Ψηφιακό Αποθετήριο Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
| Digital Repository of Agricultural University of Athens
Κοινότητες στο Ιδρυματικό Αποθετήριο
Επιλέξτε μια κοινότητα για να περιηγηθείτε στις συλλογές της.
- Το 1995 το Γεωργικό Πανεπιστήμιο Αθηνών μετονομάζεται σε Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΓΠΑ) με το Π.Δ. 226/1995, ενώ το 1997 η παλιά βιβλιοθήκη μεταφέρεται σε σύγχρονο κτίριο και λειτουργεί με καινούργιο εξοπλισμό, νέες υπηρεσίες και ειδικευμένο προσωπικό. Το 2019 σε μία λιτή τελετή, οι Πρυτανικές αρχές του Ιδρύματος αναγνωρίζοντας το έργο που έχει προσφέρει στο Πανεπιστήμιο ο Ομότιμος Καθηγητής Αλέξανδρος Πουλοβασίλης, μετονομάζουν τον χώρο σε Βιβλιοθήκη & Κέντρο Πληροφόρησης "Αλέξανδρος Πουλοβασίλης".
- Το 1989 με το Π.Δ. 377/1989, η Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών (Α.Γ.Σ.Α.) μετεξελίσσεται σε Γεωργικό Πανεπιστήμιο Αθηνών αποτελούμενο από επτά ανεξάρτητα Ακαδημαϊκά Τμήματα. Παράλληλα, αρχίζει η αναβάθμιση της Βιβλιοθήκης και προσλαμβάνεται προσωπικό. Το υλικό της εμπλουτίζεται με νέα βιβλία, ταξινομείται σε γενικές κατηγορίες και παρέχονται οι πρώτες υπηρεσίες της προς τους χρήστες.
- Ιδρύθηκε με τον νόμο 1844/1920, ως αυτοτελές Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα με την επωνυμία Ανωτέρα Γεωπονική Σχολή Αθηνών (ΑΓΣΑ) και λίγο αργότερα, με τον νόμο 3894/1929, η σχολή μετονομάζεται από Ανωτέρα σε Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών, ονομασία που διατηρήθηκε έως το 1989. Η Βιβλιοθήκη της ΑΓΣΑ ιδρύεται με το Β.Δ. της 13ης Μαΐου 1945 «Περί των δημοσιευμάτων και της Βιβλιοθήκης της Α.Γ.Σ.Α.». Λειτούργησε πολλά χρόνια αποκλειστικά ως φοιτητικό αναγνωστήριο με περιορισμένο υλικό από συγγράμματα καθηγητών ελληνικών και ξένων πανεπιστημίων.
Πρόσφατες Υποβολές
Αξιολόγηση της ικανότητας συγκόλλησης ξυλείας Ευρωπαϊκής Καρυδιάς (Juglans regia L.) για κατασκευές επίπλων εσωτερικού χώρου
Αϊδινίδης, Ευστράτιος Β., 2025-12-22. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Καρπενήσι
Το ξύλο της ευρωπαϊκής καρυδιάς (Juglans regia L.) αποτελεί από παλιά αλλά και σήμερα ένα από τα σημαντικότερα είδη ξύλου ως πρώτη ύλη για πλήθος κατασκευών και κυρίως εσωτερική επιπλοποιΐα τόσο στη χώρα μας, όσο και στην παγκόσμια αγορά. Σκοπός της παρούσας Διδακτορικής διατριβής είναι η αξιολόγηση της ικανότητας συγκόλλησης ξυλείας ευρωπαϊκής καρυδιάς (Juglans regia L.) (άγριας και προερχόμενης από ελληνικές φυτείες), για κατασκευές επίπλων εσωτερικού χώρου. Η διενέργεια του πειραματικού μέρους της Διατριβής, πραγματοποιήθηκε στο Εργαστήριο Δενδροχρονολογίας του Τμήματος Δασολογίας και Δ.