Η Ρόζα Ιμβριώτη, γόνος «καλής» οικογενείας της μικρής αριθμητικά αστικής τάξης της Ελλάδας των αρχών του 20ου, κλήθηκε να υπηρετήσει στην ελληνική εκπαίδευση το 1917 σε ηλικία 19 ετών. Όπως προκύπτει από την ιστορική έρευνα, οι προοδευτικές οικογενειακές της καταβολές από ενωρίς την οδήγησαν στους κύκλους των εκσυγχρονιστών παιδαγωγών. Η ίδια δυναμικά διεκδίκησε θέση καθοδηγητική στην ελληνική κοινωνία. Στο χώρο της διανόησης εκφράστηκε σε πρακτικό και θεωρητικό επίπεδο μέσα από συλλογικά μορφώματα, όπως ο Σύνδεσμος για το Δικαιώματα της Γυναίκας, ο Εκπαιδευτικός Όμιλος, η Επιτροπή Παιδείας ΕΑΜ/ΠΕΕΑ και η Επιτροπή Παιδείας ΕΔΑ/ΚΚΕ.
Όπως διαπιστώνεται από τα πρώτα της άρθρα οι πολιτικές της πεποιθήσεις επηρεάζονται από τις σοσιαλιστικές ιδέες των αρχών του 20ου αι. με σταδιακή προσέγγιση στο μαρξισμό με τις αναφορές της στο δικαίωμα των γυναικών για μόρφωση και κοινωνική ισοτιμία, στο δικαίωμα όλων των παιδιών του λαού για δωρεάν και υποχρεωτική μόρφωση, στα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα της εργατικής τάξης. Στο χώρο της εκπαίδευσης από τις πρώτες της δημοσιεύσεις δηλώνει την αντίθεσή της προς το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα και υποστηρίζει την ανανέωσή του σύμφωνα με τις αρχές του κινήματος της Νέας Αγωγής. Ως καθηγήτρια στο Μαράσλειο Διδασκαλείο (με την επισήμανση ότι είναι η πρώτη γυναίκα που διδάσκει σε ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα) η διαλεκτική-μαρξιστική μέθοδος διδασκαλίας που εφάρμοσε για το μάθημα της ιστορίας θα αποτελέσει την αφορμή να ανακοπεί η μεταρρυθμιστική εκπαιδευτική προσπάθεια, που επιχειρείτο στο ΜΔ, και η ίδια να απολυθεί από τη Μέση Εκπαίδευση. Τέσσερα χρόνια μετά την απόλυσή της θα επαναδιοριστεί, όταν Υπουργός Παιδείας στην τελευταία βενιζελική κυβέρνηση θα είναι ο Γεώργιος Παπανδρέου. Όπως πιστεύουμε, την επιστροφή της στην εκπαίδευση θα την εξαγοράσει με την αποστασιοποίησή της από την πολιτική ζωή του τόπου και τη σιωπή της για το «ιδιώνυμο» κατά την δεκαετία 30-40. Θα συνεχίσει όμως να δραστηριοποιείται και να εκφράζεται δημόσια για τα εκπαιδευτικά πράγματα.
Στο διάστημα της απουσίας της από το σχολείο, που έχουμε βάσιμους λόγους να υποστηρίζουμε ότι καλύπτει το διάστημα 1927-1930, θα επισκεφθεί τη Γερμανία, θα ζήσει από κοντά τους ανανεωτικούς εκπαιδευτικούς πειραματισμούς και θα τους κάνει γνωστούς στην ελληνική πραγματικότητα με τις παρεμβάσεις της στα εκπαιδευτικά συνέδρια και τα άρθρα της στο Δελτίο της ΟΛΜΕ.
