Το αδιανοητον κι εκεινη (αρ. 21 )
«Nobody else took what I was doing seriously, so nobody would want to work with me. I was thought to be a bit eccentric and maybe cranky»
– Peter Higgs
Παντου τριγυρω αυτες οι τρομερες επισπευσεις να αγαπησεις και να αγαπηθεις. Η επιδραση του ανηκειν ειναι τεραστια. Βρισκομαστε βυθισμενοι ολοκληροι, αναμεσα σε ψυχολογικες μηχανες που εχουν αναγκη να λειτουργησουν. Η αισθητικη συμβαση του κορμιου ειναι το συναισθημα. Καυσιμο δευτερο. Αναζητουμε κατι ή καποιον για να νιωσουμε. Ενα γεγονος, εναν δεσμο, μια ιστορια, μια ρουτινα, μια καθημερινοτητα ή μια ιδεα να αναρπαχτουμε στην ουρανια ερωτικη διωδια που τραυλιζει η καρδια την χρησιμοτητα της. Η ψυχαναλυτικη διαδικασια ειναι ισως η υψηλη ρητορικη του κουτσομπολιου. Σε καποιον βαθμο θορυβου οπου μεσα μας γεννιεται η εννοια ως εικονα, ο πολιτισμος της μνημης γενναει την λεξη που η μαρτυρια του βιωματος δεν μπορει να εξηγησει στον αλλον εκεινη την ιδιοις ομμασι παρασταση, παρα μοναχα η σκιερη πλευρα της ομιλιας. Η καλλιγραφια των πνευμονων που ψαχνει να εναρμονιστει στον καθρεφτισμενο κυκλο της ανασας ειναι μια σιωπηλη δυναμη του βρασμου της ψυχης. Εκει που οι χημικες ενωσεις θεμελιωνουν μια ασφαλη γραμμικη βαση της νοημοσυνης, το ιδιο παραξενο θαυμα του χωρου που γεννησε τα φαινομενα της υλης και της ενεργειας καποτε, αντιστρεφει το θαυμα και σπρωχνει την συνειδηση στον ιδιο εξωτικο χωρο απο τον οποιο γεννηθηκαν ολα. Τα εσκεμμενα αποσιωπητικα της σιωπης του λογου, η ανατροφοδοτηση της ανεικονικης περιγραφης στα παραστατικα εικονικα βαθη του εμπειρικου βιωματος, το σχημα του προσωπου, το χρωμα ως και η οσμη του δερματος κατα την επαφη, διογκωνουν ως μνημη εναν τοπο που εκτοπιζει χωρικα δωματα, μια χωρητικοτητα του χωρου, μια σωρευση προς αποδελτιωση ετοιμη να αποθηκευτει. Περα απο το προφανες απαυγασμα, ετουτη η εκχυση ακτινοβολιας διατηρει εκ νεου, ενα αϋλο θαυμα νοημοσυνης περα απο την υλικη της αντιληψη και οργανικοτητα. Ολα ειναι λογικα. Ακομα και ο συναισθηματικος παραλογισμος, ακομα και το ακατασχετο παραληρημα. Αυτο που το κυριαρχο αφηγημα καθε φορα και σε καθε εποχη αποκαλει τρελα, αυτη η αποσχαση της αναπαντεχης φλεβας εκφρασης που συνηθως δεν ειμαστε διατεθιμενοι να ερθουμε μαζι του σε επαφη και να αναδρασουμε ομοιως, ειναι μια μη κανονικοτητα που μας αναστατωνει. Νεφος κυανον θανατου μας αναστατωνει οτι μας εκτροχιαζει απο την κανονικη κατανομη της ηρεμιας με την οποια διαβαινουμε τα χρονικα μας ενδυματα. Ποια βιωμενη σελιδα μπορει να φτασει στο ψυχρο υψος που εχουν οι αφωνες χαρτογραφησεις των γραμματων και των κειμενων, στιγματα και γεγραμμενα συμβολα που οδηγουν με την οραση ή την αφη στο αορτο μεγαλειο της αντιληψης?
Οταν διαβαζουμε ενα κειμενο, η ιδεα πως ο λογος περιεχει μεσα στην σιωπη της αναγνωσης μια βαθυτερη διακυμανση περιεκτικοτερη απο την γλωσσα μας, ενα μερος γαρ, που ονομασαμε μελος, και που ως ειδικο κομματι του γενικοτερου γλωσσικου σωματος, αυτο το μυστηριο ονομαζουμε μουσικη, μια μαγεια που αναδυεται ως κομματι του λογου και που ανακτα την εντυπωσιακη της σημασια στην μνημη της πνευματικης αντιληψης ως αξιοπροσεκτης δρασης, γιατι επιστρατευει στις αφαιρεσεις της τον ρυθμο, την μελωδια, την αρμονια και ισως σε καποιον μεγιστο βαθμο εκφρασης την ποιηση, αυτο ειναι μια ευθυς αντιστοιχια στην καρδια, στα πνευμονια, στην ψυχη και στο πνευμα. Καθε φορα που κοβουμε ενα κομματι απο το ητορικο σωμα, το ειδικο αναπροσαρμοζεται και αναγεννιεται απεικονισμενο στις οργανικες του αναδιαταξεις. Η σιωπη, ειναι κι αυτη μια ομιλια μεσα σε εναν ωκεανο σημειων διαταραξης, ειτε αυτη η διαταραχη ειναι θορυβος, ειτε αναρθρες κραυγες, ειτε εναρθρος λογος, η σιωπη αποκταει μεσω της αρνησης του σημειου, μεσω της παυσης του ηχου, μεσω διαδοχικων δρασεων, μια γλωσσικη επικαλυψη. Μπορουμε τωρα να μαντεψουμε στο χαος των συμπαντων εκεινη την ομιλουσα σιωπη?
Η σιωπη δεν ειναι μια αποφασισμενη παραιτηση. Εκεινος που σιωπα δεν ειναι απαραιτητα μελαγχολικος ή τελει σε καταθλιψη. Στο σημειο αυτο οι δρομοι του ποιητη και του ζωγραφου αποχωριζονται οριστικα. Εκεινος που εννοιολογει με παραστασεις της εικονας στην επικοινωνια και στην εκφραση, δεν μπορει να κατανοησει γιατι η σιωπη ειναι λογος (σε ακραια σημεια ως και μουσικη). Η ανυψωση της πραξης πανω απο τον λογο μπορει καλλιστα να αντιστραφει και ο λογος να υψωθει πανω απο την πραξη. Τοτε ο λογος ισοδυναμει με αιτια. Τωρα οι πραξεις επονται κατω στα λιβαδια, στις πεδιαδες και στις ακρογιαλιες. Μονο τα απατα βενθη της θαλασσας, και οι αγρυκτες ανθεμωδεις πνοες των ουρανων διατηρουν κατι απο την αρχιατρικη μαγεια του λογου. Εκεινος που καταλαβαινει τον εαυτο του πολυ λιγοτερο οταν μιλαει απ’οτι οταν σιωπαινει εχει διαβει μονο τον μισο δρομο. Ξανα ο κανονας της αντιστροφης κατω απο τις περιστασεις των συγκυριων δια μεσω των οποιων τα συναισθηματα ως υλικο καυσιμο της ψυχικης μηχανης τσακιζουν τις βεβαιοτητες, τοσο εκεινων που διατεινονται υπερ του λογου ή της σιωπης. Δεν εχουν καταλαβει απολυτως τιποτα. Οταν πισω απο την λεξη δεν βρισκεται η βουληση, τοτε η λεξη αστοχει. Και οταν η λεξη αστοχει και παυει ο πολιτισμος των λεξεων, ο λογος force επιστρεφει στην σιωπη. Γιατι τοτε οι λεξεις δεν λενε τιποτα, γιατι τοτε καμμια λεξη δεν εξηγει ουτε καν την πλεον βαθεια εμπειρια. Αν το Un autre Dire que le dire ordinaire συμβαινει, αυτο καθισταται εφικτο γιατι η βουληση μεταστοιχειωνει την σιωπη σε ενα οργανωμενο σχημα λογου, που ομοιαζει με τον ανεξιχνιαστο γλωσσικο κωδικα της αναγκης. Αν ο ποιητης διαθετει εκεινην την βουληση ετσι ωστε να μπορει να μπαινει σε καθε αναγκη, σε καθε υπεροχη, σε καθε φυλακη σε καθε ελευθερια, σε καθε ηδονη, σε καθε κεφι, σε καθε λυπη και σε καθε πονο, τοτε αυτος ποιητης μπαινει ακομα και στην σιωπη. Κι αν αυτος ο ποιητης ειναι τοσο θαυμασιος και σπανιος, ολακερη η εγνοια του εχει γινει θεληση για δυναμη της δρασης, ετσι ωστε να μπορει με ανεση, αν και ο καλυτερος εστω, να τολμησει να ξεχαστει απ’ολους, να μπει ακομα και στην λησμονια των αλλων. Στα αδιανοητα αυτα επιπεδα του καλλιτεχνικου ή εστω φιλοσοφικου πνευματος, η περιφρονηση του για την υστεροφημια, για την γνωμη των αλλων, απαλλοιφει τα βαρη της εξωτερικης κοινωνικης πιεσης και γινεται ο ιδιος ως φορεας λογου μουσικη, ετσι ωστε, μεσα στην κοινωνικη του αφαιρεση, ως κομματι ανθρωπινο, ως μερος ειδικο της ανθρωποτητας, η ανθρωποτητα ξαναγεννιεται εντος του, γιατι ο ιδιος απεικονιζεται με τον ιδιο τροπο που ο λογος μεσω της μουσικης εγινε λογος ξανα, στην καρδια, στα πνευμονια, στην ψυχη, στο πνευμα. Το ητορ εχει μοναχα μια φυση: σε οσα κομματακια κι αν το κοψεις, ολοκληρο το ψυχικο και πνευματικο του σωμα το ανασταινει. Χρειαζεται μονο ενα κομματακι. Μοναχα καμποση αφαιρεση.

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.