Ἔκθεσις τῆς ἐξ Ἁγιορειτῶν Ἐπιτροπῆς (Παναγιώτης Τρεμπέλας)

Image

σ.σ. Αναρτάται  χωρίς  διάθεση υποτιμήσεως του συνολικού έργου του μακαριστού Παναγιώτη Τρεμπέλα.
Ἀθωνικοὶ διάλογοι, τ. 33-34, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1975, σσ. 20-27, 32.
[Περί τῶν βιβλίων τοῦ Τρεμπέλα: «Μυστικισμός – Ἀποφατισμός – Καταφατική Θεολογία»]


Θλίψιν πολλὴν ἐπροξένησεν εἰς ἡμᾶς ἡ ἀνάγνωσις μιᾶς διτεύχου θεολογικῆς πραγματείας ὑπὸ τὸν τίτλον: «Μυστικισμός – Ἀποφατισμός – Καταφατικὴ Θεολογία» τοῦ καθηγητοῦ κ. Παναγιώτου Τρεμπέλα.
Καὶ ἐνῶ δὲν εἶναι ἀποστολὴ τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους νὰ κρίνῃ ἐπιστημονικάς πραγματείας, ὅμως, ἐπειδὴ αἰσθανόμεθα ὡς συνεχισταὶ τῆς μακρᾶς ἡσυχαστικῆς Παραδόσεως καὶ μυστικῆς Θεολογίας, ἡ ὁποία κρίνεται εἰς τὰ ἐν λόγῳ τεύχη, μετὰ συνοχῆς καρδίας καὶ πολλῆς ἀγάπης πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ τοὺς ἀδελφούς μας, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ εἴπωμεν τὰ ἑξῆς:
1. Ἡ ἑνοειδὴς Παράδοσις τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἡ ἁρμονική συμφυΐα θεολογίας καὶ ζωῆς – ἀπόδειξις τῆς ζώσης πιστότητος εἰς τὸ δόγμα τῆς Χαλκηδόνος – ἐφυλάχθη ἐντὸς τῆς ᾿Εκκλησίας μας ἀλώβητος καὶ διέθρεψεν ἀνέκαθεν τὸ ἐκκλησιαστικὸν πλήρωμα μέχρι καὶ κατ᾿ αὐτὴν τὴν περίοδον τῆς Τουρκοκρατίας μὲ τὰ ζωηφόρα δόγματα τῆς ἀληθείας καὶ τὴν χάριν τῆς ἀψευδοῦς ἁγιότητος.
Κατὰ τοὺς τελευταίους ὅμως αἰῶνας καὶ κυρίως μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀρχίζει νὰ εἰσέρχεται ἐκ τῆς Δύσεως, ὑπὸ μορφὴν δῆθεν προόδου, τὸ μικρόβιον τοῦ πνευματικοῦ διχασμοῦ. Ἡ ἀσθένεια τοῦ χωρισμοῦ θεολογίας καὶ πνευματικότητος, θεολόγων καὶ «ἁγίων», ἡ ὁποία ἐμάστιζε τὸν «πεφωτισμένον» δυτικὸν πολιτισμὸν – συνέπεια τῆς δογματικῆς παρεκτροπῆς τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς ᾿Εκκλησίας – μεταφέρεται εἰς τὸν ἰδικόν μας χῶρον.
Ἡ θεολογία ἡ ὁποία ἐδιδάσκετο βασικῶς εἰς τὸν Μοναχικὸν χῶρον, διδάσκεται τώρα, μετὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου, εἰς τὰς νεοσυσταθείσας σχολὰς τῶν κρατικῶν Πανεπιστημίων. Ἡ πνευματικὴ ἀγωγὴ ἡ ὁποία ἠντλεῖτο φυσιολογικῶς ἀπὸ τὴν μετοχὴν εἰς τὴν ὅλην ζωὴν τῆς ἐνορίας, τώρα κυρίως προσφέρεται ἀπὸ τὰ κηρύγματα καὶ τὰ κατηχητικὰ τῶν λαϊκῶν.
Καὶ δύναται νὰ τεθῆ τὸ ἐρώτημα: Εἶναι καταδικαστέα αὐτὰ καθ᾿ ἑαυτὰ τὰ νέα σχήματα; Δὲν δύναται ἆραγε ἡ ὀρθόδοξος θεολογία νὰ διδάσκεται εἰς τὰ Πανεπιστήμια καὶ τὸ εὐσεβὲς ἦθος νὰ δίδεται εἰς τὰς χριστιανικάς κινήσεις; Ἐν προκειμένῳ δυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὴν ἑξῆς διπλὴν ἀπάντησιν :
Πρῶτον, οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε ὑποτιμήσεως ἢ καταργήσεως τῶν παλαιῶν σχημάτων τὰ ὁποῖα προσφέρουν ὀρθοδόξως κάτι τὸ ἀναντικατάστατον.
Δεύτερον, εἶναι δυνατὸν καὶ νέα σχήματα ζωῆς νὰ ἐγκεντρισθοῦν εἰς τὴν Παράδοσιν τῆς ᾿Εκκλησίας, ὑφιστάμενα, διὰ τοῦ ὀργανικοῦ δεσμοῦ των πρὸς Αὐτήν, τὴν καλὴν ἀλλοίωσιν.
Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι εὔκολον νὰ λεχθῇ ὅτι συνέβη ἐξ ἀρχῆς μὲ τὰς Θεολογικάς μας Σχολὰς καὶ τὰ κατηχητικά. Διότι – λόγῳ τοῦ γενικωτέρου κλίματος τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδημιουργήθησαν – παρὰ τὴν καλὴν πιθανῶς θέλησιν τῶν στελεχῶν των, δὲν ἐτράφησαν τόσον ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξον Παράδοσίν μας, ἀλλὰ ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις καὶ ἀπόψεις τῆς ἑτεροδόξου Δύσεως.
2. Οἱ καθηγηταὶ τῶν θεολογικῶν σχολῶν μορφώνονται κατά κανόνα εἰς τὴν Δύσιν. Γνωρίζουν δι’ αὐτῆς τὴν ὀρθόδοξον θεολογίαν. Καὶ μεταφέρουν συνήθως εἰς ἡμᾶς τῶν ἑτεροδόξων διδασκάλων των τὴν ἐπιστημονικὴν μέθοδον καὶ τὰς ἀτομικάς των ἀπόψεις διὰ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τοὺς θεοφόρους Πατέρας τῆς ᾿Εκκλησίας μας.
Αἱ θρησκευτικαὶ κινήσεις ἀντιστοίχως, παρὰ τὴν ἀγαθὴν διάθεσίν των, δὲν τρέφονται ἀπὸ τὴν θεολογικὴν εὐσέβειαν τῆς Παραδόσεώς μας (τοὺς εἶναι ἄγνωστα τὰ ἔργα τῶν Νηπτικῶν Πατέρων: Φιλοκαλία, Κλίμαξ ἁγίου ᾿Ιωάννου, ἔργα ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου… Οὐδέποτε ἐξέδωσαν ἕνα ἐκ τούτων) καὶ διαρκῶς τροφοδοτοῦν τὴν ᾿Εκκλησίαν δι᾽ ἔργων ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐπηρεασμένων ὑπὸ τοῦ εὐσεβιστικοῦ πνεύματος τῆς Δύσεως.
Συνέπεια τῆς εἰσβολῆς αὐτῆς, τοῦ ξένου καὶ μὴ παραδοσιακοῦ πνεύματος εἰς τὴν θεολογίαν καὶ τὴν ζωήν μας, εἶναι μία χρονία ἀσθένεια – σύγχυσις γλωσσῶν καὶ κριτηρίων – ἡ ὁποία βασανίζει τὴν νεοελληνικὴν Ἐκκλησίαν καὶ παρουσιάζεται διὰ πλήθους προβλημάτων, ἀποτόκων τῆς νόσου ταύτης.
Χαρακτηριστικὸν δὲ δεῖγμα καὶ σύμπτωμα τῆς πολλαπλῆς ἤδη συγχύσεως ἀποτελεῖ ἡ ἐν λόγῳ θεολογική πραγματεία. Εἰς αὐτὴν γηραιός Καθηγητής συντάσσει θεολογικὴν μελέτην ἐξ ἀφορμῆς ὁμιλίας νεωτέρου συναδέλφου του, τοῦ ὁποίου ἡ τόλμη εἰς τὰς ἰδέας καὶ τὸ ἀσαφὲς περὶ τὴν διατύπωσιν τὸν ξενίζει. Καὶ ἡ μὲν ὁμιλία τοῦ νεωτέρου θεολόγου, ἀποκαλύπτεται ὡς ἀπομεμακρυσμένη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον ἀκριβολογίαν. Ὁ δὲ «συντηρητικὸς» παλαιὸς Καθηγητής πλησιάζει τοὺς Πατέρας μὲ θεολογικὰς προϋποθέσεις καὶ πνευματικά κριτήρια ξένα πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Παράδοσιν καὶ δι᾿ αὐτὸ καταλήγει εἰς ἐξ ἴσου ἀπορριπτέα συμπεράσματα.
Ὁ συγγραφεὺς ὡς ἐπιστήμων θεολόγος καὶ ἱεροκῆρυξ, πανεπιστημιακὸς διδάσκαλος καὶ ἱδρυτικὸν μέλος θρησκευτικοῦ συλλόγου, μὲ τὴν ἐργασίαν του προσπαθεῖ νὰ ψαύσῃ τὸ μυστήριον τῆς σχέσεως θεολογίας καὶ ζωῆς. Καὶ ἐνῶ διαθέτει πατερικὴν εὐρυμάθειαν (παραθέτει πλῆθος χωρίων) καὶ διάθεσιν ἀποφυγῆς μονομερειῶν καὶ ὀξυτήτων, ἡ ὅλη του προσπάθεια δὲν τελεσφορεῖ, διότι κινεῖται εἰς τὸν χῶρον ὅπου συζητοῦνται τὰ θέματα, καταστρώνονται θεωρητικά σχέδια, ἀντιμάχονται ἀτομικαὶ ἀπόψεις· ὄχι ἐκεῖ ὅπου «πάσχονται τὰ θεῖα». Δι’ αὐτὸ ἀποδεικνύονται ἀνεπαρκῆ τὰ ἐφόδιά του. Διότι τὰ τῆς θεολογίας καὶ εὐσεβείας μας «θεῖα μυστήρια», κατὰ τὸν ἅγιον Νικόδημον τὸν Ἁγιορείτην, «δὲν εἶναι τρόπος νὰ τὰ διδάξῃ τις εἰς ἄλλους ὀρθῶς, ἐὰν πρῶτος αὐτὸς δὲν ἀξιωθῇ νὰ τὰ γνωρίσῃ ἐνεργητικῶς καὶ νὰ τὰ πάθῃ διὰ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Καὶ μόνον ἡ φράσις τοῦ συγγραφέως, ὅτι ἡ ἐργασία του «συνίσταται εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ περὶ Ἀποφατικοῦ ὑλικοῦ» (τεῦχος A’ σελ. 6) ἀποδεικνύει πόσον διάφορος εἶναι ἡ θεολογία του ἀπὸ τὴν θεολογίαν τῶν Πατέρων, οἵτινες «ἔπασχον τὰ θεῖα».
Καὶ μόνον ὅτι τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν θέωσιν θεωρεῖ ὡς «μεταβολὴν τοῦ χαρακτῆρος καὶ μεταστοιχείωσιν ἠθικὴν» (B’ σελ. 60) μᾶς ἀποκαλύπτει ποίαν ἀντίληψιν περὶ πνευματικῆς ζωῆς ἔχει.
Πᾶσαι αἱ ἀποφατικαὶ ἐκφράσεις τῶν ἁγίων Πατέρων ὡς γνωστὸν ὀργανικῶς συζοῦν, ὡς προσωπικαὶ ἐν Πνεύματι ἐμπειρίαι. Διὰ τοῦτο δὲν πλησιάζονται καὶ δὲν ταξινομοῦνται ὡς ἀδρανὲς καὶ οὐδέτερον «ἀποφατικὸν ὑλικόν». Καὶ κάθε μία ἀπὸ αὐτὰς εἶναι ἀναπόσπαστον στοιχεῖον καὶ μέλος ὅλης των τῆς πνευματικῆς βιοτῆς καὶ ὑπάρξεως. Δεν ἐξέλεγον οἱ Πατέρες τὸν ἀποφατισμὸν ὡς τὴν καλυτέραν ἢ ἀποδοτικωτέραν μέθοδον, τρόπον ἢ σύστημα, ἀλλὰ κατέληγον ἀναποφεύκτως εἰς ἀποφατικὰς ἐκφράσεις «πάσχοντες οἷον τὴν ἀφαίρεσιν καὶ οὐ διανοούμενοι».
3. ᾿Επειδὴ λοιπὸν τὸ πλησίασμα τῶν Πατέρων γίνεται μὲ τὴν βοήθειαν τῆς λογικῆς καὶ τῆς γλώσσης τῶν θεολόγων τῆς Δύσεως καὶ μὲ πνευματικὰς ἀπόψεις, ἀπορρεούσας ἀπὸ τὴν ἐμπειρίαν τῆς κλειστῆς εὐσεβιστικῆς νοοτροπίας, πράγματα καὶ τὰ δύο μὴ χωροῦντα τὸ μυστήριον τῆς μυσταγωγικῆς περιχωρήσεως ὀρθοδόξου θεολογίας & βιοτῆς – διὰ τοῦτο ἔχομεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν σύνταξιν μιᾶς ὄντως ἀξιοπεριέργου μελέτης. Εἰς αὐτὴν συμπλέκονται ἐπαινετικαὶ ἐκφράσεις διὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας ἡμῶν μετὰ λίαν ἀπαραδέκτων χαρακτηρισμῶν: Πατερικά χωρία ἀπηχοῦντα θείας ἐμπειρίας καὶ ἀπόψεις ψιλαὶ ξένων θεολόγων, ἀσχέτων ὅλως πρὸς τὸ μυστήριον τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας μας. Γνῶμαι δυτικῶν θεολόγων παρουσιάζονται ὡς αὐθεντικαὶ διατυπώσεις διὰ τὴν ὑποτίμησιν τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν Συγγραμμάτων, ἐνῷ ἡ ὁμόφωνος συγκατάθεσις καὶ ὁ θαυμασμός, δι’ αὐτά, ὅλης τῆς χορείας τῶν Πατέρων τῆς ᾿Εκκλησίας παραθεωροῦνται. Προβάλλεται ὡς ὑγιὴς μυστικισμός, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Oosterzee, ὁ τοῦ Θωμᾶ Α. Kempis (Α’ σελ. 16) καὶ χαρακτηρίζονται «ὡς καινοφανεῖς καὶ παράδοξοι, ἐὰν μὴ αἱρετικαὶ αἱ διδασκαλίαι τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου» (A’ σελ. 78). Παρατίθενται γνῶμαι ἑτεροδόξων θεολόγων, οἱ ὁποῖοι κρίνουν τοὺς ἐκτραπέντας εἰς νοσηροὺς συναισθηματισμούς μυστικοὺς τῆς Δύσεως. Καὶ καταλήγει ὁ συγγραφεὺς: «…παραχωροῦμεν εἰς τὸν Fisher νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὸς τέλος εἰς τὰς περὶ μυστικῆς Θεολογίας καὶ μυστικισμοῦ γενικὰς ταύτας παρατηρήσεις μας» (Α΄ σελ. 18).
Ἀλλ᾿ ἡμεῖς ζῶντες εἰς τὴν ἀδιάκοπον καὶ ἑνιαίαν Παράδοσιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς ᾿Εκκλησίας ὁμολογοῦμεν, ὅτι οὔτε τὸν Θωμᾶ Α. Kempis ἔχομεν ὡς ὑπόδειγμα ὑγιοῦς μυστικοῦ, οὔτε αἱ κρίσεις τοῦ αἱρετικοῦ Fisher, διὰ τὸν ὅλως ξένον δι᾽ ἡμᾶς νοσηρὸν δυτικὸν μυστικισμὸν μᾶς ἐνδιαφέρουν εἰς κάτι, οὔτε σχετίζονται μὲ τοὺς θεοφόρους Πατέρας μας.
Ἐὰν ὁ συγγραφεὺς ἐκλέγῃ τὴν θεολογίαν τοῦ Oosterzee ἢ τοῦ Fisher ὡς ὁδηγὸν διὰ τὴν ἐπιστημονικήν του ἐργασίαν καὶ τὴν διδασκαλίαν τοῦ ἑτεροδόξου Θωμᾶ A. Kempis ὡς ὑγιῆ μυστικισμὸν διὰ τὴν ζωήν του εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὸ πράξῃ. Εἶναι ὅμως ἀσυνεπὲς ἐπιστημονικῶς διὰ τοιούτων προϋποθέσεων νὰ ἐπιχειρῇ κατανόησιν τοῦ μυστηρίου τῆς Θεολογίας μας (ἀπὸ τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου ἕως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ). Καὶ πνευματικῶς ἀπαράδεκτον διὰ τοιαύτης πείρας νὰ ἀποτολμᾷ νὰ κρίνῃ καὶ κατακρίνῃ τὰς ὑπερφυεῖς ἐμπειρίας τῶν ἁγίων μας, ὅπως ὡς ἑνὸς ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου.
4. Δυστυχῶς διάχυτον ὑπάρχει, εἰς ὅλην τὴν κρινομένην πραγματείαν, τὸ πνεῦμα τῆς δυσπιστίας καὶ ἀνυποληψίας διὰ τὰ συγγράμματα τῶν ἁγίων Πατέρων τὰ ὁποῖα ἐξετάζονται. Τὴν ἀρνητικήν του δὲ στάσιν ὁ συγγραφεὺς προσπαθεῖ νὰ μετριάσῃ – ἢ νὰ ἀποφύγῃ τὰς συνεπείας της – διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως διαρκῶς πλαγίων ἐκφράσεων. Παράδειγμα εἷς ἐκ τῶν πολλῶν χαρακτηρισμῶν κατὰ τοῦ ἁγίου Συμεών: «Θὰ ἐχαρακτηρίζομεν τὰς ὀπτασίας ταύτας ὡς ὅλως ὑποκειμενικά φαντάσματα, ἐὰν δὲν εἴχομεν ὑπ᾿ ὄψει ποίας ἁγνῆς καὶ ἁγίας ἐμπειρίας καὶ ἀσκήσεως κάτοχος ὑπῆρξεν ὁ ὅσιος Συμεὼν (A’ σελ. 77).
Ἐκεῖ ὅμως ὅπου ἀφήνει τὸν ἑαυτόν του ἐλεύθερον καὶ ἄνευ οὐδενὸς ἐνδοιασμοῦ ἐξερεύγεται ἡ καρδία του ὅλην τὴν ἄρνησιν τὴν ὁποίαν κρύβει ἐντός της, εἶναι τὰ θεόπνευστα, κατὰ τοὺς Πατέρας, Ἀρεοπαγιτικά συγγράμματα.
Ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἕως τοῦ τέλους τῶν δύο τευχῶν, ἡ περιφρόνησις τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν κειμένων παρουσιάζεται ὡς διήκουσα ἰδέα καὶ γραμμή. Ἐνῷ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν μέχρι τὸ σήμερον τῆς Θεολογικῆς μας Παραδόσεως διήκει μία ἀτελεύτητος σειρὰ ἐκφράσεων θαυμασμοῦ τῶν Πατέρων πρὸς τὰ Ἀρεοπαγιτικὰ καὶ τὸν ἅγιον συγγραφέα των, ὅστις φρυκτωρεῖ τὴν ᾿Εκκλησίαν.
Ἐντεῦθεν τὰ Ἀρεοπαγιτικά χαρακτηρίζονται ὡς «νόθον καὶ ψευδεπίγραφον ἔργον» (Α’ 28), διότι ὁ συγγραφεύς των «ἐπέτυχε νὰ ὑφαρπάσῃ καὶ σφετερισθῇ τὸ κῦρος ἀποστολικοῦ πατρός, ἐπιβληθεὶς διὰ τῆς πλαστοπροσωπίας προκαταβολικῶς καὶ ἐπὶ Πατέρων ὀρθοδόξου ὁμολογίας» (Α’ 28). Ὁ Συγγραφεὺς τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν «δὲν δύναται νὰ καταριθμηθῇ εἰς τοὺς ἁγίους Πατέρας» (Α’ 28). Εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι «ἀπεκάθηρε ὁ ἅγιος Μάξιμος τὰ Ἀρεοπαγιτικὰ ἐν μέτρῳ ἱκανῷ ἐκ κακοήχων διατυπώσεων, ὀφείλεται τὸ ὅτι ταῦτα δὲν ἐξεβλήθησαν ἐκ τῆς περιοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Γραμματείας εὐθὺς ἅμα τῇ ἐμφανίσει των» (Α’ 28) «Παραπλανηθεὶς ὡς εἴπομεν ἐκ τῆς πλαστοπροσωπείας ὁ ἅγιος οὗτος Πατὴρ ἐσχολίασεν εὐτυχῶς τὰ Ἀρεοπαγιτικά… Δὲν ἦτο ἐν τούτοις δυνατὸν, παρ’ ὅλας τὰς ἀποσαφήσεις ταύτας τοῦ Ὁμολογητοῦ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως Μαξίμου καὶ τῶν μετ᾿ αὐτὸν εὐλαβῶς καὶ ἐν πνεύματι εὐσεβείας μελετητῶν τοῦ σώματος τῶν Ἀεροπαγιτικῶν, παρὰ νὰ σημειώσωσι ταῦτα οὐ μόνον κατὰ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ καὶ μέχρι τοῦ νῦν ἀνεπιθυμήτους δὸς δ’ εἰπεῖν καὶ ἐπιβλαβεῖς ἐπιδράσεις» (Α’ 37).
Καὶ συνεχίζεται ἡ ἐπίθεσις κατὰ τῶν ἱερῶν τούτων κειμένων ὑπὸ τοῦ συγγραφέως τῆς πραγματείας: «παραθέτομεν στίχους τινας ἐξ ἀποφατικοῦ τινος ἀφορισμοῦ περὶ τοῦ θείου, τὸ ὁποῖον ὁ ψευδοδιονύσιος διετύπωσεν, ἐξ οὗ δύναται πᾶς τις νὰ κρίνῃ εἰς ποίας ὀλεθρίας παραπλανήσεις ἑπόμενον εἶναι νὰ παρασύρῃ…» (Α’ 21).
«Πόσον κακόηχος καὶ παραπλανητική καθίσταται ἡ ἐξωτερικὴ ὁμοιότης καὶ χρῆσις τοῦ κοινοῦ λεξιλογίου ὑπό τε τοῦ Πλωτίνου καὶ τοῦ ψευδο – Διονυσίου διαπιστώνει πᾶς τις» (A’ 36).
«Ὡς παρετήρησεν ὀρθῶς ὁ Ρ. Leberton «πᾶσαι αἱ θεωρίαι τοῦ Διονυσίου (περὶ τῶν θείων ὀνομάτων ὡς μὴ ἀνταποκρινομένων εἰς τὴν θείαν ὑπερβατικότητα) δὲν μᾶς ἀναβιβάζουν ὑπεράνω τῆς φυσικῆς θεολογίας» (Α’ 30).
Κατὰ δὲ τὸν Oosterzee «ὁ Θεὸς μεταπίπτει (διὰ τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου) εἴς τι ἀφηρημένον καὶ ἀκαθόριστον Ὄν, εἰς εἶδος τι σκοτεινῆς πρωταρχικῆς αἰτίας, ἥτις οὔτε ὑφ᾽ Ἑαυτῆς βυθομετρεῖται οὔτε ὑπ᾿ ἄλλου τινὸς εἶναι δυνατὸν νὰ βυθομετρηθῇ…» (Α’ 38).
5. Κατ᾿ ἀντίθεσιν ὅμως πρὸς τὸν κ. Τρεμπέλαν καὶ τοὺς δυτικοὺς θεολόγους ἡ Ἐκκλησία σέβεται ὡς Ἅγιον, ἀπλανῆ ὁδηγὸν καὶ πατέρα Παγκόσμιον τὸν συγγραφέα τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν. Καὶ τοῦ ἀπευθύνει κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς του, τὴν 3ην Οκτωβρίου, τὸν χαρακτηριστικὸν χαιρετισμόν: «χαῖρε ὁδὸς ἀπλανὴς σωτηρίας· χαῖρε φραγμὸς ἀσεβῶν παρωδίας. Χαίροις Πάτερ Παγκόσμιε».
Ὁ δὲ ἅγιος Μάξιμος δὲν ἐπλησίασε τὰ Ἀρεοπαγιτικά μὲ τὴν διάθεσιν κριτοῦ (οὔτε πολύ περισσότερον μὲ τὴν αὐθάδειαν κατακριτοῦ) διὰ νὰ τὰ «καθάρῃ», ἀλλὰ μὲ τὴν εὐλάβειαν μαθητοῦ καὶ ταπεινοῦ μελετητοῦ ἀναφέρεται «τῷ παναγίῳ καὶ ὄντως θεοφάντορι Διονυσίῳ τῷ Ἀρεοπαγίτη» (PG 91, 661A). Καὶ ἀναφέρει εἰς τὴν Μυσταγωγίαν του, ὁ ἅγιος Μάξιμος, (ἡ ὁποία ἀποτελεῖ σχόλιον εἰς τὴν «᾿Εκκλησιαστικὴν ῾Ιεραρχίαν» τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν): «Οὐ πάντα τῷ μακαρίῳ γέροντι (Διονυσίῳ) θεωρηθέντα λέγειν ἀμυδρότερον δύναμαι· πλὴν εὐσεβῶς, χάριτι τοῦ τὰ ἐσκοτισμένα φωτίζοντος Θεοῦ…» (PG 91, 661Β – D). Καὶ ἐπὶ πλέον τονίζει, «τολμηρὸν γὰρ καὶ αὔθαδες καὶ ἀπονοίας ἐγγύς, ἐγχειρεῖν τοῖς ἐκείνου πειρᾶσθαι, τὸν μήτε χωρεῖν αὐτὸν ἢ νοεῖν δυνάμενον καὶ ὡς ἴδια προκομίζειν τὰ ἐνθέως ἐκείνῳ μόνῳ διὰ τοῦ Πνεύματος φανερωθέντα μυστήρια» (PG 91, 661A).
Καὶ πάντες οἱ μεταγενέστεροι Ἅγιοι, ὡς ὁ ᾿Ιωάννης Δαμασκηνός, Θεόδωρος Στουδίτης, Ἀνδρέας Κρήτης, ἀποκαλοῦν τὸν Ἀρεοπαγίτην πάνσοφον, ἱεροφάντην, θεσπέσιον, ὑφηγητὴν καὶ μύστην καὶ θεωρὸν τῶν ἀλήπτων (PG 97, 1065). Ὁ δὲ «ἀπροσμάχητος ὑπέρμαχος τῶν θεολόγων» ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὸν θεωρεῖ κανόνα τῆς Ὀρθοδοξίας: «Διονύσιος ὁ μέγας… οὐδ᾽ ἄνευ ἐπιπνοίας θείας… τὴν ἀσφαλεστάτην καὶ ἀληθῆ θεολογίαν τοῖς εὖ φρονοῦσι διετράνωσεν, ὡς ἄν ἡμεῖς ταύτῃ κανόνι καὶ φωτὶ χρώμενοι καὶ δι᾿ αὐτῆς ὀρθοτομοῦντες τὸν λόγον τῆς ἀληθείας, τοὺς κατά τι ταύτης ἐκκλίνοντας καὶ παρατρεπομένους εὐχερῶς τε διορῶμεν καὶ λυσιτελῶς εὐθύνωμεν…» (Συγγράμματα, τόμ. 2, σελ. 69).
Καὶ ὁ σύγχρονος, σεμνός, Ὀρθόδοξος Καθηγητὴς τῆς Δογματικῆς π. Δημήτριος Στανιλόαε ἐξηγεῖ σαφῶς διατὶ ἡ Δύση δὲν κατενόησε τὸν ἅγιον Διονύσιον: «Ἡ Ἀνατολὴ ἔκαμε λόγο στὴ διδασκαλία της γιὰ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ἀδιάφορο ἂν τὶς ὠνόμασε ἔτσι ἢ ἀλλοιῶς. Έδωσε μιὰ λύσι ποὺ μ’ αὐτὴν ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ἐστήριξε τὴν ὑπερβατικότητα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο ἀναγνώρισε μιὰ συνάντηση ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ τὰ δημιουργήματα, μιὰ παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα στὰ δημιουργήματα, μιὰ προσέγγισι τῶν δημιουργημάτων στὸ Θεό. Ὁ Διονύσιος βρίσκεται σ’ αὐτὴ τὴ γραμμή, βεβαιώνει αὐτὴ τὴν ἄποψι. Ἡ Δύση, μὴ κατανοῶντας μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο τὸν Διονύσιο, δὲν τὸν κατενόησε σωστά». (Eἰσαγωγὴ εἰς τὴν «Μυσταγωγίαν» σελ. 31, σειρὰ «Ἐπὶ τὰς Πηγάς»).
6. Ἐξ ὅλων αὐτῶν καταφαίνεται, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ διαφορᾶς ἀποχρώσεως καὶ τόνου ἐκφράσεως, ἡ ὁποία χωρίζει τὸν ἐν λόγῳ συγγραφέα ἀπὸ τοὺς θεολόγους τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλὰ περὶ ἀποστάσεως χαώδους.
Ἐνῶ ἐμφανίζεται κατ᾿ ἀρχὴν ὅτι τὸ πάθος του κατὰ τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν ὀφείλεται εἰς τὴν «πλαστοπροσωπείαν» τοῦ συγγραφέως των, ἐν τέλει ἀποκαλύπτεται ὅτι ἔχει ξένα πρὸς τοὺς Πατέρας κριτήρια. Υἱοθετεῖ τὴν στάσιν τῶν δυτικῶν θεολόγων καὶ προσπαθεῖ νὰ μᾶς ἐμβάλῃ ἕνα πνεῦμα ὀλεθρίου ἀμφισβητήσεως. Δὲν ἀρνεῖται μόνον τὴν πατρότητα τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν, ἀλλὰ καὶ βλέπει τὸ περιεχόμενόν των ὅπως τὸ βλέπει ἡ Δύσις. Καὶ ὄχι μόνον ἀμφισβητεῖ τὴν ὀρθοδοξίαν των, ἀλλὰ τὰ θεωρεῖ καὶ ὡς ἄγοντα οἰονεὶ εἰς ἀθεΐαν.
Ἐὰν δὲ κατορθώσῃ διὰ τῆς ψιλῆς λογικῆς νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἐν προκειμένῳ ἡ κρίσις τοῦ Oosterzee ἢ ἑνὸς Lebreton καὶ ὄχι ἡ πνευματικὴ αἴσθησις ὁλοκλήρου τῆς χορείας τῶν ἁγίων Πατέρων μας, τότε αὐτομάτως ἐκχέει ἐντός μας τὴν γενικὴν δυσπιστίαν πρὸς τὴν ᾿Εκκλησίαν ὁλόκληρον. Διότι αὕτη ἐδέχθη τὰ Ἀρεοπαγιτικά. Ὁ χυμὸς τῶν ἐκφράσεων καὶ ἐμπειριῶν τοῦ Ἀρεοπαγίτου ἔχει ἁπλωθεῖ, ζωογονήσει καὶ καθοδηγήσει τὴν ὅλην Πατερικὴν ζωὴν καὶ θεολογίαν. Εἰς τὰς Θεολογικὰς Ἑκατοντάδας τοῦ ἁγίου Μαξίμου συχνάκις, εὑρίσκομεν ὁλοκλήρους παραγράφους αὐτολεξεὶ ἀπὸ τὰ κείμενα τοῦ ἁγ. Διονυσίου.
Δι’ αὐτὸ αὐθορμήτως ἀπαντῶμεν εἰς τὸν συγγραφέα: δὲν παρεπλανήθησαν οἱ Πατέρες. Διότι δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ περιμένουν τὰ ἀποτελέσματα κριτικῆς περὶ τῆς συγγραφικῆς καταγωγῆς τῶν κειμένων διὰ νὰ ἀποφανθοῦν περὶ τοῦ ποῖον εἶναι πνευματικῶς γνήσιον ἢ νόθον. Δὲν ἔχουν ἀνάγκην τοῦ φωτὸς τῆς ἐπιστήμης διὰ νὰ μᾶς ὁμιλήσουν διὰ τὴν ἀλήθειαν τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν – ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς θεόφρονας – καὶ διὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσουν εἰς τὴν ζωὴν τὴν ὁποίαν ποθοῦμεν· ὅπου τὸ φῶς τῆς ἐπιστήμης εἶναι σκότος· ὅπου σιγᾶ «πᾶσα σάρξ βροτεία» καὶ ἀκούεται ὁ Λόγος· «ὅπου τὸν Θεὸν ἡ τελεία μόνη κέκραγε σιγὴ καὶ ἡ παντελὴς καθ’ ὑπεροχὴν ἀγνωσία παρίστησιν» (Μαξίμου Ὁμολ. Φιλοκαλία, Β΄ 175).
7. Δὲν δονεῖται ὁ βράχος εἰς τὸν ὁποῖον ἐξ ἀρχῆς ἐδομήθη ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ «ξένη» διὰ τὸν κόσμον λογική Της, ἀπὸ τὰς αὐξομειουμένας ἐπιστημονικὰς γνώσεις ἢ ὑποθέσεις. Σεβόμεθα τὴν ἱστορίαν. Δὲν ταρασσόμεθα ἀπὸ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἐπιστήμης. Ἀξιοποιοῦμεν τοὺς καρποὺς τῶν φιλολογικῶν ἐρευνῶν. Καθοδηγούμεθα ὅμως ἀνέκαθεν ἀπλανῶς καὶ εὐαισθήτως εἰς τὴν πίστιν καὶ τὸ μυστήριον τῆς ζωῆς ἀπὸ «τὰς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καὶ τῆς Ἐκκλησίας τὸ εὐσεβὲς φρόνημα» (Συνοδικὸν Ὀρθοδοξίας).
Δὲν μᾶς ἀπασχολεῖ τόσον ἐὰν συγγραφεὺς τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν εἶναι ὁ διὰ τοῦ κηρύγματος τοῦ ἀποστόλου Παύλου πιστεύσας ἅγ. Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ἢ ἄλλο μεταγενέστερον μέλος τῆς ᾿Εκκλησίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει καὶ μᾶς ἀναπαύει εἶναι τὸ πῶς ὡμίλησε διὰ τὰ Ἀρεοπαγιτικὰ ἡ συνείδησις τῆς ᾿Εκκλησίας.
Ἐὰν ὑπάρχουν εἰς τὰ κείμενα αὐτὰ νεοπλατωνικαὶ ὁρολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἐνοχλοῦν τὸν συγγραφέα τῆς πραγματείας, δὲν μᾶς ταράσσουν ἀλλὰ μᾶς χαροποιοῦν. Ὅπως τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Κύριος προσέλαβε καὶ ἐθέωσε, διὰ τῆς ᾿Ενσαρκώσεώς Του, ὁλόκληρον τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, δὲν μᾶς λυπεῖ οὔτε μειώνει τὴν θεότητά Του, ἀλλὰ μᾶς σώζει καὶ ἀποδεικνύει τὴν ἄφατον καὶ ἀμέτρητον πρὸς ἡμᾶς φιλανθρωπίαν Του. Καὶ οἱ θεολόγοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας προσέλαβον, ἀξιοποίησαν καὶ ἔσωσαν ὅλον τὸν κόπον, τὴν ἀναζήτησιν καὶ ἔκφρασιν τῶν πρὸ αὐτῶν φιλοσόφων.
Ἡ τόσον διάφορος ἀντίδρασις εἰς τὸ αὐτὸ βασικὸν κείμενον τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν ἀποδεικνύει τὴν χαώδη ἀπόστασιν ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς θεολογικῆς αἰσθήσεως καὶ τῶν πνευματικῶν κριτηρίων τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ ἐκείνων τοῦ συγγραφέως τῆς πραγματείας. Ἐὰν εἶχεν ὄντως ὀρθόδοξον φρόνημα καὶ ὑγιῆ πνευματικά κριτήρια θὰ ἀντέδρα καὶ θὰ ἠσθάνετο ἐν προκειμένῳ, ὅπως ὁλόκληρος ἡ χορεία τῶν Ἁγίων μας, ἡ ὁποία ἐνετρύφησεν εἰς τὰ συγράμματα αὐτά.
Περιφρονοῦντες καὶ ὑβρίζοντες τὰ Ἀρεοπαγιτικά, περιφρονοῦμεν ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀνεπιφυλάκτως καὶ ὁλοθύμως ἐτάχθησαν ὑπὲρ αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ ἀπορρίπτων ὁ συγγραφεὺς τὰ Ἀρεοπαγιτικά, εἶναι ἑπόμενον νὰ ἔχῃ ἐπιφυλακτικὴν καὶ ἀρνητικὴν στάσιν πρὸς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συμφωνοῦν μετὰ τοῦ ἁγίου συγγραφέως τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν καὶ εὑρίσκουν τὰς ἐμπειρίας καὶ ἐκφράσεις του συμφώνως πρὸς τὰς ἰδικάς των.
8. Οὕτω καὶ τὴν περὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν θεολογίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας δυσκολεύεται νὰ δεχθῇ ὁ συγγραφεὺς «ὡς δυσκόλως συμβιβαζομένην πρὸς τὴν ἁπλότητα τῆς θείας οὐσίας καὶ πρὸς τὸ ἀναφὲς καὶ ἀπολύτως ἀπροσπέλαστον αὐτῆς» (B’ 56). Τὸν δὲ στύλον τῆς Ὀρθοδοξίας ἅγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν, εὑρίσκει «ἔν τινι μέτρῳ εἰς τὴν αὐτὴν (μετὰ τοῦ Βαρλαάμ) παρασυρθέντα σύγχυσιν κατὰ διεύθυνσιν ἀντίθετον» (B’ 37).
Τὰς ἐκστάσεις καὶ θεοπτίας τῶν Προφητῶν δὲν θέλει νὰ σχετίζωμεν ἢ ταυτίζωμεν μὲ τὰς θεοπτίας τῶν θεοφόρων καὶ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος κινουμένων Ἁγίων τῆς ᾿Εκκλησίας μας (Β’ 66), ἐνῶ σαφῶς ὑποτιμᾷ τὰς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐμπειρίας τῶν ὁσίων μας, διότι εὑρίσκει καὶ ἐκτὸς τῆς ᾿Εκκλησίας καταστάσεις ἐκστάσεως, «θείου ἔρωτος» (ὅπως εἰς τὰς θρησκείας ἀρχ. Ἑλλάδος, Ἰνδιῶν, Σινῶν, Αἰγύπτου) καὶ τὰ μέχρι σήμερον φαινόμενα πυροβασίας καὶ χοροῦ δερβισῶν (Α’ 56).
Τὸν ἅγιον Συμεών, τοῦ ὁποίου «τὸ θεῖον καὶ ἱερὸν πρόσωπον ἠκτινοβόλει καὶ ἤστραπτεν ὡσὰν ἄλλος δεύτερος ἥλιος» (ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης), τὸν θεωρεῖ ὡς νοσηρὸν συναισθηματίαν. Καὶ «εἰς τὴν εὐαίσθητον καὶ λίαν συναισθηματικὴν ἰδιοσυγκρασίαν του ὀφείλονται αἱ ἀστείρευτοι ροαὶ τῶν δακρύων του…» (Α΄ 62).
Διὰ τὰς πνευματικὰς δὲ ἐλλάμψεις καὶ θείας ἐκστάσεις τοῦ αὐτοῦ Ἁγίου ἰσχυρίζεται: «… δὲν ἀποκλείομεν, ὅταν μάλιστα πρόκειται περὶ ἰδιοσυγκρασιῶν εὐαισθήτων ἐξ ὑπερεντάσεως τῶν νεύρων καὶ ὑπερκοπώσεως καὶ ἐξ ἀφετηρίας προϋπαρχούσης προκαταλήψεως νὰ λάβωσι χώραν καὶ τοιαῦται ἐκδηλώσεις…» (Α΄ 74).
Ὁ βίος ὅλος τοῦ ἁγ. Συμεών, κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριον Παλαμᾶν, εἶναι ἓν θαῦμα καὶ τὰ συγγράμματα αὐτοῦ, συγγράμματα ζωῆς (Συγγράμματα, τόμ. A’ σελ. 404-405). Ο ἄγ. Νικόδημος μᾶς παρουσιάζει τὸν ἅγ. Συμεὼν ὡς ἐπὶ γῆς θεωθέντα: «ἐντεῦθεν ἠξιώθη νὰ γίνῃ ἁπλοῦς, ἀνείδεος, ἄσχετος πάντων… διὰ τῆς ὑπὲρ νοῦν ἑνώσεως κατὰ τὸν Ἀρεοπαγίτην Διονύσιον» (Ἀκολουθία ἁγ. Συμεών, σελὶς 105), τὰ δὲ συγγράμματα αὐτοῦ συνιστᾶ ὡς «τὴν σάλπιγγα τῆς θεώσεως… τῆς θεολογίας τὸ ὕψος… τῶν μυστικῶν δογμάτων τὸ θησαυροφυλάκιον» (ἔν. ἀν. 112 -13). Ἀντιθέτως ὁ κ. Τρεμπέλας θεωρεῖ τὰ αὐτὰ συγγράμματα παράδοξα καὶ αἱρετικά: «τοσαῦτα καὶ περὶ τῶν διδασκαλιῶν τούτων τοῦ Συμεών, αἵτινες, ἐὰν ὑπό τινων ἤθελον θεωρηθεῖ ἂν μὴ αἱρετικαί, τουλάχιστον θὰ παρουσιάζοντο καινοφανεῖς καὶ παράδοξοι» (sic) (A’ 78).
Εἶναι φανερὸν ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ καταστάσεως ἄκρως σοβαρᾶς.
Καὶ ἦτο μὲν γνωστὸν ὅτι δὲν εἶχεν ἀξιοποιηθεῖ ὁ πνευματικός πλοῦτος τῶν Νηπτικῶν Πατέρων μας ἀπὸ τὰ νεώτερα κινήματα εύσεβισμοῦ, ἀλλὰ τὸ νὰ ἐξαπολυθῇ μία τοιαύτη βλάσφημος ἐπίθεσις κατὰ τῶν θεοφόρων θεολόγων τῆς Παραδόσεώς μας ἦτο ὅλως ἀπροσδόκητον. Τὸ νὰ μὴ παρουσιασθῆ δὲ οὐδεμία ἀντίδρασις εἶναι χαρακτηριστικόν. Καὶ τὸ νὰ προβάλλεται εἰς τοὺς ὀρθοδόξους νέους ή πραγματεία αὕτη ὡς αὐθεντική παρουσίασις τῶν Πατέρων μας εἶναι ἀπαράδεκτον.
9. ᾿Ιδιαιτέρως σήμερον θὰ ἔπρεπε αὐθορμήτως καὶ ὁλοψύχως νὰ προβάλλωμεν καὶ νὰ συνιστῶμεν τοὺς θεοφόρους Πατέρας μας (ὡς τὸν ἅγ. Συμεὼν καὶ τὸν ἅγ. Γρηγόριον Παλαμᾶν) ὡς τοὺς ἀληθεῖς καὶ αὐθεντικοὺς διδασκάλους τῆς ὄντως ζωῆς. ᾿Ιδιαιτέρως σήμερον, ὁπότε οἱ νέοι ὅλου τοῦ κόσμου ἐκ τῆς στείρας ὁδοιπορίας εἰς τὴν ἄνυδρον καὶ ἔρημον χώραν τοῦ συγχρόνου λεγομένου πολιτισμοῦ καὶ ἀνικανοποίητοι ἀπὸ τὸν ξηρὸν ἐπιστημονισμὸν καὶ τὰ εὐτελῆ παρασκευάσματα τοῦ ἀνουσίου πιετισμοῦ, ματαίως ἀναζητοῦν τὴν ψυχοσωματικήν των ἰσορροπίαν εἰς τὰς παραπλανητικάς μαγείας καὶ ἀγυρτείας τῶν «γκουροῦ» τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς. (Ἡ ἀσθένεια αὕτη φθάνει ἤδη καὶ εἰς τοὺς ἰδικούς μας φοιτητάς). Καὶ ἀντὶ νὰ πράξωμεν αὐτὸ ἐρχόμεθα νὰ κατασπιλώσωμεν τὸ κῦρος τῶν Πατέρων καὶ νὰ θέσωμεν εἰς ἀνυποληψίαν τοὺς Ὁσίους μας διὰ παρομοίων «θεολογικῶν» ἐργασιῶν.
Δὲν ἐπιτρέπει ἡ τραγικότης τῶν καιρῶν νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὸν εὐσεβισμὸν καὶ τὴν γηράσασαν θεολογίαν τῶν σχολιστικῶν ἐργαστηρίων, ἡ ὁποία ἐνῶ καταρᾶται συνήθως τὴν Δύσιν, οὐσιαστικῶς τρέφεται ἀπὸ τὴν παράδοσιν τῆς Δύσεως, ὑποφέρει ἀπὸ τὸν διχασμόν της καὶ μεταδίδει τὴν ἀσθένειάν της.
Δὲν κατηγοροῦμεν τὰ πανεπιστήμια οὔτε τὰ σωματεία. Ἐκφράζομεν τὸν ἀλάλητον στεναγμὸν τῶν Ἁγίων, ζώντων καὶ τετελειωμένων, διὰ τὴν παραποίησιν τῆς ἀληθείας καὶ τὴν ἀγνωσίαν, ἡ ὁποία βασανίζει τὸ σῶμα τῆς νεοελληνικῆς ᾿Εκκλησίας.
Ἡ Θεολογία τῶν Πανεπιστημίων καὶ αἱ διάφοροι χριστιανικαὶ κινήσεις πρέπει νὰ ἀναβαπτι-σθοῦν εἰς τὸ μυστήριον τῆς ζώσης ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεώς μας, ὁπότε θὰ εὕρουν νέας δυνάμεις καὶ μεθόδους ἐργασίας καὶ εὐαγγελισμοῦ. Θὰ παύσῃ ἡ σύγχυσις γλωσσῶν καὶ κριτηρίων, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὴν Βαβέλ καὶ τὴν πόλωσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας προβλημάτων.
Δυστυχῶς, ὡς ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν κρινομένην πραγματείαν, πολλοὶ σύγχρονοι θεολόγοι, ζοῦν, θεολογοῦν καὶ προσεύχονται ὅλως διαφόρως ἀπὸ ὅ,τι οἱ Πατέρες: Ἄλλην ἰδέαν ἔχουν διὰ τὴν πίστιν, τὴν θεολογίαν καὶ τὴν ζωήν. Ἐκεῖ ὅπου οἱ Πατέρες διακρίνουν θεόπνευστον ἔκφρασιν καὶ ἀλλοίωσιν θείας ἐνεργείας, ἐκεῖνοι εὑρίσκουν ἀφορμὰς ὁδηγούσας εἰς ἀθεΐαν καὶ ἀγνωστικισμόν.
Ἡ ἀπομάκρυνσις δὲ αὐτὴ ἀπὸ τὴν βιουμένην Ὀρθόδοξον Θεολογίαν σημαίνει καὶ τὴν ἀπομάκρυνσίν των ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον καὶ τὴν ἀνικανότητα τῆς συμπαραστάσεως εἰς αὐτόν.
Εἶναι ἄχρηστος διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου μία τοιαύτη σχολαστικὴ καὶ ἄνικμος πνευματικῶς θεολογία. Καὶ εἶναι φύσει ἀπορριπτέα μία ἀσπόνδυλος δογματικῶς εὐσεβολογία, ἡ ὁποία θεωρεῖ τὴν θέωσιν βελτίωσιν τοῦ χαρακτῆρος. Ἡ θεολογία αὐτὴ ἐκπνέει. Καὶ ὁ τρόπος αὐτὸς ζωῆς δὲν δύναται νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὴν καθολικὴν κρίσιν τῆς ἐποχῆς μας. Καὶ τὰ δύο (θεολογία καὶ εὐσεβισμὸς) εἶναι μία ἀπὸ τὰς ἀφορμὰς καὶ τὰς συνεπείας τῆς πνευματικῆς καταπτώσεως τῶν καιρῶν μας.
Ἐὰν ἦτο αὐτὴ ἡ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, δὲν θὰ ἐδημιούργει θεοφάντορας Πατέρας καὶ ῾Ὁμολογητάς, ἀλλὰ ψυχροὺς ἐπιστημονικοὺς ἐρευνητὰς καὶ συζητητὰς τοῦ παρόντος αἰῶνος. Καὶ ἐὰν ἦτο αὐτὴ ἡ πνευματικότης τῆς Παραδόσεώς μας, δὲν θὰ ἐδημιούργει τοὺς Νηπτικούς Πατέρας, ὡς «θεοὺς κατὰ χάριν» καὶ «λύχνους διακρίσεως», ἀλλὰ νοσηροὺς συναισθηματολόγους, ἔρμαια τῶν ψυχικῶν παραισθήσεων.
10. Ἀλλ᾽ εἰς τὴν Παράδοσιν τῆς ᾿Εκκλησίας μία ἱερὰ περιχώρησις τῆς ζώσης θεολογίας καὶ τῆς ἀληθοῦς εὐσεβείας ἱερουργεῖται. Οἱ θεολόγοι εἶναι ἅγιοι. Καὶ οἱ ἅγιοι εἶναι θεολόγοι. Οἱ πρῶτοι θεολογοῦν διὰ τῆς ἁγιότητος τοῦ βίου των. Καὶ οἱ δεύτεροι ἁγιάζουν τὴν κτίσιν διὰ τῆς ἐνσαρκώσεως τῆς ὑγιοῦς θεολογίας των.
Δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ κεχωρισμένως, οὔτε ὑπάρχει συγκεχυμένως, ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἁγιότης καὶ ἡ θεολογία, ἡ προσωπικὴ πνευματικὴ κάθαρσις καὶ ἡ ὀρθὴ δογματική διατύπωσις. Δι’ αὐτὸ πάντοτε οἱ ἀληθεῖς θεολόγοι καὶ οἱ πραγματικοὶ ἅγιοι γνωρίζονται ὡς ἱεροφάνται καὶ μυσταγωγοὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς.
Ἡ ἱερὰ ἡμῶν Παράδοσις ὁμιλεῖ διὰ τὸν θεολόγον, ὄχι ὡς διὰ τὸν εἰδικὸν ἐπιστήμονα, τὸν δυνάμενον νὰ ταξινομῇ «ἀποφατικὸν ὑλικὸν» ἢ νὰ συγγράφῃ πραγματείας, ἀλλ᾿ ὡς διὰ τὸν ἅγιον, τὸν μυηθέντα εἰς τὰ ὑπὲρ φύσιν καὶ αἴσθησιν.
Ὁμιλεῖ διὰ τὸν ἅγιον, ὄχι ὡς τὸν ἁπλῶς ἠθικὸν χαρακτῆρα, ἀλλ᾿ ὡς κατὰ χάριν θεόν. Καὶ ὁμιλεῖ διὰ τὴν Θεολογίαν τοῦ κατὰ χάριν τούτου θεανθρώπου, τοῦ μόνου ἀληθῶς καὶ ἀψευδῶς θεολόγου τῆς ᾿Εκκλησίας, ὄχι ὡς διὰ τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς διανοητικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ ὡς διὰ τὴν χάριν τὴν προχεομένην καὶ προϊεμένην φυσικῶς καὶ ἀενάως ἐκ τῆς – ἀπροσίτου εἰς ἡμᾶς – θεωθείσης φύσεώς του. Καὶ ἡ χάρις αὐτὴ φθάνει εἰς τοὺς πιστοὺς ὡς θεῖος δροσισμός, παράκλησις καὶ τροφή: «Ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ καὶ νέε Θεολόγε… τὸ ἀληθινὸν μάνα, τὸν Χριστόν, ἀενάως ἀναβλύζον ἔχων ἐν τῇ καρδίᾳ σου, τὰς θεολογικάς σου διδασκαλίας ἡμῖν παρέθηκας ὡς μάνα πνευματικὸν καὶ οὐράνιον». (διὰ τὸν ἅγιον Συμεὼν ἀπὸ τὸν ἅγ. Νικόδημον. Ἀκολουθία σελ. 54-55).
Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ταξινομήσεως κάποιου οὐδετέρου ὑλικοῦ, ἀλλὰ περὶ συλλήψεως, ἐνυποστάτου φωτισμοῦ, θείας κυοφορίας καὶ ἀπορρήτου τοκετοῦ: ἀναβλύσεως ὕδατος ζῶντος καὶ οὐρανίου μάνα δι᾿ ὅλους τοὺς πιστούς.
Δὲν περιμένομεν ἀπὸ ἕνα ὀρθόδοξον θεολόγον νὰ μᾶς παρουσιάζῃ ἁπλῶς μίαν κριτικὴν ὑπόθεσιν διὰ τὴν συγγραφικήν του καταγωγὴν ἑνὸς κειμένου καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ μᾶς παραθέτῃ σειρὰν ἀτομικῶν του ἀπόψεων, ἀνεξαρτήτων «τοῦ εὐσεβοῦς φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας».
Ἀντιθέτως περιμένομεν ἀπὸ τὸν θεολόγον διὰ τῆς ἐν τῇ Ἐκκλησία πνευματικῆς του ἐμπειρίας, τῆς βεβαπτισμένης ἐν Πνεύματι, ὑπάρξεώς του καὶ τῆς μορφωτικῆς του καταρτίσεως νὰ μᾶς φανερώνῃ ἐν σμικρῷ ζῶσαν τὴν ᾿Εκκλησίαν: Διὰ τῆς διανοητικῆς του ἐργασίας καὶ τῆς πνευματικῆς του παρουσίας νὰ μᾶς ἀποκαλύπτῃ πῶς λειτουργεῖ ὁ θεανθρώπινός Της ὀργανισμός. Πῶς καὶ ποῖα προσλαμβάνει καὶ θεώνει. Καὶ ποῖα, πρόσωπα ἢ θεωρίας, ἀποβάλλει καὶ ἀφορίζει ὡς ξένα στοιχεῖα τῆς ἀψευδοῦς καὶ καθολικῆς σωτηρίας τὴν ὁποίαν ἐπαγγέλλεται καὶ προσφέρει εἰς τὴν σύμπασαν κτίσιν.
Θεολογία, ἐν τέλει, εἶναι αἱ ἐπιπτώσεις τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου, τὰ ἐνεργήματα τῆς θεωθείσης (ἢ θεουμένης) ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ θεολόγου.
11. Διατί νὰ περιπλανώμεθα ματαίως εἰς τὴν ἄγονον ἀπασχόλησιν μὲ μίαν ἐγκεφαλικὴν καὶ περιττὴν θεολογίαν, καὶ μίαν ἀνυπόστατον καὶ ἀνουσίαν εὐσεβοζωήν; Καὶ τὰ δύο εἶναι ἄγνωστα εἰς τὴν ἁγίαν Παράδοσίν μας, ξένα καὶ ἀνάξια πρὸς τὰς ἐφέσεις καὶ ἀνάγκας τοῦ ἀνθρώπου.
Διατί νὰ μὴ «ἐρωτῶμεν τοὺς Πατέρας καὶ Πρεσβυτέρους διὰ νὰ ἀναγγέλλουν» εἰς ἡμᾶς τὴν Ἀλήθειαν, ἀλλὰ νὰ καταφεύγωμεν εἰς ξένους, ἀνιδέους περὶ τὰ τοιαῦτα καὶ ταλαιπώρους;
Διατί ἐὰν ἔχωμεν ἀπορίας διὰ τὸν ἅγιον Συμεὼν τὸν Νέον Θεολόγον νὰ μὴ ἐρωτῶμεν τὸν ἅγιον Νικόδημον; Καὶ διὰ τὰ Ἀρεοπαγιτικὰ κείμενα τὸν Μάξιμον τὸν Ὁμολογητὴν καὶ ὅλους τοὺς λοιποὺς Ἁγίους μέχρις ἡμῶν;
Ποῖος καὶ πότε μᾶς ἀπεμάκρυνεν ἀπὸ τὴν ἀδιάσπαστον αὐτὴν χορείαν τῶν θεοφόρων Πατέρων μας καὶ μᾶς ἔφερε τοὺς «συντηρητικοὺς θεολόγους», ὡς συνετοὺς καὶ εὐσεβεῖς (οἱ ὁποῖοι τελικῶς μᾶς παρουσιάζουν τοὺς Ἁγίους πλανηθέντας) καὶ τοὺς ἀνερματίστους συγκρητιστὰς ὡς «προοδευτικούς» καὶ συγχρονισμένους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν τοὺς Πατέρας ὡς «ξεπερασμένους»;
Δὲν ἀναπαυόμεθα οὔτε μὲ τοὺς πρώτους, οὔτε μὲ τοὺς δευτέρους. «Τὰ πρόβατα οἴδασι τῶν ποιμένων τὴν φωνήν, ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσι».
Οἱ θεοφόροι Πατέρες μας δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἀπὸ τὴν «σύνεσιν τῶν συνετῶν, οὔτε ἀπὸ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν». Ἡ χάρις τῆς θεολογίας των καὶ τὸ θαῦμα τῆς καινῆς βιοτῆς των εἶναι σκάνδαλον καὶ μωρία διὰ πᾶσαν νόθον θεολογίαν καὶ νόθον τρόπον ζωῆς.
Καὶ ἐνῶ εἶναι θλιβερὸν τὸ γεγονός, ὅτι έγράφη μία, ὡς ἡ κρινομένη, θεολογική πραγματεία, ἐκφραζομένη ὡς ἐκφράζεται διὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας μας, εἶναι συγχρόνως παρήγορος ἡ σαφῶς δι᾿ αὐτῆς γινομένη διαπίστωσις τῆς καταρρεύσεως τῆς ψευδοῦς πίστεως καὶ τῆς φαινομενικῆς πνευματικότητος, ἡ ὁποία ἐπέρχεται διὰ τοῦ πλησιασμοῦ καὶ μόνον τῆς πυρφόρου Θεολογίας τῶν Ἁγίων μας.
Διαρρηγνύονται τὰ εἴδωλα, τὰ συστήματα καὶ σχήματα μιᾶς πεποιημένης θεολογίας, ἀναμετρώμενα μὲ τὴν ζῶσαν θεολογίαν καὶ διαστελλόμενα εἰς τὴν ἀφόρητον δι᾿ αὐτὰ ἀποφατικὴν δοκιμασίαν καὶ ἔκφρασιν: «Ρημάτων σου ὁ φθόγγος ὥσπερ τις οὐράνιος ἦχος φερόμενος, τὰς ἀθέους φρένας κατεβρόντησε λόγῳ τῆς χάριτος καὶ δογμάτων θείαις μαρμαρυγαῖς ταῖς φανωτάταις, τῶν πιστῶν τὰς καρδίας ἐλάμπρυνεν» (ἀκολουθία ἁγίου Διονυσίου ᾿Αρεοπαγίτου).
Σκανδαλίζονται καὶ παραλύονται αἱ πιε[τι]στικαί μας ἀντιλήψεις περὶ ἁγιότητος, ὡς «βελτιώσεως τοῦ χαρακτῆρος», παραβαλλόμεναι μὲ τὰς παναγίας ἐμπειρίας τῶν Ἁγίων μας, τῶν συλλαμβανόντων τὸν Χριστὸν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν «ὡς φῶς ἐνυποστάτως καὶ οὐσιωδῶς, ὁρώμενον ἀοράτως καὶ κατανοούμενον ἀκατανοήτως, μὲ μορφὴν ἄμορφον καὶ ἰδέαν ἀνείδεον».
12. Δὲν εἶναι ὄντως ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς μυωπικῆς μας λογικῆς κρίνομεν ὡς τοιοῦτον· οὔτε ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἀρχίσωμεν τὴν θεολογίαν μας, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ νὰ κατακρίνωμεν τὴν Ἀλήθειαν. Ἀρχίζομεν ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρας μας, «τὰ μεγάλα στοιχεῖα, τὰ τὴν πίστιν ὥσπερ κτίσιν συνιστῶντα». Αἰσθανόμεθα ὅτι εἴμεθα ἐσκοτισμένοι καὶ ψευδεῖς. Καὶ αὐτοί, οἱ Ἅγιοι, εἶναι ἀλήθεια καὶ φῶς. Αὐτοὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν ἐκεῖ ὅπου θέλομεν νὰ φθάσωμεν καὶ μόνοι μας, μὲ τὴν κρίσιν μας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ κατορθώσωμεν.
«Τοῦτ᾽ ἔστιν ἀληθὴς εὐσέβεια, τὸ μὴ πρὸς τοὺς θεοφόρους Πατέρας ἀμφισβητεῖν. Καὶ γὰρ τῶν προειρημένων ἁγίων αἱ θεολογίαι ὅρός εἰσιν θεοσεβείας ἀληθοῦς καὶ χάραξ… κἂν περιέλθῃ τις μίαν γοῦν αὐτῶν, ἐκεῖθεν ὁ τῆς κακονοίας τῶν αἱρετικῶν ἑσμὸς εἰσρυήσεται πολὺς» (Συγγράμματα ἁγ. Γρηγορίου, τόμ. Β΄ σελ. 483).
Ἡ ἁμαρτία, εἰς τελικὴν ἀνάλυσιν, εἶναι μία· ἡ ἀποστασία ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους Του. Ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀρνηθῶμεν τὸν Πατέρα μας τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τοὺς Πατέρας μας τοὺς ἐν τῇ Ἐκκλησία Του. Τότε θὰ αἰσθανθῶμεν ἄποροι καὶ ἀπερριμένοι, ὡς ἀπωρφανισθέντα βρέφη, ἔκθετα εἰς τὸ ψῦχος καὶ τὸ σκότος τῆς κολάσεως. Μακρὰν ἀπὸ τὴν θέρμην τῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἄνθρωποί Του. Μακρὰν ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἀληθείας, ποὺ εἶναι πάλιν ὁ Ἴδιος καὶ οἱ ἰδικοί Του.
13. «Κύριε μὴ μᾶς ἐγκαταλείψῃς μόνους εἰς τοὺς διαλογισμούς μας, εἰς τὴν ἀναζήτησιν τῆς ὁδοῦ τῆς ζωῆς καὶ τῆς γνώσεως ποὺ εἶσαι Εσύ.
Ὅλοι εἴμεθα κατ’ εἰκόνα ἰδικήν Σου πλασμένοι, ἀσχέτως ἂν ἀποστατήσωμεν ἀπὸ Σέ. Ὅλοι εἴμεθα ἀδελφοὶ τοῦ ἐνσαρκωθέντος Υἱοῦ Σου, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν πιστεύωμεν εἰς Αὐτόν» (ἅγ. Νικόδημος).
Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμις, ἐλπὶς καὶ πίστις μας, μέσα εἰς τὴν ἀδυναμίαν, ἀπελπισίαν ἢ ἀπιστίαν μας.
Ὅλοι ἐρχόμεθα πρὸς Σέ. Ὅλους σωστικῶς ἕλκεις πρὸς Σέ. Ὅλοι μόνον Ἐσὲ ποθοῦμεν, ἀσχέτως ἂν δὲν τὸ ἀντιλαμβανώμεθα καὶ ἀντιστρατευώμεθα εἰς Σέ. Δῶσε ὥστε σήμερον ἰδιαιτέρως οἱ πιστεύοντες εἰς Σέ, τὴν ἀλήθειάν Σου τὴν μίαν καὶ σωτήριον νὰ ἐνσαρκώνουν ἀψευδῶς διὰ νὰ ἀποκαλύπτουν ἀπλανῶς εἰς τὸν κόσμον, ὅτι τοὺς ἀνθρώπους ἠγάπησας, καθὼς τὸν Υἱόν Σου τὸν Μονογενῆ. Καὶ Αὐτὸν ἀπέστειλας Σωτῆρα τοῦ κόσμου.
Τότε καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ἐν τῇ Δύσει «θὰ ἐμπλησθῇ ἡ σύμπασα τοῦ γνῶναι τὸν Κύριον». Διότι ὡς Ὀρθόδοξοι αἰσθανόμεθα ὅτι δὲν ἀνήκομεν ἁπλῶς εἰς τὴν Ἀνατολὴν τοπικῶς, οὔτε μαχόμεθα τὴν Δύσιν τοπικῶς. Ἀνήκομεν εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν τοῦ ἀκτίστου καὶ ἀνεσπέρου θείου Φωτός, ἡ Ὁποία σώζει Ἀνατολὴν καὶ Δύσιν.
Δι’ αὐτὸ εἰς τὸ ἑξῆς, τὸ μυστήριον τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας «μηδαμῶς ψαυέτω ἡ χεὶρ ἡμῶν τῶν ἀμυήτων, χείλη δὲ πιστῶν» τὴν Θεοτόκον ᾿Εκκλησίαν – τὴν γεννῶσαν τοὺς κατὰ χάριν Θεοὺς – ἀσιγήτως ὑμνείτω, διότι μόνον ἐν Αὐτῇ καὶ διὰ τῶν Ἀγίων Της, ἀπλανῶς ὁδηγούμεθα εἰς τὴν ζωὴν καὶ τὴν γνῶσιν νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

[Π. Παπαδημητρίου: Τὸ ἄρθρο γράφηκε τό 1975. Πλέον ὁ μῦθος τῶν Δυτικῶν γιὰ τὸν «ψευδο-Διονύσιο» ἔχει καταρριφθεῖ. Βλ. γιὰ παράδειγμα: ΣΤ΄ Θεολογικό Συνέδριο Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου (2020), «Ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, βίος, ἔργο καί θεολογία»].
Ψηφιοποίηση: Π. Παπαδημητρίου, 24/1/2026.

Τό πρωτότυπο εἶναι διαθέσιμο στό Ἁγιορείτικη Βιβλιοθήκη – Athos Library, καὶ ἐπισυνάπτεται ἐδῶ.
[PDF, Academia], [PDF, Analogion]
Πήγή Αναλόγιον (analogion.gr/)

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Α. «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8, 34)

ΣΧΟΛΙΑ .

Στο κείμενο αυτό αναδεικνύονται τρεις βασικοί πυλώνες:

  • Η Ελεύθερη Βούληση («Όστις θέλει»): Ο Χριστός δεν επιβάλλει την πίστη, αλλά προσκαλεί. Η απόφαση να ακολουθήσει κανείς τον δρόμο Του είναι προϊόν απόλυτης ελευθερίας και προσωπικής συνείδησης, υπογραμμίζοντας ότι η αληθινή πνευματική ζωή ξεκινά μόνο όταν ο άνθρωπος επιλέγει συνειδητά τον Θεό.
  • Η Αυταπάρνηση («Απαρνησάσθω εαυτόν»): Δεν πρόκειται για την εκμηδένιση της προσωπικότητας, αλλά για την αποτίναξη του εγωκεντρισμού και των παθών. Ο άνθρωπος καλείται να «αδειάσει» από το «εγώ» του, ώστε να γεμίσει από την παρουσία του Θεού και την αγάπη για τον πλησίον.
  • Η Άρση του Σταυρού («Αράτω τον σταυρόν αυτού»): Ο «σταυρός» συμβολίζει τις δυσκολίες, τις δοκιμασίες και την υπομονή που απαιτεί η τήρηση των ευαγγελικών εντολών σε έναν κόσμο που συχνά τις εχθρεύεται. Είναι η αποδοχή της ευθύνης και η θυσία των προσωπικών ανέσεων για χάρη της αλήθειας.

Συνολικά, η προτροπή αυτή μετατρέπει τη χριστιανική ζωή από μια απλή θεωρία σε μια βιωματική πορεία. Ο πιστός καλείται να μεταμορφώσει τον πόνο σε δύναμη και την ατομικότητα σε κοινωνία, ακολουθώντας τα ίχνη του Χριστού όχι ως δούλος, αλλά ως ελεύθερος συνοδοιπόρος που εμπιστεύεται το Θείο θέλημα.

Στη σύγχρονη καθημερινότητα, ο «προσωπικός σταυρός» μεταφράζεται σε μια συνεχή εσωτερική επανάσταση. Είναι η υπομονή στις αναπόφευκτες δοκιμασίες της ζωής —όπως η ασθένεια ή η απώλεια— χωρίς γογγυσμό και η σταθερή εμμονή στις ηθικές αξίες σε ένα περιβάλλον που συχνά προκρίνει την ιδιοτέλεια. Η άρση του σταυρού είναι τελικά η μετατροπή του πόνου σε δύναμη και της απομόνωσης σε κοινωνία. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Σταυρός παύει να είναι σύμβολο θανάτου και γίνεται το απαραίτητο πέρασμα προς την Ανάσταση, καθώς μόνο μέσα από την εκούσια αποδοχή της δυσκολίας μπορεί ο άνθρωπος να βιώσει την αληθινή ελευθερία και τη νίκη πάνω στον φόβο και τον θάνατο.

—————————————————————————

 Ὅς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. 

ΣΧΟΛΙΑ

Ο λόγος του Χριστού, «ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν», εισάγει έναν θεμελιώδη πνευματικό νόμο που ανατρέπει τη συμβατική λογική. Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, η λέξη «ψυχή» στο συγκεκριμένο σημείο δεν έχει μονοσήμαντο περιεχόμενο, αλλά λειτουργεί με διπλή σημασία, ανάλογα με την κατεύθυνση που επιλέγει ο άνθρωπος να δώσει στην ύπαρξή του. Η ψυχή είναι μία, αλλά εμφανίζει δύο «πρόσωπα»: το εγωκεντρικό και το πνευματικό.

Στο πρώτο μέρος της φράσης, η ψυχή ταυτίζεται με τη φιλαυτία και τον εγωισμό. Όταν ο άνθρωπος πασχίζει να «σώσει» την ψυχή του, εννοώντας με αυτό την αποκλειστική προσήλωση στη βιολογική του επιβίωση, την άνεση, την κοινωνική προβολή και την ικανοποίηση των παθών του, τότε στην πραγματικότητα την οδηγεί στην απώλεια. Αυτή η αγωνιώδης προσπάθεια αυτοπροστασίας στεγνώνει την ύπαρξη από την αγάπη και την απομονώνει από τον Θεό. Η ψυχή, κλεισμένη στο στενό καλούπι του «εγώ», γίνεται φοβισμένη και άδεια, με αποτέλεσμα να «χάνεται» μέσα στη φθορά και τον πνευματικό θάνατο.

Αντίθετα, στο δεύτερο μέρος του στίχου, η ψυχή αποκαλύπτεται ως η αληθινή μας ταυτότητα, η πλασμένη «κατ’ εικόνα Θεού». Ο Χριστός μας καλεί να «χάσουμε» την ψυχή μας για χάρη Του και για χάρη του Ευαγγελίου. Αυτή η «απώλεια» δεν είναι καταστροφή, αλλά η ύψιστη μορφή ελευθερίας: είναι η θυσία του εγωιστικού θελήματος και η υπέρβαση του φόβου για το ατομικό συμφέρον. Όταν ο άνθρωπος προσφέρει τον εαυτό του στην αλήθεια και την αγάπη, τότε η ψυχή του αποτινάσσει το βάρος της ύλης και του εγωκεντρισμού. Με αυτόν τον τρόπο «σώζεται», καθώς μπολιάζεται με τη θεϊκή ζωή, γεμίζει με φως και αποκτά τη δυνατότητα της αθανασίας. Τελικά, η σωτηρία της ψυχής δεν επιτυγχάνεται με τη συσσώρευση αγαθών ή την αυτοσυντήρηση, αλλά με το άνοιγμα της καρδιάς προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο.

Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; Ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; 

Το ερώτημα που θέτει ο Ιησούς, «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;», αποτελεί μια συγκλονιστική υπενθύμιση της ιεραρχίας των αξιών στην ανθρώπινη ζωή. Με τη χρήση μιας ρητορικής ερώτησης που δανείζεται ορολογία από τον κόσμο των συναλλαγών (κέρδος, ζημία, αντάλλαγμα), ο Χριστός καταδεικνύει το παράλογο της προσκόλλησης στα εφήμερα. Ακόμη και αν ένας άνθρωπος κατάφερνε το ακατόρθωτο —να γίνει κυρίαρχος ολόκληρης της κτίσης, να αποκτήσει όλο τον πλούτο, τη δόξα και την εξουσία της γης— η επιτυχία αυτή θα παρέμενε μια τραγική αποτυχία, εάν το τίμημα ήταν η απώλεια της πνευματικής του υπόστασης. Η ψυχή εδώ δεν νοείται απλώς ως ένα μέρος του ανθρώπου, αλλά ως η ίδια η πηγή της ζωής, το θείο εμφύσημα που τον καθιστά πρόσωπο αιώνιο.

Η συνέχεια του λόγου Του, «ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;», υπογραμμίζει το μοναδικό και ανεπανάληπτο της ανθρώπινης ύπαρξης. Στην κλίμακα της αιωνιότητας, δεν υπάρχει κανένα υλικό αγαθό, όσο πολύτιμο κι αν θεωρείται, που να μπορεί να ισοσταθμίσει την αξία μιας ψυχής. Η τραγικότητα της «ζημίας» έγκειται στο γεγονός ότι είναι μη αναστρέψιμη· όταν ο άνθρωπος χάσει την επαφή του με την πηγή της ζωής, τον Θεό, κανένας επίγειος θησαυρός δεν μπορεί να εξαγοράσει την επιστροφή του. Ο Χριστός θέτει τον πιστό ενώπιον μιας κρίσιμης επιλογής: να επενδύσει σε κάτι που φθείρεται από τον χρόνο ή σε κάτι που προορίζεται για την αθανασία.

Η ψυχή είναι το μόνο κεφάλαιο που ο άνθρωπος παίρνει μαζί του πέρα από τον θάνατο, και η φροντίδα γι’ αυτήν αποτελεί τη μόνη λογική και επικερδή επιλογή στην πορεία του ανθρώπου προς την αιωνιότητα.

Ὅς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτόν, ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.

ΣΧΟΛΙΑ

Η προειδοποίηση του Ιησού, «Ὅς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους…», θέτει τον άνθρωπο προ των ευθυνών του όσον αφορά τη δημόσια στάση του απέναντι στην αλήθεια του Ευαγγελίου. Ο Χριστός χαρακτηρίζει την εποχή Του —και κάθε εποχή που απομακρύνεται από τον Θεό— ως «γενεά μοιχαλίδα και αμαρτωλό», χρησιμοποιώντας τον όρο «μοιχαλίδα» με την προφητική έννοια της πνευματικής απιστίας και της αθέτησης της διαθήκης με τον Δημιουργό. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, όπου οι αξίες του κόσμου συχνά συγκρούονται με το θείο θέλημα, η πίστη απαιτεί θάρρος. Η «ντροπή» για τον Χριστό και τη διδασκαλία Του δεν είναι μια απλή συναισθηματική αδυναμία, αλλά μια συνειδητή επιλογή του ανθρώπου να προτιμήσει την κοινωνική αποδοχή και την πρόσκαιρη ασφάλεια έναντι της αιώνιας αλήθειας.

Η ανταποδοτική συνέπεια αυτής της στάσης περιγράφεται με τη φράση «καὁ υἱὸς τοἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτόν». Εδώ δεν πρόκειται για μια εκδικητική συμπεριφορά του Θεού, αλλά για τον σεβασμό της ελεύθερης επιλογής του ανθρώπου: όποιος επιλέγει να μην έχει κοινωνία με τον Χριστό στην παρούσα ζωή, ουσιαστικά αυτοεξαιρείται από τη δόξα της Βασιλείας Του στη μέλλουσα. Η αναφορά στην έλευση του Υιού του Ανθρώπου «ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων» μεταφέρει το κέντρο βάρους από την ταπεινή παρουσία του Ιησού στη γη στην ένδοξη Δευτέρα Παρουσία. Εκεί, η πραγματικότητα θα αποκαλυφθεί στην ολότητά της και η «ντροπή» του κόσμου θα δώσει τη θέση της στην αιώνια δόξα για όσους έμειναν πιστοί.

Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου, ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει».

ΣΧΟΛΙΑ

Η διαβεβαίωση του Ιησού, «ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου…», αποτελεί μια από τις πιο ελπιδοφόρες αλλά και βαθιές υποσχέσεις του Ευαγγελίου. Με τη χρήση του όρου «Αμήν», ο Χριστός προσδίδει απόλυτο κύρος στα λόγια Του, προφητεύοντας ότι η εμπειρία της θείας δόξας δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της μεταθανάτιας ζωής, αλλά μια πραγματικότητα που ξεκινά από το «εδώ και τώρα». Η αναφορά στους παρευρισκόμενους που δεν θα «γευθούν θάνατο» μέχρι να δουν τη Βασιλεία, ερμηνεύεται παραδοσιακά σε δύο επίπεδα: το άμεσο ιστορικό, που αφορά το γεγονός της Μεταμορφώσεως στο Όρος Θαβώρ (το οποίο ακολουθεί αμέσως μετά στο κείμενο), και το πνευματικό, που αφορά τη βίωση της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία.

Η φράση «ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει» ξεκαθαρίζει ότι η Βασιλεία του Θεού δεν είναι ένας γεωγραφικός τόπος ή μια μελλοντική πολιτική κατάσταση, αλλά μια δυναμική παρουσία του Θεού μέσα στην ιστορία. Η «δύναμη» αυτή εκδηλώθηκε με την Ανάσταση, την Ανάληψη και κυρίως την Πεντηκοστή, όταν το Άγιο Πνεύμα κατέστησε τους πιστούς μετόχους της θείας ζωής. Για τον άνθρωπο που ακολουθεί τον Χριστό με συνέπεια, ο «θάνατος» παύει να είναι το τέλος· η πνευματική του όραση καθαίρεται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να προγεύεται τη δόξα του Θεού ήδη από αυτή τη ζωή, υπερβαίνοντας τον φόβο της φθοράς

Η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως

Image

   Του Β. Χαραλάμπους

____________________

Την Τρίτη Κυριακή των Νηστειών, την Προσκύνησιν του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού εορτάζομεν.  ‘’Σταυρόν Χριστού τον τίμιον, σήμερον προτεθέντα ιδόντες προσκυνήσωμεν, και πιστώς ευφρανθώμεν, κατασπαζόμενοι πόθω…’’, μας προτρέπει το Εξαποστειλάριον της Ορθρινής Ακολουθίας την Κυριακήν της Σταυροπροσκυνήσεως. 

‘’Ας προσκυνήσουμε το υποπόδιο του Σταυρού του Χριστού με όλη την ψυχή μας.  Αυτός είναι ο απαλός ζυγός του Χριστού, να ακολουθήσουμε τον δρόμο του μαρτυρίου και των διωγμών ο οποίος οδηγεί εκεί όπου αιώνια λάμπει ο Σταυρός του Χριστού μας’’*, μας προτρέπει ο Άγιος Λουκάς ο ιατρός, ο Αρχιεπίσκοπος Κριμαίας.

Ο Άγιος Νεκτάριος προσευχόταν κλαίγοντας μπροστά στον Εσταυρωμένο.  ‘’Εν τούτω εστίν η αγάπη, ουχ ότι ημείς ηγαπήσαμεν τον Θεόν, αλλ’ ότι αυτός  ηγάπησεν ημάς και απέστειλε τον υιόν αυτού ιλασμόν περί των αμαρτιών ημών’’ (Α΄ Ιω. 4, 10).   Έχει μεγάλη σημασία για τον χριστιανό να αγαπήσει με όλη του την καρδία τον Χριστό.   ‘’Η Χάρις του Θεού θέλει θείο έρωτα’’, έλεγε ο Άγιος Πορφύριος. 

*Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, Λόγοι και Ομιλίες Τόμος Α΄, εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη, 2014.

Η πνευματική προσωπογραφία της Οσίας μητρός ημών Θεοδώρας της πολιούχου της Άρτας

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Εισαγωγικά.

Η Αγία Θεοδώρα της Άρτας δεν έχει επίσημη αγιοκατάταξη με τη νεότερη, τυπική συνοδική έννοια του όρου, καθόσον δεν υφίσταται πράξη αγιοκατατάξεως από κεντρικό συνοδικό όργανο (ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ), όπως αυτός ο θεσμός διαμορφώθηκε κυρίως κατά τους νεότερους χρόνους (19ο–20ό αιώνα), ιδίως στο πλαίσιο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η απουσία, όμως, τέτοιας πράξεως δεν αναιρεί ούτε θέτει σε αμφιβολία την αγιότητά της. Στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή εκκλησιαστική παράδοση, η αναγνώριση της αγιότητας δεν προϋπέθετε τυπική νομική ή διοικητική πράξη, αλλά πραγματοποιείτο μέσω της λατρευτικής ζωής της Εκκλησίας, της τοπικής τιμής και της αδιάλειπτης συνέχειας της παραδόσεως.

Η Αγία Θεοδώρα τιμάται επί αιώνες στην Άρτα ως Αγία, διαθέτει καθιερωμένο Συναξάριο και Βίο, ιερά λείψανα σε δημόσια προσκύνηση, ορισμένη ημερομηνία εορτής (11 Μαρτίου) και λειτουργική Ακολουθία, στοιχεία τα οποία συνιστούν εκκλησιολογικώς πλήρη και ουσιαστική αναγνώριση της αγιότητάς της προ της καθιερώσεως του τυπικού θεσμού της συνοδικής αγιοκατατάξεως. Ως εκ τούτου, επιστημονικά και θεολογικά ορθό είναι να λέγεται ότι η Αγία Θεοδώρα τιμάται ως Αγία ΜΟΝΟ στις τοπικές εκκλησίες Άρτας και Σερβίων Κοζάνης, βάσει παλαιάς και συνεχούς τοπικής εκκλησιαστικής παραδόσεως και όχι ότι «αγιοκατατάχθηκε» με τη νεότερη συνοδική διαδικασία. Στο ίδιο εκκλησιολογικό πλαίσιο εντάσσεται και η Ακολουθία της, η οποία αποτελεί έκφραση της παραδεδομένης τοπικής εκκλησιαστικής μνήμης και όχι προϊόν σύγχρονης κεντρικής συνοδικής επεξεργασίας, χωρίς τούτο να θίγει την κανονικότητα της τιμής της Αγίας, ούτε τη θέση της στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας.

Υπό το φως των ανωτέρω, και προκειμένου να αποκατασταθεί η ακρίβεια, η σαφήνεια και η κανονική τάξη ως προς την τιμή της Αγίας Θεοδώρας της Άρτας και τη σχετική Ακολουθία, καθίσταται αναγκαία η λήψη συγκεκριμένων εκκλησιαστικών μέτρων. Πρώτον, η αρμόδια εκκλησιαστική αρχή οφείλει να προβεί σε επίσημη ιστορική,  θεολογική και υμνογραφική εξέταση της Ακολουθίας, με σκοπό τον εντοπισμό και τη διόρθωση  ατελειών, ώστε το κείμενο να εναρμονίζεται πλήρως με την ιστορική και ορθόδοξη παράδοση. Δεύτερον, να γίνουν όλες οι απαραίτητες ενέργειες για την αναγραφή της Οσίας στο επίσημο Αγιολόγιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ώστε η Αγία να τιμάται από τους απανταχού της γης Ορθοδόξους.

Τρίτον, εφόσον στο μέλλον επιδιωχθεί η υπερτοπική ή πανελλαδική καθιέρωση της τιμής της Οσίας, η Ακολουθία της πρέπει να ενταχθεί σε λειτουργικά βιβλία. Η ένταξή της σε λειτουργικά βιβλία γενικής χρήσεως  θα πρέπει να πραγματοποιηθεί κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος προς το αρμόδιο συνοδικό όργανο, συνοδευόμενου από πλήρως τεκμηριωμένο ιστορικό, αγιολογικό και θεολογικό φάκελο.

Α. Θεολογική σύγκριση των χαρακτηρισμών της Αγίας Θεοδώρας στο Συναξάριο και στην Ακολουθία

Η Αγία Θεοδώρα της Άρτας προβάλλεται στη λειτουργική και αγιολογική παράδοση της Εκκλησίας μέσα από δύο διακριτά είδη λόγου: το Συναξάριο, ως ιστορικό –αφηγηματικό κείμενο, και την Ακολουθία, ως υμνογραφικό–δοξολογικό κείμενο. Η θεολογική σύγκριση των χαρακτηρισμών που χρησιμοποιούνται στα δύο αυτά σώματα κειμένων αποκαλύπτει ενότητα περιεχομένου και ήθους, αλλά διαφορετική εκφραστική και σωτηριολογική λειτουργία.

Το Συναξάριο κινείται πρωτίστως στον άξονα της ιστορικής οικονομίας της σωτηρίας. Η αγιότητα της Θεοδώρας παρουσιάζεται ως καρπός ελεύθερης συνεργίας ανθρώπινης βουλήσεως και θείας χάριτος μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες του κόσμου. Οι αρετές που αποδίδονται στην Αγία —ταπείνωση, σωφροσύνη, εγκράτεια, υπομονή, ανεξικακία, ελεημοσύνη— δεν λειτουργούν ως αφηρημένες ηθικές κατηγορίες, αλλά ενσαρκώνονται σε ιστορικές πράξεις, πάθη και δοκιμασίες: συζυγική αδικία, κοινωνική ταπείνωση, εξορία, μητρότητα εν πόνω και σιωπηλή αποδοχή του σταυρού. Η αγιότητα, θεολογικά, παρουσιάζεται εδώ ως σταυρική πορεία, ως «μαρτύριο συνειδήσεως» και βίωμα καθημερινής θυσίας, ενταγμένο πλήρως στον κόσμο και στην ιστορία.

Αντιθέτως, η Ακολουθία δεν ενδιαφέρεται για την ιστορική αλληλουχία των γεγονότων, αλλά για το εσχατολογικό νόημα της αγιότητας. Ο υμνογραφικός λόγος κινείται στον χώρο της δοξολογίας και της θεολογικής σύνοψης. Οι ίδιες αρετές που στο Συναξάριο περιγράφονται αφηγηματικά, εδώ αποδίδονται με ονοματικούς και συμβολικούς χαρακτηρισμούς: ταπεινή, σώφρων, εγκρατής, ασκητική, θεοφόρος, θεοδόξαστη, φως πνευματικό, λαμπάς αείφωτος. Η Ακολουθία δεν αφηγείται την πορεία προς την αγιότητα, αλλά μαρτυρεί το αποτέλεσμα της θεώσεως, δηλαδή τη μετοχή του ανθρώπου στη δόξα του Θεού. Η θεολογική γλώσσα της υμνογραφίας αντλεί από την πατερική παράδοση της θεώσεως και της ακτίστου χάριτος, παρουσιάζοντας την Αγία ως καθαρό δοχείο της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος.

Ιδιαίτερη θεολογική σημασία έχει και η κοινή αναφορά στη θαυματουργική χάρη της Αγίας. Στο Συναξάριο τα θαύματα καταγράφονται ως ιστορικά γεγονότα που επιβεβαιώνουν τη θεία χάρη τόσο εν ζωή, όσο και μετά θάνατον. Στην Ακολουθία, τα ίδια αυτά γεγονότα θεολογούνται υμνογραφικά: η Αγία χαρακτηρίζεται ιατρός ασθενών, προστάτιδα πιστών, ποταμός χαρίτων και λιμένας σωτηρίας. Η μετατόπιση αυτή δεν αλλοιώνει το νόημα, αλλά το εμβαθύνει, καθώς εντάσσει τη θαυματουργία στο πλαίσιο της εκκλησιολογίας της κοινωνίας των Αγίων, όπου ο αγιασμένος άνθρωπος καθίσταται όργανο της θείας φιλανθρωπίας.

Επιπλέον, η κοινωνική και ιστορική ταυτότητα της Αγίας υφίσταται ανάλογη θεολογική μεταμόρφωση. Το Συναξάριο τονίζει την ιστορικότητα: βασίλισσα, σύζυγος δεσπότη, μοναχή στην Άρτα. Η Ακολουθία μετασχηματίζει αυτά τα στοιχεία σε εκκλησιολογικά σύμβολα: καύχημα βασιλισσών, καλλώπισμα μοναζουσών, δόξα τοπική και εκκλησιαστική. Η ιστορία δεν καταργείται, αλλά υπερβαίνεται θεολογικά, καθώς το συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο εντάσσεται στην καθολική μνήμη της Εκκλησίας.

Συνοψίζοντας, θεολογικά, το Συναξάριο παρουσιάζει την Αγία Θεοδώρα εντός της ιστορίας της σωτηρίας, ως πρόσωπο που αγιάζεται διά του σταυρού, της υπομονής και της ελευθέρας υπακοής στο θέλημα του Θεού. Η Ακολουθία, αντιστοίχως, την παρουσιάζει εντός της εσχατολογικής προοπτικής της Εκκλησίας, ως ήδη δοξασμένη, μετέχουσα της θείας δόξης και ενεργούσα ως πηγή χάριτος για το σώμα των πιστών. Έτσι, τα δύο είδη λόγου δεν αντιτίθενται, αλλά αποκαλύπτουν τη διπλή θεολογική διάσταση της αγιότητας: πορεία μέσα στην ιστορία και δόξα μέσα στη Βασιλεία του Θεού.

Β.Ο ομολογιακός και αντιπαπικός αγώνας της Οσίας Θεοδώρας της Άρτας

Η Οσία Θεοδώρα της Άρτας δεν αποτελεί, απλώς, μια αγία μορφή προσωπικής αρετής και υπομονής, αλλά συνιστά ιστορικό και εκκλησιαστικό πρόσωπο με σαφή ομολογιακή συνείδηση, η οποία εκφράστηκε έμπρακτα μέσα στο κρίσιμο θεολογικό και πολιτικό πλαίσιο του 13ου αιώνα. Η εποχή της χαρακτηρίζεται από την εντεινόμενη πίεση της παπικής εκκλησιολογίας προς την Ανατολή, την προσπάθεια επιβολής δογματικών και εκκλησιολογικών καινοτομιών και τις αλλεπάλληλες απόπειρες ενώσεως υπό παπικούς όρους. Εντός αυτού του πλαισίου, η δράση της Οσίας Θεοδώρας δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως ουδέτερη ή απλώς «διπλωματική», αλλά ως βαθύτατα ορθόδοξη και αντιπαπική με θεολογικά κριτήρια.

Η ομολογιακή πολιτική της Οσίας δεν εκφράζεται με συνθηματολογία ή δημόσιες δογματικές διακηρύξεις, αλλά με τρόπο κατεξοχήν εκκλησιαστικό: μέσω της λατρείας, της αρχιτεκτονικής, της παιδείας και της αγωγής του λαού και των τέκνων της. Η κτιτορική της δραστηριότητα δεν είναι απλή ευσέβεια, αλλά θεολογική πράξη με σαφές δογματικό περιεχόμενο. Η επιλογή να ανεγείρει και να ανακαινίσει ναούς αφιερωμένους στη Θεοτόκο, στη Μεταμόρφωση του Χριστού και σε κατεξοχήν ορθόδοξους μάρτυρες, όπως ο Άγιος Δημήτριος, συγκροτεί ένα συνεκτικό αντιπαπικό θεολογικό πρόγραμμα.

Η έντονη θεοτοκοφιλία της Οσίας Θεοδώρας αποτελεί κεντρικό άξονα της ομολογίας της. Με την ίδρυση και ενίσχυση θεομητορικών μονών, όπως της Κάτω Παναγιάς και της Παρηγορήτισσας, η Οσία προβάλλει έμπρακτα το ορθόδοξο θεομητορικό δόγμα, σε ευθεία αντίθεση προς την παπική πλάνη της ασπίλου συλλήψεως. Η αφιέρωση της Μονής της Κάτω Παναγιάς στη Γέννηση της Θεοτόκου υπογραμμίζει ότι η Παναγία γεννήθηκε κατά τους φυσικούς νόμους, φέρουσα το προπατορικό αμάρτημα, και αγιάστηκε εντός της ιστορίας δια της χάριτος και της προσωπικής ασκήσεως, και όχι εξαιτίας προγενέστερης «νομικής απαλλαγής», όπως διδάσκει ο Παπισμός. Πρόκειται για καθαρή δογματική θέση, μεταφρασμένη σε λατρευτική πράξη και συλλογική μνήμη.

Ομοίως, η αφιέρωση της Παρηγορήτισσας στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου δεν είναι τυχαία. Η ορθόδοξη ερμηνεία του «Κεχαριτωμένη» απορρίπτει την παπική ανάγνωση της αναμαρτησίας εκ γενετής και τονίζει τη συνεργία ανθρώπου και θείας χάριτος. Η Οσία Θεοδώρα, μέσω της επιλογής αυτής, διδάσκει τον λαό της Ηπείρου την ορθόδοξη θεολογία της χάριτος, της ελευθερίας και της ασκήσεως, αποδομώντας στην πράξη τον παπικό νομικισμό.

Ιδιαίτερη θεολογική σημασία έχει και η ίδρυση ναού αφιερωμένου στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Η Μεταμόρφωση, στην ορθόδοξη θεολογία, αποτελεί κορυφαία μαρτυρία της ακτίστου χάριτος και της δυνατότητας θεώσεως του ανθρώπου ήδη από την παρούσα ζωή. Η επιλογή αυτή συνιστά ευθεία αντίθεση προς τη δυτική θεολογία των κτιστών ενεργειών και του καθαρτηρίου πυρός. Η Οσία Θεοδώρα προβάλλει την ορθόδοξη διδασκαλία της μετανοίας ως υπαρξιακής και χαρισματικής μεταμορφώσεως, όχι ως νομικής εξιλέωσης μέσω εξουσιαστικών μηχανισμών.

Η ομολογιακή στάση της Οσίας αποτυπώνεται με ιδιαίτερη καθαρότητα και στον τρόπο ανατροφής των τέκνων της. Η παιδαγωγία της δεν περιορίστηκε σε ηθικές νουθεσίες, αλλά διαμόρφωσε πρόσωπα με ισχυρή εκκλησιαστική και αντιπαπική συνείδηση. Ο Νικηφόρος Α΄ συνέχισε την αντιενωτική πολιτική και συνεργάστηκε με τον Ανδρόνικο Β΄ για την ακύρωση των παπικών σχεδίων. Ο Ιωάννης Δούκας υπέστη τύφλωση και φυλάκιση από τον φιλοπαπικό Μιχαήλ Η΄ εξαιτίας των ορθόδοξων φρονημάτων του. Η Ελένη Αγγελίνα Δούκαινα αναδείχθηκε σε πραγματική ομολογήτρια της Ορθοδοξίας, αρνούμενη να απαρνηθεί την πίστη της ακόμη και με τίμημα την ισόβια φυλάκιση και τον θάνατο. Η στάση της αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από την πνευματική αγωγή που έλαβε από τη μητέρα της.

Συνεπώς, η Οσία Θεοδώρα της Άρτας δεν υπήρξε, απλώς, μια ευσεβής βασίλισσα ή μια υπομονετική σύζυγος, αλλά συνειδητή φορέας ορθόδοξης εκκλησιολογίας και αντιπαπικής ομολογίας. Ο αγώνας της δεν διεξήχθη με όρους κοσμικής αντιπαράθεσης, αλλά με τα όπλα της Εκκλησίας: τη λατρεία, τη θεολογία, την παιδεία και τη βιωμένη πίστη. Η σιωπή των αγιολογικών κειμένων ως προς τον αντιπαπικό της αγώνα δεν αναιρεί την πραγματικότητα της ομολογίας της, αλλά μαρτυρεί τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία προβάλλει την αλήθεια: όχι ως ιδεολογία, αλλά ως ζωή.

Τελική θεολογική διατύπωση:
Η Οσία Θεοδώρα ομολόγησε την Ορθοδοξία όχι με συνθήματα, αλλά με έργα δογματικά, λατρευτικά και παιδαγωγικά, καθιστώντας τον βίο της ζωντανή αντιπαπική μαρτυρία εντός της ιστορίας της Εκκλησίας.

Επομένως, υπό το φως των ιστορικών και θεολογικών δεδομένων που αναδεικνύουν τον σαφή ομολογιακό και αντιπαπικό χαρακτήρα της δράσεως της Οσίας Θεοδώρας της Άρτας, καθίσταται αναγκαίο τα στοιχεία αυτά να αποτυπωθούν με ακρίβεια, διάκριση και θεολογική νηφαλιότητα σε τυχόν συμπληρωμένη και διορθωμένη λειτουργική Ακολουθία της. Η υμνογραφική παράδοση της Εκκλησίας δεν αποτελεί απλή ποιητική μνήμη, αλλά φορέα δογματικής διδασκαλίας και εκκλησιαστικής συνείδησης· ως εκ τούτου, η παράλειψη θεμελιωδών πτυχών της ομολογίας μιας Αγίας, ιδίως, όταν αυτές τεκμηριώνονται ιστορικώς και εκκλησιολογικώς, δημιουργεί ασάφεια ως προς το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας της.

Η ενδεχόμενη αναθεώρηση της Ακολουθίας δεν θα πρέπει να επιδιώξει την ιδεολογική ή αναδρομική επιβάρυνση του υμνογραφικού λόγου, αλλά την πιστή θεολογική αποτύπωση της βιωμένης ορθόδοξης συνείδησης της Οσίας, όπως αυτή εκφράστηκε μέσω της κτιτορικής της δράσεως, της θεομητορικής της διδασκαλίας, της παιδαγωγίας των τέκνων της και της σαφούς αποστάσεώς της από παπικές δογματικές και εκκλησιολογικές καινοτομίες. Η ομολογιακή της στάση μπορεί και πρέπει να εκφρασθεί υμνογραφικά με όρους πατερικούς και λειτουργικούς, όπως «φρουρός της παραδόσεως», «υπέρμαχος της ορθής πίστεως», «θεοδόξως παιδαγωγήσασα λαόν και τέκνα», χωρίς προσφυγή σε ιστορικίζουσα ή πολεμική γλώσσα.

Μια τέτοια συμπληρωμένη και διορθωμένη Ακολουθία, εφόσον εξετασθεί και εγκριθεί από την αρμόδια εκκλησιαστική αρχή, θα συμβάλει όχι μόνο στη θεολογική πληρότητα της τιμής της Οσίας Θεοδώρας, αλλά και στη διαφύλαξη της υμνογραφικής ακρίβειας και της εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας του λαού του Θεού, ιδίως σε εποχές κατά τις οποίες η διάκριση μεταξύ Ορθοδοξίας και ετεροδόξων εκκλησιολογικών προσεγγίσεων καθίσταται εκ νέου κρίσιμη.

Ένα προτεινόμενο υμνογράφημα(δεύτερος Οίκος).

Τὴν ἀκλόνητον πέτραν τῆς Ὀρθοδοξίας σε ἀνεκήρυξε
ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, μακαρία Θεοδώρα·
Ὅτι ἐν χειμῶνι συγχύσεως δογμάτων καὶ παγετῷ πειρασμῶν,

τὸν τῆς πίστεως λύχνον ἀσβέστως ἐτήρησας.

 ὡς φῶς ἔλαμψας ἐν ἔργοις ἀγαθοῖς,
καὶ τὴν πατρῴαν πίστιν ἀνύψωσας
οὐκ ἐν λόγοις κενοῖς,
ἀλλ᾽ ἐν ἀληθείᾳ καὶ θυσίᾳ καρδίας·
διὸ καὶ ἡμεῖς εὐλαβῶς σε μακαρίζομεν, λέγοντες·
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας στήριγμα ἀσάλευτον·
χαῖρε, τῆς Ὀρθοδοξίας κόσμημα λαμπρόν·
χαῖρε, τῶν πιστῶν ὑπέρμαχε καὶ προστάτις·
χαῖρε, ὅτι ὁ Χριστὸς σε ἐδόξασεν
ἐν τῇ αἰωνίῳ Βασιλείᾳ Αὐτοῦ.

Η Πνευματική Προσωπογραφία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά σύμφωνα με την υμνογραφία της Κυριακής Β Νηστειών

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ – ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

(Ἀποσπάσματα ἀπό κήρυγμα τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, ὁμοτίμου καθηγητοῦ Πατρολογίας τοῦ Α.Π.Θ.)

Ἡ δεύτερη Κυριακή τῶν Νηστειῶν (μνήμη τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ) εἶναι οὐσιαστικῶς μία προέκταση καί μία συνέχιση τῆς πρώτης Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν, τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας.  

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ζ΄ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί οἱ ἄλλοι Πατέρες, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, κατόρθωσαν νά κρατήσουν τήν Ἐκκλησία μας ἀνεπηρέαστη ἀπό έπιδράσεις αἱρετικές, ἀνεικονικές (εἰκονομαχία), οἱ ὁποῖες προέρχονταν ἀπό τήν Ἀνατολή (ἀπό τούς Ἰουδαίους καί τούς Μουσουλμάνους). 

Κατά τόν ἴδιο τρόπο ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κατόρθωσε νά κρατήσει τήν Ἐκκλησία μας ἀνεπηρέαστη ἀπό φιλοσοφικές, ὀρθολογιστικές, αἱρετικές διδασκαλίες, οἱ ὁποῖες προέρχονταν ἀπό τήν Δύση, δηλαδή ἀπό τόν Πάπα (αἱρετικός μοναχός Βαρλαάμ).

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς εἶναι ὁ μεγάλος ἀγωνιστής τῆς Ὀρθοδοξίας ἀλλά καί ὁ μεγάλος διδάσκαλος τῆς Ἡσυχίας.

————————————– 

Ἀπό τό τρίτομο ἔργο τοῦ πατρός Θεοδώρου Ζήση «ΟΜΙΛΙΕΣ στίς Κυριακές καί στίς Ἑορτές τοῦ ἔτους», τόμος Β΄, ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη Δεκέμβριος 2024.

Άγιος Νικόλαος (Βελιμίροβιτς), Επίσκοπος Αχρίδος

Image

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ (ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ) ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΧΡΙΔΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Ουδέποτε υπήρξε στην Εκκλησία απουσία πατερικών μορφών. Όπως σε κάθε εποχή, και στους σύγχρονους χρόνους αναδείχνονται Πατέρες και διδάσκαλοι. Μια τέτοια σύγχρονη πατερική μορφή υπήρξε και ο Σέρβος νεοφανής άγιος Νικόλαος (Βελιμίροβιτς), επίσκοπος Ζίτσης και Αχρίδος, ο οποίος έλαβε την προσωνυμία «ο Σέρβος Χρυσόστομος», λόγω της ρητορικής του δεινότητας και των αγώνων του για την μόνη σώζουσα ορθόδοξη πίστη.

       Γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1880 στο χωριό Λέλιτς της Νότιας Σερβίας από φτωχούς, πολύτεκνους και ευσεβείς γονείς. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στη Ιερά Μονή Τσέλιε. Από μικρό παιδί έδειξε μια ασυνήθιστη αγάπη για την Εκκλησία και κλίση για την αρετή και την προσευχή. Απομονώνονταν συχνά και προσεύχονταν με τις ώρες. Μετά την εγκύκλιο μόρφωσή του εισήχθη στην Ιερατική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι. Εκεί έδειξε ιδιαίτερη επιμέλεια στις σπουδές του, ώστε το Πατριαρχείο της Σερβίας, εκτιμώντας την φιλομάθειά του και το ήθος του, τον έστειλε με υποτροφία για ανώτερες σπουδές στην Ελβετία, την Γερμανία και την Αγγλία. Έμαθε επίσης άριστα επτά γλώσσες.

     Παράλληλα με τις σπουδές του καλλιέργησε και την πνευματική του πρόοδο. Πίστευε ακράδαντα στο Θεό και φλέγονταν από πόθο να υπηρετήσει την Εκκλησία. Μελετούσε με πάθος τους Πατέρες και την ορθόδοξη θεολογία. Το 1908 υπέβαλε το Πανεπιστήμιο της Βέρνης διδακτορική διατριβή με θέμα: «Η πίστη στην Ανά­σταση του Χριστού, ως θεμελιώδες δόγμα της αποστολικής Εκκλησίας». Ακολούθως σπούδασε το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και υπέβαλε άλλη διατριβή στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης σχετικά με τη φιλοσοφία του Μπέρκλεϋ.

      Το 1909 επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου όμως αρρώστησε βαριά από δυσεντερία και λίγο έλειψε να πεθάνει. Όταν ανάρρωσε πήρε την απόφαση να γίνει μοναχός στη Ιερά Μονή Ρακόβιτσα και στη συνέχεια χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Αργότερα διορίστηκε καθηγητής στην Ιερατική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι και συνάμα ορίστηκε ιεροκήρυκας στην σερβική πρωτεύουσα. Εν τω μεταξύ είχε ξεσπάσει ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος, κατά τη διάρκεια του οποίου επέδειξε σπουδαίο φιλανθρωπικό έργο στον δοκιμαζόμενο σερβικό λαό. Στα 1915 στάλθηκε στην Αγγλία και στις Η.Π.Α. για να ζητήσει βοήθεια από τους Σέρβους μετανάστες για τους πεινασμένους της Σερβίας. 

     Το 1919 εξελέγη Επίσκοπος Ζίτσης και δύο χρόνια αργότερα μετατέθηκε στην ιστορική Επισκοπή της Αχρίδος. Η επισκοπική του διακονία σημαδεύτηκε από υποδειγματική ποιμανατορία. Λειτουργούσε με κατάνυξη και κήρυττε με φλογερό πάθος. Ήταν ιδιαίτερα χαρισματικός ρήτορας, ο οποίος σαγήνευε τους πολυπληθείς ακροατές των κηρυγμάτων του. Εργάστηκε άοκνα για την πνευματική αφύπνιση του ιερού κλήρου και για την ανέγερση ναών και μοναστηριών. Παράλληλα άσκησε ένα αξιοθαύμαστο φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο, με την σύσταση ιδρυμάτων, όπως ορφανοτροφείων, όπου έβρισκαν καταφύγιο χιλιάδες ορφανά και εγκαταλειμμένα παιδιά. Ήταν πολύ αγαπητός από το λαό του, τον οποίο θεωρούσε πνευματικό του πατέρα και προστάτη του.

      Παρ’ όλο τον φόρτο της ποιμαντικής του διακονίας ασκούνταν και ό ίδιος στην αρετή και την πνευματική πρόοδο, προσευχόταν, νήστευε, αγρυπνούσε. Θαύμαζε τον αγιορείτικο μοναχισμό και φρόντιζε να έρχεται συχνά στο Άγιο Όρος για πνευματικό ανεφοδιασμό. Επισκεπτόταν συνήθως την Ιερά Μονή Παντελεήμονος, όπου συνδέθηκε με τον όσιο Σιλουανό (+1938), του οποίου θαύμαζε την αγία βιωτή. Εκεί γνώρισε και τον Γέροντα Σωφρόνιο (+1993). 

      Ο άγιος Νικόλαος υπήρξε σπουδαίος εκκλησιαστικός συγγραφέας πληθώρας αξιόλογων έργων, τα οποία εξέδωσε σε είκοσι τόμους. Τα διακρίνει η βαθειά του ορθόδοξη θεολογική σκέψη, η ποιητικότητα, η γλαφυρότητα και ακρίβεια. Το σημαντικότερο σύγγραμμά του είναι ο «Πρόλογος της Αχρίδος», συνοπτικά συναξάρια αγίων όλων των ημερών του έτους, με σχόλια και πνευματικές νουθεσίες. Συνέθεσε επίσης πολλά ποιήματα, εκκλησιαστικούς ύμνους και ακολουθίες. Ακόμα άφησε περισσότερες από τριακόσιες επιστολές – απαντήσεις σε δύσκολα ποιμαντικά προβλήματα, τα οποία του υπέβαλλαν οι πιστοί. Είναι δε τέτοια η συγγραφική του καλλιέπεια ώστε ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς είχε πει για τον άγιο Νικόλαο πως «Ας με συγχωρέσει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αλλά ο Νικόλαος τον ξεπέρασε»!  

      Ήταν ακραιφνής ορθόδοξος. Βαδίζοντας στα βήματα των αγίων Πατέρων της Ορθοδοξίας, είχε τη βεβαιότητα και διακήρυττε ότι Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μοναδική και αληθινή Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού και πως έξω από αυτή υπάρχει το σχίσμα και η αίρεση. Μελέτησε όσο ολίγοι τον δυτικό χριστιανισμό, τον παπισμό και τις πολυάριθμες ομάδες του κατακερματισμένου προτεσταντισμού και πείστηκε ότι αυτός βρίσκεται σε τρομερές πλάνες, οι οποίες δεν αφήνουν περιθώρια για να έχει την παραμικρή εκκλησιαστική υπόσταση Το 1930 έλαβε μέρος στην Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη στη Μονή Βατοπεδίου στο Άγιο Όρος, όπου εξέφρασε με σαφήνεια την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία και διατράνωσε την  αντίθεσή του στα πρώιμα τότε ανοίγματα των ορθοδόξων προς τους αιρετικούς και το κοσμικό φρόνημα. Το 1937 κατάγγειλε με σφοδρότητα τη συμφωνία Γιουγκοσλαβίας και Βατικανού, με την οποία θα γινόταν η χώρα του πεδίο ιεραποστολής των αιρετικών παπικών. Κατόρθωσε να ματαιώσει την υπογραφή της, αλλά όχι και την γενοκτονία, η οποία επακολούθησε λίγα χρόνια μετά το (1941-45), περισσότεροι από 880.000 Σέρβοι ορθόδοξοι βρήκαν τραγικό θάνατο από τους παπικούς Κροάτες Ουστάσι, όταν αρνήθηκαν τον βίαιο εκλατινισμό τους, με την καθοδήγηση του παπικού «κλήρου» και κύρια του  «αρχιεπισκόπου» του Ζάγκρεμπ  Α. Στέπινατς (νυν παπικού αγίου!) και την προτροπή του Βατικανού!

      Ο άγιος Νικόλαος είχε μελετήσει σε βάθος και την ευρωπαϊκή φιλοσοφία και ιστορία, διαπιστώνοντας την πνευματική γύμνια του ευρωπαίου ανθρώπου, η οποία οφείλεται στην αλλοίωση του χριστιανικού μηνύματος από τον παπισμό και τον προτεσταντισμό. Παρατήρησε την ραγδαία και προκλητική αποβολή της χριστιανικής κληρονομιάς και την υιοθέτηση μιας παράδοξης ειδωλολατρίας, της λατρείας του ανθρώπου και ό, τι έχει σχέση με την υλιστική και ηδονιστική απόλαυσή του. Γι’ αυτό αποκάλεσε την Ευρώπη «Λευκή Δαιμονία». Πρόβλεψε δε πως η πανίσχυρη Ευρώπη σύντομα θα γίνει συντρίμμια, λόγω αυτών των επιλογών της. Διαπίστωσε πως «Ο Χριστός απομακρύνθηκε από την Ευρώπη, όπως άλλοτε από την χώρα των Γαδαρηνών, μετά από αίτημα των κατοίκων της».

      Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στο δοκιμαζόμενο λαό του. Όρθωσε με ηρωισμό το ανάστημά του στους βαρβάρους και απάνθρωπους φασίστες και ναζιστές κατακτητές. Διαμαρτυρήθηκε με παρρησία εναντίον των μαζικών εκτελέσεων στο Κράλιεβο. Κατάγγειλε με σφοδρότητα την υποκρισία των δυτικών χριστιανικών (υποτίθεται) κρατών, ιδιαίτερα για την αδιαφορία και την δικαιολόγηση της φοβερής γενοκτονίας των 880.000 νεκρών Σέρβων Ορθοδόξων από τους φασίστες παπικούς Κροάτες Ουστάσι. Είναι ο πρώτος που θα τους ανακηρύξει Νεομάρτυρες και θα συνθέσει υπέροχη Ακολουθία προς τιμήν τους.

     Για την πατριωτική και αντιστασιακή του δράση το 1941 συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές Νταχάου, μαζί με τον μαρτυρικό Σέρβο Πατριάρχη

Γαβριήλ, για τρία φρικτά χρόνια. Απελευθερώθηκε στις 8 Μαΐου 1945 από τους συμμάχους.  Αλλά και πάλι δεν βρήκε ησυχία και ελευθερία να ασκήσει τα ποιμαντικά του καθήκοντα. Το άθεο και απάνθρωπο μαρξιστικό καθεστώς, που εγκαθιδρύθηκε στην Γιουγκοσλαβία, πρώτο του μέλημα ήταν ο διωγμός της Εκκλησίας και γενικά κάθε θρησκευτικής πίστεως και εκδήλωσης. Ο άγιος Νικόλαος στοχοποιήθηκε από τους κομμουνιστές, τον οποίο χαρακτήρισαν «εχθρό του λαού», αυτόν τον μεγάλο ανθρωπιστή, ο οποίος διέσωσε χιλιάδες ανθρώπους στα χρόνια της κατοχής και επέδειξε πρωτοφανή πατριωτικό φρόνημα!

       Έτσι εξαναγκάστηκε να ξενιτευτεί. Το 1946 μετέβη στην Αμερική, όπου αναδείχθηκε σπουδαίος ποιμένας, διδάσκαλος, καθηγητής, κήρυκας, ομολογητής και όσιος στο Νέο Κόσμο. Απέβη ένας φλογερός απόστολος της Ορθοδοξίας στην αμερικανική ήπειρο, σε μια εποχή, που έκανε την εμφάνισή του ο πρώιμος οικουμενισμός, ο οποίος σχετικοποιεί την Ορθοδοξία μας. Διορίστηκε καθηγητής στην σερβική Ιερατική Σχολή  της Λίμπερτυβιλ (Ιλλινόις), στην Θεολο­γική Ακαδημία Αγίου Βλαδίμηρου και στις Ιερατικές Σχολές της Τζόρντανβιλ (Νέας Υόρκη) και Αγίου Τύχωνος (Πενσυλβανία).

      Όντας καθηγητής στην Σχολή του Αγίου Τύχωνος, κοιμήθηκε ξαφνικά, ενώ ετοιμαζόταν να τελέσει τη Θεία Λειτουργία στις 5 Μαρτίου 1956. Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στη Σερβία το 1991 και τοποθετήθηκαν στην Ιερά Μονή Τσέλιε, δίπλα με τα ιερά λείψανα του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς (+1979). Η επίσημη αγιοκατάταξή του έγινε το Μάιο του 2003 από τη Σερβική Εκκλησία και η μνήμη του ορίστηκε να εορτάζεται στις 5 Μαρτίου, την ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του

ΠΗΓΗ.ΑΚΤΙΝΕΣ

Σιωπηλό Αγιοφάραγγο (Του Βασίλη Χαραλάμπους)

Εικόνα που περιέχει εξωτερικός χώρος/ύπαιθρος, καμπάνα, καμπάνα εκκλησία, έδαφος

Το περιεχόμενο που δημιουργείται από AI ενδέχεται να είναι εσφαλμένο.

ΠΟΙΗΣΗ

_______

Φευγάτισμα αλλιώτικο

από την τύρβη π’ αρχίνισε να λεηλατεί

και τη μικρή πολίχνη.

Καραβιά από τους Καλούς Λιμένες

με τα Μάταλα βουνίσια συντροφιά

ίσαμε τ’ Αστερούσια Όρη.

Κι εκεί όπου σμίγει το ρυάκι

με το κυανωπό του Λυβικού πελέγους

σιμά στη στεριανή χούφτα

φωλιάζει τ’ Αγιοφάραγγο.

Πρωτόγνωρο αντάμωμα

αναπάντεχη περιφυγή

σε τόπο αγιασμένων ασκητών.

Γαντζωμένα θάμνα και λιόδενδρα

στο φαράγγι ετούτο

της Κρήτης τ’ Αγιοφάραγγο.

Αλλιώτικο σκουντούφλημα στη θωριά

από   ένα μαβί αγριολούλουδο

ξαπόσταμα για λίγο

κάτω από το παμπάλαιο λιόδενδρο

με συντρόφεμα τ’ αγριοκάτσικα στα γκρέμια.

Η καμπάνα κρεμμασμένη

στο μεγάλο και παμπάλαιο δένδρο

με μεγάλο προβατοκούδουνο μοιάζει.

Και τ’ Άη Αντώνη τη μικρή εκκλησιά

έμειναν να  φωτίζουν

από τα μικροπαραθύρια στον τρούλλο

οι λησμονημένες λιαχτίδες.

Γύρωθε τα πάμπολλα σπήλαια

όπου φώλιαζαν ερημίτες ασκητές.

Παρεμπρός σε κείνο εκεί το «γουμενόσπηλιο»

με τη μισάνοιχτη ακόμα σιδερένια πόρτα

γινόταν το σύναγμα.

Ασκηταριά παντέρημα

ευωδιά από την αδιάλειπτο ικεσία

που στιχοπλέκει το σιωπηλό Αγιοφάραγγο.