Κατά τη δικτατορία του Μεταξά θα ενεργοποιηθεί στην ίδρυση του Προτύπου Ειδικού Σχολείου Αθηνών στην Καισαριανή. Η συνεργασία της κατά κάποιο τρόπο με το δικτάτορα δημιουργεί ερωτηματικά τα οποία στην παρούσα διατριβή ερμηνεύονται μέσα από την επιθυμία της αφενός να μη στερηθεί το χώρο του σχολείου και αφετέρου να καλύψει με την εμπειρία, τις γνώσεις και τις ικανότητές της ένα μεγάλο εκπαιδευτικό κενό, που αφορούσε στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών με νοητικά προβλήματα. Στο χώρο της αγωγής των παιδιών με νοητική υστέρηση θα μείνει ως το 1940 και στο διάστημα αυτό υπό την εποπτεία της θα λειτουργήσει ένα σχολείο Ειδικής Αγωγής, που θα θεωρηθεί από πολλούς παιδαγωγούς πρότυπο για ανάλογες μελλοντικές προσπάθειες. Προσεκτική μελέτη των μεθόδων διδασκαλίας και αγωγής που εφάρμοσε στο ΠΕΣΑ βεβαιώνει ότι η παιδαγωγός για το παιδευτικό της έργο αντλεί και από το κίνημα της προοδευτικής αγωγής και από το σοσιαλιστικό εκπαιδευτικό σύστημα, σε μια προσπάθεια συνδυασμού των θέσεων και των αντιθέσεων και το κατορθώνει με επιτυχία. Έτσι οι προτάσεις του Decroly και της Montessori συνδυάστηκαν δημιουργικά με τις εκπαιδευτικές προτάσεις της Krupskaja και του Makarenko για σωματική, αισθητική, διανοητική και ηθική αγωγή των παιδιών με ειδικές ανάγκες μέσα από τις κατ’ αίσθηση αντιλήψεις και παραστάσεις, την εργασία και την καλλιέργεια της συλλογικότητας.
Βεβαιώθηκε επίσης στατιστικά από τις δημοσιεύσεις της ότι κατά τη συμμετοχή της στο ΕΑΜ και την ένταξή της στο ΚΚΕ εκφράστηκε κοινωνικοπολιτικά σε περισσότερα από όσα πριν επίπεδα. Έτσι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος υποστηρίζουμε ότι αποτελεί τομή στη ζωή και τη δράση της. Κατά τη δύσκολη όσο και ηρωική περίοδο 1940-50 ως παιδαγωγός αλλά και ως πολιτικό πρόσωπο θα συμπράξει στην ομάδα των παιδαγωγών της Αντίστασης και με την προτροπή του Πέτρου Κόκκαλη θα εκπονήσει σχέδιο εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, το οποίο θα αντλεί και από την παιδαγωγική εμπειρία της εγχώριας προοδευτικής εκπαίδευσης, αλλά το βασικό πλαίσιο σχεδιάζεται από τις μαρξιστικές-λενινιστικές εκπαιδευτικές προτάσεις των Ρώσων σοσιαλιστών παιδαγωγών. Πρόκειται για το «Σχέδιο μιας Λαϊκής Παιδείας», το οποίο από την απελευθέρωση και μετά θα υποστεί περαιτέρω επεξεργασία και θα προπαγανδιστεί με πολλούς τρόπους από τις αριστερές πολιτικές δυνάμεις, με ηγετική και καθοδηγητική την φυσιογνωμία της Ρόζας Ιμβριώτη.
Στην ίδια δεκαετία θα αναπτύξει παιδαγωγική δράση στο πλαίσιο της ΠΕΕΑ με την ίδρυση του Παιδαγωγικού Φροντιστηρίου της Τύρνας, σε μια προσπάθεια ταχύρρυθμης εκπαίδευσης δασκάλων της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, με στόχο να διαπνέονται από τις νέες σοσιαλιστικές παιδαγωγικές αντιλήψεις. Τις ίδιες εκπαιδευτικές θέσεις θα υποστηρίξει στο παιδαγωγικό Συνέδριο της Λάσπης, στο Εκπαιδευτικό Τμήμα της ΕΠ-ΑΝ και στο Νέο Εκπαιδευτικό Όμιλο, στην ίδρυση του οποίου είχε και η ίδια πρωτοστατήσει. Εκπαιδευτική δράση ανέπτυξε ακόμα στην εξορία κατά την περίοδο 1948-1951, όταν μαζί με τις συνεξόριστες δασκάλες και καθηγήτριες οργάνωσαν «σχολείο» για να μάθουν γράμματα οι αγράμματες και να συμπληρώσουν τις σπουδές τους οι γραμματισμένες.
