
Τέλειωσα χτες το βιβλίο (σε μετάφραση A.K. Χριστοδούλου, εκδόσεις Gutenberg) μετά από σαράντα ημερών προσπάθεια. Κι όταν λέω προσπάθεια, δεν είναι σχήμα λόγου γιατί το βιβλίο έχει μερικές εγγενείς δυσκολίες.
Πρώτ’ απόλα, η ναυτική ορολογία μιας άλλης εποχής (για την οποία ο μεταφραστής αξίζει πολλά συγχαρητήρια). Υπήρχαν όροι που δεν μπορούσα να βρω ούτε σε ειδικά λεξικά κι έπρεπε να μαντέψω από τα συμφραζόμενα τι σημαίνουν. Προφανώς το κενό έπρεπε να καλυφθεί από σημειώσεις αλλά ο μεταφραστής στην εισαγωγή του είχε εξαγγείλει μια μελλοντική πλήρη και σχολιασμένη έκδοση που ποτέ δεν φαίνεται να βγήκε.
Έπειτα το ίδιο το μυθιστόρημα που διακόπτει συνεχώς τη ροή της ιστορίας για να παρεμβάλει πραγματολογικές πληροφορίες για τη φάλαινα, το ναυτικό επάγγελμα, τη φαλαινοθηρία κλπ. Οι λεπτομέρειες που παρατίθενται πιθανώς να είναι χρήσιμες σε ιστορικούς της ναυτικής ιστορίας, αλλά π.χ. το πως κόβεται το κεφάλι της φάλαινας, μάλλον δεν ενδιαφέρει τον μέσο αναγνώστη, αν δεν τον απωθεί κι όλας.
Είπα «μυθιστόρημα» κι εδώ θα πρέπει να διευκρινήσουμε ότι το έργο δεν υπακούει σε κανένα από τα δύο μεγάλα σχήματα, δηλαδή εστίαση στους χαρακτήρες ή εστίαση στην πλοκή.
Οι χαρακτήρες είναι σχηματικοί και τόσο συμβολικά φορτισμένοι που χάνουν την ανθρώπινη υπόσταση τους. Η δε πλοκή είναι απλή χωρίς κάτι που να την κινεί: ένα φαλαινοθηρικό φεύγει για ένα μακρύ ταξίδι, αλλά στο μυαλό του καπετάνιου του δεν είναι το κέρδος αλλά η εκδίκηση και μάλιστα η εκδίκηση προς μια φάλαινα. Από τις ενιακόσιες σελίδες του βιβλίου, ο Μόμπυ Ντικ καταλαμβάνει τις τελευταίες πενήντα. Στις υπόλοιπες οκτακόσιες πενήντα συνεχώς συζητιέται, προαναγγέλεται, δίνει τα ίχνη του αλλά είναι απών.
Κι ενώ με όσα έχω πει ως τώρα θα μπορούσε να σχηματίσει κάποιος την εντύπωση ότι πρόκειται να διατυπώσω μια απορριπτική γνώμη, η εντύπωση μου είναι η ακριβώς αντίθετη. Γιατί όλη η παραδοξότητα του βιβλίου, σε συνδιασμό με το ξαναζωντάνεμα μέσω των περιγραφών και των λεπτομερειών μιας περασμένης εποχής μαγεύει τον νου σε βαθμό που κάποια συναισθήματα σωματοποιούνται. Νιώθεις την αλμύρα του ωκεανού, την παγωνιά του νερού όταν μπατάρει η βάρκα, τα σκληρά σκοινιά που σου γδέρνουν τα χέρια, το απέραντο υγρό θέαμα πάνω από το κολομπίρι. Και βέβαια το δέος της επαφής με τη φάλαινα.
Πρόκειται για αληθινή ιστορία; Ναι, και όχι. Υπήρχε κάποια φάλαινα με παρεμφερές όνομα, ο Mocha Dick όπου το Mocha είναι ένα νησί στ’ ανοιχτά της Χιλής στο οποίο και την σκότωσαν, που ήταν πολύ δύσκολο να πιαστεί. Το δε τέλος του βιβλίου είναι εμπνευσμένο από την αληθινή ιστορία του φαλαινοθηρικού Essex που την είχε γράψει ο George Pollard, ο καπετάνιος του.
Ο Μέλβιλ τέλειωσε το βιβλίο το 1851, εποχή της ακμής της αμερικανικής φαλαινοθηρίας, κι όταν ο ίδιος ήταν μόλις 31 ετών.
Ο Μέλβιλ είχε μπαρκάρει στα είκοσι του για τρία χρόνια κι είχε γνωρίσει από κοντά την φαλαινοθηρία. Την προσωπική του εμπειρία συμπλήρωσαν εκτενείς αναγνώσεις πάνω στο θέμα κάποιες από τις οποίες αναφέρονται και μες το βιβλίο.
Ο Ισμαήλ1, ο διηγητής της ιστορίας και alter ego του συγγραφέα, ανοίγει το βιβλίο με τη φράση Call me, Ismael, προδιαθέτοντας μας έτσι για ένα ψευδώνυμο παρά για ένα όνομα. Καλύτερα για ένα σύμβολο, παρά ψευδώνυμο, μιας κι οι αναφορές στη Βίβλο (κυρίως στην Παλαιά Διαθήκη) αφθονούν. Το άλλο βιβλικό όνομα είναι του Αχάαβ2, του καπετάνιου του πλοίου.
Δεν μπορώ εδώ ούτε καν να ξεκινήσω την αναφορά στους συμβολισμούς και τις μεταφυσικές προεκτάσεις της ιστορίας. Να πω μόνο, πως η τρέλα του Αχάαβ, η δίψα του για εκδίκηση παρασέρνει σ’ ένα κολασμένο ταξίδι όλο του το πλήρωμα, μεταβάλωντας το πλοίο, το Πίκουωντ, σε ένα πλοίο φάντασμα.
Οι οιωνοί, οι προφητείες, το υφέρπον μεταφυσικό στοιχείο, η πολυσημία, οι περιγραφές, η γλώσσα που αλλάζει πρόσωπο κι άλλοτε από πρώτο γίνεται τρίτο και πάλι πρώτο, που γέμει ποιητικών σχημάτων, που πολλές φορές θυμίζει Σαίξπηρ, όπως κι ολόκληρα κεφάλαια που δεν θυμίζουν απλά αλλά είναι γραμμένα σαν θεατρικές σκηνές, με σύντομη περιγραφή του σκηνικού στην αρχή και εκτενείς διαλόγους ή μονολόγους, τα συναπαντήματα με άλλα πλοία που έχουν κάνει την τύχη τους ή έχουν γνωρίσει την καταστροφή, οι φάλαινες που περνούν ή πεθαίνουν για χάρη του σπερματσέτου, όλα στήνουν μια αλλόκοτη ατμόσφαιρα, που μαγεύει. Κατά μια έννοια το βιβλίο είναι πολύ μοντέρνο. Δεν είναι τυχαίο ότι στον καιρό του αγνοήθηκε κι έλαβε κακές κριτικές για να βρει την αναγνώριση που του άξιζε στις αρχές του εικοστού αιώνα, μεσούντος του μοντερνισμού, κι από τους εκπροσώπους του όπως ο Φώκνερ που ευχόταν να ήταν ο συγγραφέας του.
Όποιος έχει κουράγιο να σαλπάρει για περιπέτεια, ας το διαβάσει.



