
Ο σεξπηρικής έμπνευσης συγκεκριμένος μονόλογος αποτελεί τη συνομιλία ενός αθλητή με τον εαυτό του, κατά τη διάρκεια της «ιερής» προετοιμασίας του ήρωα πριν τον πιο καθοριστικό αγώνα της ζωής του. Γίνεται η αφορμή να εξωτερικεύσει τα συναισθήματά του, τον θυμό, τον φόβο, την ένταση και το πάθος που αισθάνεται πριν την τελική αναμέτρηση. Το ακροατήριο αποτελεί το ιδανικό πλαίσιο ενός «λακανικού καθρέφτη» (Lacan, 2006), μπροστά από τον οποίο ο ήρωας αποκρυσταλλώνει το «ναρκισσιστικό του εγώ», ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί να το αποδομήσει, καθώς εκδύεται ψυχικά και σωματικά, προκειμένου να αποκαλυφθεί το προσωπικό του τέλμα.
Με πολλούς παραστατικούς συμβολισμούς και συνεκδοχικές κατά Barthes ερμηνείες (Barthes, 1972), ο πυγμάχος γίνεται το πρότυπο του σύγχρονου ανθρώπου που αναζητά ανάμεσα στους μύθους που τον περικυκλώνουν την πραγματική του ταυτότητα. Μια ταυτότητα με πολλαπλές ιδιότητες, προκειμένου να ανταποκριθεί σ’ έναν αμφιλεγόμενο και κατακερματισμένο κόσμο (Taylor, 2007). Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει με τις νέες γενιές της συνεχιζόμενης κρίσης, οι οποίες είναι «υποχρεωμένες» να αντεπεξέλθουν σε πάρα πολλούς τομείς και να είναι αποτελεσματικές σε μορφωτικό επίπεδο, στην αγορά εργασίας, στο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον αλλά και στον ψηφιακό κόσμο των κοινωνικών δικτύων, όπου «επιβάλλεται» να επιδείξουν μια εξιδανικευμένη εικόνα.
Ταυτόχρονα, ο κόσμος αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς, δημιουργώντας συνθήκες αποσταθεροποίησης σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο και επιδρώντας κατευθείαν στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση με όρους επισφάλειας (Bauman, 2000). Το αποτέλεσμα είναι ο σύγχρονος άνθρωπος να αισθάνεται μετέωρος και απελπισμένος, με αυξανόμενη εσωτερική ένταση που αποζητά τρόπους να εξωτερικευθεί, όντας, εν τέλει, «φυλακισμένος» στα αδιέξοδα του καπιταλιστικού συστήματος (Harvey, 2010), διερευνώντας απεγνωσμένα τρόπους διαφυγής.
Ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται να γίνει ένας «νιτσεϊκός υπεράνθρωπος» (Nietzsche, 1999) σ’ ένα σαθρό υπέδαφος, όπου η έντονα παθιασμένη και κυριαρχική εξωτερική του συμπεριφορά αντιπαλεύεται την ασθενή αυτοπεποίθησή του, την οποία συγκροτούν τα εσωτερικά συμπλέγματα κατωτερότητας, λόγω της μικροαστικής καταγωγής, του συναισθηματικού του εγκλωβισμού σε πατριαρχικά πρότυπα (Connell, 2005), αλλά κυρίως λόγω της πατρικής (ή και μητρικής σε μια άλλη εκδοχή) φιγούρας, την οποία απεγνωσμένα επιζητά να ξεπεράσει.
Ο λόγος του σύγχρονου ανθρώπου, όπως επισημαίνει κι ο Foucault, παραμένει ξεκάθαρα εξουσιαστικός με διάθεση επιβολής στον άλλο (Foucault, 1978). Με συνεχείς προστακτικές, «Συγκεντρώσου, συγκεντρώσου» ο άνθρωπος διατάζει τον ίδιο τον εαυτό του σαν να είναι ένας ξένος, σαν να μην αναγνωρίζει την ίδια του την προσωπικότητα, καταδεικνύοντας, αφενός τη σαθρωτική άγνοια του «εγώ» του και αφετέρου πως το ίδιο μοτίβο δύναται να υιοθετηθείσυμπεριφορικά και προς τους άλλους, χωρίς ίχνη κατανόησης και ανεκτικότητας ή δείγματα συναισθηματικής νοημοσύνης (Goleman, 2011). Γίνεται πολέμαρχος και κυνικός εκτελεστής ενός συμβολαίου θανατικής καταδίκης κάθε συμπεριληπτικής απόχρωσης.
Πρέπει να επιβληθεί, προκειμένου να νικήσει και να επικρατήσει. Αυτή, ωστόσο, η επιτακτική ανάγκη είναι και η συναισθηματική του εμπλοκή. Διότι ο σύγχρονος άνθρωπος γνωρίζει τι είναι ικανός να επιτελέσει, δεν είναι όμως ικανός να αντιληφθεί το τίμημα που οφείλει να πληρώσει αναφορικά με την ψυχοσύνθεσή του.
Ο προσωπικός πόνος, η απόγνωση και κυρίως η αντιπαλότητα του καλού με το κακό είναι τα ζητήματα που ξεπηδούν σε μια ατέρμονη αναζήτηση διαφυγής. Η ταξική του καταγωγή και η ελλιπής του μόρφωση γίνονται η τροχοπέδη της ύπαρξής του (Bourdieu, 1984). Δεν μπορεί να κατανοήσει την αδικία, την επισφάλεια, την ελαφρότητά του ως οντότητα μέσα σ’ ένα σύστημα που τον καταπίνει και τον εγκλωβίζει έτι περαιτέρω, καταλήγοντας σε μια ατελέσφορη εγωκεντρική επωδό «πάντα στο δεύτερο γύρο παραλύω».
Τι είναι, ωστόσο, αυτό που τον κάνει να παραλύει. Σίγουρα όχι ένα μόνο γεγονός, αλλά ένα πολυπαραγοντικό σύνολο. Η ίδια η προσωπικότητά του, η οποία αναζητά μια καλύτερη εκδοχή της, και η κοινωνική πραγματικότητα που δεν μπορεί να στηρίξει τις επιλογές του, αλλά καταβαραθρώνει το «είναι» του, είναι μόνο δύο από αυτά που τον στοιχειώνουν. Παράλληλα, η χρήση χυδαίας γλώσσας, με ύβρεις και κακοποιητική προθετικότητα, είναι μια μορφή σπασμωδικής αντίδρασης στον «κοινωνικό πνιγμό» που βιώνεικαι η οποία επιτείνει την απομόνωσή του, αναφέροντας ειρωνικά και υποτιμητικά «μόνο τα χέρια και τα πόδια μου έχω».
Η κοινωνία όχι μόνο δεν δίνει ευκαιρίες στον σύγχρονο άνθρωπο να αναπτυχθεί, αλλά του αφαιρεί και όσα έχει κατακτήσει με αγώνες και θυσίες. Ενδεικτικό παράδειγμα παραμένει ότι η Ελλάδα από το 2010 βιώνει μια από τις μεγαλύτερες κάμψεις των ανεπτυγμένων οικονομιών εν καιρώ ειρήνης, σε παγκόσμια κλίμακα (Beaton, 2022). Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει σταθερή δουλειά, δεν έχει ικανοποιητικό μισθό, αναγκάζεται να μεταναστεύσει για να γλιτώσει τον πόλεμο και τις συρράξεις. Το κοινωνικό σύστημα τον αποκλείει από φίλους, οικογένεια και γνωστούς, εγκλωβίζοντάς τον σε μια περίκλειστη αυλή, ώστε να θεωρεί τη ζωή του «ύλη άνευ νοήματος, έτοιμη για χειραγώγηση» (Eagleton, 2024).
Η «brutal» και ωμή εκδοχή του ανθρώπου φαντάζει η εύκολη λύση. Η επιβολή στον πιο αδύναμο, η κακοποιητική συμπεριφορά, η κυριαρχική προθετικότητα μιας πατριαρχικής, ομοφοβικής και φασίζουσας νοοτροπίας (Butler, 1990) κάνει τον ήρωα φαινομενικά δυνατό, αλλά ψυχικά ανισόρροπο και νοητικά διαταραγμένο.
Θέλει να (ξε)φύγει από την υποκρισία της αστικής ευμάρειας, να λυτρωθεί από την αναξιοκρατία και την «καπηλεία της αριστείας», να βρεθεί εκεί που θα αναγνωρίσουν το ταλέντο του. Να πραγματοποιήσει το πολυπόθητο «Ταξίδι στα Κύθηρα», σύμφωνα με τον ομώνυμο πίνακα του Watteau (1717).
«Σήμερα, εσύ ορίζεις τη μοίρα σου». Ωστόσο, η ψυχική του δύναμη δεν επαρκεί. Τα αποθέματά του είναι ελλιπή και η ψυχοσύνθεσή του αποσυντονισμένη, καθώς κι η πατρική φιγούρα τον καταρρακώνει: «Μόνο εσύ, ρε πατέρα, ξέρεις πόσο έχω προσπαθήσει όλα αυτά τα χρόνια. Μόνο εσύ ξέρεις. Μόνο εσύ. Εσύ μόνο. Κι αντί να με βοηθήσεις, κάθεσαι και μου γαμάς το ηθικό μου, μου διαλύεις την ψυχολογία. Σήμερα, μπαμπά, δεν θα ’μαι ο σκύλος σου».
Η υποβάθμιση της ζωής του και της ανθρώπινης αξίας είναι μέρος ενός κοινωνικού καπιταλιστικού πολέμου με ταξικό και τοξικό πρόσημο. Δημιουργείται ένα τραύμα, ένα κενό ύπαρξης που εντείνεται με την πατρική αντιπαλότητα και την ανεπιτυχή προσωπική κατάκτηση.
Το αποτέλεσμα είναι η επινόηση της «αργής μπουνιάς», μιας «παιδικής φαντασίωσης» εκδίκησης και δικαίωσης. Μια πράξη ονειρικής αυτοδικίας που θα τον μεταμορφώσει σε υπερήρωα και τιμωρό του συστήματος.
Ο ήρωας βρίσκεται σε εσωτερική διαπάλη μεταξύ μιζέριας και ευτυχίας. Η ανάγκη για μεταμόρφωση και μετασχηματισμό είναι επιτακτική. Αυτή η πράξη είναι η απαρχή της αυτοσυνειδησίας. Είναι η στιγμή που μέσα από μια διαδικασία μακράς κάθαρσης, επέρχεται η αυτογνωσία. Η αντίληψη ότι πρέπει «να αλλάξω τα πράγματα, πρέπει να κάνω κάτι για να ορίσω τα όσα μου συμβαίνουν».
Φυσικά, ο σύγχρονος άνθρωπος προτιμά να ονειρεύεται την αλλαγή, παρά να την πραγματοποιεί. Υπάρχουν, ωστόσο, περιθώρια να αλλάξει ο κόσμος και οι κοινωνικοί συσχετισμοί. Μπορεί ο σύγχρονος άνθρωπος να επανακτήσει τα όσα του έχουν βιαίως υφαρπάξει και να εξισορροπήσει ψυχικά και σωματικά.
Τούτο, όμως, απαιτεί προσπάθεια και επίγνωση. Ο σύγχρονος άνθρωπος οφείλει να κατανοήσει τη θέση και το αδιέξοδό του. Να καταλάβει τη δεινή θέση που έχει περιέλθει και ότι οφείλει να κινητοποιηθεί. Αυτό πρέπει να το κάνει κανείς μόνος με τον εαυτό του, όπως τεχνηέντως μας προτρέπει το πολύ εμπνευσμένο και συγκλονιστικά αληθινό κείμενο του Ανδρέα Φλουράκη (Φλουράκης, 2017).
Όμως το επόμενο βήμα απαιτεί κοινωνικοποίηση. Κανείς και ποτέ δεν κατάφερε να αλλάξει κάτι στην ιστορία μόνος του. Η ομαδική δράση, η αλληλεγγύη, η κοινωνική αφύπνιση και κυρίως οι συλλογικότητες των ανθρώπων για ένα κοινό όραμα μπορούν να καταφέρουν πολλά. Ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι ο άνθρωπος που ζει εκτόςκοινωνίας είναι ή Θεός, ή θηρίο. Κι εμείς έχουμε το περιθώριο να γίνουμε μικροί θεοί των αλλαγών και των κοινωνικών κατακτήσεων και όχι θηρία των ενστίκτων μας.
Τα τραύματα είναι πολλά και η κοινωνία «απλόχερα» προσφέρει κι άλλα. Το έγκλημα των Τεμπών είναι ένα τέτοιο συλλογικό τραύμα, που μπορεί, ωστόσο, να γίνει εφαλτήριο αλλαγών.Με επώδυνο και επίπονο τρόπο δύναται αυτή η συλλογική τραυματική εμπειρία να μετεξελιχθεί σε δράση και αντίδραση, αφού μόνο έτσι θα αλλάξουν τα κακώς κείμενα της πολύπαθης χώρας μας.
Η «αργή μπουνιά» πρέπει να έρθει από όλους, για είναι δυνατή και να κάνει κρότο. «Να πάει να βρει τη ρίζα του κακού, να καταλάβει ποιος φταίει για όλα αυτά, και πάει να συναντήσει πρόσωπο με πρόσωπο τους πραγματικούς μας αφέντες». Να αφυπνίσει και άλλες συνειδήσεις, να ενωθεί με άλλα «ανασηκωμέναμανίκια» που θέλουν να αλλάξουν τον ρου των γεγονότων και που θα έλθουν να συναντήσουν όλες αυτές τις «επαναστατημένες γροθιές», οι οποίες αποτέλεσαν «τον αστάθμητο παράγοντα της ιστορίας» και αναζήτησαν τη δική τους ταυτότητα (Morin, 2005), που άλλαξαν τον κόσμο και δεν επέτρεψαν ποτέ να επέλθει το «τέλος της ιστορίας», έτσι τουλάχιστον όπως το είχε οριοθετήσει ο Fukugiama (Fukugiama, 1992). Ίσως αυτή η στρατηγική κίνηση να είναι και η μοναδική ελπίδα, πριν την παραίτηση της οποιασδήποτε απόγνωσης.
Βριλήσσια, 2 Μαρτίου 2026
Παναγιώτης Φελέκης
Υποψήφιος Διδάκτωρ του Ε.Μ.Πο. Παντείου.
Βιβλιογραφία
- Barthes, R. (1972). Mythologies (A. Lavers, Trans.). Hill and Wang. (Original work published 1957).
- Bauman, Z. (2000). Liquid modernity. Polity Press.
- BeatonR. (2022). Οι Έλληνες, μτφ Αστερίου Μ. Αθήνα, Πατάκης.
- Bourdieu, P. (1984). Distinction: A social critique of the judgement of taste (R. Nice, Trans.). Harvard University Press.
- Butler, J. (1990). Gender trouble: Feminism and the subversion of identity. Routledge.
- Connell, R. W. (2005). Masculinities (2nd ed.). University of California Press.
- EagletonT. (2024). Περί κακού, μτφ. Μαραγκός Γ. Αθήνα, Πεδίο.
- Foucault, M. (1978). The history of sexuality: Vol. 1. An introduction (R. Hurley, Trans.). Pantheon Books.
- FukugiamaF. (1992). Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος, μτφ. Φακατσέλης Αχ. Αθήνα, Λιβάνης.
- GolemanD. (2011). Συναισθηματική νοημοσύνη, μτφ. Νέστορος Ι. Αθήνα, Πεδίο.
- Harvey, D. (2010). The enigma of capital and the crises of capitalism. Oxford University Press.
- Lacan, J. (2006). Écrits: The first complete edition in English (B. Fink, Trans.). W. W. Norton.
- MorinEd. (2005). H μέθοδος E΄τ., η ανθρωπινότητα της ανθρωπότητας – η ανθρώπινη ταυτότητα, μτφ. Δημητρούλια Τ. Αθήνα Εκδόσεις του 21ου.
- Nietzsche, F. (1999). Thus spoke Zarathustra (A. Del Caro, Trans.). CambridgeUniversityPress. (Originalworkpublished 1883–1885)
- TaylorC. (2007).Πηγές του εαυτού, μτφ. Κομνηνός Ξ. Αθήνα, Ίνδικτος.
- Φλουράκης Ανδρέας, (2017). Ταπ-Άουτ, Αθήνα.

Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, το κοινό είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει το θεατρικό έργο του Ανδρέα Φλουράκη «Πώς έμαθε το ψάρι Αγγλικά», σε σκηνοθεσία Ιωάννας Κατσαρού και μετάφραση στα Αγγλικά του Demetri Bonaros, με ερμηνείες των Demetri Bonaros και Χρυσής Συλαΐδη. Το έργο του Φλουράκη, με το χαρακτηριστικό ποιητικό του βλέμμα και το υπαρξιακό του βάθος, συνομιλεί με το πνεύμα του μοντερνισμού, οδηγώντας τον θεατή σε ένα ταξίδι ανάμεσα στη ζωή και το επέκεινα, εκεί όπου το φάντασμα ενός νεκρού ποιητή γίνεται οδηγός για την αναζήτηση νοήματος σε έναν νέο πολιτισμό, όπου ο άνθρωπος σταδιακά παύει να βρίσκεται στο επίκεντρο. Τόσο η σκηνοθετική ματιά της Ιωάννας Κατσαρού όσο και οι ερμηνείες των δύο ηθοποιών ανέδειξαν με ευαισθησία και χιούμορ τις συνειρμικές αφηγήσεις και τις έντονες, ποιητικές εικόνες του έργου, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο τον μοντερνισμό έναν αιώνα μετά την πρώτη του εμφάνιση.
Με χαρά, ύστερα από σχεδόν μία δεκαετία, παραδίδω τη σκυτάλη του ελληνικού Eurodram στις θεατρικές συγγραφείς, βραβευμένες στο Eurodram, Θεώνη Δέδε και Μαρία Αθήνη, που πλέον θα είναι από κοινού οι νέες συντονίστριες. Ευχαριστώ όλα τα μέλη της ελληνικής επιτροπής, καθώς και τις/τους βραβευμένες/-ους συγγραφείς που μας εμπιστεύτηκαν: