Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (491ο): «Εισιτήριο – Αποσκευές – Βαλίτσα»…

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Παντελής Θαλασσινός – Εισιτήριο στην τσέπη σου

1.ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΤΗΝ ΤΣΕΠΗ ΣΟΥ

Ήθελα να ‘μαι η αφή στην άκρη των δακτύλων σου

ό,τι αγγίζεις να ‘χει κάτι κι από μένα

να ‘μαι τη νύχτα η φωνή χαμένων φίλων σου

που λεν τραγούδια παλιά κι αγαπημένα

.

Ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου

όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου

ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου

όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου

.

Ήθελα να ‘μαι η σκιά στην άκρη των βλεφάρων σου

η μόνη λέξη στο παραμιλητό σου

να ‘μαι η πρώτη ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο σου

κι η τελευταία η γουλιά απ’ το ποτό σου

.

Ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου

όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου

ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου

όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου

.

Θα ‘θελα να ‘μαι αστραπή που σβήνει μες στο βλέμμα σου

πάνω στο χέρι η τυχερή γραμμή σου

να ‘μαι κρυμμένος πυρετός μέσα στο αίμα σου

για να ξυπνάω τις φωτιές μες στο κορμί σου

.

Ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου

όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου

ήθελα να ‘μαι εισιτήριο στην τσέπη σου

όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου

ΗΛΙΑΣ ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

******

2. ΚΟΒΕΙ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ

Αγαπώ τα νυχτερινά τρένα,

εκείνα στα οποία, ο εισπράκτορας

αναγκάζεται να κόψει εισιτήριο

στον εαυτό του,

γιατί οι επιβάτες είναι όλοι νεκροί

ή ταξιδεύουν ο ένας στο όνειρο του άλλου.

.

Αγαπώ τα τρένα που δε σταθμεύουν,

τα άδεια μοτέλ,

όπου χασμουριέται το τελευταίο τζουκ- μποξ

του Πέτερ Χάντκε,

την ώρα που ο τελευταίος

εξηγεί στην πληθωρική ιδιοκτήτρια,

ότι η αγωνία του "τερματοφύλακα

πριν το πέναλτι",είναι το τέλος του βιβλίου

που τού 'πεσε στο πάτωμα και σκόρπισε,

αόρατο, σαν τον υδράργυρο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ

Το εισιτήριο – Διονύσης Τσακνής

3. ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ

Νά ‘ναι σα νά ‘μουν έτοιμος. Και νά ‘ναι

σα νά ‘χω χάσει το εισιτήριο. Οι κάβοι

ν’ αφροκοπάν, κι οι αφροί να το κουνάνε

μεσ’ στους καπνούς του – όρνιο – ένα καράβι

Κι εγώ να ψάχνουμαι εδώ χάμω. Κι όλο-όλο

το εισιτήριο να λέω συντρόφοι ωραίοι!…

Και να μην έρχεται μια βάρκα ως το μώλο,

να μη φαινώνται πουθενά οι βαρκαρέοι…

Οι βαρκαρέοι!… Το εισιτήριο!… Να τρέμει

– ζαγάρι εντός μου – η Χαλκίδα και τα όρη.

Κι εκεί να τόχουν συνεπάρει οι ανέμοι

μετέωρο – μες στις αχλές του – το βαπόρι…

Ω διάολε!… Όλα νά ‘χουν χαθεί και νά ‘χουν πάει

 κι οι ανθρώποι δραπετεύσει από τους τόπους,

κι αυτό το πλοίο να τραβάει και να τραβάει

χωρίς μηχανικούς, χωρίς ανθρώπους…

Και χωρίς φώτα. Ακυβέρνητο! Και όλο

να χλιμιντράει στο χάος. Κι ως θα κλαίω

 – κιόλας να ψάχνουμαι, να ψάχνουμαι στο μώλο

κι όλο για κείνο το εισιτήριο να λέω…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ

******

4. ΧΩΡΙΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ

Απ’ την Ερμού σ’ άλλο βαγόνι

ψάχνω το μπαρ και δεν το βρίσκω,

λαθρεπιβάτης, μ’ ένα ρίσκο

που σ’ άλλη σάρκα με σταυρώνει

.

Το τρένο φεύγει στην οθόνη

σαν τη διαφήμιση της Μίσκο·

των φίλων κόλλυβα στο δίσκο,

στις ράγες το ‘στρωσε το χιόνι.

.

Συρμού, Ερμού – μοιάζει με ρίμα

που ‘γραψα μπαίνοντας, πιο νέος·

και πόσα εισπράττει μηνιαίως

.

ο ελεγκτής, που αργά, με βήμα,

ζυγώνει να με βρει, το θύμα

που οφείλει να πληρώσει έως…

ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ, ‘’Ποιήματα’’, 2009

******

5. ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ

1

Δίπλωνε το εισιτήριό της

Στα δύο, στα τέσσερα, στα οχτώ

Μα ήταν η ίδια θρυμματισμένη

Σε δυο, σε τέσσερα, σʼ οχτώ

Σε χίλια δυο

κ ο μ μ ά τ ι α

2

Κράτησε το εισιτήριό του,

εκείνο που τσαλάκωνε

από εκνευρισμό κι αμηχανία στο αστικό,

όσο της αποκάλυπτε τον έρωτά του.

Το είχε κάνει μια μικροσκοπική βεντάλια

απʼ τα τσακίσματα.

.

Το φύλαξε στο πορτοφόλι της

για να ʼχει κάτι δικό του.

Για να θυμάται τη νευρικότητα

που τα δάχτυλά του μετάγγισαν στο μικρό χαρτί,

τη στιγμή της εξομολόγησής του.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΎΤΑΣ, «Ντόρτια», εκδ. Ποιήματα των Φίλων 2012

Μάριος Φραγκούλης – Οι αποσκευές

6. ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Σ' έπαιρνα πάντοτε μαζί μου

όποτε έφευγα μακριά σου

σε ξένη νύχτα

Μια καληνύχτα στη ζωή μου

να ζω μακριά κι όμως κοντά σου

να 'μαι κοντά σου

Κι ήσουν εσύ οι αποσκευές μου

στα μακρινά μου τα ταξίδια

Κι όταν γυρνούσα απ' τις φυγές μου

ήταν καινούργια όλα τα ίδια

.

Ένα κομμάτι ουρανό νοστάλγησα

μου 'λειψες πρόλαβα να πω

και ράγισα

Είδα δυο σύννεφα εδώ

και μ' έφεραν κοντά σου

κοντά σου

Σ' έπαιρνα πάντοτε μαζί μου

όποτε έφευγα μακριά σου

σ' άλλη σελίδα

Πυξίδα να 'χει η επιστροφή μου

να νιώθω μες στην αγκαλιά σου

να 'μαι κοντά σου

Κι ήσουν εσύ οι αποσκευές μου…

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΚΑΡΑΣΟΥΛΟΣ

Λουδοβίκος Των Ανωγείων – Χωρίς Αποσκευές

7. ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Χωρίς αποσκευές γυρίζω

απ’ το ταξίδι της ζωής,

με την καρδιά γεμάτη δρόμους,

ακούραστος προσκυνητής.

.

Είδα σοφούς να απορούνε

κι απλούς ανθρώπους να απαντούν

για το χορτάρι που ανεβαίνει

ακόμα κι όταν το πατούν.

.

Το πιο κουραστικό ταξίδι

το `κανα μέσα μου βαθιά,

βρήκα δε βρήκα εγώ το ξέρω

πετώντας πάνω απ’ τη φωτιά.

.

Κάποτε πήγα να λυγίσω

κι είδα τον Αλεξανδρινό

να δείχνει με το χέρι την Ιθάκη,

ατέλειωτο προορισμό.

.

Χωρίς αποσκευές γυρίζω

απ’ το ταξίδι μιας ζωής,

χωρίς αποσκευές θα φύγω

στο τέλος τούτης της γιορτής.

ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ

******

8. ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Για το θεό, τι είναι αυτό που μου συμβαίνει

και δεν αγαπώ πια κανένα;

Παλιοί συμμαθητές που μαζί ανακαλύπταμε τον κόσμο

τώρα μου προκαλούνε πλήξη και μ’ ένα τηλεφώνημά τους.

.

Σύντροφοι που για να πλάσουμε το μέλλον

μοιραστήκαμε τις ζωές μας μπρος στο θάνατο

τώρα με κάνουν ν’ αποφεύγω

ακόμα και τις τυχαίες συναντήσεις.

.

Φίλοι που μας έδενε αφοσίωση ακατάλυτη

όσο κι αν καταπίεζε, όσο κι αν καταπιεζόταν,

τώρα οι αμοιβαίες εξεγέρσεις

μας άφησαν γυμνούς από περιστατικά και μνήμες.

.

Γυναίκες που κάποια στιγμή τα σώματά μας ελικώθηκαν

λες για πάντα, τώρα τίποτα δεν ξέρουμε

ούτε έχουμε την περιέργεια

για να μάθουμε ο ένας για τον άλλο.

.

Μπορεί και να ‘ναι για καλύτερα,

έτσι βαδίζω προς το τέρμα

χωρίς αποσκευές βαριές

που δυσκολεύουν το περπάτημα.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, “Η ηδονή των παρατάσεων”.

******

9. ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ ΜΟΥ

Απανθρωπιές και τραγωδίες

δεν μου είναι άγνωστες.

Δια πυρός και σιδήρου τις έζησα.

Αν με ψάξεις θα βρεις τα βαθιά τους σημάδια.

Σκοτάδια, καταχνιές και θλίψεις

τα κουβαλάω στις αποσκευές μου.

.

Έχω πιστοποιητικά, συστατικές επιστολές

για δοκιμασίες που άντεξα.

Παίρνω, λοιπόν, το δικαίωμα να στραφώ

και να βιώσω τα φωτεινά και τα χαρούμενα.

.

Το συναπάντημα, το βύθισμά μου στη χαρά

–που τόσο σπάνια συμβαίνει–

είναι δικαίωμα και κερδισμένος χρόνος.

Δεν έχω ενοχές για τις εξάρσεις της χαράς.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ, Θείο κορμί (1994)

Βίκυ Μοσχολιού – Η βαλίτσα

10. ΩΔΗ ΣΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ

Άσαρκα και ενάντια

συνωθούμενα στη θλιβερή ασκητική

συμπιεσμένου σκότους

αφτέρουγα φτερουγίζουν

στη διαλεκτική υποκύπτοντας

προσωρινής αιχμαλωσίας.

.

[Φορέματα αποπλάνησης μεταξωτά

και μεταμεσονύχτια των διάφανων ψευδαισθήσεων

μια πρόνοια βαμβακερή για το αγιάζι

– φυσά εκεί που πας μακριά από τη συνήθεια

κι οι φαεινές ομίχλες επιφυλάσσουν κάποτε

έναν σπινθήρα βέβηλο για τα αρθριτικά.]

.

Τι γυρεύει το Γλωσσικό πλέγμα του Τσελάν

κάτω απ’ την τουρκουάζ μου μπιζουτιέρα

τα πάνινα σανδάλια παραλίας

δίπλα σε οράσεως γυαλιά

μια εγρήγορση παγιδευμένη στο αβέβαιο

είναι εκ φύσεως μυωπική και θολωμένη –

τι γυρεύει μια εικονίτσα χάρτινη

πάνω από τα Depon

κι εσάρπες αφοδράριστες

ν’ αφήνουν άρωμα Chanel στις αποβάθρες;

.

Μια πλάνη απροβάριστη βλασταίνει ετοιμοθάνατη

πίσω απ’ το δίχτυ με το φερμουάρ

– να μη συγχέονται τα καθαρά με τα κηλιδωμένα –

και πια μόνο το άναυδο ακέραιο μεταφέρεται

δεν μεταφέρεται ο ουρανός κι η σκονισμένη λάμψη

τα γεγονότα της απλότητας

κι η τρυφερότητα που δεν εξουσιάζει.

Και το νερό…

.

Απαγορεύεται η νεροποντή και κάθε υγρασία.

Εξαιρούνται τα αποξηραμένα δάκρυα

στο φόρεμα της κηδείας.

[Μάης κι ο ήλιος έκαιγε κείνο το μεσημέρι

και δεν θα ξανανέβαζα

στον θάλαμό σου τη βαλίτσα

τέρμα τα επισκεπτήρια στο μισοτελειωμένο.]

.

Ναι, τα είπαμε τα υγρά, απαγορεύονται.

Ούτε κανένας ζωντανός οργανισμός

εντός σου να σπαράσσει

χτύπος, παλμός κανένας

γιατί στον έλεγχο χτυπάει ο συναγερμός

και έξω βάλλεται εκείνο που αναπνέει.

Καντίκιοϊ – Μόναχο

Μόναχο – Σαλονίκη

Αθήνα – Βόλος – Λεμεσός

μια οικουμένη σύσσωμη σε ασφυξία.

.

Ας επανέλθουμε, λοιπόν, στο μοβ μικρό σου σχήμα…

Δεν βρέχει πια

και οι σταθμοί κανέναν δεν τελειοποιούν·

αντίποινα οι αποχαιρετισμοί

για εκείνο που διαβαίνει.

.

Ταξιδεύω, ταξιδεύεις, συνωστίζομαι.

Εποχούμενη πελμάτων επιστρέφω

πειστήρια συλλέγοντας επάνω σου

σφραγίδες και αριθμούς.

Μες στο συρμάτινο κλουβί που ουδέποτε ανοίγει

το μοβ μικρό σου σχήμα με παρηγορεί.

Είναι, όσο να πεις

μια κάποια δυνατότητα.

ΕΥΤΥΧΙΑ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

******

11. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ

Σκέψου κι έμενα, είπε, σ’ αυτά τα κίτρινα τοπία

στους σκουριασμένους ναύσταθμους, στα έρημα εργοστάσια

που κατάντησαν φωλιές πελαργών κι αρχαίων μηχανημάτων

.

Σκέψου κι έμενα δίπλα στα σκιάχτρα με τα κουδούνια, ίδια φαντάσματα –

λεπρών -πόσα ν’ αντέξω

σκέψου κι αυτό το άλογο που ήρθε στο μπαλκόνι μας χθες το πρωί

και μας χτύπησε την πόρτα, τον άνθρωπο

με τις μωβ πιτζάμες που περίμενε στη στάση και μας χάρισε ένα ψωμί,

σκέψου κυψέλες

.

Σκέψου κι εμένα, είπε, πίσω απ’ τα λευκά σεντόνια που κάποιος

άπλωσε

σ’ ένα σκοινί πιασμένο στα δοκάρια ενός χειροποίητου τέρματος στον

κήπο σκέψου κι εμένα

μπροστά σ’ αυτό το επιούσιο ψωμί

γιατί προσεύχομαι

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΓΕΛΉΣ

Φωτεινή Βελεσιώτου – Άδεια Βαλίτσα

12. ΑΔΕΙΑ ΒΑΛΙΤΣΑ

Βρέχει στο λιμάνι

Και φυσάει ο αέρας

Νύχτα της Δευτέρας

Και ώρα παγερή

.

Σαν τον επιβάτη

μιας φτηνής βεγγέρας

κάποιας κρουαζιέρας

Σε εποχή νεκρή

.

Εκείνη η βαλίτσα που είχες ξεχάσει

Την πέταξα απόψε και σ’ έχω ξεγράψει

Την άφησα άδεια στις γάτες και στην άγρια παγωνιά

.

Μου είπες θα πάμε στο τέλος του κόσμου

Και βρέθηκα μόνη στο τέλος του πόνου

Στην άκρη του δρόμου, με άδεια βαλίτσα

και καρδιά… Βαριά

.

Μην την περιμένεις

πίσω τη βαλίτσα

Δεν αντέχει πλέον, άλλη αναμονή

.

Έχει ακουμπήσει

Πάνω στα σκουπίδια

Και τον έρωτά σου τον περιφρονεί

.

Εκείνη η βαλίτσα που είχες ξεχάσει

Την πέταξα απόψε και σ’ έχω ξεγράψει

Την άφησα άδεια στις γάτες και την άγρια παγωνιά

.

Μου είπες θα πάμε στο τέλος του κόσμου

Και βρέθηκα μόνη στο τέλος του πόνου

Στην άκρη του δρόμου με άδεια βαλίτσα

και καρδιά… Βαριά

.

Δίπλα απ τον κάδο αναχωρεί

με γρατσουνιές και το λουρί που έχει κοπεί

Θυμήσου πως σου το χα πει

Πως τους φοβάμαι, όσους λεν’

Μαζί… για πάντα

ΣΑΝΝΥ ΜΠΑΛΤΖΗ

******

13. Η ΒΑΛΙΤΣΑ

Στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης

οι υποθέσεις για τα κουρέματα των δανείων

είχαν γίνει ενέδρες στη ζούγκλα

με θύτες δικαστές Βιετκόνγκ

και θύματα πολίτες-κατόχους αμερικάνικων δανείων.

.

Έτσι, όταν ο δικηγόρος ζήτησε αναβολή

κανένας δεν ξαφνιάστηκε

ακούγοντας την πρόεδρο να λέει:

«Θα έπρεπε να ξέρετε ότι

ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας

δεν επιτρέπει αναβολές για δεύτερη φορά».

Μα τότε ο συνήγορος ατάραχος απάντησε:

«Τον άλλο μήνα φεύγω από αυτό τον κόσμο

και θέλω χρόνο να ετοιμάσω τη βαλίτσα μου».