Σε όλη τη διάρκεια της εκπαιδευτικής-παιδαγωγικής της δράσης, όπως αποδείξαμε, η Ρόζα Ιμβριώτη δεν περιόρισε τον αγώνα της μόνο στην ανανέωση και εκδημοκρατικοποίηση του δωδεκάχρονου σχολείου, αλλά ανέλαβε και την προσπάθεια αναβάθμισης του υπάρχοντος αστικού σχολικού συστήματος με ολοκληρωμένες εκπαιδευτικές προτάσεις. Οι απόψεις της για την παιδεία εκφράζονται σε διαλεκτική αντιπαράθεση ανάμεσα στο «παλιό» και το «νέο», κατά τους χαρακτηρισμούς της, σχολείο και τονίζει τις αδυναμίες του πρώτου και τις αρετές του δεύτερου, μέσα από την άσκηση κριτικής στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις των συντηρητικών και κεντρώων πολιτικών δυνάμεων, όπως διαπιστώσαμε από τα δημοσιευμένα άρθρα και βιβλία της.
Στο ΚΚΕ η Ρόζα Ιμβριώτη θα μείνει ως το θάνατό της και συνεπής υπέρμαχος των πολιτικών, κοινωνικών και παιδαγωγικών του αναζητήσεων. Ακολουθώντας την καθορισμένη πολιτική δράσης των προοδευτικών δυνάμεων, που ζούσαν σε καπιταλιστικό σύστημα, ο αγώνας της θα στρέφεται στον εκδημοκρατισμό όλων των όψεων της κοινωνικής ζωής της Ελλάδας και ιδιαίτερα στον εκδημοκρατισμό των συστημάτων παιδείας, εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης της νεολαίας, όπως αποδεικνύεται από την ανάλυση της εργογραφίας της. Η πάλη της αυτή, όπως επισημάναμε, συνδέεται στενά και με την πεποίθησή της ότι το σχολείο είναι οργανικό συστατικό κομμάτι του δημοκρατικού μετασχηματισμού όλης της κοινωνίας.
Βεβαιωμένο από την έρευνα είναι ότι το εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο υποστήριξε με την δράση και την εργογραφία της η Ρόζα Ιμβριώτη ως «οργανική διανοουμένη» των σοσιαλιστικών δυνάμεων έχει σαφείς τις επιρροές από το Ενιαίο Σχολείο Εργασίας της Ρωσίας, το οποίο διαμορφώθηκε από τους εκπαιδευτικούς μετασχηματισμούς, που ακολούθησαν την Οκτωβριανή Επανάσταση. Όπως βεβαιώνεται από τα άρθρα της, στις προτάσεις της συντάχθηκε και υπηρέτησε με συνέπεια τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία παιδείας και εκπαίδευσης, ενώ παράλληλα χρησιμοποίησε και την πείρα της οικοδόμησης του σχολείου στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες και κυρίως της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Οφείλουμε ακόμη να επισημάνουμε και τη μέριμνα που έλαβε να προσαρμόσει το σύστημα στην ελληνική πραγματικότητα, χωρίς όμως να αλλοιωθούν οι βασικές του αρχές.
Το εκπαιδευτικό σύστημα που υποστήριξε η Ιμβριώτη ως το πλέον κατάλληλο για την αγωγή της νέας γενιάς, όπως αποδείχτηκε, στηρίζεται:
- Στην διαπαιδαγώγηση με την εργασία.
- Στην εξάλειψη των διαφορών ανάμεσα στην πνευματική και χειρωνακτική εργασία.
- Στην σύνδεση θεωρίας και πράξης.
- Στην ολόπλευρη και αρμονική ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας.
Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει, για να είναι η εκπαίδευση πραγματικά δημοκρατική πρέπει να τηρεί τις εξής προϋποθέσεις:
- Δημιουργία ίσων όρων δυνατοτήτων απόκτησης μόρφωσης για όλους.
- Κρατικό και κοινωνικό χαρακτήρα όλων των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.
- Ενιαίο σύστημα λαϊκής εκπαίδευσης.
- Διαμόρφωση επιστημονικής κοσμοθεωρίας και πεποιθήσεων στους διδασκομένους.
- Συνεπή πραγματοποίηση της αρχής του πολυτεχνισμού στο γενικό σχολείου.
- Συνένωση της θεωρίας με την πρακτική και εκπαίδευση πάνω σε παραγωγικές δραστηριότητες.
- Αδιάκοπη σύνδεση και ενότητα δράσης σχολείου, οικογένειας και κοινωνικού περιβάλλοντος στην διαπαιδαγώγηση και την εκπαίδευση της νέας γενιάς.