Φ.Π. του ΓΠΑ. στο Καρπενήσι, καθώς και στο Εργαστήριο Τεχνολογίας Ξύλου του Τμήματος Δασολογίας και Φ.Π. του ΑΠΘ στη Θεσσαλονίκη. Παρήχθησαν και εξετάστηκαν συνολικά 54 δοκίμια από ξυλεία εγχώριας καρυδιάς και διερευνήθηκε η επίδραση της τραχύτητας των ξύλινων επιφανειών, οι οποίες προέρχονται από διάφορες μορφές μηχανικής κατεργασίας του ξύλου (πρίση με ταινιοπρίονο, πρίση με δισκοπρίονο, πλάνισμα και λείανση), καθώς και 32 δοκίμια της ίδιας ξυλείας συγκολλημένα, στην αντοχή ξύλινων δεσμών συγκόλλησης. Αναλυτικότερα, εξετάστηκαν και μελετήθηκαν σε δυο ενότητες οι εξής παράμετροι στην ξυλεία εγχώριας καρυδιάς. Στην πρώτη ενότητα μελετήθηκε η τραχύτητα των κατεργασμένων επιφανειών ξύλου καρυδιάς. Οι ξύλινες επιφάνειες παρήχθησαν μετά από τελευταία κατεργασία με ταινιοπρίονο, δισκοπρίονο, πλάνη και τριβείο. Στο πλάνισμα χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικές ταχύτητες προώθησης του ξύλου (5, 10, 15 και 20m/min) και στη λείανση διαφορετικοί τύποι γυαλόχαρτων με διαφορετική κοκκομετρική σύσταση (γυαλόχαρτα Νο. 60, 80 και 120). Χρησιμοποιήθηκαν δύο προελεύσεις καρυδιάς: άγρια και καλλιέργειας. Οι ξύλινες επιφάνειες στις οποίες προσδιορίστηκε η τραχύτητα ήταν εφαπτομενικές, ακτινικές ή ενδιάμεσες («λοξές»). Οι μετρήσεις της τραχύτητας έγιναν παράλληλα, κάθετα και με γωνία 45ο («λοξά») προς τις ίνες του ξύλου. Η τραχύτητα προσδιορίστηκε στις επιφάνειες αμέσως μετά την παραγωγή τους από τα μηχανήματα. Για την επίδραση του φαινομένου της ανασήκωσης των ινών του ξύλου («αγρίεμα» του ξύλου) μετά από την κατεργασία τους, προσδιορίστηκε η τραχύτητα των επιφανειών και 24 ώρες και 7 ημέρες μετά από την παραγωγή τους. Στη δεύτερη ενότητα μελετήθηκε η ικανότητα συγκόλλησης κατεργασμένης ξυλείας καρυδιάς και συγκεκριμένα η αντοχή σε θλιπτική διάτμηση (compressions hear strength) (ISO 6238:2001) και το ποσοστό υποχώρησης του ξύλου (ΠΥΞ – percentage of wood failure). Οι ξύλινες επιφάνειες που συγκολλήθηκαν παρήχθησαν με τελευταία κατεργασία από ταινιοπρίονο, δισκοπρίονο, πλάνη και τριβείο. Στο πλάνισμα χρησιμοποιήθηκε ταχύτητα προώθησης του ξύλου 10m/min και στη λείανση γυαλόχαρτο Νο. 80. Χρησιμοποιήθηκαν δύο προελεύσεις καρυδιάς: άγρια και καλλιέργειας και οι ξύλινες επιφάνειες στις οποίες προσδιορίστηκε η τραχύτητα ήταν εφαπτομενικές ή ακτινικές. Οι ξύλινες επιφάνειες συγκολλήθηκαν με δύο συγκολλητικές ουσίες: κόλλα τύπου PVA (D2), και κόλλα τύπου ουρίας φορμαλδεΰδης (Urea Formaldehyde – UF) (κν. καουρίτης). Τα κυριότερα συμπεράσματα από την παρουσίαση και ανάλυση των αποτελεσμάτων της μελέτης που έγινε με σκοπό τη διερεύνηση της τραχύτητας των κατεργασμένων επιφανειών ξύλου καρυδιάς, μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: τις υψηλότερες τιμές τραχύτητας εμφάνισαν αμέσως μετά την κατεργασία, οι επιφάνειες που κατεργάστηκαν με ταινιοπρίονο (Ra 6,24μm), τις χαμηλότερες οι επιφάνειες που κατεργάστηκαν με πλάνη (Ra 3,43μm). Στην περίπτωση του πλανίσματος, τις υψηλότερες τιμές τραχύτητας εμφάνισαν οι επιφάνειες που πλανίστηκαν με ταχ. προώθησης 20m/min, τις χαμηλότερες οι επιφάνειες που πλανίστηκαν με ταχ. προώθησης 10m/min. Στην περίπτωση της λείανσης, τις υψηλότερες τιμές τραχύτητας εμφάνισαν οι επιφάνειες που λειάνθηκαν με γυαλόχαρτο Νο. 60, τις χαμηλότερες οι επιφάνειες που λειάνθηκαν με γυαλόχαρτο Νο. 120. Η τραχύτητα Ra των επιφανειών επηρεάστηκε από το χρονικό διάστημα παραμονής τους μετά από την κατεργασία με αναλογικό τρόπο, δηλ. όσο αυξάνονταν ο χρόνος παραμονής των επιφανειών μετά την κατεργασία τους, τόσο αυξάνονταν και η τραχύτητά τους. Υψηλότερες τιμές τραχύτητας εμφάνισαν οι επιφάνειες που προήλθαν από άγρια ξυλεία (Ra: 4,18μm), σε σχέση με αυτές που προήλθαν από ξυλεία καλλιέργειας (Ra: 4,10μm). Στην περίπτωση κατεργασίας των επιφανειών με ταινιοπρίονο, οι επιφάνειες άγριας προέλευσης εμφάνισαν χαμηλότερες κατά 22,2% τιμές τραχύτητας Ra, από τις επιφάνειες με προέλευση καλλιέργειας. Στην περίπτωση κατεργασίας των επιφανειών με δισκοπρίονο, οι επιφάνειες άγριας προέλευσης εμφάνισαν υψηλότερες κατά 33,1% τιμές τραχύτητας Ra, από τις επιφάνειες με προέλευση καλλιέργειας Τα κυριότερα συμπεράσματα από την παρουσίαση και ανάλυση των αποτελεσμάτων της μελέτης που έγινε με σκοπό τη διερεύνηση της αντοχής σε θλιπτική διάτμηση (compression shear strength) και του ποσοστού υποχώρησης του ξύλου (ΠΥΞ - percentage of wood failure) συγκολλημένης ξυλείας καρυδιάς, μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: τις υψηλότερες τιμές αντοχής σε θλιπτική διάτμηση εμφάνισαν οι συγκολλημένες επιφάνειες που κατεργάστηκαν με τριβείο (14.696 kN/m2), τις χαμηλότερες οι επιφάνειες που κατεργάστηκαν με πλάνη (11.990 kN/m2). Τις υψηλότερες τιμές ΠΥΞ εμφάνισαν οι συγκολλημένες επιφάνειες που κατεργάστηκαν με τριβείο (40,2%), τις χαμηλότερες οι επιφάνειες που κατεργάστηκαν με ταινιοπρίονο (34,9%). Η επίδραση της προέλευσης των δέντρων (άγρια ή καλλιέργειας) δεν επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την αντοχή των συγκολλημένων δοκιμίων σε θλιπτική διάτμηση. Η επίδραση του τύπου των ξύλινων επιφανειών (ακτινική ή εφαπτομενική) επηρέασε το ΠΥΞ των συγκολλημένων δοκιμίων. Οι ακτινικές επιφάνειες εμφάνισαν υψηλότερες τιμές ΠΥΞ από τις αντίστοιχες εφαπτομενικές. Οι συγκολλημένες ξύλινες επιφάνειες που προέρχονταν ξύλο ακτινικής τομής, εμφάνισαν συνολικά υψηλότερες κατά 58,36% τιμές ΠΥΞ (45%), σε σχέση με τις συγκολλημένες επιφάνειες από ξύλο εφαπτομενικής τομής (29%). Η επίδραση του τύπου της συγκολλητικής ουσίας, (PVA ή UF) δεν επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την αντοχή των συγκολλημένων δοκιμίων σε θλιπτική διάτμηση. Στις περιπτώσεις κατεργασίας του ξύλου με ταινιοπρίονο, δισκοπρίονο και πλάνη, οι συγκολλημένες με κόλλα PVA επιφάνειες εμφάνισαν υψηλότερες τιμές αντοχής σε θλιπτική διάτμηση από αντίστοιχες που συγκολλήθηκαν με κόλλα UF. Το αντίθετο παρατηρήθηκε στις επιφάνειες που κατεργάστηκαν με τριβείο. Τέλος, οι συγκολλημένες ξύλινες με κόλλα UF επιφάνειες, εμφάνισαν συνολικά υψηλότερες κατά 106% τιμές ΠΥΞ (52%), σε σχέση με τις συγκολλημένες με κόλλα PVA επιφάνειες (25%).
Οινολογικές παρεμβάσεις προστασίας χρώματος σε γηγενείς ποικιλίες του Ιονίου
Βας, Αθηνά Λ.Τ.Ν., 2025-10-20. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Η σταθερότητα του χρώματος αποτελεί καθοριστικό ποιοτικό χαρακτηριστικό των ερυθρών και λευκών οίνων, καθώς επηρεάζει την τυπικότητα, την εμπορική αξία και την αποδοχή τους από τον καταναλωτή. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η αξιολόγηση της επίδρασης οινολογικών παρεμβάσεων που εφαρμόστηκαν για την προστασία και ενίσχυση του χρώματος σε τρεις γηγενείς ποικιλίες του Ιονίου: Αυγουστιάτης, Σκιαδόπουλο και Κακοτρύγης. Η ανάλυση περιέλαβε τις βασικές παραμέτρους ποιότητας των οίνων (αλκοολικός τίτλος, pH, ολική και πτητική οξύτητα), καθώς και τον φασματοφωτομετρικό προσδιορισμό του χρώματος και της φαινολικής σύστασης. Επιπλέον, τα πτητικά αρωματικά συστατικά αναλύθηκαν με αέριο χρωματογράφο. Τα πειραματικά δεδομένα υποβλήθηκαν σε στατιστική επεξεργασία και ερμηνεύτηκαν με πολυπαραγοντική ανάλυση (PCA), προκειμένου να αποτυπωθούν οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των δειγμάτων. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι οινολογικές παρεμβάσεις επηρέασαν τόσο τα χρωματικά χαρακτηριστικά όσο και το αρωματικό προφίλ των οίνων, συμβάλλοντας στη διατήρηση της ποιότητας και στην ενίσχυση της πολυπλοκότητάς τους. Συνολικά, η μελέτη αναδεικνύει τη σημασία των στοχευμένων οινολογικών πρακτικών για την προστασία και ανάδειξη της τυπικότητας των γηγενών ποικιλιών του Ιονίου, ενισχύοντας παράλληλα τη θέση τους στην εγχώρια και διεθνή αγορά.
Μελέτη ίδρυσης προβατοτροφικής επιχείρησης δυναμικότητας 2.000 προβάτων
Στάμος, Κωνσταντίνος Ι., 2025-11-19. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Ο γεωργικός τομέας αποτελεί ζωτικό πυλώνα των παγκόσμιων οικονομιών, περιλαμβάνοντας ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων απαραίτητων για τη διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης και της επισιτιστικής ασφάλειας. Η προβατοτροφία, ως δυναμικός κλάδος της ζωικής παραγωγής, κατέχει καίριο ρόλο στην αγροτική οικονομία και στην κάλυψη των διατροφικών αναγκών. Η αυξανόμενη ζήτηση για ποιοτικά προβατοτροφικά προϊόντα — όπως γάλα, κρέας και μαλλί — οφείλεται τόσο στις μεταβαλλόμενες προτιμήσεις των καταναλωτών όσο και στην αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες για τους παραγωγούς, οι οποίοι μπορούν να ενισχύσουν το εισόδημά τους, προσφέροντας παράλληλα προϊόντα υψηλής αξίας και συμβάλλοντας στην κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Η ίδρυση μιας σύγχρονης προβατοτροφικής εκμετάλλευσης συμβάλλει καθοριστικά στην ικανοποίηση της ζήτησης, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στη βιώσιμη ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα. Η παρούσα εργασία εξετάζει ολιστικά τις παραμέτρους που επηρεάζουν τη δημιουργία και λειτουργία μιας τέτοιας μονάδας, εστιάζοντας στη δυναμική της αγοράς, τα λειτουργικά και κανονιστικά πλαίσια, τη διαχείριση των πόρων και τις προοπτικές βιωσιμότητας. Κεντρικός στόχος της μελέτης είναι η διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την ανάπτυξη μιας σταθερής και αποδοτικής προβατοτροφικής μονάδας, βασισμένης στη συνετή αξιοποίηση των πόρων και στη ρεαλιστική κατανόηση των συνθηκών της αγοράς. Μέσα από την αποτύπωση των κρίσιμων παραγόντων που επηρεάζουν την κερδοφορία και τη βιωσιμότητα, η εργασία αποσκοπεί να προσφέρει χρήσιμες κατευθύνσεις και πρακτικές προτάσεις σε νέους παραγωγούς και ενδιαφερόμενους επενδυτές. Η ανάλυση σκοπιμότητας που παρουσιάζεται περιλαμβάνει την αξιολόγηση της διαθεσιμότητας των πόρων, των συνθηκών της αγοράς, των κανονιστικών περιορισμών και της οικονομικής βιωσιμότητας. Μέσα από την κατανόηση αυτών των παραμέτρων, καθίσταται δυνατή η αποτελεσματικότερη κατανομή πόρων και η διαμόρφωση στρατηγικών που ενισχύουν την ανταγωνιστική θέση των επιχειρήσεων. Συνοψίζοντας, η ανάπτυξη μιας οργανωμένης προβατοτροφικής εκμετάλλευσης συνιστά ελκυστική και βιώσιμη επιχειρηματική επιλογή, συνδυάζοντας οικονομική αποδοτικότητα, καινοτόμες γεωργικές πρακτικές και περιβαλλοντική υπευθυνότητα
Συσχέτιση του επιπέδου ευζωίας και της ποιότητας των παραγόμενων γαλακτοκομικών προϊόντων: η άποψη των Ελλήνων καταναλωτών
Ντούσκας, Ελευθέριος Θ., 2025-11-18. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Η καλή διαβίωση των ζώων μπορεί να οριστεί ως «πόσο καλά ένα ζώο αντιμετωπίζει τις συνθήκες στις οποίες ζει». Με τα χρόνια, η ζωική παραγωγή έχει ενταθεί προκειμένου να ανταποκριθεί στην κλιμακούμενη παγκόσμια ζήτηση για τρόφιμα. Ως εκ τούτου τα τελευταία χρόνια υπάρχει επιτακτική ανάγκη για θέσπιση κανόνων που να προάγουν την ευζωία των ζώων καθώς επίσης και για δράσεις ενημέρωσης των πολιτών σχετικά με αυτή. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν αφορά γαλακτοπαραγωγά ζώα. Στην παρούσα μελέτη χρησιμοποιήθηκε ένα ερωτηματολόγιο, σκοπός του οποίου ήταν η μελέτη της άποψης των καταναλωτών σε σχέση με την ευζωία των γαλακτοπαραγωγών ζώων και της αγοραστικής τους τάσης για γαλακτοκομικά προϊόντα που συνδέονται με υψηλά επίπεδα ευζωίας των γαλακτοπαραγωγών ζώων. Η αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε αναλύοντας τα δημογραφικά στοιχεία των ερωτηθέντων καθώς και τις απόψεις τους σχετικά με την ευζωία των ζώων. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι υπάρχει ικανοποιητική ευαισθητοποίηση του Έλληνα καταναλωτή σχετικά με την ευζωία των ζώων καθώς οι περισσότεροι ήταν σε θέση να γνωρίζουν τόσο την έννοια όσο και την επίπτωσή της στις παραγωγικές αποδόσεις. Ωστόσο, οι ερωτηθέντες δεν φάνηκαν ιδιαίτερα πρόθυμοι να δαπανήσουν περισσότερα χρήματα για προμήθεια γαλακτοπαραγωγικών προϊόντων και να συμμετάσχουν σε δράσεις ενημέρωσης των πολιτών. Συμπερασματικά υπάρχει επιτακτική ανάγκη για καλύτερη ενημέρωση των πολιτών και για μεγαλύτερης κλίμακας μελέτες με σκοπό τη βελτίωση της διαβίωσης των ζώων.
Μελέτη παραγωγής μικροβιακής πρωτεΐνης από πηγές άνθρακα προερχόμενες από τη βιομετατροπή CO2 και την ανακύκλωση βιοπλαστικών
Τζαβέλλα, Αντιγόνη Δ., 2025-11-16. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Η αυξανόμενη ανάγκη για βιώσιμες και εναλλακτικές πηγές πρωτεΐνης, σε συνδυασμό με τις παγκόσμιες περιβαλλοντικές προκλήσεις, καθιστούν τη μικροβιακή πρωτεΐνη μία πολλά υποσχόμενη λύση στο πλαίσιο της κυκλικής βιοοικονομίας. Στην παρούσα μελέτη διερευνήθηκε η παραγωγή μικροβιακής πρωτεΐνης με χρήση οργανικών οξέων προερχόμενων από τη βιομετατροπή του CO₂ και την ανακύκλωση βιοπλαστικών, ως εναλλακτικών πηγών άνθρακα. Πιο συγκεκριμένα, αξιολογήθηκαν οι ελαιογόνες ζύμες Cryptococcus curvatus και Rhodosporidium toruloides ως προς την ικανότητά τους να αναπτύσσονται σε καλλιέργειες που περιείχαν γαλακτικό οξύ και οξικό οξύ ως μοναδικές πηγές άνθρακα. Το γαλακτικό οξύ δύναται να προκύψει από την υδροθερμική ανακύκλωση του πολυγαλακτικού οξέος (PLA), ενώ το οξικό οξύ μπορεί να παραχθεί μέσω ακετογένεσης από CO₂ με τη χρήση ακετογόνων βακτηρίων. Οι καλλιέργειες πραγματοποιήθηκαν σε ασυνεχείς και ημι-συνεχείς ζυμώσεις, με στόχο τη βελτιστοποίηση της ανάπτυξης των μικροοργανισμών και της σύνθεσης πρωτεΐνης. Η απομονωθείσα μικροβιακή βιομάζα αναλύθηκε ως προς την περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη, τη σύσταση αμινοξέων και τις λειτουργικές ιδιότητες της παραγόμενης πρωτεΐνης (διαλυτότητα, γαλακτωματοποιητική και αφριστική ικανότητα). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι και τα δύο στελέχη μπορούν να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά τις υπό μελέτη πηγές άνθρακα, παράγοντας βιομάζα με υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη και ευνοϊκό προφίλ αμινοξέων. Συνολικά, η μελέτη αναδεικνύει τη δυνατότητα αξιοποίησης υποπροϊόντων CO₂ και ρευμάτων ανακύκλωσης βιοπλαστικών για την παραγωγή βιώσιμης μικροβιακής πρωτεΐνης, υποστηρίζοντας τη μετάβαση σε ένα κυκλικό και χαμηλού άνθρακα βιοτεχνολογικό μοντέλο παραγωγής τροφίμων.