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΕΛΙΣΣΆΣ

Πες το μα ποίηση (490ο): «Παντού – πουθενά»…

  1. Παντού

Τζίμης Πανούσης, «Κάγκελα παντού»

Τζίμης Πανούσης, «Κάγκελα παντού»


Δεκαπέντε χιλιάδες και μία
στραβάδια απολύομαι
τριαντά τρία χρονάκια θητεία
στραβάδια απολύομαι

Όλο εμένανε σηκώνει
να πω μάθημα η δασκάλα
θα τη σφάξω σαν κουνέλι
και θα βγω να παίξω μπάλα

Κάγκελα, κάγκελα, κάγκελα παντού
και τα μυαλά στα κάγκελα
του αόρατου εχθρού

Βούλγαροι, Βούλγαροι,
χανούμισσες βαζέλες
όλο το έθνος προσκυνάει
σώβρακα και φανέλες

Είμαστε η αδικημένη
γενιά του εξήντα
δίχως κατοχή και πείνα
χωρίς ρετσίνα

Τα μπούτια σου Μαρία
σκοπιά καψιμί αγγαρεία

Δεκαπέντε χιλιάδες και μία
στραβάδια απολύομαι
τριαντά τρία χρονάκια θητεία
στραβάδια απολύομαι

Μια ζωή παρουσιάστε
σαν εκπαιδευμένος σκύλος
εγώ δε θα πάρω άλλο
φχαριστώ δεν είμαι φίλος

**********************

Κ. Βάρναλης, «Παντού και πάντα κι όποιοι»

Τι κλάμα και κατάρα κι ουρλιαχτό κι αντάρα!
Ήλιος φωτιά, μεσημεριάτης τ’ Αλωνάρη,
φλέγει την άμμο, την ανάσα και τα μάτια.
Μανάδες αραπίνες, μαυρομαντηλούσες

χτυπιούνται χάμου και δαγκάνουνε τα χέρια.
Γέροι και μάνες και μωρά και σκύλοι ουρλιάζουν.
Παντόγυρα ομορφόπαιδα στα γιορτινά τους,
καβάλα και πεζούρα, κι όλα τους καινούρια:
σπαθιά, ντουφέκια και μπαϊράκια — αθανασία!

Χαρούμενα και λεύτερα κι ερωτεμένα,
σε ξένον τόπο ξένοι αφέντες, σταυροφόροι,
στο πανηγύρι του θανάτου χορευτάδες.
Στη μέση ο λόρδος καπετάνπασας, κολόνα
πάνου στον άσπρο βουκεφάλα του, φαρμάκι

κατάχρυσο, θαμπώνει πιότερο απ’ τον ήλιο!
Χέρια λευκά και μάγουλα, μοσκομυρίζει
γαλάζιον αίμ’, αλλού κοιτάει, μακριά λογιάζει.
Άντρας και δυο και τρεις φορές μπρος σε δεμένα
κοπρόσκυλα μα σαν κουρνιάζουνε στο πάρκο

τα κοτσύφια, στον μπάγκο γυναικούλα μέλι.
Τέζα οι ξυπόλυτοι φελλάχοι στη θελιά τους
με μάτια πεταμένα, γλώσσα δαγκωμένη,
ντροπιάζουνε την άγια εικόνα του Κυρίου!
Και στα παλούκια δίπλ’ άλλοι δεμένοι φταίχτες

τους κομματιάζει ο βούρδουλας κι αυτοί σπαράζουν.
Στην αρχή ξεφωνάνε κι ύστερα σωπαίνουν.
Και τα μαύρα καθάρματα, που τους προδώσαν,
τους βαράνε περσότερο και χαχανίζουν.
Όντας ανάσκελα η ξανθή χαρά του Γκαίτε,

η παιδούλα Μπετίνα, κλότσαγε τον ήλιο,
από τον Έλυμπο ψηλά ο μουρντάρης Δίας
κρυφογελώντας χάιδευε τ’ άσπρα του γένια.
Όμοια ο τριπλός των χριστιανώνε Πηλοπλάστης
χαιρότανε να βλέπει τους «αδικητάδες»

να τους κουνάει ο αιώνιος νόμος στον αγέρα
κι άλλους να τους σωριάζει χάμου κρέας κομμένο!
Μεγάλοι «αμαρτωλοί», που θέλανε δικά τους
τα περιστέρια, τα καλυβια, την πατρίδα!
Κι ο σατανάς, που όλο γελάει και μοναχός του,

έκλαιγε τώρ’ απ’ το κακό του: «Οι σατανάδες
του Κάτου Κόσμου τρισχειρότεροι από μένα»!

**************************

«Σε περιμένω παντού» του Τάσου Λειβαδίτη

Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,

μη χάσεις το θάρρος σου.

Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου,

είναι να `χει καρδιά.

Μα η πιο μεγάλη ακόμα,

είναι όταν χρειάζεται να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία,

πλάι στα ονόματα των άστρων και τα καθήκοντα των συντρόφων.

Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα,

θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάι σου.

Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερά και μεγάλα,

σα δυο νύχτες έρωτα, μες στον εμφύλιο πόλεμο.

Α! ναι, ξέχασα να σου πω, πως τα στάχυα

είναι χρυσά κι απέραντα, γιατί σ’ αγαπώ.

Κλείσε το σπίτι. Δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί και προχώρα.

Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται ένα ψωμί στα οκτώ,

εκεί που κατρακυλάει ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων.

Σ’ όποιο μέρος της γης,

σ’ όποια ώρα, εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι

για ένα καινούργιο κόσμο…

εκεί θα σε περιμένω, αγάπη μου!

[ Πηγή: www.lifo.gr ]

******************

Γιώργος Ιωάννου, Παντού Ξεριζωμένος

Σα να ’χω χάσει την πατρίδα μου

– παντού ξεριζωμένος.

Σα να μην έχω πια μητέρα·

έτοιμος πάντοτε να κλάψω,

να διηγηθώ σκληρότητες ανύπαρχτες,

να αναπνεύσω περιβάλλον δυστυχίας.

Και μέσα μου να λιώνω από αγάπη,

να είμαι βέβαιος –αλίμονο– για την καταστροφή.


(Από τη συλλογή του Γιώργου Ιωάννου «Τα Χίλια Δέντρα», 1963)

******************

Ευγενια Τζένη Τσιουγκου, Σ’ ακουω, ΣΕ ΒΛΕΠΩ παντου…

Ακούω τη φωνή σου σε κάθε ήχο,

στον ήχο της βροχής,

στον ήχο της θάλασσας,

στον ήχο των πουλιών,

σε κάθε ήχο που υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο.

Ακούω τα βήματα σου παντού,

Νομίζω ότι έρχεσαι και πάλι σε χάνω.

Σε ψάχνω όταν περπατώ μόνη στους δρόμους,

Προσπαθώ να σε ξαναδώ έστω για ένα λεπτό.

Παρατηρώ όλα τα πρόσωπα που διαβαίνουν δίπλα μου

με την ελπίδα ότι είσαι εσύ,

με τη γλυκιά αγωνία ν’ αντικρύσω τη μορφή σου…

Στο κρύο του χειμώνα και στις στάλες της βροχής

φαντάζομαι ότι κοιτώ τα μάτια σου,

φαντάζομαι ότι το βουητό του βοριά

φέρνει στ’ αυτιά μου τη ζεστή φωνή σου,

ακόμα και στις λιμνούλες που αφήνει η νεροποντή

καθρεφτίζεται το πρόσωπό σου

και μαζί του όλη η αγάπη 
που θέλω να σου προσφέρω.

Στη ζέστη του καλοκαιριού, δίπλα στο κύμα

ατενίζοντας την απεραντοσύνη της θάλασσας,

βλέπω τα μάτια σου κι ας μην είναι γαλάζια…

Τις νύχτες, όταν ο ουρανός είναι καθαρός,

κοιτάζω τ’ αστέρια και το φεγγάρι

κι εύχομαι εκείνη τη στιγμή να τα κοιτάς κι εσύ

μήπως και μέσα στη λάμψη τους δω επιτέλους το βλέμμα σου,

μήπως στη σελήνη φανεί ζωγραφισμένο το χαμόγελό σου.

Παρακαλώ να κοιτάς το ίδιο αστέρι που κοιτώ κι εγώ,

άραγε έτσι θα μπορέσεις να νιώσεις

ότι σ’ αγκαλιάζει η απέραντη αγάπη μου;…

Ενώ ξέρω ότι λείπεις,

κάτι δεν μ’ αφήνει ν’  εγκαταλείψω την προσπάθεια.

Κι εκεί που νομίζω ότι θα σε δω,

έρχεται πάλι η σκληρή απογοήτευση.

Έχω κάνει λάθος…

Γιατί επιμένω τόσο;

 Ακούω τη φωνή σου,

ακούω τα βήματά σου,

με παραπλανεί η αγαπημένη σου ανάμνηση

που μ’ αγκαλιάζει ολόκληρη

και οδηγεί την καρδιά μου και το βλέμμα μου να σ’ αναζητούν.

Ένας χορός η ανάμνησή σου

και κάνει στροφές γύρω απ’ το είναι μου

όταν πιστεύω μάταια

ότι κάπου εκεί σ’  ένα δρομάκι κοντινό έχεις περάσει.

Σε περιμένω……

Σ’ ακούω παντού……

Σε βλέπω παντού…….

Υπάρχεις μέσα μου και παντού……..

*******************

Βασίλης Βασιλικός, «Παντού ακούω τη σιωπή»

Παντού ακούω τη σιωπή.

Στη λιτανεία των κυμάτων,

στη μέρα που σβήνει στης νύχτας τη διαδοχή.

Παντού ακούω τη σιωπή.

Στη γη που περιγράφει τον ήλιο

Και στων άστρων την επαγρύπνηση.

Παντού ακούω τη σιωπή.

Στ’ ακατάχτητα βουνά που καταχτούν το φως

Στη σκιά που απλώνεται και τρικυμίζει.

Παντού ακούω τη σιωπή.

Πίσω απ’ τις φωνές των ανθρώπων,

μπρος από κάθε θόρυβο.

Παντού με ακούει μια σιωπή.

Παντού με προσμένει μια σιωπή.

Μια ατέλειωτα απλωμένη σιωπή

το τέλος κι η αρχή της σιωπής μου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Βασίλης Βασιλικός: Τα Ποιήματα (2006)

2. Πουθενά

Γιωργος Μαργαρίτης,  Δρόμοι Του Πουθενά

Χ. Δέτσικας, «Δρόμοι Του Πουθενά»

Κλείνω τα μάτια ν’ ακούσω τη φωνή σου
Κλείνω τα μάτια να νιώσω το φιλί
Κι αν έκλεψα ανάσα απ’ τη δική σου
Ήτανε νύχτα και τώρα είναι πρωί

Δε με νοιάζει, μη σε νοιάζει
Οι δρόμοι που τραβάμε
κι ο δικός σου κι ο δικός μου
Στο πουθενά μας πάνε



Κλείσε τα μάτια τώρα είναι η σειρά σου
Νιώσε τον πόνο άγγιξε την πληγή
Κι αν νόμιζες για λίγο πως σου ανήκω
Ήτανε νύχτα και τώρα είναι πρωί

Δε με νοιάζει, μη σε νοιάζει
Οι δρόμοι που τραβάμε
κι ο δικός σου κι ο δικός μου
Στο πουθενά μας πάνε

Δε με νοιάζει, μη σε νοιάζει
Οι δρόμοι που τραβάμε
κι ο δικός σου κι ο δικός μου
Στο πουθενά μας πάνε

******************

΄΄Δεν θα βρεις την ποίηση πουθενά, αν δεν κουβαλάς λίγη μαζί σου.΄΄.

| JOSEPH JOUBERT |

**************************

Ειρήνη Πυλαρινού, «Το πουθενά»

Το πουθενά υπάρχει παντού γύρω μου
μέσα σε κάθε λέξη σε κάθε χειρονομία
σε κάθε μικρή ή μεγάλη συνάντηση
σε κάθε τρυφερό ή βίαιο άγγιγμα σε
κάθε ευγενικό κάλεσμα, σε κάθε ματιά
σε κάθε πανηγυρική ήττα σε κάθε
καθηλωτική εξαφάνιση, ερχομό ή φυγή.
Το πουθενά είναι ένας ολόκληρος
κόσμος από σημεία στο πουθενά
εμφανίζεται από το πουθενά
καταλήγει στο πουθενά χωρίς
ενδιάμεση διαδρομή, αφήνοντας
πίσω του μια παράξενη δύναμη από το πουθενά.

Αυτή τη δύναμη παίρνω από το πουθενά.

*****************

Μανώλης Λιδάκης, Δεν είσαι πουθενά

Βάσω Αλαγιάννη, «Δεν είσαι πουθενά»

Είπα να γράψω ένα τραγούδι

και ήρθες στο νου μου εσύ

είπα να κόψω ένα λουλούδι

κι ήρθες στο νου μου πάλι εσύ.

Σε ψάχνω μες στον κόσμο

δεν είσαι πουθενά

ανάβω όλα τα φώτα

και είναι σκοτεινά.

Έφυγες δίχως ένα γεια σου

χωρί ς εξήγηση

κι έμεινα με το άρωμά σου

και με πικρή τη θύμηση.

Μαίρης Πέστροβα, Παντού και πουθενά

σήμερα κουράστηκα

έβλεπα ανθρώπους

πολλούς

ομιλούντες

-μα τι λέγαν αλήθεια-

τόσες λέξεις

ερωτηματικά,

θαυμαστικά

πάσχιζαν να περιγράψουν

αυτά που ήθελαν να πουν

κάποιος απ’ αυτούς

έγινε δέντρο

ρίζωσε

άπλωσε τα χέρια-κλαδιά

και έμεινε να τον χτυπά

ο αγέρας

άλλος έγινε πέτρα.

βρέθηκε στο χέρι ενός παιδιού

και ρίχτηκε πέρα μακριά

στην άκρη ενός ποταμού

εκείνη έγινε πνοή

-και πώς να την περιγράψεις;-

ζούσε παντού

και πουθενά

εγώ πάλι

κουράστηκα.

έζησα τόσες γεννήσεις

και θανάτους,

που κουράστηκα…

Πες το με ποίηση (489ο): «Κλαίω – Κλάμα»

1.ΔΕΝ ΚΛΑΙΩ ΓΙ’ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΟΥ ΄ΧΕΙΣ ΠΑΡΕΙ

Σε βρήκα για μια νύχτα μόνη

και πότε θα σε ξαναβρώ,

η θύμησή σου με σταυρώνει

σ’ έναν κατάφωτο σταυρό.

.

Δεν κλαίω γι’ αυτά που μου ‘χεις πάρει

γι’ αυτά που μου ‘χεις αρνηθεί

μου ‘χεις χαρίσει ένα φεγγάρι

γαλάζιο, ανείπωτο, βαθύ.

Δεν κλαίω γι’ αυτά που μου ‘χεις πάρει.

.

Στη τρυφερή σου την παλάμη

κουρνιάζουν τα χρυσά πουλιά

και μου ‘χουν λείψει τα φιλιά.

.

Δεν κλαίω γι’ αυτά που μου ‘χεις πάρει

γι’ αυτά που μου ‘χεις αρνηθεί,

μου ‘χεις χαρίσει ένα φεγγάρι

γαλάζιο, ανείπωτο, βαθύ.

Δεν κλαίω για αυτά που μου ‘χεις πάρει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Ω! Μη με βλέπετε που κλαίω – Μαρία Πολυδούρη

2. Ω, ΜΗ ΜΕ ΒΛΕΠΕΤΕ ΠΟΥ ΚΛΑΙΩ


Ω, μη με βλέπετε που κλαίω,
δεν έχω θλίψη στην ψυχή μου.
Ό,τι είχα στη ζωή μου ωραίο
χάθηκε κ’ είμαι μοναχή μου.
.
Είνε η ζωή μου χωρίς χάρη,
χωρίς χαρά και χωρίς λύπη.
Κι’ αν τη ματιά δε μούχουν παρει,
ο λογισμός μου πάντα λείπει.
.
Με τις σκιές μαζί γυρίζω.
Η μοναξιά πλατιά με ζώνει.
Τους τόπους πια δεν τους γνωρίζω.
Νοιώθω πυκνό να πέφτη χιόνι.
.
Τίποτε εδώ δε με πλανεύει.
Τίποτε εκεί δε μ’ οδηγάει.
Η σκέψη μου όλο και στενεύει,
ενώ η καρδιά μου όλο λυγάει.
.
Ω, μη με βλέπετε που κλαίω,
κάποια παλιά συνήθεια θάναι.
Τα μυστικά μου όλα σας λέω,
τώρα που πια δε με μεθάνε.

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

******

3. ΜΑΥΡΗ ΓΡΑΒΑΤΑ

Πότιζε συ τη γλάστρα
κι άσε να κλαίω.
Μόνο γράφε του λόγους,
μήπως κι οφείλω κι άλλη λύπη.
Θέλω να έχω τη συνείδησή μου ήσυχη
πως βασανίστηκα για όλα.

.

Γράψε πως κλαίω για έναν καθρέφτη.
Άλλοτε διακοσμητικό στοιχείο,
μαντείο τώρα.
Για την ξερή καληνύχτα
που λεν οι μικρές πιθανότητες
και ξοφλάνε.

.
Γράψε πως κλαίω για το παράθυρό σου,
κλειστό κι ακαλημέριστο
και μελαγχολικό εκ γενετής του.
Για τα πουλιά της τελευταίας δεκαετίας.
Τον τρόμο τους με τις κεραίες τηλεοψίας.
Για την προσαρμογή τους ύστερα,
και τα πετάγματά τους
σ’ αυτά τα σιδερένια δέντρα.
Που μάθανε να τραγουδούν σε σιδερένιους κλώνους.

Γράφε.

Γι’ αυτό το Σαββατόβραδο που θάφτηκε
ανάμεσα σε δύο κυπαρίσσια
Στη Φραγκόκλησα.
Για το φεγγάρι που πενθεί – φοράει
μαύρη γραβάτα σύννεφο,
γράψε πως κλαίει.

.
Κλαίω γιατί με ρώτησες
αν είδα την πανσέληνο.
Όχι, τίποτα ολόκληρο δεν είδα και δεν έζησα.

.
Κλαίω που τα παιδιά κρατούν τη σάκα τους
σαν τελειωμένη κιόλας γνώση,
και στων αγίνωτων ωρών
την τρυφερή καθησύχαση δεν πάνε
και δεν παίζουν.

.

Γράψε πως κλαίω για τις μητέρες.
Τις πιο παλιές μητέρες μου.
Τις λεπτές κι όμορφες,
των παραθύρων ερωμένες,
αρπίστριες του αγναντέματος,
που τις επήρε απρόφταστες ο θάνατος
κι αυτές μακροημερεύουν μητρικές
σε σαλονιού φωτογραφίες
και σε κεντήματα.

.

Κλαίω γιατί ανάψανε τα φώτα
κι η Κυριακή κουλουριασμένη γάτα
στο παράθυρό μου.
Ο φόβος βάζει τα καλά του
και περιμένει.

.

Γράφε.
Πως κλαίω για τους τυφώνες,
το λίγο φαΐ
το κάθε Λίγο,
για τους σεισμούς
χωρίς προειδοποίηση.

.
Κλαίω επειδή χαμένη πάει
η είδηση που μου ’φερες
πως είδες χθες την πρώτη πεταλούδα.
Κλαίω γιατί δεν είναι είδηση το εφήμερο.

.

Γράφε. Κλαίω
επειδή η τύχη κλείστηκε στο σπίτι της,
η αναβολή έφτασε στον δήμιο,
το παγούρι έχει φτάσει στην έρημο,
η νεότης έχει φτάσει στη φωτογραφία.
Κλαίω γιατί ποιος ξέρει ποιος θα κλείσει
των ημερών μου τα μάτια.

.

Πότιζε συ τη γλάστρα
κι άσε να κλαίω επειδή…

 ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Το Λίγο του Κόσμου, 1971

*******

4. ΠΑΝ-ΚΛΑΜΑ 

Τι συμβαίνει;
Και τι προαιώνια έχθρα το χωρίζει
από αυτό που δε συμβαίνει;
Μόνον ένας νεκρός,
μόνον ένας νεκρός δικαιούται
να μην απαντήσει.

.

Ετοιμάζω μεγάλο ταξίδι.
Με τις ίδιες κινήσεις που κάνει κανείς
όταν μένει.
Στη βαθιά, μακρινή αλλαγή μου πηγαίνω.

.

Τι συμβαίνει;
Τι έχει κλάψει τόσο πολύ
κι αν είν’ έτσι γλιστερό ό,τι βαδίζεται;
Τα μάτια ποιου τελειωμένου
έχουν κλάψει και ποιο Τέλος
αντέχει να πει στην Αρχή δε σε γνωρίζω;
Κι αυτά τα μεταξύ αρχής και τέλους
ποιος πατριός χρόνος
ποια μητριά κατάταξη
θα τα περιμαζέψει
και ποια μνήμη θα κλάψει γι ’αυτά;

.

Ετοιμάζω μεγάλο ταξίδι,
με τις ίδιες κινήσεις που κάνει κανείς
όταν μένει.
Θα μπορέσω να φτάσω
στη βαθιά μακρινή αλλαγή μου
έτσι που γλιστράει ό,τι βαδίζεται;

.

Τι συμβαίνει;
Ποια Καθυστέρηση ερωτεύθηκε Το Έγκαιρο
κι εκείνο της φωνάζει άσε με ήσυχο
παλιόγρια;
Και πόσο γι’ αυτό η Καθυστέρηση
έχει κλάψει, έτσι ώστε
αργά και γλιστρώντας
να πηγαίνω στη βαθιά μακρινή αλλαγή μου;

.

Ετοιμάζω μεγάλο ταξίδι
με τις ίδιες κινήσεις που κάνει κανείς
όταν μένει,
ακριβώς όπως μένει κανείς
με τις ίδιες κινήσεις που κάνει όταν φεύγει.
Θα μπορέσω να φτάσω
στη βαθιά μακρινή αλλαγή μου
έτσι που έχουν κλάψει οι ίδιες κινήσεις
και γλιστράει ο άλλος σκοπός τους;

.

Τι συμβαίνει;
Ποιο πρόσωπο νεκρό τιμούν
τόσες ομοβροντίες κατόπτρων;
Ποια ρυτίδα εξεράγη
και το σκότωσε;
Και ποια φωτογραφία θρηνεί
κι ορκίζεται να πάρει εκδίκηση
και ποιο αμετάτρεπτο
έχει κλάψει γι’αυτά
κι είναι το πού να πάω
αποκλεισμένο και βρεγμένο
ως το κόκκαλο;

.
Ποιος χτύπησε
τις άγριες τρομαγμένες φωνές μου
κι έτρεξαν να σωθούν
στη βαθιά μακρινή αλλαγή μου
κλαίγοντας;
Στη βαθιά αλλαγή μου που ορκίζεται
να πάρει εκδίκηση;
Τι είπα κάποτε;
Ποια διήγηση λέει τελείωσα
και ποιο άδειο ακροατήριο
έχει κλάψει;

.
Τι πανκλάμα!

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Το τελευταίο μου σώμα, 1981

ΟΤΑΝ ΒΛΕΠΕΤΕ ΝΑ ΚΛΑΙΩ-ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ

5. ΟΤΑΝ ΒΛΕΠΕΤΕ ΝΑ ΚΛΑΙΩ

Όταν βλέπετε να κλαίω

κάπου μέσα μου πονεί

πληγωμένο αηδονάκι

που του πήραν τη φωνή

.

Όταν βλέπετε να πίνω

στης ταβέρνας τη γωνιά

θέλω λίγο να ζεστάνω

της καρδιάς την παγωνιά

.

Κι όταν δείτε να γελάω

σαν το ξένοιαστο παιδί

σαν παλιά πως μ’ αγαπούσες

στ’ όνειρό μου θα ‘χω δει

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

******

6. ΤΟ ΚΛΑΜΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ

Κάπου μακριά— τη νύχτα—

το κλάμα ακούστηκε

ενός παιδιού.

Ήταν τόσο αδύναμο

που έφτασε και στο φεγγάρι

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΕΡΑΜΙΔΗΣ

Γιάννης Αγγελάκας – Σιγά μην κλάψω

7. ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΚΛΑΨΩ

Μου λεν αν φύγω από τον κύκλο θα χαθώ
Στα όρια του μοναχά να γυροφέρνω
Και πως ο κόσμος είν‘ ανήμερο θεριό
Κι όταν δαγκώνει εγώ καλά είναι να σωπαίνω

.

Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
Μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω
Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
Είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω

.

Μα εγώ μ’ ένα άγριο περήφανο χορό
Σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω
Σιγά μην κλάψω σιγά μη φοβηθώ
Σιγά μην κλάψω σιγά μη φοβηθώ

.

Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό
Θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω σιγά μη φοβηθώ
Σιγά μην κλάψω σιγά μη φοβηθώ

.

Μου λεν αν φύγω πιο ψηλά θα ζαλιστώ
Καλύτερα στη λάσπη εδώ μαζί τους να κυλιέμαι
Και πως αν θέλω περισσότερα να δω
Σ’ ένα καθρέφτη μοναχός μου να κοιτιέμαι

.

Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
Μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω
Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
Είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ

Πάνος Κατσιμίχας & Γιάννης Νικολάου – Κλαίω Γιατί Δεν Έζησα

8. ΚΛΑΙΩ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΖΗΣΑ

Μέσα στου κόσμου τις φωτιές, γυρνάμε διχασμένοι

Μοιραίοι κι ήρωας μικροί, γι’ αυτό λησμονημένοι

.

Πόνο τον πόνο μέτρησα, αλλά δεν βρήκα άκρη,

Αξίζει αν πληρώνεται μία ζωή με δάκρυ;

.

Σκύψε πάνω από τα χείλη μου να δεις αν ανασαίνω

κλαίω γιατί δεν έζησα, δεν κλαίω που πεθαίνω

.

Κι ύστερα σαν έφτασα στης απονιάς το τέρμα

Είδα και πάλι να νικά ψυχούλα μου το ψέμα

.

Πόνο τον πόνο μέτρησα, αλλά δεν βρήκα άκρη,

Αξίζει αν πληρώνεται μία ζωή με δάκρυ;

.

Σκύψε πάνω από τα χείλη μου να δεις αν ανασαίνω

κλαίω γιατί δεν έζησα, δεν κλαίω που πεθαίνω

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΡΕΚΑΣ

******

9. ΚΛΑΙΕΙ 

Κλαίει και στο κλάμα της ηχούν
οι πόνοι όλου του κόσμου. Ψίθυροι, βόγγοι
ελάχιστοι, λυγμοί περαστικοί, κι άλλοι
εξ αρχής βαθύρριζοι, ολοφυρμοί
βγαλμένοι από αρχαίες σπηλιές
κι από κρυψώνες. Κλαίει
και στο κλάμα της φυσούν
στ’ αυτιά μου όλοι οι αέρηδες, με τρώει
κακιά φωτιά, πνίγουνε σύννεφα βαριά
το λίγο φως μου.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

******

10. ΕΦΥΓΕ Η ΦΙΛΕΝΑΔΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΚΛΑΙΩ

Έφυγε η φιλενάδα μου και κλαίω 
η φιλενάδα μου έμεινε εκεί που πήγε 
δεν κλαίω πια
κάθε βράδυ πριν πέσω της γράφω γράμματα για μας εδώ 
φιλενάδα της γράφω μας ξέχασες 
δεν τα στέλνω

.
η φιλενάδα μου δεν ξέρει τίποτα για μας εδώ 
θα σ’ τα διαβάσω μαζεμένα ένα βράδυ 
ή ένα απόγευμα νωρίς και μάλλον θα ψιλοβρέχει 
ύστερα θα φύγει πάλι ως το τέλος 
σήμερα είδα το Θάνο με την κόρη του στο πάρκο 
ίδιος μου ‘λεγε είναι 
άρχισα να τρέχω για να τον προλάβω 
κι όταν έφτασα τίποτα δε μου ‘ρχότανε να πω 
γύρισα σαν χαζή κι έκατσα σ’ ένα παγκάκι άναψα και τσιγάρο 

.
ύστερα ήρθε κι έκατσε κοντά ένας φαντάρος 
έλυσε τα κορδόνια απ’ τις αρβύλες του 
ξεκούμπωσε λίγο το μπουφάν του 
κι εγώ φοβήθηκα μην τόνε δει κανένας και τον γράψει και
του το ‘πα 
χάρηκε που του μίλησα κι αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε
για το στρατό 
και τέτοια 
και τόνε κοίταζα

.
μη σου περάσει τίποτα απ’ το νου 
όμως εγώ θυμόμουνα τον αδερφό μου το μεγάλο 
όταν επήγα να τόνε δω πρώτη φορά στην Κόρινθο 
με κείνα τα ψηλά τακούνια 
κι έβρεχε και βουλιάζανε στη λάσπη 
κι όταν τον είδα να ‘ρχεται από μακριά έκλαιγα και γελούσα 
[…]

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

Πες το με ποίηση (488ο): «Μένω»…

Ελευθερία Αρβανιτάκη – Μένω εκτός 


Λίνα Νικολακοπούλουμ «Μένω εκτός»

Μένω εκτός, θυμάμαι ονόματα
τρέχω με ταχύτητα φωτός
μένω εκτός, σαν κάτι στόματα
που `διωξε απ’ τον κόσμο ένας λωτός

Τα βράδια μου τα εργένικα
τραγούδια λέω αρμένικα
θέλω να γυρίσω
μα ο παράδεισος κλειστός

Τα βράδια μου τα εργένικα
τραγούδια λέω αρμένικα
θέλω να μιλήσω
μα ειν’ ο τόπος μου σβηστός

Μένω εκτός, μιλάω με σύρματα
στη σιωπή ζυγιάζω σαν αϊτός
μένω εκτός, σαν κάτι σχήματα
που `φτιαξε στην άμμο ένας πιστός

*********************

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

 Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού

******************

Πάμπλο Νερούδα: «Εγώ θα μείνω με τους εργάτες να τραγουδήσω»

Εγώ θα μείνω με τους εργάτες να τραγουδήσω
(…) για των ψαράδων τον ωκεανό,
για το ψωμί των παιδικών μας αηδονιών,
και για την αγροτιά και για τ’ αλεύρι μας,
τη θάλασσα, το ρόδο και το στάχυ,
τους σπουδαστές, τους ναύτες, τους φαντάρους,
για όλους τους λαούς σ’ όλους τους τόπους,
για τη λυτρωτική τη θέληση
των πορφυρών λαβάρων της αυγής.
Πάλεψε πλάι μου, κι εγώ θα σου χαρίσω τα όπλα όλα της ποίησής μου…

*************************

Νίκος Πορτοκάλογλου, «Δε μένω πια εδώ»

Νίκος Πορτοκάλογλου, «Δε μένω πια εδώ»

Λες να περιμένουμε
το φως άλλης μιας μέρας
Ανοίγεις τα παράθυρα
ν’ αλλάξει ο άερας

Μα έσβησε η φλόγα
το σπίτι σκοτεινό
βαρέθηκα τα λόγια
και φεύγω πρώτα εγώ

Δε μένω πια εδώ
σ’ έναν κόσμο γκρεμισμένο,
Δε μένω πια εδώ
κι ούτε ξέρω πού πηγαίνω

Μια ζωή κουράστηκα
μαζί σου να παλεύω
Φτάνει πια να έρχεσαι
μονάχα όταν φεύγω

Θα μείνω τώρα μόνη
σε άλλη γειτονιά
και ειν’ αυτός ο πόνος
α
ρρώστια και γιατρειά

Δε μένω πια εδώ
σ’ έναν κόσμο γκρεμισμένο,
Δε μένω πια εδώ
κι ούτε ξέρω πού πηγαίνω

Δεν είναι η ζήλεια που μας χώρισε,
δεν είναι αυτό που με πονά
Είνη αγάπη που δε χώρεσε
Τα πιο βαθιά μας μυστικά

**********************

Φώτης Αγγουλές, «Μείνε φτωχός»

Συδαύλιζε μ’ ό, τι μπορείς
της πίστης σου το πυροφάνι
και μια χαρά να σού ‘μείνε
κάψτην και κείνη.

Μείνε φτωχός μείν’ άχαρος
μείνε ό ,τι να ‘ναι, φτάνει
στα σκοτεινά η ψυχή σου να μη μείνει.
Άκου το σκλάβο πώς βογκά
άκου τον κόσμο πώς στενάζει
κάτι πεθαίνει μέσα του,
κάτι γεννιέται, κάτι αλλάζει.

**********************

Φώτης Αγγουλές – Πάνος Τζαβέλλας – Μείνε 

Φώτης Αγγουλές «Μείνε»


Γλίστρισε κρυφά να μην το πάρει
είδηση ο φρουρός μου π΄ αγρυπνά
κι ήρθε μεσ’ τη νύχτα το φεγγάρι

Ήρθε και με βρήκε λυπημένο
κι ήτανε το χάδι του απαλό
σαν γυναίκειο χέρι αγαπημένο

Μείνε στο φτωχό μου το κελί
φεγγαράκι, τι να σε τρατάρω;
Δεν μου μένει πια παρά η ψυχή
κι έχω τόσο ανήφορο να πάρω

********************

Βασίλης Λέκκας, «Εδώ θα μείνω»

Κώστας Μπαλαχούτης, «Εδώ θα μείνω»

Μπαίνω στο μυαλό σου μη ρωτάς γιατί
στο ακρογιάλι των ματιών σου πίνω τη ζωή.
Μπαίνω στο μυαλό σου μνήμη κι ενοχή
μέσα στις λέξεις των χειλιών σου έγινα σιωπή.

Εδώ θα μείνω άγρια η θάλασσα
σκαρί θα γίνω κόντρα στον καιρό.
Τα πάντα δίνω όλα μου τα κύτταρα
λένε σ’ αγαπώ.

Μπαίνω στο κορμί σου χώρα εχθρική
στις αρτηρίες του λαιμού σου μια διαδρομή.
Μπαίνω στο κορμί σου να κι η φυλακή
κι αν αγνοώ τον κίνδυνο σου φταίει η στιγμή.

Εδώ θα μείνω άγρια η θάλασσα
σκαρί θα γίνω κόντρα στον καιρό.
Τα πάντα δίνω όλα μου τα κύτταρα
λένε σ’ αγαπώ.

****************************

Κωνσταντίνος Μούσσας «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του μείνε»

Αποφάσισα να μείνω.

Μάζεψα λοιπόν τα φρεσκοπλυμένα γράμματά μου,

μερικά ζευγάρια μολύβια,

να έχω ν’ αλλάζω διαθέσεις,

το καλό μου χάρτινο πουκάμισο

και βέβαια τ’ άνετα παπούτσια, τα κατάλληλα

για πρωινές αναρριχήσεις στα όνειρα.

Αν μείνω λοιπόν μαζί σου.

Πού να μετακομίζω τώρα

σε καινούργια λύπη;

Κι ύστερα να σβήνω από την αρχή

γραμμένες σελίδες,

να βάφω εξώφυλλα και δωμάτια μουχλιασμένα

ν’ αλλάζω την εντοιχισμένη συνείδηση;

Θα μείνω για να φεύγουμε μαζί

κάθε μέρα όλο και για πιο κοντά

και πάντα για εδώ,

ώσπου να ξεχάσω,

πως είναι η αγωνία του προορισμού

και η νοσταλγία της επιστροφής.

