έστειλαν μαζί με άλλους να φέρει με τη βία κάποιον πολίτη, για να θανατωθεί· στόχος τους ήταν να τον κάνουν, είτε ήθελε είτε όχι, συνένοχο στις ενέργειές τους· εκείνος όμως αρνούνταν να υπακούσει και προτίμησε να διακινδυνεύσει να υποστεί κάθε συνέπεια, παρά να γίνει συνεργός σε ανίερες πράξεις― επειδή έβλεπα αυτά τα γεγονότα κι άλλα παρόμοια εξίσου σημαντικά, αγανακτούσα και απομακρυνόμουν από τις τότε εγκληματικές ενέργειες. Σε λίγο καταλύθηκε η εξουσία των Τριάκοντα και η τότε μορφή διακυβέρνησης· εκ νέου πάλι τότε, αν και πιο διστακτικά, ωστόσο με γοήτευε η επιθυμία να ασχοληθώ με τα κοινά και την πολιτική. Και σ’ εκείνη, βέβαια, την εποχή, επειδή ήταν πολιτικά ταραγμένη, συνέβαιναν πολλά για τα οποία θα μπορούσε κάποιος να αγανακτήσει, και δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο, σε περίοδο πολιτειακής μεταβολής, κάποιοι να εκδικούνται υπερβολικά του αντιπάλους τους· γενικά, ωστόσο, οι εξόριστοι που επέστρεψαν τότε από την εξορία συμπεριφέρθηκαν με πολλή επιείκεια. Δεν ξέρω όμως πώς έγινε πάλι και κάποιοι από τους πολιτικά ισχυρούς οδηγούν σε δίκη τον Σωκράτη που προανέφερα, τον φίλο μας, καταγγέλλοντάς τον με την πιο ανίερη κατηγορία, η οποία ελάχιστα ταίριαζε στον Σωκράτη· εκείνοι λοιπόν τον κατήγγειλαν ως ασεβή και οι δικαστές τον καταδίκασαν και τον θανάτωσαν, αυτόν που δεν θέλησε να γίνει συνένοχος στην εγκληματική προσαγωγή ενός από τους συντρόφους τους, ο οποίος διωκόταν τότε, τον καιρό που και οι ίδιοι δυστυχούσαν στην εξορία.

Καθώς, λοιπόν, παρατηρούσα αυτά τα γεγονότα και τους ανθρώπους που ασχολούνται με την πολιτική, κι επιπλέον τους νόμους και τις πολιτικές συνήθειες, όσο περισσότερο τα εξέταζα και προχωρούσα σε ηλικία, τόσο πιο δύσκολο μου φαινόταν να διαχειριστώ με ορθό τρόπο τις πολιτικές υποθέσεις. Γιατί χωρίς φίλους και συντρόφους έμπιστους δεν είναι δυνατόν να αναμειχθεί κανείς στα πολιτικά ―κι αυτούς, ούτε να τους βρεις ήδη διαθέσιμους ήταν εύκολο, γιατί η πόλη μας δεν διοικούνταν πλέον σύμφωνα με τις συνήθειες και τις πρακτικές των πατέρων μας, κι όσο για να αποκτήσεις άλλους καινούργιους, αυτό ήταν αδύνατο χωρίς μεγάλο κόπο―, κι επιπλέον οι γραπτοί νόμοι και τα ήθη μεταβάλλονταν προς το χειρότερο και η μεταβολή αυτή προχωρούσε με εκπληκτικά γρήγορο ρυθμό. Το αποτέλεσμα ήταν ότι, παρόλο που αρχικά αισθανόμουν μια έντονη παρόρμηση να ασχοληθώ με τις υποθέσεις της πόλης, παρατηρώντας τις και βλέποντας να κινούνται αλλοπρόσαλλα προς κάθε κατεύθυνση, στο τέλος ένιωσα το κεφάλι μου να γυρίζει· βέβαια δεν σταμάτησα να εξετάζω αν ήταν δυνατόν να βελτιωθεί η κατάσταση και στα συγκεκριμένα ζητήματα, αλλά και γενικότερα στη διοίκηση της πολιτείας, ωστόσο ανέβαλλα τη δραστηριοποίησή μου στην πολιτική περιμένοντας πάντοτε την κατάλληλη ευκαιρία. Τελικά, κατανόησα ότι όλες οι σύγχρονες πολιτείες διοικούνται με άσχημο τρόπο, ―γιατί νόμοι τους έχουν περιέλθει σε κατάσταση σχεδόν αθεράπευτη, εκτός αν υπάρξει μια εκπληκτική προετοιμασία για την αναμόρφωσή τους συνδυασμένη με κάποια εύνοια της τύχης― και αναγκάστηκα, επαινώντας την ορθή φιλοσοφία, να λέω ότι χάρη σε αυτήν μπορεί κανείς να αντιληφθεί τι είναι δίκαιο και στη δημόσια και στην ιδιωτική ζωή. Τα δεινά, επομένως, για το ανθρώπινο γένος δεν θα σταματήσουν, παρά μόνο όταν οι σωστοί και γνήσιοι φιλόσοφοι καταλάβουν την πολιτική εξουσία, ή οι ηγέτες των πόλεων, χάρη σε κάποια θεϊκή πρόνοια, στραφούν στην πραγματική φιλοσοφία. 

