Ζωή Καρέλλη, Δέηση

Δέηση

«Είναι ευρύς ο δρόμος της ικεσίας.»
Ν. Γ. Πεντζίκης

Όταν γνωρίσω τις πράξεις μου
κι απελπιστώ όλη μου την πικρία,
με ποιες δυνάμεις θα εγκαταλειφθώ
στη θέλησή Σου, όταν χάσω
κάθε παρηγοριά, πώς θα Σ’ αναγνωρίσω;
Τι θα με διδάξει η αδυναμία μου;
Όταν απαρνιέμαι τη χάρη Σου
αυτή ζητώ. Στη βαθύτερη απελπισία μου
Εσένα αποζητώ. Ξεσκίζω τα μάτια μου
και ξαναβρίσκω το βλέμμα μου
γυρεύω και τηρώ, διαλογίζομαι,
εγκαταλείπομαι και ξαναβρίσκομαι.
Βαθύτατος στεναγμός μου κολπούται
κι ορθώνεται και μορφώνεται,
Σε παρακαλώ και Σ’ αποκαλώ.

Δίχως δική σου προσταγή
μας τρομάζει η καταστροφή, που λυμαίνεται
των ανθρώπων Σου το άχαρο πλήθος.
Πού πηγαίνουμε, άστοχο πλήθος, άτυχο,
πλήθος μας ξετρέχει από δυστυχία,
έχει ξεπεραστεί κάθε αμαρτία,
έχουν ξαγοραστεί όλα τα κρίματα,
όλη την ανομία κουβαλούν οι άνθρωποι.
Οι δυνάμεις έχουν ξεπεράσει τη δύναμή τους,
αφανίζουν πιο πολύ απ’ τη ζωή τους
κυνηγούν την ψυχή τους, αλύπητα
οι άνθρωποι έχασαν ανθρώπινη
τη φωνή τους, για να Σε παρακαλέσουν.
Το στόμα χόρτασε στη πηγή απ’ το έγκλημα
της αγάπης το αίτημα χάλασε,
πέρ’ απ’ τον θάνατο απομένει η ψυχή,
δίχως μετάνοια και διαφορά.
Σηκώνω να Σ’ επικαλεστώ τη φωνή
μέσα στ’ άναρχο πλήθος.
Μένω δίχως προσμονή, πέφτω
ανασηκώνομαι, βαδίζω, πηγαίνω,
λησμόνησα τον δρόμο που ακολουθώ
και προχωρώ, γυρεύω ν’ ακούσω
και σταματώ.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Για τους νεκρούς λόγια

Για τους νεκρούς λόγια

I

Τι απογίνονται οι αναμνήσεις των νεκρών
που μένουν μέσα μας; Τα πρόσωπά τους
κρατούν μελαγχολίας έκφραση,
σα να ρωτούν, γιατί δεν έζησαν μαζί μας;
Ο θάνατος είν’ απειράριθμος,
είναι οι νεκροί πολλοί και λησμονούμε,
όμως εκεί που δεν το περιμένουμε, θυμούμαστε,
θυμούμαστε πολύ, με πόνο
και δεν μπορούμε να καταλάβουμε τον θάνατο
που κλείνει τη ζωή.

II

Αγαπημένα πρόσωπα, χαμένα, κανένα
δε θα μείνει απ’ αυτά, ούτε
μες στην καρδιά μας, ίσως.
Γι’ αυτό λυπούνται οι νεκροί.
Ξέρουν μες στην οδυνηρή γαλήνη τους,
στην ησυχία την τρομακτική
που τους ξαπλώνει, ξέρουν την αποσύνθεση
απ’ τη μορφή τους την περαστική,
απ’ την μοναδική, δική τους παρουσία
και πιο πολύ λυπούνται που θα χαλάσει
η εμορφιά τους, στη δική μας τη ζωή.