*Από την ποιητική συλλογή «Τροπικοί δείκτες», εκδ. Αλεξάνδρεια

*********************

Μπομπ Ντύλαν, [Απόψε Κοντά Σου Θα Μείνω]

Μπομπ Ντύλαν, Tonight I’ll Be Staying Here with You
[Απόψε
Κοντά Σου Θα Μείνω]

Το εισιτήριό μου απ’ το παράθυρό σου πέτα
Και τη βαλίτσα επίσης, σ’ το λέω νέτα-σκέτα
Κι από την πόρτα πέταξε όλα τα βάσανά μου
Τίποτα από δαύτα δεν χρειάζομαι, καρδιά μου
Μονάχα κάτι έχε μου να πίνω
Γιατί απόψε κοντά σου θα μείνω

Θα ’πρεπε να ’χω αφήσει την πόλη αυτή απ’ το πρωί
Μα δεν μπορούσα να το κάνω ούτε στιγμή
Ω, η αγάπη σου είναι τόσο δυνατή
Κι όλη μέρα περίμενα, δίχως να με νοιάζει τι θ’ απογίνω
Ναι, περίμενα απόψε κοντά σου να μείνω

Είναι στ’ αλήθεια κανείς να απορεί
Ένας ξένος τι αγάπη να δεξιωθεί μπορεί
Μ’ έκανες δικό σου με κόλπα μαγικά
Και είναι δύσκολο να φύγω πια

Ακούω το τρένο να σφυρίζει
Βλέπω και τον σταθμάρχη εκεί να τριγυρίζει
Αν υπάρχει κάνας φουκαράς πιτσιρικάς
Δώστε του τη θέση μου μεμιάς
Όχι, κούκλα μου, δεν φεύγω, δεν σ’ αφήνω
Γιατί απόψε κοντά σου θα μείνω

Το εισιτήριό μου απ’ το παράθυρό σου πέτα
Και τη βαλίτσα επίσης, σ’ το λέω νέτα-σκέτα
Κι από την πόρτα πέταξε όλα τα βάσανά μου
Τίποτα από δαύτα δεν χρειάζομαι, καρδιά μου
Μονάχα κάτι έχε μου να πίνω
Γιατί απόψε κοντά σου θα μείνω

********************************

Μενέλαος Λουντέμης – Η ψυχή μου έμεινε εξορία

«Απόψε είχαμε πλημμύρα…»
( Από γράμμα τους)

Ακούστε εσείς.
Εσείς που κοιμηθήκατε κι απόψε στα ζεστά,
σβήνοντας με μια κίνηση το φως.
Σαν τους θεούς που παίζουν τη «Δημιουργία»


(«Γεννηθήτω φως» — και εγένετο). Ακούστε με!

Τούτη την άναρθρη νύχτα που σωπαίνουν οι λύκοι –
γιατί ουρλιάζουν οι άνθρωποι. Ακούστε με.
Εσείς που κοιμάστε αγκαλιά με τα όνειρα.
Εσείς που σας φιλά στο στόμα η Ζωή.
Που σας χαϊδεύει με το μετάξι της. Εσείς.
Ακούστε με!

********************************

Ν. Μαμαγκάκης – Ε. Αρβανιτάκη, «Μείνε κοντά μου»

Γ. Ιωάννου, «Μείνε κοντά μου»

Μείνε κοντά μου απόψε, η νύχτα είναι το παν
η νύχτα είναι μαχαίρι γι αυτούς που αγαπάν
Μες το σκοτάδι νοιώθω καυτό το σώμα σου
το ψάχνω το χαϊδεύω φiλώ το στόμα σου.

Το αδειανό κρεβάτι φρικτό μαρτύριο
κοντά μου δεν θ’ ακούσεις το σιωπητήριο.
Πάτα το μηχανάκι για τη μονάδα σου
εγώ θα ‘μαι για πάντα η φιλενάδα σου.

Σαν έρχεται η μέρα βλέπω το ρήμαγμα
την αδειανή ζωή μου και το ξετίναγμα.
Μείνε κοντά μου απόψε έστω για μια φορά
και το πρωί λεβέντη μου βγες στην αναφορά.

**************************

Κλείτος Κύρου, Κάτι που έμεινε

Η ώριμη στιγμή του χωρισμού
Μας πρόφτασε βιαστικά
Φορέσαμε κι οι δυο από ένα χαμόγελο
Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας
Και ξεφυλλίζαμε
Τις μέρες που θα ’ρθουν
Βέβαια
Ήταν άσχημο να το συλλογιστώ
Πως τα χέρια μου
Δεν θα τύλιγαν πια
Τις γραμμές του κορμιού της
Άνοιξε την τσάντα
Και μου επέστρεψε δυο βιβλία
Ένα κίτρινο πουκάμισο
Και μιαν αλυσίδα
Λοιπόν
Τώρα δεν έχω πια τίποτα δικό σου
Και συ νομίζω δεν έχεις τίποτα δικό μου

Δεν απάντησα
Μου έσφιξε τα χέρια
Κι απομακρύνθηκε

Δεν έχεις πια τίποτε δικό μου
Κι όμως
Τη θύμησή της
Τη δίπλωσα προσεχτικά
Και την κρατώ ακόμα

Από τη συλλογή Αναζήτηση (1949) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

******************************

Μίλτος Σαχτούρης, «Έμεινε»

Έμεινε ξεκομμένος στον Ουρανό
σ’ αυτή την τόσο μακρινή πολυχρωμία
μ’ ένα μικρό ασπρόμαυρο γατάκι σαν πουλί
και μια μεγάλη μαύρη πεταλούδα σαν ομπρέλα
«Οι μεγάλοι σιδερένιοι δρόμοι κάτω τόσο πολύ πίκρα μάς πότισαν
–κάθε τόσο τους άκουγαν να λένε
– τόσο πολύ πίκρα μάς πότισαν τόσο πολύ πίκρα μάς πότισαν»

Πες το με ποίηση (487ο): «Κλέβω – κλέφτης»…

Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Γεράσιμος Ανδρεάτος – Λόγια Κλέβω Από Τηv Μέρα

1.ΛΟΓΙΑ ΚΛΕΒΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΡΑ

Λόγια κλέβω απ’ τη μέρα στα περνώ στο χέρι βέρα

Λόγια ακριβά, λόγια ακριβά, λόγια ακριβά

.

Γράφω μέσα το όνομά σου τα χρυσά τα αρχικά σου

Σκάβω στην καρδιά, σκάβω στην καρδιά, σκάβω στην καρδιά

.

Τριαντάφυλλο και ξύδι σβήνω μέσα το λεπίδι

Για να μην πονά, για να μην πονά, για να μην πονά

.

Στάζω όλος το όνομά σου τα χρυσά τα αρχικά σου

Την τρελή γενιά, την τρελή γενιά, την τρελή γενιά

ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΚΟΝΗΣ

******

2. Η ΚΛΟΠΗ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΟΣ

Το φάντασμά μου τώρα αναζητώ

κλεμμένο απ’ το σκελετό μου

το φάντασμα που πέταγε με τ’ ασημένια του φτερά

γέμιζε τη φωνή μου αίμα

έσερνε λίμνες

μαγνήτιζε πουλιά

.

αυτό το φάντασμα εγώ

κλεμμένο απ’ το δικό μου σκελετό

αναζητώ

μέσα σε λίμνες που δεν έχω ξαναδεί

και στων πουλιών το δέρμα

σα μαύρο σπίρτο διπλωμένο

καμένο

τελειωμένο

.

αναζητώ

το φάντασμά μου το δικό μου σκελετό

δίχως το γέλιο

με το γέλιο

τελειωμένο

με τη φωνή μου που πάει τώρα να χαθεί

.

εγώ το φάντασμά μου εγώ

ο κλέφτης

το σπίρτο το καμένο

φωνάζει ο σκελετός μου

—Ζήτω!

θέλει το φάντασμά του

Αναζητώ

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, ΣΦΡΑΓΙΔΑ Ή Η ΟΓΔΟΗ ΣΕΛΗΝΗ

******

3. Η ΚΛΕΨΙΑ

Να “κλέβεις” από το παρελθόν στιγμές,

έτσι, όταν εκείνο αυτοπροσκαλείται,

να μη σε βρίσκει με τα χέρια αδειανά…

Γιατί δεν αρκείται σ’ ότι χειροπιαστό απέμεινε,

είναι απαιτητικός επισκέπτης…

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΒΛΑΧΟΥ

******

4. ΕΝΑΣ ΚΛΕΦΤΗΣ..

Ένας κλέφτης

Κι άλλος κλέφτης

«Πιάστε τους κλέφτες)

(Ποιους κυνηγούσαν κα, ποιοι;)

.

Στεκόμουν στη θέση μου ακίνητος

Ανάμεσα στο έξαλλο πλήθος

Στις φοβερές κραυγές

Κανείς δε μ’ ακούμπησε

Άναψα κι άλλο τσιγάρο

Ήταν για μένα μια ξένη ιστορία

.

Εγώ δε φοβόμουνα

Δεν είχα τίποτα πια να μου κλέψουν

Δε με φοβόταν κανείς

Δεν είχα τίποτα να κλέψω απ’ αυτούς.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

******

5. ΚΛΕΦΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ

Κλαίγοντας περιγράφει

πως ρήμαξαν το σπίτι της λῃστές

της πήρανε χρυσαφικὰ και βίασαν οι άθλιοι

γερόντισσες αξίες.

Δε χαίρεται;

Εμένα έχει χρόνια να πατήσει

κλέφτης το πόδι του στο σπίτι

ούτε για καφέ.

Επίτηδες αφήνω ξεκλείδωτο το μπρίκι.

.

 Κάθε φορά επιστρέφοντας προσεύχομαι

να βρω σπασμένους τους κυνόδοντες της πόρτας 

να σείονται τα φώτα σαν μόλις να κουτούλησαν

με σεισμού πανύψηλου κεφάλι

να δω κλεμμένα τα κτερίσματα

από τις μούμιες βασιλείες του καθρέφτη

 .

σαν κάποιος να ξυρίστηκε στο μπάνιο

και στη σπανή αφή μου να ῾χουν φυτρώσει γένια

χάμω δεμένη χειροπόδαρα να κείται ἡ διάψευσή τους

κι ἀπ᾿ την κουζίνα να ῾ρχεται με το πάσο του ατμὸς

ζεστής πατημασιάς με μπόλικη κανέλα από πάνω.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Ενός Λεπτού Μαζί, 1998

******

6. Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ

Εγώ είμαι αυτός που κρύβεται

πίσω απ’ την απουσία

τα βράδια ωστόσο κατοικώ

σ’ ένα χρυσωρυχείο.

.

Φοβάμαι το αιφνίδιο

τρέμω τα καλοκαίρια

μα πιότερο απ’ την ερημιά

η ασθένεια με πονά

των συμπτωμάτων.

.

Κλέβω χαρτονομίσματα

βιβλία διαβασμένα

κι από τα ρούχα ειδικά

αυτά που έχουν τσέπες.

Βιβλιοθήκες

.

Η απελπισία των χεριών

συχνά μ’ εξαναγκάζει

να μετατρέπομαι σε ηχώ

των άηχων βημάτων.

.

Των μεγαφώνων η σιγή

και η μελαγχολία

είναι απλώς η αφορμή

για τη λαθροχειρία.

Κυρίως νομίζω ευθύνεται

η σκοτεινή αγκαλιά μου.

.

Σας κλέβω μόνο την αφή

το άγγιγμα που αφήσατε

πάνω στις πορσελάνες

γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή

δίχως το άλλο σώμα

και τελευταία πετάγομαι

κλαίω μέσα στον ύπνο.

.

Φιλάργυρος της αφαίρεσης

δανείζομαι το παρελθόν

γυρεύω οικογένεια

συλλέγω από απόγνωση

μεταξωτές αισθήσεις.

.

Κι όσο εγώ σώζομαι κρυφά

στις αμυχές της σάρκας

γίνεστε εσείς η υπογραφή

της άγραφης ζωής μου.

.

Γι’ αυτό σας λέω, πιστέψτε με:

.

Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός

που βλέπει με τα χέρια…

Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο

να βρει δικαιολογίες

ν’ ακούσει γύρισμα κλειδιών

το άνοιγμα της πόρτας

ή μια προστακτική φωνή

να του φωνάζει

.

μείνε.

ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ, Αφόρετα θαύματα (2017)

Γιάννης Πουλόπουλος – Ποια νύχτα σ' έκλεψε

7. ΠΟΙΑ ΝΥΧΤΑ Σ΄ΕΚΛΕΨΕ

Βροχή στο πρόσωπό μου

Ο ήλιος πουθενά

Ψάχνω για τ’ όνειρό μου

μα γύρω μου βουνά

.

Ποια νύχτα σ’ έκλεψε

Ποια πίκρα σ’ έκρυψε

Και τώρα πια, για ποιαν θα τραγουδώ

Νωρίς που βράδιασε

Ο κόσμος άδειασε

Αγάπη μου δε θα σε ξαναδώ

.

Στης λησμονιάς τη βρύση

δεν έχει πια νερό

Ξέρω δε θα γυρίσει

μα θα την καρτερώ

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

******

8. ΤΟ ΠΟΥ ΜΟΥ ΚΛΕΨΑΝ ΤΟ ΜΠΟΥΦΑΝ

Το που μου κλέψαν το μπουφάν δεν είναι τίποτα,

κι ο κλέφτης του ας είν’ ευλογημένος.

.

Όμως σαν κάνει ψύχρα και μου λείπει

(δεν έχω ένα δεύτερο μπουφάν) όταν κρυώνω

ίσως να ρίξω κάμποσους χριστούς και παναγίες.

.

Γιατί κι ο κλέφτης πρέπει (ρε γαμώ το)

να ‘ναι ένας σοφός,

να ‘χει αίσθηση του δίκαιου, να κλέβει αυτόν που πρέπει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

******

9. Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Σήμερα βγήκα στο πάρκο να κλέψω ήλιο

Κλέψ’ τον μου είπες και κράτα τον εντός

για τη δική σου άνοιξη

Τι ήταν να σ’ ακούσω

Ανοίγω το παράθυρο πίσσα σκοτάδι

Κοιτάζω μέσα μου πάμφωτη μέρα

Τι έκανα λέω

Έσβησα τους ανθρώπους

Και τώρα πώς θα ζήσω

μονάχος με τον ίσκιο μου

Κι ευθύς αμόλησα τον ήλιο στον ουρανό του

Άνοιξη του ενός άνοιξη κανενός είπα

Κι ένα σμάρι πουλιά φτερούγισαν

μέσ’ από το κεφάλι μου

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

******

10. Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Ξέκοψε απ’ τους αστυνόμους

που κυνηγούσαν τους κλέφτες

και χάθηκε στη νύχτα σαν άστρο

.

Γυμνό

ήρθε και στάθηκε

πάνω απ’ την καθημερινότητα

πέρα απ’ τη σκοπιμότητα

των ρόλων και των παιχνιδιών

το αγόρι

έβαλε το `να του χέρι στη μέση

και την ώρα που το φεγγάρι ανύποπτο

έγερνε στη μασχάλη του

τ’ άρπαξε κι έφυγε

.

Γι’ αυτό δεν έχουμε απόψε φεγγάρι

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

Θα Κλέψω Τα Τριαντάφυλλα- ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΤΑΣ

11. ΘΑ ΚΛΕΨΩ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ

Θα κλέψω τα τριαντάφυλλα

απ’ την τριανταφυλλιά σου

να δω τι θά `βρεις αύριο

να βάλεις στα μαλλιά σου

.

Θά’ρθω τη νύχτα που γλυκοκοιμάσαι

και θ’ ανεβώ σιγανά σιγανά όλα τα σκαλιά

κι από την γλάστρα, να μου το θυμάσαι

θα κλέψω την πονηρή τη μικρή τη τριανταφυλλιά

.

Θα κλέψω τα τριαντάφυλλα

που τόσο σ’ ομορφαίνουν

γιατί όσο εκείνα ανθίζουν

καρδούλες θα μαραίνουν

ΚΩΣΤΑΣ ΠΡΕΤΕΝΤΕΡΗΣ

Πες το με ποίηση (486ο): «Χθες – σήμερα – αύριο»…

  1. ΧΘΕΣ

Μ. Πλέσσας – Γ. Πουλόπουλος, «Έκλαψα χθες»

Άκος Δασκαλόπουλος, «Έκλαψα χθες»


Έκλαψα χτες σαν μέτρησα
τις πίκρες της ψυχής μου
κι εσύ δεν ήσουν πλάι μου
αστέρι της ζωής μου

Έκλαψα χτες σαν μέτρησα
τις νύχτες που `μαι μόνος
τις νύχτες που σ’ αναζητώ
και με καρφώνει ο πόνος

******************

Κική Δημουλά, Χθες

Ξανάρθε.
Τυλιγμένος μιαν απόχρωση ακαθόριστου.
Τα μάτια του βυθός χωρίς επιφάνεια,
τα χείλη του τομή μυστηρίου,
ψιλόβροχο η φωνή του.
Τα λόγια του τράπουλα
που πέφτει έτσι, πέφτει αλλιώς.
Θαμπός.
Το σώμα του θυμίαμα,
και τα μαλλιά του λουσμένα με νιότη.
Το γέλιο του χάλασμα ψυχής.
Μέσα του έκρυβε έναν άνεμο
που ’σκιζε τα χάρτινα όνειρά μου.
Μέσα μου έκλαιγε ένα αύριο.

Πάει τόσος καιρός
που είχα μεταλάβει το χαμό του
σε ποτήρι επιχρυσωμένο με φθινόπωρο,
που σκέπασα τη φωτογραφία του μ’ ένα σούρουπο,
κι έβαλα σύρτη στα τραγούδια μου.
Τόσος καιρός που ξεχαστήκαμε.

Ξανάρθε.
Μια μέρα θα ’ταν
που ξεχώσαμε τις περγαμηνές της μνήμης μας
και υπογράψαμε μια θεία συνέχεια,
που αγαπηθήκαμε.

Χθες χωριστήκαμε.

Από τη συλλογή Έρεβος (1956) της Κικής Δημουλά

****************

Pedro Mateo, ΧΘΕΣ, 29 ΜΑΪΟΥ

Ήτανε χθες η μέρα της γιορτής σου.
Χθες, Ψυχοσάββατο
Τελευταίο φεγγάρι της άνοιξης.
Είχα σαστίσει, κάπως ανήσυχος
Σε σκεφτόμουν αποκομμένο
Στην ανοιχτή λευκότητα του χαμόγελου
Στην ειλικρίνεια του γλαυκού βλέμματός σου.
Άκουσα τη φωνή σου στο πλάι μου όπως παλιά
Σ’ εκείνα τα χρόνια της εφηβείας
Κάτω από την πελώρια πατρογονική χαρουπιά.
Θυμήθηκα τη μυρουδιά από χώμα και μύγδαλα
Κολλημένη στα χέρια και στο σώμα.
Έκαιγε ο ήλιος, το τζιτζίκι δεν σταματούσε
«…Αύριο τη νύχτα που θάχει φεγγάρι»
Ένιωθα την πνοή από τα λόγια σου.
Έπρεπε να φύγεις ξανά
Για να κανονίσεις το πότισμα.
Μέσα από χωράφια που αναπαύονταν
Καθώς τα διέσχιζες μόνος, έφυγες.
Ύστερα τίποτα, το ακίνητο τίποτα
Τέλη Μαΐου
Σχεδόν ο αιώνας στο τέλος…

Ήτανε χθες η μέρα της γιορτής σου,
Αναμνήσεις μονάχα μού μένουν.

****************

“Χαιρετίσματα από το «χθες»”, Του Μάνου Μαυρομουστακάκη 

Κάτι τελειώνει

Στις αόρατες πατημασιές του

επαναδιατάσσεις τα μεταλλαγμένα σου βήματα

Βαδίζεις ξανά λησμονημένες διαδρομές

Με την αίσθηση του πρωτόγνωρου

Αναφωνείς με πεποίθηση

«Δρόμος, δρόμος, δρόμος»

Προχωρείς

Με σηκωμένα μανίκια. Μουσκεμένα ήδη

Δεν το περίμενες

Απορείς

Αφού μόλις είχες ξεκινήσει.

Έτσι τουλάχιστον νόμιζες.

********************

Τέλλος Άγρας, «Εἶδα χθὲς βράδυ στ᾿ ὄνειρό μου»

Εἶδα χθὲς βράδυ στ᾿ ὄνειρό μου,
τὸ γεννημένο μας Χριστό,
τὰ βόδια ἐπάνω Του ἐφυσοῦσαν,
ὅλο τὸ χνῶτο τους ζεστό.

Τὸ μέτωπό Του ἦταν σὰν ἥλιος,
καὶ μέσα ἡ φάτνη φτωχική,
ἄστραφτε πιὸ καλὰ ἀπὸ μέρα,
μὲ κάποια λάμψη μαγική.

Στὰ πόδια Του ἔσκυβαν οἱ Μάγοι,
κι ἔμοιαζε τ᾿ ἄστρο ἀπὸ ψηλά,
πὼς θὰ καθήσει σὰν κορώνα,
στῆς Παναγίτσας τὰ μαλλιά.

Βοσκοὶ πολλοὶ καὶ βοσκοποῦλες,
τὸν προσκυνοῦσαν ταπεινά,
ξανθόμαλλοι Ἄγγελοι ἐστεκόνταν,
κι ἔψελναν γύρω του «ὠσαννά».

Μὰ κι ἀπὸ Ἀγγέλους κι ἀπὸ Μάγους,
δὲ ζήλεψα ἄλλο πιὸ πολύ,
ὅσο τῆς Μάννας Του τὸ στόμα,
καὶ τὸ ζεστὸ-ζεστὸ φιλί.

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/tellos_agras_poems.htm#%CE%95%CE%99%CE%94%CE%91_%CE%A7%CE%98%CE%95%CE%A3_%CE%A3%CE%A4%CE%9F_%CE%9F%CE%9D%CE%95%CE%99%CE%A1%CE%9F_%CE%9C%CE%9F%CE%A5

****************

“Μόλις χθες “, Της Άννας Εμμανουήλ

Μόλις χθες περπατούσα. Παντού σε είδα.

Μόλις χθες, θυμήθηκα ήτανε Μάης, όταν δαγκωματιά στα χείλη μου έδωσες -παντοτινά χαραγμένη στο χρόνο μου- ήτανε Ιούνης όταν το βάρος σου απάνω στα στήθια μου ένιωσα. Σαν πηλός και αρχαίο γλυπτό σκαλιστό αφέθηκες απάνω μου. Μικρός έρωτας τότες. -παντοτινά σκαλισμένος στη ζωή μου ολόκληρη-

Μόλις χθες, θυμήθηκα πως βρέθηκα μες στη ζωή σου άξαφνα. Σε είδα να κρατάς το ποτήρι και να κοιτάς το κενό των ματιών μου. Σε είδα εμπρός μου, και θλιμμένη έτρεξα να βραχώ στης μπόρας την υγρή αγάπη σου.

Μόλις χθες, έβλεπα τα μάτια σου. Παλιοί ελαιώνες απλωμένοι στα πόδια μου.

Μόλις χθες, είδα ένα όνειρο σε έναν ύπνο τεράστιο όλο φως, κάψα και μικρά πέτρινα σκαλοπάτια. Κι εκεί στην κορφή στεκόσουν εσύ και

έψελνες έναν ύμνο που ποτέ δεν είχα ακούσει. 

Μόλις χθες, στεκόμουν γυμνή στο μπαλκόνι και πότιζα όλα τα κόκκινα  λουλούδια που μου φύτεψες, κι ένας αγέρας τα φύσηξε και τα κάθισε απαλά σα χνούδι απάνω στα χείλη μου 

-ο ΑΠΟΛΥΤΟΣ έρωτας το μισό σου φιλί, και ΜΕΓΑΣ, ολόκληρο-

Μόλις χθες, ένα θαλασσί μπαλόνι με πήρε ψηλά στον ουρανό, κι είδα όλα τα καμπαναριά και τα ξωκλήσια, που θα μπορούσες στεφάνι και βέρα να μου χωρέσεις. Κι είδα όλους τους μικρούς και μεγάλους χαρταετούς που θα πετούσαμε μαζί με τα παιδιά μας.

Μόλις χθες, σήκωσα τα χέρια ψηλά στον ουρανό, κι άγγιξα το κορμί σου ολόκληρο. Γυμνό και γαλάζιο. Κι ήρθαν τα μαλλιά μου και έγιναν μπαμπακένια σύννεφα και χάιδεψαν το πρόσωπο σου. Κι όλα τα αστέρια ήρθαν και πλάγιασαν ανάμεσα στα σκέλη μας -η ΑΠΟΛΥΤΗ ηδονή όταν έρωτα κάνεις στις πιο αψηλές κορφές των βουνών μου-

Μόλις χθες, είπα στην Αγάπη «γιατί;». Και κυλίστηκα στο πάτωμα. Και εκεί στα σανίδια έτριξαν δυό μικροί απόηχοι από τα πέλματα σου. Ήχος όπως βουτάς στο κολύμπι και χάνεσαι στην ροή της θάλασσας.

Μόλις χθες, έγινα η Κόκκινη Μηλιά, κι εσύ Μαρμαρωμένος Βασιλιάς να εγείρεσαι και να στερεώνεις την Πόλη ολόκληρη απάνω στα κλαδιά μου. Πουλιά να κελαηδούν την υπέρτατη νίκη απάνω στο λευκό του κορμιού μου κορμό, κι εσύ να ανεβαίνεις απάνω .

Μόλις χθες, κράτησα για πρώτη φορά στα χέρια μου όλα όσα μου έδωσες να ράψω το πιο ακριβό, το πιο ξεχωριστό της ζωής μου φουστάνι ολόλευκο, να φορώ όλες τις ημέρες, τις εποχές και τα γιορτινά τραπέζια.

Μόλις χθες, είδα τι σημαίνει Θεός, κι εσύ κατείχες όλους τους λόγους του κάτω από μια ελιά, να προφητεύεις και να απλώνεις τις ρίζες σου μέσα στα σπλάχνα μου για πάντα. 

Μόλις χθες, σε είχα αντάμα με μια στέρνα αθάνατο νερό. Μου την έδωσες να την πιω ολόκληρη και η λευτεριά ξάπλωσε απάνω στα μάτια μου.

Μόλις χθες, το φεγγάρι στολίστηκε μαζί με τον ήλιο, μαζί απάνω στο κεφάλι μου. Έκλειψη και ανατολή εσύ, κι εγώ μυγδαλιά στεκούμενη μες στο χωράφι σου.

Μόλις χθες, ο ουρανός πλάτυνε και άπλωσε στα χείλη σου. Κοιτάζοντας κι οι δυό τον ίδιο ουρανό. Κοιταζόμασταν μέσα από τον ουρανό αυτόν.

Μόλις χθες, ήταν τα λόγια σου τα ολόλευκα. Εκείνα τα λόγια τα ανείπωτα.

Εκείνα τα μάτια σου τα βαθιά. Εκείνα τα μάτια σου τα ανύπνωτα.

Μόλις χθες, κράτησα τις χούφτες μου σφικτά. Τίποτα δεν κατάλαβα.

Μόλις χθες δάκρυ κύλησε από πίσω από τα μάτια μου, κι έφθασε στις ίνες της καρδιάς μου. Απροετοίμαστο δάκρυ. Στον ουρανό μου φώτισες με ένα μειδίαμα.

Μόλις χθες, τα χέρια σου έσφιγγαν ένα κοχύλι που αντηχούσε τον μεγάλο της ζωής σου έρωτα. «Τον έχω» είπες. Είχες αφαιρέσει το ιώτα από το είχα, και έδωσες διάρκεια στο τώρα, όταν εμπρός σου εγώ βρισκόμουν -απόδειξη των όσων νιώθεις, η αφαίρεση του χρόνου-

Μόλις χθες, η σιωπή σου θρυμματίστηκε κι ήρθε και φώτισε την καταπακτή μου. Κι έγινα φως. Κι έχασα την γη. Κι ο έρωτας λατρεία έγινε.

Μόλις χθες, αντίκρυσα στο κάτοπτρο του βλέμματος σου, τον Μεγάλο Έρωτα. Έρως με μαύρα κατσαρά μαλλιά χυμένα στην λευκή πλάτη, κι αντίς για φτερά, αχνοφαίνονταν επιτύμβιοι στύλοι χαραγμένοι με των πρώτων σου γραμμάτων την υγρή σιωπή.

Μόλις χθες, άκουσα τον πιο μεγάλο ύμνο της ζωής μου. Ύμνος σιωπηλός στα χείλη μοναχών με κομποσκοίνι κι εικόνες αγίων να δακρύζουν, εμπρός στο τάμα της ζωής μου, εσένα.

Μόλις χθες, όλοι οι λίθοι σου άνοιξαν. Άνοιξαν βαθιά την γη μου. Εξομολογήθηκαν μια Ανάσταση σε μια πασχαλιά που δεν περίμενα ποτές μου. Κι η χαρά μου την θέση της επήρε. Στα μαλλιά μου μπόλιασε, το ανίκητο το χέρι σου -μες στη Γαλήνη χάθηκα-

Και δέθηκα αιώνια στον κόμπο της υπέρτατης αγάπης που σκίρτησες για μένα χτυποκάρδι βαθύ και ύψιστο του Έρωτα -Μέγας Έρως τώρα-

Μόλις χθες…

*****************

2. ΣΗΜΕΡΑ

«…Νυχτώνει και σήμερα. Η αγωνία
λέει πάλι: θα βοσκήσω το μαύρο.»
Νίκος Καρούζος-

*********************

Γ. Χατζηνάσιος – Μαρινέλλα – Σήμερα

Θειόπουλος Μίμης, «Σήμερα»

Σήμερα, άσε με να σ’ αγαπάω σήμερα
κράτα με στην αγκαλιά σου σήμερα
κι άσε με να ‘μαι δική σου σήμερα.

Ποιος ξέρει αύριο
ίσως και να μην υπάρχει αύριο
και όσα ζήσουμε
αύριο μπορεί να ξεψυχήσουνε.

Μα όμως σήμερα, κράτα με στην αγκαλιά σου σήμερα
κι άσε με να `μαι δική σου σήμερα
σήμερα που τόσο σ’ αγαπώ.

Σήμερα, έλα τις στιγμές μας να τις ζήσουμε
φεύγουν οι αγάπες και θ’ αργήσουμε
στ’ όνειρο μια θέση να κρατήσουμε.

Ποιος ξέρει αύριο
ίσως και να μην υπάρχει αύριο
και όσα ζήσουμε
αύριο μπορεί να ξεψυχήσουνε.

Μα όμως σήμερα, κράτα με στην αγκαλιά σου σήμερα
κι άσε με να ‘μαι δική σου σήμερα
σήμερα που τόσο σ’ αγαπώ.

Στίχοι για το τραγούδι Σήμερα Μαρινέλλα του έτους 1978 σε στίχους  και σύνθεση Χατζηνάσιος Γιώργος από το album Η Μαρινέλλα του σήμερα.

***************

“Προσωπογραφία του σήμερα”, Γράφει η Ιωάννα Μαρία Νικολακάκη 

Ένοχη, αδιάφορη σιωπή: της προδοσίας στίγμα.

Γλέντια, διασκέδαση, χοροί

σε μια εποχή που απορεί

γιατί όλα γύρω αλλάζουνε κι γη ανοίγει ρήγμα.

Η ανθρωπότης -άστοργη, αναιδής κι αγνώριστη-

τον Βασιλέα της πρόδωσε για λίγη καλοπέραση.

Είδωλα, δόξες και λεφτά έχουν μεγάλη πέραση,

ενώ -με τον Χριστό- θα ‘πρεπε να ‘μασταν αχώριστοι.

Βαφτίσανε το ποίμνιο τρελό και το εξορίσανε,

μαγάρισαν τις εκκλησιές με αιρετικά στιβάνια.

Πέφτει ο μισθός σου ψάλτη μου, παπά μου; Αυτά είναι δάνεια:

όπως προδίνεις σήμερα, έτσι αύριο σε γκρεμίσανε.

Ο κόσμος τιτιβίζει πού να πάει το καλοκαίρι,

την ώρα που η αλήθεια του Χριστού αίμα σταλάζει,

και τις ψυχές η απώλεια θλίβει και συνταράζει.

Νισάφι πια! Τυφλοί είστε; Ή μήπως η αλήθεια δε συμφέρει;

Της αξιοπρέπειας το λουλούδι που άγρια ξεριζώθηκε,

τη βία, τη φτώχεια, τη σκλαβιά, τους κίνδυνους που ηχούν

άραγε δεν τα βλέπετε; Δε σας ανησυχούν;

Κι ούτε σας νοιάζει που η γενιά μας τόσο εξαχρειώθηκε;

Δείτε: γίναμε κτήνη άνευ προηγουμένου,

φαΐ, πιοτό, εκμετάλλευση: τα φύκια για μετάξι.

Ποτέ ξανά ο κόσμος μας δεν είχε τόσο αλλάξει:

ίχνος ντροπής, ίχνος καρδιάς, και μπάλα κρατουμένου.

Σαν τα γουρούνια που τη λάσπη τους δεν την αποχωρίζονται,

επάνω στα προσωρινά γαντζώσαμε τα νύχια.

Κι αντί να μεριμνούμε για του μέσα μας τα μύχια,

πουλάμε όσο-όσο τις ψυχές μας και τσακίζονται.

Ξέρω πως διάφοροι πολλοί με βλέπουνε ρηχή.

Μιλούνε άλλη γλώσσα αυτοί: μπαγαποντιές και παίγνια.

Ντουβάρια και κομπόδεμα η μόνη τους η έγνοια:

ξεχνούν πως έχουν μέσα τους αθάνατη ψυχή.

Και κάθε μέρα που περνά, κατρακυλούμε κι άλλο:

η λεβεντιά, η ευσέβεια, η σύνεση, η αγνότητα

παίρνονται για ήθη μακρινά, ξένα στην ανθρωπότητα

κι -Ω, πλάνη!.- καθετί στρεβλό λογίζεται μεγάλο.

Ποιος ποιητής δεν έχει τώρα χρέος να μιλά;

Ποιο γέλιο έρχεται ελαφρά; Και ποια σιωπή τιμάται;

Ποιος ευσυνείδητος πιστός χωρίς θυμό κοιμάται;

Και ποιος νοήμονας περνάει το τώρα στα ψιλά;

Είναι των άσωτων καιρών μας όλα αυτά σημάδια,

και άλλα τόσα που, αν και θέλω, δε φτουράω να γράψω,

του χρόνου τις δαντέλες με την πένα μου να ράψω,

μέχρι που, του Χριστού το φως να σπάσει τα σκοτάδια.

*******************

“Σήμερα”, Του Χρήστου Δημούλα

Άλλος ένας φίλος απολύθηκε εχτές

η αλυσίδα αβεβαιότητας όσο πάει και μακραίνει

στων ημερών ετούτων τις ώρες τις καφτές

το ένα ξεπούλημα το άλλο δεν προφταίνει.

Πνίγηκαν αντίκρι το πρωί, άλλα εφτά μωρά

τις ζωές τσακίζει το άτιμο το χρήμα

με υποτέλεια ραντίζουν και την νέα την σπορά

μη φυτρώσει επανάσταση και πνίξει αυτό το κρίμα.

Αύριο μεσημέρι φεύγει κι άλλος ξάδελφος στην ξενιτιά

τού ‘ριξε η ανάγκη δόλωμα και “ τσίμπησε ” ο καημένος

εδώ του γέμισαν στις τσέπες του φωτιά

και φεύγει μακριά χαιρετώντας μας θλιμμένος.

Τριγύρω ακούγονται ταξικές φωνές

αδύναμη η πάλη μα επιμένει

γέμισε ήδη του αιώνα ο καμπινές…

εργατικός ξεσηκωμός, άλλο τίποτα δεν μένει.

******************

Τάκης Καρβέλης, [Ήρθε και πάλι σήμερα]

Ήρθε και πάλι σήμερα — θα ‘ταν καλύτερα να

πω την έφερα — την ώρα που ‘πινα καφέ και κάπνιζα

τσιγάρο. Τώρα καπνίζεις, μου ‘πε, και πήγε

να καθίσει στη συνηθισμένη θέση. Μητέρα, θέλησα

να πω, δεν είναι ο περσινός καιρός. Κάθε φορά που

πάω να τραγουδήσω κουρδίζω κι από λίγο νυσταγμένο χρόνο.

Κουβάρι οι λέξεις και μες στα τεντωμένα νεύρα

άφηναν οι αισθήσεις τα παράσιτα.