Βεβαιώνεται ακόμη ότι η μαρξιστική-λενινιστική θεωρία για τη διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς, η ενιαία θεωρία για την εκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση των μαθητών, οι γενικές αρχές οικοδόμησης του δημοκρατικού συστήματος παιδείας, σε συνάρτηση με την πλούσια εμπειρία από την οργάνωση του σχολείου των σοσιαλιστικών χωρών βοήθησαν τη Ρόζα Ιμβριώτη ως «προεξάρχουσα» της Επιτροπής Παιδείας του ΚΚΕ να καθορίσει το σύστημα εκπαίδευσης με βάση το σοσιαλιστικό μοντέλο σχολείου και να πείσει για την ορθότητα των θέσεών της. Επιδίωξη ήταν το σύστημα της λαϊκής μόρφωσης, κατά την εφαρμογή του και στην Ελλάδα να διατηρήσει αναλλοίωτες τις μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές της εκπαίδευσης και της διαπαιδαγώγησης, που αναφέρονται στη ανάγκη σύνδεσης με τη ζωή και την παραγωγική εργασία, διαμόρφωσης ολόπλευρα αναπτυγμένων και μορφωμένων μελών της κοινωνίας, στη βάση του κοινωνικού αιτήματος για εξάλειψη των ουσιαστικών διαφορών ανάμεσα στην πνευματική και την χειρωνακτική εργασία. Επιπλέον υποστηρίζει ότι το σοσιαλιστικό σχολείο δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την αποκάλυψη και ανάπτυξη όλων των ικανοτήτων και χαρισμάτων του ατόμου, εξασφαλίζοντας όχι μόνο την ελεύθερη επιλογή του δρόμου της ζωής, αλλά και την δυνατότητα μετάβασης από τον ένα κλάδο της παραγωγής στον άλλο ανάλογα με τις ανάγκες της κοινωνίας ή με την κλίση του, όπως πρόβλεψε ο Ένγκελς.
Η μελέτη των άρθρων της μας βεβαίωσε ότι η Ιμβριώτη γίνεται υπέρμαχος του δημοκρατικού σχολείου, γιατί θεωρεί ότι η ανάγκη για βαθιές αλλαγές στο τομέα της εκπαίδευσης είναι αίτημα όλων, επειδή το επιβάλλουν οι εξελίξεις στον τομέα της επιστήμης και της τεχνικής.
Η Ρόζα Ιμβριώτη με αφετηρία τη γενική αρχή της εξασφάλισης ελεύθερης εκλογής της μελλοντικής δραστηριότητας του κάθε μαθητή και με επίγνωση της περίπτωσης ότι τα ενδιαφέροντα των μαθητών μπορεί να αλλάξουν, όπως διαπιστώνεται, οργανώνει, σύμφωνα με τις μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές, την παιδαγωγική του δημοκρατικού σχολείου στη βάση της αντίληψης ότι τα μαθήματα και το πρόγραμμα πρέπει να αναπτύσσουν την ικανότητα του μαθητή για δημιουργική σκέψη. Ο βασικός εκπαιδευτικός στόχος του σχολείου επομένως είναι η ανάπτυξη της ικανότητας για αυτενέργεια. Υποστηρίζει λοιπόν ότι η διαδικασία της εκπαίδευσης δεν πρέπει να αποβλέπει τόσο στην μελέτη και μηχανική απομνημόνευση πολυάριθμων γεγονότων, κανόνων, τεκμηρίων και θεωρητικών προτάσεων, όσο στην αφομοίωση των βασικών ιδεών των επιστημονικών γνώσεων. Διότι έτσι κατά τους ισχυρισμούς της το περιεχόμενο της εκπαίδευσης στο σύγχρονο σχολείο ανταποκρίνεται στις αντικειμενικές τάσεις ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογίας. Συνεπώς η συνεχής ανάπτυξη των επιστημονικών γνώσεων δεν μπορεί παρά να αντικατοπτριστεί άμεσα στα σχολικά προγράμματα.
Η Ρόζα Ιμβριώτη, όπως έκανε και στο σχολείο της Καισαριανής και επιβεβαίωσε η έρευνά μας, προτείνει ως βασική μέθοδο διδασκαλίας την Ενιαία Συγκεντρωτική ή Διαθεματική Αναπτυσσόμενη Διδασκαλία. Συμπληρώνει όμως τις προτάσεις της και με τις άλλες μεθόδους, όπως τις ομάδες εργασίας μάθησης, τη διήγηση κ.λ.π. Τις πλουτίζει δε και με τη χρησιμοποίηση στοιχείων προγραμματισμού, τεχνικών μέσων μάθησης, που αποβλέπουν στη δραστηριοποίηση των μαθητών και την ανύψωση της αυτοτελούς εργασίας, με στόχο την αποκάλυψη της ατομικής «προίκας» του καθενός. Έτσι επιβεβαιώνεται το ενδιαφέρον της παιδαγωγού για την ανάπτυξη στον ανώτερο βαθμό της προσωπικότητας των μαθητών και της διαμόρφωσης δυνατότητας αυτενεργά οι έφηβοι του 12χρονου σχολείου να εντοπίζουν τα προβλήματα της ζωής και να βρίσκουν τη λύση τους. Αυτές είναι οι θέσεις που θέτουν ως καθήκον την ανάπτυξη στον ανώτατο βαθμό της δημιουργικής σκέψης και της γνωστικής δραστηριότητας των μαθητών.
Το δημοκρατικό σχολείο που προτείνει η Ρόζα Ιμβριώτη σε συμφωνία με το σύστημα εκπαίδευσης των σοσιαλιστικών χωρών, είναι στενά δεμένο με την παραγωγή. Για την υλοποίηση αυτού του στόχου υποστηρίζει τις υποχρεωτικές εκδρομές στους τόπους παραγωγής, την εργασία των μαθητών στα εργοστάσια, στα σχολικά εργαστήρια και στους σχολικούς πειραματικούς αγρούς, παρέχοντας έτσι στους νέους τη δυνατότητα της πλατιάς και ελεύθερης επιλογής. Η δυνατότητα αυτή εξασφαλίζεται επίσης, όπως διαπιστώνεται, και με το περιεχόμενο της μόρφωσης και τον χαρακτήρα της διαφοροποιημένης μάθησης στα σχολεία γενικής και πολυτεχνικής εκπαίδευσης.
Η Σύνδεση του σχολείου με την παραγωγή με βάση τις αντιλήψεις της παιδαγωγού επιδιώκεται:
- Με την πολυτεχνική εκπαίδευση.
- Με τις υποχρεωτικές εκδρομές στους τόπους παραγωγής.
- Με την εργασία των μαθητών σε σχολικούς αγρούς, σχολικά εργαστήρια, εργοστάσια και με διάφορες μορφές συμβολής τους στην εθνική οικονομία.
Βεβαιώνεται ακόμα ότι η παιδαγωγός, όπως και οι άλλοι μαρξιστές παιδαγωγοί, μεγάλη σημασία δίνει στην ιδεολογικοπολιτική διαπαιδαγώγηση των νέων. Στη διαδικασία της εκπαίδευσης η πολιτική και ηθική διαπαιδαγώγηση της σπουδάζουσας νεολαίας πρέπει να επιδιώκεται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό με τη διδασκαλία όλων των μαθημάτων του σχολείου. Όμως, όπως διαπιστώθηκε, την κύρια σημασία στη διαδικασία της πολιτικής διαπαιδαγώγησης των μαθητών τη στηρίζει στα μαθήματα του κοινωνικοπολιτικού κύκλου.
Στο θέμα του επαγγελματικού προσανατολισμού των μαθητών η Ιμβριώτη φαίνεται να δίνει μεγάλη σημασία στον ρόλο του δασκάλου του βασικού σχολείου, τον οποίο καθιστά υπεύθυνο μέσα από κατάλληλες διεργασίες και στρατηγικές να ανακαλύψει τις ικανότητες των μαθητών του και να τους καθοδηγήσει επαγγελματικά. Για την επιτυχία του αιτήματος, προτείνει, ο δάσκαλος να κατέχει τις γνώσεις των βάσεων των επιστημών, που συνδυάζουν οργανικά το περιεχόμενο της γενικής εκπαίδευσης με την πολυτεχνική κατάρτιση και καλλιεργούν τη φιλεργία. Για το σκοπό αυτό, στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα του δημοκρατικού σχολείου προβλέπονται τα μαθήματα εργασίας από την 1η ως την 9η τάξη και η εφαρμογή της πολυτεχνικής εκπαίδευσης ως μάθημα γενικής παιδεία που συνδυάζει την ένωση θεωρίας και πράξης από την 7η ως τη 12η. Προβλέπεται ακόμη η εμπέδωση και διεύρυνση των θεωρητικών γνώσεων με άλλα μαθήματα, οι εξωσχολικές δραστηριότητες για την ανάπτυξη του δημιουργικού πνεύματος και τέλος επιδιώκεται η πολύπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας των παιδιών.
Βεβαιωμένο είναι ότι η Ρόζα Ιμβριώτη με τις εκπαιδευτικές προτάσεις που δημοσίευσε σε ένα μεγάλο αριθμό άρθρων, επιδίωξε να παρουσιάσει ένα εκπαιδευτικό σύστημα οικοδομημένο έτσι που να σχηματίζει ένα μορφωτικό σύνολο, το οποίο να ασκεί μεγάλη δύναμη στη ζωή του λαού. Παράλληλα, με συνέπεια κατήγγειλε τις αδυναμίες του υφιστάμενου εκπαιδευτικού συστήματος σε μια διαλεκτική αντιπαράθεση ανάμεσα στο «παλιό» και το «νέο», ελπίζοντας είτε να πείσει στην καθιέρωση του συστήματος εκπαίδευσης, που πρότεινε, είτε μέσα από τη δημιουργική σύνθεση των δύο εκπαιδευτικών συστημάτων, που το καθένα ανταποκρίνεται σε διαφορετική ιδεολογική αντίληψη, να προκύψει ένα καινούργιο σχολείο, περισσότερο προσαρμοσμένο στις ανάγκες της κοινωνίας. Ένα σχολείο που σύμφωνα με τις απόψεις της να υπηρετεί όσο γίνεται καλύτερα τον κοινωνικό του προορισμό.
Το σχολείο αυτό, όπως επισημάναμε ήδη και βεβαιώσαμε, προσομοιάζει σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό με το Ενιαίο Σχολείο Εργασίας της Ρωσίας. Είναι το εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο υιοθετήθηκε τόσο από τα σοσιαλιστικά κράτη, που προσδέθηκαν στο άρμα της τ. ΕΣΣΔ, όσο και από τις προοδευτικές-μαρξιστικές πολιτικές δυνάμεις των χωρών, που δεν ανήκαν στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Επομένως η εκπαιδευτική πρόταση της Ρόζας Ιμβριώτη, ανεξάρτητα από τα θετικά στοιχεία που υποστηρίζει ότι μπορεί να προκύψουν από την εφαρμογή του σε κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, δεν είναι προϊόν ατομικών διεργασιών της, δεν διεκδικεί την αποκλειστικότητα. Ό,τι το νέο, το διαφορετικό στην εκπαίδευση προτείνει είναι αποτέλεσμα συλλογικών διεργασιών. Στη τελική διαμόρφωση αυτών όμως, μπορούμε νομίζω να βεβαιώσουμε, ότι διεκδίκησε και διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο, επιδιώκοντας να καλύψει το μεγάλο κενό που άφησε στην εκπαίδευση ο δάσκαλός της Δημήτρης Γληνός. Όλη αυτή η προσπάθεια, η οποία οργανώθηκε με άρθρα, διαλέξεις, εκπαιδευτικούς πειραματισμούς και με πλήθος άλλες μεθοδεύσεις και στρατηγικές, έθρεφε τη διπλή προσδοκία: αφενός μέσα από την θεσμοθέτηση του δημοκρατικού σχολείου και στο πλαίσιο των δυνατοτήτων του θεσμού να επηρεάζει την κοινωνία, ώστε μελλοντικά να επικρατήσει ο σοσιαλισμός· αφετέρου ελλόχευε η ελπίδα του εκσυγχρονισμού του σχολείου, μέσα από τις διαφοροποιήσεις και αναπροσαρμογές που θα επέφερε το μαρξιστικό σύστημα εκπαίδευσης, κάτω από την πίεση των λαϊκών δυνάμεων. Αυτό εξηγεί και δικαιολογεί σε ένα βαθμό και την επιεική κριτική που άσκησε η Ιμβριώτη και η ΕΔΑ στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Γεωργίου Παπανδρέου.