
[Την είδε «Τσε», βάρεσε «μεγαλείο». Εκεί αιώνια «Αυτοδοξάζεται». Θα τον έλεγες ξύλο απελέκητο, θα τον κορόιδευες ως στουρνάρι, αλλά «εστέφθη» με έντεκα δολοφονίες. Φαντάσου! Γάτα να τραυματίσεις με το αυτοκίνητο, θα το κουβαλάς αιώνια. Ετούτος, αβασάνιστος. Ιδιος…]
Ο πιο ασάπιστα σάπιος
[…] Βαθιά, κατάβαθα πονάει η ψυχή μου τους συγγενείς τόσων δολοφονημένων. Έντεκα δολοφονημένων από τα δικά του χέρια! Ανάμεσά τους και μια «Παράλληλη απώλεια», όπως είχε αποκαλέσει τον έναν νεκρό εκ των άλλων δέκα… Ε, τη δικαιούταν, αναλογικά στους έντεκα φόνους, τη μία αστοχία! Όσο δοξαστικά αλάνθαστος και να είναι!..
Βαθιά, κατάβαθα πονάει η ψυχή μου τους συγγενείς τόσων δολοφονημένων. Τι φρικτή δοκιμασία κλήθηκαν ακόμα μια φορά να υποστούν! Μια τόση δα παρηγοριά, έστω στιγμιαία, ξεδιψάει αιώνια –σχεδόν δικαιωματικά– την ψυχή των ανθρώπων, όπως και συνοψίζεται στη φράση «Να σαπίσει στην φυλακή»… Μα, παρουσιάζεται μπροστά τους ετούτος. Ο πιο ασάπιστα σάπιος. Καταραμένα ίδιος. […] Συνέχεια →