   ΔΙΟΔΟΤΟΣ
 ΕΥΚΡΑΤΟΥΣ
Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ

 

Ο Έλληνας-πρόσωπο-πολίτης:
Το κρίσιμο στοιχείο της Αρχαίας Ελληνικής Πόλεως

Οποιαδήποτε προσπάθεια, η οποία θα αποσκοπούσε στον προσδιορισμό της έννοιας της συλλογικότητας, όπως αυτή ανιχνεύεται στην ιστορία του Eλληνικού Πολιτισμού, θα πρέπει να αποφύγει να προβάλλει στο παρελθόν ορισμένες εκφράσεις της σημερινής εποχής. Π.χ. λέξεις όπως «ατομισμός», «ατομιστής», «μάζα» κ.λπ. θα ήσαν ακατανόητες, όχι μόνο σε έναν αρχαίο αλλά και σε έναν νεοέλληνα του 18ου αιώνα. Λέξεις όπως οι παραπάνω δεν περιγράφουν τίποτε περισσότερο από την κρίση ταυτότητας των συγχρόνων κοινωνιών και το πώς αυτή αντανακλάται στα επιμέρους άτομα.

 Επίσης, οποιοσδήποτε επιθυμεί να αναφερθεί στη συλλογικότητα, όπως και όποτε αυτή εκδηλώθηκε στην δραστηριότητα του Ελληνικού λαού, θα πρέπει να λάβει υπ’ όψη του τις ιδιαίτερες, ιστορικώς προσδιορισμένες μορφές της, οι οποίες δεν είναι απαραίτητο να υπακούουν σε κάποιο προκατασκευασμένο (ψευδο;)κοινωνιολογικό στερεότυπο.

Οι πολιτισμοί είναι φυσικώ τω τρόπω συλλογικές διαδικασίες και δημιουργίες. Δημιουργίες, όχι απλώς ανθρώπων, που ζουν στον ίδιο χώρο, αλλά και ανθρώπων διαφορετικών εποχών, που συνεπεμβαίνουν ετεροχρονισμένα επί ήδη δοκιμασμένων κοινωνικών, αισθητικών, ή άλλων σχημάτων.


Άτομο, πρόσωπο και συλλογικότητα στον Ελληνικό Πολιτισμό

Η διαδικασία αυτή, που μέχρις ενός ιστορικού σημείου γινόταν παγκοσμίως φυσικώ τω τρόπω∙ στην Ελλάδα της Κλασσικής Εποχής αποτέλεσε επιπλέον ενσυνείδητο ζητούμενο, το οποίο απαίτησε εξ’ αρχής τη δική του επιστημονική μεθοδολογία (πολιτικός στοχασμός). Αυτό δεν στέρησε βέβαια την πολιτισμική δημιουργία από την προηγούμενη φυσικότητά της αλλά την ισχυροποίησε ως κατακτημένο ανθρώπινο αγαθό (αντί μιας, μέχρι τότε, απλής διαδοχής εφήμερων πολιτισμικών μορφωμάτων, χωρίς αξία χρήσης για τις επόμενες γενεές –«η πείρα κάθε γενιάς, εκτός από ορισμένα καθαρώς πρακτικά θέματα, χανόταν μαζί της»(1)). Για πρώτη φορά στην καταγεγραμμένη ιστορία εμφανίζεται ένα κοινωνικό μόρφωμα, η πόλις, το οποίο διαθέτει αυτοπαράσταση(2), «βλέπει» δηλαδή τον εαυτό του με ένα συγκεκριμένο τρόπο και, κατά αυτόν τον τρόπο, ωθείται να προσδιορίζει και να επιδιώκει κατά βούληση πολιτισμικούς στόχους (δηλ. επιλέγει πού θέλει να κατευθυνθεί και δεν άγεται και φέρεται από την τύχη, ή από κάποια άλλη «μεταφυσική» της ιστορίας).

Η πόλις αποτελεί την πρωταρχική εκδήλωση ενός φαινομένου στον Ελλαδικό χώρο, το οποίο σήμερα αποκαλείται κοινοτισμός. Ο κοινοτισμός αποτελεί θεμελιώδη κοινωνιολογική έννοια για την κατανόηση της Ελληνικής Ιστορίας, επιβίωσε δε χωροταξικά μέχρι αρκετά μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Ψυχολογικά, από πολλές απόψεις, επιβιώνει ακόμα(3).

Εντός του πλαισίου του κοινοτισμού, αντιθετικά ζεύγη όπως άτομο-κοινωνία δεν έχουν νόημα. Η κοινότητα (ως κοινότητα χώρου και χρόνου –«έχουμε κοινό παρελθόν, παρόν, και μέλλον») γεφυρώνει την αντίθεση όχι μετατρέποντας την κοινωνία σε ατομιστική (νέο)φιλελεύθερη ζούγκλα ή το άτομο σε αναλώσιμο εξάρτημα μιας σαρκοβόρας κοινωνικής οργάνωσης αλλά ούτε καν αναζητώντας έναν χλιαρό συμβιβασμό, μία υποτιθέμενη χρυσή τομή ανάμεσά τους. Επίσης η κοινότητα δεν καταφεύγει σε ισοπεδωτικές θεοκρατικές πρακτικές, όπου άτομο και κοινωνία καταργούνται κυριολεκτικά δια της αναγωγής τους σε κάποια μεταφυσική, εξωκοσμική Αρχή, η οποία υποτίθεται, ότι τα «ξεπερνάει» και τα «καθαγιάζει» εξεικονιζόμενη επάνω τους ως «Εκκλησία».

Η συνέχεια στη πηγή…

Το άρθρο ανέβηκε εδώ

Ομηροι αύξοντος πρωτογονισμού

 

Κάτι έχει αλλάξει στη συμπεριφορά μας. Στη συμπεριφορά του μισού ελλαδικού πληθυσμού τουλάχιστον –δηλαδή των κατοίκων του λεκανοπεδίου– ίσως και ευρύτερα.

Οι αλλαγές στη συμπεριφορά συντελούνται «ανεπαισθήτως», δύσκολα τις εντοπίζουμε όσο «η πόλις μας ακολουθεί», όσο γυρνάμε «στους ίδιους δρόμους, στες ίδιες γειτονιές, στην κώχη τούτη τη μικρή». Πρέπει να συμβεί μια έστω και εφήμερη απομάκρυνση, μετάθεση στο τοπικά και τροπικά διαφορετικό, να είναι και τεταμένη η ευαισθησία, για να «αστράψει» ο νους, να δούμε την αλλαγή.

Στη συμπεριφορά αντανακλάται η νοο-τροπία (ο τρόπος του νοείν). Πρώτα αλλάζει ο τρόπος που καταλαβαίνουμε τη ζωή και τα πραγματικά της δεδομένα, και ύστερα προσαρμόζεται στην αλλαγή η συμπεριφορά αθέλητα, αντανακλαστικά. Και μοιάζει να υπάρχουν δύο κυρίως τρόποι συμπεριφοράς, δύο τρόποι να σκέφτεται και να ενεργεί ο άνθρωπος: Ο τρόπος της χρήσης και ο τρόπος της σχέσης. Ασφαλώς διαπλέκονται οι δύο τρόποι, συνυπάρχουν. Αλλά και διαβαθμίζεται η προτεραιότητα: της χρήσης ή της σχέσης – η διαβάθμιση κλιμακώνει τα επίπεδα της κατά κεφαλήν καλλιέργειας, τελικά και τη διαφοροποίηση των πολιτισμών.

Η προτεραιότητα της χρήσης δηλώνει προβάδισμα της ατομοκεντρικής ανάγκης: των ενορμήσεων αυτοσυντήρησης, κυριαρχίας, ηδονής. Βλέπω και αξιολογώ το …………..
κάθε τι γύρω μου, ανθρώπους και πράγματα, με πρώτιστο κριτήριο (ίσως ασυνείδητο) το πόσο χρήσιμα είναι για το άτομό μου, πόσο μπορούν να ικανοποιήσουν την ενστικτώδη ανάγκη μου για αυτεξασφάλιση, επιβολή, απόλαυση. Είμαι υποταγμένος (ανεπίγνωστα, δίχως λογικό έλεγχο) στην απρόσωπη φυσική ανάγκη, υποχείριο της ανάγκης, συμπεριφέρομαι με αντανακλαστικά καταναγκασμού στην ιδιοτέλεια. Η προτεραιότητα της σχέσης δηλώνει ελευθερία από την αναγκαιότητα της ορμής: Για να πετύχω σχέση, με κάποιον ή με κάτι, πρέπει να δεχθώ και να σεβαστώ την ετερότητά του: το γεγονός ότι είναι κάτι άλλο από προέκταση του εγώ μου, έχει τη δική του ύπαρξη, τις δικές του ανάγκες. Κατορθώνω σχέση, όταν ελεύθερα παρακάμπτω την ιδιοτέλειά μου, επειδή ο άλλος ή το άλλο με ενδιαφέρει ως αυτό που είναι και όχι επειδή εγώ το χρειάζομαι. Μόνο ελεύθερος από τις εγωκεντρικές μου ενστικτώδεις ενορμήσεις μπορώ να γνωρίσω πραγματικά την ετερότητα του άλλου, την έκπληξη της μοναδικότητάς του. Να ζήσω τη σχέση, να υπάρξω με την ελευθερία της σχέσης.

Υπήρξαν πολιτισμοί (συλλογικοί τρόποι του βίου) θεμελιωμένοι στην προτεραιότητα του αθλήματος της σχέσης, της κοινωνίας των σχέσεων. Τέτοιον πολιτισμό διαμόρφωσαν για πολλούς αιώνες οι Ελληνες. Σήμερα πανανθρώπινος πολιτισμός (τρόπος του βίου όλων μας) είναι η χρησιμοθηρία, ο ατομοκεντρισμός. Μοιάζει ακαταμάχητος, γιατί ευκολύνει και κολακεύει τα αντανακλαστικά της φύσης μας, τις ενστικτώδεις ενορμήσεις μας. Κάποιες κοινωνίες, με ντρεσάρισμα αιώνων στη χρησιμοθηρία, κατόρθωσαν να αξιολογήσουν χρηστικά και την ωφελιμότητα του ελέγχου των εγωκεντρικών ενορμήσεων: να εθιστούν στην ευγενική συμπεριφορά, στην πρόθυμη αλληλεξυπηρέτηση, στην πειθαρχία σε συμφωνημένες αρχές – οι Ελβετοί, οι Φινλανδοί, ίσως και άλλοι.

Εμείς, οι Μετα-έλληνες, δεν κατορθώσαμε τέτοιαν εξημέρωση της χρησιμοθηρίας. Από τη στιγμή που απολακτίσαμε όσα στοιχεία ελληνικής ταυτότητας έσωζε η λαϊκή μας παράδοση, υιοθετήσαμε την προτεραιότητα του ατομοκεντρισμού με αχαλίνωτο πρωτογονισμό. Οσο εξαλείφονται και τα ελάχιστα ίχνη (ψυχολογικής έστω, συναισθηματικής) ελληνικότητας, όσο «εκσυγχρονίζονται» τα σχολειά και ο δημόσιος λόγος από την ακκιζόμενη ψυχανωμαλία των «αποδομιστών» και εθνομηδενιστών, τόσο πιο ασυγκράτητοι γινόμαστε σε χυδαιότητα συμπεριφοράς, σε κτηνώδη ιδιοτέλεια.

Από χρόνο σε χρόνο γίνεται πιο φανερή, αλλά και πιο αυτονόητη η κυριαρχία του νόμου της ζούγκλας: το δίκιο του ισχυρότερου, η καταξίωση του εκβιαστή, η αποτελεσματικότητα της θρασύτητας. Νόμος είναι ο τσαμπουκάς του διαδηλωτή, το εμπεδωμένουν τα σκολιαρόπαιδα οργανωμένα σε «μαθητικό κίνημα» (!) πριν ακόμη ξετρίψουν στην ανάγνωση και στη γραφή. Η «κατάληψη», ο αποκλεισμός των δρόμων είναι στο σημερινό Ελλαδιστάν η αυτονόητη μορφή «λαϊκής πάλης», δηλαδή ο κτηνώδης εγωισμός των αδίστακτων που εξουσιάζουν βασανίζοντας τους πολλούς.

«Ανεπαισθήτως» αυτός ο πρωτογονισμός της ζούγκλας γίνεται κανόνας γενικής συμπεριφοράς: Ο Μετα-έλληνας οδηγεί, παρκάρει, εισορμά στο λεωφορείο ή στο μετρό, συνωστίζεται μπροστά σε θυρίδες ή γκισέ, με την αφομοιωμένη πεποίθηση ότι αυτός και μόνο υπάρχει επί της γης, μπροστά στο εγώ του πρέπει να παραμερίζουν όλοι. Είναι ο ευφυέστερος, οι άλλοι όλοι «κορόιδα» – δεν μοιάζει να υπάρχουν καν ποινές για τροχαίες παραβάσεις υπεροπτικής αναίδειας.

Καταλαβαίνουμε τη ζωή και τη συνύπαρξη με κατηγορίες εξουσίας: πόση ισχύ επιβολής διαθέτουμε. Δεν μετράνε οι σχέσεις που κατορθώσαμε, η χαρά της προσφοράς, η ποιότητα η σαρκωμένη στην ανιδιοτέλεια. Ο αναιδής, ο αδίστακτος ισχυρός, είναι στο Ελλαδιστάν ατιμώρητος. Τιμωρήθηκε ποτέ πολιτικός ή συνδικαλιστής ακόμα και για κατάφωρα κοινωνικά εγκλήματα; Και όταν υπάρχουν κάποιοι που απολαμβάνουν «δικαίωμα» ατιμωρησίας, κάθε άλλος με στοιχειώδη συνέπεια στο «κοινωνικό συμβόλαιο» συμπεραίνει ότι αποδείχνεται απερίφραστα βλαξ.

Ο ραγδαία συντελούμενος εκβαρβαρισμός των συμπεριφορών στην ελλαδική κοινωνία σήμερα είναι πρόβλημα κυρίως (αν όχι αποκλειστικά) πολιτικό. Δεν έχουμε άλλον τρόπο να αντιμετωπίσουμε νοσηρά κοινωνικά συμπτώματα παρά μόνο τους θεσμούς, δηλαδή την πολιτική. Η ηθικολογία είναι τόσο ανεπαρκής, ώστε η επίκλησή της να καταντάει απάτη. Μόνο με θεσμικά μέτρα τιθασεύεται, παντού και πάντοτε, η αλογία της αντικοινωνικής συμπεριφοράς, ο κτηνώδης εγωκεντρισμός.

Το πολιτικό σκηνικό της μεταπολίτευσης παρήγαγε όχι μόνο το θεσμικό πλαίσιο της ατιμωρησίας κοινωνικών εγκλημάτων, όχι μόνο το «κλίμα» αυτονόητης συλλογικής δουλοφροσύνης απέναντι στη φασιστοειδή ιταμότητα, αλλά και την εμφατική προβολή και ψυχολογική επιβολή του ανθρωπολογικού τύπου μιας θελημένα προκλητικής, ανεξέλεγκτης αναίδειας. Συμβολικές φιγούρες του παλιμβαρβαρικού ήθους αυτής της περιόδου, καταλύτες για την καθολική επιβολή νομιμοποίησης και εξωραϊσμού της χυδαιότητας, είναι κάποιοι κορυφαίοι του λαϊκισμού πολιτικοί, κάποιοι τηλεπαρουσιαστές, τιμητές τάχα παρεκτροπών και αυθαιρεσίας. Γράφουν ιστορία ντροπιαστικής παρακμής. Και επιμένουν θριαμβικά απτόητοι, πλεονεκτικοί σε φήμη, εξουσία, χρήμα.

Οταν η «δημοκρατία» ταυτίζεται με την καταξίωση αντικοινωνικών συμπεριφορών, την τυραννία του νόμου της ζούγκλας, σε ποιο πολίτευμα να προσβλέψουν οι όμηροι πολίτες;

 Άρθρο του Χρήστου Γιανναρά που σηκώθηκε στο kafeneio

Ένας ηγέτης (κάθε ηγέτης) κρίνεται χωρίς προθεσμίες – από την πρώτη στιγμή που αναλαμβάνει ηγετικές ευθύνες. Το αίτημα «να του δώσουμε χρόνο» (να μην βιαστούμε στις κρίσεις μας), όταν εμφανίζεται, είναι προγνωστικό σημάδι εγγυημένης ηγετικής ανικανότητας.

Το ηγετικό χάρισμα δεν γεννιέται με την εκλογή στο ηγετικό υπούργημα ούτε το αποκτά κανείς με τον καιρό, «μαθαίνοντας» να ασκεί ηγεσία. Ο ηγέτης είναι ηγέτης προτού τον εκλέξουν για ηγέτη. Είναι έτοιμος να ηγηθεί επειδή έχει στόχους, πιστεύει στους στόχους του με μαχητική αποφασιστικότητα. Τόσο οι στόχοι του (το διαγνωστικό του χάρισμα σφυρηλατημένο στο αμόνι επίπονης σπουδής) όσο και το πείσμα για την επίτευξή τους, είναι δεδομένα αμέσως ευδιάκριτα στον λόγο του ηγέτη: Δεν υπάρχει λέξη περιττή ή συμβατική όταν μιλάει, ούτε παραμικρή έκφραση που να αποβλέπει στον εντυπωσιασμό και όχι στην ουσία.

Αυτά από την πρώτη στιγμή, όταν ακόμα ευχαριστεί τους εκλέκτορες για την εκλογή του. Η λιτότητα λόγων, χειρονομιών, συναισθηματικών διαχύσεων εγγυάται το ηγετικό χάρισμα. Οπως και η ικανότητα αξιολόγησης της ανθρώπινης ποιότητας: Ποιοι είναι οι άμεσοι συνεργάτες του ηγέτη, οι επιτελείς του, ποιοι τον πλαισιώνουν στις δημόσιες εμφανίσεις του – αν απαιτεί από τους … επιτελείς του να τον κρίνουν αδυσώπητα, να ελέγχουν απροκατάληπτα και να μεταφέρουν με συνέπεια στην πράξη τη στρατηγική του.

Ο συμβιβασμός με τη μετριότητα, με ασήμαντα αναστήματα ανθρώπων που (προφανώς υστερόβουλα) συνέργησαν στην εκλογή του ηγέτη, είναι τεκμήριο απουσίας ηγετικού χαρίσματος. Το ίδιο και ο συμβιβασμός με σκοπιμότητες για την εξασφάλιση «ισορροπιών» στο εσωτερικό της όποιας κουζίνας ή καμαρίλας: κομματικής, κυβερνητικής, αρχιεπισκοπικής – οποιασδήποτε. Οσα προσόντα κι αν θρυλείται ότι διαθέτει ένας καινούργιος ηγέτης, ακυρώνονται κυριολεκτικά όταν διανείμει θώκους ή ανεχθεί να παραμείνουν σε θώκους ασημαντότητες, μόνο για να ξεπληρώσει υποχρεώσεις, να εξοφλήσει εκδουλεύσεις υποστηρικτών του, να χρυσώσει το χάπι σε αποτυχημένους ανταγωνιστές του. Η ανοχή της μετριότητας προεξοφλεί με αδήριτη νομοτέλεια το Βατερλώ του ηγέτη.

Ο ηγέτης δεν σταματάει ποτέ στο σύμπτωμα, δεν περισπάται στην περιπτωσιολογία. Αφορμάται από το σύμπτωμα για να καταδείξει τα πραγματικά αίτια που πρέπει να αντιμετωπιστούν για να εκλείψει το αρνητικό σύμπτωμα ή να εδραιωθεί το θετικό. Δεν έχει πρωτεύουσα σημασία το άλφα ή το βήτα πρόσωπο με ανόητους ή μηδενιστικούς δογματισμούς, που του ανατίθενται καίριες ευθύνες …

Το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα αποκλείει να εμφανιστεί ηγέτης με στόφα ηγέτη. Τα κόμματα έχουν αποδειχθεί επαγγελματικές συντεχνίες, μαφίες διαπλεκόμενων συμφερόντων, όπου «σταδιοδρομεί» κανείς ξεκινώντας από τον συνδικαλισμό ή τις κομματικές νεολαίες, δηλαδή μόνο πειθήνια υποταγμένος στους όρους του συστήματος. Οσες προθεσμίες κι αν δώσουμε στους κατά συνθήκη ηγέτες, τόλμη ριζικών θεσμικών μεταρρυθμίσεων για κοινωνική ανάταξη δεν μπορεί να υπάρξει. Ο δημόσιος λόγος που ζητάει, δεκαετίες τώρα, πολιτική αλλαγή, θα παραμείνει εξωπραγματικό ευχολόγιο.

Ο συγγραφέας  Χρήστος Γιανναράς  το σήκωσε στο —> καφενείο

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε