Πες το με ποίηση (491ο): «Εισιτήριο – Αποσκευές – Βαλίτσα»…
*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.
Παντελής Θαλασσινός – Εισιτήριο στην τσέπη σου
1.ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΤΗΝ ΤΣΕΠΗ ΣΟΥ
Ήθελα να ‘μαι η αφή στην άκρη των δακτύλων σου
ό,τι αγγίζεις να ‘χει κάτι κι από μένα
να ‘μαι τη νύχτα η φωνή χαμένων φίλων σου
που λεν τραγούδια παλιά κι αγαπημένα
.
Ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου
όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου
ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου
όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου
.
Ήθελα να ‘μαι η σκιά στην άκρη των βλεφάρων σου
η μόνη λέξη στο παραμιλητό σου
να ‘μαι η πρώτη ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο σου
κι η τελευταία η γουλιά απ’ το ποτό σου
.
Ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου
όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου
ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου
όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου
.
Θα ‘θελα να ‘μαι αστραπή που σβήνει μες στο βλέμμα σου
πάνω στο χέρι η τυχερή γραμμή σου
να ‘μαι κρυμμένος πυρετός μέσα στο αίμα σου
για να ξυπνάω τις φωτιές μες στο κορμί σου
.
Ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου
όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου
ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου
όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου
ΗΛΙΑΣ ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
******
2. ΚΟΒΕΙ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ
Αγαπώ τα νυχτερινά τρένα,
εκείνα στα οποία, ο εισπράκτορας
αναγκάζεται να κόψει εισιτήριο
στον εαυτό του,
γιατί οι επιβάτες είναι όλοι νεκροί
ή ταξιδεύουν ο ένας στο όνειρο του άλλου.
.
Αγαπώ τα τρένα που δε σταθμεύουν,
τα άδεια μοτέλ,
όπου χασμουριέται το τελευταίο τζουκ- μποξ
του Πέτερ Χάντκε,
την ώρα που ο τελευταίος
εξηγεί στην πληθωρική ιδιοκτήτρια,
ότι η αγωνία του "τερματοφύλακα
πριν το πέναλτι",είναι το τέλος του βιβλίου
που τού 'πεσε στο πάτωμα και σκόρπισε,
αόρατο, σαν τον υδράργυρο.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ
Το εισιτήριο – Διονύσης Τσακνής
3. ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ
Νά ‘ναι σα νά ‘μουν έτοιμος. Και νά ‘ναι
σα νά ‘χω χάσει το εισιτήριο. Οι κάβοι
ν’ αφροκοπάν, κι οι αφροί να το κουνάνε
μεσ’ στους καπνούς του – όρνιο – ένα καράβι
.
Κι εγώ να ψάχνουμαι εδώ χάμω. Κι όλο-όλο
το εισιτήριο να λέω συντρόφοι ωραίοι!…
Και να μην έρχεται μια βάρκα ως το μώλο,
να μη φαινώνται πουθενά οι βαρκαρέοι…
.
Οι βαρκαρέοι!… Το εισιτήριο!… Να τρέμει
– ζαγάρι εντός μου – η Χαλκίδα και τα όρη.
Κι εκεί να τόχουν συνεπάρει οι ανέμοι
μετέωρο – μες στις αχλές του – το βαπόρι…
.
Ω διάολε!… Όλα νά ‘χουν χαθεί και νά ‘χουν πάει
κι οι ανθρώποι δραπετεύσει από τους τόπους,
κι αυτό το πλοίο να τραβάει και να τραβάει
χωρίς μηχανικούς, χωρίς ανθρώπους…
.
Και χωρίς φώτα. Ακυβέρνητο! Και όλο
να χλιμιντράει στο χάος. Κι ως θα κλαίω
– κιόλας να ψάχνουμαι, να ψάχνουμαι στο μώλο
κι όλο για κείνο το εισιτήριο να λέω…
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ
******
4. ΧΩΡΙΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ
Απ’ την Ερμού σ’ άλλο βαγόνι
ψάχνω το μπαρ και δεν το βρίσκω,
λαθρεπιβάτης, μ’ ένα ρίσκο
που σ’ άλλη σάρκα με σταυρώνει
.
Το τρένο φεύγει στην οθόνη
σαν τη διαφήμιση της Μίσκο·
των φίλων κόλλυβα στο δίσκο,
στις ράγες το ‘στρωσε το χιόνι.
.
Συρμού, Ερμού – μοιάζει με ρίμα
που ‘γραψα μπαίνοντας, πιο νέος·
και πόσα εισπράττει μηνιαίως
.
ο ελεγκτής, που αργά, με βήμα,
ζυγώνει να με βρει, το θύμα
που οφείλει να πληρώσει έως…
ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ, ‘’Ποιήματα’’, 2009
******
5. ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ
1
Δίπλωνε το εισιτήριό της
Στα δύο, στα τέσσερα, στα οχτώ
Μα ήταν η ίδια θρυμματισμένη
Σε δυο, σε τέσσερα, σʼ οχτώ
Σε χίλια δυο
κ ο μ μ ά τ ι α
2
Κράτησε το εισιτήριό του,
εκείνο που τσαλάκωνε
από εκνευρισμό κι αμηχανία στο αστικό,
όσο της αποκάλυπτε τον έρωτά του.
Το είχε κάνει μια μικροσκοπική βεντάλια
απʼ τα τσακίσματα.
.
Το φύλαξε στο πορτοφόλι της
για να ʼχει κάτι δικό του.
Για να θυμάται τη νευρικότητα
που τα δάχτυλά του μετάγγισαν στο μικρό χαρτί,
τη στιγμή της εξομολόγησής του.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΎΤΑΣ, «Ντόρτια», εκδ. Ποιήματα των Φίλων 2012
Μάριος Φραγκούλης – Οι αποσκευές
6. ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ
Σ' έπαιρνα πάντοτε μαζί μου
όποτε έφευγα μακριά σου
σε ξένη νύχτα
Μια καληνύχτα στη ζωή μου
να ζω μακριά κι όμως κοντά σου
να 'μαι κοντά σου
.
Κι ήσουν εσύ οι αποσκευές μου
στα μακρινά μου τα ταξίδια
Κι όταν γυρνούσα απ' τις φυγές μου
ήταν καινούργια όλα τα ίδια
.
Ένα κομμάτι ουρανό νοστάλγησα
μου 'λειψες πρόλαβα να πω
και ράγισα
Είδα δυο σύννεφα εδώ
και μ' έφεραν κοντά σου
κοντά σου
.
Σ' έπαιρνα πάντοτε μαζί μου
όποτε έφευγα μακριά σου
σ' άλλη σελίδα
Πυξίδα να 'χει η επιστροφή μου
να νιώθω μες στην αγκαλιά σου
να 'μαι κοντά σου
.
Κι ήσουν εσύ οι αποσκευές μου…
ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΚΑΡΑΣΟΥΛΟΣ
Λουδοβίκος Των Ανωγείων – Χωρίς Αποσκευές
7. ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ
Χωρίς αποσκευές γυρίζω
απ’ το ταξίδι της ζωής,
με την καρδιά γεμάτη δρόμους,
ακούραστος προσκυνητής.
.
Είδα σοφούς να απορούνε
κι απλούς ανθρώπους να απαντούν
για το χορτάρι που ανεβαίνει
ακόμα κι όταν το πατούν.
.
Το πιο κουραστικό ταξίδι
το `κανα μέσα μου βαθιά,
βρήκα δε βρήκα εγώ το ξέρω
πετώντας πάνω απ’ τη φωτιά.
.
Κάποτε πήγα να λυγίσω
κι είδα τον Αλεξανδρινό
να δείχνει με το χέρι την Ιθάκη,
ατέλειωτο προορισμό.
.
Χωρίς αποσκευές γυρίζω
απ’ το ταξίδι μιας ζωής,
χωρίς αποσκευές θα φύγω
στο τέλος τούτης της γιορτής.
ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ
******
8. ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ
Για το θεό, τι είναι αυτό που μου συμβαίνει
και δεν αγαπώ πια κανένα;
Παλιοί συμμαθητές που μαζί ανακαλύπταμε τον κόσμο
τώρα μου προκαλούνε πλήξη και μ’ ένα τηλεφώνημά τους.
.
Σύντροφοι που για να πλάσουμε το μέλλον
μοιραστήκαμε τις ζωές μας μπρος στο θάνατο
τώρα με κάνουν ν’ αποφεύγω
ακόμα και τις τυχαίες συναντήσεις.
.
Φίλοι που μας έδενε αφοσίωση ακατάλυτη
όσο κι αν καταπίεζε, όσο κι αν καταπιεζόταν,
τώρα οι αμοιβαίες εξεγέρσεις
μας άφησαν γυμνούς από περιστατικά και μνήμες.
.
Γυναίκες που κάποια στιγμή τα σώματά μας ελικώθηκαν
λες για πάντα, τώρα τίποτα δεν ξέρουμε
ούτε έχουμε την περιέργεια
για να μάθουμε ο ένας για τον άλλο.
.
Μπορεί και να ‘ναι για καλύτερα,
έτσι βαδίζω προς το τέρμα
χωρίς αποσκευές βαριές
που δυσκολεύουν το περπάτημα.
ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, “Η ηδονή των παρατάσεων”.
******
9. ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ ΜΟΥ
Απανθρωπιές και τραγωδίες
δεν μου είναι άγνωστες.
Δια πυρός και σιδήρου τις έζησα.
Αν με ψάξεις θα βρεις τα βαθιά τους σημάδια.
Σκοτάδια, καταχνιές και θλίψεις
τα κουβαλάω στις αποσκευές μου.
.
Έχω πιστοποιητικά, συστατικές επιστολές
για δοκιμασίες που άντεξα.
Παίρνω, λοιπόν, το δικαίωμα να στραφώ
και να βιώσω τα φωτεινά και τα χαρούμενα.
.
Το συναπάντημα, το βύθισμά μου στη χαρά
–που τόσο σπάνια συμβαίνει–
είναι δικαίωμα και κερδισμένος χρόνος.
Δεν έχω ενοχές για τις εξάρσεις της χαράς.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ, Θείο κορμί (1994)
Βίκυ Μοσχολιού – Η βαλίτσα
10. ΩΔΗ ΣΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ
Άσαρκα και ενάντια
συνωθούμενα στη θλιβερή ασκητική
συμπιεσμένου σκότους
αφτέρουγα φτερουγίζουν
στη διαλεκτική υποκύπτοντας
προσωρινής αιχμαλωσίας.
.
[Φορέματα αποπλάνησης μεταξωτά
και μεταμεσονύχτια των διάφανων ψευδαισθήσεων
μια πρόνοια βαμβακερή για το αγιάζι
– φυσά εκεί που πας μακριά από τη συνήθεια
κι οι φαεινές ομίχλες επιφυλάσσουν κάποτε
έναν σπινθήρα βέβηλο για τα αρθριτικά.]
.
Τι γυρεύει το Γλωσσικό πλέγμα του Τσελάν
κάτω απ’ την τουρκουάζ μου μπιζουτιέρα
τα πάνινα σανδάλια παραλίας
δίπλα σε οράσεως γυαλιά
μια εγρήγορση παγιδευμένη στο αβέβαιο
είναι εκ φύσεως μυωπική και θολωμένη –
τι γυρεύει μια εικονίτσα χάρτινη
πάνω από τα Depon
κι εσάρπες αφοδράριστες
ν’ αφήνουν άρωμα Chanel στις αποβάθρες;
.
Μια πλάνη απροβάριστη βλασταίνει ετοιμοθάνατη
πίσω απ’ το δίχτυ με το φερμουάρ
– να μη συγχέονται τα καθαρά με τα κηλιδωμένα –
και πια μόνο το άναυδο ακέραιο μεταφέρεται
δεν μεταφέρεται ο ουρανός κι η σκονισμένη λάμψη
τα γεγονότα της απλότητας
κι η τρυφερότητα που δεν εξουσιάζει.
Και το νερό…
.
Απαγορεύεται η νεροποντή και κάθε υγρασία.
Εξαιρούνται τα αποξηραμένα δάκρυα
στο φόρεμα της κηδείας.
[Μάης κι ο ήλιος έκαιγε κείνο το μεσημέρι
και δεν θα ξανανέβαζα
στον θάλαμό σου τη βαλίτσα
τέρμα τα επισκεπτήρια στο μισοτελειωμένο.]
.
Ναι, τα είπαμε τα υγρά, απαγορεύονται.
Ούτε κανένας ζωντανός οργανισμός
εντός σου να σπαράσσει
χτύπος, παλμός κανένας
γιατί στον έλεγχο χτυπάει ο συναγερμός
και έξω βάλλεται εκείνο που αναπνέει.
Καντίκιοϊ – Μόναχο
Μόναχο – Σαλονίκη
Αθήνα – Βόλος – Λεμεσός
μια οικουμένη σύσσωμη σε ασφυξία.
.
Ας επανέλθουμε, λοιπόν, στο μοβ μικρό σου σχήμα…
Δεν βρέχει πια
και οι σταθμοί κανέναν δεν τελειοποιούν·
αντίποινα οι αποχαιρετισμοί
για εκείνο που διαβαίνει.
.
Ταξιδεύω, ταξιδεύεις, συνωστίζομαι.
Εποχούμενη πελμάτων επιστρέφω
πειστήρια συλλέγοντας επάνω σου
σφραγίδες και αριθμούς.
Μες στο συρμάτινο κλουβί που ουδέποτε ανοίγει
το μοβ μικρό σου σχήμα με παρηγορεί.
Είναι, όσο να πεις
μια κάποια δυνατότητα.
ΕΥΤΥΧΙΑ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ
******
11. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ
Σκέψου κι έμενα, είπε, σ’ αυτά τα κίτρινα τοπία
στους σκουριασμένους ναύσταθμους, στα έρημα εργοστάσια
που κατάντησαν φωλιές πελαργών κι αρχαίων μηχανημάτων
.
Σκέψου κι έμενα δίπλα στα σκιάχτρα με τα κουδούνια, ίδια φαντάσματα –
λεπρών -πόσα ν’ αντέξω
σκέψου κι αυτό το άλογο που ήρθε στο μπαλκόνι μας χθες το πρωί
και μας χτύπησε την πόρτα, τον άνθρωπο
με τις μωβ πιτζάμες που περίμενε στη στάση και μας χάρισε ένα ψωμί,
σκέψου κυψέλες
.
Σκέψου κι εμένα, είπε, πίσω απ’ τα λευκά σεντόνια που κάποιος
άπλωσε
σ’ ένα σκοινί πιασμένο στα δοκάρια ενός χειροποίητου τέρματος στον
κήπο σκέψου κι εμένα
μπροστά σ’ αυτό το επιούσιο ψωμί
γιατί προσεύχομαι
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΓΕΛΉΣ
Φωτεινή Βελεσιώτου – Άδεια Βαλίτσα
12. ΑΔΕΙΑ ΒΑΛΙΤΣΑ
Βρέχει στο λιμάνι
Και φυσάει ο αέρας
Νύχτα της Δευτέρας
Και ώρα παγερή
.
Σαν τον επιβάτη
μιας φτηνής βεγγέρας
κάποιας κρουαζιέρας
Σε εποχή νεκρή
.
Εκείνη η βαλίτσα που είχες ξεχάσει
Την πέταξα απόψε και σ’ έχω ξεγράψει
Την άφησα άδεια στις γάτες και στην άγρια παγωνιά
.
Μου είπες θα πάμε στο τέλος του κόσμου
Και βρέθηκα μόνη στο τέλος του πόνου
Στην άκρη του δρόμου, με άδεια βαλίτσα
και καρδιά… Βαριά
.
Μην την περιμένεις
πίσω τη βαλίτσα
Δεν αντέχει πλέον, άλλη αναμονή
.
Έχει ακουμπήσει
Πάνω στα σκουπίδια
Και τον έρωτά σου τον περιφρονεί
.
Εκείνη η βαλίτσα που είχες ξεχάσει
Την πέταξα απόψε και σ’ έχω ξεγράψει
Την άφησα άδεια στις γάτες και την άγρια παγωνιά
.
Μου είπες θα πάμε στο τέλος του κόσμου
Και βρέθηκα μόνη στο τέλος του πόνου
Στην άκρη του δρόμου με άδεια βαλίτσα
και καρδιά… Βαριά
.
Δίπλα απ τον κάδο αναχωρεί
με γρατσουνιές και το λουρί που έχει κοπεί
Θυμήσου πως σου το χα πει
Πως τους φοβάμαι, όσους λεν’
Μαζί… για πάντα
ΣΑΝΝΥ ΜΠΑΛΤΖΗ
******
13. Η ΒΑΛΙΤΣΑ
Στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης
οι υποθέσεις για τα κουρέματα των δανείων
είχαν γίνει ενέδρες στη ζούγκλα
με θύτες δικαστές Βιετκόνγκ
και θύματα πολίτες-κατόχους αμερικάνικων δανείων.
.
Έτσι, όταν ο δικηγόρος ζήτησε αναβολή
κανένας δεν ξαφνιάστηκε
ακούγοντας την πρόεδρο να λέει:
«Θα έπρεπε να ξέρετε ότι
ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
δεν επιτρέπει αναβολές για δεύτερη φορά».
Μα τότε ο συνήγορος ατάραχος απάντησε:
«Τον άλλο μήνα φεύγω από αυτό τον κόσμο
και θέλω χρόνο να ετοιμάσω τη βαλίτσα μου».
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΕΛΙΣΣΆΣ




</a