3. ΑΥΡΙΟ

«Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο/ 

αύριο, αύριο, αύριο λένε: το Πάσχα του Θεού»

(Ο. Ελύτης)

****************

Δήμος Μούτσης – Γρ. Μπιθικώτσης, «Αύριο πάλι»

Ν. Γκάτσος, «Αύριο Πάλι»

Αύριο πάλι, αύριο πάλι θα `ρθω να σε βρω
Κρίμα που δε με πιστεύεις
Κρίμα που μ’ αφήνεις μόνο μου να ζω

Αύριο πάλι, αύριο πάλι θα `ρθω να σου πω
Κρίμα που δε με πιστεύεις
Κρίμα που δεν ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ

******************

“Αύριο, η μέγιστη δύναμη για τη Ζωή, η Αγάπη.”, Της Ζωής Δικταίου

Είχες φύγει

ίσως από αδυναμία

να συναντήσεις το πεπρωμένο.

Απροετοίμαστοι

στη ματαιότητα της επιθυμίας και οι δυο,

με την επίγνωση

ενός μέλλοντος άλλου,

Αύριο,

εκεί στη στροφή του δρόμου

ευωδιάζει η θύμηση τριαντάφυλλα.

Μ’ επισημότητα μυσταγωγική

σήκωσες το βλέμμα απ’ το χώμα

αργά – αργά,

χωρίς εκείνη την έκφραση αγιοσύνης

που  είχαν άλλοτε τα μάτια σου.

Δίχως να περιμένεις

μα και δίχως να βιάζεσαι.

Τότε μόνο κατάλαβα

έχοντας εννοήσει τη σημασία της κίνησης,

μια εκδήλωση απόγνωσης ήταν

ένα πέτρινο παράπονο,

που πάλευε, απελπισμένα στα χείλη

να σπάσει το φράγμα της σιωπής

υπό το κράτος της μνήμης.

Η ματιά σου,

γύρεψε ν’ αναμετρήσει τον χρόνο,

τον χρόνο και τα μυστικά σημάδια

πιστεύοντας πως,

απ’ την αρχή ανακάλυπτες την ύπαρξη μου.

Μ’ ένα λυπημένο χαμόγελο,

ή, μ’ ένα δάκρυ προσδοκίας ατέρμονης,

έμεινες,

ν’ αγναντεύεις με δέος

μέσα στο μαύρο βελούδο της νύχτας

το ίδιο εκείνο σημείο της γης

που και πάλι μας χώριζε.

Εν’ άστρο έπεσε θεληματικά στο στερέωμα,

πρόβλεψη, γι’ αυτά που πρόκειται να συμβούν

παραστάσεις συνειδησιακές

της ίδιας πάντα αδημιούργητης ύλης,

δοσμένης πριν από τα έργα,

όταν ο Έρωτας παραμένει αίτημα.

Σε μιαν ήσυχη πόλη

μακριά σου,

όλα οικεία

όλα ανέγγιχτα,

εξ’ ανάγκης μια χίμαιρα κι όμως

Αύριο…

η μέγιστη δύναμη για τη ζωή, η Αγάπη.

Κρατάς το χέρι μου, ακόμη.

Αύριο, εν ονόματι της Αγάπης

μιας στιγμής φευγαλέας ή και  μιας αιωνιότητας

*****************

“Αναζητώντας το αύριο”, Της Έφης Μυλωνά

Σηκώθηκες βαρύς σήμερα, άτονος.

Ατένισες τον γκριζωπό, θλιμμένο ουρανό απ ‘το παράθυρό σου.

Ανέπνευσες μια γερή δόση οξυγόνου,

τόση σου είπαν πως σου αναλογούσε,

και ξεκίνησες την ημέρα, μηχανικά.

Έβαλες σε μια κούπα μαύρο καφέ

και άραξες μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασης σου.

Η καθημερινότητά σου βουτηγμένη στην ρουτίνα, βολεμένη,

απαλλαγμένη από κάθε περιττή σκέψη.

Όλα όμως σήμερα έμοιαζαν διαφορετικά,

είχαν χάσει την συνηθισμένη, οικεία τους μορφή.

Οι γυάλινοι τοίχοι της γυάλας που σε περιέβαλλε,

άρχισαν να σε πλακώνουν, να σε σφίγγουν, να σε εγκλωβίζουν.

Παιδικές αναμνήσεις, όνειρα και η αναζήτηση του αληθινού εαυτού σου

κυρίευσαν σαν χείμαρρος το μυαλό σου,

γεννώντας χρώματα και επιθυμίες,

ανύπαρκτα μέχρι τότε, άγνωστα προς τα εσένα,

ανοίγοντας νέα παράθυρα προς τον κόσμο, νέες προοπτικές.

Η αλλαγή τρύπωσε αργά μες στην ψυχή σου,

σαν σπόρος που περίμενε καρτερικά ώσπου να φυτρώσει και να ανθίσει.

Ξαφνικά, θέλησες να ζήσεις πραγματικά.

Το παρόν που σου είχαν ορίσει δεν σου αρκούσε.

Ποθούσες να νιώσεις τι σημαίνει να τολμάς, να διακινδυνεύεις, να αγαπάς.

Να γευτείς την ελπίδα, το φόβο, την αποτυχία, την επιτυχία.

Η επιθυμία να φτιάξεις το δικό σου μέλλον, χτισμένο με τα δικά σου θέλω,

κατέκλυσε την ύπαρξή σου.

Έδωσες μια δυνατή γροθιά, γεμάτος αγανάκτηση.

Ο γυάλινος τοίχος γύρω σου κατέρρευσε,

αφήνοντας έναν συντριπτικό ήχο νίκης στον αέρα.

Με πόδια γυμνά και καρδιά γεμάτη ελπίδα,

βάδισες μπροστά, να συναντήσεις το αύριο.

Φεύγοντας, έδωσες μια υπόσχεση στον εαυτό σου,

ποτέ ξανά γυάλινα κλουβιά. Ποτέ ξανά.

*************

Αντώνης Φωστιέρης, «Η μάνα μου αύριο»

Μήνες και χρόνια

Χρόνια πια συνήθισα

Καθώς σε βλέπω εδώ μπροστά μου να φαντάζομαι

Πώς θα ’ναι άραγε όταν αύριο

Πάψω στ’ αλήθεια να σε βλέπω. Και συνήθισα

Να ζω το σήμερα σα θύμηση του άλλοτε

Με νοσταλγία παρόντος, τέλεια φθίνοντος,

Αφού όσο μέλλον σου απομένει

Όχι αργότερα

Ήδη από τώρα λάμπει αθέατα

Παρελθόν.

Έτσι συνήθισα

Καθώς περνάς από δωμάτιο σε δωμάτιο

Και σκουντουφλάς και συγυρίζεις μες στα μαύρα σου

Να ’σαι η σκιά που στην ανάμνηση μειλίχια

Ίδια η φωνή σου χαμηλή κι όταν με μάλωνε

Ποιος θα ξεχάσει το καρφί του ποιος το χάδι του

Ώσπου γερόντιο ρουφηγμένο κι αφτιασίδωτο

Μούμια μωρού να ολολύζει

Απ’ τις φασκιές.

Με αυτοσχέδιες ασκήσεις πια συνήθισα

Να κλαίω για σένα ζωντανή κι ότι αναχώρησες

Όμως μετά τί φωταψίες αναστάσεως

Καθώς σε βλέπω εδώ μπροστά μου και φαντάζομαι

Πως απ’ το αύριο γυρνάς γιατί μ’ αγάπησες

Γιατί σ’ αγάπησα κι εγώ, κι αυτό το αύριο

Θα περιμένει λίγο ακόμη – αυτό που αύριο

Καθώς σε βλέπω εδώ μπροστά μου και φαντάζομαι

Θα λάμψει γύρω σου απροκάλυπτα

Παρόν.

****************

«Σχεδόν αύριο» του Ντίνου Σιώτη

                 (απόσπασμα)

…η αθανασία διαθέτει ένα

σωρό βότανα αλλά εγώ ξεχωρίζω μόνο δάφνη,

μυρτιά και δεντρολίβανο, η φύση διαθέτει άνθη

ανεκτίμητα που παρασέρνουν τις νέες κοπέλες

του νησιού σε ταξίδια μεγαλοπρεπή πέρα από

τη φαντασία τους, εκεί ξεφυτρώνουν τα φύλλα

της αιώνιας πέτρας και οι προσωρινές παύσεις,

εκεί ο δακτύλιος ενώνεται με τον περιφερειακό

αυλόγυρο και οι παστές σαρδέλες απ’ το παλιό

μπακάλικο έχουν την αισθητική μιας λησμονιάς,

ευτυχώς άρχισαν να πυκνώνουν τελευταία οι

Κυριακές, το καλό είναι πως δεν είν’ ασάλευτες

όπως παλιά, κοντά στις Κυριακές ποτίζονται και

οι Δευτέρες, χρειάζονται πότισμα κι οι Δευτέρες

γιατί μεγαλώνουν κατά τι την προοπτική μας, μας

κάνουν και βλέπουμε την αρχή της εβδομάδας ως

ένα αγριολούλουδο που δεν χλιμιντρίζει μοναχό

του στις στέπες του επταημέρου, δεν είναι σαν

ένας διάδρομος σε ατελείωτο όροφο εργασίας

αλλά μια αρχή με χαμόγελο, αισιοδοξία, ελπίδα…

Πες το με ποίηση (485ο): «ΙΧΝΗ/ΣΗΜΑΔΙΑ»…

Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Λένα Αλκαίου – Ίχνος

1.ΙΧΝΟΣ

Είχε πέσει ο ήλιος μέσα στον καθρέφτη μου

τύφλωνε τα μάτια, τύφλωνε τη σκέψη μου

είχαν έρθει φίλοι να μου πουν για σένανε

ούτε που μιλούσαν ούτε που ανασαίνανε

.

Είχε βασιλέψει, το φεγγάρι έβγαινε

σπίτι μας οι τοίχοι πάνω μου όλοι πέφτανε

έφυγαν οι φίλοι, έκλαψα και κλείδωσα

μια φορά ακόμα πάλι εγώ την πλήρωσα

.

Άναψα τσιγάρο με τα ρούχα σου

ίχνος δε θα μείνει από σένανε

κι έριξα τη στάχτη μες στην κούπα σου

που ‘πινες τα χρόνια μου, έπινες και μένανε

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ

*****

2. ΕΠΑΝΩ ΣΤΑ ΙΧΝΗ

Περπατώ και θυμούμαι

Κάτι ξέχασα

Κάτι είχα να κάμω

.

Πουθενά δεν είναι ο κόσμος

Κλεισμένοι ο ένας στον άλλο

Γνωρίσαμε τη νύχτα που ομιλεί

.

Κάθε πρωί γίνεται φως

Καινούργιος ουρανός

Ποτέ πια, δεν είναι αλήθεια,

Μέσα μου σκυμμένο πρόσωπο

Χέρια ξεχασμένα μέσα στη σάρκα

.

Περπατώ και θυμούμαι

Γυμνή στιγμή απέραντη διάρκεια

Ποτέ πια, δεν είναι αλήθεια,

Μέσα μου σκυμμένο πρόσωπο

Διπλό κορμί ακέρια μοναξιά

Να κοιμηθώ να γνωρίσω ατέλειωτα

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ, Γυμνό παράθυρο (1945)

*****

3. ΤΑ ΙΧΝΗ

Τα ίχνη που άφησες

είναι άυλες εικόνες

Κάποια κύτταρα στα χέρια

Ο απόηχος ενός γέλιου

Ένα τρυφερό άγγιγμα

Μια κίνηση του κεφαλιού

με τα μαλλιά στον άνεμο

Ένα ιδιόρρυθμο βάδισμα περισυλλογής

Το σκούρο του κρυμμένου πάθους

.

Τα ίχνη που άφησες

είναι ο κοινός θησαυρός

Τον καλύπτει σιωπή

Είναι μυστικός

και γι’ αυτό πολύτιμος

Τον συνθέτουν λέξεις κι εικόνες

Τον φυλάνε άγρυπνα τις νύχτες

η δίψα και η προσμονή

Σπίτι του οι αγκαλιές σε αναμονή

.

Τα ίχνη που άφησες

είναι εκμεταλλεύσιμα

Τροφή στο απρόσμενο

Δροσιά στα όνειρα

Πρώτη ύλη στους ποιητές της νύχτας

Τραγούδι άδολης έλλειψης

.

Γιατί και τα πιο μεγάλα όνειρα

είναι σαν τις αλήθειες

Κρύβονται στα απλά πράγματα

Τους αρκεί ένα ζεστό χάδι

για να αποφλοιωθούν

και να δώσουν τροφή

για ολόκληρη ζωή

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ, Σπονδές 2024

*****

4. ΙΧΝΗ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ

Δεν τρέμει, δεν ονειρεύεται πως είναι τάξη

δεν ξέρει από φαντασμαγορίες

ούτε αποθέωση γνωρίζει  

.

ο ασβός στο χιόνι

είναι το πεπρωμένο

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

*****

5. ΙΧΝΟΣ

Σίγουρα είναι η απουσία

τόσο όμορφη.

Ανθρώπου ή ζώου, το χιόνι

θα πέσει και θα καλύψει

τα ίχνη της.

.

Ίσως κάθε λέξη

να είναι μια πατημασιά που τη γεμίζει

το χιόνι.

.

Ήμουν εδώ, που σημαίνει

Εξαφανίζομαι.

ΑΛΙΣΟΝ ΜΠΕΝΙΣ ΓΟΥΑΙΤ, μετ: Κυριάκος Μπούας- Θέμελης

Ποίημα δημοσιευμένο στο THE LOS ANGELES REVIEW.

******

6. Τὰ ἴχνη σου ψηλαφῶ μὲ τὶς ἄκρες τῶν δαχτύλων, τὴν

διαδρομὴ

τῶν χειλιῶν, σὰν σαλιγκάρι ποὺ ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ

φτάνει

στὴν πηγὴ

ἰσορροπώντας στὸ λεπτὸ κλαδὶ τοῦ καρποῦ σου.

.

Ἐντός μου κοιμᾶσαι κι ἀνατέλλει ἀντίστροφα ὁ ἥλιος

ἀνάμεσα στὰ πόδια σου. Ἀπόψε δὲν θὰ σοῦ ψιθυρίσω

καμιὰ προφητεία, γνωρίζοντας ἤδη πὼς εἶμαι θεατῆς κι

ὄχι

συμμέτοχος.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΗΣ, Αρλεκίνος, εκδ. Περισπωμένη

*****

7. ΜΙΚΡΟ ΙΧΝΟΣ ΣΤΟ ΧΑΡΤΗ

η μόνη αληθινή πατρίδα

χωρίς πατριδοκάπηλους

ανούσιους ψεύτες

θαλαμηπόλους υπηρέτες

μιας παραφουσκωμένης εκδοχής

.

χωρίς καδραρισμένους ήρωες

κοντυλοφόρους πληρωμένους

να γράψουν τα υπερφίαλα

μιας καταδικασμένης ιστορίας

.

μια μοναχή πατρίδα

να επιστρέφουμε σ’ αυτήν

συνειδητά επαναπατριζόμενοι

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

*****

8. ΧΝΑΡΙΑ ΛΑΦΡΙΑ

Καθώς ένα κουμπί

άμα φαγώνεται η κλωστή του

κρέμεται και πέφτει

η αντοχή κρατά

όσο το ρούχο είναι καινούριο

μέχρι να παλιώσει

.

Ο κόσμος είναι άλλο

το μέσα κι έξω μαζί

σάρκα και μυστήριο

κανένας δε μπορεί να ξεχωρίσει

γιατί τα δυο δίνουν ζωή

κι όταν πεθαίνουμε ακόμη

.

Μετά από μας

μένει το αποτύπωμα

που αφήσαμε στη γη

καθώς το σχεδίασε ένα αίσθημα

ακατανόητο σαν έφτιαχνε

και γυμνούς και ντυμένους

και για όλους τους καιρούς.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΡΟΥΝΙΑΣ, Το ροδακιό, 201

Χάρης, Πάνος Κατσιμίχας – Τα χνάρια είναι σβησμένα

9. ΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΒΗΣΜΕΝΑ

Γιατί λοιπόν κι εσύ να μου μιλήσεις

Αφού το ήξερες δεν ήμουνα για σένα

Γιατί κι εσύ να με κοιτάξεις

Μ' αυτά τα μάτια σου τα ξένα

.

Τώρα που πέρασε ο καιρός ρωτάω τον εαυτό μου

Τι να ‘ναι αυτό που κάποτε αγάπησα σ' εσένα

Μα δε θυμάμαι τίποτα

Τα έχω όλα ξεχάσει

Μα δε θυμάμαι τίποτα

Τα χνάρια είναι σβησμένα

.

Τίποτα τίποτα δεν ήμουνα για σένα

Τίποτα τίποτα δεν ήμουνα για σένα

Πού πήγαν τόσα λόγια κρυφά ψιθυρισμένα

Πού πήγαν τόσα λόγια κρυφά ψιθυρισμένα

ΠΑΝΟΣ ΚΑΤΣΙΜΙΧΑΣ

*****

10. ΣΒΗΝΟΝΤΑΣ ΙΧΝΗ ΕΠΙΜΕΛΩΣ

Σύντομα θα αποχαιρετήσουμε κι αυτό το καλοκαίρι

θα αποτινάξουμε τους τελευταίους κόκκους άμμου

απ’ τα σώματα

ένας θα ξεχαστεί βαθιά

μες τον λαβύρινθο του αυτιού

κι ίσως θαφτεί μαζί μας

.

θα σφαλίσουμε σφιχτά σε κάποιο ποίημα

ένα κομμάτι ήλιο λαμπερό

θα το διαβάσουν οι τυφλοί

και θα λάμψει σαν μικρός πυρσός τη νύχτα

(κι είναι πολλές τώρα οι νύχτες).

.

Θα κρύψουμε μιαν υποψία δροσιάς κάτω απ’ τη γλώσσα

θα διαχυθεί με τον καιρό στον ουρανίσκο

κι ένα μελλοντικό φιλί θα έχει γεύση θάλασσας

θα εξαφανίσουμε έναν απροσδόκητο έρωτα

όπως ο ταχυδακτυλουργός

–με κίνηση αστραπιαία

το φοβισμένο κουνέλι–

καταχωρώντας τον στα μη συντελεσθέντα

.

έτσι κανείς δεν θα μπορέσει να μας κλέψει τίποτα

αφού τίποτα δεν θα έχουμε

πέραν από τον απολογισμό

ότι από μπροστά μας πέρασε

ακόμη ένα καλοκαίρι.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

*****

11. ΙΧΝΟΣ

’Ίχνος χρόνου κανένα

Σαν απάτητο τής μνήμης το έδαφος

Κάθε πού το περνά, όμοια νερό, το φιλί

Επιστρέφει πιο νέο

Βουλιάζει -βήμα στην άμμο-

Σκέψεις, εικόνες, αισθήματα

.

Κι ύστερα δυνατά πιο πολύ

Ξαναφέρνει

Τη λαχτάρα πού κοίταγα

Και μέσα στο πλήθος σέ βρήκα

«Αύριο, αύριο»

Σαν για πρώτη φορά

.

’Ίχνος χρόνου κανένα αφήνοντας

Ό παλιός έρωτάς μας Πιο νέος

«Αύριο. Στην αγκαλιά μου. Ξανά».

ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ, «Το ψηφιδωτό της νύχτας», Εκδόσεις

ύψιλον/βιβλία, 2018.

*****

12. ΤΑ ΚΑΚΑ ΣΗΜΑΔΙΑ

-Έλα, καλή μου, στο ποταμάκι,

το δροσερό παγανό ποταμάκι,

έλα, καλή μου, δροσάτο αεράκι,

στο σιταρένιο το ποταμάκι,

να φιληθούμε.

 .

-Έλα, καλέ μου, σ’ αυτό το τέλμα

γεμάτο νούφαρα και ψόφια ψάρια,

έλα, καλέ μου, να σε φιλήσω,

έλα να γείρεις το κεφαλάκι,

να σε σκοτώσω.

 ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ

*****

13. ΚΑΘΩΣ Η ΟΜΙΧΛΗ ΣΗΜΑΔΙΑ ΔΕΝ ΑΦΗΝΕΙ

Καθώς η ομίχλη σημάδια δεν αφήνει

στο βαθυπράσινο το λόφο πάνω,

έτσι σημάδια δεν αφήνει και το σώμα μου

πάνω σου, ούτε ποτέ θ’ αφήσει.

.

Όταν γεράκι κι άνεμος συναντηθούν

μετά τι τους απομένει;

Έτσι εσύ κ’ εγώ συναντιόμαστε,

γυρίζουμε ύστερα, αποκοιμιόμαστε μετά.

.

Καθώς αντέχουν πολλές νύχτες

χωρίς φεγγάρι ή άστρο

έτσι κ’ εμείς θα το υπομείνουμε

αν φύγει ο ένας μας μακριά.

ΛΕΟΝΑΡΝΤ ΚΟΕΝ, Μετ: Ανδρέας Αγγελάκης

*****

14. ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ

Αθάνατοι δεν είμαστε,

πηγή με αθάνατο νερό ακόμα δε βρέθηκε.

Με ημερομηνία λήξης ζούμε και αναπνέουμε όλοι,

ακόμα και αν η ανθρώπινη αλαζονεία μας κάνει

αυτό να το λησμονούμε.

Δε θέλω να πιω νερό αθανασίας,

θέλω το σημάδι με το φευγιό μου να είναι κάτι θετικό.

.

Δε θέλω αθάνατη να γίνω,

αλλά το πέρασμά μου αθανασία να κατακτήσει.

Να μείνει αυτό το σημάδι,

το οποίο θα φανερώνει

πως η ζωή μου είχε κάποια σημασία να υπάρξει.

.

Αυτό το σημάδι που θα δείχνει

πως κάποτε και εγώ για κάτι άξιο γεννήθηκα.

Αθάνατοι δεν είμαστε,

αλλά στο βιβλίο της Ζωής,

μπορούμε να αφήσουμε το δικό μας μοναδικό,

ανεπανάληπτο αποτύπωμα.

ΜΑΡΙΑ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

*****

15. ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΔΕΟΥΣ

τα ποιήματα που ανθίζουν γύρω μας

εκείνα που δεν γράφονται

και δεν προφέρονται

τα ποιήματα που βλέπουμε

και σπάνια αναγνωρίζουμε

σπάνια ακούμε την εξαίσια μουσική τους

μας προκαλούν

να επιχειρήσουμε το αδύνατον

.

κι εμείς πιστοί στην προαιώνια εντολή

χαράζουμε ίχνη τους στο χαρτί

με δέος συνθέτουμε θαμπός εικόνες

εκστατικοί

μπροστά στη μυστική αλήθεια των θαυμάτων

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

*****

16. ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΦΩΣ

σε μυστικά κλαδιά των άστρων

θ’ αναζητήσω ξέφτια από το φόρεμά σου

ιχνηλατώντας σκοτεινά μονοπάτια

με τα τυφλά μου μάτια θα τρυπήσω

τον μελανό πολτό της μοναξιάς

.

μια αιωνιότητα ανυπαρξίας

βυθισμένος στ’ απόνερα ενός πλοίου

που ‘χει πια χαθεί στον ορίζοντα

βυθισμένος στην τροχιά ενός άστρου

που ‘χει ήδη συρρικνωθεί στον αρχικό του πυρήνα

.

απρόσιτος μέσα στο μέσα μου

απρόσιτος στο πρώτο μου κύτταρο

απρόσιτος στη μελλοντική μου έκρηξη

απρόσιτος αναδύομαι και αγγίζω

την τελική διάσταση του χρόνου

.

υποθαλάσσια σήμαντρα

μετουράνιοι διάττοντες

ένας αστραφτερός ψίθυρος στις παρυφές της σιγής

φωτεινό προοιωνίζεται το φως

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

*****

17.ΔΑΚΤΥΛΙΚΑ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ

σημαδεμένα απ’ το μολύβι

απ’ τη δουλειά κι από τον χρόνο

σκληρά όπως η αλήθεια της ζωής

και τρυφερά όπως το χάδι

.

από τα μάτια σου εμπνευσμένα

ερωτικά στο άγγιγμά σου

ρομαντικά όπως το όνειρο

και γήινα

γήινα όπως το ψωμί

.

αυτά τα δάχτυλα

το χέρι που απλώνεται αδερφικά

και επικαλείται πάντοτε τον ουρανό

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Πες το με ποίηση (484ο): «Κυνηγός»…

“Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε
να ‘ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί·
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει·…”

(Γ. Σεφέρης)

***************

«…Τα μέτρια ν’ αποφεύγουμε μ’ αδιάλλαχτην αποστροφή,
— αμετανόητοι κυνηγοί του Ωραίου και του Απολύτου
— νάναι μας έπαθλο η πληγή, το μάταιο γνώση μας σοφή
— η χρυσή σμίλη δημιουργού, κασμάς του καταλύτου…»

(Γ. Ρίτσος)

*******************

Αφοι Κατσιμίχα, «Ποιος τη ζωή μου, ποιος τη κυνηγά»

Μάνος Ελευθερίου, «Ποιος τη ζωή μου, ποιος τη κυνηγά»

Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά
να την ξεμοναχιάσει μες στη νύχτα;
ουρλιάζουν και σφυρίζουν φορτηγά
σαν ψάρι μ’ έχουν πιάσει μες στα δίχτυα

Για κάποιον μες στον κόσμο είν’ αργά
ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά;

Ποιος τη ζωή μου, ποιος παραφυλά
στου κόσμου τα στενά ποιος σημαδεύει;
πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά
που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;

**************

Μάνος Ελευθερίου, Ο κυνηγός

Μνήμη Γιώργου Σ. Μπλετζάκη
Μαρίας Κουλάκου

Κάποτε βγήκα σ’ ένα τοπίο χιονισμένο –
μια ελαιογραφία.
Δράκοι μοχθηροί των ουρανών της επαρχίας
και καλπάζοντας Άγγελοι μέσα στο χιόνι.
Τα μάτια των ζώων πριν από τον πυροβολισμό
του κυνηγού.

Το κάδρο έγειρε λίγο
και χύθηκε το χιόνι στο πάτωμα.
Μαζί και το φαρμάκι που είχε πιει ο κυνηγός
για λόγους ηθικούς για μια αδικία.
Για μια ατιμία των δικών του.

Αργότερα μου μίλησαν για τρομερούς σπασμούς.
Για το μαχαίρωμα της κοιλιάς του
μήπως και βγει το δηλητήριο.
Και πώς να βγει το δηλητήριο.
Απελπισία που ξεπέρασε τα ανθρώπινα.

Έμεινε μόνο η νυφική φωτογραφία
πάνω στο σκρίνιο.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

******************

«Ο κυνηγός», του Δημήτρη Κοσμόπουλου

Κλαδιά χιαστά περιπλεγμένα στα βλέφαρα, δεν σε αφήνουνε να κλείσεις μάτι. Παμπάλαιες συστάδες, κατάφορτες ξεχασμένα φύλλα. Με φωληές αλλόκοτων πουλιών. Καψερέ μου. Πίνουν από το αίμα σου, ραμφίζουν την ζωή σου. Λαλούνε κι όλο κελαηδούν μ΄ανθρώπινη φωνίτσα:

«Ράγισε το κορμάκι σου σαν γέρικο καράβι
Κι η μαύρη θάλασσα χυμά βενζίνη που το ανάβει».

Βλέπεις τον κυνηγό και τα σκυλιά του. Τον κάποτε διαφεντευτή βουνών και ποταμιών που υπήρξες βλέπεις. Έρχεται να σε πάρει. Βλέπεις με την αφή. Όχι με τα μάτια. Δίνεις διστακτικά το χέρι σου

Ο κυνηγός, ΙΙ

Μ᾽ εμποδίζει το εκτυφλωτικό φεγγαρόφωτο, αλλά την ιστορία θα την πω.
«Φεγγάρι σαν ημέρα», ξεκινούσε να διηγείται, όταν μιλούσε για το φύλαμα , για τον λαγό ή τα τρυγόνια, τις μπεκάτσες. Όταν έλεγε πώς τα χτυπούσε. Στο φτερό.
Απέναντι στο κρεβάτι του γερο-Λαέρτη, τώρα κρεμασμένο το δίκαννο και η φυσιγγιοθήκη και το σακκίδιο. Άδειο. Μυρίζει λαγοτόμαρο και δέρμα αλεπούς. Μυρίζει νύχτες σεληνόβρεχτες, σ΄αμπέλια, καταρράχια κι ελαιώνες. Βγαίνουν αγρίμια για νερό, βγαίνουν ζούδια για χόρτο.
Με τον ορό που στάζει αργά, μουδιάζει η μνήμη, το αίμα σιγαλά μαραίνεται.

*********************

“Κυνήγι σκέψεων”, Της Ευαγγελίας Κυρίτση

Κυνηγημένη από τις ώρες της μέρας,

μιας μέρας ατελείωτης

που δε χωράνε τα θέλω σου, τα πρέπει σου.

Φυγαδεύω τον εαυτό μου

στο απόμακρο σπήλαιο της ψυχής

Αφήνοντας το βλέμμα μου να ξοδεύεται αδιάφορα

με πείσμα με κρατώ στη σκιά της ηρεμίας.

«Αλυσόδεσέ την» ακούγεται μια φωνή από τα έγκατα της εγκεφαλικής παράνοιας.

«Άφησέ την να βρει την ανθρώπινη μορφή…

αλλότρια από το είδωλό της στον καθρέφτη.

Ξαφνικά θυμάμαι το εγχειρίδιο του Επίκτητου

και δακρύζω…

Πόσο αφελής ήμουν!

Ενέδρα μου ‘στησε ο ιστός των λογισμών μου

Με υφάντρα εμένα την ίδια…

Το υφαντό μου… εχέγγυο για τον διχασμό της ψύχωσης

Ίαση… εγκλεισμός.

******************

Μαρία Ορτουλίδου: Κυνήγι

Ξέρεις ότι είναι σφαχτάρι εκλεκτό, με κρέας τρυφερό.
Δεν μπορείς να δεις πέρα από το είδωλο σου.
Ζεις μονάχα για την έξαψη του κυνηγιού,
μέχρι να φας και να χορτάσεις.
Μόνο που «μετά θάνατον» το δέρμα σκληραίνει.
Είτε διάφανο, αδιαπέραστο, κοφτερό σαν ξυράφι
να μην μπορεί κανένας να το αγγίξει
να το πειράξει.
Ή μαυρίζει από τη χολή
και δεν ησυχάζει μέχρι εκδίκηση να πάρει.
Δικαιοσύνη.
Και του θηρευτή τα σωθικά
με τα ίδια – κάποτε τρυφερά- χέρια
να ξεσκίσει
και να τον γδάρει ζωντανό.

********************

Δημήτρης Υφαντής, «Ο κυνηγός»

*************

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, Ο κυνηγός

O κυνηγός
δε βλέπει τον θάνατο
στο στόχαστρο.
Βλέπει μονάχα
ένα μέσο στον σκοπό
κι έναν σκοπό στον στόχο.
Ξαπλώνει με το σίδερο
την αλεπού στο χιόνι.
Την κόκκινη κλωστή της
στο σεντόνι
ξετυλίγει.

Διαφεντεύει
την απόσταση
με τον σκύλο του.
Με την ακαριαία του βούληση
ράβει την ολόκληρη
πλευρά εδώ
στη σκισμένη
πλευρά εκεί
με τη μαύρη βελόνα
στον θάνατο τη ράβει
για προικιό.

Μέσα του όμως
μια άλλη αλεπού
τον τρώει
αόρατη, κυτταρική·
τουφέκι δεν ακούγεται.
Τη νύχτα, αργά,
θα βρει το πρώτο αίμα
εκεί που κατουράει.
Και θ’ αναρωτηθεί
πώς ήρθε πίσω
η πληγή.

******************

Κυνήγι μαγισσών – της Μαρίας Θ. Αρχιμανδρίτη

Στα σκοτεινά με το μυαλό του
την αναπλάθει.
Πήλινα βάζα
τα χαρακτηριστικά της
στο κολουμβάριο της μνήμης.
Χωρίς ακροδάχτυλα
και όνομα
Δεν μπορεί ψηλαφίσει
το πρόσωπο της.
Λειψοί οι κόμποι ασπρίζουν
γύρω από τον λαιμό.
Καθώς οι κόρες γυρίζουν
ξεχνά το χρώμα τους.
Συλλέγει ψήγματα ασφυξίας
Επινοεί το βλέμμα της
και το νευρικό της σφίξιμο στα μπράτσα
του.
Σαν γάτα γεμίζει το στομάχι του
με ανώνυμες μπάλες μαλλί,
σειρά του
να την γεννήσει αυτός.
Χωρίς αποτύπωμα.
Δάχτυλο να βυζάξει.
Μονάχα μάτια προβολείς
στα σκοτεινά
να προβάλλουν στον τοίχο
το κενό.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ)

Πες το με ποίηση (483ο): «Γκρεμός – άβυσσος»…

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Γεράσιμος Ανδρεάτος – Ο γκρεμός

1.Ο ΓΚΡΕΜΟΣ

Σε κάθε δρόμο πάντα υπάρχει ένας γκρεμός

αρκεί στην ώρα να τον δεις και να ξεφύγεις

έτσι σε κάθε αγάπη είν’ ο χωρισμός

που μοναχά με τις θυσίες θ’ αποφύγεις.

.

Για να `χεις κάποια σε τούτη τη ζωή χαρά

τον άνθρωπό σου πάντα βάσταξε κοντά σου

και θα `ναι στήριγμα σαν θα `ρθει η συμφορά

και σαν θα δεις ν’ ανοίγεται ο γκρεμός μπροστά σου.

.

Ένας γκρεμός μες στη ζωή μας είν’ ο χωρισμός

της ευτυχίας κόβει απότομα τη στράτα

βρες άλλο δρόμο όσο ακόμα είν’ ο καιρός

και με τον άνθρωπο που πόνεσες περπάτα

ΛΟΥΚΑΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΟΣ

*****

2. Ο ΓΚΡΕΜΟΣ

Του λέει το κύμα: Θα σε πάρω στον βυθό μου·

κι αυτός ανοίγει το πανί

και λέει: Δεν έχω φοβηθεί

άλλον ποτέ από τον ίδιο τον εαυτό μου!

.

Του λέει η γη: Δεν θα σου δώσω τον καρπό μου·

κι αυτός αρπάζει το υνί

και λέει: Δεν έχω φοβηθεί

άλλον ποτέ από το ίδιο το μυαλό μου!

.

Του λέει η φωτιά: Δεν θα σου δώσω την καρδιά μου·

κι αυτός φουρνίζει το ψωμί

και λέει: Δεν έχω φοβηθεί

άλλον ποτέ από τα ίδια τα όνειρά μου!

.

Του λέει ο κόσμος: Θα χαθείς στην άβυσσό μου!

κι αυτός αρπάζει ένα κλαδί

και λέει: Δεν έχω φοβηθεί

άλλον ποτέ από τον ίδιο τον γκρεμό μου!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΜΗΤΣΙΑΣ -ΓΚΡΕΜΟΣ ΚΑΙ ΒΡΑΧΟΣ

3. Ο ΓΚΡΕΜΟΣ ΚΑΙ

ΒΡΑΧΟΣ

Τι να σου κάνει ο άνθρωπος

στον κόσμο που γεννιέται

όλα τα χάνει κάποτε

μα δεν παραπονιέται

 .

Αχ τι καημός, αχ τι καημός

να ζεις μονάχος

μπροστά γκρεμός, μαύρος γκρεμός

και πίσω βράχος

Και κείνη που μ' αρνήθηκε

καρδιά μου παρακάλα

ν' ανέβει ξημερώματα

του γυρισμού την σκάλα

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

*****

4. Ο ΓΚΡΕΜΟΣ

Στεκόμαστε στην άκρη του γκρεμού.

Ο αέρας ταξιδεύει τα μαλλιά σου ανακατεύοντας τα.

Μία τούφα, κλέβει

λίγο από το μπλε των ματιών σου.

Είμαστε αγκαλιά κοιτάζοντας το κενό.

.

Με ρίχνεις, για να σωθείς. Φεύγεις κι εγώ, στην αργή πτώση

μου σε

κοιτάζω.

Η μορφή σου γαλήνια, έχει ντυθεί με ένα ολόλευκο φως.

Και μετά σκοτάδι.

.

Το σκοτάδι με τυλίγει, αλλά δεν πονάω.

Μόνο ένα δάκρυ κυλάει από τα μάτια μου, για το μπλε των

ματιών σου

που δεν θα ξαναδώ.

Κωνσταντίνος Πάσσαρης

Δημήτρης Παπαδημητρίου & Κώστας Μακεδόνας – Ο

Γκρεμιστής

5. Ο ΓΚΡΕΜΙΣΤΗΣ

Στον Ίωνα Δραγούμη

.

Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο κτίστης,

ο διαλεχτός της άρvησης κι ο ακριβογιός της πίστης.

Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.

Στου μίσους τα μεσάvυχτα τρέμει εvός πόθου αστέρι.

.

Κι αν είμαι της vυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας,

πάvτα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας.

Εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης.

του μακρεμένου αγvαvτευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης

.

και με το καριoφίλι μου και με τ’ απελατίκι

την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι.

Kάλλιo φυτρώστε, αγριαγκαθιές, και κάλλιo ουρλιάστε, λύκοι,

κάλλιο φουσκώστε, ποταμοί και κάλλιο ανoίχτε, τάφοι,

.

και, δυvαμίτη, βρόvτηξε και σιγοστάλαξε, αίμα,

παρά σε πύργους άρχοvτας και σε vαούς το Ψέμα.

Τωv πρωτογέvvητωv καιρών η πλάση με τ’ αγρίμια

ξαvάρχεται. Καλώς να ‘ρθει. Γκρεμίζω την ασκήμια.

.

Είμ’ ένα ανήμπορο παιδί που σκλαβωμένο το ‘χει

το δείλιασμα κι όλο ρωτά και μήτε ναι μήτε όχι

δεν του αποκρίvεται καvείς, και πάει κι όλο προσμέvει

το λόγο που δεν έρχετα, και μια vτροπή το δένει.

.

Μα το τσεκούρι μοvαχά στο χέρι σαv κρατήσω,

και το τσεκούρι μου ψυχή μ’ ένα θυμό περίσσο.

Τάχα ποιος μάγος, ποιο στοιχειό του δούλεψε τ’ ατσάλι

και vιώθω φλόγα την καρδιά και βράχο το κεφάλι,

.

και θέλω να τραβήξω εμπρός και πλατωσιές v’ αvοίξω,

και μ’ ένα Ναι να τιναχτώ, μ’ ένα Όχι να βροvτήξω;

Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας, όποιοι είστε.

Γρικάω, βγαίvει από μέσα του μια προσταγή: Γκρεμίστε!

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Δειλοί και κρυφοί στίχοι, 1928

*****

6. ΓΚΡΕΜΙΣΜΑ

Στον Ευριπίδη Γαραντούδη

.

Αρχαία μέρα, πέτρινη, πώς να σε κουβαλήσω.

Τώρα μου έρχεσαι ξανά με πέτρινο χαμόγελο

και ξεψυχάς όταν για σένα πάω να μιλήσω.

Μένω με άναυδο στόμα, κενό κι ανώφελο.

.

Έγινες μέρα ο τόπος μου, ερημωμένος.

Στους σάπιους σου κι υγρούς, ξεφλουδισμένους τοίχους

γυρνώ απ' τα ξένα, ανέστιος, γκρεμισμένος.

Χορτάρια μουσικής παλιάς μαζεύω κι ήχους.

.

Φυσάει κι η άμμος το κορμί σκεπάζει

στα μάτια μου τρυπώνει και στον ουρανίσκο

κι εκεί πλάθει καινούργιες λέξεις από αγιάζι,

.

κι ω δροσερό νεράκι στάζουνε και βρίσκω

το πέτρινο κλειδί την πόρτα σου που παραβιάζει

και πια σε λέω, το χέρι μου σε δοξάζει.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ

Κώστας Χατζής – Γκρεμισμένα Σπίτια

7. ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΑ ΣΠΙΤΙΑ

Γκρεμισμένα σπίτια μέσα στο σκοτάδι

Έτσι είν' η ζωή μας μεσημέρι βράδυ

Μη ζητάς κορίτσι μου ένα κορδελάκι

Από τα ερείπια φτιάχνω ένα σπιτάκι

.

Σκονισμένοι δρόμοι η πικρή ζωή μου

Μέσα στο σκοτάδι χάνω τη φωνή μου

Γκρεμισμένα σπίτια μέσα στο σκοτάδι

Έτσι είν' η ζωή μας μεσημέρι βράδυ

ΝΟΤΗΣ ΠΕΡΓΙΑΛΗΣ

*****

8. ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Πολλές φορές αναγκάζομαι να τα γκρεμίζω όλα.

Γκρέμισα το γαλάζιο, τις αποστάσεις, τους φανοστάτες βλέμματα,

γκρέμισα τον τρόπο που με χρειαζόσουν, τα χαμηλοτάβανα

αισθήματα,

την απάτητη χλόη, τις γυμνές προθέσεις,

γκρέμισα μανδύες αορατότητας, μελαγχολικά κατοικίδια,

αντένες εντόμων, κτηρίων, κατανόησης.

.

Γκρεμίστηκα κιόλας.

Από το τόξο ενός φρυδιού, απ’ ένα αδιάφορο ψέμα,

από μια μεταχρονολογημένη αλήθεια, απο γόνατα που

αγκίστρωσαν τη μέση μου,

απο χέρια που με στόχευσαν, από αδιάβροχα καλοκαίρια.

Θα φορέσω τα πόδια μου, πάμε να περπατήσουμε

ΕΛΕΝΑ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

*****

10. Η ΔΙΨΑΣΜΕΝΗ ΑΒΥΣΣΟΣ

δεν φτάνει η γνώση

οι συγκινήσεις, τα ταξίδια

όλα όσα έζησα

και κέρδισα ή έχασα

στην περιπέτεια της ζωής μου

.

το αίμα μου δεν φτάνει

όσα έγραψα

κι όσα ποτέ θα γράψω

τα πάθη και τα λάθη μου

η αγάπη που μου δόθηκε

κι εκείνη που σαν μυστική πηγή

δεν έπαψε ποτέ μέσα μου να αναβλύζει

.

αυτό το χάσμα

το απύθμενο κενό

στα παιδικά μου χρόνια

θα κλείσει μόνο με τον θάνατο

.

με την ψυχή μου μόνο

θα ξεδιψάσει η άβυσσος

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

*****

11. ΑΒΥΣΣΟΣ

στο χείλος του γκρεμού

στάθηκα ορθός μπροστά του

χόρτασα με το πολύχρωμο τοπίο

καθάρισε η ματιά μου απ’ της ανοιχτωσιάς τη θέα

.

κι άκουσα με τρόμο, μαζί και ηδονή

το τραγούδι απ’ την άβυσσο

να τραβάει το κορμί μου

όπως τ’ αγιόκλημα τη μέλισσα

.

το ξέρω πως γεννήθηκα να πέσω

το ξέρω πως το τραγούδι θα κερδίσει

.

μα είναι ωραία η θέα

κι όσο βαστούν τα φρένα μου

θα μένει μόνη η άβυσσος

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΑΒΟΥΛΤΣΙΔΗΣ

*****

12. ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Μπρος γκρεμός

-Παντού γκρεμός-

και πίσω τα φτερά σου.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΥΤΡΑΣ

*****

13. ΑΒΥΣΣΟΣ

Αγγίζω την άβυσσο

σωστότερα, με αγγίζει αυτή∙

όχι δειλά, ολοκληρωτικά

μπαίνω μέσα της διστακτικά∙

Λένε είναι σύνηθες αλλά

κοίταξε να βγεις

Γιατί να βγεις;

.

Το απολαμβάνω ανεπαισθήτως

δε σ’ ενοχλεί κανείς αδιακρίτως

αφού κανείς δεν επιθυμεί

να τη μοιραστεί.

Είναι θηλυκή και με

προσωπικότητα ναρκίσσου

και επιμονή κισσού.

Ποτέ δεν κατάλαβα

πως την απωθούν.

.

Την γνώρισα βαθιά και

όχι μόνο τη θέλω τελικά,

την αγκαλιάζω ασφυκτικά.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Θοδωρής Κοτονιάς, ''Ο ουρανός και ο γκρεμός

14. Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΚΡΕΜΟΣ

Ο ουρανός και ο γκρεμός απόψε σε φωνάζουν

τη μέρα σου χαμογελούν τη νύχτα σε τρομάζουν

έχει αστέρια ο γκρεμός κι ο ουρανός την πέτρα

και η καρδιά σου μες ση γη θαμμένη στα δυο μέτρα

.

Τον ουρανό θυμίζουν

δυο μάτια με γκρεμίζουν

.

Ξέρω φοβάσαι τον γκρεμό στον ουρανό δειλιάζεις

μα πιο πολύ τις ρίζες σου να μην κοπούν τρομάζεις

μα θα `ρθει η άνοιξη ξανά και θα σε ξεριζώσει

εκεί που θα `χεις μαραθεί θα σε ξαναφυτρώσει

.

Τον ουρανό θυμίζουν

δυο μάτια με γκρεμίζουν

.

Ο ουρανός και ο γκρεμός είναι το ίδιο πράγμα

κρύβουν του θάνατου το φως του έρωτα το θαύμα

κι όπου διαλέξεις για να πας ό,τι κι αν θες να σώσεις

από το χώμα την καρδιά μόνος θα ξεριζώσεις

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΤΟΝΙΑΣ

*****

14. ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ

Λένε πως μας καλεί το όμοιο

Άβυσσος άβυσσον επικαλείται

Η σκοτεινιά στη σκοτεινιά

Και η πληγή στην πληγή

Ανταπόκριση μυστηριώδης και κρυφή

.

Ποια πληγή σου άραγε να ταίριαξε με την πληγή μου;

Και ποια σκοτάδια σου

Στο σκοτάδι μου να βρήκαν φως;

.

Με τόση άβυσσο μέσα μας

Να υπάρχει βράχος

Σταθερή γη

Ένα λιμάνι

Για μας τους δυο;

.

Τον έφερε η άβυσσος

Θα λέω

Παιδιά της αβύσσου

Κι οι δυο

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ, «ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται»

Πες το με ποίηση (482ο): «Ποτήρι»….

Στ. Κουγιουμτζής – Γιώργος Νταλάρας – Σαν ραγίσει το ποτήρι

Μάνος Ελευθερίου, Σαν ραγίσει το ποτήρι

Από μικρή χαραματιά
κοιτούσες νύχτα μέρα
πώς μεγαλώνει μια φωτιά
κι απλώνει στον αγέρα

Σαν ραγίσει το ποτήρι
δεν τ’ αγγίζεις άλλο πια
βάζεις μόνο ένα λουλούδι
και στολίζεις μια γωνιά

Μας έχει λιώσει το σκοινί
και το νερό στερεύει
μα το πηγάδι είναι βαθύ
κι η δίψα μας παιδεύει

Σαν ραγίσει το ποτήρι
δεν τ’ αγγίζεις άλλο πια
βάζεις μόνο ένα λουλούδι
και στολίζεις μια γωνιά

********************

«Πέταλο γιασεμιού, σ’ ένα ποτήρι με νερό, μακριά που μ’ αρμενίζεις.»

~
Γιάννης Ρίτσος~

*****************

Θανάσης Τριανταφύλλου, Ραγισμένο ποτήρι

Φτηνό κι ασήμαντο ποτήρι είμαι

Χωρίς στοιχεία κι άλλες μυστικές γραφές

Πάνω μου χαραγμένα

Με κτήτορες  κι άλλα ονόματα.

Πως κάποτε να μ’ είχε κάποιος Γιάννης

Ή κι ένας  άλλος  Γιώργος, ή και Βαγγέλης

Και μέσα μου έπιναν νερό

Τη δίψα τους να σβήνουν

Στην κάψα του καλοκαιριού

Τους καψερούς  νταλκάδες.

Ή κάποιος άλλος γέρο Νέστορας

(Τυχαίο τ’ όνομα, ανιστόρητο)

Στο Πέραμα κι αλλού, στη Δραπετσώνα

Κρασί να με γεμίζει χύμα

Τα βράδια κουρασμένος

Απ’ τη δουλειά γυρίζοντας

Και μ’ έναν, κι ύστερα με δεύτερο παπά

Της πίκρας τα φαρμάκια του να πνίγει.

Ούτε θυμάμαι να ’ρχεται στο κέφι

Στον τρίτο, ή και στον τέταρτο παπά.

Χωρίς του έρωτα τις άγνωστες χαρές

Τις στενοχώριες μόνο πνίγει

Και τύφλα στο μεθύσι σέρνεται.

Πάνω μου χαραγμένο τίποτε δεν έχω

Κι αυτό το λίγο ράγισμα, εδώ ψηλά

Που μόνο με το φως το βλέπεις

Το τραύμα της καρδιάς μου είναι.

Δεν είμαι, ξαναλέω, το χρυσό εγώ

Του Νέστορα ποτήρι, το καλόπιοτο

Να υπόσχομαι κολάσεις κι άλλους πόθους.

***


Νέστορος ποτήριον – Επίγραμμα

(Φιλ. μεταγρ.) Νέστορός εἰμὶ εὔποτον ποτήριον· |

ὃς δ᾽ ἂν τοῦδε πίησι ποτηρίου αὐτίκα κεῖνον |

ἵμερος αἱρήσει καλλιστεφάνου Ἀφροδίτης.

Του Νέστορα είμαι το καλόπιοτο ποτήρι·

όποιος πιεί απ’ το ποτήρι τούτο, αμέσως πόθος

θα τον καταλάβει της καλλιστέφανης Αφροδίτης.

****************

Ορφέας Περίδης – Μανώλης Λιδάκης-Δυο ποτήρια, μια κουβέντα

Θοδωρής Γκόνης, Δυο ποτήρια, μια κουβέντα

Κάθομαι και περιμένω να φανείς
θα `μαι εγώ, εσύ κι ο πόνος,
θα’ μαστε κι οι τρεις.

Δυο ποτήρια, μια κουβέντα, γιατί χάθηκες
γιατί μπήκες σ’ άλλες πόρτες και μαράθηκες.

Κάθομαι και περιμένω τη φωτιά
το σινιάλο το δικό σου και τη μαχαιριά.

***************

Γράφει η Χαρούλα Βερίγου [Ζωή Δικταίου]

Νομίζεις είναι το ποτήρι που ράγισε…

Το ποτήρι, αυτό το γυάλινο

πόσες φορές αλήθεια αγγίξαμε τα χείλη μας,

στο χείλος του, να ξεδιψάσουμε, μαζί,

μαζί, ίσαμε τούτη την ώρα,

μια απρόσεκτη κίνηση η αιτία

και να πως ράγισε,

το ποτήρι, νομίζεις…

με αλλόκοτη κατ’ ανάγκην τρυφερότητα

με κίβδηλες σκέψεις συμφιλίωσης

με τη θωπεία του χρόνου σε βαθιές χαρακιές.

Ξέρεις, υπάρχουν βλέμματα βουβά

και λέξεις αδέσποτες που όταν ειπωθούν

έχουν τη δύναμη να ραγίσουν ποτήρια,

να σπάσουν καθρέφτες,

να ματώσουν καρδιές

να χαλάσουν ζωές.

Κι όμως, Αύριο, πάλι θα γυρέψουμε

να σβήσουμε τη δίψα

μόνο που δεν θα είναι πια το ίδιο ποτήρι,

μα ούτε και ένα άλλο, όχι,

θα μοιάζει ίδιο

μόνο στα δικά σου μάτια όπως παλιά,

όσο εγώ θα διαβάζω τα λόγια σου

στο χάσμα που άνοιξε

εκείνη η ανεπαίσθητη, η μικρής σημασίας

κατά τη γνώμη σου, ασήμαντη ραγισματιά.

Γνωρίζοντας πόσο όλα έχουν αλλάξει,

μην περιμένεις να παραπονεθώ

έχω ακουστά για τη μάταιη φήμη σου.

Η δική μου ψυχή

ξεδιψά ερήμην σου, στη θάλασσα

παραδομένη στη νηφάλια μέθη της θύμησης

αγαπώ την αλμύρα,

απόψε, σε ασκεπή βαθυσκότεινα νερά

πόσο αιφνίδια τελειότητα φαντάζει

ο ανοικτός μοναχικός ορίζοντας.

Κοίταξέ με, έχω φορέσει

την αλήθεια σου κατάσαρκα

την αλήθεια που τόσο φοβάσαι

ξέρεις, αποφάσισα

να ζωντανέψω τις παλιές αναγνώσεις

και τις λησμονημένες συνήθειες

εκχερσώνοντας τα μυστικά εδάφη της ψυχής

για όσα προσκομίζουν οι αισθήσεις

μόνο γι’ αυτά.

Νομίζεις είναι το ποτήρι που ράγισε…

Νομίζεις…

Ζωή Δικταίου
Κέρκυρα 31 Μάρτη 2017

*****************

Σε βλέπω στο ποτήρι μου _ Τζένη Βάνου – Μίμης Πλέσσας

Λυμπερόπουλος Ηλίας, Σε βλέπω στο ποτήρι μου

Σε βλέπω στο ποτήρι μου
Και πίνοντας σε πίνω
Και όταν τελειώσει το πιοτό
Δε ξέρω τι θα γινω

Σαν ακουρδιστο ρολόι
Που δε παίρνει πια στροφή
Το μυαλο μου έχει μείνει
Στη δική σου τη μορφη

Σε βλέπω στο ποτήρι μου
Και πίνοντας σε πίνω
Και όταν τελειώσει το πιοτό
Δε ξέρω τι θα γίνει

Πίνω απτις 9 το βράδυ
Και έφτασε τρεισήμισι
Και το νου μου βασανίζει
Η δική σου θυμιση

Σε βλέπω στο ποτήρι μου
Και πίνοντας σε πίνω
Και όταν τελειώσει το πιοτό
Δε ξέρω τι θα γίνει

Πλοήγηση Άρθρων

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε