μικρό ωρολόγιο
Αναγνώσεις πορείας από το καθ’ ημέραν στο καθ’ ομοίωσιν.
Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026
Μακάριος ο Αλεξανδρεύς, ο και «Πολιτικός» επονομαζόμενος
Μακάριος ο Αλεξανδρεύς,ο και «Πολιτικός» επονομαζόμενοςΣυνονόματος και σύγχρονος του ιδρυτή της Σκήτης, ο όσιος Μακάριος ήταν έμπορος ξηρών καρπών και γλυκισμάτων στην Αλεξάνδρεια, προτού αποσυρθεί, σε ηλικία σαράντα ετών, στην έρημο των Κελίων, η οποία βρισκόταν μεταξύ Νιτρίας και Σκήτης. Υπήρξε κι αυτός μαθητής του οσίου Αντωνίου του Μεγάλου, ο οποίος ευλογώντας τον, του είπε: «Ιδού, έχει αναπαυθεί το Πνεύμα το Άγιο σ’ εσένα, γι’ αυτό και μέλλει να γίνεις κληρονόμος των αρετών μου!». Είχε διάφορα κελιά: ένα στη Σκήτη, ένα στη Λίβα, ένα στα Κελία κι ένα άλλο στο όρος της Νιτρίας. Δύο από αυτά ήσαν χωρίς παράθυρα κι εκεί μέσα έμενε όλη τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ένα άλλο κελί του ήταν τόσο στενό που ούτε να ξαπλώσει μπορούσε· και σε ένα άλλο, πιο ευρύχωρο, δεχόταν τους πολλούς επισκέπτες του.Η άκρα εγκράτειά του και η μεγάλη του υπομονή στους πειρασμούς έλκυσαν προς αυτόν τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και τον κατέστησαν άξιο να εκλεγεί από τους αδελφούς της Σκήτης για να γίνει πρεσβύτερος και προϊστάμενός τους (αρχιμανδρίτης). Αγαπούσε τόσο την αρετή, ώστε μόλις άκουγε να μιλούν για τον ασκητικό άθλο κάποιου ερημίτη, έσπευδε πάραυτα να κατορθώσει και να τον φέρει στην τελείωσή του. Άκουσε να λένε ότι οι μοναχοί του αγίου Παχωμίου [15 Μαΐου] δεν τρώνε τίποτε ψημένο στη φωτιά ολόκληρη τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή και επί επτά έτη δεν έφαγε μαγειρεμένο φαγητό παρά μόνον όσπρια βρασμένα και ωμά λαχανικά. Έβαζε το ψωμί του σ’ ένα πήλινο δοχείο με στενό άνοιγμα και επί τρία χρόνια δεν έτρωγε παρά μονάχα απ’ αυτό που έπιανε το χέρι του. Πεπεισμένος ότι πρέπει να νικήσει την τυραννία του ύπνου, έμεινε στο ύπαιθρο όρθιος είκοσι ημερονύκτια, να καίγεται τη μέρα από τη ζέστη και να τρέμει από το κρύο τη νύχτα. Μια άλλη φορά, σκότωσε με το χέρι του ένα κουνούπι που τον τσίμπησε. Συνειδητοποιώντας ότι θανάτωσε ένα πλάσμα του Θεού, καταδίκασε τον εαυτό του να μείνει γυμνός έξι μήνες σ’ έναν βαλτότοπο με θεόρατα κουνούπια και άλλα ζωύφια. Όταν γύρισε στο κελί του, ήταν τόσο παραμορφωμένος που τον αναγνώριζες μόνον από τη φωνή.Καθώς είχε ακούσει να επαινούν τους Ταβεννησιώτες μοναχούς για τη βιοτή τους, άλλαξε ενδυμασία και παρουσιάσθηκε ως άγνωστος στο κατώφλι του μεγάλου και ονομαστού κοινοβίου, ζητώντας να γίνει εκεί δεκτός ως ένας απλός και αρχάριος δόκιμος. Ο άγιος Παχώμιος τού αρνήθηκε, λέγοντάς του ότι στην ηλικία του δεν θα ήταν δυνατό να εξοικειωθεί με την αυστηρή πολιτεία των μοναχών. Ο άγνωστος επέμενε και οι Ταβεννησιώτες δέχθηκαν παρ’ όλ’ αυτά να τον δοκιμάσουν. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, στεκόταν όρθιος σε μια γωνιά, πλέκοντας ασταμάτητα τα φοινικόφυλλά του, χωρίς όμως να αγγίζει το ψωμί και το νερό που είχαν βάλει πλάι του. Οι υπόλοιποι μοναχοί παραπονέθηκαν στον Παχώμιο, λέγοντας: «Πού βρήκες αυτό το καθαρό πνεύμα, για να μας ελέγξεις;». Ο Θεός αποκάλυψε τότε στον Παχώμιο ότι επρόκειτο για τον περιβόητο όσιο Μακάριο. Ο Παχώμιος έσπευσε προς αυτόν, τον ασπάσθηκε και τον ευχαρίστησε εκ βαθέων για το μάθημα ταπεινοφροσύνης που έδωσε προς τους μοναχούς του και τον αποχαιρέτισε ζητώντας του να προσεύχεται γι’ αυτούς.Μια άλλη φορά, ο Μακάριος αποφάσισε να φυλάξει τον νου του απερίσπαστο στη θεωρία του Θεού για πέντε ημέρες. Αφού άντεξε δύο ημέρες, λέγοντας στο πνεύμα του: «Μη κατεβαίνεις από τα ουράνια! Έχεις μπροστά σου τους αγγέλους, τους αρχαγγέλους και τον Κύριο του σύμπαντος! Μη κατεβαίνεις από τον ουρανό!», ο δαίμονας, εξαγριωμένος, έβαλε φωτιά σε όλα όσα βρίσκονταν μέσα στο κελί του εκτός από τη ψάθα πάνω στην οποία στεκόταν σε πύρινη και εκστατική προσευχή ο άγιος. Την τρίτη ημέρα άφησε το πνεύμα του να επανέλθει στον κόσμο για να μην καταληφθεί από την έπαρση.Με την προσευχή του λύτρωνε δαιμονισμένους και θεράπευε αρρώστους. Μια μέρα, μια ύαινα τού έφερε το τυφλό νεογνό της. Ο άγιος γιάτρεψε το ζώο και την επομένη η μητέρα του τον ευχαρίστησε φέρνοντάς του μια προβιά, την οποία ο άγιος πρόσφερε με τη σειρά του στην αγία Μελάνη [31 Δεκ.].Αφού διέλαμψε με τις αρετές του και τα θαύματά του, ο άγιος Μακάριος εκοιμήθη ειρηνικά σε ηλικία σχεδόν εκατό ετών. Μέχρι την τελευταία στιγμή αγωνιζόταν κατά του διαβόλου, κατηγορώντας τον εαυτό του για αδηφαγία και ραθυμία, λέγοντας σ’ εκείνον: «Μήπως σου οφείλω κάτι άλλο τώρα; Δεν θα βρεις τίποτε σ’ εμένα. Φύγε μακριά μου!».
Μακάριος ο Μέγας
Μακάριος ο Μέγας
19 Ιανουαρίου
Η Παράκληση του Αγίου - Εδώ
Ο όσιος Μακάριος ο Μέγας γεννήθηκε το 300 στο Τζίζμπερ, χωριό κοντά στο Δέλτα του Νείλου, και αρχικά άσκησε το επάγγελμα του καμηλιέρη. Υπακούοντας σε θεία κλήση, αποσύρθηκε μόνος σ’ ένα κελί κοντά στο χωριό του για να ενδιατρίψει στην ασκητική ζωή και την προσευχή. Καθώς οι συγχωριανοί του ήθελαν να τον κάνουν κληρικό, έφυγε κρυφά σε ένα άλλο χωριό. Μια κοπέλα που βρέθηκε έγκυος, για να δικαιολογηθεί κατήγγειλε τον αναχωρητή ότι τη βίασε. Ρίχθηκαν τότε όλοι κατά πάνω του και τον διαπόμπευσαν κρεμώντας μαγειρικά σκεύη στον λαιμό του, χτυπώντας και βρίζοντάς τον άγρια. Ο άγιος δεν είπε λέξη για να απολογηθεί και, μάλιστα, δέχθηκε αδιαμαρτύρητα να εργάζεται επιπλέον για να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της γυναίκας και του παιδιού που είχε στείλει προς αυτόν παιδαγωγικά η θεία Πρόνοια. Όταν, τέλος, αναγνωρίσθηκε η αθωότητά του, όλο το χωριό, έμπλεο δέους και θαυμασμού, πήγε στον άγιο για να ζητήσει συγχώρεση. Εκείνος όμως ετράπη σε φυγή για να αποφύγει την κενοδοξία, και μετέβη στην έρημο της Σκήτης (σημ. Ουάδι-Νάτρουν), μια άγονη και αφιλόξενη περιοχή που τη γνώριζε γιατί κάποτε είχε εμπορευθεί εκεί νίτρο. Ήταν τότε τριάντα ετών και επιδόθηκε με ακατάβλητο ζήλο στον ασκητικό αγώνα. Έτρωγε μια φορά την εβδομάδα λίγο ψωμί με νερό, κοιμόταν καθιστός ακουμπώντας στον τοίχο του κελιού του κατά διαστήματα και επέμενε αδιάκοπα στη σιωπή, στη φυλακή του νου από κάθε αλλότριο λογισμό και στη νοερά προσευχή. Είτε έτρωγε είτε νήστευε, το σώμα του διατηρούνταν άσαρκο σαν να ξέφευγε από τους νόμους της ύλης, κατά το ρηθέν: «Το σώμα εκείνου που αδιάκοπα καθαίρει τη ψυχή του, κατατρώγεται από φόβο Θεού καθώς ο δαυλός υπό του πυρός».Η αποταγή του από τα πρόσκαιρα αγαθά του μάταιου κόσμου ήταν τόσο μεγάλη ώστε, όταν μια μέρα έπιασε έναν ληστή να του κλέβει και τα λιγοστά εφόδια που είχε στο κελί του, ο ανεξίκακος όσιος τον βοήθησε να τα φορτώσει στην καμήλα του. Νυχθημερόν καθισμένος στο κελί του, έπλεκε με τα χέρια του φοινικόφυλλα, έχοντας τη ψυχή συντετριμμένη από τη μνήμη των αμαρτημάτων του και τον νου του διαρκώς υψωμένο στον ουρανό. Δεν διαχεόταν σε μακρές προσευχές, αλλά τείνοντας τα χέρια στον ουρανό, έλεγε: «Κύριε, όπως θέλεις Εσύ, κι όπως γνωρίζεις Εσύ, ελέησόν με!». Τον ρώτησε κάποιος μια μέρα με ποιο τρόπο μπορεί να προοδεύσει στην οδό της Σωτηρίας. Ο άγιος τον έστειλε τότε στο κοιμητήριο να καθυβρίσει τους εκεί νεκρούς και κατόπιν να τους επαινέσει και, όταν επέστρεψε, του είπε: «Είδες ότι οι νεκροί δεν σου αποκρίθηκαν τίποτε. Το ίδιο κι εσύ, αν επιθυμείς να σωθείς, γίνου ωσάν νεκρός, αψηφώντας ολότελα και τη δόξα και την αδικία των ανθρώπων».Εξοργίσθηκαν οι δαίμονες βλέποντάς τον να τους επιτίθεται κατά μέτωπο και τον πολιόρκησαν με όλες τους τις δυνάμεις, αλλά ο άγιος τούς απώθησε με καταφρόνηση. Ένα από τα πονηρά και ακάθαρτα πνεύματα τού ομολόγησε: «Όλα όσα κάνεις, τα κάνω κι εγώ. Εσύ νηστεύεις, εγώ δεν τρώω καθόλου. Εσύ αγρυπνάς, εγώ δεν κοιμάμαι καθόλου. Σ’ ένα μόνο με ξεπερνάς: στην ταπεινοφροσύνη. Εξαιτίας της δεν έχω καμιά ισχύ επάνω σου!». Με τους αγώνες του απέκτησε μεγάλη πείρα για τα διάφορα είδη δαιμόνων. Έλεγε ότι οι δαίμονες ανήκουν σε δύο κύριες κατηγορίες: σ’ εκείνους που μας εξάπτουν τα πάθη, όπως ο θυμός ή η επιθυμία, και σ’ εκείνους, τους φοβερότερους, που απατούν τους ανθρώπους με πνευματικές πλάνες, βλασφημίες και αιρέσεις.Η φήμη των αρετών του οσίου Μακαρίου απλώθηκε γρήγορα σ’ ολόκληρη την Αίγυπτο και πλήθη επισκεπτών άρχισαν να συρρέουν στην έρημο της Σκήτης. Ο όσιος υποδεχόταν με χαρά και απλότητα όλους όσοι προσέτρεχαν σ’ αυτόν, χωρίς να κρίνει κανέναν, επιδαψιλεύοντας ό,τι ταίριαζε στον καθένα: λόγο εποικοδομητικό ή προσευχή. Για να τιμήσει τους επισκέπτες του, τους πρόσφερε λίγο κρασί και έπινε κι αυτός μαζί τους. Μόλις όμως έμενε μόνος, δεν έπινε νερό επί τόσες ημέρες όσα ακριβώς ήταν και τα ποτήρια του κρασιού που είχε πιει συγκαταβατικά για χάρη της φιλοξενίας και της φιλαδελφίας. Έλεγαν για τον αββά ότι ήταν ωσάν «επίγειος θεός», επειδή όπως ο Θεός σκέπει τον κόσμο με την Πρόνοιά Του, έτσι και ο όσιος Μακάριος έκρυβε τα αμαρτήματα που έβλεπε σαν να μην τα έβλεπε και όλους τους σκέπαζε στοργικά με την αγάπη του. Η άπειρη ευσπλαχνία του τον ωθούσε να προσεύχεται ακόμα και για τους κολασμένους. Μια μέρα, ενώ περπατούσε στην έρημο, βρήκε το κρανίο ενός ιερέα των ειδώλων και το άκουσε να του λέει τα εξής αποκαλυπτικά: «Κάθε φορά που σπλαχνίζεσαι με την προσευχή σου όσους τιμωρούνται, εμείς που είμαστε βουτηγμένοι στο αιώνιο πυρ, με τα νώτα του ενός κολλημένα στα νώτα του άλλου, νιώθουμε μια παρηγοριά, καθώς μπορούμε να δούμε για λίγο το πρόσωπο των συντρόφων μας».Ο άγιος Μακάριος επισκέφθηκε τον άγιο Αντώνιο τον Μέγα, που εκτίμησε πολύ τις αρετές του και τον έκανε έναν από τους μαθητές και πνευματικούς του κληρονόμους. Επιστρέφοντας στη Σκήτη, άρχισε να δέχεται όλο και περισσότερους μαθητές, γι’ αυτό θεωρείται ως ο ιδρυτής αυτού του φημισμένου ορθόδοξου μοναστικού κέντρου. Ανάμεσα στους πρώτους μαθητές του συγκαταλέγονται λαμπροί αστέρες του πνευματικού στερεώματος όπως οι όσιοι αββάδες: Μωυσής [28 Αυγ.], Σισώης [6 Ιουλ.], Ησαΐας [3 Ιουλ.], Άιος, Ζαχαρίας [24 Μαρτ.] και άλλοι μεγάλοι αγωνιστές. Καθένας ζούσε σε ξεχωριστό κελί, ασχολούμενος όλη την εβδομάδα μ’ ένα εργόχειρο που του αρκούσε για να εξασφαλίσει τα προς το ζην και ενδεχομένως για να δώσει ελεημοσύνη. Προπαντός όμως το εργόχειρο ήταν χρήσιμο στην καταπολέμηση της ακηδίας και στη διαφύλαξη του πνεύματός τους σε εσωτερική εγρήγορση. Οι μοναχοί της Σκήτης ζούσαν με μεγάλη εγκράτεια, έχοντας μοναδικό σκοπό να φυλάξουν τον νου τους σταθερά προσηλωμένο στον Θεό με την καθαρά προσευχή, τρέφοντας τη θεωρία τους με την αποστήθιση Ψαλμών και αποσπασμάτων από την Αγία Γραφή. Όταν επιτέλους απέκτησαν ναό, συνάζονταν όλοι το εσπέρας του Σαββάτου για να τελέσουν την αγρυπνία και να κοινωνήσουν των αχράντων Μυστηρίων. Το πρωί, μετά τη θεία Λειτουργία, συμμετείχαν σε κοινή τράπεζα, που για πολλούς αποτελούσε το μοναδικό τους γεύμα για όλη την εβδομάδα, και συζητούσαν ελεύθερα ρωτώντας τους πνευματικά πιο έμπειρους για την οικοδομή της ψυχής τους. Ύστερα ο καθένας κατευθυνόταν στο κελί του, παίρνοντας μαζί του και τα φοινικόφυλλα για το εργόχειρο της εβδομάδας.Καθώς ο αριθμός των μαθητών και των επισκεπτών ολοένα αυξανόταν, ο άγιος Μακάριος άλλαζε επανειλημμένα κατάλυμα. Εγκαταβίωνε μακριά από τα άλλα κελιά, γειτνιάζοντας με δύο μόνον αδελφούς, και είχε ανοίξει ένα υπόγειο πέρασμα που οδηγούσε από το κελί του σε απομακρυσμένο σπήλαιο, ώστε να μπορεί να απομονώνεται, εν αγνοία όλων, για να φυλάξει τον νου του απερίσπαστο, όταν οι επισκέψεις γίνονταν πολύ συχνές και ενδεχομένως κάπως φορτικές.Στην αρχή, κάθε φορά που επιθυμούσε να συμμετάσχει στη θεία Λειτουργία, ο αββάς έπρεπε να μεταβεί με τα πόδια στη Νιτρία, πάνω από σαράντα μίλια δρόμο, μέσα στην καυτή έρημο. Ο κόπος ήταν πολύ μεγάλος για τους μαθητές, γι’ αυτό, με την προτροπή και ευλογία του αγίου Αντωνίου, ο Μακάριος δέχθηκε να χειροτονηθεί πρεσβύτερος· ήταν τότε σαράντα ετών. Αξιώθηκε τότε να λάβει αφθόνως από το Άγιο Πνεύμα τα χαρίσματα της ιάσεως, της προφητείας και της διακρίσεως των λογισμών. Δύο φορές ανάστησε νεκρούς: την πρώτη για να διαλάμψει η αθωότητα ενός ανθρώπου που κατηγορήθηκε αδίκως για δολοφονία και τη δεύτερη για να αποδείξει σ’ έναν αιρετικό την ατράνταχτη αλήθεια της Πίστεως περί της εσχάτης αναστάσεως των σωμάτων. Η φήμη του αγίου Μακαρίου και των μαθητών του καθώς και το ενθουσιαστικό κήρυγμα του αγίου Αθανασίου για τον μοναχισμό, παρακινούσαν τους ανθρώπους να έρχονται στη Σκήτη από όλα τα μέρη της Αιγύπτου αλλά και από μακρινές περιοχές της αυτοκρατορίας, για να ασπασθούν και να αφοσιωθούν στον ισάγγελο βίο. Η έρημος μεταμορφώθηκε σε αληθινή πόλη, τόσο που στο τέλος του αιώνα υπήρχαν στη Σκήτη τέσσερις ναοί όπου οι ασκητές συνάζονταν κατά εκατοντάδες κάθε Κυριακή.Το 374, ο αρειανός Λούκιος κατέλαβε την επισκοπική έδρα της Αλεξάνδρειας και αναζωπυρώθηκε ο διωγμός κατά των ορθοδόξων. Πρώτος του στόχος ήταν οι μοναχοί που ασκούσαν τη μεγαλύτερη επιρροή. Εξόρισε σ’ ένα νησί στο Δέλτα του Νείλου τους δύο Μακαρίους και πολλούς άλλους αγίους μοναχούς. Ωστόσο αυτή η εξορία απέβη τελικά εις όφελος της Εκκλησίας, καθώς οι Ομολογητές Πατέρες κατήχησαν και φώτισαν τους ειδωλολάτρες ντόπιους και, όταν μετά από λίγο ανακλήθηκαν από την εξορία εξαιτίας των έντονων διαμαρτυριών του αγανακτισμένου λαού, επέστρεψαν στην έρημό τους με περίσσια δόξα. Νιώθοντας το τέλος του να πλησιάζει, ο άγιος Μακάριος πήγε να επισκεφθεί για τελευταία φορά τους μαθητές του στη Νιτρία. Εν είδει πνευματικής διαθήκης τούς έλεγε με δάκρυα στα μάτια: «Ας κλάψουμε, αδελφοί, ας κλαίνε τα μάτια μας αδιάκοπα, προτού μεταβούμε εκεί όπου τα δάκρυά μας θα κάψουν το σώμα μας!». Λίγο καιρό αργότερα, ο «πνευματικός πατέρας της ερήμου» παρέδωσε εν ειρήνη τη ψυχή του στον Κύριο σε ηλικία ενενήντα ετών. Αφού υπέστησαν διάφορες μετακομιδές, κατά την κατάκτηση της Αιγύπτου, τα τίμια λείψανά του επέστρεψαν (784) στην κοπτική μονή που φέρει το όνομά του, στους τόπους που αγιάσθηκαν με την οσιακή παρουσία του.Αποδίδεται στον άγιο Μακάριο τον Μέγα μια σειρά από θαυμαστές «Πνευματικές Ομιλίες», όπου ο άγιος αναφέρεται, με τη βοήθεια ωραιότατων εικόνων που δανείζεται από τη φύση, στις ποικίλες ενέργειες της θείας Χάριτος μέσα μας. Αφού προσκολληθούμε στον Κύριο με την πίστη και αφοσιωθούμε σ’ Αυτόν με την αποταγή μας από τον ψυχοκτόνο κόσμο (των παθών και της αμαρτίας), οφείλουμε, μας λέει, «να καλλιεργούμε τη γη της καρδιάς μας», δηλαδή να εξαναγκάσουμε την ανυπάκουη και απειθή φύση μας να εφαρμόσει στην πράξη όλες τις ευαγγελικές αρετές και προπαντός την προσευχή. Βλέποντας τότε την καλή μας θέληση, ο Χριστός θα μας δώσει τη δύναμη να εκπληρώσουμε όλες Του τις εντολές -ή μάλλον Εκείνος θα τις εκπληρώσει μέσα μας- με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Προοδεύοντας έτσι από αρετή σε αρετή και από δόξα σε δόξα προς το πλήρωμα της εν Χριστώ πνευματικότητας και ζωής, το πνεύμα μας θα αναμειχθεί μυστικά με το πυρ του Αγίου Πνεύματος, θα γίνει «όλο οφθαλμός και όλο φως», και θα αποκτήσει μακαρίως τις ιδιότητες του Θεού. Κατά την τελική ανάσταση, το πυρ του Αγίου Πνεύματος που κρύβεται στην καρδιά των αγίων, θα ξεχυθεί πάνω στα σώματά τους και θα τα κάνει να λάμπουν στην αιωνιότητα από το φως του Θεού. Κατά τον άγιο Μακάριο, η χριστιανική ζωή δεν έχει άλλο σκοπό παρά την απόκτηση -ήδη από τη ζωή αυτή- της εμπειρίας του Αγίου Πνεύματος, της καλής αλλοίωσης, που θα μας δώσει μια άλλη «πνευματική αίσθηση», διαμέσου της οποίας θα μπορούμε να γευθούμε την παρουσία του Θεού σε κάθε στιγμή της ζωής μας.
※
Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026
Από την ίαση στη θεραπεία : Όταν οι πολλοί «γίνονται καλά» αλλά μόνο ένας σώζεται
ΚΥΡΙΑΚῌ ΔΩΔΕΚΑΤῌ
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
ιζ΄ 12 - 19
Η ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε πριν από λίγο περιέγραφε τη γνωστή διήγηση της θεραπείας των δέκα λεπρών, εκ των οποίων μόνο ένας επέστρεψε ευχαριστών. Πολύ συνοπτικά, πέρα από το θαύμα, η διήγηση έχει μερικές πολύ βαθιές και ουσιαστικές προσβάσεις οι οποίες αφορούνε τη θεραπευτική των δικών μας ισορροπιών, των πολυποίκιλων ισορροπιών. Να τις προσέξουμε: ο Χριστός την ώρα που τους βλέπει, τους προτείνει να πάνε στους ιερείς και εκείνοι πηγαίνοντας θεραπεύονται. Και ο ένας επιστρέφει, ευχαριστεί, δοξάζει τον Θεό και πέφτει «ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας» του Ιησού.
Αυτά είναι τα σημεία που πρέπει να προσέξουμε. Κοιτάξτε τα επίπεδα της θεραπευτικής. Το πρώτο: γιατί ο Χριστός να τους στείλει στους ιερείς; Απάντηση πολύ ουσιαστική: τους αποκαθιστά, όχι απλώς πάνω στις προσωπικές τους ισορροπίες. Τους κάνει καλά, καλό είναι αυτό, αλλά είναι μισό αν δεν αποκαταστήσει τη σχέση τους με την κοινωνία και δη με έναν χώρο όπως είναι οι ιερείς, όπου θα βρουν πραγματικά τη ζωή. Επειδή εκεί στον ναό ιστορείται η ζωή, εκεί περιγράφεται η ζωή, εκεί περιγράφεται η όντως κοινωνία, πηγαίνοντας αυτοί στους ιερείς, εντάσσονται κοινωνικά· μπορεί και πριν να ζούσαν μέσα στην κοινωνία, αλλά τώρα η κοινωνικότητά τους γίνεται ουσιαστική και γίνεται αγιασμένη. Αυτή είναι μια πρώτη πρόταση για τη θεραπευτική: η ένταξη στην κοινωνία, αλλά με ουσιαστικές προϋποθέσεις, με αγιασμένες προϋποθέσεις. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε κοινωνικότητα - η αφηρημένη κοινωνικότητα - πολλές φορές, αντί να φέρει θεραπευτική πάνω μας, μπορεί να φέρει και τραγωδία, να φέρει και ιστορικό διχασμό. Να λοιπόν το πρώτο βήμα, αλλά ούτε αυτό είναι αρκετό. Αλλά είναι ουσιαστικό ως πρόσβαση στην οποιαδήποτε θεραπευτική των δικών μας τραυματισμένων ισορροπιών. Η ένταξη στην κοινότητα η ουσιαστική, η εν Χριστώ ένταξη στην κοινότητα, η αγιασμένη ένταξη στην κοινότητα. Γι' αυτό και τολμούμε να πούμε πως σε αυτόν τον χώρο που λέγεται Εκκλησία εκφράζεται η μοναδική κοινωνικότητα - αν εμείς μπορούμε να τη βρούμε και να τη ζήσουμε.
Η συνέχεια κρύβει δύο άλλες πτυχές. Αφού βρουν την κοινωνικότητά τους, τις σχέσεις με τους άλλους, πάνε να βρουν άλλα δύο πράγματα. Το πρώτο: να βρουν τον εαυτό τους. Αμέσως μετά την επιστροφή αυτού του ενός και μοναδικού, το Ευαγγέλιο λέει «ἰδὼν ὅτι ἰάθη», ότι καθαρίστηκε. Είδε! Αυτός μπόρεσε να δει τον εαυτό του. Οι άλλοι αυτό δεν το κάνουν. Μπορεί να περνούν μόνο από ένα πρώτο επίπεδο και στέκονται εκεί. Μετά έρχεται μια δυνατότητα να καταλάβεις αυτό που είσαι και να βρεις τον εαυτό σου. Αλλά αυτό το στοιχείο του να βρω τον εαυτό μου πάλι μόνο του δεν είναι αρκετό. Αν βρίσκεις τον εαυτό σου, χωρίς να έχεις την κοινωνικότητα, είναι μια χαμένη ιστορία. Ή αν βρίσκεις τον εαυτό σου, χωρίς να βρεις τον Θεό, είναι χαμένη ιστορία. Αν βρίσκεις την κοινωνία, χωρίς να βρεις τον εαυτό σου και τον Θεό, είναι πάλι μια χαμένη ιστορία.
Βλέπετε, τρία επίπεδα. Η κοινωνία, ο εαυτός μου και οι σχέση μου με τον Θεό. Εδώ βρίσκει πια τον εαυτό του, μέσα σε όλο αυτό το κλίμα της ανευρέσεως των χαμένων ισορροπιών με την κοινωνία και τον Θεό. Αυτό πάλι σημαίνει πως οποιοσδήποτε που πάει να βρει τον εαυτό του, και καλά κάνει να βρει τον εαυτό του - οι Πατέρες έχουν γράψει πάρα πολλά κείμενα που αναφέρονται στη στροφή προς τον εαυτό, για την γνώση του εαυτού· αυτό όμως οι Πατέρες όταν το γράφουν, δεν το γράφουν απλώς για να κάνουμε ένα κλείσιμο προς τον εαυτό μας και να μείνουμε κλεισμένοι στον εαυτό μας, σπάζοντας τους δεσμούς και με τον Θεό και με τους ανθρώπους - αλλά είναι και αυτό ουσιαστικό το επίπεδο: εντασσόμενοι στην κοινωνία, να μη χαθούμε σε μια μάζα κοινωνικότητας, να μην εκφραζόμεθα απλώς μαζικά, να έχουμε το πρόσωπό μας, αυτό σημαίνει «βρίσκω τον εαυτό μου»· και φυσικά θα βρω το πρόσωπό μου αν η κοινωνία που βρίσκω, ο Θεός που βρίσκω, ο εαυτός που βρίσκω είναι όλα εν Χριστώ. Και έτσι λοιπόν [αυτός που πάει να βρει τον εαυτό του] βλέπει ότι θεραπεύεται.
Καταλήγει στο επόμενο στάδιο που είναι η αίσθηση της σχέσης του με τον Θεό· «εὐχαριστῶν» και δοξολογών. Κοιτάξτε, εδώ πέρα είναι το πιο σπουδαίο. Αφού κάνει τα δύο πρώτα - την κοινωνικότητα, το ότι βρίσκει τον εαυτού ως έκφραση της κοινωνικότητας - ευχαριστεί τον Θεό. Το «ευχαριστώ» τι σημαίνει; Παίρνει, πήρε, μια χάρη, πήρε μια δωρεά, έγινε καλά αυτός. Κάτι του έδωσε ο Θεός, του έδωσε ένα δώρο. Οι άλλοι γιατί δεν γύρισαν; Δεν ξέρω, αλλά μπορεί να μην γύρισαν γιατί το θεωρούσαν δεδομένο. Γιατί αυτοί και μόνο αυτοί να είναι λεπροί ή μερικοί να είναι λεπροί, ενώ όλοι οι άλλοι να ζουν καλά; Ήταν «δικαίωμά τους» να γίνουν καλά. Και ο Θεός, έτσι θα σκέφτηκαν, αποκατέστησε την αδικία που έγινε πάνω τους. Και αυτή η σχέση είναι πραγματικά ανώμαλη. Γιατί ακριβώς όταν γίνεσαι καλά, δεν σκέφτεσαι πόσο «δικαίωμα» είχες να γίνεις καλά. Το ότι γίνεσαι καλά, το ότι κάτι γίνεται πάνω σου, είναι μια δωρεά. Και ας ήσουν ο πιο σιχαμένος, ας ήσουν ο τελευταίος. Και αν κάποιος αποκατέστησε την αδικία που σου έγινε, δεν μπορείς να πεις «εντάξει, αδικημένος ήμουνα και τώρα είμαι σε ισορροπία με τους άλλους». Λάθος σκέψη, η οποία καταστρέφει τον εαυτό μας και φυσικά δεν μας δίνει τη δυνατότητα να βρούμε τη σχέση μας με τον Θεό. Ό,τι γίνεται, και ας είμαστε αδικούμενοι, είναι ως δωρεά. Και όποιος ακριβώς δει ότι δεν είχε κανένα «δικαίωμα» πάνω στη γη - εδώ είναι το κρυμμένο μυστικό - δεν είχε «δικαίωμα», και όλα όσα γίνονται είναι δωρεά, τότε θεραπεύεται οριστικά. Και πια δεν αναμετριέται με τον Θεό για το πόσα του δίνει σε σχέση με τους άλλους, αλλά αναμετριέται με το τι ήταν και τι του δίνει ο Θεός· [σε αυτόν] που δεν ήξερε τίποτα, ήταν χαμένος στο σκοτάδι, και ο Θεός του δίνει αυτά.
Σταματάει πια η αγωγή της «αναζητήσεως των χαμένων δικαιωμάτων». Και αν ακριβώς περάσεις από αυτή την αγωγή, τότε θα μπορείς και να ενταχθείς στην κοινωνία και να βρεις τον εαυτό σου και να βρεις τον Θεό. Αν η αγωγή είναι ακριβώς ότι «έχουμε δικαιώματα που δεν μας τα δίνουνε», πού να βρεις την κοινωνία, αφού διαμαρτύρεσαι, αφού διχάζεσαι; Πού να βρεις τον εαυτό σου και να σταθείς στον εαυτό σου, αφού νιώθεις ταραγμένος και αδικούμενος; Και πού να βρεις τον Θεό, αφού πιστεύεις που Αυτός είναι η αιτία της αδικίας; Και τότε γίνεσαι πραγματικά σχιζοφρενής και γίνεσαι τρελός και δεν μπορείς σε τίποτα να σταθείς πάνω στη ζωή, γιατί ακριβώς όλη η ισορροπία σου παίχτηκε στο «τι δικαιώματα σου πήραν και δεν σου έδωσαν». Και αυτός [ο λεπρός] ευχαριστεί τον Θεό και τον δοξολογεί και βρίσκει το πρόσωπό του. Βλέπετε τι λέει το κείμενο: «έπεσεν με το πρόσωπον αυτού παρὰ τοὺς πόδας αυτού». Αλλά είχε πρόσωπον για να πέσει παρά τους πόδας Του. Αν δεν είχε πρόσωπο, θα ήτανε δούλος, θα ήταν ένας υποκριτής, θα ήταν ένας πραγματικά ο απρόσωπος αδικούμενος, θα ήταν η μάζα των αδικουμένων, που δεν μπορεί να φωνάξει ή διαμαρτύρεται κρυφά.
Δεκάδες πτυχές ανακαλύπτονται μέσα από αυτό το κείμενο, που αφορούν, όπως είπα στην αρχή, την ανεύρεση της χαμένης ισορροπίας που έχουμε μέσα μας και της θεραπευτικής της που περνάει από αυτά τα τρία στάδια. Και προσέξτε, να το θυμηθούμε: Η θεραπεία είναι ολοκληρωτική [μόνο] αν περάσει και από τα τρία τα στάδια. Η αποσπασματική θεραπεία οιονεί, δηλαδή περίπου, θεραπεύει αλλά μας επιστρέφει πάλι σε μια χειρότερη κατάσταση, όπου είμασταν πίσω. Αν λοιπόν θέλετε πραγματικά να βρείτε ισορροπίες που φαίνονται χαμένες στην κοινωνικότητά μας, στη σχέση με τον εαυτό μας και στη σχέση με τον Θεό, και το σχήμα αυτό να λειτουργήσετε! Ολοκληρωμένα να το λειτουργήσετε! Και προπάντων, τουλάχιστον σε αυτόν τον χώρο που λέγεται Εκκλησία, να σταματήσει η ισορροπία της «ανευρέσεως των χαμένων δικαιωμάτων».
※
Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα : www.floga.gr
ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ
Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ
Ἀθανάσιον καὶ θανόντα ζῆν λέγω.Οἱ γὰρ δίκαιοι ζῶσι καὶ τεθνηκότες.
Ο άγιος πατήρ ημών Αθανάσιος, στύλος της Ορθοδοξίας και φωστήρ της Οικουμένης, γεννήθηκε από ευσεβείς και ορθοδόξους γονείς το 295, λίγο πριν ξεσπάσει ο μεγάλος διωγμός του Διοκλητιανού (303-313), στην κοσμόπολη της Αλεξάνδρειας, όπου συμβίωναν οι πιο διαφορετικοί λαοί και συμπλέκονταν κάθε λογής λατρείες και θρησκεύματα. Από μικρός δεν αρεσκόταν παρά στα του Θεού και της Εκκλησίας. Μια ημέρα, καθώς έπαιζε στην παραλία με τους συντρόφους του, αναπαριστάνοντας με την μεγαλύτερη σοβαρότητα τις εκκλησιαστικές τελετές, ο Αθανάσιος ετέλεσε, εν είδει επισκόπου, το βάπτισμα παιδιών που ακόμη δεν είχαν δεχθεί του βαπτίσματος. Ο επίσκοπος Αλέξανδρος [29 Μαΐου] το παρατήρησε με θαυμασμό, διακήρυξε την εγκυρότητα του βαπτίσματος και πήρε το παιδί υπό την προστασία του.Κατά την περίοδο των σπουδών του ο Αθανάσιος έδειξε μέτριο ενδιαφέρον για την θύραθεν γνώση. Προτιμούσε να υφαίνει εν σιωπή τον χιτώνα των αγίων αρετών μελετώντας την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, και αποσύρθηκε για ένα διάστημα στην έρημο κοντά στον άγιο Αντώνιο, του οποίου υπήρξε σε όλη του την ζωή ένθερμος μαθητής. Κατόπιν, επιστρέφοντας στην Αλεξάνδρεια, χειροτονήθηκε διάκονος και ξεκίνησε το θεολογικό και ποιμαντικό του έργο. Τότε συνέταξε τα δύο πρώτα έργα του: «Κατά Ελλήνων» και «Περί Ενανθρωπήσεως του Λόγου». Αφού καταδίκασε το άτοπο των εθνικών φιλοσοφιών και δοξασιών, έδειξε ότι ο Λόγος του Πατρός δεν είναι μονάχα ο Δημιουργός του κόσμου, η Σοφία και η Πρόνοιά Του, αλλά ότι έγινε Σωτήρ των ανθρώπων που είχαν υποπέσει στην φθορά: «Αυτός έγινε άνθρωπος για να γίνουμε εμείς θεοί» . Κοινωνώντας με τον Χριστό γινόμαστε «θείας κοινωνοί φύσεως» (Β΄ Πέτρ. 1, 4), γιατί ο Χριστός δεν είναι απλό δημιούργημα, αλλά κατά φύσιν Λόγος του Πατρός, Μονογενής Υιός του Θεού και Θεός, που έγινε άνθρωπος για να μας κάνει θετούς υιούς του Πατρός. Αυτή η απόλυτη πεποίθηση έγινε για τον άγιο σκοπός της ζωής και των αγώνων του. Ακλόνητος υπερασπιστής του δόγματος της θεότητας του Λόγου και της πίστεως προς την Αγία Τριάδα, υπήρξε ο κήρυκας της εν Χριστώ αγιότητος και θεώσεως.Την εποχή εκείνη, ένας πρεσβύτερος της Αλεξάνδρειας, ο Άρειος, άνθρωπος εριστικός που εμπιστευόταν πιο πολύ την ανθρώπινη λογική παρά την πίστη σε ζητήματα που αφορούν τα θεία Μυστήρια, άρχισε να διασπείρει την αμφιβολία στον λαό, διδάσκοντας ότι ο Λόγος του Θεού δεν είναι αιώνιος, ότι δημιουργήθηκε εν χρόνω και κατά συνέπειαν ότι δεν μπορεί να ονομάζεται Υιός του Θεού παρά μεταφορικά. Εκδιώχθηκε από την Αλεξάνδρεια, κατέφυγε στην Καισάρεια και σκόρπισε γρήγορα την σύγχυση σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, σε βαθμό που ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος υποχρεώθηκε να συγκαλέσει μεγάλη Οικουμενική Σύνοδο στην Νίκαια (325), για να διατυπώσει και να διακηρύξει με σαφήνεια την θεότητα του Λόγου. Ο άγιος Αθανάσιος, μέλος της συνοδείας του γηραιού επισκόπου Αλεξάνδρου, συμμετείχε στις εργασίες αυτής της Συνόδου και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο υπερασπιζόμενος την αλήθεια, προκαλώντας τον θαυμασμό των ορθοδόξων αλλά και το άσπονδο μίσος των αιρετικών. Έκτοτε για όλη του την ζωή ταυτίστηκε με την ομολογία της πλήρους ομοουσιότητος του Λόγου και του Πατρός. Το όνομα Αθανάσιος έγινε συνώνυμο του Δόγματος της Νικαίας, της Ορθοδόξου Πίστεως. Μετά τον θάνατο του αγίου Αλεξάνδρου, το 326, ο φλογερός Αθανάσιος εξελέγη ομόφωνα από τον λαό της Αλεξάνδρειας, παρά το νεαρόν της ηλικίας του, για να τον διαδεχθεί στον επισκοπικό θρόνο του αγίου Μάρκου. Πρώτη του ενέργεια ήταν να αποκαταστήσει την ενότητα και την ευταξία στην τεράστια επαρχία του, η οποία υπέφερε όχι μόνον από τους αιρετικούς του Αρείου, αλλά και από τους σχισματικούς του Μελιτίου και από την διαφθορά των ηθών και της εκκλησιαστικής ζωής. Επί χρόνια περιόδευσε σε όλες τις επαρχίες της Αιγύπτου μέχρι τα αιθιοπικά σύνορα, κηρύττοντας και χειροτονώντας επισκόπους· απέκτησε έτσι την αγάπη του λαού, ο οποίος τον αισθανόταν σαν πατέρα του. Επισκεπτόταν επίσης τα αναρίθμητα μοναστήρια, την έρημο της Θηβαΐδας, και διέμενε στην Μονή των Ταβεννησιωτών, το μεγάλο μοναστικό συγκρότημα του αγίου Παχωμίου [15 Μαΐου].Κατά την απουσία του όμως από την Αλεξάνδρεια, οι οπαδοί του Μελιτίου διέδωσαν πλήθος συκοφαντίες εναντίον του και, όταν επέστρεψε, ο Αθανάσιος βρέθηκε να κατηγορείται ότι εξελέγη αντικανονικά, ότι είχε καταχρεώσει την επισκοπή του, ότι μεταχειριζόταν κάθε λογής βία εναντίον των αντιπάλων του και, ιδίως, ότι είχε αναποδογυρίσει και ποδοπατήσει το δισκοπότηρο ενός ιερέα του Μελιτίου. Κατηγορήθηκε επίσης ότι είχε στηρίξει οικονομικά συνωμότες που ραδιουργούσαν κατά του αυτοκράτορα. Ο αρχιεπίσκοπος μετέβη στην Νικομήδεια, όπου βρισκόταν ο αυτοκράτορας, και δεν δυσκολεύθηκε να αποδείξει την αθωότητά του. Μόλις όμως επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, κατηγορήθηκε ότι δολοφόνησε τον οπαδό του Μελιτίου, επίσκοπο Ιψάλας Αρσένιο, και ότι χρησιμοποιούσε το κομμένο χέρι του σε τελετές μαγείας. Ο Αθανάσιος ανακάλυψε τον Αρσένιο στο μοναστήρι που κρυβόταν και η αθωότητά του έλαμψε στο δικαστήριο παρουσιάζοντας το υποτιθέμενο θύμα.Στο διάστημα αυτό ο Άρειος, που είχε εξορισθεί ύστερα από την Σύνοδο της Νικαίας, κατόρθωσε να κερδίσει την εύνοια του αυτοκράτορα χάρη στον φίλο του Ευσέβιο Νικομηδείας, άνθρωπο της αυλής, πανούργο και δόλιο. Πέτυχε να του επιτραπεί να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια, όπου διέδιδε την διδασκαλία του στον λαό διά μέσου ασμάτων και αποφθεγμάτων. Ο Αθανάσιος ωστόσο δεν υπέκυπτε και αρνιόταν δυναμικά να δεχθεί τον αιρετικό σε κοινωνία. Το 335, με την ευκαιρία του εορτασμού της τριακονταετηρίδος της βασιλείας του, ο Κωνσταντίνος συγκάλεσε νέα Σύνοδο στην Τύρο της Παλαιστίνης για να αποκατασταθεί η τάξη. Οι περισσότεροι των παρισταμένων επισκόπων είχαν επιλεγεί μεταξύ των πλέον άσπονδων εχθρών του Αθανασίου. Και, όταν ο άγιος παρουσιάσθηκε με σαράντα Αιγύπτιους επισκόπους, απαγόρευσαν την είσοδο στην συνοδεία του και οι οπαδοί του Μελιτίου μπόρεσαν να εκθέσουν με άνεση τις συκοφαντικές τους κατηγορίες εναντίον του Αθανασίου, με κύριο επιχείρημα ότι είχε εμποδίσει τον ανεφοδιασμό της Κωνσταντινούπολης με σιτάρι. Παρουσίασαν μάλιστα και μια γυναίκα που ισχυριζόταν ότι την είχε βιάσει. Ο Αθανάσιος είπε σ’ έναν φίλο του να πλησιάσει αντί γι’ αυτόν και πάραυτα η γυναίκα, που δεν είχε δει ποτέ της τον άγιο, διακήρυξε ότι αναγνώρισε τον βιαστή της, αποκαλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο την απάτη. Ήταν ολοφάνερο ότι οι αντίπαλοι μηχανεύονταν πάση θυσία την εξόντωσή του. Έξω το πλήθος, ερεθισμένο δολίως, κραύγαζε αποκαλώντας τον μάγο, άξεστο και ανάξιο. Ο Αθανάσιος επέλεξε την συνετότερη στάση: αναχώρησε κρυφά για την Κωνσταντινούπολη, όπου ζήτησε δικαίωση από τον Κωνσταντίνο, σταματώντας τον την ώρα που εκείνος έκανε περίπατο με το άλογο. Παρά την υποστήριξη του λαού της Αλεξάνδρειας και τις επιστολές του αγίου Αντωνίου προς τον αυτοκράτορα, ο άγιος εξορίσθηκε (335-337) στα Τρέβηρα (σημ. Τρίερ στην Γερμανία), πρωτεύουσα της Γαλατίας. Αποκατέστησαν επίσημα τον Άρειο στην Εκκλησία και ο αυτοκράτορας επηρεασμένος από τον Ευσέβιο διέταξε να συλλειτουργήσει ο αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως με τον αιρετικό. Ο ασεβής Άρειος, όμως, χτυπήθηκε από την θεία δικαιοσύνη και πέθανε με ειδεχθή τρόπο, ακριβώς πριν την Λειτουργία, όταν τα εντόσθιά του χύθηκαν έξω, την στιγμή κατά την οποία είχε πάει για σωματική του ανάγκη.Δύο χρόνια αργότερα, μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου, ο γιος του Κωνσταντίνος Β΄ επανέφερε τον άγιο από την εξορία και ο Αθανάσιος επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, περνώντας από την Καισάρεια της Καππαδοκίας και την Αντιόχεια για να στερεώσει εκεί την Ορθόδοξη Πίστη. Η είσοδός του στην Αλεξάνδρεια (23 Νοεμβρίου 337), χαιρετήθηκε από σύσσωμο τον κλήρο και τον λαό. Όμως, ο Ευσέβειος Νικομηδείας και οι οπαδοί του Αρείου δεν παραιτήθηκαν. Ξανάρχισαν πάραυτα τις συκοφαντίες τους, χαρακτηρίζοντας αντικανονική την αποκατάσταση του Αθανασίου στον επισκοπικό θρόνο. Μία Σύνοδος των ομολογητών της Πίστεως που συνεκλήθη στην Αλεξάνδρεια (338), εξασφάλισε τον άγιο την ομόφωνη υποστήριξη όλων των επισκόπων της Αιγύπτου· ο άγιος Αντώνιος αποφάσισε να έλθει ο ίδιος από την μακρινή του έρημο στην Αλεξάνδρεια για να υποστηρίξει τον επίσκοπο, με την μαρτυρία του λόγου και των θαυμάτων του. Οι αρειανοί συνεκάλεσαν την δική τους σύνοδο στην Αντιόχεια και επιχείρησαν να εγκαταστήσουν με την βία στον θρόνο της Αλεξάνδρειας κάποιον Γρηγόριο Καππαδόκη και να αποσπάσουν τους ναούς από τους ορθοδόξους (339). Η πόλη ολόκληρη είχε γίνει θέατρο συμπλοκών και ταραχών, οπότε ο Αθανάσιος αποφάσισε να αποσυρθεί προσωρινά για να εμποδίσει την εξάπλωση του κακού και κατέφυγε στην Ρώμη, αφού προηγουμένως εμψύχωσε τους κληρικούς του και τους παρότρυνε να μείνουν ενωμένοι ενάντια στον εγκάθετο ιεράρχη.Ο πάπας Ιούλιος τον υποδέχθηκε εγκάρδια και παρείχε κάθε υποστήριξη σε εκείνον που δεν ήταν απλώς ένας εξόριστος επίσκοπος, αλλά είχε καταστεί υπέρμαχος της Ορθοδοξίας. Συνεκάλεσε Σύνοδο, η οποία τον ανακήρυξε μοναδικό νόμιμο επίσκοπο Αλεξανδρείας και αναγνώρισε την αθωότητά του έναντι των γελοίων κατηγοριών που είχαν εκτοξευθεί εναντίον του. Στην Ρώμη ο Αθανάσιος βρήκε και άλλους εξόριστους ομολογητές, όπως τον άγιο Παύλο Κωνσταντινουπόλεως [6 Νοεμ.]. Εξακολούθησε να διοικεί την επισκοπή του δι’ αλληλογραφίας και συνέβαλε τα μέγιστα στην άνθηση του Μοναχισμού στην Δύση, γνωστοποιώντας τον βίο του αγίου Αντωνίου και των ασκητών της Αιγύπτου.Το 343, οι δύο αυτοκράτορες Κωνστάντιος (Ανατολή) και Κώνστας (Δύση) αποφάσισαν να συγκαλέσουν μια μεγάλη Σύνοδο στην Σαρδική (σημ. Σόφια) για να λυθεί το ζήτημα του θρόνου της Αλεξάνδρειας και να συμφωνηθεί μια ομολογία Πίστεως. Οι επίσκοποι της Ανατολής είχαν βέβαια απορρίψει τον Άρειο, αλλά επέμεναν να αρνούνται τον όρο «ομοούσιος». Χωρίς να λένε ανοικτά ότι ο Υιός του Θεού είναι κτίσμα, αρνούνταν ωστόσο να ομολογήσουν την πλήρη κατά φύσιν ταύτισή Του με τον Πατέρα. Όλη τους η αντίθεση εναντίον του δόγματος της Συνόδου της Νικαίας αποκρυσταλλωνόταν ουσιαστικά στο πρόσωπο του Αθανασίου: απαιτούσαν, ως προϋπόθεση για την σύγκληση της Συνόδου, να μην παρίσταται ο επίσκοπος Αλεξανδρείας, και εγκατέλειψαν επιδεικτικά την πόλη, προκαλώντας με αυτόν τον τρόπο σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ο αυτοκράτορας της Ανατολής Κωνστάντιος, καθώς είχε προσχωρήσει στους οπαδούς του Αρείου, παρεμπόδισε την αποκατάσταση των εξορίστων, επικύρωσε την ανάρρηση του Γρηγορίου στον θρόνο της Αλεξάνδρειας, καταδίωξε τους ορθοδόξους και σκόρπισε τον τρόμο σε όλη την αυτοκρατορία.Μετά τον θάνατο του Γρηγορίου, ο Κωνστάντιος πρότεινε επανειλημμένα στον άγιο που διέμενε στην Ακουηλία να αναλάβει εκ νέου τον θρόνο του. Τέλος, ύστερα από πιέσεις του Κώνστα, του πάπα και των αξιωματούχων της αυλής, ο Αθανάσιος δέχθηκε να επιστρέψει στην Αίγυπτο, περνώντας από την Αντιόχεια, όπου ο αυτοκράτορας τον διαβεβαίωσε για την υποστήριξη και τον θαυμασμό του, την Καισάρεια και τα Ιεροσόλυμα. Μπαίνοντας στην Αλεξάνδρεια, ύστερα από εξορία πλέον των έξι χρόνων, στις 21 Οκτωβρίου του 346, τον υποδέχθηκε μέγα πλήθος, που μαζεύτηκε σαν μελίσσι από όλες τις γωνιές της Αιγύπτου και τον επευφημούσε με βάγια, ύμνους και χορούς, όπως τον Χριστό όταν εισήλθε στα Ιεροσόλυμα. Στο πρόσωπο του Αθανασίου ήταν ο Ίδιος ο Χριστός παρών στην ειρηνευμένη Εκκλησία Του. Επί μία δωδεκαετία ο άγιος ιεράρχης μπόρεσε να αφοσιωθεί στο πνευματικό του ποίμνιο, στην ανάπτυξη του Μοναχισμού και στο ιεραποστολικό έργο σε πρόσφατα εκχριστιανισθείσες περιοχές, όπως η Αιθιοπία, όπου απέστειλε τον άγιο Φρουμέντιο [30 Νοεμ.].Δυστυχώς η νίκη αυτή της Ορθοδοξίας δεν κράτησε πολύ. Το 353, ο Κωνστάντιος ανέλαβε ως μόνος αυτοκράτορας και περιήλθε εκ νέου στην επιρροή των αρειανών οι οποίοι εξαπέλυσαν, με ακόμη μεγαλύτερο μίσος, επίθεση κατά της Συνόδου της Νικαίας και του προσώπου του Αθανασίου. Ο αυτοκράτορας καταδίκασε τον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας και, απειλώντας με εξορία τους δυτικούς επισκόπους που έως τότε παρέμεναν πιστοί στην Ορθοδοξία, τους ανάγκασε να επικυρώσουν την καθαίρεση του αγίου (Μιλάνο 355). Ο πάπας Λιβέριος και ο Όσιος, επίσκοπος Κορδούης, ηλικίας εκατό ετών τότε, διαμαρτυρήθηκαν. Τους εξόρισαν χωρίς δισταγμό, καθώς και τον άγιο Ιλάριο Πικταβίου [13 Ιαν.]. Δεν έμεινε πια παρά να προβούν στην εκδίωξη του Αθανασίου τον οποίο προστάτευε ολόκληρος ο λαός στης Αλεξάνδρειας.Την νύχτα της 8ης Φεβρουαρίου του 356, ο διοικητής Συριανός, επικεφαλής περισσοτέρων των πέντε χιλιάδων στρατιωτών, περικύκλωσε τον ναό του αγίου Θεωνά, όπου πλήθος χριστιανών είχε συγκεντρωθεί για να τελέσει αγρυπνία. Εν μέσω κραυγών και αναστάτωσης ο Αθανάσιος παρέμενε ακλόνητος στην καθέδρα του και γύρω του οι πιστοί σε πυκνές σειρές, έτοιμοι να πεθάνουν για να υπερασπίσουν τον ποιμενάρχη τους. Τέλος, οι φίλοι του τον έσυραν -παρά την θέλησή του- έξω από τον ναό και τον έπεισαν να φύγει στην έρημο. Γρήγορα ξέσπασαν ταραχές εναντίον των αρχών σε ολόκληρη την πόλη. Οι στρατιώτες έσφαζαν άνδρες και γυναικόπαιδα, ατίμαζαν αφιερωμένες παρθένες, λεηλατούσαν και βεβήλωναν τόπους λατρείας. Δόθηκε διαταγή να διωχθεί ο Αθανάσιος ως στασιαστής και να τιμωρείται αυστηρά όποιος του παρείχε άσυλο. Διωκόμενος συνεχώς, ο άγιος Αθανάσιος αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο κατοικίας. Την πιο σταθερή υποστήριξη και την πιο πρόθυμη φιλοξενία την βρήκε κυρίως κοντά στους μοναχούς. Έζησε έξι ολόκληρα χρόνια (356-362) ως φυγάς, στηρίζοντας την Ορθόδοξη Πίστη με δεκάδες θεολογικά συγγράμματα, εγκυκλίους και επιστολές στους επισκόπους όλου του κόσμου. Στην Αλεξάνδρεια είχε ενθρονισθεί ως επίσκοπος ο Γεώργιος Καππαδόκης, ένας άνθρωπος άπληστος, βίαιος και αδίστακτος, ο οποίος γρήγορα αιματοκύλησε όλη την Αίγυπτο για να καθυποτάξει τους ορθόδοξους. Εξόρισε επισκόπους, καταδίκασε σε καταναγκαστικά έργα όσους έρχονταν σε επαφή με τον Αθανάσιο, απαγόρευσε τις συνάξεις των πιστών, διέταξε να γδάρουν και να καύσουν ζωντανούς όλους όσοι δεν υποτάσσονταν. Μετά από έναν χρόνο θηριωδίας, ο λαός της Αλεξάνδρειας απηυδισμένος εξεγέρθηκε και τον ανάγκασε να τραπεί σε φυγή (358).Η κατάσταση της Εκκλησίας ήταν τότε περισσότερο τραγική από κάθε άλλη φορά. Όλες οι φωνές που μπόρεσαν να υψωθούν υπέρ της Ορθοδοξίας και εναντίον των αυτοκρατορικών παρεμβάσεων στα εκκλησιαστικά είχαν δυστυχώς σωπάσει. Οι επισκοπικές έδρες ήσαν κενές ή είχαν καταληφθεί από αιρετικούς. Καθώς απολάμβαναν της εύνοιας του αυτοκράτορα, οι αρειανοί αποθρασύνθηκαν και επιχείρησαν να επιβάλουν όρους πίστεως ακόμη πιο ακραίους, αρνούμενοι απολύτως την θεότητα του Υιού και κάθε ομοιότητά Του με τον Πατέρα (Αέτιος, Ευνόμιος). Οι επίσκοποι της Ανατολής ήσαν οι περισσότεροι μετριοπαθείς και απλώς ανησυχούσαν για τον κίνδυνο συγχύσεως μεταξύ των δύο Προσώπων που θα μπορούσε να φέρει ο όρος «ομοούσιος»· ευαισθητοποιήθηκαν και διακήρυξαν (Βασίλειος Αγκύρας) ότι ο Υιός είναι της ομοίας ουσίας («ομοιούσιος») με τον Πατέρα. Κατάφεραν να πάρουν με το μέρος τους τον Κωνστάντιο, να τον πείσουν να καταδικάσει τους ακραίους αρειανόφρονες και να ανακαλέσει από την εξορία τον πάπα Λιβέριο. Ο άγιος Αθανάσιος και ο επίσκοπος Πικταβίου άγιος Ιλάριος επωφελήθηκαν αυτή την ανάπαυλα επιδιώκοντας την καταλλαγή. Συνεκλήθησαν δύο Σύνοδοι, στο Ρίμινι για την Δύση και στην Σελεύκεια για την Ανατολή (359), για να συμφωνήσουν σε μια κοινή διατύπωση Πίστεως, η οποία θα μπορούσε να ικανοποιήσει τους ορθοδόξους της Νικαίας και τους ομοιουσιανούς. Την επόμενη χρονιά όμως, στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, ο αυτοκράτορας επέβαλε πεισματικά και πάλι την διδασκαλία του Αρείου, καλυμμένη κάτω από μια αόριστη και δόλια διατύπωση («όμοιος») και την επέβαλε διά της βίας σε όλη την αυτοκρατορία. Ο άγιος Μελέτιος Αντιοχείας [12 Φεβρ.] και όλοι οι ορθόδοξοι ιεράρχες εξορίσθηκαν. Η αίρεση θριάμβευσε παντού. «Η γη ολόκληρη οδυνόταν, ξαφνιασμένη που είχε γίνει αρειανή», έγραψε ο άγιος Ιερώνυμος [15 Ιουν.]. Όμως ο Κύριος αγρυπνεί για την Εκκλησία Του και κατασίγασε την καταιγίδα την στιγμή που η καταστροφή έμοιαζε αναπόφευκτη.Το 361, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης σφετερίσθηκε την εξουσία και αμέσως επέβαλε με διάταγμα την ανεξιθρησκία. Ο Αθανάσιος μπόρεσε τότε να εξέλθει από την έρημο και να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια, όπου συνεκάλεσε σε Σύνοδο όλους τους διασκορπισμένους για χρόνια Ομολογητές της Πίστεως. Κατά την Σύνοδο αυτή διακηρύχθηκε η θεότητα του Αγίου Πνεύματος, που κι αυτήν με την σειρά της είχαν αρχίσει να προσβάλλουν οι αιρετικοί . Η ανεξιθρησκία όμως δεν κράτησε πολύ. Ο αυτοκράτορας έδειξε γρήγορα τις αληθινές του προθέσεις και εξαπέλυσε άγριο διωγμό με την ελπίδα να αποκαταστήσει την λατρεία των ειδώλων. Ακολουθώντας συμβουλές μάγων και μάντεων, ο Ιουλιανός έστειλε στρατό για να δολοφονήσει τον στύλο και υπέρμαχο της Ορθοδοξίας, τον Αθανάσιο. Όμως, προστατευμένος από την Χάρη του Θεού, ο άγιος μπόρεσε για μια ακόμη φορά να διαφύγει από τον περικυκλωμένο ναό και να ανέβει με πλοίο τον Νείλο προς την Θηβαΐδα. Οι άνθρωποι του αυτοκράτορα τον καταδίωξαν· την στιγμή που φάνηκε στον ορίζοντα το πλοίο τους, ο Αθανάσιος πρόσταξε τον έκπληκτο καπετάνιο του πλοίου στο οποίο επέβαινε, να ανακρούσει πρύμνα και να κινηθεί προς το μέρος τους. Όταν έφθασε κοντά τους, οι στρατιώτες τούς φώναξαν: «Μήπως είδατε τον Αθανάσιο;». Εκείνος αποκρίθηκε αλλάζοντας την φωνή του: «Ναι, μόλις τον συναντήσαμε. Βιαστείτε!». Και καθώς κωπηλατούσαν με δύναμη, ο άγιος μπόρεσε να συνεχίσει αλλάζοντας δρόμο. Έμεινε πάνω από έναν χρόνο στην Θηβαΐδα με την ήρεμη και παρηγορητική συναναστροφή των μοναχών του αγίου Παχωμίου, έως τον θάνατο του Παραβάτη (363).Μόλις ανέβηκε στον θρόνο ο ορθόδοξος Ιοβιανός, έλαβε μέτρα για να στηρίξει την Πίστη. Προσκάλεσε τον Αθανάσιο στην Αντιόχεια για να λύσει το πρόβλημα που αφορούσε αυτή την εκκλησιαστική έδρα. Ο πρόωρος θάνατός του όμως άφησε την θέση στον ασεβή Ουάλεντα, ο οποίος επανέφερε με μεγαλύτερη αγριότητα την πολιτική του Κωνστάντιου. Διέταξε να εξορισθούν πάλι όλοι οι αρχιερείς που είχε ανακαλέσει ο Ιοβιανός. Ο Αθανάσιος κρύφθηκε τότε για τέσσερις μήνες σ’ ένα κοιμητήριο στα προάστεια της Αλεξάνδρειας, για να ξεφύγει από την καταδίωξη του διοικητή της πόλης Τατιανού. Ο αυτοκράτορας τελικά ανέστειλε τον διωγμό και διέταξε την αποκατάσταση του μεγάλου ιεράρχη. Ο λαός χαρούμενος έτρεξε από παντού μέχρι το κρησφύγετο του αγίου για να τον μεταφέρει θριαμβευτικά στην έδρα του (1 Φεβρ. του 366) και ήταν στο εξής αποφασισμένος να φυλάξει πάση θυσία τον ποιμένα του. Ύστερα από τόσους διωγμούς, απειλές, εξορίες και θλίψεις, ο άγιος μπόρεσε να απολαύσει ήσυχα τα τελευταία χρόνια του βίου του, περιβαλλόμενος από την αγάπη των πιστών του και τον θαυμασμό όλου του κόσμου. Παρέδωσε το λάβαρο της Ορθοδοξίας στον Μέγα Βασίλειο, ώστε να συνεχίσει τον μεγάλο αγώνα για το Δόγμα της Αγίας Τριάδος, αγώνα που ήρθε σε πέρας με την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη (381).Ο άγιος Αθανάσιος παρέδωσε την μεγάλη αποστολική του ψυχή στις 2 Μαΐου του 373 σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών, πεπεισμένος ότι έφερε σε πέρας τον καλόν αγώνα για την πίστη, την δικαιοσύνη, την αγάπη. Εξορίστηκε πέντε φορές και, από τα σαράντα έξι χρόνια της αρχιερωσύνης του, δεκαέξι χρόνια βρισκόταν μακριά από το ποίμνιό του. Ποτέ όμως δεν έπαυσε να είναι ο «επίσκοπος», δηλαδή ο «επιβλέπων», ανεπίληπτος υπερασπιστής της Πίστεως και ζώσα εικόνα του Χριστού, του Μεγάλου Αρχιερέα της ημών αιωνίου σωτηρίας. Η σταθερότητα και η ανένδοτη δράση του σε δογματικά ζητήματα δεν εμπόδιζαν διόλου αυτόν τον γενναίο στρατιώτη του Χριστού να είναι ο ταπεινός, πράος και οικτίρμων ποιμήν των πνευματικών του προβάτων, ο φιλομόναχος, ο πατέρας των ορφανών, ο βοηθός των πτωχών. Με τον θείο Λόγο που ενοικούσε μέσα του, «γινόταν τα πάντα τοις πάσι» (Α΄ Κορ. 9, 22). Τιμήθηκε αμέσως από ολόκληρη την Εκκλησία, ισάξιος με τους Πατριάρχες, τους Προφήτες, τους Αποστόλους και τους Μάρτυρες.Την ίδια αυτή ημέρα, η αγία Εκκλησία συνδέει την μνήμη του αγίου Αθανασίου με εκείνην του διαδόχου του στον επισκοπικό θρόνο της Αλεξάνδρειας, του φλογερού αγίου Κυρίλλου (412-444). Όπως έλαμψε ο Αθανάσιος ως υπερασπιστής της θεότητος του Λόγου, έτσι κι αυτός ανάλωσε τις δυνάμεις του για να υποστηρίξει το χριστολογικό δόγμα, έναντι του ασεβούς Νεστορίου. Κατέδειξε ότι ο Λόγος του Θεού, ομοούσιος τω Πατρί, όπως ομολογήθηκε από τον Αθανάσιο, προσέλαβε αληθώς την ανθρώπινη φύση στο Πρόσωπό Του ώστε να γίνει κοινωνός της θείας φύσεώς Του. Χάρη στον Αθανάσιο και τον Κύριλλο, μπορούμε να ομολογούμε την πίστη μας στον Ιησού Χριστό, Μονογενή Υιό και Λόγο του Πατρός, τον Ένα της Αγίας Τριάδος, ο οποίος έγινε άνθρωπος άνευ αλλοιώσεως, και γνωρίζεται, αγαπάται και λατρεύεται σε δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, διά του Οποίου και εν τω Οποίω αγόμεθα προς τον Πατέρα, διά της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος.
Δημοφιλείς αναρτήσεις
-
Τῌ ΚΥΡΙΑΚῌ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ Ἐκ τοῦ κατὰ Μᾶρκον. α΄ 1 - 8 Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου , στα πλαίσια της...
-
πηγή φωτογραφίας εδώ Φώτα Ολόφωτα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Εισαγωγικό σημείωμα (του Νίκου Σαραντάκου) Μ ια βάρκα κινδυνεύει να ...
-
Τῌ ΚΥΡΙΑΚῌ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον β΄ 13 - 23 Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου ,...
-
Ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου , στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της 7 Ιανουαρίου - το mp3- εδώ ※ Περισσότερες...
-
Τῌ ΚΥΡΙΑΚῌ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον δ΄ 12 - 17 Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου , στα πλαίσια τ...
-
ΚΥΡΙΑΚῌ ΔΩΔΕΚΑΤῌ Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν ιζ΄ 12 - 19 Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου , στα πλαίσια της ερμηνεί...
-
ΦΩΤΙΣΜΟΣ: Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr...
-
Τῌ ΚΥΡΙΑΚῌ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον β΄ 13 - 23 Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου ,...
-
Μικρό απόσπασμα από την εκπομπή του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου Ράδιο παράγκα αφιερωμένη στον Μέγα Βασίλειο (1994) σε mp3 εδώ Μ έχ...

