Θυμάσαι τότε
που όλος μας ο κόσμος ήταν μια μπάλα;
Αγαλματάκια
ακούνητα, αμίλητα —
που μετά έγιναν άνθρωποι αγέλαστοι.
Κι ένα κουτάκι σπίρτα
κι ένα κομμάτι σπάγγος
χωρούσαν όλα τα νοήματα:
γέλια, χαρές, ζωές.
Κι ύστερα
η μαύρη αυτή οθόνη.
Ζωή;
Ζωντανοί;
Ή ήδη νεκροί;
Λάβα.
Πυρακτωμένη γηγενής ορμή.
Ή παιχνίδι
χορευτικών βημάτων
στα πόδια σου;