III

Τους πεθαμένους σκέφτομαι βιαίως,
εκείνους που πέθαναν, δίχως να θέλουν
να τελειώσει η ζωή τους, εκείνους
που να ζήσουν ήθελαν ακόμα
κι όμως έχασαν τη ζωή τους.
Είναι αυτοί, που ζούνε μέσα μας.
Κρατούμε τη ζωή τους, μέσα μας
απήχηση οδυνηρή, βάρος
απάνω στην ψυχή απ’ το σώμα μας
η ζωή τους, που τη φανταζόμαστε καλή
και ξέρουμε πως δεν την έζησαν.
Γίνονται οι κινήσεις που δεν έκαναν
μέρος της ζωής μας και σταματούν.
Τα μάτια μας πασκίζουν
να τους κοιτάζουν, τι θα έκαναν,
θέλουν να τους ιδούν. Έτσι τους αγαπούν.
Πασκίζουν να μη λησμονήσουν τις κινήσεις
που οι πεθαμένοι θα έκαναν,
ώσπου πια λησμονούν.

IV

Θέλουμε να νικήσουμε τον θάνατο
που κουβαλούμε μέσα μας.
Δίχως εξήγηση, τι θ’ απογίνουν
οι νεκροί, που ζούνε μέσα μας;

Ες βόθρον, ρέε δ’ αίμα κελαινεφές∙ αι δ’ εγέροντο
ψυχαί υπέξ ερέβης νεκύων κατατεθνηώτων.
[…]
οι πολλοί περί βόθρον εφοίτων άλλοθεν άλλοι
θεσπεσίῃ ιαχῇ […]
Οδύσσειας Λ

Ω, πόσο τη ζωή αποζητούν οι πεθαμένοι!
Εκείνοι, που πέθαναν, κοιτάζουν
τους ζωντανούς και τους επιθυμούν.
Είν’ απαγορευμένοι αυτοί στα Ηλύσια.
Είναι οι χωριστοί, οι αποχωρισμένοι πια,μ
οι πεθαμένοι, καθώς έχουν πεθάνει
βλέπουν, μα δεν μπορούν
να πουν τίποτα πια πραγματικά
στους ζωντανούς. Πόσο τους θέλουν,
τους αγαπούν, ζητούν να παν κοντά τους,
μαζί τους να σταθούν, απ’ όλα πιο πολύ,
την αγάπη νοσταλγούν οι πεθαμένοι,
την αγάπη απ’ το σώμα που πλησιάζει,
όμως το ξέρουν, πως δεν μπορούν να πλησιάσουν,
που μένουν δίχως σώμα πια,
κι αυτό το νοσταλγούν και το θυμούνται
τ’ ωραίο σώμα των ανθρώπων της ζωής.
Είν’ η τυράννια τους πικρή,
ξέρουν κι αν τους επιτραπεί
να πλησιάσουν τους αγαπημένους
ωραίους ανθρώπους, που ζουν
κι αν παν να τους αγγίξουν, κοντά τους,
αυτοί δε θα αισθανθούν το άπιαστο άγγιγμά τους
και δε θα βρουν απάντηση οι άφαντοι πεθαμένοι.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Για την κηδεία

Για την κηδεία

Μια συνοδεία χρειάζεται ο πεθαμένος
σαν έρθ’ η ώρα του να φύγει,
ίσως δεν πρέπει να ’ναι μοναχός,
ο άκακος, ανώφελος νεκρός.
Έτσι που κείτεται αποχωρισμένος
μια συνοδεία χρειάζεται,
αυτός, που μας αφήνει,
– ή τον αφήνουμε εμείς οι ζωντανοί;

Μαζεύονται τριγύρω του πολλοί,
που είναι ξαπλωμένος και τον κοιτούν,
δίχως να καταλάβουν – ω πόσο κιόλας
είναι μακρινός, όμως μονάχος
δε γίνεται να μείνει ένας νεκρός.
Θέλουν να τον παρασταθούν εκείνοι,
που φοβούνται τον θάνατο, γι’ αυτό
κρατούν τριγύρω του κεριά με φως
και λεν τις ορισμένες ψαλμωδίες,
που ξέρουν, τις τραγικές,
της φοβερής εκείνης ώρας.
Σάμπως ακούει ο νεκρός…
Οι ζωντανοί μιλούν για τον εαυτό τους.
Πόσο είν’ ακίνητος, σκληρός εκείνος,
ανίκητος είναι μόνον ο θάνατος.

Δάκρυα λυγμοί μαζεύονται τριγύρω
κι αυτός είναι ψυχρός.
Ω απαίσια ψύχρα του θανάτου, αμετάβλητη.
Όμως τη συνοδεία χρειάζεται ο νεκρός.
Είναι διπλή η αγωνία να σκέφτεσαι
πως κείτεται ολομόναχος ο άνθρωπος,
έτσι λογιάζεται ο θάνατος διπλός.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Γενναιότητα

Γενναιότητα

Η περηφάνια μου ξεπερνά
την εφήμερη ζωή μου και με φέρνει
πέρ’ απ’ τον θάνατο, σε παντοτινά
οράματα από περασμένα και μέλλοντα.
Η αδυναμία μου γίνεται δύναμη.
Ακατάβλητη επιθυμία μου, μ’ οδηγείς
και με περηφανεύεις, πέρ’ απ’ τον θάνατο
θέλω την ανάγκη του Θεού την αγάπη.
Η ζωή μου είν’ αγάπη του αιώνιου.
Ορμή, τιμωρία και δόξα μου,
δοκιμασία και δοκιμή πηγαίνω
ως εκεί που τελειώνω κι αρχίζω.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Βραχνάς

Βραχνάς

Η συνοδεία των θανάτων φτάνει
–έρχεται των δικών μας πάντα–
η σειρά προχωρεί κι έχει τα πρόσωπα
σκεπασμένα με γυάλινους πέπλους,
πότε ειδεχθείς, διαρκώς δισυπόστατους,
πότε με τη σκληρή εκείνη
την έντονη διαφάνεια, που συγκρατεί
τα πάντα ορισμένα.
Προχωρεί η συνοδεία σιωπηλή
φορά, φθορά του εγκοσμίου θανάτου,
όταν όμως πάει ο ψίθυρος
να σηκωθεί λόγος παράλογος,
μυστικός, ανάμεσα στη σειρά
των θανάτων, τότε ο ανήκουστος
λόγος γίνεται φρίκη, φρίκη
δίχως καμία παρηγοριά,
καθώς των θανάτων τα βήματα
έρχονται, έρχονται, καθώς
πεθαίνουν οι εμφανίσεις μας.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Αρρώστια

Αρρώστια

Όλο τους πεθαμένους σκέφτομαι αυτές τις μέρες.
Πλούσια ’πό θάνατο η μνήμη μου
τους φέρνει εμπρός μου ζωντανούς.
Μιλούνε ορισμένα από τα λόγια τους:
— «Ένα πουκάμισο χρώμα σαν το καΐσι.»
— «Να σε φιλήσω γιατί πέθανα.»
— «Ζητούσα να σας δω και ήρθα.»
Πρόσωπα, λόγια πολλά, που τα κρατώ
σαν ξένα, θέλω δικά μου να τα κάνω
και δεν μπορώ γιατί δεν εννοώ
τον θάνατο, αρνιέμαι να τον καταλάβω.
Όμως ούτε και τη ζωή, έτσι,
μπορώ ν’ αγγίξω, όπως θέλω
να την κρατήσω, που βλέπω τις κινήσεις
των ζωντανών, σα να ’ναι μες στη μνήμη μου
κι αυτές και δεν μπορώ να τις αγγίξω
ζωντανές. Τις χαίρομαι συχνά,
τις αγαπώ, τις βλέπω εκστατικά,
κι έξαφνα γίνονται σαν από πεθαμένους.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Ανακομιδή

Ανακομιδή

Έκαναν δέματα την ανθρώπινη παρουσία,
ό,τ’ είχε απομείνει απ’ τα σώματα,
για να τα στείλουν στην πατρίδα.
Ένα όνομα, μια ημερομηνία
κι είναι ο νέος άνθρωπος, που στέκονταν
όρθιος, στο φως της ζωής, γελούσε
ή έμενε σκεφτικός, όταν λυπούνταν.
Ίσως να ήταν ασήμαντος στη ζωή του,
είχε την ιδέα, μπόρεσε να πεθάνει
για το καθήκον.
Όμως η ζωή
είναι τόσον ωραία, πέρα
απ’ τη σκληρότατη πάλη,
για να ζήσουμε, υπάρχει εμορφιά
της μορφής μας, κόρη, που μοιάζει λουλούδι,
έφηβος, που είναι δέντρο δυνατό.

Διστάζω, που τόσο λυπούμαι
και μοιρολογώ την καταστροφή
των ανθρώπων. Η κλαγγή του θάρρους
πρέπει δυνατή ν’ ακουστεί,
να λησμονηθούν οι εχθροί πίσω μας,
για να περάσουμε τη στροφή.
Αδέλφια, μπορώ να σας πω
με ορμή και φωνή μεγάλη,
η ζωή μάς καλεί να λησμονούμε
τον θάνατο. (Των άλλων ή των δικών μας;)
Ας καταλάβουμε την υποταγή,
λύση καλή, να γνωρίσουμε την καρτερία,
περίσσιο να δοκιμάσουμε θάρρος
στην πορεία μας.

Σκέφτομαι
την ανθρώπινη παρουσία,
που τόσην αγάπη ξυπνά,
πόνο κι αισθήματα, πόθους,
που είναι δύναμη κι εμορφιά,
ύστερα μένει απρόσωπη σκιά.

(Ειδική υπηρεσία είχε ξεθάψει τους νεκρούς,
για να στείλει τα λείψανα στην πατρίδα τους.)

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Αδώνειο

Αδώνειο

Σώμα ερωτικό, δεν υπάρχεις!
Αυτά τα χέρια δε θα σ’ αγγίξουν πια
για να αισθανθούν την αφύλαχτη επαφή
που λησμονεί την καταστροφή σου.
Μένουν γυμνά, δυστυχισμένα, πιο άπληστα
για την ορμή εκείνη που αγγίζει
τόσο βαθιά το σώμα, ώσπου
συναντά την ψυχή.

Ω ποθητό όραμα της συνάντησης
που πιστεύουν ακόμα και τ’ άπιστα
μάτια της γνώσης, σαν την ζαλίζει
μέθη αβασάνιστη, πόθος ζωηρός
που ξεγελά κι όμως υπάρχει
δύναμη μαζί κι αδυναμία ωραία.

Ωραιότητα απ’ το νεότατο σώμα μου,
μήπως θα σ’ αρνηθώ, τώρα που έφθασε
η τέλεια ανάγκη να με δαμάσει!

Πώς, στον θάνατο ανήκεις τώρα, εσύ,
ο πιο ωραίος ανάμεσα στους θνητούς;
Πολυαγαπημένε, θέλω να σε χαρώ και να χαριστώ
κι όμως σταματώ, ερωτικέ εραστή της αγάπης
που προσφέρω, χαρά που γίνεσαι τιμωρία σκληρή.
Λόγια, περνάτε τα χείλη που δεν τα κούρασαν
τα πυκνά, επιτήδεια φιλήματα,
τα πληγώνετε. Πότε έγινες τόση οδύνη,
ηδονή;
Σώμα ψυχρότατο, η περηφάνια
του θανάτου άκαμπτο σε κρατεί.
Δεν αντέχει ερωτική θέληση,
πέρ’ απ’ τη φθαρτή καλλονή!
Πλούσια η ουσία του υλικού σώματος,
μα φοβούμαι και γυρεύω να βρω
το αυστηρό πνεύμα, αποζητώ αδέξια
θυμούμαι τη μέθη, αυτή μ’ εμποδίζει
της υλικής παρουσίας που βασανίζει,
ζητεί και μαζί παραδίνεται,
επιθυμία της νεότατης ζωής,
θάλλει δίχως περίσκεψη και μέτρο,
κι έτσι γεννιέται στα υλικά σπλάχνα
της γονιμότητας η δύναμη,
το πνεύμα του θανάτου λησμονείται.

Αναπότρεπτη βία, αβάσταχτη,
άρνηση που δεν την περίμενα,
ήττα που πρέπει να τη δεχτώ.
Στέκομαι νικημένη μ’ όλη τη δύναμη
της δικής μου ζωής.
Την πλούσιαν έννοια της ζωής
την αλλάζει ο θάνατος.
Το πνεύμα παιδεύει το σώμα
για να νικήσει τον θάνατο.
Τιμωρία η ανήσυχη απληστία,
εκείθε απ’ το πέρασμα της ζωής δεν προφτάνω,
δε με φτάνει εικόνα, η μνήμη σου.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Παράκληση

Παράκληση

Άγγελοι της ψυχής μου,
σηκώστε με. Σηκώστε μου
το κουρασμένο σώμα
που αφανίζει την ψυχή
και την κρατά
τόσο μακριά από σας.
Σηκώστε με, άγγελοι,
ελάτε. Η συνοδειά σας
να με πάρει, να με χωρίσει,
να μ’ αποχωρίσει απ’ το σώμα.
Άγγελοι της ψυχής μου,
να μ’ οδηγήσει η διαλεχτή,
η καθαρή φωνή σας
να μου μιλήσει, για ν’ ακούσω,
ν’ ακούσω, πρέπει ν’ ακούσω,
φωνή να με καλεί,
να μου μιλεί. Άγγελοι,
πότε θα μ’ αναγγείλετε
στον Κύριον;
Αργείτε
να φανερωθείτε δεν φαίνεστε
και πασπατεύω το σώμα μου
της ζωής αποτέλεσμα
γυρεύω πάνω στο σώμα μου,
μόνο που υπάρχει.
Ω αγωνία, ω αγωνίες
με παραστέκουν πλήθος,
οι αγωνίες γύρω μου στέκουν,
με περιμένουν ακόμα,
από μένα θέλουν
να ζήσουν. Κι οι άγγελοι
της χαράς, οι άγγελοι
φως ολόκληροι, οι άγγελοι
της ψυχής αργούν και σωπαίνουν.

Από τη συλλογή Πορεία (1940) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Αμλετισμός

Αμλετισμός

Σε καμιά πραγματικότητα δεν ανήκω,
αφορμισμένοι πόθοι όνειρα απίθανα γεννούν
και στέκονται τα οράματα
να εμποδίσουν μια γνώση των πραγμάτων.

Με μυκτηρίζει η λογική η αλλοπρόσαλλη,
άδικα απλώνω το χέρι μου μακραίνει ανώφελα,
γυρεύοντας να πιάσω το πρόσωπό της,
σκοπός ή τέλος είν’ η λογική;

Ποιο υλικό να μεταχειριστώ του εαυτού μου
και να την επενδύσω ένδυμα επιβλητικό,
να μου επιβληθεί, ν’ αναγνωρίσω
τους ανθρώπους της ίδιας παρουσίας, να γνωριστώ;

Τι να γνωρίσω στους άλλους του εαυτού μου
για να με περιβάλλει ησυχία,
να χαιρετίσω τους άλλους αδελφικά,
να προσπεράσω με την πρέπουσαν αδιαφορία;

Απομένω στην άκρη του δρόμου,
τι βλέπω απ’ την κοινή συναλλαγή;
Αλλόκοτες ακούω των άλλων τις φωνές
και μου ξεφεύγει ξένη η ομιλία μου.

Μένω ολόκληρος, ποιος είναι
ο ερχόμενος που θα με ονομάσει
και να δεχτώ το κάλεσμα,
να μην υπάρχω δίχως ύπαρξη.

Από τη συλλογή Πορεία (1940) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη