Μετάβαση στο περιεχόμενο

efficient

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός efficient
συγκριτικός more efficient
υπερθετικός most efficient

Image Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɪˈfɪʃənt/
ΔΦΑ : /əˈfɪʃənt/ (ΗΠΑ)
 

Image Επίθετο

[επεξεργασία]

efficient (en)

  • αποδοτικός
    παράδειγμα  The workers are very efficient.
    Οι εργάτριες είναι πολύ αποδοτικές.

Σύνθετα

[επεξεργασία]