Cleansed στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης

Image

Το Cleansed είναι το τρίτο έργο της Sarah Kane. Όταν παραστάθηκε στο Λονδίνο για πρώτη φορά το 1998 έτυχε πολύ μικρής αποδοχής. Λέγεται ότι η χωρητικότητα στο θέατρο (Royal Court Theatre Downstairs)  ήταν γύρω στο 14%. Οι κριτικές της εποχής είναι αντιφατικές με κάποιες να αναφέρουν λίγο κόσμο αλλά με θετική διάθεση κι άλλες να κάνουν λόγο για αρνητικές αντιδράσεις και γιουχαίσματα κυρίως στις σκηνές της ακραίας βίας.  H ίδια η συγγραφέας που σ’ αυτό το πρώτο ανέβασμα κράτησε προς το τέλος των παραστάσεων τον ρόλο της Grace σαν μια αντικατάσταση τελευταίας στιγμής, δήλωσε αισιόδοξη για την πορεία και την ποιότητα του έργου λέγοντας πως όλα τα καλά έργα αναγνωρίζονται όταν επαναληφθούν. Η πορεία του Cleansed δικαίωσε την κρίση της αν και η ίδια πέθανε τον επόμενο χρόνο και δεν ευτήχησε να δει τη διεθνή του απήχηση.

Το Cleansed θεωρήθηκε αρχικά ότι ήταν το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας με θέμα τον πόλεμο με το Blasted να είναι το πρώτο μέρος ( είχε παρασταθεί από το θέατρο Πορεία το 2014). Η ίδια η συγγραφέας είχε πει ότι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα δυο έργα είναι περισσότερο θεματικός παρά αφηγηματικός αφού στο Blasted όλοι οι ήρωες πεθαίνουν στο τέλος. Βέβαια, ενώ είχε αποδεχτεί τον πόλεμο ως κοινό πυρήνα και στα 3 με καθένα απ’ αυτά να αποτελεί μια ξεχωριστή αντιμετώπιση του θέματος, είχε δηλώσει αργότερα ότι «δεν πρόκειται για πόλεμο αλλά για πίστη, ελπίδα και αγάπη μέσα σε πολεμικό πλαίσιο». Το Blasted μιλάει για την ελπίδα, το Cleansed για την αγάπη. Το τρίτο μέρος τελικά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ όχι μόνο λόγω του αιφνίδιου θανάτου της αλλά και γιατί  η ίδια εγκατέλειψε την ιδέα βρίσκοντας ότι το προσχέδιο της με τίτλο Viva Death έμοιαζε με τα προηγούμενα και δεν ήθελε να επαναλαμβάνεται.

Το Cleansed είναι ένα δύσκολο έργο. Τολμηρό, καταγγελτικό, βίαιο με ήρωες του περιθωρίου.

Δομικά είναι χωρισμένο σε 20 μικρές σκηνές που αν κι έχουν μια αυτοτέλεια αποτελούν κομμάτια της ίδιας ιστορίας. Ο θεατής πιθανόν να δυσκολευτεί να καταλάβει ότι το  έργο  είναι στην πραγματικότητα ένα μανιφέστο υπέρ του ανθρώπου. Ο θεατής αναγκάζεται να είναι σε διαρκή εγρήγορση με όλες τις αισθήσεις έτοιμες, να μην μπορεί να αποστρέψει το βλέμμα. Η Kane ακουμπά τον μεγεθυντικό φακό πάνω σ’ αυτή την εξαθλίωση ψάχνοντας τα τελευταία ίχνη ανθρωπιάς που μπορουν να επιβιώσουν μέσα απ’ τον εξευτελισμό όμοια με τις παπαρούνες που φύτρωσαν στην καμμένη γη που άφησε πίσω του ο μεγάλος πόλεμος. Είναι η αγάπη που γεννά ζωή ή η ζωή που παρατείνεται λίγο ακόμα γιατί τροφοδοτείται απ΄την αγάπη. Τα πλάσματα του κόσμου της Kane είναι βασανισμένα, πληγωμένα, ατιμασμένα αλλά η καρδιά τους ακόμα χτυπά.

Το Cleansed είναι διαχρονικό καθώς μιλάει για πόλεμο χωρίς να τον αναφέρει. Με τον πόλεμο και τη βία που τα τελευταία χρόνια απλώνεται γύρω μας μοιάζει να μας αφορά περισσότερο από ποτέ.

Το είχα δει για πρώτη φορά το 2001 στο θέατρο Ροές στο Γκάζι που τότε ήταν υπό διαμόρφωση… Μεταφρασμένο ποιητικά ως «Καθαροί πια από την Τζένη Μαστοράκη και σκηνοθετημένο απ’ τον Λευτέρη Βογιατζή. Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες αλλά όπως συνέβαινε με τις παραστάσεις του Βογιατζή έχω στη μνήμη μου το θεατρικό σύμπαν που είχε φτιάξει. Η μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα καθηλωτική κι η κινησιολογία του Παπαιωάνου θαρρείς κι ήθελε να δώσει μια αέρινη διάσταση σ’ αυτά τα άμοιρα πλάσματα.

Ο Δημήτρης Καραντζάς, εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, στήνει μια πολύ καλοφτιαγμένη παράσταση με τρόπο τέτοιο που να μας αφορά. Εκεί που νιώθεις την ανάγκη να εναντιωθείς για τη βία που παρακολουθείς, νιώθεις ταυτόχρονα μια περίεργη εξοικείωση, πιθανόν γιατί αυτοί οι ήρωες του σύμπαντος της Kane είναι τα ανθρώπινα ερείπια που συναντούμε στους δρόμους των πόλεων και μας πληγώνουν τα μάτια και την ψυχή. Κι ενώ θες να πάρεις το βλέμμα σου από πάνω τους, τους κοιτάς όλο και πιο έντονα. Πολύ καλό τέμπο παράστασης και εξαιρετική διανομή. Το Καθαροί με την έννοια του Εξαγνισμένοι γιατί περί αυτού τελικά πρόκειται. Μέσα από την  εξαθλίωση, τη βία, την παρακμή, οι ήρωες της Sarah Kane εξαγνίζονται. Θαρρείς κι η άσκηση βίας δεν μπορεί να τους αγγίξει. Οι ψυχές τους παραμένουν αγνές σ’ένα σώμα που υποφέρει.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς

Σκηνικό: Εύα Μανιδάκη

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Κίνηση: Τάσος Καραχάλιος

Μουσική: Γιώργος Ραμαντάνης

Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου

Βοηθός σκηνοθέτη: Δημήτρης Χαραλαμπόπουλος 

Φωτογραφίες & Trailer: Γκέλυ Καλαμπάκα

ΔΙΑΝΟΜΗ

Τίνκερ: Χρήστος Λούλης

Γκρέις: Μαίρη Μηνά

Γκράχαμ: Δημήτρης Καπουράνης

Γυναίκα: Νατάσα Εξηνταβελώνη

Ροντ: Γιώργος Ζυγούρης

Καρλ: Νικολάκης Ζεγκίνογλου

Ρόμπιν: Θανάσης Ραφτόπουλος

Επικοινωνία & Δημόσιες Σχέσεις: Όλγα Παυλάτου

Social Media: Renegade Media

Παραγωγή: Θεατρικές Επιχειρήσεις Τάγαρη

ΙΒΑΝΟΦ! στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

Image

Ο «Ιβάνοφ» είναι το πρώτο τετράπρακτο θεατρικό έργο που έγραψε ο Τσέχωφ. Παρουσιάστηκε το 1887 στο θέατρο Κορς στη Μόσχα.  Είχε προηγηθεί ο «Πλατόνοφ» μια δεκαετία πριν όταν ο συγγραφέας ήταν ακόμα πολύ νέος αλλά δεν εκδόθηκε, ούτε παραστάθηκε όσο ζούσε εκείνος.  Ο Τσέχωφ που ολοκλήρωσε τον «Ιβάνοφ» μέσα σε 10 μέρες ανέφερε σε μια επιστολή προς τον αδερφό του: θέλησα να είμαι πρωτότυπος. Δεν αποτύπωσα έναν κακό ούτε έναν άγγελο… δεν καταδίκασα τον χαρακτήρα ούτε τον αθώωσα.

Ο Νικολάι Αλεξέγιεβιτς Ιβάνοφ, αποτυχημένος γαιοκτήμονας, βουτηγμένος στα χρέη και με τη γυναίκα του ετοιμοθάνατη, βρίσκεται παραδομένος μέσα σε μια ομήγυρη ανθρώπων που κάτι περιμένουν απ’ αυτόν. Αυτή η μικρή ομάδα σαν απεικόνιση μιας ευρύτερης κοινωνίας της ρωσικής επαρχίας που παρήκμαζε χωρίς ν’ αντιδρά είναι αγαπημένο μοτίβο του συγγραφέα κι επανέρχεται σε όλα τα μεγάλα έργα του που θ’ ακολουθήσουν. Ειδικότερα για τον Ιβάνοφ, φαίνεται η προσπάθεια του συγγραφέα να καταπιαστεί μ’ έναν χαρακτήρα που με σημερινούς όρους έχει υπαρξιακή κρίση. Ο Richard Gilman στο «Chekhov’s plays – an opening into eternity» (Yale University Press, 1995) γράφει για την επιθυμία του Τσέχωφ ν’ αντιμετωπίσει το ερώτημα του περιττού ανθρώπου (ορολογία παρμένη απ΄τη νουβέλα του Τουργκιένεφ «Το ημερολόγιο ενός περιττού ανθρώπου»), ενός οντολογικού τύπου που απασχόλησε τους πνευματικούς κια πολιτικούς κύκλους της Ρωσίας στα τέλη του 19ου αιώνα.

Ο Ιβάνοφ περιφέρεται σαν άψυχη μαριονέτα μέσα σε μια δίνη μισαλλοδοξίας, απληστίας, συμφέροντος, δολοπλοκίας. Δείχνει απρόθυμος να προσπαθήσει για ο,τιδήποτε, αφήνεται βορρά στη συκοφαντία και την πρόσθεση εξαπάτησης αλλά ολοκληρώνει τον κύκλο του με δική του πρωτοβουλία έστω κι αν ακόμα κι αυτή η ύστατη κίνηση θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως απόδραση από φανερή απροθυμία ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση του.

Το ανέβασμα του Χουβαρδά είναι απολαυστικό και δεξιοτεχνικό. Κοντά σε ότι πίστευε ο Ρώσος δραματουργός για τα έργα του ότι είναι τραγικωμωδίες και πρέπει να παίζονται μ’ ελαφρότητα κι όχι να παρασταίνονται βαριά και δραματικά (σαν τα μεταγενέστερα ανεβάσματα του Στανισλάφσκι), ο Χουβαρδάς στήνει έναν κόσμο βαθιά γελοίο στην τραγικότητα του. Η κωμωδία για τον Τσέχωφ βρίσκεται στην καθημερινότητα, στις μικρές, γελοίες ιστορίες της ζωής, στην αδυναμία των ανθρώπων ν’ αλλάξουν.

Η παράσταση του Ιβάνοφ είναι σαν τσίρκο κι έχει απ’ όλα, θλιμμένους κλόουν, ακροβάτες που περπατούν στο τεντωμένο σχοινί της ίδιας τους της ύπαρξης, παγιδευμένα αγρίμμια που αναγκάζονται να κάνουν κόλπα, κομπέρ που συνομιλούν με το κοινό και πολλή μουσική. Ο Blaine Reininger των Tuxedo Moon ερμηνεύει ζωντανά τη μουσική και τα τραγούδια που περιβάλλουν αυτόν τον αλλόκοτο κόσμο με θλίψη και νοσταλγία.

Εξαιρετικό όλο το καστ των ηθοποιών. Ο Ξάφης σε μια από τις καλύτερες στιγμές του με μια υπαρξιακή βαρύτητα στον ρόλο του Ιβάνοφ. Η Μαρία Σκουλά εξαιρετική Ζινάϊντα Λεμπέντεφα. Πρέπει να τη δει κανείς πως παίζει όταν η δράση είναι αλλού και κανείς δεν την κοιτά. Το πως τρώει τη μαρμελάδα απ’ το βάζο είναι από τα πιο ποιητικά πράγματα που έχω δει στο θέατρο. Ο Χατζόπουλος ως Λεμπεντέφ, ο Νταλιάνης, η Αλεξάνδρα Καζάζου, η Σάσα της Πηνελόπης Τσιλίκα, όλοι τους διαλεγμένοι σοφά σε μια διανομή που ευτύχησε να δώσει αυτό το αποτέλεσμα. Δεν μπορώ να μην κάνω ειδική μνεία στον τόσο ταλαντούχο Χάρη Φραγκούλη που ερμηνεύει τον ιδιαίτερο ρόλο του με τεχνικές θεάτρου που έρχονται από βαθιά. Ο Φραγκούλης ανοίγει το δεύτερο μέρος της παράστασης ως κομπέρ της επιθεώρησης και την κλείνει ως Πιερότος της κομέντια ντελ άρτε, ένας λίγο θλιμμένος κλόουν που βασανίζεται από τον έρωτα του για την Κολομπίνα αλλά αυτή του ραγίζει την καρδιά.

Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη και το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη προσθέτουν το ειδικό βάρος τους σ’ αυτή την απολαυστική παράσταση που ενώ σε κάνει να γελάς σου ραγίζει ταυτόχρονα την καρδιά.

ΙΒΑΝΟΦ! – Δημοτικό θέατρο Πειραιά

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:

Μετάφραση: Λεωνίδας Καρατζάς

Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς

Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Μουσική: Blaine Reininger

Κίνηση: Μαρκέλλα Μανωλιάδη

Φωτισμοί: ΕλίζαΑλεξανδροπούλου

Φωτογραφίες: Karol Jarek

Σχεδιασμός Video – Trailer: Παντελής Μάκκας

Στίχοι τραγουδιών: Γιάννης Χουβαρδάς, Blaine L. Reininger

Α’ Βοηθός σκηνοθέτη: Δέσποινα Λάρδη

Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Δανάη Παπακωνσταντίνου

Βοηθός σκηνογράφου: Αγγελική Πολίτη

Βοηθός ενδυματολόγου: Δήμητρα Σταυρίδου

Βοηθός σχεδιάστριας φωτισμών: Παυλίνα Παπαδάκη

Γραφιστικά: Αντώνης Γλυκός

Επικοινωνία παράστασης: Ευαγγελία Σκρομπόλα

Διεύθυνση Επικοινωνίας Παράστασης & Social Media: Constantly Productions

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥΝ:

Αργύρης Ξάφης

Γιάννης Νταλιάνης

Μαρία Σκουλά

Νίκος Χατζόπουλος

Θανάσης Δόβρης

Αλεξάνδρα Καζάζου

Κατερίνα Λυπηρίδου

Πηνελόπη Τσιλίκα

Χάρης Φραγκούλης

Νικόλας Χανακούλας

Ευάγγελος Βογιατζής

Ο Blaine Reininger των Tuxedomoon ερμηνεύει ζωντανά τη μουσική και τα τραγούδια της παράστασης.

Kontakthof στο Εθνικό θέατρο (Κεντρική Σκηνή).

Image

Ας ξεκινήσω λέγοντας ότι δεν έχω καθόλου γνώσεις για τον χορό πέρα από βασικά πράγματα.

Ωστόσο, έχω ευτυχήσει να δω καλές παραστάσεις που είτε λόγω της δεξιοτεχνίας των χορευτών ή λόγω κι άλλων παραγόντων, όπως π.χ της μουσικής κατόρθωσαν να με συγκινήσουν. Δεν συνέβη με το Kontakthof, που είδα στις αρχές του μήνα.

ΤοKontakthof,είναι φόρος τιμής στο έργο της Pina Bausch και ουσιαστικά αποτελεί αναβίωση της πρώτης παρουσίασης του στο Ηρώδειο το 1988 από το Tanztheater Wuppertal. Δέκα χρόνια νωρίτερα είχε παρουσιαστεί στην Όπερα του Wuppertal σηματοδοτώντας την πρώιμη περίοδο της χορογράφου αλλά και την καθοριστική για την εικαστική διαμόρφωση του θιάσου συνεργασία της με τον  σκηνογράφο και ενδυματολόγο Rolf Borzik.

Η παράσταση γνώρισε τόσο μεγάλη επιτυχία που έκανε πολλές παρουσιάσεις και περιοδείες έκτοτε, εστιάζοντας σε συγκεκριμένες θεματικές όπως «Κυρίες και Κυρίους άνω των 65 ετών», «έφηβοι ηλικίας από 14 έως 18 ετών» επαναπροσδιορίζοντας κάθε φορά τη σημασία της επαφής για κάθε ηλικία.

Η ανθρώπινη επαφή άλλωστε υπήρξε και το βασικό ζητούμενο και πεδίο έρευνας της Bausche στο Kontakthof και το πως αυτή ενεργοποιείται ή μη σε συσχετισμό με διάφορους παράγοντες ή συναισθήματα όπως μοναξιά, απόρριψη, φόβο, επιθυμία.

Δεν ξέρω αν χρειάζεται κανείς να έχει μελετήσει το έργο της για να συνδεθεί με την παράσταση. Πιθανόν να πρέπει να γνωρίζεις απο πριν σαν ένα μικρό εγχειρίδιο (manual) τις καινοτομίες της στο χορό, να είσαι κάπως μυημένος… ή και όχι. Δεν μπαίνουμε άλλωστε με σημειώσεις (sic) στην τέχνη αλλά περιμένουμε να ενεργοποιήσει αυτή ό, τι κουβαλάμε στις αποσκευές μας. Το Kontakthof εν προσκειμένω δεν με ακούμπησε σε τίποτα πέραν μια πλήξης και μιας αίσθησης ότι υπήρχε ανάγκη να αισθανθώ. Αυτό δε το τελευταίο όταν συμβαίνει επειδή δεν είναι αβίαστο μου δημιουργεί ψυχική απόσταση κι εν τέλει αδιαφορία.

Kontakthof


Συντελεστές πρωτότυπης παραγωγής

Σκηνοθεσία –  Χορογραφία: Pina Bausch
Συνεργασία:
 Rolf Borzik, Marion Cito, Hans Pop
Σκηνικά – Κοστούμια:
 Rolf Borzik
Μουσική:
 Charlie Chaplin, Anton Karas, Juan Llossas, Nino Rota, Jean Sibelius κ.ά.

Παγκόσμια πρεμιέρα: 9 Δεκεμβρίου 1978, Opernhaus Wuppertal

Αρχική διανομή: Arnaldo Alvarez, Elisabeth Clarke, Fernando Cortizo, Gary Austin Crocker, Mari Di Lena, Josephine Ann Endicott, Lutz Förster, John Giffin, Silvia Kesselheim, Ed Kortlandt, Luis P. Layag, Beatrice Libonati, Anne Martin, Jan Minarik, Vivienne Newport, Arthur Rosenfeld, Monika Sagon, Heinz Samm, Meryl Tankard, Christian Trouillas

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

Κεντρική Σκηνή

Καλλιτεχνική διεύθυνση: Josephine Amma Endicott, Δάφνις Κόκκινος

Διεύθυνση δοκιμών:Scott Jennings, Anne Martin

Προσαρμογή σκηνικού: Gerburg Stoffel

Προσαρμογή κοστουμιών: Petra Leidner

Προσαρμογή φωτισμών: Roger Irman

Σύμβουλος ήχου: Karsten Fischer

Συνεργάτης στην προσαρμογή των κοστουμιών: Παύλος Θανόπουλος

Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια

Μευαφράσεις κειμένων στα ελληνικά: Γιώργος Π. Δεπάστας

Ερμηνεύουν: Θανάσης Ακοκκαλίδης, Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου, Bίκυ Βολιώτη, Κατερίνα Γεβετζή, Δημήτρης Γεωργιάδης, Μαριλένα Δάρα, Δάφνη Δρακοπούλου, Νίκος Ζιάζαρης, Ναταλία Καλογεροπούλου, Δημήτρης Κολλιός, Μελίνα Κόντη, Νίκος Κουσούλης, Κωνσταντίνος Κοντογεωργόπουλος, Νίκος Λεκάκης, Έρη Μάγκου, Δημήτρης Μανδρινός, Ιωάννης Μπάστας. Αλεξάνδρα Όσπιτση, Εβίνη Παντελάκη, Πύρρος Θεοφανόπουλος, Έλσα Σίσκου, Βασιάνα Σκοπετέα, Σόνια Στριμπάκου

ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ| Robert Icke

Image

O Οιδίπους τύραννος έχει χαρακτηριστεί από τους μελετητές ως η αρτιότερη αρχαία τραγωδία. Συμπυκνώνει όλα όσα έγραψε ο Αριστοτέλης. Ίσως μάλιστα ο σπουδαίος φιλόσοφος να είχε υπόψη του ακριβώς τον Οιδίποδα όταν συνέθετε τον ορισμό της τραγωδίας στο «Περί Ποιητικής».

«Έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω χωρίς εκάστου των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων και ου δι’ επαγγελίας, δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».

Η υπόθεση είναι λίγο πολύ γνωστή. Ο πανίσχυρος Βασιλιάς αναζητά λύση για να σώσει την πόλη του από τις συμφορές που τη μαστίζουν και μέσα σε μια μέρα γκρεμίζεται από τον θρόνο του βλέποντας να καταρρέουν γύρω του όλα τα πιστεύω του αλλά και θεμελιώδη  ζητήματα της ίδιας της ζωής του, όπως η πραγματικοί του γονείς, η σύναψη γάμου με τη μητέρα του και η απόκτηση παιδιών με τα οποία στην παραγματικότητα είναι αδερφός.

Οι αρχαίες τραγωδίες είναι συμβάσεις. Δέχεσαι τα γεγονότα έτσι όπως παρουσιάζονται γνωρίζοντας ότι η υπόθεση υφαίνεται με τέτοιο τρόπο που εξυπηρετεί τη λύση της τραγωδίας και την ύβρη διαδέχεται η κάθαρση. Γι’ αυτό και δεν απασχολούσαν τον θεατή της αρχαιότητας θέματα ψυχολογίας των ηρώων.  Αυτά εμφανίστηκαν στο παγκόσμιο θέατρο πολύ αργότερα κι αποτέλεσαν και το σπέρμα της κακομεταχείρισης πολλές φορές των αρχαίων τραγωδιών από τους σκηνοθέτες που πάτησαν πάνω σ’ αυτά τα κείμενα για να πουν κάτι άλλο.

Αυτό ουσιαστικά αποτελεί και τη μοναδική μου αντίρρηση σε κάθε απόπειρα σύγχρονου ανεβάσματος. Είναι βέβαια πολύ διαφορετικό το να παραποιήσεις για να εξυπηρετήσεις κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που διδάσκει το αρχαίο κείμενο απ’ το να κακοποιήσεις. Αν είχαν πρόθεση να πουν κάτι άλλο οι αρχαίοι συγγραφείς θα το έλεγαν. Αυτά τα κείμενα είναι αυστηρά οριοθετημένα έτσι ώστε να λένε την ιστορία που θα οδηγήσει σε κάθαρση και να διδάξουν τον θεατή. Αυτό ουσιαστικά το κομμάτι της διδαχής που είχε μέσα του πάντα ένα στοιχείο παιδαγωγικό και θρησκευτικό είναι και το δυσκολότερο να κατανοηθεί απ’ τον σύγχρονο άνθρωπο.  Υπάρχει μια σαφής δομή κι ένα πλαίσιο που οφείλουμε να μην αγνοούμε αν θέλουμε να συνεχίσουμε να τα ανεβάζουμε. Όλα τα υπόλοιπα, σύγχρονα κοστούμια, χορικά μέρη, μοντέρνα σκηνογραφία δεν είναι τόσο σημαντικά. Μπορεί ο σκηνοθέτης να «παίξει» μαζί τους αρκεί να εξυπηρετούν τον μύθο. Αλλά εδώ είναι το πρόβλημα. Πώς να εξυπηρετηθει ο μύθος στη σύγχρονη εποχή και πώς ν’ αγγίξει τον σημερινό θεατή αν δεν πειράξεις το κείμενο κι αν δεν θες να κάνεις μουσειακού τύπου αναβίωση;

Ο Robert Icke κάνει κάτι πολύ έξυπνο. Δανείζεται όλη την υπόθεση αλλά την τοποθετεί στο σήμερα και σ’ ένα άλλο περιβάλλον. Η αυλαία ανοίγει στις τελευταίες ώρες της προεκλογικής εκστρατείας του πολιτικού Οιδίποδα. Όλα τα προγνωστικά είναι υπέρ του. Ένα χρονόμετρο τοποθετημένο σοφά σε εμφανές σημείο στη σκηνή μετράει ανάποδα τον χρόνο μέχρι το αποτέλεσμα. Είναι ο ίδιος ο χρόνος της παράστασης. Υπάρχει κάτι άχρονο και άχωρο. Είμαστε σαφώς στο σήμερα αλλά δεν ξέρουμε σε ποια χρονιά και όσο για τον τόπο δεν υπάρχουν σαφείς αναφορές. Από τα λεγόμενα καταλαβαίνουμε ότι ο πολιτικός αυτός άνδρας αν εκλεγεί στο ύπατο αξίωμα θα χαίρει υψηλής εκτίμησης αφού θα εδραιώσει την παντοδυναμία του. Θα μπορούσε πχ να είναι ηγέτης υπερδύναμης. Όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα είναι γνωστά, η Ιοκάστη, τα παιδιά του αλλά χωρίς την Ισμήνη, ο σύμβουλος του Κρέοντας, ο Τειρεσίας που εδώ ανήκει σε κάποια αίρεση, ο έμπιστος τους που παραπέμπει στον δούλο που λυπήθηκε τον Οιδίποδα όταν ήταν βρέφος καταδικασμένο σε θάνατο και του έσωσε τη ζωή. Παράλληλα, έχουμε την προσθήκη της Μερόπης της θετής μητέρας του Οιδίποδα που στην αρχαία τραγωδία δεν υφίσταται ως ρόλος αλλά εδώ ενσαρκώνεται θαυμάσια απ’ τη σπουδαία Ράνια Οικονομίδου. Επίσης, την προσθήκη 2-3 επεισοδίων στο οικογενειακό τραπέζι, όπως τον τσακωμό ανάμεσα στον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη αλλά και τη σκηνή ανάμεσα στον Κρέοντα και την Αντιγόνη που προοικονομούν ουσιαστικά δυο άλλες τραγωδίες του Θηβαϊκού κύκλου («Επτά επί Θήβας», «Αντιγόνη»).

Η υπόθεση ξεδιαλύνεται πάνω κάτω με τον ίδιο τρόπο που συμβαίνει και στο αρχαίο κείμενο. Ο ήρωας θα φτάσει στην οδυνηρή αλήθεια που θα τον συγκλονίσει λίγο πριν ή ταυτόχρονα με το εκλογικό αποτέλεσμα.  Βέβαια, για να αιτιολογηθούν πράγματα που στο σύγχρονο θεατή θα λειτουργούσαν ως ερωτήματα πρέπει ν’ απαντηθεί η ηλικία της Ιοκάστης και το θέμα της υπογονιμότητας της Μερόπης. Η συγγραφική και σκηνική διαχείριση τους αφορά στην ικανοποίηση των ερωτημάτων του σημερινού θεατή που δεν επικοινωνεί με τη σύμβαση του θεϊκού σχεδίου αφού μάλιστα αυτό το τελευταίο δεν είναι και στις προθέσεις του σκηνοθέτη.

Τέλος, δεν μπορεί να μην σκεφτεί κανείς ότι ο Icke ακουμπάει μ’ αυτό το εγχείρημα και στη σχολή εκείνη που άνοιξε κινηματογραφικά το 1998 με το “Festen”’(Οικογειακή γιορτή) του Vinterberg. Σε ένα οικογενειακό τραπέζι βγαίνουν στη φόρα μυστικά που θα κλονίσουν γερά τα θεμέλια μιας φαινομενικά ευτυχισμένης ως εκείνη τη στιγμή οικογένειας.

Η διανομή ευτύχησε να έχει σπουδαίους ηθοποιούς όπως την  Καριοφυλλιά Καραμπέτη που έδωσε μια εξαιρετική Ιοκάστη με τόση λεπτομέρεια στην αποτύπωση του ψυχικού της κόσμου και τέλειο σπαραγμό στη σκηνή της αποκάλυψης και συντριβής. Νομίζω μάλιστα ότι ακόμα κι αν δεν ήταν στις φανερές προθέσεις του Icke κι έτσι προέκυψε απ’ την ελληνική μεταφορά και σκηνοθεσία, αυτή η Ιοκάστη φέρει τραγικότερο βάρος απ’ τον ίδιο τον Οιδίποδα. Ο Νίκος Κουρής ήταν καλός και συνεπής σ’ έναν ρόλο που φαίνεται πως του ταίριαξε υφολογικά αλλά δεν μπορώ να μην διακρίνω μια ίηση που περείχε της υποκριτικής του δεινότητας. Για τη Ράνια Οικονομίδου και την ήρεμη δύναμη της ήδη αναφέρθηκα. Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος υπήρξε ένας καλός Κρέων μέσα στα πλαίσια του ρόλου, χωρίς εξάρσεις ή υφολογικά τερτίπια. Οι υπόλοιποι ρόλοι συμπλήρωσαν αξιοπρεπώς μια παράσταση τόσο καλά δουλεμένη που η διάρκεια των 2, 5 ωρών χωρίς διάλειμμα όχι μόνο δεν κούρασαν αλλά κράτησαν αμείωτο το ενδιαφέρον.

ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ- ROBERT ICKE

Κεντρική σκηνή, Στέγη Ιδρύματος Ωνάση

Νέα Μεταγραφή βασισμένη (πολύ ελεύθερα) στον Σοφοκλή.

Συντελεστές

Κείμενο & Σκηνοθεσία: Robert Icke

Σκηνικά: Hildegard Bechtler

Κοστούμια: Wojciech Dziedzic

Φωτισμοί: Natasha Chivers

Συνεργάτρια Φωτισμών: Charlotte Burton

Ήχος: Tom Gibbons

Συνεργάτης Ήχου:Erwin Sterk

Σχεδιασμός Βίντεο:Tal Yarden

Σκηνοθετική επιμέλεια ελληνικής παραγωγής: Lizzie Manwaring

Παραγωγή του αρχικού έργου: International Theater Amsterdam

Συντελεστές παραγωγής στην Ελλάδα

Μετάφραση στα ελληνικά: Νίκος Χατζόπουλος

Συνεργάτης Σκηνοθέτης: Πρόδρομος Τσινικόρης

Βοηθός Σκηνοθέτριας: Κορίνα Βασιλειάδου

Συνεργάτρια Σκηνογράφου: Μικαέλα Λιακάτα

Υπεύθυνη Σκηνικών Αντικειμένων: Αθηνά Μποτωνάκη

Βοηθός Σκηνικών: Μαρία Σταθοπούλου

Συνεργάτρια Ενδυματολόγος: Μαρία Καραπούλιου

Μακιγιάζ & Κομμώσεις: Δήμητρα Γιατράκου

Βοηθός Μακιγιάζ: Μένια Χαρίτου

Ενδύτρια: Μέλπω Κασαπίδου

Βοηθός Διεύθυνσης Σκηνής: Στέλλα Σταμούλου

Εκτέλεση Παραγωγής: Ζωή Μούσχη & Ρένα Ανδρεαδάκη

Ερμηνεύουν με αλφαβητική σειρά:

Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Χαρά Γιώτα, Γιώργος Ζιάκας, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Νίκος Κουρής, Κώστας Νικούλι, Ράνια Οικονομίδου, Σωκράτης Πάτσικας, Τάκης Σακελλαρίου, Γιάννης Τσουμαράκης, Δανάη-Αρσενία Φιλίδου

Συμμετέχουν:Αδάμ Δούκας, Vladyslav Fedorenko

Ανάθεση & Παραγωγή για την Ελλάδα: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση.

Macready! Dickens’Theatrical Friend

Image

O William Charles Macready υπήρξε εμβληματική μορφή του αγγλικού θεάτρου το μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα. Γιος θεατρώνη και ηθοποιού, είχε όνειρο να σπουδάσει στην Οξφόρδη. Ωστόσο, οι οικονομικές δυσχέρειες της οικογένειας τον ανάγκασαν ν’ ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση σαν διευθυντής θεάτρου αρχικά και πολύ σύντομα κι ως ηθοποιός.  Πήρε το βάπτισμα της σκηνής το 1810 όταν σε ηλικία 17 χρονών διέπρεψε ως Ρωμαίος στo Birmingham κι αυτό στάθηκε η απαρχή μιας τεράστιας καριέρας.

Οι εμφανίσεις του απ’ το 1816 και μετά στο Covent Garden σε κλασικούς ρόλους των Racine, Shakespeare, Byron τον καταξίωσαν στους θεατρικούς κύκλους. Σταθμοί στην καριέρα του υπήρξαν ο Ριχάρδος ο Γ, ο Ερρίκος ο Ε’ αλλά κι ο Οθέλλος ή ο Κυμβελίνος που υποδύθηκε στην περιοδεία του στην Αμερική το 1843-44.

Ο Macready δεν υπήρξε μόνο καλός ηθοποιός αλλά εργάστηκε σκληρά στο να συμβάλει στην πρόωθηση του σύγχρονου αγγλικού δράματος. Όταν έγινε διευθυντής στο Covent Garden το 1837, σύστησε στο κοινό έργα όπως το «Strafford» του Robert Browning ή  το «Richelieu» του Bulwer-Lytton.

Ο Mark Stratford ξεκίνησε τη μελέτη πάνω στη ζωή και το έργο του Macready γύρω στο 2016 βασιζόμενος κυρίως στα ημερολόγια του μεγάλου ηθοποιού. Η παράσταση στη σημερινή της μορφή ολοκληρώθηκε τρία χρόνια αργότερα. Πρόκειται για ένα μονόλογο δομημένο σε 7 μέρη, πρόλογο, 5 πράξεις κι επίλογο όπου ουσιαστικά ο ίδιος ο Stratford εμφανίζεται στη σκηνή σαν αφηγητής και Macready εναλλάσοντας τους 2 ρόλους με πολύ οργανικό τρόπο. Μαθαίνουμε έτσι τα βιογραφικά στοιχεία του Macready ενώ παράλληλα ζωντανεύουν στα μάτια μας μικρές σκηνές από τους μεγάλους του ρόλους και το θέατρο στη Βικτωριανή εποχή. Από την παράσταση δεν απουσιάζει η αναφορά στη φιλία ανάμεσα στον Macready και τον Dickens με ιδιαίτερη μνεία στον τρόπο με τον οποίο οι 2 άντρες δέθηκαν και στήριξαν ο ένας τον άλλο αναγνωρίζοντας αμοιβαία την αξία τους. Μάλιστα ο Dickens είχε αφιερώσει στον Macready το «Nicholas Nickleby»

Το Questors ( ένα μικρό περιφερειακό θέατρο off West End ή όπως λένε εδώ Fringe) και μάλιστα το studio είναι πολύ ατμοσφαιρικός χώρος για μια τέτοια παράσταση, ένα μονόλογο ουσιαστικά όπου ο θεατές περιβάλλουν ουσιαστικά τον ηθοποιό δημιουργώντας του ασφάλεια να ενδυθεί τον ρόλο του.

O Mark Stratford έκανε το έργο προσωπική του υπόθεση. Είχε την ιδέα, έκανε την έρευνα, επιμελήθηκε τη συγγραφή και έπαιξε τον ρόλο του Macready. Στα 80 λεπτά που κράτησε η παράσταση συχνά αναρωτιόμουνα – και μάλλον δεν ήμουν η μόνη- αν μήπως κι ο ίδιος ο Macready δεν καθόταν κάπου εκεί ανάμεσα μας.

Macready!

Dickens’ Theatrical Friend

Written, performed, staged & designed by Mark Stratford

Περισσότερα εδώ https://www.stratfordproductions.co.uk/

ΤΟΥΡΑΝΤΟ στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας.

Image

Ο Κάρλο Γκότσι είναι ελάχιστα γνωστός στο ευρύ κοινό σε αντίθεση με τον αντίπαλο του Κάρλο Γκολντόνι.
Μια απ’ τις διαφορές τους ήταν η επιμονή του Γκότσι για τη χρήση της τοσκανικής διαλέκτου έναντι της ενετικής ωστόσο η βασική τους διαφωνία ήταν πιο θεμελιώδης και είχε να κάνει με την comedia del arte. Ο Γκότσι πρέσβευε την ελευθερία των ηθοποιών ν’ αυτοσχεδιάζουν ενώ ο Γκολντόνι αναζητούσε περισσότερη συγκρότηση κατά τα πρότυπα του Μολιέρου τον οποίο και θαύμαζε.
Τελικά  επικράτησε ο Γκολντόνι αφού τα έργα του Γκότσι είναι ελάχιστα γνωστά  κι όσα έφτασαν ως τις μέρες μας το οφείλουν κυρίως στις λυρικές δραματοποιήσεις τους. Μια τέτοια περίπτωση είναι η «Τουραντό» του Πουτσίνι.

Όσοι έχουν διαβάσει παραμύθια στα παιδιά τους ή θυμούνται τα δικά τους θ’ αναγνωρίσουν το μοτίβο της πριγκίπισσας που παντρεύεται αυτόν που θα περάσει κάποιες δοκιμασίες.
Γραμμένη το 1762 ως ένα  θεατρικό υβρίδιο ανάμεσα στο παραμυθόδραμα (fiabe teatrale) και την comedia del arte, η ιστορία αντλεί από έναν κινέζικο μύθο. Η πριγκίπισσα Τουραντό, κόρη του Κινέζου αυτοκράτορα Αλτούμ, είναι η ίδια που προκειμένου ν’ αποφύγει τον γάμο θέτει πάντα τρεις γρίφους στον εκάστοτε υποψήφιο και τον αποκεφαλίζει αν εκείνος αποτύχει. Όταν εμφανίζεται μπροστά της ο Καλάφ, θαμπώνεται από την ομορφιά της, αψηφά το αποτρόπαιο θέαμα των  κομμένων κεφαλιών των επίδοξων μνηστήρων  και λύνει τους τρεις γρίφους. Εκείνη θυμώνει κι αρνείται να τον παντρευτεί αλλά τότε της βάζει κι εκείνος έναν γρίφο με τον όρο να την αποδεσμεύσει αν τον λύσει.

Η ιστορία είναι απλοϊκή κι εμπλουτίζεται με δυο ακόμα μικρότερες, αυτή του Βαράχ που μάλιστα δεν αποκλείεται ν’ αποτελεί δάνειο από τον Σαιξπηρικό «Βασιλιά Ληρ» και της Αντέλμα, της φαινομενικά έμπιστης ακολούθου της Τουραντό που αποδυκνείεται όμως ότι συνομωτεί εναντίον της.  Ωστόσο ο Γκότσι δεν προτίθεται να δώσει καμία βαθύτερη δραματική διάσταση  όπως με τον Έντγκαρ στον Ληρ αφού υπηρετεί άλλο είδος κι έτσι απλώς εικάζουμε ότι χρησιμοποιεί εδώ επιμέρους δρώμεα για να ξεκουράσει (sic) τον θεατή απ’ την κυρίως πλοκή και να προσφέρει πιο πλούσιο θέαμα κατά τα ήθη της εποχής άλλωστε. Ο Βαράχ  που κυκλοφορεί ανάμεσα τους κι ο πατέρας τους που τον αναζητεί καθώς κι η Αντέλμα αποφορτίζουν αρχικά απ’ το κυρίως θέμα αλλά παραμένουν σ’ αυτό το επίπεδο κι απλώς απορροφώνται από τη βασική ιστορία.

Η επιλογή της  «Τουραντό» γίνεται 25 χρόνια μετά το «Αγάπης αγώνας άγονος» μέσα από το οποίο ο Στάθης Λιβαθινός μας είχε συστήσει την ομάδα της Πειραματικής σκηνής του Εθνικού θεάτρου.

Το αρχικό κείμενο είναι γραμένο σε πεζό, ωστόσο εδώ ο έμμετρος λόγος του Στρατή Πασχάλη βοήθησε στο να κρατηθεί μια λυρική φόρμα που ξεκινάει αργά σαν diminuendo για να φτάσει στην κορύφωση (crescendo).

Η Τουραντό είναι μια πριγκίπισσα που έρχεται από άλλο αιώνα αλλά διεκδικεί το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης κι επιλογής. Στην εποχή μας με ανοιχτά ακόμα τα ζητήματα της γυναικείας χειραφέτησης και των ανθρώπινων δικαιωμάτων η ιστορία φαντάζει επίκαιρη. Μέσα απ’ αυτό το πρίσμα προσέγγισε το έργο ο σκηνοθέτης κι η έμπειρη ματιά του κατάφερε ν’ αποδώσει τόσο την παραμυθένια αλληγορία της Τουραντό  όσο και να  προσδώσει κάποιες δραματικές αποχρώσεις που κάνουν τον θεατή να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα. Ταυτόχρονα, σεβόμενος τις αρχές του Γκότσι για την απόδοση της comedia del arte, αφήνει ένα μικρό πεδίο χαριτωμένων αυτοσχεδιασμών. Φαίνεται τελικά ότι ο Λιβαθινός θέλησε να παντρέψει το κείμενο του Γκότσι και την καταγωγή του από την comedia del arte με την όπερα του Πουτσίνι αλλά να φέρει στην ένωση τους σημερινά ζητήματα.

Η παλιά ομάδα της Πειραματικής αν και με σημαντικές απώλειες συντελεστών (πχ. Ήμελλος) μαζί με προσθήκες νέου δυναμικού έχει την εμπειρία να αποδώσει τον ανάλαφρο χαρακτήρα ενός έργου που περισσότερο διασκεδάζει αλλά ποντάρει και σ’ ένα δεύτερο επίπεδο. Αξιοπρόσεκτη η σκηνογραφία της Μανωλοπούλου σ’ έναν μικρό και δύσκολο θεατρικό χώρο αλλά και η μουσική του Κωτσόγιαννη που η ζωντανή του μάλιστα παρουσία στη σκηνή δίνει ακριβώς τον τόνο της καταγωγής του έργου ως είδος και της ιστορίας ως κινέζικο παραμύθι.


ΤΟΥΡΑΝΤΟ
η γυναίκα που μισούσε τους άντρες

ΤΟΥ ΚΑΡΛΟ ΓΚΟΤΣΙ


ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Σκηνοθεσία ΣΤΑΘΗΣ ΛΙΒΑΘΙΝΟΣ

Απόδοση – Διασκευή: Στρατής Πασχάλης

Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Στάθης Λιβαθινός
Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Μουσική: Μιχάλης Κωτσόγιαννης
Βοηθός Σκηνοθέτη:Ηλέκτρα Μαγγίνα
Βοηθός Σκηνογράφου / Ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη
Trailer παράστασης: Χρήστος Δήμας
Φωτογραφίες παράστασης: Ελίνα Γιουνανλή
Σχεδιασμός κομμώσεων – περούκες: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk
Διεύθυνση παραγωγής: Μαρία Αλβανού
Συμπαραγωγή:Πράξη & Λυκόφως

Παίζουν (αλφαβητικά): Βασίλης Ανδρέου, Βαλέρια Δημητριάδου, Βασίλης Ζαφειρόπουλος, Νίκος Καρδώνης, Ειρήνη Λαφαζάνη, Φοίβος Μαρκιανός, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Μαρία Σαββίδου, Άρης Τρουπάκης

Μουσικός επί σκηνής Μιχάλης Κωτσόγιαννης

Goodbye Lindita στο Εθνικό Θέατρο (Κεντρική Σκηνή)

Image

Αν μπορεί η απώλεια και ειδικά το αμήχανο στάδιο από τον θάνατο μέχρι την ταφή να γίνει ποίημα, τότε το «Goodbye Lindita» είναι ακριβώς αυτό. Ο Μάριο Μπανούσι εμπνεύστηκε και δημιούργησε ένα μικρό (σε διάρκεια) αλλά μεγάλο κατά τα άλλα θεατρικό δρώμενο που πραγματεύεται την απώλεια και τον αποχαιρετισμό εστιάζοντας κυρίως στον αποχαιρετισμό της σάρκας του αγαπημένου ανθρώπου.

Όσοι έχουμε βιώσει απώλειες μπορούμε να αισθανθούμε τη σκληρότητα του να μην μπορείς ν’ ακούσεις ή να νιώσεις δια της αφής τον άνθρωπο που έφυγε. Δεν μπορείς πια να αγκαλιάσεις τον άλλο, αρχίζεις και ξεχνάς τη μυρωδιά και τη χροιά της φωνής του. Υπάρχει βέβαια στις μνήμες σου, συχνά εξιδανικευμένη μορφή από τυχαία περιστατικά του παρελθόντος αλλά δεν είναι εκεί, στην ίδια διάσταση με τους ζωντανούς. Δεν ακούς την ανάσα του, το γέλιο, το κλάμα ή τη φωνή του, δεν νιώθεις τη θαλπωρή της ζεστασιάς της σάρκας. Όλα αυτά αποτυπώνονται θεατρικά σε μια έξοχη αλληλουχία εικόνων.

Ένα σπίτι πενθεί ένα αγαπημένο πρόσωπο. Ο πόνος είναι τόσο δυνατός που δεν υπάρχει πια ήχος. Σ’ αυτό το απόκοσμο περιβάλλον όπου το μόνο που ακούγεται είναι μια μηχανική φωνή μέσα απ’ την τηλεόραση, αρχίζει ένα γαϊτανάκι πραγματικότητας και φαντασίας. Οι ζωντανοί θυμούνται στον ξύπνιο τους, ονειρεύονται με τα μάτια ανοιχτά ενώ παράλληλα ξοδιάζουν τον αγαπημένο νεκρό. Τελετές που απλώνονται στα βάθη του χρόνου κι έλκουν την καταγωγή τους απ’ τα Βαλκάνια αλλά κι από προσωπικά βιώματα του σκηνοθέτη συνθέτουν ένα  υψηλής αισθητικής σκηνικό ποίημα.

Ο Μάριο Μπανούσι σκηνοθέτησε με εξαιρετικό τρόπο μια ομάδα καλλιτεχνών που μας μιλούν χωρίς ποτέ ν’ ακούμε τη φωνή τους. Μέσα σ’ αυτή την μία ώρα της παράστασης αναλογίστηκα πόσο δύσκολο είναι ν’ αφαιρέσεις τη φωνή χωρίς στην πραγματικότητα να την κάνεις να λείψει. Κι έτσι ακούσαμε όλα τα μοιρολόγια και φανταστήκαμε όλα τα λόγια που ειπώθηκαν χωρίς να ειπωθούν πριν «καταπιεί» το σώμα το άνοιγμα που κάποτε λειτουργούσε ως παράθυρο ελπίδας και τελικά ως καταπακτή που σηματοδότησε το πέρασμα απ’ τον πάνω στον  κάτω κόσμο.

Το «Goodbye Lindita» έχει τιμηθεί για σκηνοθεσία και σπάνια συνεισφορά στη θεατρική τέχνη στο φεστιβάλ Bitef στο Βελιγράδι κι έχει περιοδεύσει σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές από κοινό και κριτικούς.

Στην Αθήνα παρουσιάζεται για έναν τελευταίο κύκλο παραστάσεων στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού θεάτρου.

Συνετελεστές

Σύλληψη- Σκηνοθεσία: Μάριο Μπάνούσι

Σύμβουλος Δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου

Σκηνικά- Κοστούμια: Σωτήρης Μελανός

Μουσική: Εμμανουήλ Ροβίθης

Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας

Δραματολόγος Παράστασης: Ασπασία- Μαρία Αλεξίου

Βοηθοί Σκηνοθέτη: Αφροδίτη Καποκάκη και Θεοδώρα Πατητή

Διανομή

Χρυσή Βιδαλάκη

Μπάμπης Γαλιατσάτος

Ελένη- Άμπια Νζάγκα

Εριφύλη Κιτζόγλου

Κατερίνα Κρίστο

Μάριο Μπανούσι

Βασιάνα Σκοπετέα

Αλεξάνδρα Χασάνι

Ο αποτυχημένος του Μπέρνχαρντ στην ΕΛΣ

Image

Ο Τόμας Μπέρνχαρντ γράφει τον «Αποτυχημένο» το 1983 με τη μορφή του μυθιστορήματος. Σ’ αυτό αφηγείται την ιστορία 2 ανδρών. Στην πραγματικότητα βέβαια, οι άνδρες είναι 3 με τον έναν σε ρόλο αφηγητή που απέκτησε σκηνική υπόσταση στη θεατρική μεταφορά.

Ο αφηγητής λοιπόν είναι ένας πιανίστας που ανατρέχει χρόνια πίσω όταν παρακολούθησε μια σειρά μαθημάτων για πιάνο με δάσκαλο τον σπουδαίο Χόροβιτς. Συμμαθητές του υπήρξαν ο Καναδός Γκλεν Γκουλντ που θεωρείτο δεξιοτέχνης και ο Αυστριακός  Βερτχάιμερ που κάποτε ο Γκουλντ αποκάλεσε αποτυχημένο κι έκτοτε ο φέρων αυτό το επίθετο πορεύτηκε με την αποτυχία του. Ο αφηγητής γράφει μια εργασία για τον Γκουλντ που στο απόγειο της δόξας του και παίζοντας τις «Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ» του Μπαχ πέθανε από αποπληξία. Ήταν μόλις 51 χρονών.

Ο αφηγητής λαμβάνει ένα τηλεγράφημα που τον πληροφορεί για την αυτοκτονία του Βερτχάιμερ. Τότε αρχίζει να κατακλύζεται από  αναμνήσεις της περιόδου κατά την οποία οι 3 άνδρες συμβίωναν λόγω των μουσικών σεμιναρίων γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο και παίζοντας μουσική. Μέσα απ’ αυτές τις αναμνήσεις αντλούμε κάποιες πληροφορίες για την προσωπικότητα του Βερτχάιμερ · πως έκανε την επανάσταση του πηγαίνοντας κόντρα στους γονείς τους που εναντιώθηκαν στην ενασχόληση του με το πιάνο, πόσο εξαρτημένος ήταν από την αδερφή του, πόσο πορεύτηκε με την αποτυχία που του φόρεσε ο Γκουλντ και δεν την αποχωρίστηκε σαν να ήταν η πιο βολική κατάσταση γι’ αυτόν. Οτιδήποτε άλλο θα είχε ρίσκο κι έτσι φορώντας το μανδύα της αποτυχίας αποφάσισε ν’ αυτοκτονήσει για να εκδικηθεί την αδερφή του που παντρεύτηκε και τον άφησε.  Την εκδικήθηκε με το να κρεμαστεί έξω απ’ το σπίτι της στην Ελβετία.

Είναι εντυπωσιακή αλλά όχι μη αναμενόμενη η επιστροφή του Μπέρνχαρντ σε γνωστά μοτίβα. Ο συγγραφέας δεν είναι αποκομμένος απ΄την ιδιοσυγκρασία, τις παραστάσεις και τα βιώματα του. Μπορεί εδώ να μην είναι ξεκάθαρη η κριτική στην πατρίδα του την Αυστρία όπως στα θεατρικά έργα του αλλά μπορεί μέσα από μια μεταφορά συνειδητή ή μη να είναι η Αυστρία αυτή η αυταρχική, εύρωστη οικογένεια που απέρριπτε την επιλογή του γιου (Βερτχάιμερ) και τελικά τον ώθησε στην αυτοκτονία. Ανακαλώ εδώ και την αυτοκτονία του καθηγητή Σούστερ στην «Πλατεία Ηρώων», το κύκνειο άσμα του Μπέρχαρντ. Φυγή απ’ το νοσηρό περιβάλλον της πόλης, τα φαντάσματα του παρελθόντος, η αποτυχία, η ματαίωση…

Στον «αποτυχημένο» βλέπουμε και την αγκύλωση στο πνιγηρό περιβάλλον μιας οικογένειας, της φυσικής οικογένειας ή της μουσικής. Εδώ πάλι ανακαλούνται εικόνες απ’ το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των 3 (αδερφών) στο « Ρίτερ, Ντένε, Φος» ή το «Πριν την αποχώρηση».

Το κείμενο σε θεατρική διασκευή του Έκτορα Λυγίζου παρασταίνεται σαν μουσική σύνθεση για 4 φωνές κι ένα πιάνο. Στο πιάνο ο Γκουλντ που του άρεσε να σιγοτραγουδά τις νότες που έπαιζε ενώ το 4ο πρόσωπο είναι η ξενοδόχος του μικρού ξενοδοχείου στο οποίο καταλύει ο αφηγητής για να γράψει την ιστορία του.

Ο σκηνοθέτης αλλά και αφηγητής ‘Εκτορας Λυγίζος προσδιορίζει το θέμα ως το βάσανο του μουσικού για την τελειότητα, την καθημερινή συνδιαλλαγή του καλλιτέχνη με την επιτυχία και την αποτυχία ενώ παράλληλα αναπτύσσεται η παρτιτούρα του Μπαχ.

Ο σκηνικός χώρος ήταν φτιαγμένος έτσι ώστε να παραπέμπει σε μουσικό πεντάγραμμο ακόμα κι αν ο θεατής έβλεπε απλώς μια σάλα ξενοδοχείου. Αλλά είπαμε, είναι αυτά που υπονοούνται.

Στις δυο άκρες του «πενταγράμμου», απολαύσαμε τίμιες ερμηνείες από τον Γιάννη Νιάρο και τον Άρη Μπαλή έτσι όπως σοφά τοποθετήθηκαν στις κλίμακες της επιτυχίας και της αποτυχίας. Ο αφηγητής – 3ο πρόσωπο Έκτορας Λυγίζος είχε την ουδετερότητα του παρατηρητή όπως υπαγόρευε η θέση του αλλά και συναισθηματική εμπλοκή με διακριτικότητα όταν κρινόταν απαραίτητο.

Αφήνω για το τέλος την Αμαλία Μουτούση που η σκηνική της παρουσία έδωσε μια άλλη διάσταση στην παρτιτούρα. Ήταν ξεκάθαρα ο μαέστρος που έδινε το τέμπο που κούναγε τα χέρια στη σωστή κατεύθυνση που έβαζε τα όργανα να κουρδίσουν και τις φωνές ν’ αρθρώσουν. Λιτή και ουσιαστική ακροβάτησε μ’ επιδεξιότητα ανάμεσα σ’ αυτά που τεκατίνονταν και το κάτω κείμενο που λένε και στο θέατρο. Καυστική και δραματική ταυτόχρονα, υπαινικτική και τραγική στην κωμικότητα της. Η φιγούρα  της να εκτελεί με σχολαστικότητα τις καθημερινές δουλειές ενώ έπαιζε με όλο το υπόλοιπο σύστημα της με παρέπεμψε στην οικονόμο που τόσο εξαιρετικά είχε ενσαρκώσει λίγα χρόνια πριν η Καραμπέτη στην «Πλατείας Ηρώων». Μια πολύ πιο δωρική μορφή βέβαια που διατρέχει στο λόγο της σύγχρονη ιστορία κολλάροντας τα πουκάμισα του καθηγητή Σούστερ.

Κι οι 4 φωνές όμως δεν αρκούνται στη μουσική αλλά εκετελούν και μια χορογραφία ταυτόχρονα. Είναι μόνοι κι επιδέξια μπλέκονται ο ένας στη ζωή του άλλου ή στο σώμα ή στην ψυχή, έτσι όπως και στη ζωή.

«Πάντοτε μ’ ενδιέφεραν μόνο οι άνθρωποι», λέει ο Μπέρνχαρντ, «επειδή εκ φύσεως με απωθούν, τίποτε δεν με ελκύει περισσότερο από τους ανθρώπους και συνάμα τίποτε δεν με απωθεί περισσότερο από τους ανθρώπους. Μισώ τους ανθρώπους, μα οι άνθρωποι είναι συνάμα και ο μοναδικός σκοπός της ζωής μου».

Ο αποτυχημένος

Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τόμας Μπέρνχαρντ

Εναλλακτική Σκηνή Εθνικής Λυρικής Σκηνής
Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος

Μετάφραση: Βασίλης Τομανάς
Θεατρική διασκευή, σκηνοθεσία: Έκτορας Λυγίζος
Μουσικός σύμβουλος, φωνητική διδασκαλία: 
Χαράλαμπος Γωγιός
Σκηνικό: 
Μυρτώ Λάμπρου
Κοστούμια:
Άλκηστη Μάμαλη
Χορογραφίες, συνεργασία στην κίνηση: 
Δημήτρης Μυτιληναίος
Σχεδιασμός φωτισμών: 
Δημήτρης Κασιμάτης
Σχεδιασμός μακιγιάζ, κομμώσεων:
Ιωάννα Λυγίζου
Σχεδιασμός ήχου: Μπράιαν Κουν

Player Kings

Image

Ο Ερρίκος ο Δ΄ συγκαταλέγεται στα ιστορικά δράματα του Σαίξπηρ. Η συγγραφή του τοποθετείται ανάμεσα στο 1596 με  1597 και δραματοποιεί μέρος των απαρχών της βασιλείας του Ερρίκου Δ΄ της Αγγλίας. Η μεγάλη του εκδοτική και θεατρική επιτυχία ώθησαν τον Άγγλο δραματουργό να παρουσιάσει δυο χρόνια αργότερα ένα δεύτερο έργο με τίτλο Ερρίκος ο Δ΄ (δεύτερο μέρος).

Η κύρια πηγή του Σαίξπηρ για τον Ερρίκο Δ΄, (πρώτο μέρος), όπως και για τα περισσότερα από τα ιστορικά του έργα, ήταν η δεύτερη έκδοση (1587) του  «Χρονικά της Αγγλίας, της Σκωτίας και της Ιρλανδίας» του Ράφαελ Χόλινσεντ, το οποίο με τη σειρά του βασίστηκε στο «Η ένωση των δύο ευγενών και διακεκριμένων οίκων του Λάνκαστερ και της Υόρκης» του Έντουαρντ Χολ. Οι μελετητές υποθέτουν ότι ο Σαίξπηρ ήταν επίσης εξοικειωμένος με το ποίημα του Σάμιουελ Ντάνιελ για τους εμφύλιους πολέμους στην Αγγλία. Τέλος, άλλη πηγή θα μπορούσε να είναι και το ανώνυμο «The Famous Victories of Henry V».

Το έργο καλύπτει μόλις ένα χρόνο, αρχίζοντας από το 1402 έως το 1403, στην αρχή της βασιλείας του Ερρίκου Δ’. Να σημειωθεί εδώ ότι ο Ερρίκος στέφθηκε βασιλιάς αφού ανέτρεψε τον ξάδερφο του Ριχάρδο τον Γ’ παρακάμπτοντας και τη νόμιμη σειρά διαδοχής.

Η στέψη του ήταν η πρώτη στέψη Άγγλου βασιλιά από την εποχή της νορμανδικής κατάκτησης με τελετουργικό στην αγγλική γλώσσα αντί της γαλλικής που χρησιμοποιούσαν οι προηγούμενοι βασιλείς. Επιπλέον, υπήρξε ο πρώτος βασιλιάς της Αγγλίας από τη δυναστεία των Πλανταγενετών που η μητέρα του ήταν Αγγλίδα με μητρική γλώσσα τα αγγλικά, σε αντίθεση με τις μητέρες των προηγούμενων βασιλέων που είχαν μητρική γλώσσα τα γαλλικά. 

Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από την αποτυχημένη απόπειρα της οικογένειας Πέρσι και των συμμάχων τους να ανατρέψουν τον Ερρίκο Δ΄. Παράλληλα με την πολιτική και στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ του βασιλιά Ερρίκου και των επαναστατημένων ευγενών, ο Σαίξπηρ εστιάζει στον έκλυτο βίο του γιου του βασιλιά Χαλ και στη μεταστροφή του όταν στέφεται βασιλιάς ως Ερρίκος Ε’.

Οι συγκρούσεις, ο πολεμικός χαρακτήρας του έργου και η δραματική ένταση διανθίζονται έντεχνα με κωμικά επεισόδια στα οποία πρωταγωνιστεί ο Φάλσταφ, ένας μέθυσος ιππότης φίλος του Χαλ. Η συναναστροφή του μελλοντικού βασιλιά Ερρίκου Ε’ με τον Φάλσταφ και ο χρόνος που περνάει στα καπηλειά συναναστρεφόμενος περιθωριακούς τύπους, προβληματίζουν τον βασιλιά και θέτει σε κίνδυνο τον θρόνο.


Στο έργο που παίζεται για δυο ακόμη μέρες στο West End με τίτλο «Player Kings», το πρώτο και ο δεύτερο μέρος του Ερρίκου διασκευάστηκαν σε μια παράσταση 4 ωρών. Η μεγάλη διάρκεια δέχτηκε αναπόφευκτα κριτική από τον εγχώριο τύπο που τη χαρακτήρισε μαραθώνιο με ανάμεικτα αποτελέσματα.

Είναι αλήθεια ότι 4 ωρες μπορεί να είναι υπερβολικές αλλά ο Ερρίκος είναι ένα τεράστιο έργο που χωρίς τις απαραίτητες περικοπές θα χρειαζόταν παραπάνω χρόνο να παρασταθεί – αν υποθέσουμε πως υπάρχει ακόμη ανάγκη του μέσου θεατή για τα ιστορικά δράματα αυτού του είδους-.

Από την αλλη, ο Σαίξπηρ είναι τεράστιος δημιουργός, σημείο αναφοράς τόσο στη θεατρική παράδοση των Άγγλων όσο και στην παγκόσμια δραματουργία. Στη συνείδηση όσων ασχολούνται ενεργά με το θέατρο υπάρχει η άτυπη υποχρέωση να κρατάνε ζωντανή την επικοινωνία των θεατών με τα έργα του σαν μέρος ενός νήματος που δεν πρέπει να κοπεί. Μπορούμε να βρούμε τις αναλογίες και στη δική μας ανάγκη να συνεχίσουμε να παρασταίνουμε το αρχαίο δράμα.

Ο Ερρίκος Δ’ έχει σημεία που προκαλούν πλήξη σε θεατές που πιθανόν αγνοούν  την αγγλική ιστορία με τις λεπτομέρειες της, αλλά υπάρχει εκεί μέσα ο Φάλσταφ που κάνει αμέσως το έργο γοητευτικό. Όσοι ηθοποιοί έχουν υποδυθεί τον συγκεκριμένο ρόλο λένε ότι είναι εξαιρετικά δύσκολος. Φαίνεται μάλιστα να είχε γραφτεί πάνω σε  συγκεκριμένο ηθοποιό και κωμικό της εποχής του Σαίξπηρ.

Ο Φάλσταφ είναι περφόρμερ όπως λέει ο σερ Ιαν Μακ Κέλλεν. Παίζει θέατρο μέσα στο θέατρο, έχει ψυχολογικές διακυμάνσεις, δοκιμάζει τις αντοχές του ίδιου και του περίγυρου, είναι ένας ρόλος που απέφευγε συνειδητά ο μεγάλος ηθοποιός αλλά η τωρινή διασκευή τον έκανε να παρακάμψει τις όποιες αναστολές του αφού εδώ ο Φάλσταφ μοιάζει να ξεφέυγει απ’ την καρικατούρα και να γίνεται πιο πραγματικός χαρακτήρας.

Είναι δύσκολο να αποτυπώσω μέσα σε λίγες γραμμές την εντύπωση που μου άφησε η παράσταση. Η παρουσία του σερ Ιαν Μακ Κέλλεν που μετρά 85 χρόνια ζωής υπήρξε καταλυτική στην κρίση μου γι’ αυτό που είδα. Ήρθε εδώ να ενσαρκώσει αυτό το παλιό ρητό που κυκλοφορεί στον χώρο του θεάτρου «μην παίξεις ποτέ δίπλα σε παιδί, σε σκυλί και στον Τσαρλς Λοτον γιατί θα σου κλέψουν την παράσταση».

Μπορεί να είναι βέβαια υπερβολικό αλλά ήταν αδύνατο να πάρει κανείς τα μάτια του απ΄αυτόν τον αεικίνητο 85άρη που με στεντόρεια φωνή, πνευματική διαύγεια και σκαμπρόζικη περπατησιά μετέφερε όλη του την καλλιτεχνική πείρα στη σκηνή και υποδύθηκε ένα ρόλο που κανονικά είναι πολύ νεώτερος σε ηλικία. Παρόλα αυτά, ο Μακ Κέλλεν είχε τη σοφία να μην καπελώσει την παράσταση και να μην επισκιάσει την υπόλοιπη διανομή. Δεν ακκίστηκε και δεν επέδειξε καμία αλαζονεία στο παίξιμο του επαναπαυόμενος στο μεγάλο του όνομα. Είδαμε έτσι κι έναν εξαιρετικό Χαλ που από το ανόητο πριγκηπόπουλο του Α’ μέρους μεταστρέφεται δραματικά σ’ έναν υπεύθυνο και σοβαρό μονάρχη. Απολαύσαμε τις κωμικές σκηνές της ταβέρνας και τις παλατιανές συνομωσίες και νομίζω πως τόσο η πρόθεση του σκηνοθέτη Ρόμπερτ Ικ για ένα σαιξπηρικό έργο ποταμό σε σημερινά μέτρα όσο και του σερ Ίαν Μακ Κέλλεν να διδάσκεται στους νέους περισσότερο ο Σαίξπηρ δικαιώθηκαν.

Player Kings cast and creative team

By: Robert Icke adapted from Henry IV: Parts 1 and 2 by William Shakespeare

Director: Robert Icke

Cats list: Ian McKellen (as Falstaff)

Design: Hildegard Bechtler

Lighting: Lee Curran

Sound: Gareth Fry

Other info: Flight direction by Kev McCurdy

MACBETH, DOC X, CANADA WATER, LONDON

Image

Είπαν για τον Μάκβεθ:
Ουγκώ: η πείνα του τέρατος που πάντα είναι δυνατόν να υπάρχει μέσα στον άνθρωπο κι ένα έργο επικών διαστάσεων που ασχολείται με όσους ημερεύουν χωνεύοντας το ανθρώπινο γένος
Νίτσε: έργο μέ τέτοια οπτική ώστε αντί να καταπολεμάει την κακή φιλοδοξία μέσα μας, την επαυξάνει
Κραίηγκ: μια τραγωδία που η δράση της κατευθύνεται από αόρατη δύναμη.
_________________________________________________________________
Ο Μάκβεθ είναι η μικρότερη σε έκταση από τις τραγωδίες του Σαίξπηρ και χρονολογείται ανάμεσα στο 1603 και 1606. Φαίνεται ότι ο Σαίξπηρ άντλησε υλικό από τα «Χρονικά της Αγγλίας, της Σκωτίας και της Ιρλανδίας» του Ραφαήλ Χόλινσετ (The Chronicles of England, Scotlande, and Irelande) Παρόλα αυτά, συνέθεσε την τραγωδία του με τέτοιο τρόπο ώστε ελάχιστα να θυμίζει τα πραγματικά γεγονότα και ιδιαίτερα σε ότι αφορά στην προσωπικότητα του αληθινού Μάκβεθ που σε αντίθεση με τον σαιξπηρικό ήρωα ήταν πολύ καλός βασιλιάς.
Ο Μάκβεθ παίχτηκε για πρώτη φορά το 1610 και δημοσιεύθηκε το 1623. Σχετικά με τις μάγισσες που έχουν σημαντική παρουσία μέσα στο έργο -αναλογικά σαν χορός αρχαίας τραγωδίας ή σαν Ερινύες- εικάζεται ότι συμβουλεύτηκε το έργο του Ρέτζιναντ Σκωτ «Ανακάλυψη της Μαγείας»(1584).

Στο έργο του, ο Σαίξπηρ έχει ως κεντρικό ήρωα τον Μάκβεθ αλλά δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα και στη Λάιδη Μάκβεθ η οποία δεν λειτουργεί απλώς συμπληρωματικά αλλά φαίνεται να είναι ο μοχλός που κινεί τα νήματα της πλεκτάνης γαι την άνοδο στην εξουσία. Ίσως γι’ αυτό και σε παλαιότερα ανεβάσματα του έργου στην Ελλάδα βλέπουμε σαν συμπληρωματικό τίτλο «Η τραγωδία των Μάκβεθ».

Συνοπτικά, η υπόθεση έχει να κάνει με την επιστροφή του στρατηγού Μάκβεθ από τον πόλεμο. Η νίκη του αλλά και η υπέρμετρη φιλοδοξία τόσο αυτού όσο και της συζύγου του έχουν ως αποτέλεσμα την δολοφονία του Βασιλιά Ντάνκαν και την άνοδο του ζεύγους των δολοφόνων στον θρόνο έπειτα από μια σειρά συνομωσιών. Οι τύψεις δεν αργούν να έρθουν τρώγωντας πρώτα εσωτερικά την ψυχή της συζύγου Μάκβεθ αφού εκείνη είναι ο ηθικός αυτουργός των εγκλημάτων και στη συνέχεια τον ίδιο τον Μακβεθ που ο αδύναμος χαρακτήρας του σηματοδοτεί την αρχή του τέλους. Ο φόβος και οι τύψεις τον κυριεύουν και τον οδηγούν σταδιακά σε πανικό και απόγνωση.

Στην πολυδιαφημισμένη παράσταση του Λονδίνου (θα ταξιδέψει και στην Αμερική μετά ), ο Μάκβεθ είναι άχρονος. Η είσοδος στη θεατρική αίθουσα μας εισάγει σ’ ένα δυστοπικό σκηνικό. Οι θεατές διασχίζουν ένα πεδίο καταστροφής από μάχη. Ο πόλεμος έχει σαρώσει τα πάντα. Τα φυτά είναι πεθαμένα, σκόρπιες λαμαρίνες, σκοτάδι, ήχοι απόκοσμοι ανάμεσα σε σειρήνες και πολεμικές ιαχές ή οιμωγούς. Ο πόλεμος της Ουκρανίας, η απειλή της Ρωσίας, οι πόλεμοι των τελευταίων δεκαετιών στη Μέση Ανατολή, η πρόσφατη πολεμική σύρραξη στη Γάζα, όλα αυτά είναι δυνητικά το σκηνικό της καταστροφής.
Ο βασικός ήρωας, ένας στρατιώτης που έχει μεν νικήσει αλλά φέρει έντονα τα σημάδια της κόπωσης, εισέρχεται στη σκηνή. Αρχίζει η βύθιση στο σκοτεινό κόσμο του Μάκβεθ.

Ο Ralph Fiennes ενσαρκώνει γήινα τον σαιξπηρικό ήρωα. Αυτός ο Μάκβεθ δεν είναι ήρωας αν και νικητής. Είναι ένας απλός κουρασμένος στρατιώτης. Η έπαρση του είναι αρκετή αλλά όχι τόση που να του δώσει πρωτοβουλία. Αφήνεται εύκολα σαν ώριμο φρούτο στα επιδέξια χέρια της συζύγου του που όντας πιο τολμηρή και θρασεία αρχίζει να υφαίνει τα νήματα της πλεκτάνης της.
Η Indira Varma γνωστή στο ευρύ κοινό από τo «Games of Thrones» ήταν μια πολύ καλή Λαίδη Μάκβεθ. Χωρίς υπερβολές στην ερμηνεία της, λίγο πιο αδύναμη στην είσοδο της αλλά δυναμική στη σκηνή του δείπνου φτάνει σε ενδιαφέρουσα ερμηνευτική κορύφωση στην καταπληκτική σκηνή που προσπαθεί να ξεπλύνει το αίμα από τα χέρια της.

Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο έμπειρος περί του Σαίξπηρ Simon Godwin δεν είχε τίποτα πομπώδες και δεν εκβίαζε κανένα συναίσθημα. Κατάφερε με απλότητα κι αμεσότητα όμως να περάσει στο κοινό τον διαχρονικό λόγο του Σαίξπηρ. Οι σκηνές των μαγισσών ήταν ποιητικές κι απόκοσμες όπως το σκηνικό περιβάλλον που δημιουργήθηκε για να φιλοξενήσει την παράσταση.

https://macbeththeshow.com/venues/london



Αρχείο


Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε